Ζωή στήν Εκκλησία
Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης
Ζωὴ σὲ ἀδιάλειπτη ἕνωση μὲ τὴν Ἐκκλησία. Πόσο ἀπαραίτητο εἶναι ν’ ἀνήκει ὁ ἄνθρωπος στὴ Μία, Ἁγία, Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία.
Πρέπει ὁπωσδήποτε ν’ ἀνήκουμε στὴν ἀληθινὴ Ἐκκλησία, Κεφαλὴ τῆς ὁποίας εἶναι ὁ παντοδύναμος Κύριος, ὁ ἄρχοντας τῆς ζωῆς καὶ τοῦ θανάτου, ὁ Ἰησοῦς Χριστός.
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἡ βασιλεία Του, πού μάχεται μὲ τὶς ἀρχές, μὲ τὶς ἐξουσίες καὶ τοὺς κοσμοκράτορες τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, μὲ τὰ πνεύματα τῆς πονηρίας «ἐν τοῖς ἐπουρανίοις». Συνθέτουν κι αὐτὰ ἕνα ὀργανωμένο βασίλειο καὶ πολεμοῦν τὸν ἄνθρωπο μ’ ἕναν ἰδιαίτερα ἒμπειρο, πανοῦργο, καλογυμνασμένο καὶ πανίσχυρο στρατό, ἀφοῦ πρῶτα μελετήσουν ὅλα τὰ πάθη καὶ τὶς ροπές του.
Στὸν πόλεμο αὐτὸν κανένας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ ν’ ἀγωνιστεῖ ἀπὸ μόνος του. Οἱ μεγάλες, μὴ ὀρθόδοξες κοινότητες, δὲν μποροῦν νὰ κάνουν τίποτα χωρὶς τὴν Κεφαλὴ -τὸν Χριστό. Δὲν μποροῦν νὰ νικήσουν αὐτοὺς τοὺς παμπόνηρους καὶ ἄγρυπνους ἐχθροὺς πού εἶναι πανεπιστήμονες στὸν πόλεμο αὐτόν.
ΟἹ ὀρθόδοξοι χριστιανοὶ διαθέτουν τὴν ἀπαραίτητη καὶ πανίσχυρη βοήθεια ἀπὸ τὸν οὐρανό, ἀπὸ τὸν Θεό. Ἔχουν ὡς συμμάχους τοὺς ἁγίους στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ πού κατατρόπωσαν τοὺς ἐχθρούς τῆς σωτηρίας μὲ τὴ δύναμη τῆς χάρης Του, ἔχουν τοὺς ποιμένες καὶ διδασκάλους, ἀλλά καὶ τὴ δύναμη τῆς προσευχῆς καὶ τῆς Θείας Κοινωνίας.
Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀκριβῶς ἕνας ἄριστος βοηθὸς στὸν ἀγώνα ἐναντίον τῶν ὁρατῶν καὶ ἀόρατων ἐχθρῶν. Εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, στὴν ὁποία ἀνήκουμε μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ. Οἱ καθολικοὶ ἐπινόησαν καινούργια κεφαλὴ καὶ ὑποβίβασαν τὴν ἀληθινὴ Κεφαλὴ τῆς Ἐκκλησίας, τὸν Χριστό. Οἱ λουθηρανοὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη ἀπομακρύνθηκαν κι ἒμειναν ἀκέφαλοι. Τὸ ἴδιο κι Οἱ ἀγγλικανοί. Δὲν ὑπάρχει Ἐκκλησία σ’ αὐτούς. Ὁ δεσμὸς μὲ τὴν Κεφαλὴ ἒσπασε. Δὲν ἒχουν βοήθεια ἄνωθεν. Ἔτσι ὁ Βελίαρ τοὺς πολεμᾶ μ’ ὅλες του τὶς δυνάμεις καὶ τὴν πανουργία του καὶ τοὺς κρατάει σφιχτὰ στὴν πλάνη καὶ τὴν ἀπώλεια. Πλήθη μεγάλα ὁδηγοῦνται στὴ διαφθορὰ καὶ τὸν ὄλεθρο. Συνέχεια
Πρός Κορινθίους β’ Ἐπιστολή
Ἁγίου Κλήμεντος Ρώμης
Πρός Κορινθίους β’ Ἐπιστολή
Ἀδελφοί, ἔτσι πρέπει νὰ πιστεύουμε γιὰ τὸν Ἰησοῦ Χριστὸ, ὅτι εἶναι Θεός, ὅτι εἶναι κριτὴς ζωντανῶν καὶ νεκρῶν, καὶ δὲν πρέπει νὰ εἶναι μικρὴ ἡ πίστη μας γιὰ τὴ σωτηρία μας. Διότι, ἐὰν εἶναι μικρὴ ἡ πίστη μας γι’ αὐτό, θὰ ἐλπίζουμε μικρὰ καὶ νὰ λάβουμε. Καὶ ὅσοι ἀκοῦνε ὅτι ἁμαρτάνουμε γιὰ μικροπράγματα, δὲν γνωρίζουν ἀπὸ πού ἔχουμε κληθεῖ καὶ ἀπὸ Ποιὸν καὶ στὴ θέση τίνων, καὶ πόσα πάθη ὑπέφερε ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιά μᾶς. Ποιὰ λοιπὸν ἀνταμοιβὴ θὰ Τοῦ δώσουμε ἐμεῖς; ἤ ποιὸ καρπὸ ἀντάξιο μ’ αὐτὸ πού ἔδωσε Ἐκεῖνος σέ μᾶς; καὶ πόσα ἀγαθὰ τοῦ ὀφείλουμε ἐμεῖς; Μᾶς χάρισε τὸ φῶς, μᾶς ὀνόμασε υἱοὺς ὡς Πατέρας, μᾶς ἔσωσε ἐνῶ χανόμασταν. Ποιὸν λοιπὸν ἔπαινο θὰ τοῦ δώσουμε ἤ μισθὸ ὡς ἀνταμοιβὴ γι’ αὐτὰ πού λάβαμε; Ἐνῶ ἤμασταν τυφλοὶ στὴ διάνοια, προσκυνώντας πέτρες καὶ ξύλα καὶ χρυσὸ καὶ ἄργυρο καὶ χαλκό, ἔργα ἀνθρώπων, ἐνῶ ἡ ζωὴ μας ὅλη δὲν ἦταν τίποτε ἄλλο, παρὰ θάνατος, καὶ ἐνῶ ἤμασταν περιτριγυρισμένοι ἀπὸ σκοτάδι καὶ τὰ μάτια μας ἦταν γεμάτα ἀπὸ τόσο μεγάλη συσκότιση, ξαναβρήκαμε τὸ φῶς μας, ἀποβάλλοντας τὸ σύννεφο ἐκεῖνο πού μᾶς περιτριγύριζε, μὲ τὴ δική Του θέληση. Διότι μᾶς ἐλέησε καὶ ἐπειδὴ μᾶς λυπήθηκε, μᾶς ἔσωσε, βλέποντας σὲ μᾶς μεγάλη πλάνη καὶ ἀφανισμό, χωρὶς νὰ ἔχουμε καμμιὰ ἐλπίδα σωτηρίας, παρὰ μόνο τὴ δική του. Μᾶς κάλεσε χωρὶς νὰ ὑπάρχουμε καὶ θέλησε νὰ ἔρθουμε στὴν ὕπαρξη ἀπὸ τὴν ἀνυπαρξία. «Δοκίμασε λοιπὸν εὐφροσύνη, γυναίκα στείρα πού δὲν γεννᾶς, ξέσπασε καὶ φώναξε δυνατά, σὺ πού δὲν ἔχεις πόνους τοκετοῦ διότι τὰ παιδιὰ τῆς ἔρημης εἶναι περισσότερα ἀπὸ ἐκείνης πού ἔχει τὸν ἄνδρα». Μὲ αὐτὸ πού εἶπε, «δοκίμασε εὐφροσύνη, στείρα πού δὲν γεννᾶς», ἐμᾶς ἐννοοῦσε˙ διότι ἡ Ἐκκλησία μας ἦταν στείρα προτοῦ τῆς δοθοῦν παιδιά. Καὶ αὐτὸ πού εἶπε, «φώναξε δυνατά, σὺ πού δὲν ἔχεις πόνους τοκετοῦ», σημαίνει τὸ ἑξῆς· νὰ ἀπευθύνουμε δηλαδὴ τὶς προσευχὲς μας ἁπλά στὸν Θεό, καὶ νὰ μὴ τὶς παραλείπουμε, ὅπως ἐκεῖνες πού κοιλοπονοῦν, ἀπὸ κακία. Καὶ αὐτὸ πού εἶπε, «διότι εἶναι περισσότερα τὰ παιδιὰ τῆς ἔρημης, ἀπὸ ἐκείνης πού ἔχει τὸν ἄνδρα», τὸ εἶπε ἐπειδὴ ἔδινε τὴν ἐντύπωση ὁ λαός μας ὅτι ἔχει ἐγκαταλειφθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, ἐνῶ τώρα πού πιστέψαμε γίναμε περισσότεροι ἀπὸ ἐκείνους πού νόμιζαν ὅτι ἔχουν τὸν Θεό.
Ἀλλά καὶ ἄλλος λόγος λέει˙ «δὲν ἦρθα νὰ καλέσω δίκαιους, ἀλλά ἁμαρτωλούς». Αὐτὸ σημαίνει ὅτι πρέπει νὰ σώζουμε αὐτοὺς πού χάνονται. Διότι αὐτὸ εἶναι μεγάλο καὶ ἄξιο θαυμασμοῦ, ὄχι δηλαδή, νὰ στηρίζεις αὐτούς πού στέκονται, ἀλλά αὐτούς πού πέφτουν. Ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς θέλησε νὰ σώσει αὐτούς πού χάνονται, καὶ ἔσωσε πολλοὺς μὲ τὸ νὰ ἔρθει καὶ νὰ καλέσει ἐμᾶς πού ἤμασταν ἤδη χαμένοι. Εἶναι λοιπὸν πολὺ μεγάλη ἡ ἐλεημοσύνη πού ἔκανε σὲ μᾶς˙ πρῶτα-πρῶτα ὅτι ἐμεῖς πού εἴμαστε ζωντανοὶ δὲν θυσιὰζουμε πλέον σὲ νεκροὺς θεοὺς καὶ οὔτε τοὺς προσκυνοῦμε, ἀλλά γνωρίσαμε μέσω αὐτοῦ τὸν Πατέρα τῆς ἀλήθειας· καὶ ποιὰ εἶναι ἡ γνώση πού ἔχουμε γι’ Αὐτόν, παρὰ τὸ ὅτι δὲν ἀρνιόμαστε Αὐτὸν μέσω τοῦ ὁποίου γνωρίσαμε Ἐκεῖνον; Ἐπίσης καὶ αὐτὸς λέει· «αὐτὸς πού θὰ μὲ ὁμολογήσει μπροστὰ στοὺς ἀνθρώπους, θὰ τὸν ὁμολογήσω κι ἐγώ μπροστὰ στὸν Πατέρα μου». Αὐτὸς λοιπὸν θα εἶναι ὁ μισθός μας, ἄν ὁμολογήσουμε Ἐκεῖνον διὰ τοῦ Ὁποίου σωθήκαμε. Καὶ μὲ τί τὸν ὁμολογοῦμε; Μὲ τὸ νὰ κάνουμε αὐτὰ πού λέει, μὲ τὸ νὰ μὴ παραβαίνουμε τὶς ἐντολὲς του καὶ νὰ μὴ τὸν τιμᾶμε μόνο μὲ τὰ χείλη, ἀλλά μὲ ὅλη τὴν καρδιὰ καὶ ὅλη τὴ διάνοιά μας. Γιατί λέει στὸν Ἠσαΐα˙ «Αὐτὸς ὁ λαὸς μὲ τιμᾶ μὲ τὰ χείλη του, ἐνῶ ἡ καρδιὰ τους βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ μένα». Συνέχεια
Ἡ σχέση μέ τόν Θεό
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς,
Εἶναι δύσκολο νὰ διδάξεις ἕναν ἀμαθῆ ποὺ ἤδη ἔγινε δάσκαλος στοὺς ἄλλους!»
Ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖς νὰ ξεφύγεις
Ἐὰν ξεφεύγεις ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν θὰ σὲ κυνηγήσει, ἀλλὰ θὰ σὲ περιμένει.
Σὲ ὅποιο δρόμο βαδίζεις, θὰ συναντήσεις τὸν Θεό. Ὅμως, ἐὰν δὲν ἀναγνωρίσεις τὸν Θεὸ κατὰ τὴ συνάντηση, τὸ ταξίδι σου θ’ ἀκολουθεῖ ἡ ἀπελπισία, σὰν τὸ ταξίδι πρὸς τὸ νεκροταφεῖο.
Σὲ ὅποια πόρτα νὰ χτυπήσεις, ὁ Θεὸς θὰ σοῦ ἀνοίξει. Ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν σοῦ ἀνοίξει, καμία πόρτα δὲν θὰ ἀνοίξει.
Τὸ γνώρισμα τοῦ ζῶντος Θεοῦ ἔχει ὡς πρώτη μεγαλειώδη ἐπίπτωση, τὴν ὑπερδύναμη τῆς ζωῆς ἐπάνω στὸ θάνατο. Μὴ ἀναγνώριση τοῦ Θεοῦ ἔχει ὡς πρώτη φοβερὴ ἐπίπτωση,τὴν ὑπερδύναμη τοῦ θανάτου ἐπάνω στὴ ζωή. Στὴ πρώτη περίπτωση μποροῦμε νὰ ποῦμε: ὅλη αὐτὴ ἡ λάμψη τῆς ζωῆς διὰ τοῦ σκότους τοῦ θανάτου θὰ τελειώσει μ’ ἕνα μεγαλειῶδες πῦρ τῆς ζωῆς, στὸ ὁποῖο ὁ θάνατος θὰ καεῖ. Στὴ δεύτερη περίπτωση μποροῦμε νὰ ποῦμε: ὅλη αὐτὴ ἡ βία τοῦ θανάτου ἐπάνω ἀπὸ τὶς ἀδύναμες σπίθες τῆς ζωῆς θὰ τελειώσουν μ’ ἕνα ἀκίνητο σκοτάδι καὶ σιωπή, στὰ ὁποῖα ὁ θάνατος αἰώνια θὰ ξεκουράζεται.
Ἐὰν σβήσεις τὸν Θεὸ ἀπὸ τὸ σύμπαν, θὰ ἔχεις σβήσει τὴ διαφορὰ μεταξὺ ζωῆς καὶ θανάτου, καὶ θὰ ἔχεις παραδοθεῖ στὸ θάνατο· αὐτὴ εἶναι τελικὴ καταστροφὴ τοῦ «ὅλου» καὶ τῶν «ὅλων» ἀπὸ τὴν μία ἀκτὴ ἕως τὴν ἄλλη ἀκτὴ τοῦ χρόνου καὶ τοῦ χώρου.
Μάταια φεύγεις ἀπὸ τὸν Θεό, δὲν μπορεῖς νὰ κρυφτεῖς. Αὐτός, ὄντως, δὲν θὰ σὲ κυνηγᾶ, ἀλλὰ θὰ σὲ περιμένει. Ὅμως, δὲν θὰ σὲ περιμένει μόνο στὴ θέση ὅπου ἐσὺ τὸν ἄφησες, θὰ σὲ περιμένει σ’ ὅλες τὶς γραμμὲς καὶ τὶς γωνιὲς τοῦ κόσμου.
Εὐκολότερα θὰ προτρέξεις κάτω ἀπ’ τὸ φεγγάρι παρὰ ἀπ’ τὸν Θεό. Ὄντως, εὐκολότερα θὰ ξεφύγεις ἀπὸ τὸν ἀέρα, παρὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Συνέχεια
Πνευματική πατρότητα καὶ ποιμαντικές ἀρχές
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης
Στὶς μέρες μας, ὅταν γίνεται λόγος γιὰ πνευματικὸ πατέρα ἐννοεῖται ὁ ἐξομολόγος κληρικός. Ὅμως, στὴν ἐκκλησιαστικὴ παράδοση ἡ ἔννοια τῆς πνευματικῆς πατρότητας εἶναι πολὺ εὐρύτερη. Πατέρας εἶναι μόνο ὁ Θεὸς1. Ὁ Χριστὸς ἐπίσης, ποὺ εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἀποκαλύπτεται καὶ ὡς πατέρας τῶν ἀνθρώπων φανερώνοντας στὸ κόσμο τὴν ἀγάπη τοῦ Πατρός. Ἡ πατρικὴ ἰδιότητα τοῦ Χριστοῦ γίνεται ἐντονότερα αἰσθητὴ κατὰ τὴν Ἀνάληψή του. Οἱ μαθητὲς προαισθάνονται τὴν πνευματικὴ ὀρφάνια καὶ διακατέχονται ἀπὸ ἀπερίγραπτη ὀδύνη. Ὁ Κύριος δὲν τοὺς ἀφήνει ὀρφανούς. Ἀποστέλλει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα ποὺ τοὺς ὁδηγεῖ εἰς «πᾶσαν τὴν ἀλήθειαν»2
Οἱ ἀπόστολοι διὰ τοὺ Ἁγίου Πνεύματος γεννοῦν πνευματικὰ τέκνα καὶ μεταδίδουν τὸ χάρισμα στοὺς ἐπισκόπους, κι αὐτοὶ στοὺς διαδόχους τους. Πολλοὶ ἀπὸ αὐτοὺς ἀναγνωρίσθηκαν ὡς Πατέρες.
Ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία εἶναι ἀποστολική, ἀλλὰ καὶ Ἐκκλησία τῶν Πατέρων3. Στοὺς νεότερους χρόνους ἡ λέξη «πνευματικὸς» ἀποτελεῖ συντόμευση τῆς φράσης «πνευματικὸς πατέρας». Ὅμως, εἶναι ἀμφίβολο ἐὰν μὲ τὸν ὅρο «πνευματικὸς» νοεῖται ἐκεῖνος ποὺ φωτιζόμενος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα συμβάλλει στὴν καλλιέργεια τῆς χάριτος καὶ θεμελιώνει τὴν πνευματικὴ ζωὴ τῶν χριστιανῶν στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ. Συνήθως «πνευματικὸς» θεωρεῖται ὁ καθοδηγητὴς τῆς ἐξωτερικῆς συμπεριφορᾶς, ὁ σύμβουλος, ὁ «ψυχολόγος τῆς θρησκείας», ὁ φύλακας νόμων καὶ κανόνων ἤ ἁπλῶς ὁ ἐξομολόγος καὶ χορηγός της ἄφεσης τῶν ἁμαρτιῶν.
2. Πνευματικὴ πατρότητα
Ἂς ἀναζητήσουμε ὅμως τὸ βαθύτερο νόημα τῆς πνευματικῆς πατρότητας στὴν βιβλικὴ καὶ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση. Γράφει ὁ ἀπ. Παῦλος: «Ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, «ἀλλ’ οὐ πολλοὺς πατέρας∙ ἐν γὰρ Χριστῷ Ἰησοῦ διὰ τοῦ εὐαγγελίου ἐγώ ὑμᾶς ἐγέννησα»4. Σὲ ἄλλο σημεῖο τονίζει: «Τεκνία μου…πάλιν ὠδίνω, ἄχρις οὗ μορφωθεῖ Χριστὸς ἐν ὑμῖν»5. Ὁ Ἀπ. Παῦλος γεννᾶ διὰ τοῦ εὐαγγελίου τέκνα καὶ ὀδυνᾶται νὰ μορφωθεῖ ὁ Χριστὸς στὸ ἀνθρώπινο εἶναι.
Στὶς Διαταγὲς τῶν Ἀποστόλων (4ος αἰ.) ἀναφέρεται ὅτι ὁ Θεὸς διὰ τῶν ἐπισκόπων χαρίζει τὴ θεία υἱοθεσία. Γι’ αὐτὸ ὡς πνευματικοὺς γονεῖς «τιμᾶν αὐτοὺς καὶ στέργειν», «τοὺς δι’ ὕδατος ἀναγεννήσαντας (βάπτισμα), τοὺς τῷ ἁγίῳ πνεύματι πληρώσαντας (χρίσμα–ἐπίθεση χειρῶν), τοὺς τῷ λόγῳ γαλακτοτροφήσαντας, τοὺς ἐν τῇ διδασκαλίᾳ ἀναθρεψαμένους (κήρυγμα), τοὺς ἐν ταῖς νουθεσίαις στηρίξαντας (κατ‘ ἰδίαν διδαχή), τοὺς τοῦ σωτηρίου σώματος καὶ τοῦ τιμίου αἵματος ἀξιώσαντας, τοὺς τῶν ἁμαρτιῶν λύσαντας (μετάνοια–ἄφεση) καὶ τῆς ἁγίας καὶ ἱερᾶς εὐχαριστίας μετόχους ποιήσαντας (κοινωνία)»6. Συνέχεια
Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΤΡΙΑΣ
Κάλλιστος Γουέαρ, Ἐπίσκοπος Διοκλείας
Ἡ ἐλπίς μου ὁ Πατήρ, καταφυγή μου ὁ Υἱός, σκέπη μου τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον, Τριὰς ἁγία, δόξα σοι. (Προσευχὴ τοῦ ἁγ. Ἰωαννικίου)
Ἄναρχε ἄκτιστε Τριάς, ἀμέριστε Μονάς, ἡ τρία οὖσα καὶ ἕν Πατήρ, Υἱὸς καὶ Πνεῦμα, εἷς ὁ Θεός, προσδέχου τὸν ὕμνον, ἐκ τῶν πηλίνων γλωσσῶν, ὡς ἐκ στομάτων φλογερῶν. (Ἀπὸ τὸ Τριώδιο)
Ο ΘΕΟΣ ΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΑΓΑΠΗ
«Πιστεύω εἰς ἕνα Θεόν»: ἔτσι βεβαιώνουμε στὴν ἀρχὴ τοῦ «Πιστεύω». Ἀλλ’ ἀμέσως μετὰ συνεχίζουμε γιὰ νὰ ποῦμε πολὺ περισσότερ’ ἀπ’ αὐτό. Πιστεύω, συνεχίζουμε, σ’ ἕνα Θεὸ ποὺ εἶναι ταυτόχρονα τρεῖς, Πατέρας, Υἱὸς καὶ Ἅγιο Πνεῦμα. Ὑπάρχει μέσα στὸν Θεὸ πραγματικὴ διαφοροποίηση ἀλλὰ καὶ ἀληθινὴ ἑνότητα. Ὁ Θεὸς τῶν Χριστιανῶν δὲν εἶναι μόνο μία μονάδα ἀλλὰ μία ἕνωση, ὄχι μόνο ἑνότητα ἀλλὰ καὶ κοινότητα.
Ὑπάρχει μέσα στὸν Θεὸ κάτι ἀνάλογο πρὸς τὴν «κοινωνία». Δὲν εἶναι ἕνα πρόσωπο μόνο του, ποὺ ἀγαπάει μόνο τὸν ἑαυτό του, δὲν εἶναι μία μονάδα ποὺ αὐτοπεριέχεται ἢ «Ὁ Ἕνας». Εἶναι ἑνότητα τριῶν: τρία ἴσα πρόσωπα, ποὺ τὸ καθένα κατοικεῖ μέσα στ’ ἄλλα δύο μὲ τὴ δύναμη μίας ἀέναης κίνησης ἀμοιβαίας ἀγάπης. Amo ergo sum, «Ἀγαπῶ γι’ αὐτὸ ὑπάρχω»: ὁ τίτλος τοῦ ποιήματος τῆς Kathleen Raine μπορεῖ νὰ χρησιμέψει σὰν ἕνα ὑπόδειγμα γιὰ τὸν Θεὸ -τὴν Ἁγία Τριάδα. Κάτι ποὺ ὁ Shakespeare λέει σχετικὰ μὲ τὴν ἀγάπη δύο ἀνθρώπων θὰ μποροῦσε ν’ ἀποδοθεῖ ἐπίσης καὶ στὴ θεϊκὴ ἀγάπη τῶν αἰωνίων Τριῶν:
Ἔτσι ἀγαποῦσαν, σὰν ἡ ἀγάπη μέσα στὸ ζευγάρι νὰ μὴν εἶχε παρὰ στὸ ἕνα τὴν οὐσία˙ οἱ δυό τους διαφορετικοί, ἀδιαίρετοι ὡστόσο ὁ ἀριθμὸς ἦταν νεκρὸς ἐκεῖ, μέσ’ στὴν ἀγάπη!
Ὁ τελικὸς σκοπὸς τῆς πνευματικῆς Ὁδοῦ εἶναι: ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι νὰ γίνουμε μέρος αὐτῆς τῆς Τριαδικῆς περιχώρησης, συνεπαρμένοι τελείως μέσα στὸν κύκλο τῆς ἀγάπης ποὺ ὑπάρχει μέσα στὸν Θεό. Ἔτσι προσευχήθηκε ὁ Χριστὸς στὸν Πατέρα του, τὴ νύχτα πρὶν ἀπὸ τὴ Σταύρωσή του: «ἵνα πάντες ἓν ὦσι, καθὼς σύ, πάτερ, ἐν ἐμοὶ κἀγὼ ἐν σοί, ἵνα καὶ αὐτοὶ ἐν ἡμῖν ἓν ὦσιν, ἵνα ὁ κόσμος πιστεύσῃ ὅτι σύ με ἀπέστειλα.» (Ἰωάν. 17,21).
Γιατί νὰ πιστεύουμε ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τρία; Δὲν εἶναι πιὸ εὔκολο νὰ πιστεύουμε ἁπλὰ στὴ θεϊκὴ ἑνότητα, ὅπως οἱ Ἑβραῖοι καὶ οἱ Μωαμεθανοί; Φυσικὰ εἶναι εὐκολότερο. Τὸ τριαδικὸ δόγμα βρίσκεται μπροστὰ μας σὰν μία πρόκληση, σὰν ἕνα «πρόβλημα» στὴν κυριολεξία: εἶναι, μὲ τὰ λόγια του Vladimir Lossky, «ἕνας σταυρὸς γιὰ τοὺς τρόπους τῆς ἀνθρώπινης σκέψης», καὶ ἀπαιτεῖ ἀπὸ μᾶς μία ριζικὴ πράξη μετάνοιας -ὄχι μόνο μία χειρονομία τυπικῆς συγκατάθεσης, ἀλλὰ μία ἀληθινὴ ἀλλαγὴ νοῦ καὶ καρδιᾶς. Συνέχεια
Ἡ Ἀληθινὴ Θεολογία
Κόντογλου Φώτης
Εἴπαμε πώς, ἐδῶ στὴν Ἑλλάδα, ὄχι μοναχὰ δὲν διαβάζουμε, ἀλλὰ κἄν δὲν ξέρουμε ἂν ὑπάρχουνε οἱ μυστικοὶ Πατέρες ποὺ φωτίσανε τὴν Ὀρθοδοξία. Γιὰ τοὺς θεολόγους ἡ Ὀρθοδοξία κατάντησε μιὰ κούφια λέξη, ἀφοῦ ἡ μυστικὴ οὐσία της τοὺς εἶναι ἄγνωστη, ὅπως κι’ ἡ παράδοσή τους. Οἱ δικοί μας θεολόγοι παίρνουνε τὰ φῶτα ἀπὸ τὴ Δύση, γιατί ἐκεῖ ἡ θεολογία ἔχει γίνει ἐπιστήμη, κ’ ἡ ματαιοδοξία τους κολακεύεται ἀπ’ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα. Ἡ πίστη, γι’ αὐτούς, δὲν ἔχει καμμιὰ σημασία. Θὰ μοῦ πῆτε, “θεολογία χωρὶς πίστη, γίνεται;” Μὰ κ’ ἐγὼ σᾶς ρωτῶ, μὲ τὴν ἴδια ἀπορία, “γίνεται θεολογία χωρὶς πίστη;”
Ὡστόσο, στὶς Δυτικὲς χῶρες καὶ στὴν Ἀμερική, πολὺς κόσμος ἔχει στραφεῖ πρὸς τὴν Ὀρθοδοξία, ἀπὸ τὴ δίψα τῆς ἀληθείας. Στὴν Ἑλλάδα, μοναχὰ λιγοστοὶ ἄνθρωποι καὶ κάποιοι παλιοημερολογίτες διαβάζουνε τὰ βιβλία τῶν Πατέρων, ἐκτός τοῦ Βασιλείου καὶ τοῦ Χρυσοστόμου, ποὺ τοὺς παίρνουνε οἱ θεολόγοι γιὰ ρήτορας καὶ γιὰ φιλολόγους τῆς ἀρχαίας ἑλληνικῆς γλώσσας. Τὰ βιβλία τῶν μυστικῶν Πατέρων δὲν ξανατυπώνουνται πιὰ καὶ καταντήσανε σπάνια. Ἡ ἐπίσημη Ἐκκλησία τυπώνει προχειρολογήματα διάφορων νεωτεριστῶν θεολόγων, χωρὶς καμμιὰ οὐσία, ποὺ φανερώνουνε μοναχὰ τὴν ἀπίστευτη γύμνια ἐκείνων ποὺ τὰ γράφουνε. Μοναχὰ τώρα τελευταῖα ἄρχισε νὰ τυπώνει ἡ Ἀποστολικὴ Διακονία τὴν Πατρολογία τοῦ Migne. Μὰ κι’ αὐτὴ ἡ ἔκδοση εἶναι γιὰ τοὺς θεολόγους, κι’ ὄχι γιὰ τοὺς πιστούς, ἀφοῦ εἶναι τυπωμένη στὴν ἀρχαία γλῶσσα.
Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτό, ἡ ἔκδοση τῆς Πατρολογίας δὲν ἔχει καμμιὰ βαθύτερη δικαίωση, μὲ τὸ δυτικὸ χαρακτῆρα ποὺ ἔχει ἡ γενικὴ μόρφωση τῶν θεολόγων μας, ποὺ δὲν ἔχουνε καμμιὰ βαθύτερη γνώση τῆς οὐσίας τῆς Ὀρθοδοξίας, οὔτε καὶ τῆς παράδοσής μας. Ἔτσι κι’ αὐτὴ ἡ ἔκδοση καταντᾶ ἕνα γεγονὸς χωρὶς βαθύτερη σημασία, ἀφοῦ δὲν ὑπάρχει τὸ κατάλληλο ὀρθόδοξο χῶμα γιὰ νὰ ριζοβολήσει. Συνέχεια
Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ
Anthony Bloom
Θὰ ἤθελα νὰ ἀρχίσω μ’ ἕνα μικρὸ ἀνάγνωσμα ἀπὸ τὸ βιβλίο τῆς Ἀποκάλυψης, κεφάλαια 21 καὶ 22: «Καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ, ἡτοιμασμένην ὡς νύμφην κεκοσμημένην τῶ ἀνδρὶ αὐτῆς. καὶ ἤκουσα φωνῆς μεγάλης ἐκ τοῦ οὐρανοῦ λεγούσης· Ἰδοὺ ἡ σκηνὴ τοῦ Θεοῦ μετὰ τῶν ἀνθρώπων, καὶ σκηνώσει μετ’ αὐτῶν καὶ αὐτοὶ λαὸς αὐτοῦ ἔσονται, καὶ αὐτὸς ὁ Θεὸς μετ΄ αὐτῶν ἔσται, καὶ ἐξαλείψει ἀπ’αὐτῶν, καὶ ὁ θάνατος οὐκ ἔσται ἔτι, οὔτε πένθος, οὔτε κραυγὴ, οὔτε πόνος οὐκ ἔσται ἔτι· ὅτι τὰ πρῶτα ἀπῆλθον. Καὶ εἶπεν ὁ καθήμενος ἐπὶ τῷ θρόνῳ· ἰδοὺ καινὰ ποιῶ πάντα. Καὶ λέγει μοι· γράψον, ὅτι οὗτοι οἱ λόγοι πιστοὶ καὶ ἀληθινοὶ εἰσι. Καὶ εἶπέ μοι· γέγονεν. ἐγὼ τῷ Α καὶ τὸ Ω, ἡ ἀρχὴ καὶ τὸ τέλος. ἐγὼ τῷ διψῶντι δώσω ἐκ τῆς πηγῆς τοῦ ὕδατος τῆς ζωῆς δωρεάν. Λέγει ὁ μαρτυρῶν ταῦτα· ναὶ ἔρχομαι ταχύ. ἀμήν, ἔρχου, Κύριε Ἰησοῦ. Ἡ χάρις τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετά πάντων τῶν ἁγίων· ἀμήν».
Αὐτὴ εἶναι σπουδαία προσδοκία, ἀλλὰ δὲν εἶναι μόνο προσδοκία. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ποὺ πρόκειται νὰ ἔλθει, ἦλθε μέ δύναμη. Ἦλθε σὲ μέρη πολλά, σὲ πολλές καρδιὲς, σὲ πολλές οἰκογένειες, μ’ ἔναν σχεδὸν ἀνεπαίσθητο τρόπο, μυστικὰ ὅπως ἔρχεται ὁ κλέφτης στὰ μέσα τῆς νύχτας. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ ἔφτασε μὲ δύναμη, βρίσκεται στὶς ἀνθρώπινες σχέσεις, ἀφοῦ ἀποκατέστησε ξανὰ τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο μέσα ἀπὸ μιὰ νέα διάσταση ἀγάπης, τὴν θυσιαστικὴ ἀγάπη τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ βρίσκεται ἐντὸς μας καὶ ἀνάμεσα μας. Τὰ πάντα βρίσκουν τὸ δρόμο τους στὶς καρδιὲς, στὸ νοῦ, στὴ ζωή, στὴ θέληση μας, κατακτώντας τὰ πάντα μέσα μας. Ἔτσι ὁ σαρκωμένος Θεὸς ἐργάζεται. Kατακτᾶ, καὶ θὰ κατακτᾶ.
Ἀλλὰ ἄν εἴμαστε λαός Του, ἄν εἴμαστε οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ, καλούμαστε ὄχι μόνο δεκτικοὶ τῆς χάριτος, ὄχι μόνο νὰ μᾶς κατακτήσει, ἀλλὰ ἔχουμε τὸ προνόμιο νὰ εἴμαστε οἱ ἐκλεκτοὶ τοῦ Θεοῦ, αὐτοὶ ποὺ ὁ Θεὸς ἐπέλεξε, γιὰ νὰ ὑπηρετήσουμε τὸ σκοπό Του. Εἴμαστε ὁ λαὸς τοῦ Θεοῦ ποὺ μπορεῖ Ἐκεῖνος νὰ μᾶς ἐμπιστευτεῖ, ἐπειδὴ Τὸν γνωρίζουμε, ἐπειδὴ Τὸν λατρεύουμε μὲ εὐλάβεια καὶ πίστη, καὶ μπορεῖ νὰ μᾶς πεῖ «Πήγαινετε»· «θυσιαστεῖτε» καὶ νὰ πεθάνουμε· «Ζῆστε» καὶ νὰ ζήσουμε.
Καὶ στὴν καρδιὰ αὐτῆς τῆς ἀποστολῆς μας, ὑπάρχουν λόγια ποὺ ἀκούσαμε δυό φορές στὴ διάρκεια αὐτῆς τῆς ἑβδομάδας σὲ δύο ἀκολουθίες: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν». Καὶ ὅταν αὐτὸ γίνεται στὸ πλαίσιο τῶν ἱερῶν μας Λειτουργιῶν, μέσα στὸ κομμάτιασμα τῆς ἱστορικῆς Χριστιανοσύνης, μὲ ὀδύνη συνειδητοποιοῦμε τὸν χωρισμὸ, ἐνῶ γνωρίζαμε τὴν συγγένεια μας. Ὑπάρχει ἕνα σημεῖο ὅπου μὲ αὐτοὺς τοὺς ἀληθινοὺς λόγους, «Ποιεῖτε τοῦτο εἰς τὴν ἐμὴν ἀνάμνησιν», μποροῦμε νὰ εἴμαστε ἀκόμα πιὸ κοντὰ ἀπ΄ ὅσο φανταζόμαστε, ἀκόμα κι ἄν δὲν μποροῦμε νὰ κόψουμε τὸν ἄρτο, οὔτε νὰ μοιραστοῦμε τὸ ἴδιο ποτήριο; Tολμῶ νὰ πῶ πὼς εἴμαστε πολὺ πιὸ κοντὰ.
Ὅταν λέμε αὐτὰ τὰ λόγια τὴν ὥρα τῆς κλάσης τοῦ ἄρτου, σκεφτόμαστε μὲ ὅρους λειτουργικοὺς· ξεχνᾶμε ὅτι στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο αὐτὰ τὰ λόγια καὶ αὐτὴ ἡ κίνηση ἀντιπροσώπευε κάτι περισσότερο ἀπὸ μιὰ πράξη ἀδελφοσύνης, κάτι περισσότερο ἀπὸ ἕναν τύπο. Ὁ τεμαχισμένος ἄρτος εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ ποὺ θυσιάστηκε γιὰ τὴν σωτηρία τοῦ κόσμου. Τὸ κοινὸ ποτήριο ἦταν εἰκόνα τοῦ αἵματός Του ποὺ χύθηκε γιὰ νὰ ἔχει ὁ κόσμος ζωή. Τὸ σῶμα καὶ τὸ αἷμαΤου, ἀντιπροσωπεύουν τὴ θεϊκὴ ἀγάπη ποὺ πῆρε σάρκα μὲ σκοπὸ νὰ μετέχει στὴν τραγωδία τῆς ἀνθρωπότητας μέσα ἀπὸ μιὰ πράξη τέλειας καὶ σταυρωμένης ἀδελφοσύνης γιὰ νὰ σωθεῖ ἴσως ἡ ἀνθρωπότητα. Κι αὐτὸ ἀφορᾶ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ξεκινώντας ἀπὸ τοὺς πιστοὺς, καθὼς λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Συνέχεια
Ἡ σιωπὴ τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ σιωπὴ τοῦ ἀνθρώπου
Metropolitan Anthony Bloom
Ἡ συνάντηση τοῦ Θεοῦ μαζί μας μέσα σὲ ἐπίμονη προσευχή, πάντα ὁδηγεῖ στὴ σιωπή. Πρέπει νὰ μάθουμε νὰ ξεχωρίζουμε δύο εἰδῶν σιωπές. Τὴ σιωπὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴ δική μας ἐσωτερικὴ σιωπή: Πρῶτα ἡ σιωπὴ τοῦ Θεοῦ, συχνὰ πιὸ δυσβάσταχτη καὶ ἀπὸ τὴν ἄρνησή Του -ἡ σιωπὴ τῆς ἀπουσίας γιὰ τὴν ὁποία ἤδη μιλήσαμε. Ὕστερα, ἡ σιωπὴ τοῦ ἀνθρώπου, πιὸ βαθιὰ καὶ ἀπὸ τὴν ὁμιλία, καὶ σὲ πιὸ στενὴ ἐπικοινωνία μὲ τὸν Θεὸ ἀπὸ κάθε λόγο. Ἡ σιωπὴ τοῦ Θεοῦ στὶς προσευχὲς μας μπορεῖ νὰ διαρκέσει πολὺ λίγο ἢ νὰ μᾶς φαίνεται πὼς διαρκεῖ μιὰ αἰωνιότητα. Ὁ Χριστὸς ἔμεινε σιωπηλὸς στὶς προσευχὲς τῆς Χαναναίας καὶ αὐτὸ τὴν ἔκανε νὰ συγκεντρώσει ὅλη τὴν πίστη της, ὅλη τὴν ἐλπίδα καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἀγάπη καὶ νὰ τὶς προσφέρει στὸν Θεὸ γιὰ νὰ τὸν μεταπείσει νὰ ἐπεκτείνει τὰ προνόμια τοῦ Βασιλείου Του καὶ πιὸ πέρα ἀπὸ τὸν ἐκλεκτὸ λαό… Ἡ σιωπὴ τοῦ Χριστοῦ τὴν προκάλεσε νὰ ἀνταποκριθεῖ, νὰ σταθεῖ στὸ ὕψος της.
Ὁ Θεὸς μπορεῖ νὰ κάνει τὸ ἴδιο καὶ σὲ μᾶς μὲ πιὸ σύντομη ἤ πιὸ παρατεταμένη σιωπή, γιὰ νὰ προκαλέσει τὴ δύναμη καὶ τὴν πίστη μας καὶ νὰ μᾶς ὁδηγήσει σὲ μιὰ βαθύτερη σχέση μαζί Του ἀπ’ ὅ,τι θὰ ‘ταν δυνατὸ ἂν τὰ πράγματα μᾶς ἔρχονταν ὅπως τὰ θέλαμε. Καμιὰ φορά, ὅμως, ἡ σιωπὴ μᾶς φαίνεται ἀπελπιστικὰ τελεσίδικη.
Ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Alfred de Vigny: «Ἐάν, ὅπως διαβάζουμε, ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου στὸν ἁγιασμένο κῆπο ἔκλαψε χωρὶς νὰ εἰσακουστεῖ. Κι ἂν μᾶς ἐγκαταλείπει ὁ Θεὸς σὰ νὰ ‘μαστε νεκροί, ἁρμόζει ἡ καταφρόνια μας στὴν ἄδικη θεϊκὴ ἀπουσία καὶ μὲ σιωπὴ ν’ ἀπαντήσουμε στὴ σιωπή.
Μιὰ ὅμοια ἀντιμετώπιση δὲν ἀποκομίζουν πολλοὶ χριστιανοὶ διαβάζοντας τὴ διήγηση τῆς ἀγωνίας τοῦ Χριστοῦ στὸν Κῆπο τῆς Γεσθημανῆς; Αὐτὴ ἡ σιωπὴ εἶναι πρόβλημα γιὰ μᾶς ποὺ πρέπει νὰ τὸ λύσουμε -τὸ πρόβλημα μιᾶς προσευχῆς ποὺ μένει φανερὰ ἀναπάντητη. Διαβάζοντας τὸ Εὐαγγέλιο βλέπουμε πὼς ἡ μόνη προσευχὴ πρὸς τὸν Θεὸ ποὺ δὲν εἰσακούεται εἶναι ἡ προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ στὸν κῆπο τῆς Γεσθημανῆ. Ἀξίζει νὰ τὸ θυμόμαστε αὐτὸ διότι πολὺ συχνὰ προσπαθοῦμε νὰ ἑρμηνεύσουμε τὴ σιωπὴ τοῦ Θεοῦ ὡς ἀδυναμία τοῦ ἀνθρώπου ἢ τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ. Θέλοντας νὰ ὑπερασπιστοῦμε τὴν τιμή Του, λέμε πὼς ἡ πίστη μας δὲν ἦταν τόσο δυνατή, ὥστε νὰ ἀπαντηθεῖ μὲ θαῦμα. Ὅταν πάλι ἡ πίστη μας ὑστερεῖ, λέμε πὼς ἴσως ὁ Θεὸς δὲν μπόρεσε νὰ τὴν ἀπαντήσει εἴτε ἀπὸ ἀδυναμία εἴτε ἀπὸ ἀδιαφορία. Τί νὰ ποῦμε τότε γιὰ τὴν ἴδια τὴν προσευχὴ τοῦ Χριστοῦ ποὺ μένει ἀναπάντητη; Ἡ πίστη τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, εἶναι δίχως ἄλλο τέλεια, οὔτε μποροῦμε νὰ ἀμφισβητήσουμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ Ἐκεῖνον, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς λέει ὅτι ὁ Πατέρας Του θὰ μποροῦσε νὰ στείλει δώδεκα λεγεῶνες ἀγγέλων προκειμένου νὰ Τὸν σώσει. Συνέχεια
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΠΑΝΤΩΝ
Μέ τήν Κυριακή τῶν ἁγίων Πάντων, κατακλείεται ὁ κινητός κύκλος τῶν ἑορτῶν, πού ἄρχισε ἀπό τήν Κυριακή τοῦ Τελώνου καί Φαρισαίου. Στό κατανυκτικό Τριῴδιο καί στό χαρμόσυνο Πεντηκοστάριο μᾶς παρουσίασε ἡ Ἐκκλησία ὅλο τό ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας μέ κέντρο τήν μεγάλη ἑορτή τοῦ Πάσχα.
Εἴδαμε τήν πτῶσι τῶν πρωτοπλάστων καί τήν ἀνόρθωσι τοῦ γένους μας διά τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Χαιρετίσαμε τήν ἔλευσι τοῦ Παρακλήτου στόν κόσμο καί πανηγυρίσαμε τήν γέννησι τοῦ νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τόν ἐγκαινισμό καί τήν ἔκχυσι τοῦ ἁγίου Πνεύματος «ἐπί πᾶσαν σάρκα». Σέ στενό σύνδεσμο μέ τήν ἑορτή αὐτή εὑρίσκεται ἡ παροῦσα ἑορτή, ἡ σφραγίς καί τό τέλος τῆς μεγάλης ἑορταστικῆς περιόδου.
Ἔρχεται δηλαδή σάν ἀπόδειξις τοῦ ἔργου τῆς Ἐκκλησίας, τῆς ἐνεργείας τοῦ ἁγίου Πνεύματος στόν κόσμο. Γιατί μᾶς παρουσιάζει τούς καρπούς τῆς σπορᾶς ἐκείνης, τόν θερισμό τῶν λευκῶν χωρῶν πού ἐστάλησαν νά θερίσουν οἱ ἀπόστολοι. Καί ὅπως παρατηρεῖ πολύ ὡραῖα ὁ Νικηφόρος Ξανθόπουλος στό συναξάριο τῆς ἡμέρας: οἱ θειότατοι Πατέρες ἐθέσπισαν τήν ἑορτή αὐτή μετά τήν κάθοδο τοῦ ἁγίου Πνεύματος γιά νά δείξουν ὅτι ἡ παρουσία τοῦ παναγίου Πνεύματος διά τῶν ἀποστόλων ἐπέτυχε νά ἁγιάσῃ καί νά σοφίσῃ τό ἀνθρώπινο φύραμα καί νά ἀποκαταστήσῃ τούς ἀνθρώπους στήν θέσι τῶν ἀγγέλων διά τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἴτε μέ τήν προσφορά τοῦ μαρτυρικοῦ των αἵματος, εἴτε μέ τήν ἐνάρετο πολιτεία καί διαγωγή των. Καί ἔργο ὑπερφυσικό διαπράττεται. Κατεβαίνει τό Πνεῦμα, ὁ Θεός, καί ἀνεβαίνει ὁ χοῦς, ὁ ἄνθρωπος.
Ἀνεβάζει ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ τήν θεωθεῖσα σάρκα καί ἕλκει μαζί της καί ἐκείνους πού θέλουν νά πράξουν ἔργα συνδιαλλαγῆς μέ τόν Θεό. Οἱ πρίν ἀποξενωμένοι ἀπό τόν Θεό, ἑνώνονται μέ τόν Θεό καί γίνονται φίλοι Του. Τά ἔθνη προσφέρουν τήν ἀπαρχή των, τούς ἁγίους Πάντας.
Ἀλλά καί ἕνας δεύτερος λόγος προεκάλεσε τήν σύστασι τῆς συλλογικῆς αὐτῆς ἑορτῆς. Πολλοί ἅγιοι εἶναι γνωστοί καί τιμῶνται μέ ἑορτές καί πανηγύρεις ἀπό τήν ἐκκλησία. Καί σέ πολλούς ὅμως ἄλλους ἐσκήνωσε τό Πνεῦμα τό ἅγιον καί τούς καθηγίασε. Ἔμειναν ὅμως ἄγνωστοι καί ἀφανεῖς. Αὐτούς λοιπόν τούς ἀγνώστους της ἁγίους τιμᾷ σήμερα ἡ Ἐκκλησία, ὅσους «κατά Χριστόν ἐπολιτεύσαντο ἐν Ἰνδοῖς καί Αἰγυπτίοις καί Ἄραψι καί Μεσοποταμίᾳ τε καί Φρυγίᾳ καί τοῖς ἄνωθεν τοῦ Εὐξείνου. ἔτι δέ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἑσπερίᾳ ἄχρι καί αὐτῶν τῶν Βρεττανικῶν νήσων, ἁπλῶς εἰπεῖν ἐν Ἀνατολῇ καί Δύσει». Συνέχεια
Ἐγκώμιο στούς Ἁγίους Πάντες,
ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Δέν πέρασαν ἀκόμη ἑπτά μέρες, ἀπό τότε πού γιορτάσαμε τήν ἱερή πανήγυρη τῆς Πεντηκοστῆς, καί πάλι μᾶς πρόφθασε χορός μαρτύρων ἤ καλύτερα στρατιά μαρτύρων καί παράταξη, πού δέν εἶναι καθόλου κατώτερη ἀπό τή στρατιά τῶν ἀγγέλων, τήν ὁποία εἶδε ὁ πατριάρχης Ἰακώβ, ἀλλά εἶναι ἴδιας ἀξίας καί τάξης μέ αὐτή. Γιατί μάρτυρες καί ἄγγελοι διαφέρουν μόνο στά ὀνόματα, στά ἔργα τους ὅμως ταυτίζονται.
Στόν οὐρανό κατοικοῦν οἱ ἄγγελοι, στόν οὐρανό καί οἱ μάρτυρες. Αἰώνιοι καί ἀθάνατοι εἶναι ἐκεῖνοι, τό ἴδιο θά γίνουν καί οἱ μάρτυρες. Ἀλλ᾽ ἐκεῖνοι ἔλαβαν καί ἀσώματη φύση; Καί τί σημασία ἔχει αὐτό; Γιατί οἱ μάρτυρες, ἄν καί ἔχουν σῶμα, ὅμως εἶναι ἀθάνατο ἤ καλύτερα καί πρίν ἀπό τήν ἀθανασία ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ στολίζει τά σώματά τους περισσότερο ἀπό τήν ἀθανασία.
Δέν εἶναι τόσο λαμπρός ὁ οὐρανός, πού στολίζεται μέ τό πλῆθος τῶν ἀστεριῶν, ὅσο εἶναι τά σώματα τῶν μαρτύρων, πού στολίζονται μέ τό λαμπρό αἷμα τῶν τραυμάτων. Ὥστε ἐπειδή πέθαναν γι᾽ αὐτό καί εἶναι ἀνώτεροι, καί βραβεύτηκαν πρίν ἀπό τήν ἀθανασία παίρνοντας τά στεφάνια ἀπό τήν ὥρα τοῦ θανάτου τους.
«Τόν ἔκανες λίγο κατώτερο ἀπό τούς ἀγγέλους, τόν στεφάνωσες μέ δόξα καί τιμή» (Ψαλμ. 8, 6), λέει ὁ Δαυίδ, γιά τή φύση ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Ἀλλά καί τό λίγο αὐτό πού στεροῦνταν οἱ ἄνθρωποι σέ σχέση μέ τούς ἀγγέλους, τό συμπλήρωσε ὁ Χριστός ὅταν ἦρθε, καταδικάζοντας τό θάνατο μέ τό δικό του θάνατο. Ἐγώ ὅμως δέν ἀντλῶ ἀπ᾽ ἐδῶ τά ἐπιχειρήματά μου, ἀλλά ἀπό τό ὅτι τό μειονέκτημα αὐτό τοῦ θανάτου ἔγινε πλεονέκτημα. Γιατί ἄν δέν ἦταν θνητοί δέν θά γίνονταν μάρτυρες.
Ὥστε ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος δέν θά ὑπῆρχε καί στεφάνι. Ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος, δέν θά ὑπῆρχε καί μαρτύριο. Ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος, δέν θά μποροῦσε ὁ Ἀπόστολος Παῦλος νά λέει: «Κάθε μέρα πεθαίνω, μά τό δικό σας καύχημα, πού ἔχω στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Α’ Κορ. 15, 31). Ἄν δέν ὑπῆρχε θάνατος καί φθορά, δέν θά μποροῦσε πάλι ὁ ἴδιος νά λέει: «Χαίρομαι στά παθήματά μου γιά σᾶς, καί ἀναπληρώνω στή σάρκα μου τά ὑστερήματα τῶν θλίψεων τοῦ Χριστοῦ» (Κολ. 1, 24). Ἄς μήν λυπούμαστε λοιπόν ἐπειδή γίναμε θνητοί, ἀλλά ἄς εὐχαριστοῦμε, ἐπειδή ἀπό τό θάνατο μᾶς ἀνοίχτηκε τό στάδιο τοῦ μαρτυρίου, ἀπό τή φθορά λάβαμε ἀφορμή γιά τά βραβεῖα. Ἀπό ἐδῶ ἔχουμε τήν ἀφορμή γιά ἀγωνίσματα. Συνέχεια
Τρεῖς δεῖχτες
Ἐπίσκοπος Κάλλιστος Γουέαρ
Ὁ Θεός εἶναι ὁ Ἕνας πού ἀγαπᾶμε, ὁ προσωπικός μας φίλος. Δέν χρειάζεται ν’ ἀποδείξουμε τήν ὕπαρξη ἑνός προσωπικοῦ φίλου. Ὁ Θεός, λέει ὁ Olivier Clement, «δέν εἶναι ἐξωτερική μαρτυρία, ἀλλά τό μυστικό κάλεσμα μέσα μας». Ἄν πιστεύουμε στόν Θεό, εἶναι γιατί τόν γνωρίζουμε ἄμεσα ἀπό τή δική μας ἐμπειρία καί ὄχι ἀπό λογικές ἀποδείξεις. Παρ’ ὅλ’ αὐτά, εἶναι ἀνάγκη νά γίνει ἐδῶ μία διάκριση ἀνάμεσα στήν «ἐμπειρία» καί στίς «ἐμπειρίες». Ἄμεση ἐμπειρία μπορεῖ νά ὑπάρξει χωρίς νά συνοδεύεται ἀναγκαστικά ἀπό ἰδιαίτερες ἐμπειρίες. Ὑπάρχουν πράγματι πολλοί πού ἔφτασαν νά πιστέψουν στόν Θεό ἀπό κάποια φωνή ἤ ἀπό κάποιο ὅραμα, σάν κι αὐτό πού δέχθηκε ὁ ἀπ. Παῦλος στό δρόμο γιά τή Δαμασκό (Πράξ. 9, 1-9).
Ὑπάρχουν ὅμως πολλοί ἄλλοι πού ποτέ δέν ἔχουν περάσει ἀπό ἰδιαίτερες ἐμπειρίες αὐτοῦ τοῦ τύπου ἀλλά μποροῦν νά βεβαιώσουν ὅτι, σ’ ὅλη τή διάρκεια τῆς ζωῆς τους καί στό σύνολό της, αἰσθάνονται μία ὁλοκληρωτική ἐμπειρία τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, μία πεποίθηση πού ὑφίσταται σ’ ἕνα ἐπίπεδο πιό στέρεο ἀπ’ ὅλες τίς ἀμφιβολίες τους. Ἀκόμη κι ἄν δέν μποροῦν νά δώσουν μαρτυρία γιά μίαν ὁρισμένη θέση ἤ στιγμή, ὅπως μπόρεσε ὁ ἅγ. Αὐγουστῖνος, ὁ Pascal ἤ ὁ Wesley, μποροῦν νά ἰσχυριστοῦν μ’ ἐμπιστοσύνη: Ξέρω τόν Θεό προσωπικά.
Τέτοια ἑπομένως, εἶναι ἡ βασική «μαρτυρία» γιά τήν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ: μία πρόσκληση γιά ἄμεση ἐμπειρία (ἀλλά ὄχι ἀναγκαστικά γιά ἐμπειρίες). Ὅμως, ἐνῶ δέν μποροῦν νά ὑπάρξουν λογικές ἀποδείξεις γιά τή Θεία πραγματικότητα, ὑπάρχουν ὁρισμένοι «δεῖχτες». Στόν κόσμο γύρω μας ὅπως ἐπίσης μέσα μας, ὑπάρχουν γεγονότα, πού ζητοῦν μία ἑρμηνεία, ἀλλά πού μένουν ἀνερμήνευτα, ἄν δέν ἀφεθοῦμε στήν πίστη σ’ ἕνα προσωπικό Θεό. Τρεῖς τέτοιοι δεῖχτες πρέπει ν’ ἀναφερθοῦν ἰδιαίτερα. Συνέχεια
Μέσα στὸ φῶς τῆς Μεταμόρφωσης
Ὑπάρχουν στιγμὲς τῆς πνευματικῆς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τῆς πιὸ συνηθισμένης καθημερινῆς ζωῆς τόσο ὡραῖες, τόσο ὑπέροχες ποὺ νὰ μᾶς κάνουν νὰ θέλουμε τὸ χρόνο, τὴ ζωή, τὴν αἰωνιότητα νὰ σταματήσουν ἐκεῖ ὥστε τίποτα ἄλλο νὰ μὴν ξανασυμβεῖ ποτέ. Αὐτὸ εἶχαν νιώσει οἱ Ἀπόστολοι ποὺ ὁ Χριστὸς εἶχε πάρει μαζί Του πάνω στὸ ὄρος τῆς Μεταμόρφωσης, αὐτὸ ἤθελε νὰ ἐκφράσει ὁ Πέτρος ὅταν ἔλεγε: «Κύριε, εἶναι καλὸ νὰ εἴμαστε ἐδῶ, ἂς κτίσουμε τρεῖς σκηνές, μία γιὰ Σένα, μία γιὰ τὸ Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία κι ἂς μείνουμε ἐδῶ μέσα στὶς ἀκτίνες τοῦ ἄυλου αὐτοῦ, θεϊκοῦ φωτός, τυλιγμένοι μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ὑπέροχη εἰρήνη».
Οὔτε ὁ Πέτρος ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι δὲν πρόσεξαν τότε κάτι ποὺ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀργότερα μετέδωσαν σὲ ἄλλους, τὸ ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς μεταμορφώθηκε (φάνηκε μέσα στὴ λάμψη τῆς αἰώνιας δόξας) τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας Τοῦ μιλοῦσαν σχετικὰ μὲ τὸ ταξίδι Του στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴ Σταύρωσή Του. Ἐδῶ, ὅπως καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης βλέπουμε ὅτι οἱ ἀπόστολοι, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐμεῖς ἦταν ἱκανοὶ νὰ ξεχωρίζουν τὰ λαμπρὰ καὶ θαυμάσια πράγματα παραβλέποντας πολὺ συχνὰ τί τίμημα εἶχαν αὐτὰ γιὰ τὸ Χριστό. Συνέχεια
ΣΤΟΝ ΠΡΕΣΒΥΤΕΡΟ ΓΕΡΟΝΤΙΟ
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Ἤδη ἔγραψα πρός τήν εὐλάβειά σου, νομίζοντας ὅτι βρίσκεσαι στή Φοινίκη, καί τώρα σοῦ γράφω πάλι τά ἴδια, αὐτά πού σοῦ εἶχα γράψει καί προηγουμένως, ὅτι δηλαδή ἰδιαίτερα τώρα, πρέπει νά κάνετε τά πάντα καί νά πιεσθεῖτε, ὥστε νά μήν ἀφήσετε ἔρημη τήν εὔφορη γῆ πού καλλιεργήσατε, οὔτε νά ἐπιτρέψετε νά καταστραφοῦν κάποια ἀπό αὐτά πού ἔχετε κατορθώσει. Γιατί καί οἱ βοσκοί, ὅταν δοῦν νά ἀπειλεῖται τό κοπάδι τους ἀπό παντοῦ, τότε ἀγρυπνοῦν περισσότερο καί ἐντείνουν τήν προσοχή τους καί χρησιμοποιοῦν σφενδόνη καί μεταχειρίζονται κάθε εἴδους τέχνασμα, γιά νά ἀπομακρύνουν ὅλους τούς κινδύνους ἀπό τό κοπάδι. Ἄν ὁ Ἰακώβ, πού τοῦ εἶχαν ἐμπιστευθεῖ ἄλογα πρόβατα, πέρασε δεκατέσσερα χρόνια δουλεύοντας καί ἀγρυπνώντας μέσα στή συνεχή ταλαιπωρία, στή ζέστη καί στό κρύο, καί ἔκανε τίς πιό ἐξευτελιστικές δουλειές, σκέψου πόσα πρέπει νά κάνουν καί νά ὑποφέρουν ἐκεῖνοι στούς ὁποίους ἔχουν ἐμπιστευθεῖ λογικά πρόβατα, ὥστε νά μή χαθεῖ κανένα ἀπό αὐτά.
Παρακαλῶ λοιπόν τήν εὐλάβειά σου, ὅσο πιό δριμής εἶναι ὁ χειμώνας καί ὅσα πολλά, ἔντονα καί ἀνυπέρβλητα τά ἐμπόδια καί ὅσοι καί ἄν εἶναι ἐκεῖνοι πού ἐπιβουλεύονται τό ποίμνιο, τόσο περισσότερο καί ὁ ἴδιος πρέπει νά ἐξεγερθεῖς καί ἄλλους νά παρακαλέσεις νά σοῦ συμπαρασταθοῦν στό καλό αὐτό ἔργο, καί νά βιαστεῖτε νά βρεθεῖτε ἐκεῖ. Σίγουρα, γιά τήν ἀποδημία αὐτή δέν θά λάβεις μικρό μισθό. Καί ἄν καί μόνο γιά τήν μετακίνησή σου πρός τά ἐκεῖ θά ἀμειφθεῖς, πολύ περισσότερο θά γίνει τό ἴδιο καί ἄν προχωρήσεις στά ἔργα καί ἄν ἐπιδείξεις μεγάλη ἐπιμέλεια. Ἐξάλλου ἀπό τό νά κάθεσαι στό σπίτι, πολύ καλύτερο καί ὠφελιμότερο εἶναι νά κάνεις τέτοιες ἀποδημίες. Γιατί καί ἐκεῖ, μπορεῖς νά ἔχεις αὐτά πού ἔχεις τώρα, δηλαδή τή νηστεία, τίς ἀγρυπνίες καί τήν ἄλλη εὐσεβῆ ζωή. Ἐνῶ καθήμενος στό σπίτι, δέν ὑπάρχει τρόπος νά κερδίσεις, αὐτά πού μπορεῖς νά καρπωθεῖς παραμένοντας ἐκεῖ. Ἐννοῶ τή σωτηρία τόσων ψυχῶν, τό μισθό ἀπό τούς κινδύνους, τήν ἀνταμοιβή γιά τήν τόση προθυμία. Γιατί πράγματι ὑπάρχει ἀμοιβή καί γιά τήν προθυμία.
Φέρνοντας στό νοῦ σου πόσα στεφάνια θά ἐξασφαλίσεις ἀπό τώρα γιά τόν ἑαυτό σου, μήν ἀμελήσεις, μήν ἀναβάλεις, ἀλλά μόλις καλυτερεύσει ἡ ὑγεία σου παρακαλῶ ἀμέσως νά σηκωθεῖς καί νά φύγεις, χωρίς νά φροντίζεις καθόλου γιά τά ἀναγκαῖα. Γιατί τά εἶπα ὅλα στό κύριό μου, τόν ἐντιμότατο καί εὐλαβέστατο πρεσβύτερο Κωνστάντιο. Ἄν λοιπόν χρειασθοῦν χρήματα γιά οἰκοδομές, εἴτε γιά τίς ἀνάγκες τῶν ἀδελφῶν, θά σᾶς τά χορηγήσει ὅλα μέ πολλή ἀφθονία καί πολλή περισσότερη μάλλιστα, ἀπό κάθε ἄλλη φορά.
Ἔχοντας λοιπόν κατά νοῦν καί τήν εὐκολία πού θά βρεῖς ἀπό κεῖ καί προπαντός τό εὐάρεστο στό Θεό ἔργο πού ἔχεις νά κάνεις, ἀπόβαλε κάθε ἐνδοιασμό καί δέξου τήν παράκληση νά δραστηριοποιηθεῖς γρήγορα. Γράψε μου ἀμέσως μόλις τό κάνεις, ὥστε νά πάρω ἀπό αὐτό πολύ κουράγιο, ἄν καί βρίσκομαι σέ τρομερή ἐρημιά. Γιατί, ἄν μάθαινα ὅτι ἔχεις ξεκινήσει μέ τήν ἀπόφαση ἐκείνη, δηλαδή προετοιμασμένος νά ἐργαστεῖς ὅσο μπορεῖς, νά ταλαιπωρηθεῖς γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν αὐτῶν πού βρίσκονται ἐκεῖ, θά νόμιζα ἀπ᾽ τή μεγάλη μου χαρά ὅτι δέ διαμένω σέ ἐρημιά. Ἐπιθυμῶ βέβαια καί ἐγώ νά ἔρθεις γιά νά σέ δῶ, ἀλλ᾽ ἐπειδή, ὅπως εἶπα στήν ἀρχή, τοῦτο ἐδῶ εἶναι πιό ἀναγκαῖο, καί ἐπιπλέον ὑπάρχει καί φόβος μήπως ὁ χειμώνας σοῦ κλείσει τό δρόμο ἀπό ἐδῶ πρός τά ἐκεῖ, γι᾽ αὐτό σέ βιάζω καί σέ παρακαλῶ νά φύγεις γρήγορα καί νά πᾶς ἐκεῖ.
Σχόλια στήν Ἐπιστολή
Ἡ ἐπιστολή αὐτή ἀπευθύνεται πρός τόν πρεσβύτερο Γερόντιο, ὁ ὁποῖος ἦταν ἕνας ἀπό τούς πλέον διακεκριμμένους ἐργάτες τοῦ Εὐαγγελίου καί ―ἀπ’ ὅτι διαφαίνεται ἀπό τό ὅλο περιεχόμενο τῆς ἐπιστολῆς― βρισκόταν κάτω ἀπό τήν πνευματική καθοδήγηση τοῦ σεπτοῦ Ἱεράρχη.
Ὁ πρεσβύτερος Γερόντιος ἐργαζόταν ἱεραποστολικά γιά μακρύ χρονικό διάστημα, στήν περιοχή τῆς Φοινίκης. Κάποια ὅμως ἀσθένειά του τόν εἶχε ἀναγκάσει νά ἐπιστρέψει στήν Κωνσταντινούπολη γιά νά ξεκουραστεῖ καί νά ἀναρρώσει. Οἱ μεγάλες ἀποστάσεις, ὁ ἀπόμακρος τόπος τῆς ἐξορίας τοῦ Ἁγίου καί ἐπιπλέον ἡ ἔλλειψη τακτικῆς ἐπικοινωνίας εἶχαν καθυστερήσει τήν πληροφόρησή του, σχετικά μέ τό θέμα τῆς πορείας τῆς ἀσθενείας τοῦ Γεροντίου, ἀλλά καί τῆς ὅλης καταστάσεως πού ἐπικρατοῦσε στήν ἱεραποστολική Ἐκκλησία τῆς Φοινίκης, πού ἐκείνη τήν ἐποχή περνοῦσε δύσκολες ἡμέρες. Συνέχεια
Πρός τόν Πρεσβύτερο Κωνστάντιο
Ἐπιστολή 221 τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου
Στίς τέσσερις τοῦ Πανέμου μηνός, ἐνῶ πρόκειται νά ἀναχωρήσουμε ἀπό τή Νίκαια, στέλνω αὐτά τά γράμματα στή θεοσέβειά σου, παρακαλώντας γι᾽ αὐτό πού δέν ἔπαψα πάντοτε νά παρακαλῶ, δηλαδή νά μήν παραλείψεις νά κάνεις ὅ,τι ἐξαρτᾶται ἀπό σένα γιά τήν διακονία τήν ὁποία ἀπό παλαιά εἶχες ἀναλάβει. Νά προσπαθήσεις ἔστω καί ἄν ἐνσκήψει χειμώνας βαρύτερος ἀπό αὐτόν πού τώρα ἐπικρατεῖ, ἔστω καί ἄν γίνουν μεγαλύτερα τά κύματα. Λέγοντας «τή διακονία σου» ἐννοῶ τήν καθαίρεση τῆς εἰδωλολατρίας, τήν ἀνοικοδόμηση τῶν ἐκκλησιῶν, καί τή φροντίδα τῶν ψυχῶν. Νά μή σέ ἀποθαρρύνει ἡ δύσκολη κατάσταση. Γιατί ὁ κυβερνήτης, βλέποντας τό πέλαγος μανιασμένο καί φουρτουνιασμένο, δέν ἀπομακρύνεται ἀπό τό τιμόνι. Ἀλλά οὔτε καί κανένας γιατρός, βλέποντας τόν ἄρρωστο νά καταβάλεται ἀπό τήν ἀσθένεια, ἐγκαταλείπει τή θεραπεία. Ἀντίθετα, τότε ἀκριβῶς ὁ καθένας ἀπό αὐτούς κάνει χρήση τῆς τέχνης του.
Καί σύ λοιπόν, ἐντιμότατε καί εὐλαβέστατε δέσποτά μου, δεῖξε πολλή προθυμία. Τίποτε ἀπό ὅσα συμβαίνουν νά μή σέ ἀποθαρρύνει. Γιατί ὄχι μόνο δέ θά δώσουμε λόγο γιά τά κακά πού οἱ ἄλλοι μᾶς κάνουν, ἀλλά θά λάβουμε καί μισθό. Ἐάν ὅμως ἐμεῖς οἱ ἴδιοι δέ συνεισφέρουμε ὅ,τι μποροῦμε καί δείξουμε ραθυμία, τότε σέ τίποτε δέ θά μᾶς ὠφελήσει ἡ εὐκαιρία πού μᾶς προσφέρεται τώρα δηλαδή, νά βοηθήσουμε στήν ἀντιμετώπιση τῆς δυσκολίας. Γιατί καί ὁ Παῦλος, ἐνῶ βρισκόταν στή φυλακή καί ἦταν δεμένος στό ξύλο, ἔκανε τό χρέος του. Καί ὁ Ἰωνᾶς ἐπίσης, παρόλο πού ἦταν ἐγκλωβισμένος στήν κοιλιά τοῦ θαλασσινοῦ θηρίου, ὅπως καί οἱ Τρεῖς Παῖδες, ὅταν βρίσκονταν μέσα στήν κάμινο, τό ἴδιο ἔκαναν. Κανέναν τους δέν τόν ἔκανε πιό ράθυμο ἡ ταλαιπωρία τῶν διαφόρων αὐτῶν δεσμωτηρίων.
Σκεπτόμενος λοιπόν αὐτά, δέσποτά μου, νά μήν παύσεις νά φροντίζεις γιά τίς Ἐκκλησίες τῆς Φοινίκης, τῆς Ἀραβίας καί ὅλης τῆς Ἀνατολῆς, γιατί ξέρεις ὅτι θά ἔχεις μεγαλύτερο μισθό ἀπό τόν κόπο πού θά καταβάλλεις ἐσύ γιά νά ἀντιμετωπίσειςτά διάφορα δεινά.
Νά μήν ἀμελεῖς νά μοῦ γράφεις συνεχῶς καί πολύ τακτικά. Ὅπως πληροφορήθηκα τώρα, διαταχθήκαμε νά ἀναχωρήσουμε ὄχι στή Σεβάστεια, ἀλλά στήν Κουκουσό.Ἐκεῖ θά σοῦ εἶναι εὐκολότερο νά μοῦ γράφεις. Γράφε μου λοιπόν, πόσες ἐκκλησίες κτίσθηκαναὐτή τή χρονιά, ποιοί ἅγιοι ἄνδρες στή Φοινίκη πέθαναν, ἤ ἐάν ἔγινε κάποια ἐπιπλέον πρόοδος. Γιατί στή Νίκαια βρῆκα ἕνα μοναχό φυλακισμένο καί τόν ἔπεισα νά ἔρθει στήν εὐλάβειά σου ὥστε νά σταλεῖ στή Φοινίκη. Φρόντισε λοιπόν νά μέ πληροφορήσεις ἐάν ἦρθε.
Στή Σαλαμίνα, χωριό πού βρίσκεται στήν Κύπρο καί πολιορκεῖται ἀπό τούς Μαρκιωνίτες, βρισκόμουν σέ συνομιλίες μέ αὐτούς πού ἔπρεπε. Εἶχαπετύχει τά πάντα ἐκεῖ, ἀλλά μέ πρόλαβε ἡ ἐξορία. Ἐάν λοιπόν μάθεις ὅτι ὁ κύριός μου, ὁ ἐπίσκοπος Κυριακός παραμένει στήν Κωνσταντινούπολη, γράψε του γιά τήν ὑπόθεση αὐτή καί αὐτός θά μπορέσει νά τά φέρει ὅλα εἰς πέρας. Ἰδιαίτερα ὅσους ἔχουν παρρησία πρός τό Θεό νά τούς παρακαλεῖς νά κάνουν πολλή χρήση τῆς προσευχῆς μέ πολλή ἐμμονή καί ἐπιμονή, ὥστε νά σταματήσει τό ναυάγιο αὐτό πού βρῆκε τήν οἰκουμένη. Γιατί καί τήν Ἀσία τήν κυρίεψαν ἀβάστακτα δεινά, ἀλλά καί ἄλλες πόλεις καί Ἐκκλησίες, τίς ὁποῖες, γιά νά μή γίνομαι ἐνοχλητικός, ἀποφεύγω νά τίς ἀναφέρω μία-μία χωριστά. Θά σοῦ πῶ τοῦτο μόνο, ὅτι δηλαδή ἡ ὑπόθεση χρειάζεται ἐκτενής καί ἐντατική προσευχή.
Σχόλια στήν Ἐπιστολή
Ἡ Ἐπιστολή εἶναι γραμμένη ὅταν ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος βρισκόταν καθ’ ὁδόν πρός τήν ἐξορία του στήν Κουκουσσό. Εἶναι ἡ πρώτη Ἐπιστολή του, στήν ὁποία καταγράφεται ὁ χρόνος τῆς συγγραφῆς (στίς τέσσερις τοῦ Πανέρμου μηνός, πού ἀντιστοιχεῖ μέ τήν περίοδο μεταξύ 15 Αὐγούστου καί 15 Σεπτεμβρίου), καθώς καί ὁ τόπος σύνταξης καί ἀποστολῆς της.
Ἀπευθύνεται στόν πρεσβύτερο Κωνστάντιο, ὁ ὁποῖος καί πρίν ἀπό τήν ἐξορία τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου εἶχε ἀναλάβει τήν εὐθύνη ὅλης τῆς ἱεραποστολικῆς ἐργασίας τῆς Ἐκκλησίας, πού κατευθυνόταν ἀπό τό Πατριαρχεῖο τῆς Κωνσταντινουπόλεως.
Ἡ διακονία τοῦ πρεσβύτερου Κωνστάντιου περιελάμβανε τήν ἐξεύρεση καί τήν προετοιμασία ἱεραποστόλων, καθώς ἐπίσης καί ἡ μέριμνα γιά τήν τροφοδοσία τους. Ἐπιπλέον, στά πλαίσια τῶν καθηκόντων του ἦταν ἡ φροντίδα τῆς ἐξασφάλισης τῶν ἀπαιτούμενων πόρων, τόσο γιά τήν συντήρηση τῶν ὑπαρχόντων Ἱερῶν Ναῶν, ὅσο καί γιά τήν ἀνοικοδόμηση νέων. Συνέχεια
ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ
«Εἶπε δέ ὁ Κύριος πρός αὐτούς. Λήψεσθε δύναμιν ἐξ ὕψους, ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς καί ἔσεσθαί μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλήμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Ἐξήγαγε δέ αὐτούς ἔξω ἕως τήν Βηθανίαν καί ἐπάρας τάς χεῖρας αὑτοῦ, εὐλόγησεν αὐτούς. Καί ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτόν αὐτούς, διέστη ἀπ᾽ αὐτῶν καί ἀνεφέρετο εἰς τόν οὐρανόν… Βλεπόντων αὐτῶν ἐπῄρθη καί νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτόν ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. Καί ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τόν οὐρανόν, πορευομένου αὐτοῦ, καί ἰδού ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, οἵ καί εἶπον. Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν; Οὗτος ὁ Ἰησοῦς, ὁ ἀναληφθείς ἀφ᾽ ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται πάλιν, ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτόν πορευόμενον εἰς τόν οὐρανόν. Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ – μετά χαρᾶς μεγάλης – ἀπό ὄρους τοῦ καλουμένου Ἐλαιῶνος. Καί ἦσαν διαπαντός ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καί εὐλογοῦντες τόν Θεόν».
Μέ αὐτές τίς ἁδρές γραμμές ὁ ἱερός εὐαγγελιστής Λουκᾶς περιγράφει στό τέλος τοῦ Εὐαγγελίου του καί στήν ἀρχή τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, τήν τελευταία ἐμφάνισι τοῦ ἀναστάντος Κυρίου στούς μαθητάς Του (Λουκ. 24, 44-53. Πράξ. 1, 1-14).
Ὅπως στά δύο αὐτά βιβλία τοῦ ἱεροῦ Λουκᾶ, ἔτσι ἡ ἀνάληψις τοῦ Κυρίου κατακλείει τήν ἱστορία τοῦ ἐπί τῆς γῆς βίου τοῦ Χριστοῦ καί ἀνοίγει τήν ἱστορία τῶν μαθητῶν – τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι μέ ἄλλα λόγια ὁ συνδετικός κρίκος, ἡ μετάβασις ἀπό τήν μία φάσι τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Θεοῦ στήν ἄλλη.
Εἶναι τό κλείσιμο τῆς πρώτης σκηνῆς καί τό ἄνοιγμα τῆς δευτέρας. Ἀκριβῶς δέ τήν τεσσαρακοστή ἀπό τήν Ἀνάστασι ἡμέρα, ἀφοῦ ὑμνήσαμε καί δοξολογήσαμε μαζί μέ τούς μαθητάς τήν δόξα τοῦ ἀναστάντος, ἀφοῦ ζήσαμε ἐπί 40 ἡμέρες στήν χαρούμενη ἀτμόσφαιρα τῆς παρουσίας Του, θά κληθοῦμε ἀπό τήν Ἐκκλησία νά παραστοῦμε νοητά στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιά νά ἀποχαιρετήσωμε τόν ἀπερχομένο Σωτῆρα.
Δέν ξεύρω ἄν βρεθήκατε ποτέ σέ ὥρα λατρείας κατά τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως ἤ καί σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη λειτουργική σύναξι μέσα στόν ὑπέρλαμπρο ναό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης, τήν Ἁγία Σοφία. Τόν μεγάλο τροῦλλό της κοσμεῖ ἕνα θαυμαστό μωσαϊκό τοῦ Θ’ αἰῶνος. Στό κέντρο μέσα σέ φωτεινή δόξα κάθεται ὁ Χριστός ὑποβασταζόμενος ἀπό δύο ἀγγέλους. Γύρω-γύρω μέσα σέ ἕνα καταπληκτικό γιά τήν μεγαλοπρέπειά του τοπίο οἱ δώδεκα ἀπόστολοι μέ τήν Θεοτόκο στήν μέση βλέπουν μέ θάμβος πρός τόν οὐρανό. Καί δύο λευκοφόροι ἄγγελοι τούς ἀπευθύνουν τούς λόγους τῶν Πράξεων: «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν;» (Πράξ. 1, 11).
Νομίζεις πώς καί ὅλοι οἱ πιστοί κάτω ἀπό τόν μεγάλο θόλο βρίσκονται συναγμένοι μαζί μέ τούς ἀποστόλους καί ἀπολαμβάνουν τό ὑπερφυές θέαμα. Τόν Χριστό ἀναλαμβανόμενο, ἀλλά καί διαρκῶς μή χωριζόμενο. Διαρκῶς βλέποντα ἀπό τό βάθος τοῦ οὐρανοῦ μέσα στήν ἀστραφτερή ὁλόχρυση δόξα Του καί ἀδιάκοπα ἐπαίροντα τά χέρια Του καί εὐλογοῦντα τούς ἀποστόλους, τήν Ἐκκλησία Του. Καί στήν στάσι, στήν ἔκφρασι, στίς κινήσεις τῶν ἀποστόλων τοῦ ψηφιδωτοῦ διακρίνει κανείς ὅλα τά ἀνάμικτα αἰσθήματα πού ἔνοιωσαν ἐκεῖνοι κατά τήν μεγάλη ἐκείνη στιγμή, ἀλλά καί ὅλα τά αἰσθήματα πού πλημμυρίζουν τίς καρδιές τῶν πιστῶν πού βλέπουν τήν δόξα τοῦ ἀναλαμβανομένου. Γιατί ἀκριβῶς ἡ ἀνάληψις εἶναι τό γεγονός – καί ἡ ἑορτή – τῶν μεγάλων συναισθημάτων, τῆς ποικιλίας τῶν ἀντιθέσεων. Ἔτσι ἀκριβῶς τήν βλέπει καί ἡ Ἐκκλησία στήν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς.
Καί πρῶτα κυριαρχεῖ ὁ τόνος τῆς χαρᾶς, τῆς δόξης, τοῦ θριάμβου. Ὁ Κύριος τελειώνει τό ἔργο τῆς οἰκονομίας. Ὑψώνεται σάν νικητής καί θριαμβευτής ἐπάνω ἀπό τήν γῆ πού ἔσωσε, ὁ Πατήρ τόν ὑποδέχεται, οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι δοξολογοῦν τόν νικητή, τόν θριαμβευτή, τόν Σωτῆρα. Τόν τόνο αὐτόν τῆς χαρᾶς γιά τήν ἔνδοξο ἀνάληψι ἐκφράζει τό πρῶτο τροπάριο τῆς ἑορτῆς, τό πρῶτο στιχηρό τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ πλ. β’ ἤχου:
«Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τόν Παράκλητον τῷ κόσμῳ. Οἱ οὐρανοί ἑτοίμασαν τόν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τήν ἐπίβασιν αὐτοῦ. Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν. Ὁ Πατήρ ἐκδέχεται, ὅν ἐν κόλποις ἔχει συναΐδιον. Τό Πνεῦμα τό ἅγιον κελεύει πᾶσι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ἡμῶν. Πάντα τά ἔθνη, κροτήσατε χεῖρας. ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἦν τό πρότερον».
Ἡ χαρά ὅμως αὐτή δέν εἶναι μόνο χαρά γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά καί χαρά γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ὁ Κύριος ἀνεβαίνοντας στούς οὐρανούς ἀνεβαίνει μαζί μέ τό σῶμά Του τό ἀνθρώπινο, μέ τήν θεωθεῖσαν σάρκα. Αὐτήν ἀνεβάζει στόν οὐρανό καί συγκαθίζει στά δεξιά τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. Καί ἔτσι γίνεται πρωτοπόρος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους στήν δόξα τοῦ οὐρανοῦ, ὅπως μέ τήν ἀνάστασί Του ἔγινε πρωτότοκος τῶν νεκρῶν. Στούς ὤμους Του πῆρε τήν πλανηθεῖσα ἀνθρωπίνη φύσι καί ἀναληφθείς τήν ἐθέωσε καί «Τῷ Πατρί προσήγαγε». Τόν θρίαμβο αὐτόν τοῦ ἀνθρώπου ψάλλει τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β’ ἤχου:
«Ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος, τοῦ ἀνυψῶσαι τήν πεσοῦσαν εἰκόνα τοῦ Ἀδάμ καί ἀποστεῖλαι Πνεῦμα Παράκλητον, τοῦ ἁγιάσαι τάς ψυχάς ἡμῶν».
Ἡ χαρά ὅμως γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ συγκιρνᾶται μέ τήν λύπη γιά τόν χωρισμό. Καί τόν θρῆνο αὐτόν τῶν μαθητῶν παραστατικά ζωγραφεῖ τό τέταρτο στιχηρό τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β’ ἤχου:
«Κύριε, οἱ ἀπόστολοι ὡς εἶδόν σε ἐν νεφέλαις ἐπαιρόμενον, ὀδυρμοῖς δακρύων, ζωοδότα Χριστέ, κατηφείας πληρούμενοι, θρηνοῦντες ἔλεγον. Δέσποτα, μή ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανούς, οὕς δι᾽ οἶκτον ἠγάπησας δούλους σου, ὡς εὔσπλαγχνος. ἀλλ᾽ ἀπόστειλον, ὡς ὑπέσχου ἡμῖν, τό πανάγιόν σου Πνεῦμα, φωταγωγοῦν τάς ψυχάς ἡμῶν».
Χαρά, λύπη, ἀλλά καί ἐλπίδα. Ἐλπίδα ὅτι ὁ Κύριος δέν θά ἀφήσῃ ὀρφανούς τούς ἀποστόλους καί τήν Ἐκκλησία. Θά στείλῃ τό ὑπεσχημένο Πνεῦμα, τόν Παράκλητο, γιά νά μένῃ μαζί τους καί μαζί μας, κατά τήν ἐπαγγελία Του, μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ὅτι τήν ἔνδοξο ἀνάληψι θά ἀκολουθήσῃ ἡ δυναμική παρουσία τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, ὅπως ψάλλει τό πρῶτο τροπάριο τῆς λιτῆς τοῦ α’ ἤχου:
«Ἀνελθών εἰς οὐρανούς, ὅθεν καί κατῆλθες, μή ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανούς, Κύριε. ἐλθέτω σου τό Πνεῦμα, φέρον εἰρήνην τῷ κόσμῳ. Δεῖξον τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων ἔργα δυνάμεώς σου, Κύριε φιλάνθρωπε».
Εἶναι ἕνα μυστήριο ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως. Μυστήριο, πού τό ζῇ ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνο κατά τήν ἡμέρα πού τελοῦμε τήν ἀνάμνησί του, ἀλλά καθημερινῶς, σέ κάθε στιγμή τῆς ὑπάρξεώς της. Πού τό ζῇ καί κάθε πιστός στίς ὧρες πού στρέφει τά μάτια του στόν οὐρανό ἀναζητῶντας τόν Σωτῆρα του. Τόν βλέπει ἀνερχόμενον εἰς τόν οὐρανόν, καθήμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός στήν δόξα τῆς Θεότητος, ὅπως τόν εἶδε ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος (Πράξ. 7, 56). Αἰσθάνεται τά χέρια Του ἐπαιρόμενα νά τόν εὐλογοῦν καί τούς λόγους Του νά τόν καθησυχάζουν. Τόν ἀκούει νά τοῦ ὁμιλῇ γιά τήν παράκλησι, γιά τήν παρηγορία τοῦ Παρακλήτου καί γιά τήν ἐξ ὕψους βοήθεια καί νά τόν βεβαιώνῃ ὅτι πάντοτε εἶναι καί θά εἶναι μαζί του μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος.
Παίρνει δύναμι καί θάρρος αἰσθανόμενος τήν διαρκῆ παρουσία Του, τήν θαλπωρή τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καί ἀποδύεται στόν ἀγῶνα τῆς ζωῆς, πατῶντας στήν γῆ, ἀλλά ζητῶντας τά ἄνω, φρονῶντας τά ἄνω, ἔχοντας τόν δείκτη τοῦ προσανατολισμοῦ του ἐστραμμένον πρός τόν οὐρανό, ὅπου ὁ Χριστός «ἐστι ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος», κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο (Κολοσ. 3, 1). Εἶναι ἤδη πολίτης τῶν οὐρανῶν, ἀφοῦ ἡ κεφαλή του, ὁ Χριστός, βρίσκεται στούς οὐρανούς.
ΕΙΣ ΑΝΑΛΗΨΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Ποιὰ εἶναι ἡ σημερινὴ ἑορτή; Εἶναι σεπτὴ καὶ μεγάλη, ἀγαπητέ, καὶ ὑπερβαίνει τὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ εἶναι ἀντάξια τῆς γενναιοδωρίας τοῦ Θεοῦ πού τὴν καθιέρωσε. Γιατί σήμερα ἔγινε συμφιλίωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Σήμερα διαλύθηκε ἡ παλιὰ ἔχθρα καὶ τελείωσε ὁ μακροχρόνιος πόλεμος. Σήμερα ἐπανῆλθε κάποια θαυμάσια εἰρήνη πού ποτὲ δὲν τὴν περίμεναν προηγουμένως οἱ ἄνθρωποι. Γιατί ποιὸς θὰ ἔλπιζε ὅτι ὁ Θεὸς ἐπρόκειτο νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν ἄνθρωπο; Ὄχι ἐπειδὴ ὁ Κύριος μισοῦσε τὸν ἄνθρωπο, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ὑπηρέτης ἦταν ἀδιάφορος· οὔτε ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἦταν σκληρός, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ δοῦλος ἦταν ἀχάριστος.
Θέλεις νὰ μάθεις πῶς ἐξοργίσαμε αὐτὸν τὸν φιλάνθρωπο καὶ ἀγαθὸ Κύριό μας; Γιατί, πραγματικὰ, πρέπει νὰ μάθεις τὴν αἰτία τῆς προηγούμενης ἔχθρας μας, ὥστε, ὅταν δεῖς ὅτι μᾶς τίμησε, ἐνῶ ἤμασταν ἐχθροί του καὶ πολέμιοι, νὰ θαυμάσεις τὴ φιλανθρωπία αὐτοῦ πού μᾶς τίμησε, καὶ νὰ μὴ νομίσεις ὅτι ἀπὸ δικά μας κατορθώματα ἔγινε ἡ ἀλλαγή, καί, ἀφοῦ μάθεις τὸ μέγεθος τῆς χάρης του, νὰ μὴ σταματήσεις νὰ τὸν εὐχαριστεῖς διαρκῶς γιὰ τὶς πολλές του δωρεές. Θέλεις λοιπὸν νὰ μάθεις, πῶς ἐξοργίσαμε τὸν Κύριό μας, τὸν φιλάνθρωπο, τὸν πράο, τὸν ἀγαθό, αὐτὸν πού ρυθμίζει τὰ πάντα γιὰ τὴ δική μας σωτηρία; Σκέφθηκε κάποτε νὰ ἐξαφανίσει ὁλοκληρωτικὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ τόσο ὀργίστηκε ἐναντίον μας, ὥστε νὰ μᾶς καταστρέψει μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἄγρια θηρία καὶ τὰ κατοικίδια ζῶα καὶ ὁλόκληρη τὴ γῆ.
Καὶ ἐὰν θέλεις, θὰ σοῦ δώσω νὰ ἀκούσεις καὶ αὐτὴν τὴν ἀπόφαση· «Γιατί θὰ ἐξαλείψω», λέγει ὁ Θεός, «τὸν ἄνθρωπο πού δημιούργησα ἀπὸ τὸ πρόσωπο ὅλης τῆς γῆς καὶ τὰ θηρία καὶ τὰ ζῶα, γιατί μετανόησα πού δημιούργησα τὸν ἄνθρωπο». Καὶ γιὰ νὰ μάθεις ὅτι δὲ μισοῦσε τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἀποστρεφόταν τὴν κακία, αὐτὸς ποὺ εἶπε, ὅτι «θὰ ἐξαλείψω τὸν ἄνθρωπο πού δημιούργησα ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς», λέγει στὸν ἄνθρωπο, «Εἶναι καιρὸς κάθε ἄνθρωπος νὰ ἐπιστρέψει σέ μένα». Ἐὰν ὅμως μισοῦσε τὸν ἄνθρωπο, δὲν θὰ συζητοῦσε μαζί του. Τώρα ὅμως τὸν βλέπεις νὰ μὴ θέλει νὰ κάμει αὐτό, τὸ ὁποῖο ἀπείλησε νὰ κάμει, ἀλλά καὶ νὰ δικαιολογεῖται ὁ Κύριος στὸ δοῦλο καὶ νὰ συζητᾶ σὰν μὲ ἰσότιμο φίλο καὶ νὰ λέγει τὶς αἰτίες τῆς καταστροφῆς πού πρόκειται νὰ γίνει, ὄχι γιὰ νὰ μάθει τὶς αἰτίες ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά, ἀφοῦ τὶς πεῖ στοὺς ἄλλους, νὰ τοὺς κάμει πιὸ συνετούς. Ἀλλ’, ὅπως ἔλεγα προηγουμένως, τόσο ἄσχημα ἔπραττε στὴν ἀρχή τὸ ἀνθρώπινο γένος, ὥστε κινδύνευσε νὰ χαθεῖ καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ γῆ . Συνέχεια
ΣΤΗ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ̒ΕΠΙΣΩΖΟΜΕΝΗ’
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ
1.-. Σάν γλυκύς συνοδοιπόρος τοῦ ἀνθρώπινου βίου ὁ προφήτης Δαβίδ βρίσκεται σέ ὅλους τούς δρόμους τῆς ζωῆς καί ἀναστρέφεται πρόσφορα μέ ὅλες τίς πνευματικές ἡλικίες καί εἶναι κοντά σέ κάθε παράταξη πού προκόβει. Παίζει μέ ὅσους νηπιάζουν, ὅπως θέλει ὁ Θεός, μέ τούς ἄνδρες συναγωνίζεται, παιδαγωγεῖ τή νεότητα, ὑποστηρίζει τά γηρατειά, γίνεται στούς πάντες τά πάντα. Γίνεται τό ὅπλο τῶν στρατιωτῶν, ὁ προπονητής τῶν ἀθλητῶν, ἡ παλαίστρα ὅσων γυμνάζονται, τό στεφάνι τῶν νικητῶν, ἡ χαρά τοῦ τραπεζιοῦ, ἡ παρηγοριά στίς κηδεῖες.
Δέν ὑπάρχει τίποτε ἀπό τή ζωή μας πού νά εἶναι ἀμέτοχο ἀπό αὐτή τή χάρη. Ποιά δυνατή προσευχή γίνεται, πού δέν ἔχει σχέση μ᾿ αὐτή ὁ Δαβίδ; Ποιά εὐφροσύνη γιορτῆς δοκιμάζομε χωρίς νά τή χαροποιεῖ ὁ Δαβίδ; Αὐτό μποροῦμε νά τό διαπιστώσομε καί τώρα· ὅτι δηλαδή, ἐνῶ καί γι᾿ ἄλλους λόγους εἶναι μεγάλη ἡ ἑορτή, ὁ προφήτης μέ τή συνεισφορά του τήν ἔκανε μεγαλύτερη, συνεισφέροντας πρόσφορα σ᾿ αὐτήν τήν εὐφροσύνη ἀπό τούς ψαλμούς.
Στόν ἕνα ψαλμό σέ προτρέπει νά γίνεις πρόβατο πού τό ποιμαίνει ὁ Θεός καί δέ στερεῖται ἀπό κανένα ἀγαθό· καί χόρτο νά βοσκήσει καί νερό νά πιεῖ καί τροφή καί μάντρα καί δρόμος καί ὁδηγία καί τά πάντα γίνεται ὁ καλός ποιμένας (Ἰω. 10, 2-4· 11), ἐπιμερίζοντας κατάλληλα τή χάρη του σέ κάθε ἀνάγκη.
2.-. Μέ ὅλα αὐτά διδάσκει τήν Ἐκκλησία, ὅτι πρέπει νά γίνεις πρῶτα πρόβατο τοῦ καλοῦ ποιμένα ὁδηγούμενο μέ τήν ὀρθή κατήχηση στίς θεῖες βοσκές καί πηγές τῶν διδαγμάτων γιά νά συνταφεῖς μαζί του μέ τό βάπτισμα στό θάνατο (Ρωμ. 6, 3-4) καί νά μή φοβηθεῖς αὐτόν τό θάνατο· γιατί αὐτός δέν εἶναι θάνατος, ἀλλά σκιά καί ἀποτύπωμα θανάτου. Γιατί λέει· «ἄν βαδίσω μέσα ἀπό τή σκία τοῦ θανάτου δέ θά τό φοβηθῶ αὐτό ὡς κάτι κακό, γιατί ἐσύ εἶσαι μαζί μου» (Ψαλμ. 22, 4). Ἔπειτα ἀπό αὐτά, ἀφοῦ παρηγόρησε μέ τή βακτηρία τοῦ Πνεύματος (γιατί ὁ Παράκλητος εἶναι τό Πνεῦμα), παραθέτει τό μυστικό τραπέζι πού ἑτοιμάστηκε κατ᾿ ἀντίθεση μέ τό τραπέζι τῶν δαιμόνων. Γιατί ἐκεῖνοι ἦταν πού καταβασάνισαν μέ τήν εἰδωλολατρία τή ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ ἀντίθετή τους εἶναι ἡ τράπεζα τοῦ Πνεύματος.
Ἔπειτα ἀρωματίζει τήν κεφαλή μέ τό ἔλαιο τοῦ Πνεύματος καί προσφέροντάς του κρασί πού εὐφραίνει τήν καρδιά (Ψαλμ. 103, 15), προξενεῖ στήν ψυχή τή νηφάλια ἐκείνη μέθη, προσηλώνοντας τούς λογισμούς ἀπό τά πρόσκαιρα στό ἀΐδιο. Γιατί, ὅποιος δοκίμασε τή μέθη αὐτή, ἀνταλλάσσει τή βραχύτητα τοῦ θανάτου μέ τήν αἰωνιότητα, παρατείνοντας τή διαμονή του σέ μάκρος ἡμερῶν μέσα στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Περὶ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
Βλέπετε αὐτὴ τὴ κοινὴ γιὰ μᾶς ἑορτὴ καὶ εὐφροσύνη, τὴν ὁποία ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἐχάρισε μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ ἀνάληψή του στοὺς πιστούς; Ἐπήγασε ἀπὸ θλίψη.
Βλέπετε αὐτὴ τὴ ζωή, μᾶλλον δὲ τὴν ἀθανασία; Ἐπιφάνηκε σὲ μᾶς ἀπὸ θάνατο.
Βλέπετε τὸ οὐράνιο ὕψος, στὸ ὁποῖο ἀνέβηκε κατὰ τὴν ἀνύψωσή του ὁ Κύριος καὶ τὴν ὑπερδεδοξασμένη δόξα ποὺ δοξάσθηκε κατὰ σάρκα; Τὸ πέτυχε μὲ τὴ ταπείνωση καὶ τὴν ἀδοξία. Ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος γι’ αὐτόν, «ἐταπείνωσε τὸν ἑαυτὸ του γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα σταυρικοῦ θανάτου, γι’ αὐτὸ κι’ ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε καὶ τοῦ χάρισε ὄνομα ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ὄνομα, ὥστε στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ νὰ καμφθεῖ κάθε γόνατο ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ νὰ διακηρύξει κάθε γλώσσα ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος σὲ δόξα Θεοῦ Πατρός».(Φιλιπ. 2: 8-11).
Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς ὑπερύψωσε τὸ Χριστό του γιὰ τὸ λόγο ὅτι ταπεινώθηκε, ὅτι ἀτιμάσθηκε, ὅτι πειράσθηκε, ὅτι ὑπέμεινε ἐπονείδιστο σταυρὸ καὶ θάνατο γιὰ χάρη μας, πῶς θὰ σώσει καὶ θὰ δοξάσει καὶ θὰ ἀνυψώσει ἐμᾶς, ἂν δὲν ἐπιλέξωμε τὴ ταπείνωση, ἂν δὲν δείξουμε τὴ πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἀγάπη, ἂν δὲν ἀνακτήσωμε τὶς ψυχές μας διὰ τῆς ὑπομονῆς τῶν πειρασμῶν, ἂν δὲν ἀκολουθοῦμε διὰ τῆς στενῆς πύλης καὶ ὁδοῦ, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, τὸν σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αὐτήν; «διότι, καὶ ὁ Χριστὸς ἔπαθε γιά μᾶς, ἀφήνοντάς μας ὑπογραμμὸ (παράδειγμα), γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὰ ἴχνη του». (Α’ Πέτρ. 2:21).
Ἡ ἐνυπόστατος Σοφία τοῦ ὑψίστου Πατρός, ὁ προαιώνιος Λόγος, ποὺ ἀπὸ φιλανθρωπία ἑνώθηκε μ’ ἐμᾶς καὶ μᾶς συναναστράφηκε, ἀνέδειξε τώρα ἐμπράκτως μία ἑορτὴ πολὺ ἀνώτερη καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τὴ διάβαση, τῆς σ’ αὐτὸν εὑρισκομένης φύσεώς μας, ὄχι ἀπὸ τὰ ὑπόγεια πρὸς τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ πρὸς τὸν πέρα ἀπὸ αὐτὸν θρόνο τοῦ δεσπότη τῶν πάντων.
Σήμερα ὁ Κύριος ὄχι μόνο στάθηκε, ὅπως μετὰ τὴν ἀνάσταση, στὸ μέσο τῶν μαθητῶν του, ἀλλὰ καὶ ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καί, ἐνῶ τὸν ἔβλεπαν, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ εἰσῆλθε στ’ ἀληθινὰ ἅγια τῶν ἁγίων «καὶ ἐκάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς πάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ ἀπὸ κάθε ὄνομα καὶ ἀξίωμα, ποὺ γνωρίζεται καὶ ὀνομάζεται εἴτε στὸν παρόντα εἴτε στὸν μέλλοντα αἰώνα».(Ἔφ. 1:20) Συνέχεια
Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΜΕΛΟΝΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΕΥΣΗ
Ἁγιος Φιλάρετος Μόσχας
«Καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, καὶ εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν» (Πράξεις 1, 10-11)
Μοῦ φαίνεται περίεργο πού ἐσεῖς, ἄνθρωποι τοῦ φωτός, θὰ ἔπρεπε νὰ ρωτήσετε αὐτοὺς τοὺς Γαλιλαίους γιατί στάθηκαν κοιτάζοντας πρὸς τὸν οὐρανό. Τί μποροῦσαν ἄλλο νὰ κάνουν ἀπὸ τὸ νὰ κοιτάζουν στὸν οὐρανό, ὅπου ὁ Ἰησοῦς εἶχε μόλις ἀναληφθεῖ, ὅπου εἶχε μεταφερθεῖ ὁ θησαυρός τους, ὅπου εἶχαν μετατεθεῖ ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ χαρά τους καὶ ὅπου ἡ ζωὴ τους εἶχε ἐξαφανιστεῖ; Ἐὰν ἐκείνη τὴν ὥρα κοιτοῦσαν στὴ γῆ, θὰ μποροῦσαν νὰ τοὺς ρωτήσουν, ὅπως καὶ ὅλους τούς ὀπαδοὺς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού βλέπουν στὴ γῆ μὲ μεροληπτικὸ μάτι: Γιατί κοιτᾶτε στὴ γῆ; Τί μπορεῖ νὰ ψάχνετε στὴ γῆ, ἀπὸ τότε πού ὁ μόνος δικός της καὶ δικός σας θησαυρός, βρέθηκε στὴ Βηθλεέμ, ἁπλώθηκε σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἰουδαία καὶ τὴν Σαμάρεια, πέρασε ἀπὸ τὰ χέρια διεστραμμένων ἀνθρώπων στὴ Γεσθημανῆ, τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸν Γολγοθᾶ, κρύφτηκε κάτω ἀπὸ μιὰ πέτρα στὸν κῆπο τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, καὶ τώρα ἐπὶ τέλους ἐπάρθη καὶ μετετέθη στὸ θησαυροφυλάκιο τοῦ οὐρανοῦ; Σᾶς εἶπαν, καὶ ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι, ὅτι «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἐσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν».
Ἔτσι, ἐὰν ὁ θησαυρὸς σας εἶναι στὸν οὐρανό, τότε καὶ ἡ καρδιὰ σας πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖ. Καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ πρέπει νὰ κατευθύνονται τὰ βλέμματά σας, οἱ σκέψεις καὶ οἱ ἐπιθυμίες σας.
Οἱ «δύο ἄνδρες ἐν ἐσθῆτι λευκῇ», οἱ ὁποῖοι ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἐμφανίστηκαν στοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς ρώτησαν γιατί στέκονταν κοιτάζοντας στὸν οὐρανό, ἦταν και οἱ ἴδιοι, ἀναμφίβολα, κάτοικοι τοῦ οὐρανοῦ. Συνέχεια
ΤΑ ΑΝΩ ΦΡΟΝΕΙΤΕ
«Καὶ ταῦτα εἰπὼν βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη, καὶ νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτὸν ἀπὸ τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν». Πράξεις 1, 9
Ἅγιος Φιλάρετος Μόσχας
Καθὼς οἱ ἕντεκα Ἀπόστολοι κοίταζαν, ὁ Κύριος ἀνελήφθη. Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν χωρὶς μάρτυρες, ὅμως ἀνελήφθη στοὺς οὐρανοὺς παρουσία μαρτύρων. Ὁ σφραγισμένος τάφος στὸ βράχο ἔκρυψε τὴ δόξα τῆς ἀνάστασης, κατὰ τὴν στιγμὴ τῆς πραγματοποιήσεώς της· ἕνα φωτεινό, διάφανο σύννεφο ἀποκαλύπτει τὴ δόξα τῆς Ἀναλήψεως τὴ στιγμὴ πού πραγματοποιεῖται. Γιατί αὐτὴ ἡ διαφορά; Ἴσως διότι ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, μετὰ τὴν κάθοδό Του στὸν Ἅδη, ἦταν μιὰ ἄνοδος ἀπὸ τὴν κόλαση στὸν παράδεισο καὶ δὲν ὑπῆρχε τότε χῶρος γιὰ ἐπίγειους μάρτυρες, καὶ μόνον οἱ πατριάρχες καί οἱ προφῆτες, οἱ ὁποῖοι εἶχαν ἀναχωρήσει ἀπὸ τὴν ἐπίγεια ζωή, θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι μάρτυρές της. Ὅμως τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὡς ἄνοδο ἀπὸ τὴν γῆ στὸν οὐρανό, μποροῦσαν φυσικὰ νὰ τὴν δοῦν οἱ Ἀπόστολοι, πού βρίσκονταν ἐπὶ τῆς γῆς κι ἔβλεπαν πρὸς τὸν οὐρανό.
Ἐπὶ πλέον, ἀρκοῦσε νὰ δοῦν τὸν ἐγερθέντα Κύριο, μετὰ τὴν ἀνάστασή Του, προκειμένου νὰ δώσουν μαρτυρία γιὰ τὴν ἴδια τὴν ἀνάσταση: δεδομένου ὅτι τὴν Ἀνάληψη τῆς χοϊκῶς γεννηθείσας σαρκὸς στοὺς οὐρανοὺς ἔπρεπε ὄντως νὰ τὴν δοῦν, ὥστε ἡ ἀνάσταση νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ. Πιθανὸν ὁ σαρκικὸς νοῦς νὰ διερωτηθεῖ: πῶς ἡ χοικῶς γεννηθεῖσα σάρκα μποροῦσε νὰ ἀνέλθει στὸν οὐρανό; Ἀπαντοῦμε: δὲν χρειάζεται νὰ σκεφτοῦμε γιὰ τὴν δυνατότητα τοῦ γεγονότος, ἀφοῦ τὸ εἶδαν καὶ τὸ μαρτύρησαν ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι δὲν ἀρνήθηκαν νὰ ἀντιμετωπίσουν τὸ θάνατο γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώσουν τὴν ἀλήθειά του. «Καὶ βλεπόντων αὐτῶν ἐπήρθη». Ἀλλά ἦταν μόνο γιὰ νὰ πείσει τοὺς ἄπιστους πού ὁ Κύριος ἐπέτρεψε νὰ ὑπάρξει μαρτυρία γιὰ τὴν Ἀνάληψή Του; Ἀναμφίβολα γιὰ νὰ ἐνθαρρύνει καὶ τοὺς πιστούς. «Εἰ οὖν συνηγέρθητε τῷ Χριστῷ», λέγει ὁ Ἀπόστολος, ἐὰν —ἂς προσθέσουμε κι ἐμεῖς— τὸν ἔχετε δεῖ νὰ ἀνέρχεται στὸν οὐρανὸ καὶ συμμετέχετε κι ἐσεῖς στὸ νέο αὐτὸ θρίαμβο, τότε «τὰ ἄνω ζητεῖτε, οὗ ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ θεοῦ καθήμενος, τὰ ἄνω φρονεῖτε, μὴ τὰ ἐπί τῆς γῆς» (Κολ.3, 1-2).
Τί σημαίνει «τὰ ἄνω φρονεῖτε;» Δὲν εἶναι, πράγματι, τὰ λόγια αὐτὰ ξεκάθαρα; Καὶ ἂν δὲν τὰ καταλαβαίνεις, εἴτε θέλοντας νὰ τὰ καταλάβεις εἴτε μὲ ἄλλο τρόπο, παραδὲξου ὅτι δὲν τὰ καταλαβαίνεις, ἐπειδὴ δὲν «φρονεῖς τὰ ἄνω»: διότι ἐκεῖνος πού καταλαβαίνει, ξέρει τί κάνει. Ἂν δὲν φρονεῖς τὰ ἄνω, δὲν θὰ ἀνεβεῖς ψηλά, ὅπου «ὁ Χριστὸς ἐστιν ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος». Ὅμως ἂν δὲν ἀνεβεῖς ψηλά, ὅπου ὁ Χριστὸς ἐστιν καθήμενος ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ, ἀναλογίσου, χοϊκέ ἄνθρωπε, τί θὰ ἀπογίνεις, ὅταν ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ παρέλθουν καὶ δὲν θὰ ἀπομείνει τίποτα ἐκτός ἀπὸ τὸ βασίλειο τοῦ Χριστοῦ — καὶ τὴν κόλαση! Δὲς πῶς ἡ γῆ θρυμματίζεται κάτω ἀπὸ τὰ πόδια σου καὶ μπροστά σου ἀνοίγεται ἡ κόλαση: δὲν ὑπάρχει ἄλλη ὁδὸς σωτηρίας παρὰ νὰ κρατηθεῖς, μὲ ὅλη σου τὴ δύναμη, ἀπὸ τὰ οὐράνια πράγματα. Πρέπει νὰ μάθεις «νὰ φρονεῖς τὰ ἄνω καὶ ὄχι τὰ πράγματα τὰ ἐπί τῆς γῆς». Συνέχεια
