Απρίλιος 2024
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Χριστούγεννα

This image has an empty alt attribute; its file name is 10524684_650434168383075_2255085513524892100_n1-666x1024.jpg

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου

Ἤθελα νά πῶ λίγα λόγια γιά τό νόημα τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Διότι ὁ κόσμος κάνει μεγάλη προσπάθεια νά ἐντυπώσει μέσα μας τίς δικές του μορφές, ἐνῶ ἡ ἐκκλησία μας ὀδύνει, πάσχει δηλαδή, νά μορφωθεῖ μέσα μας ὁ Χριστός. Καί ἐάν ἐξετάσουμε μερικά ἀπό τά χαρακτηριστικά τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, θά κατανοήσουμε καί τό νόημα αὐτοῦ τοῦ γεγονότος.

Ξέρουμε ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ πού ἐξῆλθε ἀπό τήν παρθενική γῆ. Ἡ γυναίκα πού ἔγινε ἡ αἰτία τῆς κατάρας τώρα ἐκφέρει τήν δρόσον τῆς εὐλογίας. Ὁ Χριστός εἶναι ὁ νέος Ἀδάμ, ὁ νέος Νῶε πού ὑπόσχεται νά μᾶς διαναπαύσει ἀπό τίς λύπες καί τά ἔργα τῶν χειρῶν μας. Εἶναι ὁ ἀγενεαλόγητος Μελχισεδέκ πού ἔρχεται νά κληρονομήσει βασιλείαν καί ἱερωσύνην αἰώνιον. Παρῆλθε ἐπιτέλους ἡ μακρά νύχτα τοῦ σκότους καί τό ἑωθινό φῶς εἰσχωρεῖ μέσα στό γνόφο τοῦ Παλαιοδιαθηκικοῦ ἱερείου, τοῦ ναοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, τοῦ ναοῦ τοῦ Σολομῶντος, πού εἶναι στραμμένος περισσότερο στήν αἰώνια ἀνατολή, παρά στήν καθημερινότητα.

Σέ αὐτό τό γεγονός βλέπουμε οἱ ποιμένες νά ἔρχονται νά προσκυνήσουν τόν Ἀμνόν τόν ποιμαίνοντα τούς ποιμένας. Ἐκεῖνον τόν Ποιμένα πού μπορεῖ νά μαζέψει σέ ἕνα ποίμνιο τούς λύκους μέ τά πρόβατα καί τά λιοντάρια μέ τούς νεανίσκους.

Ἔτσι, εἶναι μεγάλη χαρά πού γεννᾶται ὁ Χριστός καί στό μέσον τῆς ἑορτῆς βλέπουμε τήν Ἐκκλησία μας νά ἔχει μιά χαρμολύπη.

Μιά χαρά ἀναμεμιγμένη μέ λύπη. Χαρά διότι «παιδίον ἐγεννήθη υἱός καί ἐδόθη ἡμῖν ἠμίν» [1]. Ἐγεννήθη αὐτός ὁ υἱός πού μᾶς δόθηκε γιά τή σωτηρία μας καί αὐτή εἶναι ἡ χαρά τῆς Ἐκκλησίας. Ἀλλά ἔχει καί μιά λύπη, διότι ἀγωνίζεται ἡ Ἐκκλησία νά μορφωθεῖ στίς καρδιές μας ὁ Χριστός. Καί δέν πρέπει νά ἀντιπαρέλθουμε αὐτή τή λύπη τῆς Ἐκκλησίας μας, ἀλλά νά ἐξετάσουμε τά χαρακτηριστικά αὐτῆς τῆς γεννήσεως, ὥστε νά μπορέσουμε νά τοποθετηθοῦμε ὅπως πρέπει καί νά μή χάσουμε τήν ὠφέλεια τοῦ γεγονότος.

Κατά τήν ἀνεξιχνίαστη πρόνοια τοῦ Θεοῦ ὁ Ἰωσήφ καί ἡ Μαριάμ βρέθηκαν ἀπό τή Ναζαρέτ στή Βηθλεέμ. Ὁ Νόμος τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἀπαγόρευε ἀπογραφή τοῦ πληθυσμοῦ καί ὅμως ὁ Θεός χρησιμοποιεῖ τή δύναμη τοῦ Καίσαρος, γιά νά ὑπερβεῖ αὐτόν τόν νόμο καί νά βγάλει αὐτό τό διάταγμα, ὥστε νά ἀναγκαστοῦν ὁ Ἰωσήφ καί ἡ Μαριάμ νά ἔρθουν στήν Βηθλεέμ. Γιά νά ἐκπληρωθεῖ τό ρηθέν ὑπό τοῦ Προφήτου, διότι ἡ Βηθλεέμ ἦταν ἡ πόλις αὐτή ἀπό τήν ὁποία ἔμελλε νά ἐξέλθει ἡγούμενος τοῦ Ἰσραήλ: «Καί σύ Βηθλεέμ, γῆ Ἰούδα, οὐδαμῶς ἐλαχίστη εἶ ἐν τοῖς ἡγεμόσιν Ἰούδα. Ἐκ σοῦ γάρ ἐξελεύσεται ἡγούμενος, ὅστις ποιμανεῖ τόν λαόν μου τόν Ἰσραήλ» [2].

Στή Βηθλεέμ, ὁ Δίκαιος Ἰωσήφ καί ἡ Ἁγία Παρθένος, δέν εἶχαν οὔτε σπιθαμή γῆς κληρονομιά, δέν εἶχαν πουθενά κατάλυμα ὅπως λέει τό Εὐαγγέλιο, δέν εἶχαν τίποτα. Καί ἡ Βηθλεέμ ἦταν ἐπίσης μιά ἄσημη πόλη, καί ὅταν ὁ Προφήτης τήν ἀναφέρει καί προσπαθεῖ νά τήν ἐξυμνήσει δέν βρίσκει τίποτα, τήν ὀνομάζει «ἐλαχίστη» μεταξύ των πόλεων τοῦ Ἰούδα καί τή μόνη ἀξία πού τῆς ἀποδίδει εἶναι τό γεγονός ὅτι ἀπ’ αὐτήν μέλει νά ἐξέλθει ἡγούμενος τοῦ Ἰσραήλ. Δηλαδή, ἔχει ἀξία ἡ Βηθλεέμ σέ αὐτό πού πρόκειται νά λάβει χώρα σέ αὐτήν. Τίποτε στό παρελθόν δέν τῆς δίνει ἀξία. Καί ἔρχεται στή Βηθλεέμ ἡ Ἁγία Παρθένος, παρακινούμενη ἀπ’ αὐτήν τήν ἀνεξιχνίαστη πρόνοια τοῦ Θεοῦ, γιά νά δώσει πατριά στόν Υἱόν Ἐκείνου «ἐξ οὐ πᾶσα πατριά ἐν οὐρανοῖς καί ἐπί γῆς ὀνομάζεται» [3], ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή του. Ἡ λέξη Βηθλεέμ στά Ἑβραϊκά σημαίνει «οἶκος ἄρτου ζωῆς». Εἶναι ὁ οἶκος, τό κατοικητήριο, τοῦ Ἄρτου τῆς ζωῆς

Καί ἐμεῖς ξέρουμε τώρα ἀπό τό Εὐαγγέλιο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ὅτι Αὐτός εἶναι «ὁ ἄρτος τῆς ζωῆς ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς καί ζωήν διδούς τῷ κόσμω» [4]. Τί νόημα βγάζουμε ἀπό αὐτό; Τό ἑξῆς: Ὅσο ἐμεῖς ζοῦμε σέ αὐτόν τόν κόσμο μέ τήν αὐτάρκεια τῶν πολιτῶν πού τόν κατέχουν, εἶναι ἀδύνατον νά μορφωθεῖ σέ ἐμᾶς ὁ Χριστός. Μακάριοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι πού θά ἀποξενωθοῦν ἀπό αὐτόν τόν κόσμο. Διότι, ὅπως εἴπαμε, ὁ κόσμος προσπαθεῖ νά ἐντυπώσει μέσα στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων ὄχι τή μορφή τοῦ Ἰησοῦ ἀλλά τίς παρερχόμενες μορφές του, τίς παρερχόμενες ἀξίες του. Καί οἱ κορεσμένες ἐπιθυμίες του γεννοῦν μεγαλύτερες ἐπιθυμίες πού αὐξάνουν ἀνεπαίσθητα σέ γίγαντες πού χτίζουν Βαβυλῶνες. Ἀλλά μακάριος, λέει ἡ Γραφή, ἐκεῖνος πού θά πάρει αὐτά τά νήπια τῆς Βαβυλώνας καί θά τά συντρίψει πάνω στήν πέτρα τῆς πίστεως καί ἡ πέτρα εἶναι ὁ Χριστός [5]. Ἄξιοι πολίτες τοῦ οὐρανοῦ εἶναι αὐτοί πού μιμοῦνται αὐτό τό χαρακτηριστικό τῆς γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ καί ἀποξενώνουν τόν ἑαυτό τους ἀπό αὐτόν τόν κόσμο καί ἀναζητοῦν τήν μέλλουσαν, τήν οὐράνιαν πόλιν.

Ἄν ὁ Ἰσραήλ δέν ὑποβαλλόταν στίς δυσκολίες τῆς ἐπικίνδυνης καί ἄγνωστης ὁδοῦ ὁ Κύριος τῶν δυνάμεων δέν θά ἔβγαινε ἀπό τίς δυνάμεις του γιά νά κτίσει κατοικητήριο στό μέσον αὐτοῦ τοῦ λαοῦ. Ἄν ὁ Ἀβραάμ δέν ἀκολουθοῦσε τή φωνή τοῦ Θεοῦ γιά νά βγεῖ ἀπό τή συγγένειά του δέν θά κληρονομοῦσε τή δοξασμένη διαθήκη καί ὅλες αὐτές τίς ὑποσχέσεις πού τοῦ δόθηκαν ὅτι στό σπέρμα θά εὐλογηθοῦν ὅλα τα ἔθνη τῆς γῆς. Ἄν ἡ διορατική μητέρα τοῦ Ἰακώβ δέν ἐξεδίωκε τόν Ἰακώβ ἀπό προσώπου τοῦ ἐκδικητικοῦ Ἠσαῦ δέν θά ἔφτανε ὁ Ἰακώβ στόν τόπο ἐκεῖνο τόν φοβερόν ὅπου εἶδε τήν πύλη τοῦ οὐρανοῦ καί γνώρισε τόν Θεό καί ἄκουσε τή φοβερή φωνή τοῦ Θεοῦ «ὅτι μετά Θεοῦ ἴσχυσας καί μετά ἀνθρώπων δυνατός ἔσει» [6]. Ἔτσι, βλέπουμε ὅτι μακάριοι εἶναι αὐτοί πού γίνονται ἀπροστάτευτοι καί αὐτοεξόριστοι προσκυνητές σέ αὐτόν τόν κόσμο, διότι αὐτοί γίνονται δεκτοί στήν οὐράνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, αὐτοί γίνονται κατάλληλοι γιά τήν οὐράνια Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Δέν μποροῦμε νά παρέλθουμε αὐτό τό σημεῖο τοῦ Εὐαγγελίου. Ὁ Κύριος ἀρχίζει τό Εὐαγγέλιο μέ τό «μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστίν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» [7], καί ὑπάρχει πτωχεία φυσική καί ὑπάρχει πτωχεία πνευματική.

Ἅς κοιτάξουμε καί μερικά ἄλλα χαρακτηριστικά της γεννήσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ἐκτός ἀπό αὐτήν τήν ξενιτεία πού εἴπαμε, ἀπό αὐτήν τήν ἀποξένωση ἀπό τόν κόσμο αὐτόν καί τίς ἀξίες του καί τήν ἀναζήτηση τῆς μελλούσης πόλεως, πού ἐκεῖ βασιλεύει τό ἀνέσπερο φῶς τοῦ Θεοῦ [8].

Ἄν ἐξετάσουμε ποιό ἦταν αὐτό τό μεγάλο προτέρημα πού ἔκανε τήν Ἁγίαν Παρθένον Μητέρα τοῦ Θεοῦ; Τότε θά δοῦμε ὅτι πράγματι ἦταν ἡ ταπείνωσή Της, τά αἰσθήματα τῆς ἀναξιότητός Της. Λέγει «ἐπέβλεψεν ἐπί τήν ταπείνωσιν τῆς δούλης Αὐτοῦ ὁ Ὕψιστος» [9], δηλαδή προσφέρει στόν Θεόν τά αἰσθήματα τῆς ἀναξιότητός Της, τῆς ταπεινώσεώς Της. Ἀπό αὐτό βλέπουμε ὅτι καί ἐμεῖς ὅσο νομίζουμε πώς εἴμαστε κάτι δέν μπορεῖ νά μορφωθεῖ μέσα μας ὁ Χριστός. Εἶναι ἴδιον στόν Θεόν νά δημιουργεῖ «ἐκ τοῦ μηδενός», καί ἄν ἐμεῖς δέν ταπεινωθοῦμε δέν μπορεῖ Αὐτός νά μορφωθεῖ μέσα μας.

Μεγάλη βέβαια ἦταν ἡ ταπείνωση τῆς Ἁγίας Μητέρας τοῦ Ἐμμανουήλ. Ἀλλά ποιός μπορεῖ νά μετρήσει τό μέγεθος τῆς ταπεινώσεως τοῦ Χριστοῦ; Ἀπό τό ὕψος τῆς οὐράνιας δόξης Του μέχρι τήν ἄβυσσο τῶν καταχθονίων πού κατέβηκε, δηλαδή τήν ἄβυσσο τῆς «πεπτωκυῖας» ἀνθρώπινης φύσης. Ἔτσι, θεμέλια τοῦ ναοῦ πού χτίζει μέσα μας ὁ Θεός, γιά νά μορφωθεῖ μέσα μας ὁ Θεός, τά θεμέλιά Του εἶναι ἡ αὐταπάρνηση καί ἡ ταπείνωση. Καί ὅσο πιό πολύ ἐμβαθύνουμε αὐτά τά θεμέλια τόσο πιό στερεά καί ἀκίνδυνα χτίζουμε. Τόσο πιό ψηλά ἀνεβαίνουμε.

Ἕνα ἄλλο χαρακτηριστικό πού παρατηροῦμε στή γέννηση τοῦ Κυρίου εἶναι ἡ ἁγνότητα τῆς Ἁγίας Μητέρας Του, πού δέν εἶχε παραβιαστεῖ οὔτε μέ σκέψη, οὔτε μέ αἴσθηση, οὔτε μέ πράξη, οὔτε μέ κανένα νόημα. Ἔμεινε ἀπαραβίαστη αὐτή ἡ ἁγνότητα τῆς Ἁγίας Παρθένου, γι’ αὐτό καί ἀγάπησε καί «ἐπεθύμισε» [10] αὐτή τήν ὡραιότητα καί τό κάλλος Της ὁ Ὕψιστος καί ἔκλινε οὐρανούς καί κατέβη. Καί «πᾶσα ἡ δόξα τῆς θυγατρός τοῦ Βασιλέως ἔσωθεν» [11]. Αὐτή ἡ ὡραιότητα τῆς Ἁγίας Παρθένου ἦταν ἐσωτερική, διότι εἶχε προσφέρει ὅλη της τήν καρδιά. Ὅπως εἶχα πεῖ καί σέ μερικές ἄλλες συνάξεις, μέσα στόν ναό, ἡ Ἁγία Παρθένος, εἶχε κάνει μιά μεγάλη ἀνακάλυψη, εἶχε ἑνώσει τόν νοῦ Της μέ τήν καρδιά Της, κατάφερε νά κατεβάσει τόν νοῦ Της στήν βαθειά καρδιά Της. Ξέρετε, ὅλα τα βάσανα πού ἔχουμε σέ αὐτόν τόν κόσμο καί ὅλες οἱ ταλαιπωρίες καί τά σκάνδαλα καί οἱ θλίψεις πού ἔχουμε εἶναι γιατί ὁ νοῦς μας μένει ἔξω ἀπό τήν καρδιά μας. Ἐάν ὁ νοῦς μας ἦταν μέσα στήν καρδιά μας θά ζούσαμε ἀληθινά σέ μιά μακαριότητα ἀπό αὐτή τή ζωή. Ἔστω καί γιά μερικές περιόδους τῆς ἡμέρας ἤ τῆς ζωῆς μας ἄν ὁ νοῦς μας ἔμενε στήν καρδιά μας καί βαφτιζότανε σέ αὐτό τό καμίνι τῆς καρδιᾶς πού φλέγει ἐκεῖ ἀπό τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, θά εἴχαμε μιά μεγάλη παρηγοριά πού θά μᾶς ἔδινε δύναμη νά ὑπομείνουμε ὁτιδήποτε, χωρίς νά βγάζουμε κραυγές καί χωρίς νά δημιουργεῖται αὐτή ἡ ἁλυσίδα τῶν κακῶν πού βλέπουμε στή ζωή μας. Ὅλη μας ἡ ἀκαταστασία καί ἡ ἀνησυχία εἶναι διότι δέν ἀγωνιζόμαστε νά ἑνώσουμε τόν νοῦ μας μέ τήν καρδιά μας. Νά ζεῖ ὁ νοῦς μας μέσα στήν καρδιά μας. Καί τότε θά γνωρίσουμε μεγάλα μυστήρια. Ἡ Ἁγία Παρθένος ὅταν ἀφιερώθηκε μέσα στόν ναό καί ἤτανε μέσα στόν ναό, προσευχομένη μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ, βέβαια, εἶχε μέσα Της ὅλο τό κεφάλαιο τῆς ἁγιότητος τῶν Δικαίων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Σέ Αὐτήν κορυφωνόταν ὅλη ἡ ἁγιότητα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, καί μέ τήν προσευχή Της κατέβασε τόν νοῦ Της στήν καρδιά Της, μᾶς λέγει ἡ παράδοση. Ἐκεῖ, μέσα στήν καρδιά Της ἔκανε δυό ἀνακαλύψεις: ἐκεῖ ἑνώθηκε μέ τόν Θεό καί τῆς μεταδόθηκε τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Καί τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ δέν ἔχει ἄλλη ἐπιθυμία ἀπό τό νά σωθεῖ ὅλος ὁ κόσμος. Καί ἄρχισε ἐκεῖ ἡ προσευχή τῆς μεσιτίας Της γιά ὅλο τό γένος τοῦ Ἀδάμ.

Τότε ἡ Παναγία Παρθένος διάβασε τό χωρίον τοῦ Ἠσαΐα πού λέγει «Ἰδού ἡ παρθένος ἔξει ἐν γαστρί καί τέξεται υἱόν καί καλέσουσιν τό ὄνομα αὐτοῦ Ἐμμανουήλ. Αὐτός γάρ σώσει τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἁμαρτιῶν αὐτῶν» [12]. Ὅταν διάβασε αὐτό τό χωρίο, τότε θεϊκή ἐνέργεια ἔφλεξε τήν καρδιά Της καί ἀπό ἐκείνη τή στιγμή δέν μποροῦσε νά χωρίσει τόν νοῦ Της ἀπό αὐτό τό χωρίο καί ἄναψε μιά ζέουσα προσευχή μέσα Της: «Ὁ Θεός, ἀξίωσέ με νά γίνω ἡ θεραπαινίς, ἡ ὑπηρέτρια, ἐκείνης τῆς γυναίκας πού θά εἶναι ἡ μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ». Πάνω στή ζέση αὐτῆς τῆς προσευχῆς Της ἐμφανίστηκε ὁ Ἀρχάγγελος Γαβριήλ καί τῆς λέει «χαῖρε, Κεχαριτωμένη, ὁ Κύριος μετά σοῦ, εὐλογημένη Σύ ἐν γυναιξί» [13]. Ἐσύ θά εἶσαι ἡ μητέρα τοῦ Ἐμμανουήλ καί ὄχι ἡ ὑπηρέτρια. Καί ἔχει νόημα αὐτό καί μποροῦμε νά τό διακρίνουμε καί πίσω ἀπό τά λόγια τοῦ Εὐαγγελίου. Διότι, ἀμέσως μετά, γίνεται μιά ἔκρηξη τοῦ λόγου στά χείλη τῆς Ἁγίας Παρθένου, ἔκρηξη πού ἐνεργεῖται ἀπό τό Πνεῦμα τό Ἅγιο. Καί εἶπε Μαριάμ: «Μεγαλύνει ἡ ψυχή μου τόν Κύριον, καί ἠγαλλίασεν τό πνεῦμα μου ἐπί τῷ Θεῶ τῷ σωτήρι μου» [14]. Ἔτσι, ἦταν ἡ Ἁγία Παρθένος σέ μιά ἄβυσσο ταπεινώσεως. Προεξεπλήρωνε προφητικά τόν νόμο πού ἔμελλε νά δώσει ὁ Υἱός καί Θεός Της, ὅτι «ὁ ταπεινῶν ἑαυτόν ὑψωθήσεται» [15]. Γι’ αὐτό καί τήν ὕψωσε ὁ Θεός. Ἔβαλε τόν Ἑαυτό Της στήν ὁδό τοῦ Κυρίου, πού ἡ ὁδός τοῦ Κυρίου εἶναι κάθοδος, κατάβασις στή γῆ καί ἀκόμα καί στόν ἅδη καί μετά ἡ ἀνάβασις. Καί ἐπειδή ἔβαλε τόν Ἑαυτό Της καί τό Πνεῦμα Της σέ αὐτήν τήν κενωτική ὁδό, βρέθηκε στήν ὁδό τοῦ Κυρίου, καί ὁδός εἶναι ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος, καί ἑπομένως ὁ Κύριος ἔγινε συνοδοιπόρος Της, ἑνώθηκε μαζί Της, ἀξιώνοντάς Την νά γίνει τό κατοικητήριό Του.

Αὐτή ἤτανε ἡ καθαρότητα τῆς Ἁγίας Παρθένου. Εἶχε καρδιά πού ἤταν σάν «δοχεῖον ἐσφραγισμένον τῷ πνεύματι» πού δέν ἄφηνε νά διαρρεύσει οὔτε ἴχνος ἀπό αὐτήν τήν εὐωδία πού ἐξέχησε ὁ Θεός μέσα Της. Τέλειον δοχεῖον τοῦ Πνεύματος. Διότι εἶχε παρθενία καί στό σῶμα καί στό πνεῦμα. Διότι ἐάν ὁ Κύριος λέει ὅτι ἡ ἄσχημη ἐπιθυμία τῆς καρδιᾶς εἶναι μοιχεία, σημαίνει ὅτι ὑπάρχει καί μιά κατάστασις τῆς καρδιᾶς πού εἶναι πνευματική παρθενία. Καί μπορεῖ οἱ ἄνθρωποι νά ἔχουν ἔγγαμο βίο πού εἶναι τίμιος καί ἀκηλίδωτος διότι τόν εὐλογεῖ ὁ Θεός καί νά ἀγωνίζονται καί νά φυλάγουν αὐτήν τήν πνευματική παρθενία τῆς καρδίας πού εἶναι εὐάρεστη στόν Θεόν. Αὐτό ἤτανε τό ἄλλο χαρακτηριστικό πού συνόδευσε τήν γέννηση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ. Μέ ἄλλα λόγια, ὁ Θεός πού ἔπλασε «κατά μόνας τάς καρδίας τῶν ἀνθρώπων» [16], ὅπως λέγει ἡ Γραφή, Ἐκεῖνος ζητεῖ ὅλην τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καί δέν εὐαρεστεῖται μέ ἕνα μέρος της εἴτε μικρό εἶναι αὐτό εἴτε μεγάλο. Θέλει ὅλην τήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου. Εἶναι Θεός ζηλωτής, γι’ αὐτό καί λέει «υἱέ, δός μοι σήν καρδίαν» [17], ὄχι διότι ἔχει καμία ἔνδεια ὁ Θεός μας, καμία ἀνεπάρκεια, ἀλλά διότι θέλει νά μεταδώσει στόν ἄνθρωπο τή δική Του δόξα, τή δική Του τελειότητα.

Τήν ἡμέρα τῆς γεννήσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ, ἦταν οἱ ἄγγελοι πού μίλησαν στόν κόσμο. Λέει ἡ Γραφή, ἀμέσως ἕνας οὐράνιος ἄγγελος ἐμφανίστηκε στούς Ποιμένες καί τούς λέει «εὐαγγελίζομαι ὑμῖν χαράν μεγάλην» [18] καί ἀμέσως μαζί μέ αὐτόν τόν ἄγγελον ἐμφανίστηκε οὐράνια στρατιά ἀγγέλων πού ἔψαλλε «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία» [19]. Καί βέβαια οἱ ἄγγελοι ἔψαλλαν αὐτή τή δόξα ὄχι τόσο γιά τούς ἑαυτούς τους, ἀλλά γιά ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους. Καί ὁ σκοπός πού αὐτοί οἱ ἄγγελοι ἀνακοινώνουν αὐτή τή δόξα στούς ἀνθρώπους εἶναι γιά νά προκαλέσουν καί τήν γῆν νά ἑνώσει τή φωνή της μέ τή δοξολογία τήν ἀγγελική «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία».

Ξέρετε ὅμως, ὅταν αὐτή ἡ δόξα ἐγέμιζε τόν οὐρανόν καί ἔγινε σκάλα πάνω ἀπό τό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, σκάλα πάνω στήν ὁποία ἀνέβαιναν καί κατέβαιναν οἱ ἄγγελοι καί ἔψαλλαν, αὐτόν τόν ὕμνο δέν τόν ἄκουσαν παρά μερικοί ποιμένες τῆς στάνης, ὁ ὑπόλοιπος κόσμος ζοῦσε στόν ὕπνο, κοιμόντουσαν βεβαρημένοι μέσα στίς δικές τους μέριμνες. Μόνο μερικοί ποιμένες καί ἡ Ἁγία Παρθένος, ἄκουγαν αὐτόν τόν ὕμνο.

Ἔτσι, κάθε φορά πού γιορτάζουμε τά Χριστούγεννα, ὑπάρχει κίνδυνος μήπως καί ἐμεῖς μείνουμε βεβαρημένοι καί δέν μπορέσουμε νά ἑνώσουμε τή φωνή μας μέ αὐτόν τόν ὕμνο πού ἀναπέμπει ἡ Ἐκκλησία στόν Θεό. Γιά αὐτό ὑπάρχει ἀνάγκη ἀπό ἐμᾶς νά ἀγρυπνοῦμε. Καί ἄν ὁ Προφήτης Δαβίδ, πού ἦταν τόσο ἐπιτήδειος στή δοξολογία τοῦ Θεοῦ, ἀναγκαζόταν ἀπό καιρό σέ καιρό νά λέει «ἐξεγέρθητι ἡ δόξα μου ἐν ψαλτηρίω καί κιθάρα ἄσομαι τῷ Θεῶ μου» [20], δηλαδή, ἄν ὁ Προφήτης Δαβίδ χρειαζότανε ἀπό καιρό σέ καιρό νά ἀναζωπυρώνει αὐτό τό χάρισμα τῆς δοξολογίας τοῦ Θεοῦ, πόσω μᾶλλον ἔχουμε ἀνάγκη ἐμεῖς.

Ἄλλα, τί τό καινόν, τί τό καινούργιο σέ αὐτή τή δοξολογία; Ὁ Θεός, ὅπως ξέρουμε ἀπό τό στόμα τοῦ ἁγίου Πρωτομάρτυρος Στεφάνου, εἶναι Θεός δόξης. Ὅταν ὁ οὐρανός ἄνοιξε, λίγο πρίν παραδώσει τό πνεῦμα τοῦ ὁ Πρωτομάρτυρας Στέφανος, εἶδε τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί τόν ὀνόμασε «Θεόν δόξης» [21]. Αὐτή ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀναφαίρετη ἀπό τό Ὄνομά Του, ἀπό τή Φύση Του. Καί αὐτή τή δόξα τήν εἶχε προαιώνια. Ὅταν γεννοῦσε τόν Υἱόν προαιώνια, τοῦ ἀπέδιδε ὅλην του τήν Οὐσία, ὅλην Του τή Φύση καί ὅλην Του τή δόξα. Καί ὅταν ἐξεπόρευε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, πάλι τό ἴδιο, τοῦ ἀπέδιδε τό πλήρωμα τῆς Φύσεώς Του καί τό πλήρωμα τῆς δόξης Του. Ὁ Θεός Πατήρ εἶναι «ὁ Πατήρ τῆς δόξης» [22], ὅπως λέει ὁ Ἄπ. Παΰλος στήν πρός Ἐφεσίους ἐπιστολή του. Καί ὁ Υἱός εἶναι τό «ἀπαύγασμα τῆς δόξης» [23] καί ἔχει τήν δόξαν αὐτήν «πρό καταβολῆς κόσμου» [24], «πρό τοῦ τόν κόσμον εἶναι» [25]. Καί τό Πνεῦμα τό Ἅγιον εἶναι «τό τῆς δόξης Πνεῦμα» πού ἐπαναπαύεται καί στά στήθη τοῦ ἀνθρώπου, λέει ὁ Ἀπόστολος Πέτρος [26].

Ἔτσι, ὁ Θεός εἶναι «Θεός δόξης», ἀλλά, ἀπό ἀπερίγραπτη φιλανθρωπία, ὁ Θεός ἤθελε νά μεταδώσει καί στά κτίσματά Του αὐτή τή δόξα. Ἔτσι ἐγείρει τελειότητες, δηλαδή, κάνει νά ἀναφαίνονται τελειότητες καί ἐνδύει τά κτίσματά Του, τούς ἀγγέλους, τόν ἄνθρωπο, ἀλλά καί ὅλον τόν κτιστό κόσμο, μέ τή δόξα Του. Σέ αὐτήν τή δόξα βρίσκεται ἡ ἀληθινή εὐδαιμονία καί ἡ μακαριότητα τῆς ζωῆς. Αὐτήν τή δόξα, ὅσοι τήν δέχονται, μετά τήν ἐπιστρέφουν στόν Θεό. Αὐτή ἡ δόξα ξεχειλίζει ἀπό τόν Θεό καί φτάνει τά κτίσματα, καί αὐτά τά κτίσματα μετά ἀναπέμπουν αὐτή τή δόξα στόν Θεό καί ὑπάρχει μιά «ἀνακύκλωσις δόξης» στόν κόσμο. Εἶναι τόσο σπουδαῖος καί τόσο μεγάλος αὐτός ὁ τρόπος τῆς ζωῆς. Τά χερουβείμ παρίστανται κύκλω τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ δέχονται τή δόξα τοῦ Θεοῦ. Καί ἐπιστρέφουν αὐτή τή δόξα στόν Θεό ἀκατάπαυστα. Καί ὅπως λέει ἡ Γραφή, εἶναι τέτοιος ὁ ζῆλος καί τέτοιος ὁ πόθος πού ἔχουν γί΄ αὐτή τή δόξα οἱ οὐράνιες Δυνάμεις, πού δέν ἔχουν ἀνάπαυση ἡμέρας καί νυκτός. Ὄχι διότι δέν τούς ἐπιτρέπεται ἀνάπαυση, ἀλλά διότι δέν χορταίνουν αὐτήν τήν δόξα καί γίνονται ὁλόκληρα σάν ἕνας ὀφθαλμός [27], καί προσπαθοῦν νά κάνουν ὅλο τους τό εἶναι ὀφθαλμόν, δηλαδή, νά διαπερνᾶ ὅλο τους τό εἶναι ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ (νά ἀπορροφοῦν μέ κάθε τούς πόρο τή δόξα τοῦ Θεοῦ). Καί ὁ ἄνθρωπος στήν πρωτόγονη κατάστασή του εἶχε αὐτή τή δόξα, ἦταν «εἰκών καί δόξα τοῦ Θεοῦ», ὅπως λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος [28].

Ἄλλα γιατί στή γέννηση τοῦ Χριστοῦ ὁ οὐρανός νά ἀναγγέλει μέ ἕναν τέτοιο θρίαμβο τή δόξα τοῦ Θεοῦ καί τή συμφιλίωση τῆς γῆς μέ τόν Θεό; Ἐδῶ πρέπει νά προσέξουμε καί νά καταλάβουμε τά μεγάλα γεγονότα πού ἔλαβαν χώρα στήν ἱερά ἱστορία. Ὁ ἄνθρωπος ὅταν βρισκόταν μέσα σέ αὐτήν τήν εὐδαιμονία καί τήν «ἀνακύκλωση τῆς δόξης», ἄκουσε τήν εἰσήγηση τοῦ ἐχθροῦ καί θέλησε νά σφετερισθεῖ αὐτή τή δόξα, νά τήν κρατήσει γιά τόν ἑαυτό του καί βεβαίως κλείσθηκε στόν ἑαυτό του καί κτιστός ὅπως ἦταν, δέν μποροῦσε νά εἶναι πηγή δόξης, γι’ αὐτό καί ἀμαυρώθηκε καί ἔγινε μηδαμινός. Ἐνῶ πρίν ἦταν «δόξη καί τιμή ἐστεφανωμένος» [29], ἀλλά δέν συνῆκε, δέν τό κατάλαβε, δέν τό ἐκτίμησε, καί ἔπαθε αὐτό πού παθαίνουμε στή φυσική ζωή, κατά τήν ὁποία ὅταν διακοπεῖ ἡ κυκλοφορία τοῦ αἵματος ὁ ἄνθρωπος πεθαίνει. Ἔτσι καί ὅταν σταμάτησε αὐτή ἡ ἀνακύκλωση τῆς δόξης τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος πέθανε πνευματικόν θάνατον. Ἄν καί ὁ Δαβίδ ὁ ψαλμωδός κάπου κάπου ἅρπαζε αὐτή τή δόξα καί ἔβλεπε τούς οὐρανούς νά «διηγοῦνται δόξαν Θεοῦ καί ποίησιν χειρῶν αὐτοῦ νά ἀναγγέλει τό στερέωμα» [30], ὡστόσο αὐτή ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ δέν εἶχε τήν ἴδια δύναμη καί τήν ἴδια λάμψη καί μονιμότητα ὅπως εἶχε πρίν ἀπό τήν πτώση τῶν πρωτοπλάστων. Καί ἡ κτίση ὅλη ἀμαυρώθηκε, διότι ὁ βασιλέας καί ἱερέας τῆς δημιουργίας, πού ἦταν ὁ ἄνθρωπος, στερήθηκε τήν δόξα καί πέθανε.

Τότε ὁ Θεός ἄρχισε νά ἀγωνίζεται καί «πολυμερῶς καί πολυτρόπως» [31] νά κατεργάζεται καί πάλι τή δόξα του στόν ἄνθρωπο. Ἀρχίζει λοιπόν ὁ Θεός νά ἀναζητᾶ τόν ἄνθρωπο σέ ὅλους τους δρόμους τῆς ζωῆς του. Ἀπό τήν πρώτη στιγμή λέει στόν Ἀδάμ «Ἀδάμ ποῦ εἰ;» [32]. Σέ ποιά δόξα ἤσουν καί σέ τί σκοτάδι βρίσκεσαι τώρα. Ἔψαξε τόν ἄνθρωπο μέ ἀγγελικές ὀπτασίες καί δέν μποροῦσε νά τόν φτάσει. Ὅταν ὁ Μανωέ, στό βιβλίο τῶν Κριτῶν, εἶδε ἄγγελο, λέει στή γυναίκα τοῦ «θανάτω ἀποθανούμεθα ὅτι Θεόν ἐωράκαμεν» [33]. Καί τό ἴδιο βλέπουμε καί στόν Μωϋσῆ ὅταν τό πρόσωπό του ἔλαμπε ἀπό τή δόξα τοῦ Θεοῦ, οἱ Ἰσραηλίτες δέν μποροῦσαν νά τό ἀτενίσουν καί τοῦ εἶπαν «λάλησον σύ ἠμίν καί μή λαλείτω πρός ἠμᾶς ὁ Θεός μή ἀποθάνωμεν» [34].

Μέ τήν Ἐνανθρώπηση τοῦ Χριστοῦ ὅλες οἱ ἰδιότητες τῆς θείας Τοῦ Φύσης μεταδόθηκαν στήν ἀνθρώπινη φύση. Βρῆκε ἕναν ταπεινό τρόπο ὁ Θεός νά μεταδώσει τή δόξα Τοῦ ξανά στούς ἀνθρώπους. Μέ τή δική Του πτωχεία ἐμεῖς πλουτίσαμε. Γι’ αὐτό καί στή Γέννηση τοῦ Χριστοῦ οἱ ἄγγελοι ψάλλουν «δόξα ἐν ὑψίστοις Θεῶ καί ἐπί γῆς εἰρήνη ἐν ἀνθρώποις εὐδοκία». Διότι χωρίς αὕτη τή δόξα, σωτηρία δέν ὑπάρχει. Γιά ἐμᾶς τούς Ὀρθοδόξους ἡ σωτηρία λέγεται καί δοξασμός. Σωτηρία εἶναι ἡ μετοχή στή δόξα τοῦ Θεοῦ, στή Φύση τοῦ Θεοῦ, ὅπως λέει ὁ ἀπόστολος Πέτρος [35].

Ὅπως ὅμως ἐκείνη τήν ἡμέρα ὅλοι οἱ οὐρανοί ὑμνοῦσαν τή δόξα τοῦ Θεοῦ, καί προανεκήρυξαν ὅτι αὐτή ἡ δόξα κατέβηκε στή γῆ. Ἔτσι χαρά μεγάλη γίνεται στούς οὐρανούς κάθε φορᾶ πού μετανοεῖ ἕνας ἄνθρωπος. Γιατί μέ τή μετάνοια ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ καί πάλι νά δεχθεῖ μέσα του ἕνα προζύμι δόξης ὥστε νά μπορέσει νά σταθεῖ στήν παρουσία Τοῦ ἐκείνη τήν ἡμέρα τή μεγάλη καί ἱερά.

Σέ αὐτή τή ζωή δέν ὑπάρχει μεγαλύτερη δόξα ἀπό τό νά μοιραστεῖ ὁ ἄνθρωπος τό ὄνειδος καί τήν πτωχεία τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ πού γιά ἐμᾶς γεννᾶται. «Χριστός γεννᾶται».

———————————————-

1. Ἤσ. 9, 5.

2. Ματθ. 2, 6.

3. Ἔφες.3,15.

4. Βλ. Ἴω. 6, 33 καί 51.

5. Βλ. ΨάΛμ. 136, 9 καί Ἅ’Κορ. 10, 4.

6. Βλ. Γέν. 32,29.

7. Ματθ. 5, 3.

8. Πρβλ. Ἔβρ. 13,14.

9. ΒΛ. Λουκ. 1, 48.

10. Βλ. Ψάλμ. 44,12.

11. Βλ. Ψάλ. 44,14.

12. Βλ. Ἤσ. 7,14 καί Ματθ. 1, 21

13. Βλ. Λουκ. 1,28

14. Λουκ. 1,46

15. Λουκ. 14,11

16. Βλ. Ψάλ. 32,15

17. Παροιμ. 23, 26

18. Λουκ. 2,10

19. Λουκ. 2,14

20. Βλ. Ψάλ. 56, 9

21. Βλ. Πράξ. 7,2 καί 55

22. Ἔφεσ. 1,17

23. Ἔβρ.1,3

24. Βλ. Ἴωαν. 17, 24 καί Ἅ’ Πέτρ. 1, 20

25. Ἴωαν. 17, 5

26. Βλ. Ἅ’Πέτρ. 4,14

27. Βλ. Ἤσ. 6,1-5

28. Πρβλ. Ἅ’ Κορ. 11, 7

29. Βλ. Ἔβρ. 2, 9

30. Βλ. Ψάλ. 18, 2

31. Ἔβρ. 1,1

32. Γέν. 3, 9

33. Κρίτ. 13, 22

34. Βλ. Ἕξ. 20,19

35. Βλ.Β’Πέτρ1,4