ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Ἀρχιμ. Σωφρονίου Σαχάρωφ
«Ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. ιζ’ 5, Μάρκ. θ’ 7, Λουκ. θ’ 35).
Σήμερα, μὲ τὴν εὐκαιρία τῆς μεγάλης πανηγύρεως τῆς Ἐκκλησίας, πανηγύρεως ἡ ὁποία ἀνάλογα μὲ τὸν βαθμὸ τῆς προσέγγισής μας ὅσο πλησιάζουμε τὸ τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας ὄχι μόνο δὲν ἐλαττώνεται, ἀλλ’ ἀκατάπαυστα αὐξάνει σὲ δύναμη καὶ σπουδαιότητα μέσα μας, ξεχνώντας κατὰ κάποιον τρόπο τὴν ἀδυναμία μας, τολμοῦμε νὰ ὁμιλήσουμε γιὰ τὸ ἀπρόσιτο καὶ ἀνέσπερο Φῶς πού ἐξέλαμψε στὸ Θαβώρ.
Σᾶς παρακαλῶ, παραβλέψτε κατὰ τὴν ὥρα αὐτὴ τὴ μηδαμινότητά μου- κλεῖστε τὰ μάτια σας στὴν ἀμάθεια καὶ στὸ ἄκομψο τοῦ λόγου μου, μᾶλλον δέ, ἂν εἶναι δυνατόν, θεωρῆστε με σὰν ἕναν ἀπὸ τοὺς φύλακες τοῦ ὄρους Ἐφραίμ, πού ἀναβοοῦσαν: «Ἐγερθῆτε, καὶ ἀναβῶμεν εἰς τὴν Σιών πρὸς Κύριον τὸν Θεὸν ἡμῶν».
Ὁ Θεός, «ὁ ποιήσας τὸν οὐραόν καὶ τὴν γῆν», εἶναι ὁ Θεός μας ἐκ κοιλίας τῆς μητρός μας. Μετὰ τὴν κατὰ σάρκα γέννηση, πρὶν ἀκόμη μάθουμε νὰ διακρίνουμε τὸ δεξὶ χέρι ἀπὸ τὸ ἀριστερό, λάβαμε ἤδη δεύτερη γέννηση, ἄνωθεν, στὴν κολυμβήθρα τοῦ Βαπτίσματος, καὶ ἐλέχθη σὲ μᾶς τὸ μέγα καὶ φοβερὸ καὶ σὲ αὐτὲς τὶς ἐπουράνιες δυνάμεις Ὄνομα, τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Στὴ συνέχεια, λάβαμε ἄλλη ἀνεκτίμητη δωρεά, γιὰ τὴν ὁποία ἡ ψυχή μας δὲν μπορεῖ νὰ μιλήσει οὔτε νὰ ἀναλογισθεῖ χωρὶς τρόμο, δηλαδὴ τὸ χρίσμα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὴ σφραγίδα τοῦ ἁγιασμοῦ, ἡ ὁποία ἐτέθη σὲ ὅλα τὰ μέλη τοῦ σώματός μας μὲ τὰ λόγια τοῦ Μυστηρίου: «Σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος Ἁγίου». Καὶ ἔτσι γίναμε σκήνωμα τοῦ Θεοῦ τοῦ Ὑψίστου, καὶ τὰ σώματά μας ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Ἀπὸ τὴ βρεφικὴ ἡλικία τρεφόμαστε στὴν Ἐκκλησία μὲ τὸ Θεῖο Σῶμα καὶ Αἷμα τοῦ Χριστοῦ. Εἴμαστε παιδιὰ Του- σάρκα ἀπὸ τὴ Σάρκα Του καὶ αἷμα ἀπὸ τὸ Αἷμα Του. Ἀπὸ τὴ νεότητά μας ζοῦμε μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ Θείου Λόγου, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀποκαλύπτει τὶς ἀπέραντες διαστάσεις τῆς γνώσεως τοῦ ἀνάρχου Θεοῦ, τοῦ Πατρός μας, πού μᾶς παρέχει ἤδη ἀπὸ ἐδῶ τὴν πρόγευση τῆς μακαριότητας τῆς αἰώνιας διαμονῆς μετ’ Αὐτοῦ καὶ ἐν Αὐτῷ. Στὴν Ἐκκλησία μας κάθε ἡμέρα ζοῦμε μέσα σὲ ἀπερίγραπτο ὑπερπλεονασμὸ κάθε πλούτου πνευματικοῦ, καὶ ἡ εὐγνώμων ψυχὴ ὁρμᾶ καὶ ἀναφωνεῖ: «Πράγματι εἶναι πλούσιος ὁ Θεός μας, ὁ πανταχοῦ παρὼν καὶ τὰ πάντα πληρῶν μᾶς ἀγκαλιάζει ἀκατάπαυστα, ὅλους καὶ τὸν καθένα ξεχωριστά». Συνέχεια
Ἡ διακονία τοῦ Λόγου τοῦ Γέρ. Σωφρονίου Ἕνας ἀγώνας θεογνωσίας
Ἱερομ. Νικολάου Σαχάρωφ
Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἔλεγε: «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ λαλήσουσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσιν περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. 12, 36). Καὶ Αὐτὸς ἔδωσε «ὑπόδειγμα» σέ μᾶς. Ὅπως γράφει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος «Οὐδέποτε ὁ Κύριος πρόφερε μάταιους λόγους». Δὲν εἶπε τίποτα ἀπὸ τὸ μυαλό Του: «τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ (Ἰωάν. 14, 10),ἀλλὰ μόνο «πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ Πατρός μου».
Κάποτε στὸν Ἄθωνα ἔγινε διάλογος γιὰ τὸ πῶς μιλοῦν οἱ τέλειοι. Ὁ Γέροντας Σιλουανὸς εἶπε: Αὐτοὶ «δὲν λένε τίποτε ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Λένε μόνο ὅ,τι τοὺς δίνει τὸ Πνεῦμα».
Ἔτσι ὁ πατὴρ Σωφρόνιος ἤτανε ἕνας ἀληθινὸς «ὑπηρέτης τοῦ Λόγου». Διατύπωνε μὲ ἱερὸ φόβο τὸν κάθε λόγο του, εἴτε αὐτὸς ἦταν προφορικός, εἴτε γραπτός. Ἐνίωσε ὁ Γέροντας αὐτὴ τὴν εὐθύνη ἀκόμη βαθύτερα, ὅταν ἔγινε πνευματικὸς στὸν Ἄθω, στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου τὸ 1942. Τότε ἄρχιζε ἡ διακονία του στὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ. «Στὸν πνευματικὸ ἁρμόζει –γράφει ὁ Γέροντας– νὰ αἰσθάνεται τὸν ρυθμὸ τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου ὅλων καὶ καθ’ ἑνὸς ξεχωριστὰ ἐκείνων ποὺ ἀπευθύνονται σὲ αὐτόν. Γι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ προσεύχεται νὰ τὸν χειραγωγεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τοῦ δίνει τὸν κατάλληλο λόγο γιὰ τὸν καθένα».
Ὁ Γέροντας θυμόταν ἀργότερα: «Εἶχα συνείδηση ὅτι βρισκόμουνα μακριὰ ἀπὸ τὴν ὀφειλόμενη τελειότητα. Παρατεταμένα καὶ μὲ πόνο στὴν καρδιά μου, προσευχόμουνα στὸν Κύριο νὰ μὴν ἐπιτρέψει νὰ σφάλω, ἀλλὰ νὰ μὲ τηρεῖ στὶς ὁδοὺς τοῦ ἀληθινοῦ Του θελήματος καὶ νὰ μὲ ἐμπνέει νὰ προφέρω λόγους ὠφέλιμους γιὰ τοὺς ἀδελφούς μου. Ἀκόμα καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς συνομιλίας μου μὲ τοὺς ἀνθρώπους προσπαθοῦσα νὰ κρατῶ τὴν “ἀκοὴ” τοῦ νοῦ μου στὴν καρδιά, γιὰ νὰ συλλάβω τὸ Θεῖο νεῦμα, πολλὲς φορὲς ἀκόμα καὶ τοὺς λόγους ποὺ ἔπρεπε νὰ πῶ».
Οἱ Μοναχοί του Ἁγίου Ὅρους ἀγαποῦσαν τὸν λόγο του καὶ προσέτρεχαν σ’ αὐτὸν ἀπὸ πολλὲς Μονὲς γιὰ πνευματικὴ συμβουλὴ καὶ στήριξη. Κάποια φορά εἶπε: «Ἂν ὁ ἄνθρωπος περπάτησε ὀκτὼ ὧρες γιὰ νὰ ἀκούσει λόγο, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ φερθεῖ κάποιος μαζί του ἀδιάφορα;». Στὸν καθένα ποὺ ἐρχόταν κοντά του, φερόταν μὲ ἀπόλυτη προσοχὴ καὶ φροντίδα, ἐνῶ ἐκεῖνοι τοῦ ἀνταπέδιδαν βαθειὰ εὐγνωμοσύνη γι’ αὐτό. Συχνὰ σὲ πολυπληθεῖς ἀδελφότητες Ἀθωνικῶν Μοναστηριῶν ἡ πρωταρχικὴ φροντίδα τῆς μοναστικῆς διοίκησης ἦταν ἡ πρακτικὴ ὀργάνωση τῆς ζωῆς. Γιὰ τοὺς πνευματικοὺς καθοδηγητὲς ἦταν κάποιες φορὲς δύσκολο νὰ προσέξουν ὅσο ἔπρεπε τὸν καθένα. Ἡ «οἰκοδομή» τῆς ἀδελφότητας μὲ λόγο Θεοῦ περιοριζόταν συχνὰ στὰ ἀναγνώσματα τῆς τράπεζας, στὴν ἐξομολόγηση καὶ τὶς Ἀκολουθίες. Σπάνια γίνονταν συνομιλίες γιὰ πνευματικὰ θέματα μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν, καὶ αὐτὸ περιοριζόταν σὲ πολὺ λίγους. Γι’ αὐτὸ ὁ Γέροντας γνώριζε ἐκ πείρας, πόσο ἀπαραίτητος εἶναι ὁ πνευματικὸς λόγος γιὰ τοὺς νέους Μοναχοὺς καὶ πόσο σπουδαῖο ἦταν νὰ τοὺς διδάξει τὴν πάλη μὲ τὰ πάθη.
Ὅταν ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἐπέστρεψε στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη τὸ 1947, ὁ Θεὸς τοῦ ἐμπιστεύθηκε τὴ διακονία τοῦ λόγου γιὰ τὴ σωτηρία πολλῶν ἀνθρώπων στὴν Εὐρώπη. Ὡστόσο δὲν αἰσθανόταν πλέον ἐκείνη τὴν ἐλευθερία στὸν λόγο. Ἀργότερα ὁ Γέροντας ἔγραφε: «Ἡ ψυχολογία τῶν μοναχῶν, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀντοχὴ τους ὑπερέβαιναν σὲ τέτοιο βαθμὸ τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα (ὅσα συνάντησα στὴν Εὐρώπη), ὥστε δὲν εὕρισκα οὔτε λόγους, οὔτε ἐξωτερικοὺς τρόπους ἐπικοινωνίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο οἱ μοναχοὶ τὸ ἀποδέχονταν μὲ εὐγνωμοσύνη, στὴν Εὐρώπη συνέτριβε τοὺς ἀνθρώπους».
Ὁ Γέροντας γνώριζε μέσα ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ τὶς πνευματικὲς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, πρὶν ἀκόμη ἐκεῖνοι νὰ τοῦ μιλήσουν γι’ αὐτές. Συνέβαινε κάποτε νὰ μιλάει ὁ Γέροντας μὲ κάποιον, ἀκολουθώντας ὅμως τὴν προσευχὴ ὁ λόγος του δὲν ἀπευθυνόταν ἀπευθείας στὸν συνομιλητή του, ἀλλὰ ἔμμεσα σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς παρευρισκομένους ἀκροατές. Ἔτσι τὸν ἐπισκέφθηκε κάποτε μία γυναίκα ἀπὸ τὴ Ρουμανία, καὶ ἔτυχε νὰ παρευρίσκεται στὸν διάλογο τοῦ Γέροντα μὲ ἄλλους ἀνθρώπους στὴν τράπεζα. Ξαφνικὰ ὅμως αὐτὴ κατάλαβε, ὅτι ὅλα ὅσα ἔλεγε ἦταν πραγματικὰ ἀπάντηση στὰ πιὸ μυστικὰ ἐρωτήματά της. Στὸ τέλος τοῦ γεύματος κατάπληκτη στράφηκε πρὸς αὐτόν, καὶ πρὶν ἀκόμη τοῦ μιλήσει, ὁ Γέροντας πρόφερε μὲ ἀγάπη: «Δὲν ἀπάντησα σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματά σας;».
Οἱ ἄνθρωποι ἔνιωθαν ὅτι ὁ λόγος τοῦ Γέροντα προερχόταν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἤθελαν νὰ ἐγκαταλείψουν τέτοια πηγὴ σωτηρίας. Γύρω ἀπὸ αὐτὸν ἄρχισε ἔτσι νὰ διαμορφώνεται μοναχικὴ κοινότητα ὅταν ἦταν ἀκόμα στὴ Γαλλία. Ὁ Γέροντας ἀφιέρωνε πολὺ χρόνο στὶς συνομιλίες του μὲ τοὺς ἀδελφούς. Ἀρχικὰ αὐτὲς ἦταν ἰδιαίτερες ὁδηγίες στὴν ἀδελφότητα, ποὺ ὑπαγορεύονταν ἀπὸ τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς γιὰ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη ἀνάγκη σὲ συγκεκριμένη περίπτωση.
Ὁ λόγος ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι φοβερὸ πράγμα. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἀντέξουν τὴ «σκληρότητα» τοῦ λόγου, γιατί ὁ λόγος αὐτὸς δὲν εἶναι «κατὰ ἄνθρωπο» – ὑπερβαίνει τὸ μέτρο τῆς φύσεώς μας. Γι’ αὐτὴν τὴν περίπτωση εἶχε τὸ κόλπο του ὁ Γέροντας. Ἀπηύθυνε αὐστηρὲς διδαχὲς σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς «δυνατούς», ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ὁ λόγος ἀπευθυνόταν σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀδύνατους ποὺ παρευρισκόταν στὴν ὁμιλία. Συνέχεια
ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
ΑΡΧΙΜ. ΖΑΧΑΡΙΑ ΖΑΧΑΡΟΥ
῾Ο Κύριος τρία μόλις χρόνια προτοῦ νά ἐκπληρώσει μέ τή σταυρική Του θυσία τόν προορισμό τῆς Σαρκώσεως καί τῆς ἐπί γῆς παρουσίας Του, ἄρχισε νά φανερώνει στόν κόσμο τή Δύναμή Του, κηρύττοντας καί θαυματουργώντας ποικιλοτρόπως, ἀλλά καί νά μορφώνει τούς Μαθητές Του κατά τήν ῾Εαυτοῦ εἰκόνα, μεταδίδοντάς τους Θεῖο λόγο καί πνευματικά χαρίσματα.
Κλείνοντας τόν τριετῆ αὐτό κύκλο τῆς συναναστροφῆς Του μέ τόν κόσμο, ὁ Διδάσκαλος ζήτησε νά μάθει ἀπό τούς ἴδιους τούς Μαθητές Του γι᾿ Αὐτόν, ὑποβάλλοντας τό ἐρώτημα· «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου;» (Ματθ. 16, 13).
῞Οσοι Τόν περιέβαλλαν, κατανοοῦσαν βέβαια ἐν μέρει τή Θεϊκή Του προέλευση καί γι᾿ αὐτό ἔδιναν ποικίλες ἀπαντήσεις. ῾Ο ἅγιος Πέτρος, ὅμως, ἐξέφρασε ἐκ μέρους τῶν Μαθητῶν τήν τελειότερη πίστη, διατυπώνοντας τό λόγο· «Σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16, 16). Καί ὁ Κύριος —μέ τή σειρά Του— μακάρισε τόν Πέτρο, πιστοποιῶντας ὅτι ἡ ὁμολογία αὐτή δέν ἦταν ἀποκάλυψη σαρκός καί αἵματος, ἀλλά δωρεά τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Βεβαίωσε δέ ὅτι ἐπάνω σ᾿ αὐτή τήν ὁμολογία θά στηρίξει καί θά οἰκοδομήσει τήν ᾿Εκκλησία Του «καί πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18).
᾿Αναμφίβολα, μόνο ὁ ἴδιος ὁ Διδάσκαλος —ὄντας ἡ ἀλήθεια— εἶχε τή δυνατότητα νά δώσει προσδιορισμό σαφῆ καί εὐκρινῆ περί ῾Εαυτοῦ. ᾿Ονόμαζε, λοιπόν, τόν ῾Εαυτό Του «Υἱόν ἀνθρώπου», λόγω τῆς ταπεινῆς μορφῆς πού ὡς Υἱός Θεοῦ προσέλαβε ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας. Ταυτόχρονα, ὅμως, εἶχε ἀπόλυτη συνείδηση τοῦ ὕψους τῆς οἰκείας δόξης, τῆς ὁποίας ἔμενε ἀδιάστατος· «οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τόν οὐρανόν εἰ μή ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» (᾿Ιω. 3, 13)· καί ἀλλοῦ πάλι προφήτευε ὅτι οἱ ᾿Ιουδαῖοι θά ἔβλεπαν τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα «ὅπου ἦν τό πρότερον» (᾿Ιω. 6, 62).
῾Ωστόσο, ἡ θεόπνευστη αὐτή ὁμολογία τοῦ Πέτρου φανέρωνε πώς οἱ ᾿Απόστολοι εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νά κατανοοῦν τή θεία προέλευση καί, κατά συνέπεια, τήν τελειότητα τοῦ Διδασκάλου τους, καί ὁ Κύριος θέλησε νά τούς ἐνδυναμώσει τήν πίστη αὐτή μέ τή μαρτυρία τοῦ ἰδίου τοῦ Οὐρανίου Πατρός. ῎Οντως οἱ Μαθητές, ἐκφράζοντας προοδευτικά ὅλο καί μεγαλύτερη ἀφοσίωση καί ἀγάπη πρός τόν Διδάσκαλο, ἦταν φανερό ὅτι ἦταν πιά δεκτικοί μεγαλύτερης ἀποκαλύψεως. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Κύριος ἀποφάσισε νά τούς μυήσει βαθύτερα σέ ὅσα ἐπρόκειτο νά διαδραματισθοῦν στήν ῾Ιερουσαλήμ, στό μυστήριο δηλαδή τῆς ἐπί τοῦ Γολγοθᾶ θυσίας Του. Συνέχεια
«Ἐκάλυψεν οὐρανοὺς ἡ ἀρετή Σου Χριστὲ»
ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου
Τὸ γεγονὸς τῶν Χριστουγέννων εἶναι θαυμαστὸ καὶ τέλεια ἡ χάρη τῆς ἑορτῆς ποὺ σκέπασε τὴ γῆ. Ἡ ἀρετὴ τοῦ Χριστοῦ κάλυψε τοὺς οὐρανοὺς καὶ ἡ Ἁγία Ἐκκλησία λαμπρύνεται ἀπὸ τὴ χαρὰ τοῦ ἐρχομοῦ τοῦ Ὑψίστου πάνω στὴ γῆ. Πανηγυρίζει φαιδρῶς τὴ φανέρωση τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, ποὺ τόσο πολὺ ἀγάπησε τὸν κόσμο, ὥστε ἔδωσε τὸν Μονογενῆ Του Υἱό, γιὰ νὰ μὴ χάνεται στὸ σκοτάδι τῆς ἀνυπαρξίας ὅποιος πιστεύει, ἀλλὰ νὰ ἔχει ζωὴ αἰώνια [1].
Ὁ Θεὸς ἔγινε Ἄνθρωπος, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, γιὰ νὰ γίνει ὁ ἄνθρωπος θεός. Κατέβηκε ὁ Ὕψιστος ἀπὸ τὸν Οὐρανό, γιὰ νὰ ἀνεβεῖ ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν πτώση του. Πτώχευσε ὁ Θεός, γιὰ νὰ πλουτίσει ὁ ἐνδεὴς ἄνθρωπος. Τὰ Χριστούγεννα γιορτάζουμε τὴν καινὴ δημιουργία, τὴν «παλιγγενεσία» [2], τὴν ἀναδημιουργία τοῦ ἀνθρώπου. Ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Θεὸς γεννήθηκε καὶ ἔφερε τὴ χάρη πάνω στὴ γῆ, ἡ Ἐκκλησία, ὡς μητέρα τίκτουσα, ὠδινᾶται καὶ πάσχει μὲ τὸν πόθο νὰ γεννηθεῖ ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ στὴν καρδιὰ κάθε πιστοῦ.
Τὴν ἡμέρα τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζουμε τὸ γεγονὸς τῆς Γεννήσεως τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸ εἶναι τὸ μεγαλύτερο μυστήριο τῆς εὐσεβείας, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος, «Θεὸς ἐφανερώθη ἐν σαρκὶ» [3]. Συγχρόνως, ἐπίσης, πανηγυρίζουμε καὶ ἀκόμη ἕνα γεγονός, τὸ ὅτι δόθηκε στοὺς ἀνθρώπους «χάρις ἀντὶ χάριτος» [4]. Δηλαδή, οἱ ἄνθρωποι ἔχουν πλέον τὴ δυνατότητα νὰ γεννηθοῦν ἐν Πνεύματι μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ καὶ νὰ ἀναγεννηθοῦν διὰ τῆς χάριτός Του.
Αὐτὸ εἶναι τὸ ἐλπιδοφόρο μήνυμα τῆς ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος, [5] ὅπως τὸν ὀνομάζει ὁ Ἀκάθιστος Ὕμνος. Τοῦ Ἀμνοῦ, ποὺ ποιμαίνει τοὺς ποιμένας καὶ τοῦ Ποιμένος, ποὺ μέλλει νὰ συνάξει στὴ Βασιλεία Του ὅλους μαζί, ἀρνία καὶ ἐρίφια, λύκους καὶ πρόβατα.
Ἡ Γέννηση τοῦ μεγάλου Ἀμνοῦ καὶ Ποιμένος ἔγινε, σύμφωνα μὲ τὸ Εὐαγγέλιο, στὴ Βηθλεέμ, [6] τὴν πόλη τῶν κατὰ σάρκα προγόνων Του. Αὐτὴ ἦταν ἡ ἔνδοξη πόλη τοῦ Δαυίδ, τοῦ μεγάλου βασιλέως τοῦ Ἰσραήλ. Ἐφόσον ὁ Χριστὸς ἦταν σπέρμα Ἀβραὰμ καὶ ἀπόγονός τοῦ προφητάνακτος Δαυίδ, ἔπρεπε νὰ γεννηθεῖ στὴ Βηθλεέμ. Αὐτὸς ποὺ ἔμελλε νὰ εἶναι ὁ ἀληθινὸς Βασιλεὺς τῶν βασιλευόντων [7], ποὺ θὰ βασίλευε «ἐπὶ πᾶσαν τὴν γῆν» ἔφθασε ἐκεῖ κατὰ τὴ σοφὴ πρόνοια τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ «δόγμα» [8] τοῦ Καίσαρος. Γεννήθηκε στὴ Βηθλεὲμ Αὐτὸς ποὺ ἔμελλε νὰ εἶναι ὁ Ἡγούμενος τοῦ Ἰσραὴλ [9]. Ἀλλὰ ποιὸς εἶναι ὁ Ἰσραήλ; Βεβαίως, ὑπάρχει, ὁ ἱστορικὸς λαὸς τοῦ Ἰσραήλ, ὑπάρχει ὅμως καὶ ὁ πνευματικὸς Ἰσραήλ. Κατὰ τὴν Ἐβραϊκὴ γλώσσα «Ἰσραὴλ» σημαίνει, «νοῦς ὁρῶν τὸν Θεόν». Οἱ Χριστιανοί, δηλαδή, ποὺ προσβλέπουν στὸν Ἀόρατο Θεὸ διὰ τῆς πίστεως, εἶναι τὸ «ἅγιο ἔθνος» [10], ὁ ἅγιος Ἰσραὴλ τοῦ Θεοῦ.
Μέγα καὶ παράδοξο θαῦμα, ὁ «Βασιλεὺς τῶν Ἰουδαίων» [11] ἦλθε στὴ Βηθλεὲμ καὶ δὲν εἶχε κατάλυμα ποὺ νὰ μείνει. Ὁ «Κύριος τῶν κυριευόντων» [12] ἦλθε στὴν προγονική Του πόλη ὡς πρόσφυγας. Οἱ πρόσφυγες μὲ τὴν οἰκτρὴ προσφυγιὰ τους ἔδωσαν πατριὰ σὲ Ἐκεῖνον ἀπὸ τὸν Ὁποῖον ὀνομάζεται «κάθε πατριὰ ἐν Οὐρανῶ καὶ ἐπὶ τῆς γῆς», ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος στοὺς Ἐφεσίους [13].
Ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ τῆς ζωῆς τοῦ θείου Βρέφους διακρίνουμε τὸ ἄφατο μυστήριο τῆς κενώσεως τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀκατάληπτη καὶ ἀνεκδιήγητη ἡ μεγαλωσύνη Του, ἄπειρη καὶ ἀνεξιχνίαστη καὶ ἡ κατάβασή Του. Ἀδυνατοῦμε νὰ συλλάβουμε μὲ τὸ χοϊκὸ νοῦ μας τὸ μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἰσχύουμε νὰ ἀντιληφθοῦμε τὴν ταπείνωση καὶ τὴν κατάβασή Του· διότι ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν, ὁ Κύριος τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι Ἄπειρος στὴν πλούσια Θεότητά Του καὶ Τέλειος στὴν ἄμετρη κένωσή Του.
Τί συμπέρασμα, λοιπόν, μποροῦμε νὰ βγάλουμε γιὰ μᾶς ἀπὸ τὸν ἐμπερίστατο καὶ τελείως ἀφανῆ τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο γεννιέται ὁ Ἰησοῦς; Ὅσοι ἔχουν αὐτιὰ ποὺ ἀκοῦν [14], μάτια ποὺ βλέπουν [15] καὶ καρδιὲς ποὺ κατανοοῦν, ἀντιλαμβάνονται ὅτι ὅσο ζοῦμε σὲ αὐτὸν τὸν κόσμο, κατέχοντες αὐτόν, ἀπολαμβάνοντας αὐτόν, ἱκανοποιημένοι καὶ κορεσμένοι ἀπὸ αὐτόν, τόσο ὁ Χριστὸς δὲν θὰ μπορεῖ νὰ μορφωθεῖ στὶς καρδιές μας. Ὁ μάταιος αὐτὸς κόσμος ἀγωνίζεται νὰ ἀφήσει στὴν ψυχή μας τὶς ἐντυπώσεις του, παλεύει νὰ αἰχμαλωτίσει τὸν νοῦ μας μὲ τὰ εἴδωλά του καὶ νὰ μᾶς κρατήσει κοντά του μὲ τὶς παρερχόμενες εἰκόνες, ποὺ προσπαθεῖ νὰ ἐντυπώσει ὅσο τὸ δυνατὸν βαθύτερα μέσα μας.
Ὁ κόσμος αὐτὸς ἐξάπτει τὶς ἐπιθυμίες τῶν παθῶν καὶ ὅταν αὐτὲς ἱκανοποιηθοῦν γεννοῦν ἄλλα μεγαλύτερα πάθη, δημιουργώντας στὴν καρδιὰ σύγχυση μεγάλη, τὴ Βαβυλώνα τῶν παθῶν. Ὁ Προφήτης ἔλεγε, «μακάριος ἐκεῖνος ποὺ θὰ πιάσει καὶ θὰ συντρίψει τὰ νήπια τῆς Βαβυλῶνος πάνω στὴν πέτρα [16]. Μακάριος, δηλαδή, εἶναι ὁ ἄνθρωπος ποὺ συντρίβει τὶς ἀπαρχὲς τῶν λογισμῶν καὶ τῶν παθῶν πάνω στὴν πέτρα τῆς πίστεως. Συνέχεια
Μεγάλου Βασιλείου-Λόγοι ζωῆς
Δὲν γνωρίσαμε ἐμεῖς τὸν Θεὸ γιὰ τὴ δικαιοσύνη μας, ἀλλὰ ὁ Θεὸς μᾶς γνώρισε διὰ μέσου της ἀγάπης Του.
Πρέπει νὰ μὴν ξεχνᾶμε ὅτι εἶναι ἀναρίθμητες οἱ εὐκαιρίες πού μᾶς δίνει ὁ Θεὸς γιὰ νὰ τελειοποιηθοῦμε.
Ὁ Θεὸς δίνει τὴ δύναμη πού χρειάζεται στὸν ἄνθρωπο στοὺς κόπους καὶ τοὺς ἀγῶνες του γιὰ τὴν ἀρετή.
Ἀπὸ τὴν μνήμη τῶν παρελθόντων καὶ ἀπὸ τὴν πείρα τῶν παρόντων διδασκόμαστε γιὰ τὸ μέλλον.
Ὅποιος γεύτηκε τὴν γλυκύτητα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν πρόδωσε, μοιάζει μ’ ἐκεῖνον πού ἄλλαξε τὸ πολύτιμο διαμάντι μ’ ἕνα χρωματιστὸ γυαλί.
Μιὰ ἕφοδος τοῦ ἐνθέου δὲν μπορεῖ νὰ φέρει κακό, ἂν ἐμεῖς ἔχουμε ὅπλο τὴν πίστη.
Ἡ θεία βοήθεια ἀπὸ τὴ μιὰ καὶ ἡ θελήση μας ἀπὸ τὴν ἄλλη φέρνουν τὴν νίκη κατὰ τοῦ πονηροῦ.
Ὁ Θεὸς δὲν ἐξετάζει τὸν ἄνθρωπο μερικῶς, ἀλλὰ συνολικῶς, γιὰ νὰ σοῦ διδάξει τὴν ἀμεροληψία.
Ἡ μολυσμένη ἀτμόσφαιρα καὶ ἡ κακία ἔχουν ἕνα κοινὸ σημεῖο: ἡ μία μολύνει τὸ σῶμα καὶ ἡ ἄλλη τὴν ψυχή.
Διατήρησε ἁγνὴ τὴν ψυχή σου σὰν τὸ πολυτιμότερο κεφάλαιο στὴ ζωή.
Οἱ μέλισσες οὔτε σὲ ὅλα τὰ ἄνθη πλησιάζουν οὔτε προσπαθοῦν νὰ τὰ σηκώσουν ὁλόκληρα, ἀλλὰ παίρνουν ὅ,τι τοὺς εἶναι χρήσιμο καὶ φεύγουν.
Ἡ ψυχὴ μας ἐξομοιώνεται μὲ ὅσα σπουδάζει καὶ πράττει καὶ μὲ ὅσα αἰσθάνεται, σύμφωνα μὲ τὴν κατεύθυνση πού τῆς δώσαμε.
Ὅπως οἱ ληστὲς κρύβονται στὰ σκιερὰ μέρη γιὰ νὰ ληστέψουν περαστικούς, ἔτσι καὶ ὁ διάβολος κρύβεται στὶς ἀπολαύσεις γιὰ νὰ κυριεύσει τὴν ψυχή μας.
Ἡ κακία μοιάζει πολὺ μὲ τὴν ἀτμόσφαιρα πού μολύνει, ὅταν ἔχει δηλητηριώδεις ἀναθυμιάσεις.
Ἡ πραγματικὴ χαρὰ συμβαδίζει οὐσιαστικὰ μὲ τὴν λύπη καὶ τὰ δάκρυα.
Ὁ Θεὸς δὲν ἔχει πάντοτε ἀνάγκη ὑπενθυμίσεως γιὰ τὶς ἀνάγκες μας, ἀλλὰ τῆς εἰλικρινοῦς διαθέσεώς μας.
Οἱ ἡμέρες τῆς ζωῆς μας βιάζονται καὶ δὲν περιμένουν τὸν ὀκνηρὸ νὰ διορθωθεῖ.
Τὸ κακὸ καὶ ἡ ἁμαρτία ξεκινοῦν ἀπὸ τὴ δική μας προαίρεση.
Ὅταν ἱκανοποιεῖται ἡ ἀνάγκη τοῦ φαγητοῦ δὲν πρέπει νὰ λησμονεῖται ἡ εὐεργεσία τοῦ Θεοῦ.
Ὅπως οἱ βαφεῖς βάφουν μὲ χρώματα ἀνεξίτηλα, ἔτσι ἀνεξίτηλο πρέπει νὰ μείνει μέσα μας τὸ καλό.
Μὴν ἀφήνεις νὰ διαμορφώνονται πονηρὲς ἰδέες στὸ μυαλό σου τὶς ὧρες τῆς ἀναπαύσεως.
Ἡ ἀποβολὴ μιᾶς συνηθείας εἶναι δύσκολο, ἀλλὰ ὄχι καὶ ἀκατόρθωτο ἔργο.
Τίποτε ἀπὸ τὰ γύρω μας δὲν μένει ἀμετάβλητο, οὔτε κι ἐμεῖς οἱ ἴδιοι.
Δὲν πρέπει νὰ ἐπιδιώκουμε τὴν θεραπεία τοῦ κακοῦ μὲ τὸ κακό.
Τὰ πράγματα τοῦ βίου ἀλλάζουν εὔκολα δεσπότη, ἡ ἀρετὴ μόνο εἶναι ἀναφαίρετο κτῆμα.
Δῶσε πρώτη κληρονομία στὰ παιδιά σου τὴν ἀρετὴ καὶ ὕστερα μοίρασέ τους καὶ τὴν περιουσία σου.
Ἡ ψαλμωδία γιὰ τὰ παιδιὰ εἶναι ἄνεση καὶ εὐχαρίστηση, ἀλλὰ καὶ ἀναφορὰ στὸν Θεό.
Ὅπως ἡ φύση παίρνει λαμπρὸ χρῶμα ἀπὸ τὸν ἀκτινοβόλο ἥλιο, ἔτσι καὶ ἡ ψυχή μας ἀπὸ τὰ διδάγματα τῶν πατέρων.
Νὰ μὴν δίνεις ἄφθονο πλοῦτο στὶς ἀνέσεις σου, ἀλλὰ στὴν ψυχή σου.
Ὅπως ὁ ὄγκος τοῦ σώματος δημιουργεῖ πρήξιμο καὶ φλόγωση, ἔτσι καὶ τὰ πάθη φλογίζουν τὴν ψυχή.
Ὅταν βλέπεις κάποιον νὰ κλαίει γιὰ τὰ ἁμαρτήματά του, συμπάθησέ τον καὶ μιμήσου τον.
Νὰ ἀποφεύγουμε τὴν ἁμαρτία καθὼς καὶ τὰ ἄλογα ζῶα τὴ δηλητηριώδη τροφή.
Νὰ ἀποφεύγεις τὴν ἁμαρτία, ὅπως τὸ ἐλάφι τὸ σχοινὶ καὶ τὸ πτηνὸ τὴν παγίδα.
Ἀπὸ ὅποιο πράγμα ἁμαρτάνουμε εὐκολότερα, πρέπει νὰ προφυλασσόμαστε περισσότερο.
Προσπάθησε νὰ περισυλλέγεις τοὺς ναυαγούς τῆς ἁμαρτίας δείχνοντάς τους σανίδα σωτηρίας τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ.
Ὅταν μᾶς περιτριγυρίζει ἡ φωτιὰ τοῦ κακοῦ ἢ τὰ λιοντάρια τῆς ἁμαρτίας, νὰ ἐλπίζουμε στὸ Θεὸ γιὰ τὴ σωτηρία μας.
Νὰ μὴν ὑπερπαχύνεις τὸ σῶμα σου, γιατί ἐξασθενεῖς τὴν ψυχή σου.
Νὰ μοιράζεις τὰ ἐφόδια πρὸς τὸ σῶμα καὶ τὴν ψυχὴ ἀνάλογα μὲ τὴν ἀνάγκη τοῦ καθενός.
Παράβλεπε τὴ σάρκα ποῦ εἶναι φθαρτὴ καὶ ἐπιμελοὺ τῆς ψυχῆς ποῦ εἶναι ἀθάνατη.
Ὁ Θεὸς μᾶς σώζει ἀπὸ τοὺς κινδύνους καὶ ὅταν ἀκόμη χαθεῖ κάθε ἐλπίδα σωτηρίας.
Ἡ θλίψη εἶναι φυσικὸ φαινόμενο καὶ ἡ μετάνοια θαυμάσια πράξη.
Ὅπως οἱ ἰατρικὲς συμβουλὲς ἀποδεικνύονται ὠφέλιμες ὅταν τηροῦνται, τὸ ἴδιο καὶ οἱ πνευματικές.
Ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἀνομιῶν μας καὶ ἡ φύση ἀκόμα στενάζει καὶ ἔφυγαν ἀπὸ τὰ φυσικά τους ὅρια οἱ περιοχὲς τοῦ χρόνου.
Ὁ προφήτης Ἰωνάς καί ἡ παγκοσμιότητα τῆς σωτηρίας
π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης
α) Καί ἔγινε λόγος Κυρίου στόν Ἰωνά, τόν γιό τοῦ Ἀμαθί, λέγοντας: Σήκω νά πᾶς στή Νινευί, τή μεγάλη πόλη, καί ν’ ἀναγγείλεις τήν τιμωρία της, γιατί εἶδα τή φαυλότητα τῶν κατοίκων της. Ὁ Ἰωνάς ὅμως ἑτοιμάσθηκε νά φύγει ἀπό τό πρόσωπο τοῦ Κυρίου, πρός τή Θαρσεῖς, καί κατέβηκε στήν Ἰόππη. Καί βρῆκε ἕνα πλοῖο, πού πήγαινε στή Θαρσεῖς, καί ἔδωσε τόν ναῦλο του, κι ἐπιβιβάσθηκε σ’ αὐτό, γιά νά πάει μακριά ἀπό τόν Κύριο (βλ. Ἴων. 1, 1-3).
β) Ὁ προφήτης Ἰωνάς, πού ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ στίς 21 Σεπτεμβρίου, θεωρεῖ τή σωτηρία ὡς ἀποκλειστικό προνόμιο τοῦ δικοῦ του λαοῦ. Δέν κατανοεῖ ὅτι ὁ Θεός “πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν” (Ἅ΄ Τίμ. 2, 4). Δέν μπορεῖ νά δεχθεῖ ὅτι ὁ Κύριος εἶναι πολυεύσπλαχνος, ἐλεήμων, οἰκτίρμων καί ὅλος ἀγάπη πατρική. Ὅποτε, παρακούει τήν ἐντολή Του καί νομίζει ὅτι θά ἀκυρώσει τό θέλημά του. Ὁ Θεός ὅμως τόν παιδαγωγεῖ μέ διάφορους τρόπους, μέ θαύματα καί “σημεῖα”.
γ) Ἡ σφοδρή τρικυμία πού συνάντησε τό πλοῖο ἀναγκάζει τόν Ἰωνά νά ὁμολογήσει ὅτι φεύγει “ἀπό προσώπου Κυρίου”. Ἔτσι, ὕστερα ἀπό κλῆρο ρίχνεται στή θάλασσα καί βρίσκεται στήν κοιλιά ἑνός κήτους, στήν “κοιλιά τοῦ Ἅδη”. Μένει ἐκεῖ τρεῖς μέρες καί τρεῖς νύχτες, μετανοῶν καί προσευχόμενος. Ἡ προσευχή τοῦ γίνεται φωνή εὐγνωμοσύνης στόν Θεό, διότι ἀπό τό βάθος τῆς ἀβύσσου ἐλπίζει ὅτι θά ξαναβρεθεῖ κατά θεία πρόνοια στίς αὐλές τοῦ Κυρίου, στόν εὐλογημένο ναό του.
δ) Κι ὅταν τό κῆτος τόν ξερνᾶ στή γῆ, παίρνει πάλι ὁ Ἰωνάς ἐντολή νά κηρύξει μετάνοια στή Νινευί, πράγμα πού κάνει. Ἀλλά ὅταν βλέπει τήν ἔμπρακτη μετάνοια τοῦ λαοῦ τῆς πόλης, ἀντί νά χαρεῖ, θλίβεται καί διαμαρτύρεται στό Θεό, πού δέν στέλνει τήν τιμωρία του. Κι Ἐκεῖνος τόν παιδαγωγεῖ μέ συμβολικό τρόπο. Δίδει ἐντολή νά φυτρώσει μεμιᾶς ἕνα σκιερό φυτό, μία “κολοκυθιά”, γιά νά τόν προστατεύει ἀπό τόν καύσωνα. Καί τήν ἄλλη μέρα τό πρωί στέλνει ἕνα σκουλήκι πού τρώει τίς ρίζες τοῦ φυτοῦ καί τό ξηραίνει. Ἔτσι, ἡ ζέστη γίνεται ἀφόρητη, κι ὁ Ἰωνάς νιώθει ἐξαντλημένος. Τόση ἦταν ἡ στενοχώρια του γιά τήν ἀπώλεια τοῦ φυτοῦ, πού ἤθελε νά πεθάνει παρά νά ζήσει.
ε) Τοῦ λέει τότε ὁ Θεός: “Ἐσύ οὔτε κοπίασες γι’ αὐτό τό φυτό οὔτε τό ‘κανες νά μεγαλώσει. Μόνο τοῦ μεγάλωσε σέ μία νύχτα καί τήν ἄλλη μέρα ξεράθηκε. Κι ὅμως λυπήθηκες γι’ αὐτό. Ἐγώ δέν ἔπρεπε νά λυπηθῶ γιά τή Νινευί, τή μεγάλη πόλη…, ὅπου ὑπάρχουν περισσότεροι ἀπό ἑκατόν εἴκοσι χιλιάδες ἄνθρωποι καί κτήνη πολλά;” (Ἴων. 4,10-11). Δέν τόν ἐπιτιμά, ἀλλά τοῦ θέτει τό ἐρώτημα καί τόν ἀφήνει νά ἀπαντήσει μόνος του. Δέν τόν τραυματίζει, ἀλλά τόν θεραπεύει. Τοῦ ἀποκαλύπτει τό μεγαλεῖο της ἀγάπης Του.
στ) Ὅταν στούς χρόνους τῆς Καινῆς Διαθήκης οἴ γραμματεῖς καί οἴ φαρισαῖοι ζήτησαν ἀπό τόν Χριστό κάποιο ἀποδεικτικό θαυματουργικό σημάδι, πού νά ἐπιβεβαιώνει τή Θεία τοῦ ἀποστολή, Ἐκεῖνος ἐπικαλέσθηκε τό “σημεῖο” τοῦ Ἰωνά. Ἐδῶ ἡ Ἐκκλησία ἀκολουθώντας τά λόγια του Ἰησοῦ (Λούκ. 12, 38 κ.ε.) βλέπει τήν τριήμερη ταφή καί Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Γι’ αὐτό καί ἡ προφητεία αὐτή διαβάζεται στόν ἑσπερινό του Μ. Σαββάτου.
ζ) Τό βιβλίο τοῦ Ἰωνά περιγράφει τή νοοτροπία πού συχνά ἀπαντᾶ καί σέ πολλούς χριστιανούς. Πολλοί ἀπό αὐτούς θά ἤθελαν ἄμεση τιμωρία τῶν ἁμαρτωλῶν, τῶν ἀδίκων, τῶν ἀθέων, τῶν φαύλων, τῶν πονηρῶν καί ὅσων βρίσκονται σέ πλάνη. Θεωροῦν τόν Θεό ἄδικο, πού δέν ἐπεμβαίνει ὡς τιμωρός γιά νά ἀφανίσει ἀπό τή Γῆ τούς ἀσεβεῖς καί νά ἐξαλείψει τό κοινωνικό κακό. Δέν ἀντέχουν τήν ἐλευθερία μέ τήν ὁποία προίκισε ὁ Θεός τό ἀνθρώπινο γένος καί δέν μποροῦν νά κατανοήσουν τήν ἄπειρη ἀγάπη Του γιά τό τελειότερο καί θεόμορφο πλάσμα του, τόν ἄνθρωπο.
Στὴν Κυριακή της Ὀρθοδοξίας
«Αὔτη ἐστὶν ἡ νίκη ἡ νικήσασα τὸν κόσμον, ἡ πίστις ἡμῶν»(Α΄ Ἰω. 5, 5)
…Ἡ κύρια νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἡ ὁποία σήμερα προβάλλει μπροστὰ μας εἶναι ἡ νίκη κατὰ τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ ἀγῶνες καὶ οἱ διαμάχες γιὰ τὶς εἰκόνες κράτησαν πάνω ἀπὸ διακόσια χρόνια.
Οἱ εἰκονομάχοι ἦταν οἱ ἐσωτερικοὶ ἐχθροί της Ἐκκλησίας οἱ ὁποῖοι ἦταν πάντοτε καὶ οἱ πιὸ ἐπικίνδυνοι ἐπειδὴ πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς εἶχαν στὰ χέρια τοὺς δύναμη κοσμικὴ ἢ ἐξουσία ἐκκλησιαστική.
Πολλοὶ ἦταν βασιλεῖς ἢ πρίγκιπες, πολλοὶ αὐλικοὶ εὐνοῦχοι, δεινοὶ δολοπλόκοι καὶ σύμβουλοι αὐτοκρατορικοί. Οἱ τάξεις τους ἐνισχύθηκαν ἰδιαίτερα ἀπὸ πολλοὺς ἱερεῖς καὶ μοναχούς, ἀκόμα καὶ αἱμοβόρους ἐπισκόπους καὶ ἐπιβαλλόμενους πατριάρχες.
Ἂς εἶναι εὐλογημένη τούτη ἡ μέρα, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, γιατί μᾶς ὑπενθυμίζει τὶς πολυάριθμες νίκες τῆς ὀρθόδοξης πίστης. Εὐλογημένοι ἂς εἶναι ἐκεῖνες οἱ ἅγιες ψυχὲς ποὺ ἐθέσπισαν τούτη τὴ μέρα γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει τὶς πολυάριθμες νίκες τῆς πίστης μας. Ἔτσι ἔγινε γιὰ τὸ δικό μας καλό. Ἐπειδή, ἐνθυμούμενοι τὶς νίκες, παίρνουμε θάρρος στοὺς ἀγῶνες ποὺ διεξάγουμε καὶ σὲ ͗κείνους ποὺ θὰ ἀκολουθήσουν.
Ἀποτελεῖ ἀρχαία συνήθεια τῶν στρατηγῶν, πρὶν ἀπὸ τὴ μάχη νὰ ἀπευθύνουν λόγο στοὺς μαχητὲς γιὰ τὶς πρότερες νίκες καὶ ἔτσι νὰ τοὺς ἐνθαρρύνουν καὶ ἐνθουσιάζουν γιὰ τὴ νέα μάχη. Οἱ Ἅγιοι εἶναι οἱ πνευματικοί μας στρατηγοί.
Οἱ Ἅγιοι ἦταν ἐκεῖνοι ποὺ καθόρισαν τὴ σημερινὴ ἑορτὴ γιὰ νὰ μᾶς θυμίζει καὶ νὰ μὴν ξεχνοῦμε, γιὰ νὰ μᾶς ἐνθαρρύνει καὶ νὰ μὴν λυγίζουμε, γιὰ νὰ μᾶς θερμαίνει καὶ νὰ μὴν γινόμαστε ψυχροί, γιὰ νὰ ἀνοίξει τὴν πνευματική μας ὅραση καὶ νὰ μὴν τυφλωθοῦμε καὶ μέσα στὴ τύφλωση ἐκείνη παραδοθοῦμε στὸν ἐχθρό.
Πραγματικά, ἡ ἐπίδραση τούτης τῆς ἁγίας ἡμέρας σὲ ὅλες τὶς λογικὲς χριστιανικὲς ψυχὲς εἶναι τεράστια. Τούτη ἡ μέρα μᾶς φανερώνεται σὰν τὸν ἀγγελιοφόρο ἀπὸ τὸ πεδίο τῆς μάχης, ἀπὸ πολλὰ πεδία μαχῶν, κομίζοντάς μας τὴ χαρούμενη εἴδηση τῆς νίκης.
Στὸ ἄκουσμα τῆς εἴδησης αὐτῆς, σηκώνουμε τὴν καρδιά μας στὰ ὕψη μονολογώντας στὸν ἑαυτό μας: ἄνω σχῶμεν τὰς καρδίας! Καὶ μὲ μία νέα δύναμη ξεσηκωνόμαστε ἐνάντια σὲ κάθε κακό, ἐσωτερικὸ καὶ ἐξωτερικό, τὸ ὁποῖο περισφίγγει τὴ ψυχή μας καὶ ἀπειλεῖ νὰ τὴ πνίξει.
Ἀκούγοντας γιὰ τοὺς φοβεροὺς ἀγῶνες καὶ τὶς νίκες τῶν ὁμωνύμων μας χριστιανῶν, ὅσων δηλαδὴ πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς ὀνομαζόταν Ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ περιζωνόμαστε μὲ νέα δύναμη καὶ νέα ἐλπίδα.
Ἔτσι, ἡ ὀμιχλώδης πνευματική μας ὅραση γίνεται καθαρότερη καὶ εὐκρινέστερη καὶ βλέπουμε καλύτερα τὴ θέση καὶ τὴ κατάστασή μας. Ὅλα τὰ ἐμπόδια, οἱ δυσκολίες καὶ οἱ στενοχώριες ποὺ στὴν ὀμιχλώδη καὶ κοντόφθαλμη ὅρασή μας ἔμοιαζαν μὲ ἀτσάλινο δίχτυ, μπροστὰ στὸ καθαρό μας βλέμμα καὶ τὴ θαρραλέα καρδιὰ μοιάζουν μὲ ἱστὸ ἀράχνης.
Ἔτσι, ἔχοντας νέους καὶ πολλοὺς συμμάχους ἀνάμεσα στοὺς νικητὲς τοῦ παλαιοῦ καιροῦ καὶ θεωρώντας τὸ παράδειγμά τους στὴ μάχη καὶ τὴ λαμπρή τους νίκη, προχωροῦμε ἐμπρὸς στὸ καθῆκον καὶ τὴ θυσία μας μὲ μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη καὶ φωτεινότερη ἐλπίδα.
Μὰ καὶ οἱ ὑπόλοιπες μέρες στὸ ἡμερολόγιό μας δὲν μᾶς ὑπενθυμίζουν νίκες καὶ νικητές; θὰ μὲ ρωτήσετε. Εὔλογη ἡ ἀπορία σας ἀγαπητοὶ ἀδελφοί. Πραγματικά, ὅλες οἱ μέρες τοῦ χρόνου μᾶς ὑπενθυμίζουν νίκες καὶ νικητὲς χριστιανούς. Στὸ ἡμερολόγιο ἔχουν καταχωρηθεῖ μονάχα τὰ ὀνόματα τῶν νικητῶν. Συνέχεια
Λόγος εἰς τὴν Γ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν (τῆς Σταυροπροσκυνήσεως)
Ἅγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Εὐαγγέλιο: Μάρκ. η΄ 34-38- θ΄ 1)
Μεγάλη ἡ δύναμη τῆς ἀλήθειας! Δὲν ὑπάρχει τίποτα ἱκανὸ στὸν κόσμο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ τῆς ἀφαιρέσει τὴ δύναμη αὐτή.
Ἡ θεραπευτικὴ δύναμη τῆς ἀλήθειας εἶναι πολὺ μεγάλη! Δὲν ὑπάρχει στὸν κόσμο ἀρρώστια ἢ νόσημα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ θεραπευτεῖ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια.
Οἱ ἄρρωστοι ποὺ ὑποφέρουν κι εἶναι ἀδύναμοι, ἀναζητοῦν γιατρὸ γιὰ νὰ τοὺς δώσει τὴν ἀνάλογη θεραπεία. Κανένας τους δὲν ψάχνει γιὰ κάποιο γιατρὸ ποὺ θὰ τοὺς χορηγήσει φάρμακο γλυκὸ καὶ γευστικό. Ὅλοι τους θ’ ἀναζητήσουν κάποιον ποὺ θὰ τοὺς δώσει φάρμακο ἀποτελεσματικό, εἴτε γλυκὸ θὰ ’ναι αὐτὸ εἴτε πικρὸ εἴτε κι ἐντελῶς ἄγευστο. Ὅσο πιὸ πικρὸ εἶναι τὸ φάρμακο ποὺ σύστησε ὁ γιατρὸς κι ὅσο πιὸ περίπλοκη εἶναι ἡ ἐξέλιξη τῆς θεραπείας, τόσο μεγαλύτερη ἐμπιστοσύνη ἀποκτᾶ ὁ γιατρὸς στὰ μάτια τοῦ ἀρρώστου.
Γιατί οἱ ἄνθρωποι ἀπορρίπτουν τὸ πικρὸ φάρμακο μόνο ὅταν τὸ προσφέρει τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ; Γιατί ἀναζητοῦν μόνο γλυκίσματα ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ; Ἐπειδὴ δὲν ἀντιλαμβάνονται πόσο σοβαρὴ εἶναι ἡ ἀρρώστια τῆς ἁμαρτίας τους, ἐπειδὴ νομίζουν πὼς μποροῦν νὰ θεραπευτοῦν μόνο μὲ γλυκίσματα.
Ἄχ, νὰ μποροῦσαν ν’ ἀναρωτηθοῦν οἱ ἄνθρωποι γιατί ὅλα τὰ φάρμακα γιὰ τὶς σωματικὲς ἀρρώστιες εἶναι τόσο πικρά! Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα θὰ τοὺς ἀπαντοῦσε: γιὰ νὰ πάρουν μία ἰδέα τῆς πίκρας πού ’χουν τὰ πνευματικὰ φάρμακα. Ὅπως ἡ σωματικὴ ἀρρώστια δίνει κάποια ἰδέα γιὰ τὴν πνευματική, ἔτσι καὶ τὰ φάρμακα γιὰ τὶς σωματικὲς ἀρρώστιες λειτουργοῦν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, σὲ σχέση μ’ ἐκεῖνα γιὰ τὶς πνευματικές.
Οἱ πνευματικὲς ἀρρώστιες, οἱ σοβαρὲς καὶ τυχαῖες, δὲν εἶναι πολὺ πιὸ σοβαρὲς ἀπὸ τὶς σωματικές; Πῶς τότε τὰ φάρμακα γιὰ τὶς πνευματικὲς αὐτὲς ἀρρώστιες δὲν μποροῦν νὰ εἶναι πιὸ πικρὰ ἀπὸ τ’ ἀντίστοιχα φάρμακα γιὰ τὶς σωματικὲς ἀρρώστιες;
Οἱ ἄνθρωποι φροντίζουν πολὺ τὸ σῶμα τους. Κι ὅταν αὐτὸ ἀρρωσταίνει, δὲ λυποῦνται οὔτε προσπάθειες οὔτε χρόνο ἢ χρῆμα γιὰ ν’ ἀποκαταστήσουν τὴν ὑγεία του. Σ’ αὐτὴν τὴν περίπτωση κανένας γιατρὸς δὲ φαίνεται πολὺ ἀκριβός, καμιὰ ἰαματικὴ πηγὴ δὲ βρίσκεται μακριὰ καὶ κανένα φάρμακο δὲ μοιάζει πικρό. Κι αὐτὸ εἶναι ἰδιαίτερα πιὸ ἔντονο ὅταν βεβαιωνόμαστε πὼς ὁ σωματικὸς θάνατος πλησιάζει.
Ἄχ, καὶ νὰ φρόντιζαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ τόσο πολὺ γιὰ τὴν ψυχική τους ὑγεία! Ἄχ, καὶ νὰ ’ταν τόσο ἐπιμελεῖς στὴν ἀναζήτηση θεραπείας καὶ θεραπευτὴ γιὰ τὴν ψυχή τους!
Εἶναι δύσκολο κι ὀδυνηρὸ νὰ περπατᾶς ξυπόλητος ἀνάμεσα στ’ ἀγκάθια. Ὅταν ὅμως ὁ ξυπόλητος ἄνθρωπος πεθαίνει τῆς δίψας κι ἡ πηγὴ μὲ τὸ νερὸ εἶναι μετὰ τ’ ἀγκάθια, δὲ θ’ ἀποφασίσει γρήγορα νὰ βαδίσει πάνω σ’ αὐτά, μ’ ὅλο πού τὰ πόδια του θὰ πληγωθοῦν, γιὰ νὰ πλησιάσει στὸ νερό; Ἢ μήπως θὰ προτιμήσει νὰ καθήσει πάνω στὸ χλωρὸ γρασίδι ποὺ εἶναι πρὶν ἀπὸ τ’ ἀγκάθια καὶ νὰ πεθάνει ἀπὸ τὴ δίψα;
Κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ εἶναι ἄρρωστοι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία λένε: «Δὲν μποροῦμε νὰ πάρουμε τόσο πικρὸ φάρμακο». Κι ἔτσι ὁ Νυμφίος ποὺ ἀγαπᾶ τὸ ἀνθρώπινο γένος, πῆρε πρῶτος τὸ φάρμακο, τὸ πικρότερο φάρμακο, μ’ ὅλο πού ἦταν ὑγιής. Καὶ τὸ ’κανε αὐτὸ μονο για νὰ δείξει στοὺς ἀρρώστους πὼς αὐτὸ δὲν εἶναι ἀδύνατο. Ἀλήθεια, πόσο πιὸ δύσκολο εἶναι στὸν ὑγιῆ ἄνθρωπο νὰ πάρει καὶ νὰ καταπιεῖ τὸ φάρμακο ποὺ εἶναι γιὰ τοὺς ἀρρώστους! Ἐκεῖνος ὅμως τὸ πῆρε, ὥστε οἱ θνητοὶ ἄρρωστοι νὰ ὁδηγηθοῦν στὴν ἀπόφαση νὰ τὸ πάρουν κι αὐτοί. Συνέχεια
Λόγος εις τον Ευαγγελισμόν της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών και Αειπαρθένου Μαρίας.
Εάν πρέπει κάποτε να χαίρη ο άνθρωπος και να σκιρτά και να ψάλλη με ευφροσύνη, εάν υπάρχη μιά περίοδος που απαιτεί να λεχθή ό,τι υπάρχει πιο μεγάλο και πιο λαμπρό και που κάνει τον άνθρωπο να ποθή να έχη όσο το δυνατόν ευρύτερη σχέση, ωραιότερη έκφραση και δυνατώτερο λόγο, για να υμνήση τα μεγαλεία της, δεν βλέπω ποια άλλη μπορεί να είναι αυτή, αν όχι η σημερινή γιορτή. Γιατί σαν σήμερα έφθασε στη γη Άγγελος από τον ουρανό αναγγέλλοντας την απαρχή όλων των καλών. Σήμερα ο ουρανός μεγαλύνεται. Σήμερα η γη αγάλλεται. Σήμερα ολόκληρη η κτίση χαίρει. Και δεν μένει έξω από τη γιορτή ούτε Αυτός που κρατεί στα χέρια του τον ουρανό. Γιατί αυτά που συμβαίνουν σήμερα είναι ένα πραγματικό πανηγύρι. Όλοι συναντιούνται σ’ αυτό, στην ίδια χαρά. Όλοι ζουν και δίνουν και σ’ εμάς την ίδια ευφροσύνη: Ο Δημιουργός, τα δημιουργήματα όλα, η ίδια η μητέρα του Δημιουργου που του πρόσφερε τη φύση μας και τον έκαμε έτσι κοινωνό στις χαρμόσυνες συνάξεις και τις γιορτές μας. Χαίρει πριν απ’ όλους ο Δημιουργός. Γιατί είναι βέβαια ευεργέτης κι από την αρχή της δημιουργίας έχει σαν έργο Του την …ευεργεσία. Ποτέ Του δεν είχε ανάγκη από τίποτε και δεν ξέρει άλλο από το να προσφέρη και να ευεργετή. Σήμερα όμως, χωρίς να σταματήση το σωτήριο έργο Του, περνά στη δεύτερη θέση, έρχεται ανάμεσα σ’ αυτούς που ευεργετούνται. Και δεν χαίρεται τόσο για τις μεγάλες δωρεές που χάρισε Αυτός στην κτίση και που τον αποδεικνύουν γενναιόδωρο, όσο για τα μικρά που έλαβε από τους ευεργετημένους, γιατί έτσι φανερώνεται ότι είναι φιλάνθρωπος. Kαι θεωρεί ότι τον δοξάζουν όχι μόνο εκείνα που ο ίδιος έδωσε στους φτωχούς δούλους, αλλά κι όσα oι φτωχοί του χάρισαν. Γιατί αν και διάλεξε από τη θεία δόξα την κένωση και καταδέχθηχε να πάρη σαν δώρο από μας την ανθρώπινη φτώχεια, ο πλούτος Του έμεινε αναλλοίωτος και μετέτρεψε πάνω του το δώρο μας σε κόσμημα και βασιλεία. Για την κτίση πάλι -και λέγοντας κτίση εννοώ όχι μόνο την ορατή, αλλά κι εκείνη που ξεπερνά το ανθρώπινο μάτι- τι θα μπορούσε να αποτελέση μεγαλύτερη αφορμή ευφροσύνης από το γεγονός ότι βλέπει το Δημιουργό της να έρχεται μέσα της και τον Κύριο των όλων να παίρνη θέση ανάμεσα στους δούλους; Κι αυτό όχι απογυμνώνοντας τον εαυτό Του από την εξουσία Του, αλλά προσλαμβάνοντας το δούλο, όχι αποβάλλοντας τον πλούτο, αλλά μεταδίδοντάς τον στο φτωχό, όχι ξεπέφτοντας από τα ύψη Του, αλλά εξυψώνοντας τον ταπεινό. Αλλά χαίρει και η Παρθένος, χάρις στην οποία όλες αυτές oι δωρεές δόθηκαν στους ανθρώπους. Kαι χαίρει για πέντε λόγους. Πριν απ’ όλα σαν άνθρωπος, που συμμετέχει, όπως όλοι, στα κοινά αγαθά. Χαίρει όμως και γιατί oι δωρεές δόθηκαν σ’ Αυτή και πριν και αφθονώτερα από τους άλλους, κι ακόμη περισσότερο, γιατί Αυτή είναι η αιτία που oι δωρεές αυτές δόθηκαν σ’ όλους. Ο πέμπτος όμως και μεγαλύτερος λόγος για τον οποίο χαίρει η Παρθένος είναι ότι όχι απλώς διά μέσου αυτής ο Θεός, αλλά και αυτή η ίδια, χάρις σ’ εκείνα που γνώρισε και προείδε, έφερε την ανάσταση στους ανθρώπους. Συνέχεια
Δίψα για το ζων ύδωρ της Πεντηκοστής
Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου
Τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐπισκέπτεται τόν ἄνθρωπο ὡς πύρινη γλώσσα. Μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ἡ παρουσία Του στόν ἄνθρωπο αὐξάνεται φωτοβολώντας ὁλοένα καί πιό λαμπρά, ὡσότου καταυγάσει σέ θαυμάσια καί τέλεια ἡμέρα (Παροιμ. 4, 18). Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό ζῶν ὕδωρ πού ἀναβλύζει «ἀλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. 4, 14). Ὅσοι διψοῦν γι’ αὐτό θά πιοῦν μέ εὐφροσύνη. Ἄν ὅμως δέν μᾶς συνέχει πνευματική δίψα, δέν ἔχουμε μερίδιο σέ Αὐτό. Ἀκριβῶς γιά τόν λόγο αὐτό ὁ χρόνος πού ἔχουμε στή διάθεσή μας, πρίν φθάσει ἡ δική μας Πεντηκοστή, ἀποτελεῖ ἐξαιρετική εὐκαιρία, ὥστε νά διεγείρουμε μέσα μας τήν εὐλογημένη αὐτή δίψα γιά τή δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Πρίν ἀπό τό πάθος καί τή Σταύρωσή Του ὁ Κύριος ἀνήγγειλε ὅτι θά πήγαινε στόν Πατέρα, ἀλλά δέν θά ἄφηνε τούς μαθητές Του ὀρφανούς, δηλαδή ἀπαράκλητους. Ὑποσχέθηκε ὅτι θά προσευχόταν στόν Πατέρα νά τούς ἀποστείλει τό Πνεῦμα πού θά σκήνωνε μέσα τους γιά πάντα (Ἰωάν. 14, 16-18). Ὡστόσο ἀκόμη καί αὐτοί οἱ μεγάλοι καί ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔμειναν ὀρφανοί ἐπί δέκα περίπου ἡμέρες, ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Διδασκάλου τους ὡς τήν Πεντηκοστή. Στή διάρκεια τῶν τριῶν ἐτῶν πού ἦταν μαζί τους ὁ Κύριος, καθώς καί μετά τήν Ἀνάσταση, εἶχαν δεχθεῖ τήν εὐγενῆ, τρυφερή καί γεμάτη χάρη περιποίησή Του. Εἶχαν κοσμηθεῖ μέ πολλά χαρίσματα: ἀνάσταση νεκρῶν, ἐκδίωξη δαιμονίων, θεραπεία ἀσθενούντων καί ἐξουθενημένων (Ματθ. 10, 8). Ἐντούτοις καί αὐτοί ἔμειναν ὀρφανοί γιά λίγο καιρό, ὥστε νά ἀποκτήσουν προσωπική ἐμπειρία τῶν λόγων τοῦ Κυρίου: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. 15, 5). Ὁ πρῶτος Παράκλητος ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός· τούς εἶχε παρηγορήσει πάντοτε μέ τόν λόγο Του. Ἀλλά ἡ ἐμπειρία τῆς ἐγκαταλείψεως, τῆς πτωχεύσεως καί τῆς μοναξιᾶς ἦταν ἀναγκαία, ὥστε νά φουντώσει στίς καρδιές τους ἡ δίψα γιά τό ζῶν ὕδωρ τῆς Πεντηκοστῆς.
Στήν Παλαιά Διαθήκη, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς οἱ Ἑβραῖοι ἑόρταζαν τή μνήμη τῆς παραδόσεως τοῦ Νόμου στόν προφήτη Μωυσῆ, ἐγχαραγμένου σέ λίθο ἀπό τά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὁ νόμος ἐκεῖνος δέν θά τούς ὁδηγοῦσε ποτέ στήν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος (Β’ Κορ. 3, 3-7), ἀφοῦ κανείς δέν μποροῦσε νά τελειωθεῖ μέ αὐτόν (Ἑβρ. 7, 19). Σκοπός του ἦταν νά προετοιμάσει τούς ἀνθρώπους γιά τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁπότε ὁ νόμος τοῦ πνεύματος θά ἐγχαρασσόταν στίς πλάκες τῆς καρδιᾶς τους. Ἔτσι, ὅταν ἦλθε ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, δέκα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, συντελέσθηκε ἕνα ἀληθινά κοσμοϊστορικό γεγονός. Καθώς οἱ μαθητές ἤσαν συγκεντρωμένοι ὅλοι μαζί ἀναμένοντας τόν Κύριο μέ πνευματική δίψα, προσευχόμενοι καί τελώντας τήν κλάση τοῦ Ἄρτου, ὅπως Ἐκεῖνος τούς εἶχε παραγγείλει, τούς ἐπισκίασε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ὁ ἄλλος Παράκλητος. Εἶναι σημαντικό νά σημειώσουμε ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε κατά τήν κλάση τοῦ Ἄρτου, τήν ὥρα πού οἱ Ἀπόστολοι τελοῦσαν τήν Εὐχαριστία, σημεῖο ἀπό τά πολλά πού φανερώνουν ὅτι τή στιγμή ἐκείνη γεννιόταν στόν κόσμο ἡ ἀποστολική Ἐκκλησία. Συνέχεια
«Ἐκ πίστεως εἰς πίστιν»
Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου
Ὡς χριστιανοί πιστεύουμε σέ ἕναν προσωπικό καί ζῶντα Θεό καί ὄχι σέ κάποιου εἴδους μακρινό καί ἐγωκεντρικό Θεό, βυθισμένο στή φίλαυτη ἐνατένιση τοῦ ἑαυτοῦ του καί ἀνίκανο νά εἰσέλθει σέ κοινωνία μέ τά κτιστά ὄντα. Γιά μᾶς ἡ ἀπόδειξη τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἐνέργειά Του, ἡ χάρη Του, μέ τήν ὁποία μετέχουμε στή ζωή Του. Ἀκόμη καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι γεμάτος ἀμφιβολίες, τό ἄγγιγμα τῆς θείας χάριτος στήν καρδιά τοῦ διασκορπίζει ὅλα τά νέφη καί ἐνεργοποιεῖ μέσα του τή θεία ζωή. Ἡ ζωή αὐτή δέν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, καί κανένας ἀνθρώπινος συλλογισμός δέν μπορεῖ νά τῆς ἀντιταχθεῖ. Ἡ πρώτη πίστη τοῦ ἀνθρώπου στρέφει τήν ὕπαρξή του πρός τόν Θεό, ἐνσταλάζει μέσα του τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί αἰχμαλωτίζει τήν καρδιά.
Πράγματι, αὐτός ἀκριβῶς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ βοηθεῖ τήν καρδιά μας νά ἀναδυθεῖ. Ἡ Γραφή ἀναφέρεται στή «βαθεία καρδία» (Ψαλμ. 62, 7) τοῦ ἀνθρώπου, στήν ὁποία ἀπευθύνεται ἡ ἐπισκοπή τοῦ Θεοῦ ἀπό τό πρωί ὡς τό βράδυ καί ἀπό τό βράδυ ὡς τό πρωί (Ἰώβ 7, 18). Ὅταν ὁ Ἰώβ ρωτᾶ: «τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι ἐμεγάλυνας αὐτόν;» (Ἰώβ 7, 17), ἡ Ἁγία Γραφή δίνει τήν ἀκόλουθη χαρακτηριστική ἀπάντηση: ὁ ἄνθρωπος εἶναι «κατεντευκτής Θεοῦ» (Ἰώβ 7, 20). Δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἡ καρδιά ἔχει γίνει στόχος τοῦ Θεοῦ, παρίσταται ἐνώπιόν Του καί συνομιλεῖ μαζί Του ἐπί ἴσοις ὄροις, μεσιτεύοντας γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, γιατί ὁ Θεός τοῦ ἀπένειμε τήν τιμή αὐτή. Ὁ Θεός ποθεῖ αὐτή τήν ἰσότητα ἐπικοινωνίας μέ τόν ἄνθρωπο· δέν τόν θεωρεῖ ὡς ἕνα κτίσμα πού ἁπλῶς τό ἔφερε στό εἶναι, ἀλλά ὡς «εἰκόνα» Του, ὡς κάποιον ἴσο μέ Αὐτόν μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ νά συνδιαλέγεται.
Σέ ὅλη τή Γραφή βρίσκουμε ἀναρίθμητα περιστατικά, ὅπου ὁ Θεός ἀπευθύνεται στόν ἄνθρωπο ὡς πρός ἴσο Του: «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω καγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθέν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 10, 32-33). Ἄν μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματός Του εἰσέλθουμε σέ προσωπική σχέση μαζί Του, τότε Τόν ὁμολογοῦμε, ὄχι τόσο μέ λόγια, ὅσο μέ τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας Του μέσα μας. Γιατί τότε Ἐκεῖνος εἰσδύει στήν καρδιά μας καί ἐκεῖ μαρτυρεῖ τή σωτηρία μας μέ τή χάρη Του. Ὁ ἅγιος Σιλουανός ἐπιβεβαιώνει τήν παράδοξη αὐτή ἀλήθεια, ὅταν λέει ὅτι τό Πνεῦμα μαρτυρεῖ στήν καρδιά μας γιά τή σωτηρία μας .
Ἕνας ἄλλος τρόπος, ὅπου γίνεται φανερό ὅτι ὁ Θεός μᾶς ὁμιλεῖ ἐπί ἴσοις ὄροις, εἶναι ὁ λόγος Του: «Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος» (Ματθ. 6, 14). Ἡ ἰσότητα αὐτή ἐπιβεβαιώνεται περαιτέρω στήν Κυριακή Προσευχή: «Ἅφες ἠμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν» (Ματθ. 6, 12). Ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ ἄρνηση τῆς συγχωρήσεως φαίνεται ἴσως αὐστηρή. Ἄν ὅμως λάβουμε ὑπ’ ὄψιν ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Δημιουργός καί ἐμεῖς ἁπλῶς τά πλάσματά Του, τότε διαπιστώνουμε ὅτι οἱ ὅροι τῶν λόγων Του εἶναι οἱ πλέον ἄνισοι: ὁ Θεός εἶναι ἀπίστευτα οἰκτίρμων στήν κρίση Του! Συνέχεια
Ἡ αὐταπάρνηση τῆς Θεομήτορος
Στόν γάμο τῆς Κανᾶ (Ἰωάν. 2), ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου πλησίασε τόν Υἱό της μέ πολλή διακριτικότητα καί ταπείνωση, ὄντας ταπεινή καί ἁγία Παρθένος, γιά νά τοῦ ἀναγγείλει μέ πραότητα: «Οἶνον οὐκ ἔχουσιν». Ἐνῶ ἀκόμη πρόφερε τά λόγια αὐτά, γεννήθηκε στήν καρδιά της ἡ σκέψη ὅτι ἴσως εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νά φανερώσει ὁ Κύριος τή δόξα Του, γιατί τό πνεῦμα της μελετοῦσε τά μεγαλειώδη γεγονότα, στά ὁποῖα ἡ ἴδια εἶχε παραστεῖ ὡς μάρτυρας ἀπό τήν ἡμέρα ἀκόμη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὁ Κύριος ἀποκρίθηκε στόν βαθύ αὐτό συλλογισμό τῆς καρδιᾶς της, καί ἡ ἀπάντησή Του καταδεικνύει μέ ποιόν τρόπο ἡ ἐπικοινωνία στό πνευματικό ἐπίπεδο στοχεύει τήν οὐσία τοῦ θέματος, παρακάμπτοντας τά προκαταρκτικά στάδια τῆς συνήθους συζητήσεως.
Ἡ ἁγία Παρθένος εἶχε παρευρεθεῖ στό ἐπίκεντρο τῶν πιό ἀσυνήθιστων καί ὑπερφυσικῶν γεγονότων: τῆς συλλήψεως καί γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τῆς λατρευτικῆς προσκυνήσεως τῶν Μάγων πού ἀκολούθησε τή γέννησή Του, τῆς ἐμφανίσεως τῆς χορείας τῶν Ἀγγέλων, τοῦ ὀνείρου τοῦ Ἰωσήφ, μέ τό ὁποῖο ὁ Κύριος ἀπομάκρυνε κάθε ἀμφιβολία ἀπό τήν καρδιά του, τῆς φυγῆς στήν Αἴγυπτο, τῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ κατά τή διάρκεια τῆς σφαγῆς χιλιάδων βρεφῶν ἀπό τόν Ἡρώδη, τῆς κλήσεως τῶν πρώτων μαθητῶν μετά τή Βάπτιση τοῦ Κυρίου. Ὅλα αὐτά τά γεγονότα πρόσφεραν πλούσια καί εὔγλωττη μαρτυρία ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ γιά τά πρόσωπα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ὑπεραγίας Μητρός Του. Ἐπί τριάντα χρόνια ἡ Θεομήτωρ τά εἶχε φυλάξει ὡς πολύτιμο θησαυρό μέσα στήν καρδιά της. Ὅταν τό Ἅγιο Πνεῦμα κατέβηκε ἀπό τούς οὐρανούς καί ἀναπαύθηκε πάνω στόν Κύριο κατά τή Βάπτισή Του –«ἐν εἴδει περιστερᾶς», προκειμένου νά μαρτυρήσει τή θεότητα τοῦ Υἱοῦ πρίν ἀπό ὅλους τους αἰῶνες, ἡ καρδιά της ἄρχισε νά πλημμύριζει ἀπό ἅγια προσδοκία. Ἀνέμενε νά δεῖ τήν στιγμή, πού ὁ Κύριος θά ἀποκάλυπτε τή δόξα Του. Τώρα λοιπόν ἡ Μαριάμ, ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, προσεγγίζει τόν Υἱό της μέ μεγάλη συστολή, ὅπως θά ἅρμοζε σέ κόρη μᾶλλον παρά σέ μητέρα, καί Τοῦ λέει: «Οἶνον οὐκ ἔχουσιν». Ὁ Κύριος ἀποκαλεῖ τή Μητέρα Του «γυναίκα», προσηγορία πού θά Τῆς ἀπευθύνει ἐπίσης καί κατά τή σταύρωση: «Γῦναι, ἴδε ὁ υἱός σου!» (Ἰωάν. 19, 26). Ἡ ἀπάντησή Του εἶναι ἴσως ἀρκετά αὐστηρή, ἀλλά ὁπωσδήποτε εὐγενής: «“Γῦναι, τί ἐμοί καί σοί;» Ἀδυνατῶ νά ἐκπληρώσω τίς ἐπιθυμίες τῆς μητέρας μου, γιατί πρέπει νά φέρω εἰς πέρας τήν ἀποστολή τοῦ Πατέρα μου καί ἡ ὥρα μου δέν ἔχει ἔλθει ἀκόμη».
Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ Κύριος ἐκκόπτει τίς ἐπιθυμίες τῆς μητέρας Του καί φαίνεται νά τίς ἀγνοεῖ. Ἄν δέν εἶχε υἱοθετήσει τή στάση αὐτή, δέν θά μποροῦσε ἀργότερα νά προφέρει τόν λόγο: «Εἴ τις ἔρχεται πρός με καί οὐ μισεῖ τόν πατέρα ἑαυτοῦ καί τήν μητέρα καί τήν γυναίκα καί τά τέκνα καί τούς ἀδελφούς καί τάς ἀδελφάς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητής εἶναι» (Λουκ. 14, 26). Ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ὁ Κύριος ποτέ δέν παρέδωσε ἐντολές, τίς ὁποῖες δέν εἶχε ὁ Ἴδιος πρῶτα τηρήσει στή ζωή Του. Ζώντας σύμφωνα μέ τίς δικές Του ἐντολές, Αὐτός πού εἶναι ἡ Ὁδός, παρέδωσε στούς μαθητές Τοῦ ὁδό ζωῆς. Ἐπί τριάντα χρόνια ἔζησε μέ ὑπακοή στούς γονεῖς Του, σύμφωνα μέ τό κατά Λουκᾶν εὐαγγέλιο. Ἀλλά εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νά τά ἀφήσει ὅλα πίσω Του χάριν τῆς θεϊκῆς ἀποστολῆς Του γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Συνέχεια
Ἐγκωμιαστικός λόγος στόν ἅγιο Ἰγνάτιο το Θεοφόρο
Ξέσπασε κάποτε φοβερός πόλεμος ἐναντίον τῶν Ἐκκλησιῶν καί σάν φοβερότατη τυραννίδα ξαπλώθηκε στή γῆ καί ὅλοι ἁρπάζονταν μέσα ἀπό τήν ἀγορά, χωρίς καμιά κατηγορία, ἀλλ’ ἁπλῶς γιατί ἀπαλλάχθηκαν ἀπό τήν πλάνη καί ἔτρεξαν πρός τήν εὐσέβεια, γιατί ἀπομακρύνθηκαν ἀπό τή θρησκεία τῶν δαιμόνων, γιατί γνώρισαν τόν ἀληθινό Θεό καί προσκύνησαν τόν Μονογενῆ Υἱό Του· καί γιά ἐκεῖνα γιά τά ὁποῖα ἔπρεπε αὐτοί νά στεφανώνονται, νά θαυμάζονται καί νά τιμοῦνται, τώρα τιμωροῦνταν καί περιβάλλονταν ἀπό μύρια κακά ὅλοι ἐκεῖνοι πού δέχθηκαν τήν πίστη, καί πολύ περισσότερο οἱ προϊστάμενοι τῶν Ἐκκλησιῶν.
Διότι ὁ διάβολος, ὄντας κακοῦργος καί φοβερός στό νά μηχανορραφεῖ τέτοιες ἐπιβουλές, ἔλπισε ὅτι, ἐάν ἀφαιρέσει τούς ποιμένες, θά μπορέσει εὔκολα νά διασκορπίσει τά πρόβατα. Ὁ Θεός ὅμως πού συλλαμβάνει τούς σοφούς στήν πανουργία τους, θέλοντας νά δείξει σ’ αὐτόν, ὅτι δέν κυβερνοῦν τίς Ἐκκλησίες Του ἄνθρωποι, ἀλλ’ Αὐτός εἶναι Ἐκεῖνος πού ποιμαίνει παντοῦ ὅσους πιστεύουν σ’ Αὐτόν, ἐπέτρεψε νά γίνει αὐτό … γιατί ὁ Θεός εἶναι Ἐκεῖνος πού καθοδηγεῖ παντοῦ τίς Ἐκκλησίες, καί δέν εἶναι δυνατό ποτέ νά βγεῖ νικητής ἐκεῖνος πού πολεμᾶ τόν Θεό.
Καί δέν διέπραξε ὁ διάβολος αὐτό μόνο τό κακούργημα, ἀλλά καί ἄλλο ὄχι μικρότερο ἀπ’ αὐτό. Ὅτι δηλαδή, δέν ἄφηνε νά σφάζονται οἱ ἐπίσκοποι στίς πόλεις πού ἦταν προϊστάμενοι, ἀλλά τούς φόνευε ὁδηγώντας τους σέ ξένη πόλη. Καί αὐτό τό ἔκανε ἐπιδιώκοντας ἔτσι νά μείνουν ἔρημοι ἀπό φίλους καί συγχρόνως, ἐλπίζοντας νά τούς καταστήσει ἀσθενέστερους μέ τόν κόπο τῆς ὁδοιπορίας, πράγμα λοιπόν πού ἔκαμε καί στόν μακάριο αὐτόν ἱεράρχη. Διότι ἀπό τήν πόλη μας τόν φόνευσε στή Ρώμη, κάνοντάς του μακρότερη τήν ὁδοιπορία, καί ἐλπίζοντας –μέ τό μῆκος τῆς ὁδοῦ καί τό πλῆθος τῶν ἡμερῶν πού θά μεσολαβοῦσαν μέ τό ταξίδι– νά καταβάλει τό φρόνημά του, μή γνωρίζοντας ὅμως ὅτι, ἔχοντας αὐτός στήν τόσο μεγάλη ὁδοιπορία του συνοδοιπόρο καί συνταξιδιώτη τόν Ἰησοῦ, γινόταν πιό ἰσχυρός, παρεῖχε μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ πού ὑπῆρχε μαζί του καί σφυρηλατοῦσε ἔτσι περισσότερο τίς Ἐκκλησίες. Διότι οἱ πόλεις πού ὑπῆρχαν κατά μῆκος τῆς ὁδοῦ πού περνοῦσε, συντρέχοντας ἀπό παντοῦ, ἐνίσχυαν τόν ἀθλητή καί τόν προέπεμπαν μέ πολλά ἐφόδια, συναγωνιζόμενες μέ αὐτόν μέ τίς προσευχές καί τίς παρακλήσεις τους. Συνέχεια
Ὁ πασχάλιος χαρακτήρας τῶν Χριστουγέννων
Παναγιώτη Ἰ. Σκαλτσῆ
Δέν εἶναι λίγες οἱ φορές πού ἁπλοί ἄνθρωποι χαρακτηρίζουν τά Χριστούγεννα ὡς Πάσχα. Δέν κάνουν κάποιο λάθος, ἀλλά ἐκφράζουν τό βαθύτερο νόημα τῆς χριστιανικῆς ἑορτῆς ἡ ὁποία ἑνώνει τά γεγονότα τῆς ἐν Χριστῷ οἰκονομίας καί ἀναδεικνύει τή χαρά γιά τή σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἕνα εἶναι τό μυστήριο τοῦ Χριστοῦ[1] καί μία κατά βάσιν εἶναι ἡ ἑορτή, τό γεγονός δηλαδή «τῆς τοῦ Λόγου σαρκώσεως καί τῆς ἡμῶν θεώσεως»[2]. Ἡ Ἐνσάρκωση τοῦ Λόγου ἀποτελεῖ τήν ἀρχή τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου καί τό Πάσχα «πέρας τῆς οἰκονομίας ἐστί. Πῶς δ’ ἄν ἐγένετο τό πέρας, εἰ μή ἡ ἀρχή καθηγήσατο; Τί τίνος ἐστίν ἀρχηγικώτερον; Ἡ γέννησις δηλαδή τῆς κατά τό πάθος οἰκονομίας»[3]. Μέ ἁπλούστερα λόγια οἱ δύο πυλῶνες τοῦ λειτουργικοῦ ἔτους, Χριστούγεννα καί Πάσχα (κινητό καί ἀκίνητο ἑορτολόγιο), εἶναι ἀλληλένδετοι, διότι ἐάν δέν ἐγεννᾶτο ὁ Χριστός δέν θά ἀνίστατο. Ὁ Χριστός «εἶναι ὁ Λόγος-Δημιουργός διά τοῦ ὁποίου ἔγιναν τά πάντα καί εἶναι ὁ ἴδιος ἐπίσης πού ἔρχεται νά ἀναπλάσει τά πάντα στούς ἔσχατους καιρούς… Τά Χριστούγεννα στήν καρδιά τοῦ χειμώνα, εἶναι ἡ στιγμή ὅπου τό φῶς ἀρχίζει νά θριαμβεύει πάνω στό σκοτάδι, πράγμα πού συμβολίζει τήν ἐμφάνιση τοῦ ἥλιου τῆς δικαιοσύνης. Ἀντίθετα τό Πάσχα, στήν ἐαρινή ἰσημερία σημαίνει τόν θρίαμβο τοῦ Χριστοῦ διά τῆς ἀναστάσεώς του»[4].
Τήν ὡς ἄνω ἀλήθεια τοῦ ἑνιαίου θεολογικά καί ἀνθρωπολογικά χαρακτήρα Χριστουγέννων καί Πάσχα βιώνει ἡ ὀρθοδόξως πιστεύουσα ψυχή καί καταγράφει τόσο ἡ πατερική, ὅσο καί ἡ λειτουργική-ὑμνολογική μας παράδοση. «Χριστούγεννα: Πάσχα, ἑορταζόμενο ἐπί τρεῖς ἡμέρες» σημειώνεται σέ σλαβωνικά Τυπικά[5]. Τά πατερικά κείμενα ἐπίσης προβάλλουν ἰδιαίτερα τό γεγονός ὅτι τό μυστήριο τοῦ σαρκωθέντος, σταυρωθέντος καί ἀναστάντος Χριστοῦ εἶναι ἕνα. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος π.χ. γράφει ὅτι πανηγυρίζουμε κατά τήν ἑορτή τῶν Θεοφανείων, δηλαδή τῶν Γενεθλίων τοῦ Σωτῆρος, διότι ἑορτάζουμε «ἐπιδημίαν Θεοῦ πρός ἀνθρώπους, ἵνα πρός Θεόν ἐνδημήσωμεν ἢ ἐπανέλθωμεν». Ἡ ἐπάνοδος ὅμως στό παλαιό κάλλος, ἡ ἐν Χριστῷ ἀναγέννησή μας προϋποθέτει καί τήν ἀπόθεση τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, τή συσταύρωση δηλαδή καί συνανάσταση μέ τό Χριστό· «Καί ὥσπερ ἐν τῷ Ἀδάμ ἀπεθάνομεν, οὕτως ἐν Χριστῷ ζήσωμεν, Χριστῷ καί συγγεννώμενοι καί συσταυρούμενοι καί συνθαπτόμενοι καί συνανιστάμενοι»[6]. Ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἐξηγεῖ ὅτι τά σμύρνα πού δίδονται ἀπό τούς Ποιμένες στόν τεχθέντα Κύριο προσφέρονται «ὡς ἀνθρώπῳ εἰς ἐνταφιασμόν»[7]. Ὁ μαθητής δέ τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου Πρόκλος ἐπισημαίνει ὅτι ὁ «ἐν τῇ γαστρί τῆς Παρθένου τό ἴδιον αὑτοῦ σῶμα, ὡς οἶδεν, ἑαυτῷ διαπλάσας, αὐτός καί ἐν τρισίν ἡμέραις, τήν λύσιν τῆς ψυχῆς αὑτοῦ ἀπό τοῦ ἰδίου σώματος πάλιν ἑνώσας, τήν ἑαυτοῦ ἀνάστασιν ἔδειξε»[8].
Σέ λειτουργικό καθαρά ἐπίπεδο ἡ προεόρτιος καί μεθέορτος περίοδος τῶν Χριστουγέννων ἔχει ὡς πρότυπο τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα πού εἶναι ἀρχαιότερη[9]. Μεγάλη Τεσσαρακοστή, Μεγάλη Ἑβδομάδα, Ἀκολουθία τῶν Ὡρῶν καί ὕμνοι ἀνάλογοι μέ τήν ἑορτή αὐτή. Ἀπό τήν ἑορτή τῶν Εἰσοδίων τῆς Θεοτόκου (21 Νοεμβρίου) ψάλλονται οἱ καταβασίες τῶν Χριστουγέννων «Χριστός γεννᾶται δοξάσατε» καί τό κοντάκιο «Ἡ Παρθένος σήμερον τόν προαιώνιον Λόγον ἐν σπηλαίῳ ἔρχεται…». Ἀπό τήν 20ήν Δεκεμβρίου ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα τῶν Χριστουγέννων, ὁπότε καί οἱ πιστοί προετοιμάζονται ἐντατικότερα γιά νά ὑποδεχθοῦν «τό ἐν σπηλαίῳ μέγα μυστήριον»[10]. Οἱ Τριώδιοι δέ Κανόνες πού ψάλλονται στά Ἀπόδειπνα αὐτῶν τῶν ἡμερῶν μιμοῦνται τά τριώδια τῶν Ὄρθρων τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος πρό τοῦ Πάσχα· «Τῷ τήν ἄβατον· κυμαινομένην θάλασσαν…», «Τῷ δόγματι τῷ τυραννικῷ, οἱ ὅσιοι τρεῖς Παῖδες μή πεισθέντες…» κ.λπ. Κατά τόν τύπον ἐπίσης τοῦ δοξαστικοῦ Τροπαρίου «Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου…» τῆς Θ΄ ὥρας τῆς Μ. Παρασκευῆς δημιουργήθηκε τό ἀντίστοιχο τροπάρο «Σήμερον γεννᾶται ἐκ Παρθένου…» τῆς Θ΄ ὥρας κατά τήν παραμονή τῆς 25ης Δεκεμβρίου[11]. Συνέχεια
Παραμονή Χριστούγεννα
Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι.
Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές. Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες,καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.
Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα,μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος,μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα,ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα,καὶ κεῖνα παράφωνα.
Ἀντίκρυ στὸν μεγάλον καφενὲ τ᾿ Ἀσημένιου ἤτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα καὶ τέτοια. Ἴσια-ἴσια ἀντίκρυ στὴ μεγάλη πόρτα τοῦ καφενὲ ἤτανε ἕνα μικρὸ καφενεδάκι, τὸ πιὸ φτωχικὸ σ᾿ ὅλη τὴν πολιτεία,μία ποντικότρυπα. Ἐνῷ ὁ μεγάλος ὁ καφενὲς φεγγολογοῦσε καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θολὰ ἀπὸ τὴ ζέστη, ἡ ποντικότρυπα ἤτανε σκοτεινή, γιατὶ ἡ λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία ἄναβε, μία ἔσβηνε, ὅπως ἔμπαινε ὁ χιονιᾶς ἀπὸ τὰ σπασμένα τζάμια τῆς πόρτας. Ἡ φιτιλήθρα ἤτανε στραβοβιδωμένη καὶ τσαλαπατημένη σὰν τὸ μοῦτρο τοῦ καφετζῆ, τοῦ μπαρμπα-Γιαννακοῦ τοῦ Χατζῆ, τὸ φιτίλι στραβοκομμένο, τὸ γυαλὶ σπασμένο ἀπὸ τό ῾να μάγουλο καὶ στὴν τρύπα εἴχανε κολλημένο ἕνα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε μὲ νοῦ σου τί φῶς ἔδινε μία τέτοια λάμπα!
Κάτω τὰ σανίδια ἤτανε σάπια καὶ τρίζανε. Στὸν τοῖχο ἤτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα,καπνισμένα σὰν ἀρχαῖα εἰκονίσματα:τό ῾να παρίστανε τὸν Μέγα Πέτρο μέσα σὲ μία βάρκα ποὺ τὴν ἔδερνε ἡ φουρτούνα, τ᾿ ἄλλο τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸν Ἀγαμέμνονα, τ᾿ ἄλλο τὸν Παναγῆ τὸν Κουταλιανὸ ποὺ πάλευε μὲ τὴν τίγρη. Ἡ πελατεία ἤτανε συνέχεια μὲ τὸ καφενεῖο. Ὅλοι-ὅλοι ἤτανε πέντ᾿ – ἕξι γέροι σκεβρωμένοι, σαράβαλα,μὲ κάτι τρύπιες γοῦνες ποὺ δὲν τὶς ἔπιανε ἀγκίστρι. Δύο-τρεῖς ἤτανε γιαλικάρηδες,δηλαδὴ εἴχανε καμιὰ σάπια βάρκα καὶ βγάζανε θαλασσινὰ γιὰ μεζέδες, ποὺ τὰ λέγανε γιαλικά, γιατὶ βρίσκουνται στὸ γιαλό, δηλαδὴ στὰ ρηχὰ νερά. Οἱ ἄλλοι ἤτανε φρουκαλάδες, δηλαδὴ κάνανε φρουκαλιές. Ἤτανε καὶ κανένας νεροκουβαλητὴς καὶ κανένας καρβουνιάρης. Νά,αὐτὴ ἤτανε ἡ πελατεία. Ὁ βοριᾶς ἔμπαινε μέσα μὲ τὴν τρούμπα, καὶ στριφογύριζε τὴ λάμπα ποὺ κρεμότανε ἀπὸ τὸ μαυρισμένο ταβάνι, κι ἀναβόσβηνε. Ἀπὸ τὸ κρύο τρέμανε οἱ γέροι καὶ χουχουλίζανε τὰ χέρια τους, τὰ βάζανε κι ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ τσιγάρο, τάχα γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε. Ὁ φουκαρὰς ὁ καφετζής, γιὰ νὰ μὴν παγώσει, ἔκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε ἀπὸ τὸ τεζάκι ἴσαμε τὴν πόρτα, μὲ τὴν παλιογούνα ριχμένη ἀπὸ πάνω του καί, γιὰ νὰ δώσει κουράγιο στὴν πελατεία, ἐκεῖ ποὺ σουλατσάριζε, τὸν ἐπίανε τὸ σύγκρυο καὶ χτυπούσανε τὰ κατωσάγονά του, κι ἕσφιγγε ἀπάνω του τὴν παλιοπατατούκα του κι ἔλεγε:
— Ἐεεέχ! Μωρὲ ζεστὸ ποὺ εἶναι τὸ καφενεδάκι μας!…
Ὕστερα γύριζε κι ἔδειχνε τὸν μεγάλον καφενέ, ποὺ καπνίζανε κάργα οἱ σόμπες, κι ἔλεγε:
— Ἀντίκρυ, σκυλὶ ψοφᾶ ἀπὸ τὸ κρύο…, σκυλὶ ψοφᾶ!
Ὁ καημένος ὁ μπαρμπα-Χατζῆς! Ἀπ᾿ ὄξω περνοῦσε κόσμος βιαστικός, μὲ γέλια καὶ μὲ χαρές. Ἀπὸ ῾δῶ κι ἀπὸ ῾κεῖ ἀκουγόντανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ μαγαζιά. Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἀνάριευε σιγὰ-σιγὰ ὁ κόσμος. Τὰ μαγαζιὰ σφαλοῦσαν ἕνα-ἕνα. Μοναχὰ μέσα στὰ μπαρμπεριὰ ξουριζόντανε ἀκόμα κάτι λίγοι. Στὸ τσαρσὶ λιγόστευε ἡ φασαρία, μὰ στοὺς μαχαλάδες γυρίζανε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ φανάρια καὶ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ σπίτια. Οἱ πόρτες ἤτανε ἀνοιχτές, οἱ νοικοκυραῖοι, οἱ νοικοκυρᾶδες καὶ τὰ παιδιά τους, ὅλοι ἤτανε χαρούμενοι, κι ὑποδεχόντανε τοὺς ψαλτάδες, καὶ κεῖνοι ἀρχίζανε καλόφωνοι σὰν χοτζᾶδες:
Καλὴν ἑσπέραν,Ἄρχοντες,
ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν
νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.
Χριστὸς γεννᾶται σήμερον
ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται,
χαίρει ἡ κτίσις ὅλη…
Κι ἀφοῦ ξιστορούσανε ὅσα λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς τσομπάνηδες, τοὺς μάγους, τὸν Ἡρώδη, τὸ σφάξιμο τῶν νηπίων καὶ τὴν Ῥαχὴλ ποὺ ἔκλαιγε τὰ τέκνα της, ὕστερα τελειώνανε μὲ τοῦτα τὰ λόγια:
Ἰδοὺ ὁποὺ σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τὴν ἁγίαν.
Καὶ σᾶς καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθεῖτε,
ὀλίγον ὕπνον πάρετε καὶ πάλιν σηκωθεῖτε.
Καὶ βάλετε τὰ ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθεῖτε,
στὴν ἐκκλησίαν τρέξατε, μὲ προθυμίαν μπεῖτε.
Ν᾿ ἀκούσετε μὲ προσοχὴν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν
καὶ μὲ πολλὴν εὐλάβειαν τὴν θείαν λειτουργίαν.
Καὶ πάλιν σὰν γυρίσετε εἰς τὸ ἀρχοντικόν σας,
εὐθὺς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τὸ φαγητόν σας.
Καὶ τὸν σταυρόν σας κάμετε, γευθεῖτε, εὐφρανθεῖτε,
δότε καὶ κανενὸς πτωχοῦ, ὅστις νὰ ὑστερεῖται.
Δότε κι ἐμᾶς τὸν κόπον μας, ὅ,τ᾿ εἶναι ὁρισμός σας,
καὶ ὁ Χριστός μας πάντοτε νὰ εἶναι βοηθός σας.
Καὶ εἰς ἔτη πολλά!
Μπαίνανε στὸ σπίτι μὲ χαρά, βγαίνανε μὲ πιὸ μεγάλη χαρά. Παίρνανε ἀρχοντικὰ φιλοδωρήματα ἀπὸ τὸν κουβαρντᾶ τὸν νοικοκύρη, κι ἀπὸ τὴ νοικοκυρὰ λογιῶ-λογιῶν γλυκά, ποὺ δὲν τὰ τρώγανε, γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε γίνει ἡ Λειτουργία, ἀλλὰ τὰ μαζεύανε μέσα σὲ μία καλαθιέρα. Ἀβραμιαῖα πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οἱ ἄνθρωποι καὶ γινήκανε σὰν ξερίχια ἀπὸ τὸν πολιτισμό! Πᾶνε τὰ καλὰ χρόνια!
Ὅλα γινόντανε ὅπως τά ῾λεγε τὸ τραγούδι: Πέφτανε στὰ ζεστά τους καὶ παίρνανε ἕναν ὕπνο, ὥσπου ἀρχίζανε καὶ χτυπούσανε οἱ καμπάνες ἀπὸ τὶς δώδεκα ἐκκλησιὲς τῆς χώρας. Τί γλυκόφωνες καμπάνες! Ὄχι σὰν τὶς κρύες τὶς εὐρωπαϊκές, ποὺ θαρρεῖς πὼς εἶναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε ὅλοι, βάζανε τὰ καλά τους,καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιά. Σὰν τελείωνε ἡ Λειτουργία, γυρίζανε στὰ σπίτια τους. Οἱ δρόμοι ἀντιλαλούσανε ἀπὸ χαρούμενες φωνές. Οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν ἤτανε ἀνοιχτὲς καὶ φεγγοβολούσανε. Τὰ τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ ἄσπρα τραπεζομάντηλα, κι εἴχανε πάνω ὅτι βάλει ὁ νοῦς σου. Φτωχοὶ καὶ πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οἱ ἀρχόντοι στέλνανε ἀπ᾿ ὅλα στοὺς φτωχούς. Κι ἀντὶς νὰ τραγουδήσουνε στὰ τραπέζια, ψέλνανε τὸ «Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε», «Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει», «Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον». Ἀφοῦ εὐφραινόντανε ἀπ᾿ ὅλα, πλαγιάζανε «ξέγνοιαστοι, σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ποὺ κοιμόντανε κοντὰ στὸ παχνί, τότες ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ιουδαίας.
Τώρα ἂς πᾶμε τὴν ἴδια βραδιὰ στὴν ἀντικρινὴ στεριά, ποὺ τρεμοσβήνουνε ἕνα-δύο μικρὰ φωτάκια, πέρα ἀπὸ τὸ πέλαγο ποὺ βογγᾶ ἀπὸ τὸν ἄγριο τὸν χιονιᾶ. Εἶναι ἕνα μαντρὶ πίσω ἀπὸ μία ραχούλα κοντὰ στὴ θάλασσα, φυτρωμένη ἀπὸ πουρνάρια. Αὐτὸ τὸ μαντρὶ εἶναι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου. Τὰ πρόβατα εἶναι σταλιασμένα κάτω ἀπὸ τὴ σαγιὰ καὶ ἀκούγουνται τὰ κουδούνια, τὶν-τίν, ὅπως ἀναχαράζουνε. Ἐπειδὴ γεννᾶνε, οἱ τσομπαναραῖοι παρὰ-φυλάγουνε καί, μόλις γεννηθεῖ κανένα ἀρνί, τ᾿ ἁρπᾶνε καὶ τὸ μπάζουνε στὸ καλύβι καὶ τὸ ζεσταίνουνε στὴ φωτιὰ νὰ μὴν παγώσει. Ἀπ᾿ ὄξω φωνάζουνε οἱ μαννάδες. Ἡ φωτιὰ ξελοχίζει καὶ τὸ καλύβι εἶναι σὰν χαμάμι. Ἐκεῖ-μέσα βρίσκουνται ἓξ᾿-ἑφτὰ νοματέοι, καθισμένοι γύρω ἀπὸ τὸν σοφρᾶ.
Πρῶτος εἶναι ὁ ἀρχιτσέλιγκας Γιάννης ὁ Βλογημένος, πού, ἅμα τὸν δεις, θαρρεῖς πῶς βρίσκεσαι ἀληθινὰ στὸ μαντρὶ πού γεννήθηκε ὁ Χριστός. Εἶναι ἀρχαῖος ἄνθρωπος, ἀθῶος, μὲ γένια μαῦρα, σὰν ἅγιος. Τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶ εἶναι βρακιὰ ἀνατολίτικα, στὰ ποδάρια του ἔχει τυλιγμένα πετσιὰ δεμένα μὲ λαγάρες, στὸ σελάχι του ἔχει ἤσκα καὶ τσακμάκι. Κι οἱ ἄλλοι τσομπάνηδες εἶναι σὰν τὸν Γιάννη, μονάχα ποὺ ὁ Γιάννης κάθεται μὲ τὸ πουκάμισο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ἐπειδὴ βγαίνουνε ὄξω γιὰ νὰ κοιτάζουνε τὰ νιογέννητα, φορᾶνε προβιὲς προβατίσιες μὲ τὸ μαλλὶ γυρισμένο ἀπὸ μέσα. Αὐτοὶ ποὺ κάθουνται στὸν σοφρᾶ εἶναι μουσαφιραῖοι. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Παναγῆς ὁ Στριγκάρος, κοντραμπατζῆς ξακουσμένος γιὰ τὴν παλικαριά του. Εἶχε πάγει γιὰ κυνήγι καὶ νυχτώθηκε στὸ μαντρί.
Μὲ τὸν Γιάννη γνωριζόντανε ἀπὸ χρόνια, κι εἶχε κοιμηθεῖ πολλὲς φορὲς στὴ στάνη. Οἱ ἄλλοι τρεῖς ἤτανε καρβουνιάρηδες, ποὺ κάνανε κάρβουνα ἐκεῖ-κοντά. Οἱ ἄλλοι δύο ἤτανε ψαρᾶδες, ὁ γερο-Ψύλλος μὲ τὸ γιό του τὸν Κωσταντῆ. Καθόντανε λοιπὸν γύρω στὸ σοφρᾶ καὶ τρώγανε. Ἀπάνω στὸ τραπέζι ἤτανε κρέατα, μυτζῆθρες ἀνάλατες, μανούρια, ἁγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ. Ὁ ἕνας ὁ καρβουνιάρης ἤτανε ἀπὸ τὰ μπουγάζια τῆς Πόλης, ἀπὸ τὴ Μάδυτο, κι ἤξερε κι ἔψελνε καλά, εἶχε καὶ φωνὴ γλυκιὰ καὶ βαριά, τζουράδικη. Ἔψαλε τὸ Μεγάλυνον, ψυχή μου, μὲ τέτοιο μεράκι, ποὺ κλάψανε οἱ ἄλλοι ποὺ τὸν ἀκούγανε, κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Τὸ καλύβι γίνηκε σὰν ἐκκλησιά, ἔλεγες πὼς ἐκεῖ μέσα γεννήθηκε ὁ Χριστός. Ἀπ᾿ ἔξω ὁ χιονιᾶς μούγκριζε καὶ τσάκιζε τὰ ρουπάκια. Ὁ γερο-Στριγκάρος καθότανε στὰ σκοτεινὰ συλλογισμένος καὶ μασοῦσε τὸ μουστάκι του. Φοροῦσε μία κατσούλα ἀπὸ ἀστραχάν, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔκανε ζέστη, κι εἶχε χωμένη τὴν ἀπαλάμη τοῦ κάθε χεριοῦ του μέσα στ᾿ ἀνοιχτὸ μανίκι τ᾿ ἀλλουνοῦ χεριοῦ. Γιὰ μία στιγμὴ σωπάσανε νὰ κουβεντιάζουνε.
Ὁ Στριγκάρος, σκυφτός,κοίταζε τὸ χῶμα. Κούνησε κάμποσο τὸ κεφάλι του, κι ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε: Βρὲ παιδιά, καλὰ ἐσεῖς, γιορτάζετε τὴ χάρη Του, εἴσαστε καλοὶ ἄνθρωποι. Ἂμ ἐγώ, τί ψυχὴ θὰ παραδώσω, ποὺ σκότωσα καμιὰ κοσαριὰ ἀνθρώπους; Ἀκόμα καὶ γυναῖκες ξεκοίλιασα, καὶ μωρὰ πράματα χάλασα! Κανένας δὲ μίλησε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ ὥρα, σὰν νά ῾τανε μοναχός, ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι ἀναστέναξε κι εἶπε: «Ἄραγες ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισο;… Καὶ δάγκασε τὸ μουστάκι του. Ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι εἶπε μέσα στὸ στόμα του, σὰ νὰ μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του: Δὲν μπορεῖ! Κάτι τις θὰ ὑπάρχει… Καὶ δὲν ξαναμίλησε…
Φώτης Κόντογλου-
Από το βιβλίο ”Το Ἀϊβαλί, ἡ πατρίδα μου”
“Τά Χριστούγεννα ἑνός ἀγοριοῦ”
…Κάπου, κάποτε, ἀκριβῶς παραμονές Χριστουγέννων, συνέβη σέ μία τεράστια πόλη καί μέ τρομερή παγωνιά.
Ἔχω τήν ἐντύπωση, λοιπόν, ὅτι ὑπῆρχε στό ὑπόγειο ἕνα ἀγόρι, ὅμως πολύ μικρό ἀκόμα, ἔξι χρονῶν ἤ μπορεῖ καί μικρότερο. Αὐτό τό ἀγόρι ξύπνησε τό πρωί μέσα σέ ἕνα ὑγρό, κρύο ὑπόγειο. Φοροῦσε κάτι σάν ρομπάκι καί τουρτούριζε. Ἡ ἀνάσα του ἔβγαινε ἀπό τό στόμα του σάν ἄσπρος ἀχνός, κι ἐκεῖνο, καθισμένο πάνω σέ ἕνα σεντούκι στή γωνίτσα, διασκέδαζε παρατηρώντας την νά πετάει καί νά χάνεται.
Ὅμως, ἤθελε τόσο πολύ νά φάει κάτι. Εἶχε πλησιάσει κάμποσες φορές ἀπό τό πρωί τό σανιδένιο κρεβάτι, ὅπου πάνω σέ ἕνα λεπτό σάν φύλλο στρῶμα καί μέ ἕναν μπόγο γιά μαξιλάρι κειτόταν ἡ ἄρρωστη μητέρα του. Πῶς βρέθηκε ἄραγε ἐδῶ; Θά πρέπει νά ἦρθε μέ τό ἀγοράκι της ἀπό κάποια ἄλλη πόλη καί ἀρρώστησε ξαφνικά. Τήν ἰδιοκτήτρια τῶν κρεβατιῶν τήν εἶχαν συλλάβει δύο μέρες πρίν. Οἱ ἔνοικοι σκόρπισαν στά πόστα τους, λόγω γιορτῶν, κι ἕνας ἀκαμάτης πού ἔμεινε κειτόταν ἤδη μεθυσμένος τοῦ θανατά ὁλόκληρα εἰκοσιτετράωρα, χωρίς νά περιμένει κἄν τή γιορτή.
Στήν ἄλλη ἄκρη τοῦ δωματίου βογκοῦσε μία ὀγδοντάχρονη γριούλα, πού ἔζησε κάποτε, κάπου, σάν γκουβερνάντα, καί τώρα πέθαινε μόνη, βογκώντας, μουρμουρίζοντας καί γκρινιάζοντας στό ἀγόρι, πού ἄρχισε νά φοβᾶται πιά νά πλησιάσει πρός τή γωνιά της. Κάπου σέ μία πεζούλα ἀνακάλυψε κάτι γιά νά πιεῖ, ἀλλά δέ βρῆκε οὔτε μία κόρα ψωμί γιά νά φάει, καί πήγαινε τώρα γιά δέκατη φορά νά ξυπνήσει τή μητέρα του. Τελικά, μέσα στό σκοτάδι ἐνίωσε νά φοβᾶται: εἶχε βραδιάσει ἐδῶ καί ὥρα, ἀλλά κανείς δέν ἄναψε φῶς.
Ψηλαφώντας τό πρόσωπο τῆς μαμᾶς του, παραξενεύτηκε πού ἐκείνη δέν κουνήθηκε καθόλου καί ἦταν τόσο παγωμένη ὅσο κι ὁ τοῖχος. «Πολύ κρύο κάνει ἐδῶ μέσα», σκέφτηκε, στάθηκε λίγο ἀκόμα, ξεχνώντας ἀσυναίσθητα τό χέρι του στόν ὦμο τῆς μακαρίτισσας, μετά χουχούλιασε τά δαχτυλάκια του, γιά νά τά ζεστάνει, καί ξαφνικά, ξετρυπώνοντας ἀπό τό κρεβάτι τό κασκετάκι του, σιγά σιγά, ψηλαφητά, βγῆκε ἀπό τό ὑπόγειο. Θά εἶχε φύγει νωρίτερα, ἀλλά φοβόταν ἐκεῖ πάνω στή σκάλα τό μεγάλο σκυλί πού στεκόταν ὁλημερίς ἔξω ἀπό τήν πόρτα τῶν γειτόνων. Ὅμως, τώρα πιά τό σκυλί δέν ἦταν ἐκεῖ, κι αὐτός βγῆκε γρήγορα στό δρόμο.
Θεέ μου, τί πόλη ἦταν αὐτή! Ποτέ ἄλλοτε δέν εἶχε δεῖ κάτι παρόμοιο. Ἐκεῖ ἀπ’ ὅπου ἐρχόταν, τίς νύχτες πέφτει μαῦρο σκοτάδι, ἕνας φανοστάτης φωτίζει ὅλο τό δρόμο. Τά ξύλινα, χαμηλούτσικα σπιτάκια κλειδαμπαρώνονται μέ παντζούρια. Ἔξω, μέ τό πού θά πάρει νά σουρουπώνει, δέ θά δεῖς κανέναν —κλείνονται ὅλοι στά σπίτια τους, καί τό μόνο πού ἀκοῦς εἶναι τό οὐρλιαχτό ἀπό ὁλόκληρα κοπάδια σκυλιῶν, ἑκατοντάδες καί χιλιάδες ἀπό αὐτά ἀλυκτοῦν καί γαβγίζουν ὅλη τή νύχτα. Ὡστόσο, ἐκεῖ κάτω ἦταν τόσο ζεστά καί τοῦ ἔδιναν νά φάει, ἐνῶ ἐδῶ, ὤ Θεέ μου, ἄς ἔτρωγε μία στάλα! Καί τί θόρυβος καί φασαρία εἶναι αὐτή, πόσο φῶς καί πόσοι ἄνθρωποι, ἄλογα καί ἅμαξες, καί παγωνιά, παγωνιά! Παγωμένος ἀχνός βγαίνει ἀπό τά καταπονημένα ἄλογα, ἀπό τίς καυτές ἀνάσες τους. Κάτω ἀπό τό λιωμένο χιόνι βροντοκοποῦν πάνω στήν πέτρα τά πέταλά τους, κι ὅλοι σπρώχνονται τόσο καί, ὤ Θεέ μου, πόσο θέλει νά φάει, ἕνα κομματάκι ὁτιδήποτε ἔστω, καί τά δάχτυλα ἄρχισαν ξαφνικά νά πονᾶνε τόσο. Δίπλα του πέρασε τό ὄργανο τῆς τάξης πού ἔστρεψε ἀλλοῦ τό πρόσωπό του, γιά νά μή δεῖ τό μικρό.
Νά κι ἄλλος δρόμος, τόσο πλατύς! Ἐδῶ σίγουρα μποροῦν νά σέ ποδοπατήσουν. Πῶς φωνάζουν ὅλοι, πῶς τρέχουν καί τί φῶτα, τί φῶτα! Ὤ, αὐτό τί εἶναι; Ά, ἕνα μεγάλο τζάμι, καί πίσω ἀπό τό τζάμι ἕνα δωμάτιο, καί στό δωμάτιο ἕνα δέντρο ἴσαμε τό ταβάνι. Εἶναι ἕνα ἔλατο, καί πάνω στό ἔλατο τόσα φωτάκια, τόσα χρυσαφένια χαρτάκια καί μῆλα καί κουκλάκια καί μικρά ἀλογάκια. Πέρα δώθε στό δωμάτιο τρέχουν παιδιά, στολισμένα καί καθαρά, γελοῦν καί παίζουν καί κάτι τρῶνε καί πίνουν. Νά, τό κοριτσάκι ἐκεῖνο ἄρχισε νά χορεύει μέ τό ἀγοράκι, τί ὄμορφη κοπελίτσα! Ὁρίστε κι ἡ μουσική πού ἀκούγεται πίσω ἀπό τό τζάμι.
Κοιτάζει ὁ μικρός καί θαυμάζει, γελάει μάλιστα, τώρα τοῦ πονᾶνε ἤδη καί τά δαχτυλάκια τῶν ποδιῶν, ἐνῶ τῶν χεριῶν ἔγιναν πιά κατακόκκινα, δέν κλείνουν καί πονᾶνε ὅταν τά κουνάει. Ξάφνου τό ἀγόρι θυμήθηκε ὅτι τοῦ πονᾶνε τόσο πολύ τά δάχτυλα, ἔβαλε τά κλάματα καί συνέχισε τό δρόμο του, ἀλλά νά πού πάλι βλέπει, μέσα ἀπό ἕνα ἄλλο τζάμι, ἕνα ἄλλο δωμάτιο κι ἕνα δέντρο, καί στά τραπέζια πάνω γλυκίσματα κάθε εἴδους —ἀμυγδαλωτά, κόκκινα, κίτρινα, καί κάθονται ἐκεῖ τέσσερις πλούσιες κυρίες, πού δίνουν σέ ὅσους μπαίνουν γλυκά, κι ἀνοίγει γιά μία στιγμή ἡ πόρτα καί μπαίνουν ἀπ’ ἔξω κάμποσοι κύριοι. Πλησίασε στά κλεφτά ὁ μικρός, ἄνοιξε τήν πόρτα καί μπῆκε. Ὄχ, τί φωνές ἦταν αὐτές καί τί χειρονομίες!
Μία κυρία ἔτρεξε γρήγορα, τοῦ ἔβαλε στό χέρι ἕνα καπίκι καί τοῦ ἄνοιξε τήν πόρτα γιά νά βγεῖ. Πόσο φοβήθηκε ὁ μικρός! Τό καπίκι τοῦ ἔπεσε τήν ἴδια στιγμή καί κύλησε πάνω στά σκαλοπάτια, γιατί δέν μποροῦσε, βλέπετε, νά κλείσει τά κόκκινα δάχτυλά του καί νά τό σφίξει. Τό ἔβαλε στά πόδια ὁ μικρός κι ἔτρεξε, ὅσο πιό γρήγορα μποροῦσε, χωρίς νά ξέρει πρός τά ποῦ. Πάλι θέλει νά κλάψει, ἀλλά φοβᾶται, καί τρέχει, τρέχει χουχουλιάζοντας τά χεράκια του. Τότε τόν πιάνει μία θλίψη, γιατί ξαφνικά ἔνιωσε τόσο μόνος καί τόσο ἀπαίσια. Ὅμως, ξάφνου, Θεέ καί Κύριε! Τί εἶναι αὐτό πάλι; Ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων στέκεται καί κάτι κοιτάζει: σέ ἕνα παράθυρο, πίσω ἀπό τό τζάμι, τρεῖς κοῦκλες, μικρές, μέ κόκκινα καί πράσινα ρουχαλάκια, καί ἐντελῶς σάν ζωντανές!
Ἕνα γεροντάκι κάθεται καί σάν νά παίζει ἕνα μεγάλο βιολί, δύο ἄλλοι στέκονται ὄρθιοι καί παίζουν μικρότερα βιολιά, καί κουνᾶνε τά κεφάλια τους μέ ρυθμό, κι ἔπειτα κοιτᾶνε ὁ ἕνας τόν ἄλλο καί τά χείλη τούς κουνιοῦνται, μιλᾶνε, πραγματικά μιλᾶνε, μόνο πού λόγω τοῦ τζαμιοῦ δέν ἀκούγονται. Στήν ἀρχή ὁ μικρός σκέφτηκε ὅτι εἶναι ζωντανοί, ἀλλά, μόλις κατάλαβε ὅτι εἶναι κοῦκλες, ἔβαλε τά γέλια. Δέν εἶχε δεῖ ποτέ τέτοιες κοῦκλες καί δέν ἤξερε κἄν ὅτι ὑπάρχουν τέτοιες! Τοῦ ἔρχεται νά κλάψει, ἀλλά εἶναι τόσο ἀστεῖες αὐτές οἱ κοῦκλες.
Ξάφνου τοῦ φάνηκε ὅτι κάποιος πίσω του τόν ἅρπαξε ἀπό τό ρομπάκι του: ἕνα ψηλό κακιωμένο ἀγόρι στάθηκε δίπλα του, τοῦ ἔδωσε μία καρπαζιά, τοῦ πέταξε τό κασκέτο καί τοῦ ἔχωσε μία κλοτσιά. Κυλίστηκε ὁ μικρός στό ἔδαφος, κάποιοι ἔβαλαν τίς φωνές, τά ἔχασε τότε, πετάχτηκε πάνω καί ὅπου φύγει φύγει, μέχρι πού ἔφτασε κάπου, ἄγνωστο ποῦ, σέ μία αὐλή, μία ἄγνωστη αὐλή. Στάθηκε νά πάρει ἀνάσα πίσω ἀπό ἕνα σωρό ξύλων. «Ἐδῶ δέ θά μέ βροῦν, εἶναι κατασκότεινα».
Κάθισε μαζεμένος, χωρίς νά μπορεῖ νά συνέλθει ἀπό τό φόβο, καί τότε ἀπρόσμενα, ἐντελῶς ἀπρόσμενα, ἐνίωσε τόσο εὐχάριστα: τά χεράκια καί τά ποδαράκια τοῦ σταμάτησαν νά πονᾶνε κι αἰσθάνθηκε μία τέτοια ζεστασιά, τέτοια ζεστασιά, σάν νά βρισκόταν δίπλα στή σόμπα. Νάτος, τρεμουλιάζει ὁλόκληρος, ἄχ, μά ναί, μοιάζει νά ἀποκοιμιέται! Τί ὡραῖα νά κοιμόταν ἐδῶ: «Θά κάτσω λίγο καί θά πάω νά δῶ πάλι τίς κοῦκλες», σκέφτηκε ὁ μικρός καί χαμογέλασε, φέρνοντάς τες στό μυαλό του, ἐντελῶς σάν ἀληθινές!… Ἀλλά τότε ἄκουσε τή μητέρα του νά τοῦ τραγουδάει ἕνα νανούρισμα. «Μαμάκα, κοιμᾶμαι, ἄχ, τί ὡραία κοιμᾶμαι ἐδῶ πέρα!»
«Πᾶμε σπίτι μου, στό χριστουγεννιάτικο δέντρο, ἀγοράκι», ψιθύρισε ἀπό πάνω του μία σιγανή φωνή.
Σκέφτηκε ὅτι θά ἦταν ἡ μητέρα του, ἀλλά ὄχι, δέν ἦταν. Ποιός εἶναι αὐτός πού τόν καλεῖ, δέν τόν βλέπει, ὅμως ναί, κάποιος ἔσκυψε πάνω του καί τόν ἀγκαλίασε μέσα στό σκοτάδι, καί ὁ μικρός του ἔτεινε τό χέρι καί… καί τότε, ὤ, τί φῶς! Ὤ, τί ἔλατο εἶναι αὐτό! Μά δέν εἶναι κἄν ἔλατο, τέτοια δέντρα δέν εἶχε ξαναδεῖ ποτέ! Ποῦ βρίσκεται τώρα; Ὅλα λάμπουν, ὅλα ἀκτινοβολοῦν καί γύρω τόσες κοῦκλες, ἀγοράκια καί κοριτσάκια, τόσο λαμπερά, ὅλο στριφογυρνᾶνε γύρω του, πετᾶνε, τόν φιλᾶνε, τόν πιάνουν ἀπό τό χέρι, τόν παίρνουν μαζί τους, ναί, τώρα πετάει κι ὁ ἴδιος, καί βλέπει τή μητέρα του νά τόν κοιτάζει καί νά τοῦ χαμογελάει τόσο χαρούμενη.
«Μαμά! Μαμά! Ἄχ, τί ὡραῖα πού εἶναι ἐδῶ, μαμά!» τῆς φωνάζει ὁ μικρός καί ξαναφιλιέται μέ τά παιδάκια καί θέλει νά τούς μιλήσει ἀμέσως γιά τίς κοῦκλες ἐκεῖνες πίσω ἀπό τό τζάμι. «Ποιά εἶστε ἐσεῖς, ἀγοράκια; Ποιές εἶστε ἐσεῖς, κοριτσάκια;» ρωτάει γελώντας καί ἀγκαλιάζοντάς τα.
«Αὐτό εἶναι τό Δέντρο τοῦ Χριστοῦ», τοῦ ἀπαντᾶνε. «Στό σπίτι τοῦ Χριστοῦ πάντα τή μέρα αὐτή ὑπάρχει ἕνα δέντρο γιά τά μικρά παιδάκια πού δέν ἔχουν δικά τους δέντρα…»
Ἔμαθε τότε ὅτι τά ἀγοράκια καί τά κοριτσάκια ἦταν παιδάκια σάν κι αὐτόν, πού κάποια ξεπάγιασαν μέσα στά καλαθάκια τους, ὅταν τά ἐγκατέλειψαν στά σκαλιά τῶν σπιτιῶν τῶν ἀξιωματούχων τῆς Πετρούπολης, ἄλλα πέθαναν στό βρεφοκομεῖο, κάποια τρίτα ξεψύχισαν πάνω στό στεγνό στῆθος τῆς μητέρας τους (τήν ἐποχή τοῦ λοιμοῦ τῆς Σαμάρας), καί κάποια ἄλλα ἔσκασαν στά βαγόνια τῆς τρίτης θέσης ἀπό τίς ἀναθυμιάσεις, κι ὅλα εἶναι τώρα ἐδῶ, ὅλα εἶναι τώρα ἄγγελοι, κοντά στόν Χριστό, κι Ἐκεῖνος, ἀνάμεσά τους, τούς ἁπλώνει τό χέρι καί τά εὐλογεῖ, ὅπως καί τίς ἁμαρτωλές μητέρες τους…
Ναί, οἱ μητέρες τῶν παιδιῶν στέκονται ἐδῶ δίπλα στήν ἀκρούλα καί κλαῖνε. Ὅλες ἀναγνωρίζουν τό ἀγοράκι τους ἤ τό κοριτσάκι τους, τό πλησιάζουν καί τό φιλᾶνε, τοῦ σκουπίζουν τά δάκρυα μέ τά χέρια τους καί τοῦ ζητᾶνε νά μήν κλαίει, γιατί ἐδῶ εἶναι καλά τώρα…
Κάτω, τό πρωί, οἱ ὁδοκαθαριστές βρῆκαν τό μικρό πτωματάκι τοῦ ξεπαγιασμένου ἀγοριοῦ πίσω ἀπό τά ξύλα. Ἀναζήτησαν καί τή μητέρα του… Ἐκείνη εἶχε πεθάνει νωρίτερα. Συναντήθηκαν κοντά στόν Κύριο καί Θεό, στούς οὐρανούς.
Φιοντόρ Ντοστογιέφσκι:
“Τά Χριστούγεννα ἑνός ἀγοριού”
Ἀπό τό ἡμερολόγιο τοῦ συγγραφέα
Γιατί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίσθηκε μέ τή μορφή πύρινης γλώσσας;
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Ὅταν ὁ Κύριος βαπτίσθηκε στόν Ἰορδάνη τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίσθηκε ἐν εἴδει περιστερᾶς. Ἐμφανίσθηκε ὄχι γιά νά προσθέσει κάτι στόν Χριστό, ἀλλά συμβολικά, ἔτσι ὥστε νά δείξει αὐτό πού ὑπάρχει μέσα στόν Χριστό: τήν ἀκακία, τήν καθαρότητα καί τήν ταπεινότητα. Αὐτό συμβολίζει τό περιστέρι. Ὅταν οἱ ἀπόστολοι συγκεντρώθηκαν τήν πεντηκοστή ἡμέρα ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίσθηκε μέ τή μορφή πύρινων γλωσσῶν. Ἐμφανίσθηκε ὡς πύρινη γλώσσα γιά νά τούς ἀφαιρέσει κάτι καί νά τούς προσθέσει κάτι. Δηλαδή, νά ἀφαιρέσει ἀπό αὐτούς κάθε ἁμαρτία, κάθε ἀδυναμία, φόβο καί ἀκαθαρσία τῆς ψυχῆς καί νά τούς δωρίσει τή δύναμη, τό φῶς καί τή ζεστασιά. Οἱ πύρινες γλῶσσες ἐπισημαίνουν συμβολικά αὐτά τά τρία: τή δύναμη, τό φῶς καί τή ζεστασιά.
Γνωρίζεις ὅτι τό πῦρ εἶναι δυνατό, γνωρίζεις πώς φωτίζει καί ζεσταίνει. Ἀλλά ὅταν μιλᾶς γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα πρόσεξε νά μήν σκέπτεσαι ὑλικά ἀλλά πνευματικά. Γίνεται λόγος λοιπόν, γιά τήν πνευματική δύναμη, γιά τό πνευματικό φῶς καί γιά τήν πνευματική ζεστασιά.
Καί αὐτά εἶναι: ἡ δυνατή θέληση, ὁ φωτισμένος νοῦς καί ἡ ζέση τῆς ἀγάπης.
Μ΄αὐτά τά τρία πνευματικά ὅπλα ἐξόπλισε τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ γιά νά ἀντιμετωπίσουν τόν κόσμο. Ὁ Διδάσκαλος τούς εἶχε ἀπαγορεύσει ἀκόμα καί ράβδο νά φέρουν ἀπό τά ἐπίγεια ὅπλα.
Γιατί τό πῦρ ἐμφανίζεται μέ τή μορφή γλωσσῶν πάνω ἀπό τά κεφάλια τους; Ἐπειδή οἱ ἀπόστολοι ἔπρεπε μέσω τῆς γλώσσας νά κηρύξουν στούς λαούς τό χαρμόσυνο νέο, τήν εὐαγγελική ἀλήθεια καί ζωή, τήν ἐπιστήμη τῆς μετάνοιας καί τῆς συγχώρεσης.
Μέ τόν λόγο ἔπρεπε νά μάθουν, μέ τόν λόγο νά θεραπεύουν, μέ τόν λόγο νά παρηγοροῦν, μέ τόν λόγο νά ἁγιάζουν καί νά καθοδηγοῦν, μέ τόν λόγο νά φροντίζουν τήν Ἐκκλησία. Ἐπίσης, μέ τόν λόγο νά ἀμύνονται, ἀφοῦ τούς εἶπε ὁ Ὁδηγός νά μήν φοβοῦνται τούς διῶκτες καί νά μήν ὑπερασπίζονται ἑαυτούς στά δικαστήρια κατά τό δοκοῦν, ἐπειδή εἶναι ἁπλοί ἄνθρωποι, καί τούς βεβαίωσε:
«Οὐ γάρ ὑμεῖς ἔστε οἱ λαλοῦντες ἀλλά τό Πνεῦμα τοῦ πατρός ὑμῶν τό λαλοῦν ἐν ὑμῖν» (Ματθ. 10, 20). Θά μποροῦσαν ἄραγε νά μιλοῦν τή συνηθισμένη γλώσσα τῶν ἀνθρώπων γιά τό μέγιστο χαρμόσυνο νέο τό ὁποῖο ἔφθασε ποτέ στά αὐτιά τῶν ἀνθρώπων, ὅτι ὁ Θεός ἐμφανίσθηκε στή γῆ καί ἄνοιξε στούς ἀνθρώπους τίς πύλες τῆς ἀθάνατης ζωῆς; Θά μποροῦσε ἄραγε ὁ ἄνθρωπος μέ τή θνητή ἀνθρώπινη φύση νά διαδώσει αὐτό τό ζωοποιό βάλσαμο μέσα ἀπό τή δυσωδία τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί μάλιστα ἕως τήν ἄκρη τοῦ κόσμου; Μέ τίποτα καί ποτέ.
Μόνο τό πύρινο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μποροῦσε νά τό κάνει, τό ὁποῖο διά στόματος ἀποστόλων σκόρπισε οὐράνιες σπίθες στό ἐπίγειο σκοτάδι.
Ἀλλά, ἄνθρωπε, δέν αἰσθάνθηκες ποτέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα σου; Δές, καί ἐσύ εἶσαι βαπτισμένος μέ Πνεῦμα· μέ νερό καί Πνεῦμα. Ἄραγε ποτέ δέν σέ ξάφνιασε μέσα σου κάποια μεγάλη καί φωτεινή σκέψη, σιωπηρός λόγος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Ποτέ δέν σέ ξάφνιασε σάν ἄνεμος καί δέν φούντωσε μέσα στήν καρδιά σου ἡ ἀγάπη γιά τόν Δημιουργό σου φέρνοντάς σου δάκρυα στά μάτια;
Παραδώσου στήν θέληση τοῦ Θεοῦ καί φύλαξε αὐτό πού δονεῖ τήν ψυχή· θά γνωρίσεις τό θαῦμα τῆς Πεντηκοστῆς, πού στάθηκε πάνω ἀπό τούς ἀποστόλους.
Εἰρήνη καί χαρά ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα.
Φυσικό καί γνωμικό θέλημα
Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Ρωμαῖος
Ὁ Κύριος καί Θεός, ὁ Σωτήρ ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, μεταξύ τῶν σωτηριωδῶν ἀληθειῶν, τίς ὁποῖες ἐδίδαξε, εἶπε:
«Ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ καί ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται».[1] Ὁ ἄνθρωπος, χωρισμένος, θεληματικά, ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, θεωρεῖ, ὡς θησαυρό του, αὐτό πού τοῦ ὑπαγορεύει τό φυσικό του θέλημα, μέ τό ὁποῖο σχηματίζει ἕνα ὑποκειμενικό «εἴδωλο θησαυροῦ», βιαστικά καί ἀμελέτητα, χωρίς σύνεση καί περίσκεψη,
Στή συνέχεια τῶν βιωμάτων του, προσκολλάει τήν καρδιά του σέ αὐτό τόν εἰδωλικό θησαυρό καί, κατά συνέπεια, ἡ καρδιά του λειτουργεῖ, εἰδωλολατρικά. Κάθε εἴδωλο, δημιουργεῖται εἴτε μέ πρωτοβουλία τοῦ φυσικοῦ εἴτε μέ πρωτοβουλία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος.
Ἡ ὑπόσταση καί λειτουργία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, ὅμως, ἕπεται τοῦ φρονήματος, τῆς γνώμης, πού σχηματίζεται καί εἶναι συνισταμένη τοῦ ὅλου πλαισίου τῶν παραγόντων καί τῶν συντελεστῶν πού δίνουν τήν ὀντότητα καί τήν λειτουργική ποιότητα στό κάθε πρόσωπο.
Ὁ Μέγας τῶν ἐθνῶν ἀπόστολος, ὁ ἅγιος Παῦλος, στήν ἐπιστολή του πρός Ρωμαίους διδάσκει τά ἑξῆς βαρυσήμαντα: «καί μή συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλά μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός ὑμῶν, εἰς τό δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ἀγαθόν καί εὐάρεστον καί τέλειον».
Ἡ θέση αὐτή τοῦ ἁγίου Παύλου, εἶναι καί χαρισματική καί ἐμπειρική. Ἔχει πλήρη συνείδηση, σφαιρική ἀντίληψη, καί γιά τό φυσικό καί γιά τό γνωμικό θέλημα κάθε ἀνθρώπου. Γνωρίζει πολύ καλά ὅτι δέν εἴμαστε τέλειοι, ὅσο καί ἄν ἐπιθυμοῦμε τήν τελειότητα, καί ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀβούλητης ἀτέλειάς μας, δέν πρέπει νά θεωροῦμε τό γνωμικό μας θέλημα τέλειο, παγιωμένο καί στάσιμο, ἀλλά πάντοτε εὑρισκόμενο σέ κατάσταση συνεχοῦς ἀναμόρφωσης, ἡ ἐπιτυχία τῆς ὁποίας , ἐν πολλοῖς, ἐξαρτᾶται ἀπό τό ρυθμό λειτουργίας τῆς ἐσωτερικῆς καί ἐξωτερικῆς ἐλευθερίας μας, ὡς ἀπαραίτητης προϋπόθεσης κατανόησης καί ἀποδοχῆς τοῦ θελήματος καί τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος, πρίν ἀπό τήν ἄμεση κλήση του ὑπό τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στήν πορεία του πρός τή Δαμασκό, ἦταν φανατικά «συσχηματισμένος» μέ τό θρησκευτικό καί κοινωνικό του περιβάλλον καί, κατά συνέπεια, τό γνωμικό του θέλημα τόν ὁδηγοῦσε νά ἐγκληματεῖ κατά τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Χριστιανῶν.
Δέν πρέπει νά διαφεύγει τῆς προσοχῆς μας, ὅτι αὐτό τό ἐγκληματικό γνωμικό θέλημά του, τό ἐπικύρωναν οἱ κοινωνικοί καί θρησκευτικοί παράγοντες τοῦ τότε «αἰῶνος». Ἐθεωρεῖτο ἄψογος ἐνῶ λειτουργοῦσε τήν ὑπαρξή του ἐγκληματικά! Σέ μιά ὅμοια κατάσταση, στίς μέρες μας καί κατά ἕνα μεγάλο ποσοστό τοῦ συνόλου πληθυσμοῦ τῆς Χώρας μας, βρίσκονται καί οἱ βαπτισμένοι στήν ἱερά Κολλυμβήθρα τῆς Ἐκκλησίας μας Χριστιανοί, ἀκριβῶς ἐξαιτίας τοῦ ὅτι ἔχουν συσχηματιστεῖ τῷ αἰῶνι τούτῳ. Τό γνωμικό τους θέλημα, εἶναι ἀντίθετο πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τῆς Καινῆς Διαθήκης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί βρίσκεται συσχηματισμένο μέ τά φρονήματα τῆς σύγχρονης ούμανιστικῆς καί ἡδονολατρικῆς κοινωνίας, τῆς παραπαιούσης μεταξύ ἀμοραλισμοῦ καί ἐγκληματικῆς διαστροφῆς.
Σημειώσεις
[1] Λουκ. 12, 34 καί Ματθ. 6, 21
Ἀνάσταση! Ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Ἀνάσταση! Ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.
Ἀρχιμ. Εὐσέβιου Βίττη.
«Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν». Ὅσο κι ἄν μᾶς φαίνεται κατανοητή ἡ φράση αὐτή καί ὁ προσδιορισμός τοῦ νοήματός της, ὅμως ἀποτελεῖ μυστήριο, γιατί μυστήριο εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, μέ τόν ὁποῖο ταυτίζεται. Ὅσο ἄπειρος εἶναι ὁ Θεός, τόσο ἄπειρη εἶναι καί ἡ ἀγάπη του. Καί ὅσο λίγο κατανοοῦμε τό Θεό, τόσο λίγο μποροῦμε νά κατανοήσουμε καί τό νόημα αὐτῆς τῆς φράσεως, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη στήν ὁλότητά του, γιατί ξεπερνάει τά ὅρια τῆς περιορισμένης μᾶς λογικῆς. Μένουν ὅμως κάποια στοιχεῖα καί μερικά περιθώρια κατανοήσεως κάποιων ἐκδηλώσεων τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τόσο στή σύνολη δημιουργία, ὅσο καί στή σχέση τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο. Ἀλλιῶς δέ θά εἶχε νόημα ἡ ὁμιλία αὐτή.
Μία προσπάθεια προσεγγίσεως τῆς θείας ἀγάπης ἀποτελεῖ ἡ περιγραφή, πού ἐπιχειρεῖ σχετικά ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης μιλώντας γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὡς «ἐκστατικότητα τοῦ Θεοῦ». Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι μία κατά κάποιον τρόπο μυστικόν καί ἀπροσπέλαστον νοητικά «ἔκσταση», δηλαδή ἔξοδος τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἑαυτό του, χωρίς ὅμως νά «ἐξίσταται» ὁ Θεός, χωρίς δηλαδή νά βγαίνει ἀπό τόν ἑαυτό του! Ἀκατανόητο αὐτό καί ἀντινομικό, ἀλλά μόνον ἔτσι μπορεῖ νά ἐκφραστεῖ αὐτή ἡ διαπίστωση.
Ὁ Θεός πληροί τά πάντα καί περιέχει τά πάντα, ἀλλά ὁ ἴδιος δέν περιέχεται ἀπό τίποτε. Πῶς λοιπόν εἶναι δυνατόν νά «ἐξίσταται» ὁ Θεός, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει χῶρος γιά νά «ἐκστεῖ» ἔξω ἀπό αὐτόν, γιατί εἶναι ἀπερίληπτος; Πῶς μπορεῖ δέ νά ἐξίσταται, καί ὅμως νά παραμένει μή ἐξισταμένος; «Μείωση» ἤ «σμίκρυνση» τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπαράδεκτη καί ἀκατανόητη. Ἄς ἰδοῦμε ὅμως τί ἀκριβῶς μᾶς λέει ὁ Ἅγιος καί ἄς κατανοήσει ὁ καθένας μᾶς ὅ, τί μπορεῖ, ἀφοῦ ὁ χρόνος δέ μᾶς ἐπιτρέπει ἀναλύσεις καί σχολιασμούς. «Ἄς τολμήσουμε, λέει, νά ποῦμε ἐτοῦτο χάριν τῆς ἀλήθειας, ὅτι αὐτός ὁ αἴτιος τῶν ὅλων ἐξαιτίας τοῦ καλοῦ καί ἀγαθοῦ ἔρωτος γιά ὅλα ἀπό ὑπερβολή ἐρωτικῆς ἀγαθότητος βγαίνει ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του μέ τίς πρόνοιές του γιά ὅλα τά ὄντα.
Καί θέλγεται κατά κάποιον τρόπο ἀπό τήν ἀγαθότητα καί τήν ἀγάπη καί τόν θεῖο ἔρωτα. Ἀπό ἐκεῖ, πού εἶναι πάνω ἀπό ὅλα καί ὑψηλότερος ἀπείρως ἀπό αὐτά, κατεβαίνει σέ ὅλα μέ ἐκστατική δύναμη ὑπερούσια, χωρίς νά ἐξέρχεται οὐσιαστικά ἀπό τόν ἑαυτό του. Γι’ αὐτό κι ἐκεῖνοι, πού ξέρουν καλά τά θεία, τόν ἀποκαλοῦν ζηλωτή, ἐπειδή ἔχει πολύν αὐτόν τόν ἔρωτα πρός τά ὄντα. Καί ἐπειδή γι’ αὐτά προνοεῖ».
Καί ἐπεξηγεῖ ὁ ἅγιος Ἰερόθεος τήν ἔννοια τοῦ ὄρου ἔρως: «Τόν ἔρωτα εἴτε θεῖον εἰποῦμε εἴτε ἀγγελικόν εἴτε νοερόν εἴτε ψυχικόν εἴτε ἀκόμη καί φυσικόν, πρέπει νά τόν ἐννοήσουμε ὡς μία δύναμη πού προξενεῖ ἕνωση. Καί κινεῖ τά ἀνώτερα νά προνοοῦν γιά τά κατώτερα, ἐκεῖνα πού εἶναι τῆς ἴδιας σειρᾶς τά κινεῖ νά ἔχουν ἀμοιβαία συνοχή καί κοινωνία, καί τέλος κινεῖ τά κατώτερα νά ἐπιστρέψουν στά καλύτερα καί ἀνώτερά τους».
Ἑπομένως ὁ Θεός «ἐξίσταται» μέ μία πνευματική κίνηση ἀγαπητική πρός τά δημιουργήματά του, καί εἰδικότερα πρός τά λογικά πλάσματά του, ὅπως εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Καί ὁ ἅγιος Διονύσιος συνεχίζει: «Ὁ θεῖος ἔρως εἶναι ἀπό τή φύση τοῦ ἐκστατικός.
Δέν ἀφήνει τούς ἐραστές νά ἀνήκουν στόν ἑαυτό τους. Καί αὐτό τό δείχνουν ἀπό τήν πρόνοια, πού δείχνουν γιά τά κατώτερα. Ἐκεῖνα πού εἶναι τῆς ἴδιας σειρᾶς τή δείχνουν ἀπό τή μεταξύ τους συνοχή. Καί τά χαμηλότερα ἀπό τή θειότερη ἐπιστροφή τους πρός τά πρῶτα.
Γι’ αὐτό ὁ θεῖος Παῦλος, πού κυριεύθηκε ἀπό τόν θεῖον ἔρωτα καί δοκίμασε τήν ἐκστατική του δύναμη, λέει μέ ἔνθεο στόμα: «δέν ζῶ ἐγώ, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός», ὡς ἀληθινός ἐραστής, πού μέσα τοῦ εἶχε ὑποστεῖ ἔκσταση πρός τό Χριστό, ὅπως λέει ὁ ἴδιος στήν πρός Κορινθίους Ἐπιστολή του. Δέ ζοῦσε ἑπομένως τή δική του ζωή, ἀλλά τή ζωή τοῦ ἀγαπημένου του ὡς ὑπερβολικά ἀγαπητή καί ποθητή».
Καί ὁ μεγάλος θεολόγος, ὁ ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, λέει τά ἑξῆς: «Οἱ θεολόγοι ὀνομάζουν τό θεῖον ἄλλοτε ἔρωτα, ἄλλοτε ἀγάπη, ἄλλοτε ἐραστό καί ἀγαπητό. Γι’ αὐτό ὁ ἔρως, πού εἶναι ἀγάπη, κινεῖται (πρός τά ἔξω), ὡς ἐραστό δέ καί ἀγαπητό κινεῖ πρός τόν ἑαυτό τοῦ ὅλα ὅσα εἶναι δεικτικά ἔρωτος καί ἀγάπης.
Καί, γιά νά τό ξαναποῦμε καθαρότερα καί σαφέστερα, κινεῖται πρός ἐκεῖνα πού εἶναι δεικτικά ἔρωτος καί ἀγάπης, προξενώντας μία ἐσωτερική σχέση. Καί κινεῖ, γιατί εἶναι ἐκ φύσεως ἑλκυστικός της ἐπιθυμίας ἐκείνων, πού κινοῦνται πρός αὐτόν. Καί πάλι κινεῖ καί κινεῖται, γιατί ὁ θεῖος ἔρως διψάει νά τόν διψοῦν, ποθεῖ νά ποθεῖται καί ἀγαπάει νά τόν ἀγαποῦν». τό ἴδιο ἄλλωστε ἰσχύει καί ἀπό τήν πλευρά τῶν ἀγαπημένων ἐν σχέσει πρός τόν Κύριο, ὡς πηγή τῆς θείας ἀγάπης.
Καί συνεχίζει: «Πηγή καί γεννήτορας τῆς ἀγάπης καί τοῦ θείου καί ἁγίου ἔρωτος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Γιατί αὐτός, ἐνῶ ὑπῆρχε αὐτή ἡ ἀγάπη μέσα του, τήν πρόβαλε πρός τά ἔξω, δηλαδή πρός τά κτίσματά του. Σύμφωνα μέ αὐτό ἔχει λεχθεῖ ὅτι “ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη”. Συνέχεια
«Θάνατος ποιμανεῖ αὐτούς» ( Ψαλμ. μη΄, 15 )
Ἀρχιμ. Αντωνίου Ρωμαίου
«Αὐτούς θά τούς ποιμάνει ὁ θάνατος», λέει ὁ Ψαλμωδός. Σύμφωνα μέ τά βιβλικά δεδομένα, δέν πρόκειται ἐδῶ γιά εἰρωνεία στήν ἔκφραση, ἀλλά γιά διαγνωστική προαγγελία.
Ἤδη, στό Δευτερονόμιο τῆς Πεντατεύχου τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, παρουσιάζεται ὁ Θεός νά κάνει αὐτή τή διαγνωστική προαγγελία μέ τά λόγια: «᾿Ιδοὺ ἐγώ δίδωμι ἐνώπιον ὑμῶν σήμερον τὴν εὐλογίαν καί τὴν κατάραν· τὴν εὐλογίαν, ἐὰν ἀκούσητε τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ὑμῶν, ὅσας ἐγώ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, καί τὴν κατάραν, ἐὰν μὴ ἀκούσητε τὰς ἐντολὰς Κυρίου τοῦ Θεοῦ ἡμῶν, ὅσα ἐγώ ἐντέλλομαι ὑμῖν σήμερον, καί πλανηθῆτε ἀπὸ τῆς ὁδοῦ, ἧς ἐνετειλάμην ὑμῖν, πορευθέντες· λατρεύειν θεοῖς ἑτέροις, οὓς οὐκ οἴδατε» [1].
Στήν ἱστορική διαδρομή του, ὁ λαός τοῦ Ἰσραήλ ἔχει ἐπιβεβαιώσει, κατά ἐναλλασσόμενες περιόδους, τήν ἀναντίρρητη πραγματικότητα καί τῶν δύο φάσεων τῆς σχέσης του μέ τόν Θεό.
Σέ κάθε χρονική περίοδο, πού σεβόταν τόν Θεό καί ἐφήρμοζε τίς ἐντολές Του, μεγαλουργοῦσε, εὐημεροῦσε καί ἀντιμετώπιζε τούς ἐχθρούς του νικηφόρα. Στίς χρονικές περιόδους, πού παρασυρόταν ἀπό γειτνιάζοντα ἔθνη καί ἀπομακρυνόταν ἀπό τήν θεοκρατική πίστη καί κοσμοβιοθεωρία του, σέ σημεῖο, πού ἐγκατέλειπε καί τόν μονοθεϊσμό καί τήν παραδεδομένη λατρεία, ἔχανε τήν ἐθνική κυριαρχία του. Ὑποδουλωνόταν τότε σέ ἄλλους λαούς καί στρεφόταν στόν παγανισμό, στήν δεισιδαίμονα εἰδωλολατρία καί στήν ὑποκουλτούρα τῶν ἀκαλλιέργητων φυλῶν.
Σέ αὐτές τίς περιόδους τῆς παρακμῆς, ὁ Θεός δέν ἄφηνε τό λαό Του ἀβοήθητο. Προνοοῦσε γιά τήν παρουσία ἰσχυρῶν προσώπων, ἱκανῶν νά τόν ἐπαναφέρουν στήν παραδεδομένη πίστη καί λατρεία, ὅπως, γιά παράδειγμα, ὑπῆρξαν οἱ προφῆτες.
Μία τέτοια προσωπικότητα, ὁ Προφήτης Ἠσαΐας ἔκαμε τότε μία δυνατή παρέμβαση, λέγοντας: «Καὶ δεῦτε διαλεχθῶμεν, λέγει Κύριος· καὶ ἐὰν ὦσιν αἱ ἁμαρτίαι ὑμῶν ὡς φοινικοῦν, ὡς χιόνα λευκανῶ, ἐὰν δὲ ὦσιν ὡς κόκκινον, ὡς ἔριον λευκανῶ. καὶ ἐὰν θέλητε καὶ εἰσακούσητέ μου, τὰ ἀγαθὰ τῆς γῆς φάγεσθε· ἐὰν δὲ μὴ θέλητε, μηδὲ εἰσακούσητέ μου, μάχαιρα ὑμᾶς κατέδεται· τὸ γὰρ στόμα Κυρίου ἐλάλησε ταῦτα[2]».
Καλεῖ ὁ Θεός, μέ τόν Προφήτη Ἠσαΐα, τούς ἀποστατημένους Ἰσραηλῖτες σέ διάλογο καί, ὅπως θά λέγαμε σήμερα, τούς λέει: «Λοιπόν, ἐλᾶτε, κι ἂς κριθοῦμε μεταξύ μας, λέει ὁ Κύριος. Θέλω νά κάνω διάλογο μαζί σας. Γιατί μέ ἀποφεύγετε; Μήπως μέ φοβόσαστε, γιά τίς ἁμαρτίες πού ἔχετε κάνει; Εἶναι οἱ ἁμαρτίες σας κόκκινες σάν τό αἷμα; Μά θά μποροῦσαν νά γίνουν λευκές, σάν τό χιόνι. Ἔχουν τό χρῶμα τῆς πορφύρας; μά θά μποροῦσαν νά λευκανθοῦν, σάν καθάριο μαλλί». Συνέχεια
![metamorfosi_003[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/metamorfosi_0031.jpg)

![pantocrator[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/pantocrator1.jpg)