Μάιος 2026
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

imaik

Ἡ ὑπερηφάνεια αἰτία τῆς ἀπουσίας χαρᾶς

Schmemann Alexander

58514_132928030088725_100001145865926_214176_2249813_n[2]Σὲ σχέση μὲ τὴν κρίση ποὺ ὑπάρχει στὴν προσέλευση φοιτητῶν, σκεφτόμουν: γιατί οἱ ἄνθρωποι τόσο συχνὰ ἁπλῶς καταστρέφουν τὴ ζωή τους, βλάπτουν τὸν ἑαυτό τους, σὰν νὰ διακατέχονται ἀπὸ κάποια amor fati.

Θὰ ὑπέθετε κανεὶς πὼς ἕνας ἁπλὸς ἐγωισμὸς καὶ τὸ ἔνστικτό τῆς αὐτοσυντήρησης θὰ τοὺς προφύλασσαν , ἀλλὰ ὄχι, οὔτε αὐτὸ τὸ ἔνστικτο δὲν τοὺς σταματᾶ. Μπορεῖς νὰ διακρίνεις καθαρὰ ἕνα εἶδος τρέλας, ἕνα πραγματικὸ πάθος γιὰ καταστροφή. Αὐτὸ τὸ πάθος εἶναι τὸ «Ἐγώ», δηλ. ἡ ὑπερηφάνεια.

Ἡ ὑπερηφάνεια μεταμόρφωσε τὸν «ἄγγελο φωτός» σὲ Διάβολο, καὶ τώρα μόνον ἡ ὑπερηφάνεια ἔχει τὴ δύναμη νὰ καταστρέφει τοὺς ἀνθρώπους. Συνεπῶς, τὸ καθετὶ ποὺ συνδέεται, κατὰ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο, μὲ τὴν ὑπερηφάνεια, ἀκόμη καὶ σὲ μικροσκοπικὲς δόσεις, συνδέεται μὲ τὸν Διάβολο καὶ μὲ τὸ διαβολικό.

Ἡ θρησκεία ἐπίσης ἀποτελεῖ ἕνα ἕτοιμο πεδίο δράσης γιὰ τὶς δυνάμεις τοῦ διαβόλου. Τὰ πάντα, ἀπολύτως τὰ πάντα στὴ θρησκεία, εἶναι ἀμφιλεγόμενα, κι αὐτὴ ἡ ἀσάφεια μπορεῖ ν’ ἀρθεῖ μόνο μὲ τὴν ταπείνωση, ἔτσι ὥστε ὁλόκληρη ἡ πνευματικὴ ζωὴ νὰ εἶναι, ἤ νὰ πρέπει νὰ κατευθύνεται, στὴν ἀναζήτηση τῆς ταπείνωσης.

Τὸ σημάδι τῆς ταπείνωσης: χαρά! Ἡ ὑπερηφάνεια ἀποκλείει τὴ χαρά. Ἔπειτα: ἁπλότητα, δηλαδὴ ἀπουσία κάθε στροφῆς πρὸς τὸν ἑαυτό μας. Τελικά, ἐμπιστοσύνη, ὡς ἡ κύρια κατευθυντήρια γραμμὴ τῆς ζωῆς, ποὺ ἐφαρμόζεται στὸ καθετὶ (καθαρότητα καρδιᾶς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ δεῖ τὸν Θεό). Σημάδια τῆς ὑπερηφάνειας εἶναι: ἡ ἀπουσία χαρᾶς, περιπλοκότητα καὶ φόβος. Ὅλα αὐτὰ μποροῦν νὰ ἐπαληθευθοῦν κάθε μέρα, κάθε ὥρα, παρατηρώντας τὸν ἑαυτό μας καὶ μελετώντας τὴ ζωὴ γύρω μας.

Εἶναι τρομερὸ νὰ σκέφτεσαι πώς, κατὰ μία ἔννοια, καὶ ἡ Ἐκκλησία ζεῖ μὲ ὑπερηφάνεια – «τὰ δίκαια τῶν ἐκκλησιῶν», «τὰ δίκαια τοῦ Οἰκουμενικοῦ Θρόνου», «ἡ ἀξιοπρέπεια τῆς Ρωσικῆς Ἐκκλησίας», κ.λπ. καὶ μὲ μιά πλημμύρα ἄχαρης, περίπλοκης καὶ ἐπίφοβης «πνευματικότητας». Εἶναι μιά συνεχὴς αὐτοκαταστροφή. Συνέχεια

Περὶ φιλαυτίας καὶ ἐλευθερίας,

Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη

Ἡ φιλαυτία μητέρα τῶν παθῶν

Ὅλη τὴν περίοδο τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς λέγεται ἡ πολὺ γνωστὴ εὐχὴ τοῦ ἁγίου Ἐφραίμ: «Κύριε καὶ Δεσπότα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργείας, φιλαρχίας καὶ ἀργολογίας μή μοι δός. Πνεῦμα δὲ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καὶ ἀγάπης χάρισέ μοι τῷ σῷ δούλῳ. Ναὶ Κύριε Βασιλεῦ, δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τὰ ἐμά πταίσματα καὶ μὴ κατακρίνειν τὸν ἀδελφόν μου». Κατὰ βάθος ὅλα αὐτὰ τὰ αἰτήματα ἀποβλέπουν στό νά ἐλευθερωθοῦμε ἀπὸ τὴ φιλαυτία, ἡ ὁποία κατὰ τοὺς ἁγίους Πατέρας εἶναι ἡ ῥίζα ὅλων τῶν κακῶν.

Πρὶν προχωρήσω ὅμως στό θέμα, θὰ ἤθελα νά διαβάσουμε γιά λίγο τὴν πολὺ χαριτωμένη ἑρμηνεία τοῦ ἁγίου Νικόδημου τοῦ Ἁγιορείτου στούς λόγους τοῦ ἀποστόλου Παύλου, στήν Β΄ πρὸς Τιμόθεον ἐπιστολή, κεφ. Γ΄: «ἔσονται γὰρ οἱ ἄνθρωποι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι, γονεῦσιν ἀπειθεῖς, ἀχάριστοι, ἀνόσιοι, ἄστοργοι, ἄσπονδοι, διάβολοι, ἀκρατεῖς, ἀνήμεροι, ἀφιλάγαθοι, προδόται, προπετεῖς, τετυφωμένοι, φιλήδονοι μᾶλλον ἢ φιλόθεοι».

Ἂς δοῦμε μερικὰ ἀπὸ αὐτά, πῶς τὰ ἑρμηνεύει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, ὁ ὁποῖος εἶναι πατερικὸς ἑρμηνευτὴς τῆς Καινῆς Διαθήκης: «Εὐθύς», λέει, «βάλλει ὁ Ἀπόστολος τὸ πρῶτο πάθος ἀπὸ ὅλα τὰ πάθη καὶ τὴν πρώτη ῥίζα πού γεννᾷ ὅλα τὰ κακά, δηλαδή τὴ φιλαυτία, γιατί φυσικῷ τῷ τρόπῳ, πρῶτο κανείς ἀγαπᾷ τὸν ἑαυτὸν του καὶ ἔπειτα διὰ τὸν ἑαυτὸ του ἀγαπᾷ καὶ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ τὰ ἄλλα τοῦ κόσμου πράγματα. Εἶναι λοιπὸν ἡ φιλαυτία μία ἄτακτη φιλία τοῦ ἑαυτοῦ μας, ἀπὸ τὴν ὁποία νικώμενοι κάμνομε ὅλα τὰ κακὰ καὶ τὰ πάθη γιὰ νά θεραπεύσουμε τὸν ἑαυτὸ μας καὶ ἡ ὁποία μᾶς κάμνει νά μὴ στοχαζώμαστε καὶ νά θέλουμε τὸ καλὸ τοῦ πλησίον μας, ἀλλὰ μόνο τὸ δικὸ μας, διότι φίλαυτος λέγεται ἐκεῖνος ὁ ἄνθρωπος, ὅπου φιλεῖ μόνον τὸν ἑαυτὸν του, ἀπὸ τὸ ὁποῖο ἀκολουθεῖ τὸ νά μὴ φιλῇ οὔτε τὸν ἑαυτὸν του. Διότι καθὼς ἀκολουθεῖ καὶ εἰς τὰ μέλη τοῦ σώματος καὶ ἡ βλάβη τοῦ ἑνὸς μέλους, τοῦ ὀφθαλμοῦ θετέον ἢ τῆς χειρὸς ἢ τοῦ ποδὸς διαβαίνει καὶ στὰ ἄλλα μέλη, ἢ καθὼς ἀκολουθεῖ στὴν οἰκία, στὴν οἰκοδομὴ τοῦ οἴκου καὶ ὅταν βγάνη κάποιος μία πέτρα ἀπὸ τὸν τοῖχο σείει καὶ ταράττει καὶ τίς ἄλλες πέτρας, ἔτσι ἀκολουθεῖ καὶ στὴν Ἐκκλησία τῶν Χριστιανῶν καὶ ὁποῖος ἐπιμελεῖται μόνον τὸν ἑαυτὸν του ἀμελεῖ δὲ τὸν ἀδελφὸ του, αὐτὸς βλάπτει καὶ τὸν ἴδιον ἑαυτὸν του». Συνέχεια

Ἡ φιλία

Φώτιος ὁ Μέγας

Νὰ μὴν εἶσαι γρήγορος στὴ σύναψη φιλίας· ὅταν ὅμως συνάψης δεσμό, νὰ τὸν διατηρῆς ἄλυτο μὲ κάθε τρόπο, σηκώνοντας ὅλο τὸ βάρος τοῦ συνανθρώπου, μὲ τὴν προϋπόθεση ὅτι δὲν ἐπιφέρει κίνδυνο στὴν ψυχή. Διότι οἱ διαστάσεις πρὸς τοὺς φίλους ἐκφαυλίζουν ὅλη τὴν προαίρεσι τῶν ἀνθρώπων καὶ ὑποβάλλουν ὄχι μόνο τὸν ὑπαίτιο ἀλλὰ καὶ τὸν ἀναίτιο στὴν ἴδια ὑπόνοια.

Φίλους νὰ κάμης ἐκείνους, οἱ ὁποῖοι διατηροῦν παντοτινὰ ἄδολη τὴν φιλία πρὸς τοὺς ἄλλους καὶ μήτε ὅταν εὐημεροῦσαν τοὺς ἐφθόνησαν μήτε ὅταν δυστυχοῦσαν τοὺς παραμέλησαν.

Πράγματι πολλοὶ ἐβοήθησαν κι ἐπόνεσαν τοὺς φίλους ὅταν βρίσκονταν σὲ δυστυχία, ἀλλὰ ὅταν ἦσαν εὐτυχεῖς δὲν βάσταξαν τὴν εὐημερία τους· ἔτσι αὐτοὺς ποὺ δὲν τοὺς ἤλεγξε ὁ καιρὸς τῆς συμπαθείας, τοὺς ἐξεσκέπασε τὸ πάθος τοῦ φθόνου. Ν’ ἀποκτᾶς λοιπὸν φίλους ὄχι τοὺς φαύλους ἀλλὰ τοὺς ἀρίστους· διότι τὰ ἤθη τῶν φίλων κρίνονται συνήθως ἀπὸ τὴν ποιότητα τῶν φιλουμένων διὰ τῶν ἐντίμων φίλων εὔκολα ἐπαναφέρεται κανεὶς καὶ ὅταν παραπέση, οἱ φαῦλοι ὅμως φθείρουν καὶ τὴν ὑπάρχουσα καλοκαγαθία· οἱ πρῶτοι καλύπτοντας οἱ ἴδιοι τὴν ἔλλειψι τῶν φίλων στὴν ἀρετὴ τὴν κάμουν νὰ φαίνεται ἀνελλιπής, ἐνῶ ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς φαύλους καθιστὰ νόθο καὶ ὅ,τι ὑπόλοιπο ἀρετῆς ὑπάρχει.

Νὰ μὴ ζητᾶς ν’ ἀκούης τὰ εὐχάριστα ἀπὸ τοὺς φίλους, ἀλλὰ μᾶλλον τὰ ἀληθινά. Διότι, ἂν δὲν πρέπει νὰ πιστεύσουμε στοὺς ἐχθροὺς ἀκόμη καὶ ὅταν λέγουν τὴν ἀλήθεια, ἀπὸ τοὺς φίλους δὲν ἔχει φθαρεῖ ἡ ἀλήθεια καὶ ζητοῦν κι ἐκεῖνοι νὰ λέγωνται τὰ εὐχάριστα, ἀπὸ ποῦ ἀλλοῦ θὰ προέλθη γιὰ μᾶς ἡ γνῶση τῆς ἀληθείας καὶ ἡ διόρθωση τῶν τυχὸν ἀνοσίων λόγων καὶ πράξεών μας; Γι’ αὐτὸ νὰ θεωρῆς σπουδαῖο πράγμα τὸ νὰ διαφέρουν οἱ φίλοι τῶν κολάκων.

Οἱ μὲν κόλακες, ἐπαινώντας σε κατὰ πρόσωπο, καὶ σένα τὸν ἴδιο δὲν ἀφήνουν νὰ ἔρθεις σέ συναίσθηση τῶν σφαλμάτων ποὺ φυσικὰ διαπράττεις, ἀλλά καὶ μεγαλύτερα τὰ καθιστοῦν μὲ τὶς διαβολὲς πρὸς τοὺς ἄλλους· οἱ φίλοι ὅμως μὲ τὸν φιλικὸ ἔλεγχο καὶ σένα τὸν ἴδιο ἐνισχύουν περισσότερο, ὥστε ν’ ἀντιληφθῆς τὴν παρανομία, καί, ἂν χρειασθῆ νὰ λεχθῆ κάτι καὶ πρὸς τοὺς ἔξω, τότε ἀντὶ κατηγορίας βρίσκουν ἀπολογία γιὰ τὴν πράξη.

Ὅσο λοιπὸν διαφέρει ἡ ἄσκηση τῆς ἀρετῆς ἀπὸ τὴν προκοπὴ στὴν κακία καὶ τὸ νὰ διαλύη κανεὶς τὶς διαβολὲς ἀπὸ τὸ νὰ διαβάλλη στοὺς ὑπηκόους, τόσο πρέπει καὶ σὺ νὰ προτιμᾶς τοὺς φίλους ἀπὸ τοὺς κόλακες. Συνέχεια

Ἀληθινὴ ἐλεημοσύνη.

Ἰσαάκ Σύρου

Σπεῖρε τὴν ἐλεημοσύνη μὲ ταπείνωση καὶ θὰ θερίσεις τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ τὴν ἡμέρα πού θὰ σὲ κρίνει. Ποιὰ ἁμαρτήματα σὲ ἔκαναν νὰ χάσεις τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ; Ἀπ’ αὐτὰ νὰ θεραπευθεῖς γιὰ νὰ τὴν ἀποκτήσεις. Ἔχασες τὴ σωφροσύνη; Δὲν δέχεται ἀπὸ σένα ὁ Θεὸς τὴν ἐλεημοσύνη ἐνόσω ἐπιμένεις στὴν πορνεία. Διότι ὁ Θεὸς ἀπὸ σένα θέλει τὸν ἁγιασμὸ τοῦ σώματος.

Ὁ πραγματικὸς ἐλεήμων.

Ὁ ἐλεήμων νὰ δίνει ἐλεημοσύνη ἀπ’ αὐτὰ πού ὁ ἴδιος ἀπέκτησε, μὲ τὸ δικό του μόχθο καὶ πόνο, καὶ ὄχι ἀπ’ αὐτὰ πού κέρδισε μὲ τὸ ψέμα καὶ τὴν ἀδικία καὶ μὲ πονηριές. Ἕνας ἅγιος ἄνθρωπος εἶπε: Ἂν θέλεις νὰ σπείρεις τὴν ἀγάπη σου στοὺς φτωχούς, νὰ σπείρεις ἀπὸ τὰ δικά σου. Ἂν πάλι θέλεις νὰ σπείρεις ἀπὸ τὰ ἀγαθὰ τῶν ξένων, πού ἀπέκτησες ἄδικα, νὰ γνωρίζεις ὅτι θὰ γίνουν γιὰ σένα πιὸ πικρὰ ἀπὸ τὰ ἀγριόχορτα. Σᾶς λέω λοιπὸν ἐγώ, ὅτι ἂν ὁ ἐλεήμων δὲν ξεπεράσει τὰ ὅρια τῆς δικαιοσύνης, δὲν εἶναι ἐλεήμων˙ γιατί πρέπει ὄχι μόνο ἀπὸ τὰ δικά του νὰ δίνει ἐλεημοσύνη, ἀλλὰ καὶ μὲ χαρὰ νὰ ὑπομένει τὶς ἀδικίες πού τοῦ γίνονται ἀπὸ τοὺς ἄλλους καὶ νὰ ἐλεεῖ αὐτοὺς πού τὸν ἀδικοῦν.

Ὅταν νικήσει τὴ δικαιοσύνη μὲ τὴν ἐλεημοσύνη, τότε στεφανώνεται, ὄχι μὲ τὰ στεφάνια τῶν δικαίων τοῦ ἰουδαϊκοῦ νόμου, ἀλλὰ μὲ τὰ στεφάνια τῶν τελείων, πού ἀναφέρει τὸ εὐαγγέλιο. Γιατί τὸ νὰ δίνει κανεὶς στοὺς φτωχοὺς ἀπὸ τὰ δικά του καὶ νὰ ντύνει τὸ γυμνὸ καὶ νὰ ἀγαπάει τὸν πλησίον του σὰν τὸν ἑαυτό του καὶ νὰ μὴν ἀδικεῖ, οὔτε νὰ λέει ψέματα, αὐτὰ καὶ ὁ παλιὸς νόμος τὰ ἀπαιτοῦσε. Ὅμως ἡ τελειότητα τῆς οἰκονομίας τοῦ Εὐαγγελίου ἔτσι προστάζει: «ἀπ’ αὐτὸν πού ἁρπάζει τὰ πράγματά σου μὴν τὰ ζητᾶς πίσω καὶ νὰ δίνεις σ’ ὁποῖον ζητάει ἀπὸ σένα, χωρὶς διάκριση», ἂν εἶναι συγγενής σου ἡ ξένος κ.λπ. (Λουκ. 6, 30).

Καὶ ὄχι μόνο ὅταν ἁρπάζουν τὰ πράγματά σου, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄλλα δυσάρεστα πού σοῦ ἔρχονται, πρέπει νὰ τὰ ὑπομένεις μὲ χαρὰ καὶ νὰ θυσιάζεις ἀκόμη καὶ τὴ ζωή σου γιὰ τὸν ἀδελφό σου. Αὐτὸς εἶναι ὁ πραγματικὸς ἐλεήμων καὶ ὄχι αὐτὸς πού δίνει ἁπλῶς μὲ τὸ χέρι του ἐλεημοσύνη στὸν ἀδελφό του. Ὅποιος λοιπὸν ἀκούσει ἤ δεῖ μὲ τὰ μάτια του ὅτι κάτι στενοχωρεῖ τὸν ἀδελφό του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τὸν ἀναπαύσει μὲ ὑλικὰ ἀγαθά, ἀλλὰ τὸν συμπονάει καὶ καίεται ἡ καρδιὰ του γι’ αὐτὸν καὶ αὐτὸς εἶναι ἀληθινὰ ἐλεήμων.

Τὸ ἴδιο εἶναι ἐλεήμων καὶ ὅποιος δεχθεῖ ράπισμα ἀπὸ τὸν ἀδελφό του καὶ δὲν τοῦ ἀντιμιλήσει μὲ τὴν κοσμικὴ ἀδιαντροπιὰ καὶ δὲν προκαλέσει λύπη στὴν καρδιά του. Συνέχεια

Ἡ ἀγάπη «οὐ ζητεῖ τὰ ἑαυτῆς»

Ἰσαάκ τοῦ Σύρου

Λένε γιὰ τὸν μακάριο Ἀντώνιο ὅτι ποτὲ δὲν σκέφθηκε νὰ κάνει κάτι ποὺ νὰ ὠφελεῖ τὸν ἑαυτὸ του πιότερο ἀπὸ τὸν πλησίον του. Κι αὐτό, γιατί πίστευε πὼς τὸ κέρδος τοῦ πλησίον του εἶναι γι’ αὐτὸν ἄριστη ἐργασία.

Καὶ πάλι εἶπαν γιὰ τὸν ἀββᾶ Ἀγάθωνα, ὅτι ἔλεγε πὼς «ἤθελα νὰ βρῶ ἕνα λεπρὸ καὶ νὰ λάβω τὸ σῶμα του καὶ νὰ τοῦ δώσω τὸ δικό μου».

Εἶδες τέλεια ἀγάπη; Καὶ πάλι, ἂν εἶχε κάποιο πράγμα χρήσιμο, δὲν ἄντεχε νὰ μὴν ἀναπαύσει μ’ αὐτὸ τὸν πλησίον του. Εἶχε κάποτε μιά σμίλη γιὰ νὰ κόβει τὶς πέτρες. Ἦρθε λοιπὸν ἕνας ἀδελφὸς κοντά του καί, ἐπειδὴ τὴν εἶδε καὶ τὴ θέλησε, δὲν τὸν ἄφησε νὰ βγεῖ ἀπὸ τὸ κελὶ του χωρὶς αὐτή.

Πολλοὶ ἐρημίτες παρέδωσαν τὰ σώματά τους στὰ θηρία καὶ στὸ ξίφος καὶ στὴ φωτιά, γιὰ νὰ ὠφελήσουν τὸν πλησίον.

Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ φτάσει σ’ αὐτὰ τὰ μέτρα τῆς ἀγάπης, ἂν δέν ζήσει κρυφά, μέσα του, τὴν ἐλπίδα τοῦ Θεοῦ. Καὶ δὲν μποροῦν νὰ ἀγαπήσουν ἀληθινά τούς ἀνθρώπους ὅσοι δίνουν τὴν καρδιὰ τους σ’ αὐτὸ τὸν ἐφήμερο κόσμο.

Ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ἀποκτήσει τὴν ἀληθινὴ ἀγάπη, τὸν ἴδιο τὸν Θεὸ ντύνεται, μαζὶ μὲ αὐτήν. Εἶναι ἀνάγκη λοιπὸν αὐτὸς ποὺ ἀπέκτησε τὸν Θεὸ νὰ πεισθεῖ ὅτι δὲν μπορεῖ ν’ἀποκτήσει μαζὶ μὲ τὸν Θεό, τίποτε ποὺ νὰ μὴν εἶναι ἀναγκαῖο, ἀλλὰ νὰ ἀποδυθεῖ καὶ τὸ ἴδιο τὸ σῶμα του, δηλ. καὶ αὐτὲς τὶς μὴ ἀναγκαῖες σωματικὲς ἀναπαύσεις.

Ἕνας ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι ντυμένος, στὸ σῶμα καὶ στὴν ψυχή, μὲ τὴν κοσμικὴ ματαιοδοξία καὶ ποὺ ποθεῖ νὰ ἀπολαύσει τὰ ἀγαθὰ τοῦ κόσμου, δὲν μπορεῖ νὰ ἐνδυθεῖ τὸν Θεὸ –νὰ γίνει θεοφόρος– μέχρι νὰ τὰ ἀφήσει. Γιατί ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶπε ὅτι «ὅποιος δὲν ἐγκαταλείψει ὅλα τὰ κοσμικὰ καὶ δὲν μισήσει τὴν κοσμικὴ ζωή του, δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μαθητής μου» (Λουκ. 14, 26). Ὄχι μόνο νὰ τὰ ἀφήσει, ἀλλὰ καὶ νὰ τὰ μισήσει. Ἂν λοιπὸν δὲν μπορεῖ νὰ γίνει μαθητής του, πώς ὁ Κύριος θὰ κατοικήσει μέσα του;

Δὲν θὰ ἀμελήσω νὰ ἀναφέρω τί ἔκαμε ὁ ἅγιος Μακάριος ὁ Μεγάλος, γιὰ νὰ ἐλέγξει ἐκείνους πού καταφρονοῦν τοὺς ἀδελφούς τους. Βγῆκε λοιπὸν κάποτε νὰ ἐπισκεφθεῖ ἕναν ἄρρωστο ἀδελφὸ καὶ ρώτησε τὸν ἄρρωστο ἂν ἤθελε τίποτε. Ἐκεῖνος ἀποκρίθηκε πώς θὰ ‘θελε λίγο φρέσκο ψωμί. Καὶ ἐπειδὴ ὅλοι οἱ μοναχοὶ ἐκεῖνο τὸν καιρὸ ὅλη τὴ χρονιὰ συνήθιζαν καὶ ἔφτιαχναν τὸ ψωμὶ παξιμάδια, σηκώθηκε ἀμέσως ἐκεῖνος ὁ ἀξιομακάριστος ἄνθρωπος καί, μ’ ὅλα τὰ ἐνενήντα του χρόνια, βάδισε ἀπὸ τὴ σκήτη του στὴν Ἀλεξάνδρεια καὶ ἀντάλλαξε τὰ ξερὰ ψωμιά, πού πῆρε ἀπὸ τὸ κελί του μὲ φρέσκα καὶ τὰ πῆγε στὸν ἀδελφό. Συνέχεια

Ἡ ἀγάπη ὡς θεμέλιο τῆς γνώσης

 π.Ἀθανάσιος Γιέφτιτς

Φθάνουμε, λοιπόν, στὴν ἀγάπη ὡς θεμελιώδη γνωσιολογικὴ κατηγορία τοῦ ἀνατολικοῦ Χριστιανισμοῦ, φυσικὸ τέκνο τοῦ ὁποίου εἶναι τὸ ἡσυχαστικὸ κίνημα κατὰ τὸν Μεσαίωνα. Ἐδῶ πρέπει νὰ τονίσουμε ὅτι οἱ δύο καινοδιαθηκικὲς «ἐντολὲς τῆς ἀγάπης» δὲν βιώνονται στὸν ἡσυχασμὸ ὡς ἠθικὲς κατηγορίες, ἀκριβῶς ἐπειδὴ δὲν ἀφοροῦν ἁπλῶς κάποιο «ἠθικὸ τμῆμα» τοῦ εἶναι καὶ τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ καλύπτουν πλήρως τὴν ἀνθρώπινη ὕπαρξη, τόσο στὴν προσωπικὴ ὅσο καὶ στὴν ἀτομική της πραγματικότητα. Μὲ αὐτὴ τὴν ἔννοια, καὶ σύμφωνα μὲ τὴν ἡσυχαστικὴ ἐμπειρία, ἂς ὑπογραμμίσουμε ὅτι «ἡ πρώτη ἐντολὴ» τῆς πρὸς τὸν Θεὸν ἀγάπης ἀναδεικνύει μὲ ἔμφαση ὅλα τὰ κύρια σημεῖα καὶ ὅλες τὶς πνευματικὲς δυνατότητες τῆς ἀνθρώπινης ὕπαρξης: «ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐν ὅλῃ τῇ καρδίᾳ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ ψυχῇ σου καὶ ἐν ὅλῃ τῇ διανοίᾳ σου».

Ἡ «δεύτερη ἐντολή» τῆς ἀγάπης πρὸς τὸν πλησίον, ἡ ὁποία εἶναι ἀπολύτως ἰσάξια μὲ τὴν πρώτη, ἐκφράζει τὸ ἴδιο περιεχόμενο μὲ ἄλλα λόγια: «ἀγαπήσεις τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτόν»(1). Ἐν ὀλίγοις, ὁλόκληρος ὁ ἄνθρωπος μετέχει στὴν πράξη καὶ στὸ γεγονὸς τῆς χριστιανικῆς ἀγάπης, ποὺ εἶναι στὴν πραγματικότητα μοναδικὴ καὶ ἀδιαίρετη. Γι’ αὐτόν, ἀκριβῶς, τὸ λόγο ἡ πρώτη ἐντολὴ δὲν ὑφίσταται χωρὶς τὴν ἑπόμενη, οὔτε ἡ δεύτερη χωρὶς τὴν πρώτη(2). Ὁ ἄνθρωπος μετέχει στὴν ἀγάπη μὲ ὅλες του τὶς δυνάμεις καὶ τὶς δυνατότητες, μὲ τὴν καρδιά, τὴν ψυχὴ καὶ μὲ τὸ νοῦ, δηλαδὴ μὲ ὁλόκληρη τὴν ψυχο-φυσική του προσωπικότητα ὅπως καὶ μὲ τὶς ἔλλογες δυνατότητες του.

Ἐνδεχομένως, μπορεῖ νὰ φαίνεται παράδοξο ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα πρόκειται γιὰ ἕνα δεδομένο τῆς χριστιανικῆς ἐμπειρίας καὶ συγκεκριμένα τῆς ἡσυχαστικῆς ἐμπειρίας. Τὸ γεγονός, δηλαδή, ὅτι οἱ δύο «ἐντολὲς τῆς ἀγάπης» τοῦ Χριστιανισμοῦ, ποὺ εἶναι ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν πλησίον, συνοψίζονται τελικὰ σὲ μία καὶ μοναδικὴ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεάνθρωπο Χριστό, ὅπως ἤδη ἔλεγε ὁ Ἀπόστολος Παύλος(3) καὶ στὴ συνέχεια ὁλόκληρη ἡ χριστιανικὴ πατερικὴ παράδοση τῆς Ἀνατολῆς ἕως τὶς μέρες μας(4).

Ἂς ἐπιστρέψουμε ξανὰ πρὸς αὐτὴν ἐπιμένοντας γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ στὴ χριστοκεντρικὴ ἡσυχαστικὴ γνωσιολογία, ἡ ὁποία εἶναι —τώρα λοιπὸν μποροῦμε ξεκάθαρα νὰ τὸ δηλώσουμε— μιὰ «ἀγαπητικὴ γνωσιολογία», δηλαδὴ μία γνωσιολογία τῆς ἀγάπης μεταξὺ ἐκείνου ποὺ γνωρίζει καὶ ἐκείνου ποὺ γνωρίζεται. Συνέχεια

Ἑρμηνεία τῆς Θείας Λειτουργίας

Ἅγιος Νικόλαος ὁ Καβάσιλας

ΠΡΟΟΙΜΙΟ

eeed-1ΕΡΓΟ τῆς Θείας Λειτουργίας εἶναι ἡ μεταβολὴ τῶν δώρων ποὺ προσφέρουν οἱ πιστοί – τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου – σὲ Σῶμα καὶ Αἷμα Χριστοῦ. Καὶ σκοπὸς τῆς εἶναι ὁ ἁγιασμὸς τῶν πιστῶν, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴ Θεία Μετάληψη ἀποκομίζουν τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν τους, τὴν κληρονομία τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν καὶ κάθε πνευματικὸ ἀγαθό.

Σ᾿ αὐτὸ τὸ ἔργο καὶ τὸ σκοπὸ συμβάλλουν οἱ προσευχές, οἱ ψαλμῳδίες, τὰ ἁγιογραφικὰ ἀναγνώσματα καὶ ὅλα ἐκεῖνα ποὺ τελοῦνται καὶ λέγονται στὴ διάρκεια τῆς Λειτουργίας. Μέσα σε αὐτὰ εἶναι σὰν νὰ βλέπουμε σὲ ἕνα πίνακα ζωγραφισμένη ὁλόκληρή τή ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὡς τὸ τέλος της. Γιατὶ ὁ καθαγιασμὸς τῶν Δώρων, ἡ ἴδια δηλαδὴ ἡ θυσία, διακηρύσσει τὸν θάνατο, τὴν ἀνάσταση καὶ τὴν ἀνάληψή Του, καθὼς τὰ δῶρα αὐτὰ μεταβάλλονται στὸ ἴδιο τὸ σῶμα τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ τὴν ἔλευσή Του στὸν κόσμο, τὴ δημόσια ἐμφάνισή Του, τὰ θαύματα καὶ τὴ διδασκαλία Του. Κι ἐκεῖνα ποὺ ἕπονται τῆς θυσίας, συμβολίζουν τὴν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στοὺς Ἀποστόλους, τὴν ἐπιστροφὴ τῶν ἀνθρώπων στὸν Θεὸ καὶ τὴν κοινωνία τους μαζί Του.

Οἱ πιστοὶ ποὺ ἐκκλησιάζονται καὶ συμμετέχουν σὲ ὅλα αὐτὰ μὲ προσηλωμένο τὸ νοῦ, γίνονται πιὸ σταθεροὶ στὴν πίστη, πιὸ θερμοὶ στὴν εὐλάβεια καὶ τὴν ἀγάπη τους πρὸς τὸν Θεό. Μὲ τέτοιες λοιπὸν διαθέσεις ἀξιώνονται νὰ πλησιάσουν καὶ τὴ φωτιὰ τῶν μυστηρίων καὶ νὰ μεταλάβουν μὲ κάθε ἀσφάλεια καὶ οἰκειότητα.

Αὐτὸ εἶναι συνοπτικὰ τὸ νόημα τῆς Θείας Λειτουργίας.

Ἂς τὴν ἐξετάσουμε τώρα ὅσο μποροῦμε λεπτομερέστερα, ἀρχίζοντας μὲ ἐκεῖνα ποὺ τελοῦνται στὴν ἁγία Πρόθεση [Εἰδικὸς χῶρος ποὺ βρίσκεται ἀριστερὰ ἀπὸ τὴν ἁγία Τράπεζα, ὅπου τοποθετοῦνται (προτίθενται-πρόθεση) τὰ Δῶρα ποὺ προσφέρουν (προσκομίζουν-προσκομιδή) οἱ πιστοὶ γιὰ τὴ Θεία Εὐχαριστία. Ἐδῶ γίνεται ἡ ἀναγκαία προετοιμασία τους ἀπὸ τὸν λειτουργὸ ἱερέα]. Συνέχεια

Ἡ Ἐξομολόγηση εἶναι ἄκρως ἀπαραίτητη

 Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

«Μετὰ τὸν θάνατο δὲν ὑπάρχει πλέον καιρὸς μετανοίας, καὶ στὸν ἅδη ἡ ψυχὴ ἡ ὁποία νεκρώθηκε ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν, δὲν μπορεῖ πλέον νὰ ἐπανέλθει στὴν ζωὴν τὴν κατὰ Θεὸν»

Ὅταν λοιπὸν διαπράξεις ἁμαρτία, μὴν περιμένεις ἀπό κάποιον ἄλλο τὴν κατηγορία, ἀλλὰ πρὶν νὰ κατηγορηθεῖς κατηγόρησε ἐσὺ τὸν ἑαυτό σου γιὰ τὶς πράξεις σου. Διότι ἐὰν ἄλλος σὲ ἐλέγξει, τότε τὸ κατόρθωμα δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δικῆς σου ἐξομολογήσεως, ἀλλὰ ἡ διόρθωση ἐπέρχεται ὡς ἀποτέλεσμα τῆς κατηγορίας ἐκείνου. Ἐξομολόγηση δηλαδὴ δὲν εἶναι τὸ νὰ κατηγοροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας ὕστερα ἀπὸ τὸν ἔλεγχο τῶν ἄλλων, ἀλλὰ πρῶτοι ἐμεῖς νὰ κατηγορήσουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ νὰ μὴν περιμένουμε τὸν ἔλεγχο ἐκ μέρους ἄλλων. Διότι ὁ Πέτρος, ὕστερα ἀπὸ τὴ φοβερὴ ἐκείνη ἄρνηση (τότε πού ἀρνήθηκε πώς γνωρίζει τὸν Κύριο), ἐπειδὴ ἀμέσως ἀναγνώρισε τὴν ἁμαρτία του καὶ χωρὶς κανεὶς νὰ τὸν κατηγορήσει, καὶ τὸ ἔγκλημά του ὁμολόγησε καὶ πικρὰ ἔκλαψε, τόσο τέλεια καθαρίστηκε ἀπὸ τὴν ἄρνησή του, ὥστε ἔγινε πρῶτος ἀπὸ ὅλους τους ἁγίους Ἀποστόλους καὶ σὲ αὐτὸν ἐμπιστεύθηκε ὁ Κύριος ὁλόκληρη τὴν οἰκουμένη.

Ἐὰν δηλαδὴ ὁ Ἱερέας ἔλαβε ἐξουσία νὰ συγχωρεῖ τὶς ἁμαρτίες, τὶς ὁποῖες διαπράττουμε πρὸς τὸν Θεό, πολὺ περισσότερο θὰ μπορέσει νὰ μᾶς ἀπαλλάξει καὶ νὰ ἐξαφανίσει τὶς ἁμαρτίες, τὶς ὁποῖες κάνουμε πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Ἄρχων εἶναι καὶ ὁ ἱερέας καὶ μάλιστα ἄρχων περισσότερο σεβαστὸς καὶ ἀπὸ τὸν βασιλιά. Διότι οἱ Ἱεροὶ Κανόνες καὶ αὐτὴν τὴν κεφαλὴ τοῦ βασιλιᾶ τὴν ὑπέταξαν στὰ χέρια τοῦ Ἱερέα. Καὶ ὅταν παραστεῖ ἀνάγκη γιὰ νὰ ζητηθεῖ ἡ Βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ὁ βασιλιὰς καταφεύγει πρὸς τὸν ἱερέα καὶ ὄχι ὁ ἱερέας πρὸς τὸν βασιλιά.

Ἐὰν ὁ Θεὸς δὲν κατέβασε Ἀγγέλους ἀπὸ τὸν οὐρανὸ γιὰ νὰ τοὺς κάνει διδασκάλους τῶν ἀνθρώπων, τὸ ἔκανε γιὰ νὰ μὴ μᾶς ἐπιτιμοῦν (γιὰ νὰ μὴ μᾶς κάνουν παρατηρήσεις) συχνότερα καὶ αὐστηρότερα οἱ Ἄγγελοι, λόγῳ τῆς ὑπεροχῆς τῆς δικῆς τους φύσεως καὶ λόγῳ τῶν ἀδυναμιῶν τὶς ὁποῖες ἔχουμε ἐμεῖς ὡς ἄνθρωποι. Ἀντὶ τῶν Ἀγγέλων μᾶς ἔδωσε ὡς διδασκάλους καὶ ἱερεῖς ἀνθρώπους θνητούς, ἔχοντας τὶς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες, ὥστε ὁ κίνδυνος νὰ ὑποπέσουν καὶ αὐτοὶ στὰ ἴδια σφάλματα νὰ συγκρατεῖ τὴ γλώσσα καὶ τὴ δικιά τους, ἀλλὰ καὶ ἐκείνων πού τοὺς ἀκοῦνε, καὶ νὰ μὴν ἐλέγχουν τοὺς ἄλλους αὐστηρότερα ἀπὸ ὅσο πρέπει.

Γιὰ ποιὸν λόγο τὰ εἶπα ὅλα αὐτά; Γιὰ νὰ μὴν λέτε ὅτι «ἐσὺ ἐπειδὴ δὲν ἔχεις ἁμαρτίες, ἐπειδὴ εἶσαι ἀπαλλαγμένος ἀπὸ τὸν ψυχικὸ πόνο πού αἰσθάνεται κανεὶς ἀπὸ τὴν ἐπιτίμηση τοῦ ἱερέα, μὲ μεγαλύτερη τόλμη προξενεῖς σὲ ἐμᾶς (στὴν ψυχὴ μας) πληγή». Πρῶτος ὅμως αἰσθάνομαι ἐγὼ τὸν πόνο, διότι καὶ ἐγὼ ὡς ἄνθρωπος ὑπόκειμαι στὰ ἴδια ἁμαρτήματα. «Ὅλοι εἴμαστε ἔνοχοι γιὰ τὶς πράξεις μας» (Σοφία Σειράχ, 8, 5) καὶ «ποιὸς εἶναι ἐκεῖνος πού μπορεῖ νὰ καυχηθεῖ ὅτι ἔχει ἁγνὴ καρδιά;» (Παροιμίες Σολομῶντος, 20, 9). Συνέχεια

Προσευχή καί Κατάκριση

  Ὅσιος Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ

Ὅσοι ἀληθινὰ ἀπεφάσισαν νὰ ὑπηρετήσουν τὸν Κύριο, πρέπει νὰ καταγίνονται στὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ καὶ στὴν ἀδιάλειπτη καὶ νοερὰ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματός Του: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό». Τὶς ὧρες ποὺ ἀκολουθοῦν μετὰ τὸ γεῦμα μπορεῖ κανεὶς νὰ προσεύχεται ὡς ἑξῆς: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, πρεσβείαις τῆς Θεοτόκου ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλό».

Μπορεῖ ἐπίσης νὰ καταφεύγει ἰδιαιτέρως στὴ Θεοτόκο: «Ὑπεραγία Θεοτόκε σῶσον ἡμᾶς» ἢ νὰ λέει τὸν ἀρχαγγελικὸ ἀσπασμό: «Θεοτόκε Παρθένε, χαῖρε κεχαριτωμένη Μαρία…» Μὲ αὐτή τὴν ἀπασχόληση ὄχι μόνο διατηροῦμε εἰρηνικὴ τὴ συνείδησή μας, ἀλλὰ μποροῦμε νὰ πλησιάσουμε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἑνωθοῦμε μαζί Του. Διότι, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰσαὰκ τὸν Σύρο, δὲν μποροῦμε νὰ πλησιάσουμε μὲ ἄλλο τρόπο τὸν Θεό, ἐκτός ἀπὸ τὴν ἀδιάλειπτη προσευχή.

Τὰ εἴδη τῆς προσευχῆς περιγράφει πολὺ καλὰ ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος. Ὅσο γιὰ τὴν ἀξία της ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος λέει: «Μεγάλο τὸ ὅπλο τῆς προσευχῆς· εἶναι θησαυρὸς ἀτίμητος, πλοῦτος ἀδαπάνητος, λιμάνι ἀχείμαστο, πρόξενος τῆς ἡσυχίας , ρίζα, πηγὴ καὶ μητέρα πλήθους καλῶν ἔργων». Συνέχεια

Σκέψεις γιὰ τὸν θάνατο

 Ἅγιος Ἰγνάτιος  Μπριαντσανίνωφ

tt1Ὁ κλῆρος ὅλων τῶν ἀνθρώπων τῆς γῆς, κλῆρος ἀναπόφευκτος, εἶναι ὁ θάνατος. Τὸν φοβόμαστε ὡς τὸν πιὸ ἄσπονδο ἐχθρό μας. Τὰ θύματά του τὰ κλαῖμε πικρά. Ὡστόσο ζοῦμε σὰν νὰ μὴν ὑπῆρχε θάνατος, ζοῦμε σὰν νὰ εἴμαστε αἰώνιοι πάνω στὴ γῆ. Τάφε μου! Γιατί σὲ ξεχνῶ; Ἐσὺ μὲ περιμένεις. Περιμένεις νὰ γίνω ὁ κάτοικός σου. Καὶ θὰ γίνω. Γιατί, λοιπόν, σὲ ξεχνῶ καὶ ζῶ σὰν νὰ περιμένεις κάθε ἄλλον ἄνθρωπο ἐκτὸς ἀπὸ μένα;

Ἡ ἁμαρτία μοῦ στέρησε καὶ μοῦ στερεῖ τὴ γνώση καὶ τὴν αἴσθηση κάθε ἀλήθειας. Μοῦ κλέβει, μοῦ ἁρπάζει ἀπὸ τὸν νοῦ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, τοῦ τελευταίου καὶ συνάμα τοῦ πιὸ σημαντικοῦ καὶ τοῦ πιὸ βέβαιου γεγονότος τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου.

Γιὰ νὰ θυμόμαστε τὸν θάνατο, πρέπει νὰ ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιὰ καθαρίζονται, νεκρώνονται γιὰ τὸν κόσμο καὶ ἀναζωογονοῦνται γιὰ τὸν Κύριο. Ὁ νοῦς, ὅσο ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τοὺς κακοὺς ἤ καὶ ἁπλῶς μάταιους λογισμούς, τόσο συλλογίζεται τὸν θάνατο. Ἡ καρδιά, ὅσο ἀπαλλάσσεται ἀπὸ τὰ πάθη, τόσο τὸν προαισθάνεται. Καὶ ὁ νοῦς καὶ ἡ καρδιά, ὅσο ἀπομακρύνονται ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλὸ κόσμο, τόσο στρέφονται πρὸς τὴν αἰωνιότητα· ὅσο ἀγαποῦν τὸν Χριστό, τόσο ποθοῦν νὰ βρεθοῦν κοντά Του, μολονότι, ἔχοντας συναίσθηση τοῦ μεγαλείου τοῦ Θεοῦ καὶ τῆς δικῆς τους ἁμαρτωλότητας, ἀναλογίζονται μὲ τρόμο τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Φοβερὸς παρουσιάζεται μπροστά τους ὁ θάνατος μαζὶ μὲ τὸν ἀγώνα του. Τὸν ποθοῦν, ὡστόσο, γιὰ νὰ λυτρωθοῦν ἀπὸ τὴν ἐπίγεια αἰχμαλωσία.

Ἂν ἐμεῖς δὲν μποροῦμε νὰ ποθοῦμε τὸν θάνατο λόγω τῆς ψυχρότητάς μας ἀπέναντι στὸν Χριστὸ καὶ τῆς ἀγάπης μας πρὸς τὰ φθαρτά, ἂς χρησιμοποιήσουμε τουλάχιστο τὴ μνήμη τοῦ θανάτου σὰν ἕνα πικρὸ φάρμακο ἐνάντια στὴν ἁμαρτωλότητά μας. Γιατί ἡ ψυχή, ὅταν οἰκειωθεῖ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, διαλύει τὴ φιλία της μὲ τὴν ἁμαρτία καὶ ἀπομακρύνεται ἀπ’ ὅλες τὶς ἁμαρτωλὲς ἀπολαύσεις.

«Μόνο αὐτὸς ποὺ γνώρισε τί σημαίνει μνήμη θανάτου», εἶπε κάποιος ἀπὸ τοὺς ὁσίους πατέρες, «δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ πιὰ ν’ ἁμαρτήσει»1. «Νὰ θυμᾶσαι πάντα τὰ τέλη τῆς ζωῆς σου», λέει καὶ ἡ Γραφή, «καὶ δὲν θὰ ἁμαρτήσεις ποτὲ».

Νὰ σηκώνεσαι ἀπὸ τὸ κρεβάτι σου σὰν ἀναστημένος ἀπὸ τοὺς νεκρούς. Νὰ ξαπλώνεις στὸ κρεβάτι σου σὰν νεκρὸς ποὺ τοποθετεῖται στὸν τάφο. Ὁ ὕπνος εἶναι συμβολισμὸς τοῦ θανάτου. Καὶ τὸ σκοτάδι τῆς νύχτας εἶναι προάγγελος τοῦ σκοταδιοῦ τοῦ τάφου, ποὺ θὰ τὸ διαλύσει τὸ φῶς τῆς ἀναστάσεως, φῶς χαρμόσυνο γιὰ τοὺς φίλους τοῦ Χριστοῦ καὶ φοβερὸ γιὰ τοὺς ἐχθρούς Του. Συνέχεια

Γιὰ τὸν θάνατο

 Metropolitan Anthony Bloom

 Νὰ ζοῦμε τὴν κάθε στιγμὴ

Ὁ θάνατος εἶναι τὸ κριτήριο ποὺ δοκιμάζει τὴ στάση μας γιὰ τὴ ζωή. Οἱ ἄνθρωποι ποὺ φοβοῦνται τὸν θάνατο, φοβοῦνται τὴ ζωή. Εἶναι ἀδύνατον νὰ μὴν αἰσθάνεται κανεὶς φόβο γιὰ τὴ ζωὴ μὲ ὅλη τὴν πολυπλοκότητα καὶ τοὺς κινδύνους της, ἀλλὰ νὰ φοβᾶται τὸν θάνατο. Γι’ αὐτὸ τὸν λόγο δὲν εἶναι πολυτέλεια ν’ ἀσχοληθοῦμε μὲ τὸ ζήτημα τοῦ θανάτου. Ἐὰν μᾶς τρομάζει ὁ θάνατος δὲν θὰ βροῦμε ποτὲ τὴν ἑτοιμότητα νὰ ἀναλάβουμε μία διακινδύνευση, ἀλλὰ θὰ σπαταλήσουμε τὴ ζωή μας μὲ δειλό, περιδεῆ καὶ φοβισμένο τρόπο. Μόνο ἐὰν μάθουμε ν’ ἀντιμετωπίζουμε τὸν θάνατο, ἐὰν βροῦμε τὸ νόημά του καὶ καθορίσουμε τὴ θέση του στὴ ζωή μας, θὰ μπορέσουμε νὰ ζήσουμε ἄφοβα καὶ μὲ πληρότητα. Συχνὰ περιμένουμε νὰ φθάσουμε στὸ τέλος τῆς ζωῆς μας γιὰ νὰ σκεφθοῦμε τὸν θάνατο, ἐνῶ θὰ εἴχαμε ἴσως διαγράψει μία ἐντελῶς διαφορετικὴ ζωὴ ἐὰν τὸν ἀντιμετωπίζαμε νωρίτερα.

Μία πατερικὴ νουθεσία, ποὺ ἐπαναλαμβάνεται μέσα στοὺς αἰῶνες, λέει ὅτι θὰ πρέπει νὰ νήφουμε ἔχοντας καθημερινὰ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Μόνο ποὺ ἡ ἁπλὴ ἀναφορὰ αὐτῆς τῆς ἀλήθειας στὸν σύγχρονο ἄνθρωπο ποὺ ὑποφέρει ἀπὸ ἀνασφάλειες καὶ ἔλλειψη πίστης καὶ βιώματος, θὰ τὸν κάνει νὰ σκεφτεῖ ὅτι καλεῖται νὰ ζήσει στὴ σκιὰ τοῦ θανάτου, σὲ μιὰ κατάσταση μελαγχολίας. Θὰ νομίσει ὅτι ὁ θάνατος τὸν περιμένει σὲ κάθε του βῆμα καὶ ὅτι ἡ ζωὴ δὲν ἔχει πιὰ κανένα νόημα. Ἡ σταθερὴ καὶ βαθειὰ μνήμη τοῦ θανάτου θὰ λειτουργήσει γι’ αὐτὸν σὰν Δαμόκλειος σπάθη ποὺ ἐπικρέμαται πάνω του, στερώντας του κάθε ἀπόλαυση καὶ χαρὰ τῆς ζωῆς. Μιὰ τέτοια κατανόηση βέβαια δὲν ἔχει νόημα. Χρειάζεται νὰ καταλάβουμε τὴν ἔννοια ποὺ ἔχει ἡ μνήμη τοῦ θανάτου σὲ ὅλη της τὴ σημασία: ὡς τὴν καταξίωση τῆς ζωῆς, ὄχι τὴν ἀπαξία της.

Τὸν περισσότερο χρόνο τῆς ζωῆς μας τὸν περνοῦμε καταστρώνοντας σχέδια σὰν νὰ πρόκειται νὰ ζήσουμε μιὰ ἄλλη ζωὴ σὲ ἕναν μεταγενέστερο χρόνο. Δὲν ζοῦμε μὲ τρόπο ἀποφασιστικό, ἀλλὰ φευγαλέο. σὰν νὰ προετοιμαζόμαστε γιὰ τὴ μέρα ποὺ πραγματικὰ θ’ ἀρχίσουμε νὰ ζοῦμε. Μοιάζουμε μὲ ἐκείνους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ φτιάχνουν ἕνα πρόχειρο περίγραμμα μὲ τὴν πρόθεση νὰ τὸ ὁλοκληρώσουν ἀργότερα. Τὸ πρόβλημα, ὡστόσο, εἶναι πὼς αὐτὴ ἡ τελικὴ ἐκδοχὴ δὲν ἔρχεται ποτέ. Ὁ θάνατος μᾶς προλαβαίνει πρὶν βροῦμε τὸν χρόνο, ἢ ἀκόμα καὶ πρὶν νὰ ὁριστικοποιήσουμε τὴν ἐπιθυμία μας μὲ μιὰ πιὸ συγκεκριμένη μορφή. Μεταθέτουμε συνεχῶς τὴν ἀπόφασή μας γιὰ τὴν ἐπαύριο. Κι ἂς γνωρίζουμε καλὰ ὅτι αὐτὸ τὸ αὔριο δὲν ἔρχεται ποτέ. Συνέχεια

Τό ἅγιο Βάπτισμα

Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως

 «Ὅσοι βαπτιστήκατε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ντυθήκατε τὸ Χριστό» (Γαλ. 3:27).

Πόσο μεγάλη ἀλήθεια μᾶς ἐπισημαίνει μ’ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ ἀπόστολος Παῦλος!

 Οἱ βαπτισμένοι χριστιανοὶ δὲν φοροῦν τὸν παλαιὸ ἄνθρωπο μὲ τὰ πάθη καὶ τὶς ἁμαρτωλὲς ἐπιθυμίες του, ἀλλὰ εἶναι ντυμένοι τὸν καινούριο ἄνθρωπο. Ντύθηκαν τὸν ἴδιο τὸ Χριστό, ποὺ ζεῖ τώρα μέσα στὶς καρδιές τους. Καὶ ἡ λέξη “ντύθηκαν” δὲν ἀναφέρεται σὲ κάποια ἁπλὴ καὶ ἐξωτερικὴ στολή, ἀλλὰ σὲ κάτι βαθύτερο, σὲ κάτι οὐσιαστικὸ καὶ ἀναφαίρετο.

Μὲ τὴν πίστη μας στὸν Χριστὸ καὶ μὲ τὴ βάπτισή μας ντυνόμαστε τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ καὶ γινόμαστε παιδιὰ τοῦ Θεοῦ, οἰκητήρια τοῦ Παναγίου Πνεύματος, ναοὶ τοῦ Θεοῦ, ἅγιοι καὶ τέλειοι, Θεοὶ κατὰ χάριν. Ὥστε λοιπὸν ρίξαμε ἀπὸ πάνω μας τὴ φθορὰ καὶ ντυθήκαμε τὴν ἀφθαρσία. Ξεντυθήκαμε τὸν ἄνθρωπο τῆς ἁμαρτίας καὶ ντυθήκαμε τὸν ἄνθρωπο τῆς δικαιοσύνης καὶ τῆς χάριτος. Διώξαμε τὸ θάνατο καὶ ντυθήκαμε τὴν ἀθανασία…

Συλλογιστήκαμε ὅμως καὶ τὶς μεγάλες ὑποχρεώσεις, πού, μὲ τὸ βάπτισμά μας, ἀναλάβαμε ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Συνειδητοποιήσαμε ὅτι ὀφείλουμε νὰ συμπεριφερόμαστε σὰν παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ σὰν ἀδελφοὶ τοῦ Κυρίου μας;

Ὅτι ἔχουμε χρέος νὰ συνταυτίσουμε τὸ δικό μας θέλημα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ;

Ὅτι πρέπει, σὰν παιδιὰ δικά Του, νὰ μένουμε ἐλεύθεροι ἀπὸ τὴν ἁμαρτία;

Ὅτι ὀφείλουμε νὰ Τὸν ἀγαπᾶμε μ’ ὅλη μας τὴ δύναμη, ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδιᾶς μας;

Ὅτι ὀφείλουμε νὰ Τὸν λατρεύουμε καὶ νὰ λαχταροῦμε τὴν ἕνωση μαζί Του γιὰ πάντα;

Σκεφτήκαμε, ἄραγε, ὅτι ἡ καρδιά μας πρέπει νά ‘ναι πλημμυρισμένη ἀπὸ τὴν ἀγάπη, ὥστε αὐτὴ νὰ ξεχύνεται καὶ στὸν πλησίον μας;

Ἔχουμε τὴ συναίσθηση ὅτι ὀφείλουμε νὰ γίνουμε ἅγιοι καὶ τέλειοι καὶ εἰκόνες τοῦ Θεοῦ καὶ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ καὶ κληρονόμοι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν;

Γιὰ ὁλ’ αὐτὰ ἔχουμε χρέος ν’ ἀγωνιστοῦμε, ὥστε νὰ μὴ φανοῦμε ἀνάξιοι στὸ κάλεσμα ποὺ μᾶς ἔκανε ὁ Θεὸς καὶ ἀποδοκιμαστοῦμε…

Ναί, ἀδελφοί μου, ἂς παλέψουμε μὲ ζῆλο καὶ αὐταπάρνηση γιὰ νὰ νικήσουμε. Συνέχεια

Γιά τό ἅγιο Βάπτισμα

Ὁσ. Μάρκου τοῦ Ἐρημίτη

«Ἀπάντηση σ᾿ ἐκείνους πού ρωτοῦν γιά τό Ἅγιο Βάπτισμα»

led-1Πολλοί λένε ὅτι τό Βάπτισμα ἐξαλείφει τελείως τήν ἁμαρτία. Καί αὐτό τό ἰσχυρίζονται γιατί βασίζονται στήν Ἁγία Γραφή πού λέει: «Λουσθεῖτε καί καθαρισθεῖτε (Ἠσ. ι, 16) καί «λουσθήκατε, ἁγιασθήκατε» (Α´ Κορ. 6, 11). Ἀναφέρουν ἐπίσης καί πολλά παρόμοια χωρία γιά νά ἐπιβεβαιώσουν αὐτή τή θέση τους.

Ἄλλοι πάλι λένε ὅτι ἡ προπατορική ἁμαρτία καθαρίζεται μέ πολλούς ἀγῶνες. Καί αὐτοί ἐπίσης προσκομίζουν μαρτυρίες τῆς Ἁγίας Γραφῆς πού λέει: «Ἄς καθαρίσουμε τούς ἑαυτούς μας ἀπό κάθε ἁμαρτία τῆς σαρκός καί τοῦ πνεύματος» (Β´ Κορ. 7, 1). Ἰσχυρίζονται μάλιστα ὅτι καί αὐτή τήν ἴδια τήν ἐνέργεια τῆς ἁμαρτίας τήν ἐντοπίζουν μέσα τους.

Ἐμεῖς λοιπόν τώρα τί θά ποῦμε πάνω σ᾿ ὅλα αὐτά καί σέ ποιούς ἀπό τούς δύο πρέπει νά πιστέψουμε;

 Ἀπάντηση (1η)

 Ἀρχικά πρέπει νά παραμένουμε πιστοί στό Ἀποστολικό κήρυγμα καί νά εἴμαστε σταθεροί στήν ὁμολογία τῆς πίστεως πού ἔχουμε κάνει (κατά τό Βάπτισμα). Νά μήν θέλουμε νά ἐκπειράσουμε τόν Θεό, μέ διάφορες ὑποθέσεις καί ἑρμηνεῖες δικές μας, δοκιμάζοντας ἔτσι τή δύναμή Του. Οὔτε πάλι νά σκύβουμε ἑκούσια τόν αὐχένα στό ζυγό τῆς δουλείας, ἀλλά νά κρατᾶμε τήν ἐλευθερία μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, οἱ ὁποῖες, ἀνάλογα μέ τό μέτρο πού τίς τηροῦμε, μᾶς ὁδηγοῦν ἀντίστοιχα σέ ὅλη τήν ἀλήθεια. Πρέπει νά γνωρίζουμε ξεκάθαρα ὅτι κατά τό μέτρο πού παραβαίνουμε τίς ἐντολές κατά τό ἴδιο μέτρο καί κυριαρχούμαστε ἀπό τήν ἁμαρτία.

Ἐπειδή μειώσαμε τή σημασία τοῦ κηρύγματος καί ἀσχολούμαστε μέ ἀναλύσεις καί ἔρευνες περισσότερο, παρά μέ τήν ὑποχρέωσή μας νά ὑπακούουμε στό λόγο τοῦ Θεοῦ, γι᾿ αὐτό καί ἀποβαίνει εἰς μάτην ἡ πίστη μας καί γι᾿ αὐτό εἴμαστε βουτηγμένοι στίς ἁμαρτίες μας.

Ἐρώτηση (2η)

 Ἐμεῖς δέν θεωροῦμε ὅτι τό κήρυγμα εἶναι χωρίς σημασία, ἀλλά ἀναζητᾶμε τήν ἀλήθεια.

 Ἀπάντηση (2η)

 Ἐφόσον λοιπόν τό κήρυγμα εἶναι γνήσιο, ἄς τηρήσουμε ὅλες τίς ἐντολές καί τότε θά δοῦμε, θά μᾶς κυβερνάει ἀκόμα ἡ ἁμαρτία;

Τό Ἅγιο Βάπτισμα εἶναι τέλειο, ἀλλά δέν ἁγιάζει ὅποιον δέν τηρεῖ τίς ἐντολές. Ἄς μήν δίνουμε πίστη λοιπόν σέ ἀνθρώπινους συλλογισμούς, ἀλλά καλύτερα νά ἐμπιστευόμαστε τήν Ἁγία Γραφή, γιατί: «Σύμφωνα μέ τίς Γραφές, ὁ Χριστός πέθανε γιά τίς ἁμαρτίες μας» (Α´ κορ. 15, 3) καί ὅτι «μέ τό Βάπτισμα μπήκαμε στόν τάφο μαζί μέ τόν Χριστό» (Ρωμ. 6, 4). Ἐπίσης λέει: «Ἐκεῖνος πού πέθανε ἔχει ἀπαλλαγεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία» (Ρωμ. 6, 7), καί ἀκόμα ὅτι «ἡ ἁμαρτία μας δέν θά μᾶς ἐξουσιάσει» (Ρωμ. 6, 14). Δέν θά μᾶς ἐξουσιάσει βέβαια, ἄν ἐφαρμόσουμε τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ. Ἄν ὅμως δέν τηροῦμε τίς ἐντολές, εἴμαστε ἄπιστοι καί ὑποτελεῖς στήν ἁμαρτία.

Πίστη δέν εἶναι μονάχα τό νά βαπτιστοῦμε στό Ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά καί τό νά τηροῦμε τίς ἐντολές Του. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, καθώς λέει ἡ Ἁγία Γραφή (Ἐφ. 2, 6) ὅτι, μέ τό Βάπτισμα ἔχουμε ταφεῖ μέ τρόπο μυστικό μαζί Του, ὅτι ἐπίσης μᾶς ἔχει ἀναστήσει μέ τήν δική Του Ἀνάσταση καί ὅτι μᾶς ἔχει καθίσει στόν ἐπουράνιο θρόνο μαζί Του. Μᾶς ἔχει ὅμως δώσει καί ἐντολές ὥστε, ἄν τίς ἐφαρμόσουμε νά φτάσουμε στήν τελειότητα, ἡ ὁποία μᾶς ἔχει ἤδη δοθεῖ ὡς δυνατότητα. Ἄν ὅμως δέν τίς ἐφαρμόσουμε θά δείξουμε ὁλοφάνερα ὅτι, μέ τή θέλησή μας ἁμαρτάνουμε. Ἄν ὑποστηρίζουμε ὅτι μέ τά καλά ἔργα μποροῦμε νά ἐξαλείψουμε τήν ἁμαρτία, τότε ὁ Κύριος «πέθανε χωρίς λόγο» καί ὅλα ὅσα μέχρι τώρα ἔχουμε πεῖ εἶναι ἀνυπόστατα (Γαλ. 2, 21). Καί πάλι, ἄν δέν μᾶς ἀπαλλάσσει τελείως ἀπό τήν προπατορική ἁμαρτία τό Βάπτισμα, ἀλλά ἡ τελειότητα εἶναι ἀποτέλεσμα τοῦ ἀγώνα, τότε καί ὁ νόμος τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας εἶναι γιά ἐκείνους πού ἰσχυρίζονται αὐτά, μάταιος. Καί ὅλος ὁ νόμος τῆς Καινῆς Διαθήκης ἔχει πλέον καταπατηθεῖ. Συνέχεια

ΤΟ ΑΓΙΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ

 Ἁγίου Τύχωνος τοῦ Ζάντονσκ

«Ὁ πιστεύσας καί βαπτισθείς σωθήσεται» (Μάρκ. 16, 16).

 Αὐτόν τό λόγο τόν εἶπε ὁ Σωτήρας μας, γιά νά μᾶς ἐνισχύσει καί νά μᾶς παρηγορήσει. Τί πιό παρήγορο γιά τήν πιστή καί βαπτισμένη ψυχή ἀπ’ αὐτά τά λόγια, πού ὑπόσχονται αἰώνια σωτηρία;

 Δόξα τῷ Θεῷ ἀγαπητοί χριστιανοί, πού κι ἐμεῖς πιστεύουμε στό Εὐαγγέλιο καί φωτιστήκαμε μέ τό ἅγιο Βάπτισμα. Ἀξίζει γι’ αὐτό νά δοῦμε τή δύναμή Του, νά ἐξετάσουμε τί ἤμασταν πρίν βαπτιστοῦμε καί τί γίναμε μετά τό Βάπτισμα, κι ἔτσι νά λάβουμε μεγάλη παρηγοριά.

 Μέ τό ἅγιο Βάπτισμα λυτρωθήκαμε ἀπ’ ὅλα τά δεινά καί λάβαμε μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ τήν πραγματική μακαριότητα.

 Πρίν βαπτιστοῦμε ἤμασταν πολύ μακριά ἀπό τόν Θεό· μέ τό Βάπτισμα Τόν πλησιάσαμε.

 Πρίν βαπτιστοῦμε ἤμασταν ἐχθροί του Θεοῦ· μέ τό Βάπτισμα συμφιλιωθήκαμε μαζί Του κι Ἐκεῖνος μ’ ἐμᾶς.

 Πρίν ἀπό τό Βάπτισμα ἤμασταν «τέκνα ὀργῆς»· ἀλλά μέ τό Βάπτισμα γίναμε σκεύη Θείου ἐλέους.

 Πρίν ἀπό τό Βάπτισμα ἤμασταν τά σκοτεινά παιδιά τοῦ διαβόλου· μετά γίναμε φωτεινά παιδιά τοῦ Θεοῦ.

 Πρίν βαπτιστοῦμε ἤμασταν ἀχρεῖοι ἀπό τίς ἁμαρτίες· μέ τό Βάπτισμα πλυθήκαμε, φωτιστήκαμε καί δικαιωθήκαμε.

 Πρίν ἀπό τό Βάπτισμα ἤμασταν «ἀπολωλότες»· μετά γίναμε «σεσωσμένοι».

 Πρίν τό Βάπτισμα ἦταν κλειστές γιά μᾶς οἱ πόρτες πρός τήν αἰώνια ζωή καί τή βασιλεία τῶν οὐρανῶν· μετά ἄνοιξαν καί εἰσέρχονται ἐλεύθερα ὅσοι φύλαξαν τή χάρη τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος.

 Αὐτές καί πολλές ἄλλες Θεῖες εὐλογίες παίρνουμε μέ τό Βάπτισμα. Καί τίς παίρνουμε χωρίς νά τό ἀξίζουμε, ἀπό μόνη τή φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ –γιατί τί μπορεῖ ν’ ἀξίζει ὁ «ἀπολωλώς»; Δόξα στήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ, δόξα στή φιλανθρωπία Του, δόξα στήν εὐσπλαχνία Του, δόξα στίς χάριτές Του! «Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπό τοῦ νῦν καί ἕως τοῦ αἰῶνος» (ψαλμ. 112, 2).

 Ὅλο αὐτό τό πλούσιο ἔλεος τοῦ Θεοῦ τό ἔχει πληρώσει γιά μᾶς ὁ μονογενής Του Υἱός, ὁ Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός· τό πλήρωσε μέ τό πολύτιμο αἷμα Του καί τό θάνατό Του. Συνέχεια

Γιατί βαπτιζόμαστε στὸ ὄνομα τῆς Ἁγίας Τριάδος;

 Ἀνδρέα Θεοδώρου

 Γιὰ ν’ ἀποβάλουμε τὸ χιτώνα τῆς φθορᾶς καὶ νὰ ντυθοῦμε τὴ δόξα τοῦ Χριστοῦ. Μὲ τὸ χιτώνα τῆς φθορᾶς μᾶς ἔντυσε μὲ τὴν παράβασή του ὁ Προπάτορας, ποὺ μᾶς κληροδότησε μία φύση χαλασμένη, στὴν ὁποία μπαίνουμε ὅλοι ἀνεξαίρετα οἱ ἄνθρωποι μὲ τὴ φυσική μας γέννηση. Ἡ φύση αὐτὴ τῆς φθορᾶς ἐμποδίζει τὴν εἴσοδο στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Πρέπει ὁπωσδήποτε ν’ ἀφανισθεῖ καὶ αὐτὸ πετυχαίνεται στὸ ἱερὸ Βάπτισμα (Ἰωάν. 3,3). Παράλληλα πρέπει νὰ ντυθοῦμε τὸν Χριστὸ («Ὅσοι εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε Χριστὸν ἐνεδύσασθε» ψάλλει ἡ Ἐκκλησία μας), νὰ ἀναγεννηθοῦμε, νὰ γίνουμε μία νέα πνευματικὴ ὕπαρξη καὶ ζωή.

Τὸ Βάπτισμα, λοιπόν, εἶναι ἡ τελετὴ ἐκείνη ποὺ ἵδρυσε ὁ Χριστός, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἄνθρωπος, βαπτιζόμενος σὲ ἁγιασμένο νερὸ μὲ τριττὴ κατάδυση καὶ ἀνάδυση στὸ ὄνομα τῆς ἁγίας καὶ ζωοποιοῦ Τριάδος, ἀφ ‘ ἑνὸς μὲν ἀποβάλλει τὴν παλαιὰ φύση τῆς ἁμαρτίας (τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα), ἀφ’ ἑτέρου δὲ ἀναγεννᾶται σὲ μία καινούργια ἔνθεη ὕπαρξη, φυτεμένη στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ.

Τὸ Βάπτισμα εἶναι κορυφαῖο Μυστήριο. Ὀνομάζεται «κυριακό», γιατί στὴ Γραφὴ ὑπάρχει ρητὴ πληροφόρηση γιὰ τὴν ἄμεση σύστασή του ἀπὸ τὸν Κύριο (Ματθ. 28,19). Διά τοῦ βαπτίσματος ὁ ἄνθρωπος φυτεύεται μυστικὰ στὸ ἄχραντο Σῶμα τοῦ Χριστοῦ, γίνεται ἐπίσημα μέλος τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἔχει τὸ δικαίωμα συμμετοχῆς του καὶ στὰ ὑπόλοιπα ἐκκλησιαστικὰ μυστήρια.

Ἀφοῦ διὰ τοῦ Βαπτίσματος καταργεῖται τὸ σῶμα τῆς ἁμαρτίας, γιατί ἐξακολουθεῖ νὰ ἁμαρτάνει μετὰ ταῦτα ὁ ἄνθρωπος;

Δύσκολο τὸ ἐρώτημα. Φυσικὰ καὶ μετὰ τὴν ἐκρίζωση τῆς ἁμαρτίας διὰ τοῦ Βαπτίσματος ὁ ἄνθρωπος δὲν παύει νὰ εἶναι λογικὸς καὶ ἐλεύθερος. Ὅπως δὲ ὁ πρωτόπλαστος, ἂν καὶ πλασθεῖς καθαρὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, ὅμως ἔπεσε σ’ αὐτὴ κάνοντας κατάχρηση τῆς λογικῆς του ἐλευθερίας, ἔτσι κι ὁ βαπτισθείς, καίτοι ὁλοκάθαρος μετὰ τὸ λουτρὸ τῆς παλιγγενεσίας, μπορεῖ νὰ ἁμαρτήσει ὡς προσωπικότητα λογικὴ καὶ ἐλεύθερη. Βέβαια ἐδῶ δὲν πρόκειται ἁπλῶς γιὰ τὴ δυνατότητα τῆς ἁμαρτίας, ποὺ ἔγκειται σὲ κάθε λογικὴ φύση, ἀλλὰ περὶ ροπῆς πρὸς τὴν ἁμαρτία, περὶ φρονήματος σαρκικοῦ ( concupiscentia = ἐπιθυμητικό), ποὺ εἶναι ἀπορίας ἄξιο τό πῶς παραμένει, μία καὶ ἡ ρίζα του (ἡ φθαρμένη φύση) ἔχει καταργηθεῖ ἀπὸ τὸ βαπτισθέντα. Πραγματικὰ ἔχουμε δογματικὸ πρόβλημα. Συνέχεια

Τό ἅγιο Χρῖσμα

 Ἀνδρέα Θεοδώρου

Σὲ τί ἀποσκοπεῖ τὸ ἱερὸ μυστήριο τοῦ χρίσματος;

Σφραγίζει μὲ τὰ χαρίσματα καὶ τὶς δωρεὲς τοῦ Παναγίου Πνεύματος τὴ νέα πνευματικὴ ζωὴ ποὺ γεννήθηκε διὰ τοῦ Βαπτίσματος, βοηθώντας τὸ βαπτισθέντα ν’ ἀναχθεῖ σὲ βίο θεοφιλῆ καὶ ἐνάρετο.

Τὸ Μυστήριο, ποὺ μαρτυρεῖται ἐπαρκῶς στὴν ἁγία Γραφή, γινόταν στὴν ἀρχὴ διὰ τῆς ἐπιθέσεως τῶν χειρῶν τῶν Ἀποστόλων στὶς κεφαλὲς τῶν βαπτισθέντων γιὰ τὴ χορήγηση τῶν χαρισμάτων τοῦ ἁγίου Πνεύματος (Πράξ. 8, 17). Μὲ τὸ πέρασμα ὅμως τοῦ χρόνου καὶ καθόσον αὔξανε σημαντικὰ ὁ ἀριθμὸς τῶν πιστευόντων, δημιουργήθηκε κάποιο πρακτικὸ πρόβλημα· τὰ χέρια τῶν Ἀποστόλων δὲν ἐπαρκοῦσαν πλέον γιὰ τὴν τέλεση τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου. Ἦταν λίγοι. Ἔτσι πολὺ νωρὶς ἀντικαταστάθηκε ἡ ἐπίθεση τῶν χειρῶν μὲ τὴν τέλεση τοῦ Χρίσματος, κατὰ τὴν ὁποία ὁ ἐπίσκοπος ἢ ὁ πρεσβύτερος χρίει σταυροειδῶς τὸ μέτωπο καὶ τὰ ἄλλα μέλη τοῦ σώματος τοῦ βαπτισθέντος μὲ ἅγιο Μύρο (μίγμα ἐλαίου μὲ ἄλλες σαράντα ἀρωματώδεις οὐσίες, οἱ ὁποῖες συμβολίζουν τὰ χαρίσματα τοῦ ἁγίου Πνεύματος), ἐκφωνουμένης σὲ κάθε χρίση τῆς εὐχῆς «σφραγὶς δωρεᾶς Πνεύματος ἁγίου. Ἀμήν».

Τὸ χρίσμα δὲν εἶναι συμπλήρωμα τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου τοῦ Βαπτίσματος. Εἶναι ἰδιαίτερο αὐτοτελὲς Μυστήριο, τὸ ὁποῖο γίνεται ἐν συνέχεια πρὸς τὸ Βάπτισμα. Ἐκεῖ εἶναι ἡ φυσιολογική του τοποθέτηση.

Εἶναι σωστὴ ἡ μετάθεση τελέσεως τὸν χρίσματος ἀρκετὸ χρόνο μετὰ τὸ βάπτισμα;

Τὴ μετάθεση αὐτὴ κάνουν οἱ Ρωμαιοκαθολικοί. Τὸ σκεπτικό τους εἶναι: ἀφοῦ τὸ ἱερὸ Μυστήριο ἔχει σκοπὸ νὰ βοηθήσει τὸ βαπτισθέντα στὸν προσωπικό του ἀγώνα καὶ τὴν προσπάθειά του νὰ ζήσει βίο ἐνάρετο ἀνάλογο μὲ τὴν ὑψηλὴ κλήση τοῦ Βαπτίσματος, τὸ νήπιο, ποὺ ἔχει ἄωρη ἀκόμη προσωπικότητα καὶ δὲν ἔχει ἀναπτυγμένες τὶς πνευματικὲς καὶ διανοητικές του δυνάμεις, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ἀναλάβει ἕνα τέτοιο μεγάλο καὶ δύσκολο ἀγώνα; Γι’ αὐτὸ καὶ μεταθέτουν τὴν τέλεση τοῦ χρίσματος στὸ δωδέκατο ἔτος τῆς ἡλικίας τοῦ παιδιοῦ καὶ ἐν ἀνάγκη στὸ ἕβδομο.

Τὸ σκεπτικὸ αὐτὸ ἔχει φυσικὰ κάποια λογικὴ βάση. Ἀλίμονο ὅμως ἂν τὰ δόγματα τῆς πίστεως τὰ ἐξετάζουμε στὴ βάση μόνο τῆς λογικῆς. Ἡ ἀρχαία Ἐκκλησία, ὅταν τελοῦσε τὸ Χρίσμα συνειμμένως μὲ τὸ Βάπτισμα, ἀσφαλῶς γνώριζε τί ἔκανε. Ἡ πρακτική της Ρωμαιοκαθολικῆς Ἐκκλησίας, εἶναι μεταγενέστερος νεωτερισμὸς (ΙΓ’ αἰώνας).

Κατὰ τὴ λογικὴ ὅμως αὐτὴ ἔπρεπε νὰ μετατίθεται καὶ ὁ νηπιοβαπτισμός, πράγμα ὅμως ποὺ δὲν κάνει ἡ Παπικὴ Ἐκκλησία. Ἄλλωστε εἶναι γνωστό, ὅτι ἡ μόρφωση τοῦ χαρακτῆρος καὶ τῆς προσωπικότητος τοῦ ἀνθρώπου ἀρχίζει ἤδη ἀπὸ τοῦ λίκνου, ἂν μὴ καὶ νωρίτερα. Γιατί, λοιπόν, νὰ στερήσουμε τὰ νήπια ἀπὸ τὴν εὐεργετικὴ ἐπίδραση τῆς χρισματικῆς χάριτος; Συνέχεια

Τὸ ἅγιο Εὐχέλαιο

 Ἀνδρέα Θεοδώρου

Ποιὸς εἶναι ὁ σκοπὸς τοῦ ἱεροῦ μυστηρίου τοῦ Εὐχελαίου;

Τὸν καθορίζει ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος: «Κακοπαθεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσευχέσθω· εὐθυμεῖ τις; ψαλλέτω. ἀσθενεῖ τις ἐν ὑμῖν; προσκαλεσάσθω τοὺς πρεσβυτέρους τῆς ἐκκλησίας, καὶ προσευξάσθωσαν ἐπ’ αὐτὸν ἀλείψαντες αὐτὸν ἐλαίῳ ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου·  καὶ ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώσει τὸν κάμνοντα, καὶ ἐγερεῖ αὐτὸν ὁ Κύριος· κἂν ἁμαρτίας ᾖ πεποιηκώς, ἀφεθήσεται αὐτῷ» (5,14-15).

Σύμφωνα μὲ τὸ ἁγιογραφικὸ χωρίο σκοπὸς τοῦ ἱεροῦ Μυστηρίου εἶναι πρωταρχικὰ καὶ κύρια ἡ ἴαση τῆς σωματικῆς νόσου ποὺ κατατρύχει τὸν πιστό. Εἶναι κανεὶς ἄρρωστος ἀπό σᾶς; ἐρωτᾶ. Ἂν εἶναι, ἂς προσκαλέσει τοὺς πρεσβυτέρους (περισσότεροι τοῦ ἑνὸς) στὸ σπίτι του, καὶ ἂς προσευχηθοῦν στὸν Θεὸ γι’ αὐτόν, ἀφοῦ τὸν ἀλείψουν μὲ ἁγιασμένο ἔλαιο. Ἡ ἐπάλειψη συνοδεύεται ἀπὸ τὴν εὐχή: «Πάτερ Ἅγιε, ἰατρὲ τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, ὁ πέμψας τὸν μονογενῆ σου Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν, πᾶσαν νόσον ἰώμενον καὶ ἐκ θανάτου λυτρούμενον, ἴασαι καὶ τὸν δοῦλον σου (τόνδε), ἐκ τῆς περιεχούσης αὐτὸν σωματικῆς καὶ ψυχικῆς ἀσθενείας, καὶ ζωοποίησον αὐτὸν διὰ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ σου…» (Μικρὸν Εὐχολόγιον, ἔκδ. Ἀποστολικῆς Διακονίας, 1992, σελ. 194)

Ἀφοῦ γίνει αὐτό, ἡ προσευχὴ τῆς πίστεως θὰ κάνει καλὰ τὸν ἄρρωστο, κι ἂν ἔχει κάνει ἁμαρτίες θὰ τοῦ τὶς συγχωρήσει ὁ Θεός.

Στὸ ἱερὸ αὐτὸ Μυστήριο ἔχουμε ἀρκετὲς δογματικὲς δυσκολίες. Ἂν καὶ εἶναι Μυστήριο πού, ὅπως καὶ τὰ ἄλλα, δρᾶ ἐξ ἀνάγκης, ἐν τούτοις δὲν διαπιστώνουμε πάντοτε αὐτὸ στὴν πράξη. Ἐνῶ δηλαδὴ στὰ ἄλλα μυστήρια ἡ ἐνέργεια τῆς Χάριτος εἶναι μυστικὴ καὶ ἀθέατη (στὸ Βάπτισμα δὲν βλέπουμε πὼς ἡ Χάρη καθαρίζει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ προπατορικὸ ἁμάρτημα, στὴ μετάνοια πὼς ἀποκαθίσταται ἡ δικαίωση τοῦ ἁμαρτωλοῦ κ.λπ.), στὸ Μυστήριο τοῦ Εὐχελαίου τὸ ἀποτέλεσμα καθορίζεται ὡς ἐξωτερικὸ καὶ ὁρατό: θὰ γίνει καλὰ ὁ ἄνθρωπος, θὰ σηκωθεῖ ἀπὸ τὴν κλίνη τῆς ἀρρώστιας του, θὰ περπατήσει (ἴσως ὄχι ἀμέσως) κ.λπ. Αὐτὸ ὅμως συνήθως δὲν διαπιστώνεται. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ περισσότεροι πιστοί, ὅταν ἀρρωστήσουν, ἐπισκέπτονται τοὺς γιατροὺς καὶ τὶς κλινικὲς καὶ ὄχι τοὺς ἱερεῖς καὶ τοὺς ναούς. Ὀλίγοι εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ προσφεύγουν στὴ βοήθεια τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γιατί νὰ μὴν παρέχεται πάντοτε ἡ σωματικὴ ἴαση τῶν ἀσθενούντων; Μήπως φταίει ἡ ἔλλειψη πίστεως τοῦ ἀσθενοῦντος ἢ τῶν οἰκείων του; Πολὺ πιθανό. Ἄλλωστε, συστήνοντας ὁ Κύριος τὸ Εὐχέλαιο δὲν ἀποσκοποῦσε στὴ διαρκῆ ἀποτροπὴ τοῦ θανάτου ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας Του. ‘

Ἴσως νὰ μὴ χορηγεῖ τὴν ἴαση, γιατί ἡ παράταση τῆς ἀσθένειας στὸ συγκεκριμένο ἀσθενῆ ἔχει σωτήρια γι’ αὐτὸν ἀποτελέσματα, ὅπως μπορεῖ νὰ ἔχει καὶ ὁ θάνατος. Τὰ πράγματα ὅμως αὐτὰ γνωρίζει μονάχα ὁ Θεός. Εἶναι, λοιπόν, ἀνενεργὲς τὸ ἱερὸ Μυστήριο; Ἀσφαλῶς ὄχι. Ἐνεργεῖ ἐκεῖ ποὺ θέλει ὁ ἅγιος Θεὸς καὶ ὅταν φυσικὰ συντρέχουν οἱ κατάλληλες ὑποκειμενικὲς συνθῆκες (κυρίως ἡ πίστη: «ἡ εὐχὴ τῆς πίστεως σώζει τὸν κάμνοντα»). Συνέχεια

Τὸ Βάπτισμα ὡς ἀπαρχὴ μίας νέας ἐν ἀληθεία,

π. Ἀθανασίου Γιέφτιτς

…Τὸ ἱερὸ μυστήριο τοῦ Βαπτίσματος δὲν ἐπιφέρει αὐτομάτως μία ἀλλαγή. Χωρὶς τὴν ζῶσα πίστη τοῦ χριστιανοῦ καὶ τὴν ἐνεργὸ συμμετοχή του στὴν νέα χριστιανικὴ ὕπαρξη καὶ ζωή, γίνεται ἀνενεργό. Τὸ Βάπτισμα τοποθετεῖται σὲ ἕνα γενικό, εὐρύτερο πλαίσιο σχέσης Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου, ἐλευθερίας τοῦ Θεοῦ καὶ ἐλεύθερης βούλησης τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ σχέση τούτη βασίζεται σὲ μία ἐλεύθερη συνεργία, σὲ μία σύμπραξη καὶ συμβίωση, ὅπου ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καλεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ ὁ ἄνθρωπος ἀποδέχεται τὸ κάλεσμα «ἐν ἐλευθερίᾳ, ἐν ἀγάπῃ καὶ συνεργίᾳ καὶ συμβιώσει».

Μὲ τὸ Βάπτισμα, εἰσέρχεται κανεὶς στὸν στρατὸ τοῦ Χριστοῦ (ἁγ. Γρηγόριος Νύσσης). Ἕνας στρατιώτης, ὡστόσο, χρειάζεται νὰ ἀποδεικνύει ὅτι εἶναι πραγματικὰ ἀγωνιστής, παίχτης, ἐργάτης μὲ ζῆλο, ἐνεργὸς συμμέτοχος στὴν νέα πραγματικότητα. Ἂς φανταστοῦμε, ἕνα παίχτη ποὺ ἔρχεται νὰ παίξει σὲ μία μεγάλη ὁμάδα. Ἂν δὲν προπονεῖται, ἂν δὲν εἶναι δραστήριος, παραμένει στὴν ὁμάδα ἁπλῶς ὡς μέλος της. Γιὰ νὰ παραμείνει σὲ καλὴ φυσικὴ κατάσταση καὶ γιὰ νὰ εἶναι ἀποτελεσματικός, χρειάζεται συνεχῆ προπόνηση, χρειάζεται ἄσκηση.

Στὸ Βάπτισμα, διαβάζεται περικοπῆ ἀπὸ τὴν Ἐπιστολὴ πρὸς Ρωμαίους. Ἐκεῖ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι ἐγειρόμενοι μαζὶ μὲ τὸν Χριστὸ πρέπει νὰ θεωροῦμε τοὺς ἑαυτοὺς μας «νεκροὺς μὲν τῇ ἁμαρτία, ζώντας δὲ τῷ Θεῷ, περιπατοῦντες ἐv καινότητι ζωῆς». Αὐτὸ εἶναι τὸ δυναμικὸ καθῆκον τῆς κατὰ Χριστὸν ὑπάρξεως καὶ ζωῆς μας. Τούτη εἶναι ἡ περιοχὴ τῆς ὀρθοδόξου ἀσκήσεώς μας, δηλαδὴ ἡ ἐνεργοποίηση, ἐξάσκηση, λειτουργία τῶν ἀνακαινισμένων δυνάμεων καὶ ἐνεργειῶν τῆς ἐν Χριστῷ ὑπάρξεώς μας, ποὺ ἐνδυναμώνονται ἀπὸ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Κάνοντας πράξη τὴν πιστότητα στὸν «Ἀμνὸ» τοῦ Θεοῦ, ζοῦμε μὲ ἕνα νέο τρόπο, «αἵροντας τὸν σταυρὸ» καὶ ἀκολουθώντας τὸν Χριστό. Ζοῦμε μία ζωὴ ποὺ προσφέρεται στὸν κόπο τῆς ἀγάπης καὶ δίνει καθημερινὰ μαρτυρία περὶ τῆς καινότητας τῆς αἰώνιας ζωῆς ποὺ μᾶς χάρισε ὁ Χριστός. Εἶναι προσκύνηση τοῦ Θεοῦ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ»  ὅταν «περιπατοῦμε ἐν ἀληθείᾳ», καὶ ἐφαρμόζουμε τὴν ἀλήθεια.  Ἡ ζωὴ τοῦ βαπτισμένου εἶναι λειτουργία ὅλης της ζωῆς –ἡ ἀρχικὴ μάλιστα, σημασία τῆς λέξης λειτουργία, ἦταν τούτη: κάνω ἔργο τὶς δυνάμεις καὶ τὶς ἱκανότητες ποὺ χαρίζει ὁ Θεὸς πρὸς ὄφελος ὅλων, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας. Συνέχεια

Ἡ Θεία Εὐχαριστία

Metropolitan Anthony Bloom

 Ὅταν ὁ Κύριος συνέστησε τόν Μυστικό Δεῖπνο, αὐτό τό μυστήριο τῆς πίστης μας πού ἀποκαλοῦμε Θεία Λειτουργία, ἤ Θε Εὐχαριστία, συγκέντρωσε γύρω Του τούς Μαθητές Του, καί αὐτούς πού ἀργότερα θά πίστευαν μέχρι θανάτου, καί ἐκεῖνον πού ἦταν ἤδη ἕτοιμος νά προδώσει τόν διδάσκαλο. Καί τόν ἀντιμετώπισε μαζί μέ τούς ἄλλους, μέ τήν ὑπέροχη θεϊκή ἀγάπη, γιατί τό νὰ εἶσαι ἀποδεκτός στό τραπέζι ἑνός ἀνθρώπου, σημαίνει ὅτι αὐτός, ὁ οἰκοδεσπότης, θεωρεῖ ἴσους του, συντρόφους μέ τήν παλιά ἔννοια τῆς λέξης, αὐτούς πού ἰσότιμα θά κόψουν τόν ἄρτο μαζί του, θα μοιραστοῦν τήν οὐσία τῆς ζωῆς. Ἴσοι στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἴσοι μέ τόν Θεό, μέσα ἀπ’ τήν ἀγάπη Του γιά μᾶς- αὐτή εἶναι μιά ὄψη τοῦ ἐκπληκτικοῦ γεγονότος πού λέγεται Μυστικός Δεῖπνος.

Ἀλλά ἔχουμε δώσει ἐπίσης κι ἕνα ἄλλο ὄνομα, τήν ὀνομάζουμε Θεία Εὐχαριστία, ἀπό τή λέξη πού σημαίνει ταὐτόχρονα καί “δῶρο” καὶ “εὐχαριστία” . Πράγματι, μποροῦμε νά δοῦμε τήν κοινωνία τοῦ Σώματος καί τοῦ Αἵματος τοῦ Χριστοῦ σάν τό μεγαλύτερο δῶρο πού ὁ Κύριος μᾶς δωρίζει· συντροφιά καί ἰσοτιμία, νὰ γίνουμε συνεργάτες τοῦ Θεοῦ. Καί μὲ τήν ἀπίστευτη κι ἀνεξιχνίαστη ἐνέργεια καί δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, διότι αὐτό τό ψωμί (ἄρτος), δέν εἶναι πλέον μόνο ψωμί κι αὐτό τό κρασί, δεν εἶναι μόνο κρασί, ἀλλά ἔχουν πράγματι μεταβληθεῖ σέ Σῶμα καί Αἷμα τοῦ Δωρεοδότη, γινόμαστε ἀρχικά καί ὅλο καί περισσότερο μέτοχοι τῆς Θείας φύσεως, Υἱοί μὲ υἱοθεσία, θεοί μέ μετοχή, ἔτσι ὥστε μαζί με τόν Ἕναν πού εἶναι ὁ Σαρκωμένος Υἱός τοῦ Θεοῦ, γινόμαστε ἡ ἀπόλυτη ἀποκάλυψη τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως καί ἡ πλήρης ἀποκάλυψη τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, ὁ πλήρης Χριστός γιά τόν ὁποῖο ὁμιλεῖ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Ἀντιοχείας. Καί πέρα ἀπ’ αὐτό, ψηλότερα, βαθύτερα κι ἀπ’ αὐτό, σ’ αὐτή τήν κοινωνία τῆς φύσης καί τῆς ζωῆς μὲ τόν μόνο γεννηθέντα Υἱό τοῦ Θεοῦ, σύμφωνα μέ τόν ἅγιο Εἰρηναῖο τῆς Λυών, γινόμαστε πράγματι σέ σχέση μέ τόν Θεό, τά μόνα γεννημένα παιδιά του.

Αὐτό εἶναι τό δῶρο, ἀλλά ποιά εἶναι ἡ εὐχαριστία; Τί μποροῦμε νά προσφέρουμε στόν Κύριο; Τὸ ψωμί καί τὸ κρασί, ἀνήκουν σ’ Ἐκεῖνον· τίς ζωές μας; Δέν εἶναι δικές Του; Μᾶς κάλεσε νά βγοῦμε ἀπ’ τό μηδέν. Μᾶς ἔφερε στήν ὕπαρξη, μᾶς προίκισε μ’ ὅλα αὐτά πού ἔχουμε. Τί λοιπόν μποροῦμε νά δώσουμε, πού εἶναι πράγματι δικό μας; Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής λέει ὅτι ὁ Θεός ἔχει κάνει τά πάντα, ἄφησε μόνο ἕνα: Δέν ὑποχρεώνει οὔτε τό μικρότερο πλάσμα Του νά τόν ἀγαπᾶ, γιατί ἡ ἀγάπη εἶναι ἡ ἀπόλυτη ἐλευθερία. Αὐτό εἶναι τό μόνο δῶρο πού μποροῦμε να τοῦ προσφέρουμε: Τό δῶρο μιᾶς πιστῆς καρδιᾶς. Συνέχεια

Ὁ ἄνθρωπος κατὰ Παπαδιαμάντη καὶ Ντοστογιέφσκυ

π.Ἀθανάσιος Γιέφτιτς

Μόλις εἶχε τελειώσει ὁ Α´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ εἶχε καταρρεύσει ἡ Γερμανία, ἐνῷ οἱ Μπολσεβίκοι στὴν Ρωσσία εἶχαν νικήσει, ὁ γερμανὸς (λογοτέχνης) Χέρμαν Ἔσσε ἔγραφε, σ᾿ ἕνα ἀπὸ τὰ πρῶτα κείμενά του (1919), γιὰ τὸν Ντοστογιέφσκυ περίπου τὰ ἑξῆς: «Αὐτὸς εἶναι ἐπικίνδυνος γιὰ τὴν Δύσι. Οἱ ἥρωές του, οἱ Καραμαζώφ, εἶναι ἀνατολικοὶ τύποι, πολὺ ἐπικίνδυνοι, σκοτεινοί, μὲ ἀσιατικὸ βάθος καὶ ἀποτελοῦν ἄμεσο κίνδυνο γιὰ τὸν δυτικὸ ἄνθρωπο». Αὐτὴ ἡ πόλωση, «Ἀνατολικοὶ – Δυτικοί», ποὺ ἔβλεπε τότε ὁ Ἔσσε, τὴν ἔχουν λίγο-πολὺ καὶ σήμερα οἱ περισσότεροι, ποὺ γράφουν γιὰ μᾶς τοὺς ὀρθοδόξους λαούς…

Εἶναι, ὅμως, τραγικὴ εἰρωνεία τῆς ἱστορίας ὅτι ὁ Χ. Ἔσσε, ἀφοῦ πέρασε καὶ ὁ Β´ Παγκόσμιος Πόλεμος καὶ πάλι οἱ Γερμανοὶ ἠττήθησαν στὰ Βαλκάνια, ἔγινε βουδδιστής, δηλαδὴ ἄκρως Ἀνατολικός. Καὶ διερωτᾶται κανείς, μήπως οἱ λεγόμενοι Δυτικοὶ εἶναι πιὸ κοντὰ στοὺς ἄπω Ἀνατολίτες, παρὰ σὲ μᾶς ἐδῶ τοὺς κοντινοὺς Βαλκάνιους. Ὅμως, ἐμεῖς οἱ Ὀρθόδοξοι, ὄχι μόνο ποὺ δὲν εἴμαστε Δυτικοί, ἀλλ᾿ οὔτε καὶ Ἀνατολικοί του Ἔσσε· δὲν εἴμαστε Εὐρωπαῖοι τοῦ Ἔσσε, ἀλλ᾿ ἀκόμη λιγότερο Ἀσιάτες του.

Οἱ ἥρωες τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη δὲν κατατάσσονται στὰ σχήματα αὐτά, οὔτε ἐξηγοῦνται ἀπὸ αὐτά: «Ἀνατολὴ-Δύσι, Εὐρώπη-Ἀσία, Ἀνατολικοί-Δυτικοί». Ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ πατρίδα τους, ἀλλὰ καὶ ἡ δική μας, εἶναι ἡ Ἀνατολικὴ Μεσογειακὴ λεκάνη μὲ τὰ περίχωρά της, ὅπου περιλαμβάνονται ἡ χερσόνησος τοῦ Αἴμου, τὰ Βαλκάνια (ἀλλὰ καὶ ἡ Ρωσσία), ἡ Μ. Ἀσία, ἡ Παλαιστίνη, ἡ Μεσοποταμία, ἡ Αἴγυπτος, ἡ Β. Ἀφρικὴ καὶ ἡ Ν. Ἰταλία, δηλαδὴ ἡ γεωγραφικὴ καὶ πνευματικὴ περιοχὴ τοῦ Βυζαντίου, ὅπου γεννήθηκε ὁ Χριστιανισμός, ἀλλὰ καὶ ὁ ἀρχαῖος ἑλληνικὸς πολιτισμός, καὶ ὅπου γεννήθηκε καὶ ἀναπτύχθηκε ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία μὲ τὴν παράδοσή της τὴν ζωντανή.

Τὰ πρόσωπα, ποὺ βρίσκουμε στὰ ἔργα τοῦ Ντοστογιέφσκυ καὶ τοῦ Παπαδιαμάντη, δὲν μπαίνουν καὶ δὲν ἐξηγοῦνται στὰ πλαίσια αὐτά: «Ἀνατολή-Δύσι», οὔτε στὴν πόλωσι αὐτήν: «Εὐρώπη-Βαλκάνια». Ὄχι πώς δὲν εἶναι καὶ Ἀνατολικοὶ καὶ Δυτικοί, ἀλλὰ δὲν ἐξαντλοῦνται σ᾿ αὐτὸ τὸ σχῆμα, ὅπως δὲν ἐξαντλούμεθα ἐμεῖς σήμερα μὲ τὸ νὰ χωριζώμαστε σὲ Εὐρωπαίους καὶ Βαλκάνιους… Συνέχεια