Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ
π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν
Τὸ αἰώνιο φῶς
Μεταμόρφωση! Τί ὄμορφη, τί ὡραία, τί χαρούμενη λέξη! Ἀντηχεῖ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ νοῦ μὲ τέτοια λαμπρότητα καὶ πανηγυρικότατα! Γιὰ αἰῶνες οἱ Ρῶσοι ἀγάπησαν αὐτὸ τὸ καλοκαίρι, τὴν αὐγουστιάτικη γιορτὴ τῆς Μεταμόρφωσης τοῦ Κυρίου, τότε πού, κατὰ τὰ λόγια τοῦ Θεόδωρου Τιοῦτσεφ, “εἶναι σὰν ὁλόκληρη ἡ μέρα νὰ γίνεται κρυστάλλινη καὶ φεγγοβόλα”.
Σὲ ποιὸ πράγμα ἀναφέρεται αὐτὴ ἡ γιορτή, ποιὰ εἶναι ἡ οὐσία καὶ ἡ πηγὴ τῆς χαρᾶς καὶ τοῦ φωτός της; Κατ’ ἀρχὰς ἂς ἀκούσουμε τί λέει τὸ Εὐαγγέλιο γι’ αὐτὸ τὸ γεγονός.
Ὁ Ἰησοῦς, σύμφωνα μὲ τὴν ἀφήγηση τοῦ κατὰ Ματθαῖον εὐαγγελίου, «μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· 2 καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. 3 καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωσῆς καὶ ᾿Ηλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. 4 ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ ᾿Ιησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν ᾿Ηλίᾳ. 5 ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε· 6 καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα. 7 καὶ προσελθὼν ὁ ᾿Ιησοῦς ἥψατο αὐτῶν καὶ εἶπεν· ἐγέρθητε καὶ μὴ φοβεῖσθε. 8 ἐπάραντες δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν οὐδένα εἶδον εἰ μὴ τὸν ᾿Ιησοῦν μόνον. 9 καὶ καταβαινόντων αὐτῶν ἀπὸ τοῦ ὄρους ἐνετείλατο αὐτοῖς ὁ ᾿Ιησοῦς λέγων· μηδενὶ εἴπητε τὸ ὅραμα ἕως οὗ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐκ νεκρῶν ἀναστῇ» (Ματθ. 17, 1-9).
Τί σημαίνει αὔτη ἡ εὐαγγελικὴ ἱστορία; Τί θέση ἔχει αὐτὴ ἡ αἰνιγματικὴ ἀποκάλυψη τῆς δόξας στὴν ἐπίγεια ζωὴ καὶ στὸ ἔργο τοῦ Χριστοῦ;
Λίγοι θὰ διαφωνήσουν πώς ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ στὰ εὐαγγέλια εἶναι κατεξοχὴν μιὰ εἰκόνα ταπείνωσης. Ἤδη κατὰ τὴ γέννησή Του δὲν βρέθηκε χῶρος σὲ κανένα ἀπὸ τὰ σπίτια τῆς πόλης, κι ἔτσι γεννήθηκε ἔξω, σὲ μιὰ σπηλιά. Μέχρι τέλους δὲν εἶχε σπίτι, “οὐκ εἶχε ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνη” (Ματθ. 820), σύμφωνα μὲ τὰ δικά Του λόγια. Παραγγέλλει σ’ αὐτοὺς πού θεραπεύει καὶ βοηθᾶ νὰ μὴ μιλήσουν σὲ κανένα γιὰ τὴ βοήθεια πού δέχθηκαν. Ἀποφεύγει κάθε τιμὴ καὶ κάθε εὐκαιρία πού τοῦ δίνεται γιὰ νὰ ἀποκτήσει φήμη. Ἑκουσίως μάλιστα ἄφησε τὴν ἀσφάλεια τῆς Γαλιλαίας, ὅπου δὲν ὑπῆρχε καμιὰ ἀπειλή, καὶ διάλεξε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Ἱερουσαλήμ, ὅπου τὸν περίμενε ὁ πόνος, ἡ ταπείνωση τῆς δίκης καὶ τῆς καταδίκης, καὶ μιὰ ὀδυνηρὴ καὶ ἐπαίσχυντη ἐκτέλεση. “Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ”, εἶπε, ” ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ…” (Ματθ. 11,29). Συνέχεια
Μέσα στὸ φῶς τῆς Μεταμόρφωσης
Metropolitan Anthony Bloom
Ὑπάρχουν στιγμὲς τῆς πνευματικῆς, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τῆς πιὸ συνηθισμένης καθημερινῆς ζωῆς τόσο ὡραῖες, τόσο ὑπέροχες ποὺ νὰ μᾶς κάνουν νὰ θέλουμε τὸ χρόνο, τὴ ζωή, τὴν αἰωνιότητα νὰ σταματήσουν ἐκεῖ ὥστε τίποτα ἄλλο νὰ μὴν ξανασυμβεῖ ποτέ. Αὐτὸ εἶχαν νιώσει οἱ Ἀπόστολοι ποὺ ὁ Χριστὸς εἶχε πάρει μαζί Του πάνω στὸ ὄρος τῆς Μεταμόρφωσης, αὐτὸ ἤθελε νὰ ἐκφράσει ὁ Πέτρος ὅταν ἔλεγε: «Κύριε, εἶναι καλὸ νὰ εἴμαστε ἐδῶ, ἂς κτίσουμε τρεῖς σκηνές, μία γιὰ Σένα, μία γιὰ τὸ Μωυσῆ καὶ μία γιὰ τὸν Ἠλία κι ἂς μείνουμε ἐδῶ μέσα στὶς ἀκτίνες τοῦ ἄυλου αὐτοῦ, θεϊκοῦ φωτός, τυλιγμένοι μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ὑπέροχη εἰρήνη».
Οὔτε ὁ Πέτρος ἀλλὰ οὔτε καὶ οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι δὲν πρόσεξαν τότε κάτι ποὺ αὐτοὶ οἱ ἴδιοι ἀργότερα μετέδωσαν σὲ ἄλλους, τὸ ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς μεταμορφώθηκε (φάνηκε μέσα στὴ λάμψη τῆς αἰώνιας δόξας) τὴ στιγμὴ ἀκριβῶς ποὺ ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας Τοῦ μιλοῦσαν σχετικὰ μὲ τὸ ταξίδι Του στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὴ Σταύρωσή Του.
Ἐδῶ, ὅπως καὶ σὲ πολλὰ ἄλλα χωρία τῆς Καινῆς Διαθήκης βλέπουμε ὅτι οἱ ἀπόστολοι, ὅπως ἀκριβῶς καὶ ἐμεῖς ἦταν ἱκανοὶ νὰ ξεχωρίζουν τὰ λαμπρὰ καὶ θαυμάσια πράγματα παραβλέποντας πολὺ συχνὰ τί τίμημα εἶχαν αὐτὰ γιὰ τὸ Χριστό.
Ὁ Ἅγ. Σεραφεὶμ τοῦ Σάρωφ μιλώντας σὲ ἕναν ἀπὸ τοὺς ἐπισκέπτες τοῦ εἶχε πεῖ: «Ζήτησε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸν Θεό, ὁ,τιδήποτε σοῦ χρειάζεται, νὰ θυμᾶσαι ὅμως τὴν τιμὴ ποὺ Ἐκεῖνος πλήρωσε γιὰ νὰ ἔχει τὴ δύναμη νὰ ἱκανοποιεῖ τὰ αἰτήματά σου». Ἤθελε μὲ αὐτὸ νὰ πεῖ: «Μὴ ζητήσεις κάτι ἀνάξιο τῆς θυσιασμένης θεϊκῆς ἀγάπης, τοῦ θανάτου καὶ τῆς Σταύρωσης τοῦ Σωτήρα Χριστοῦ». Συνέχεια
Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος
Ἡ μεγάλη γιορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου μᾶς δίνει τὴν ἀφορμὴ νὰ θυμηθοῦμε τὰ λόγια του Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ: «Οὐ πιστεύεις ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί ἐστι; Τὰ ρήματα ἃ ἐγὼ λαλῶ ὑμῖν, ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ, ὁ δὲ πατὴρ ὁ ἐν ἐμοὶ μένων αὐτὸς ποιεῖ τὰ ἔργα. Πιστεύετέ μοι ὅτι ἐγὼ ἐν τῷ πατρὶ καὶ ὁ πατὴρ ἐν ἐμοί. εἰ δὲ μή, διὰ τὰ ἔργα αὐτὰ πιστεύετέ μοι» (Ἰωάν. 14, 10-11).
Μεγάλα καὶ ἀμέτρητα ἦταν τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ: μὲ ἕνα μόνο λόγο τοῦ ἀνέστησε τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου, τοῦ ἀρχισυναγώγου, τὸν γιὸ τῆς χήρας τῆς Ναΐν, ἀκόμα καὶ τὸν Λάζαρο, ὁ ὁποῖος ἦταν στὸν τάφο τέσσερεις ὁλόκληρες ἡμέρες. Μὲ ἕνα λόγο του μόνο ἐπιτίμησε τοὺς ἀνέμους καὶ τὰ κύματα τῆς λίμνης Γεννησαρὲτ καὶ ἔγινε ἀπόλυτη γαλήνη. Μὲ πέντε ψωμιὰ καὶ δύο ψάρια χόρτασε πέντε χιλιάδες ἀνθρώπους, χωρὶς γυναῖκες καὶ παιδιά, καὶ μὲ τέσσερα ψωμιὰ τέσσερεις χιλιάδες.
Ἂς θυμηθοῦμε πὼς κάθε μέρα θεράπευε τοὺς ἀσθενεῖς, γιατρεύοντας κάθε εἴδους ἀσθένεια, ἔδιωχνε τὰ πονηρὰ πνεύματα ἀπὸ τοὺς δαιμονιζομένους. Πώς ξαναέδινε τὴν ὅραση στοὺς τυφλοὺς καὶ τὴν ἀκοὴ στοὺς κουφοὺς μὲ ἕνα μόνο ἄγγιγμά του. Δὲν φτάνουν αὐτά;
Ὅλα αὐτὰ ὅμως δὲν ἦταν ἀρκετὰ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους οἱ ὁποῖοι τὸν ζήλευαν, γιὰ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ μέγας προφήτης Ἠσαΐας εἶπε: «Ἀκοὴ ἀκούσετε καὶ οὐ συνῆτε, καὶ βλέποντες βλέψετε καὶ οὐ μὴ ἴδητε. ἐπαχύνθη γὰρ ἡ καρδία τοῦ λαοῦ τούτου, καὶ τοῖς ὠσὶ βαρέως ἤκουσαν, καὶ τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτῶν ἐκάμμυσαν, μήποτε ἴδωσι τοῖς ὀφθαλμοῖς καὶ τοῖς ὠσὶν ἀκούσωσι καὶ τὴ καρδία συνῶσι καὶ ἐπιστρέψωσι, καὶ ἰάσομαι αὐτοὺς» (Ματθ. 13, 14-15).
Σὲ ὅλα αὐτά, τὰ ὁποία ὅμως δὲν ἦταν ἀρκετὰ γιὰ τοὺς βαρήκοους ἀνθρώπους καὶ μὲ τὰ συσκοτισμένα μάτια, πρόσθεσε ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς τὸ μέγα θαῦμα τῆς Μεταμορφώσεώς Του στὸ ὅρος Θαβώρ. Σ’ αὐτόν, ποὺ ἔλαμψε μὲ ἕνα ἐκθαμβωτικὸ θεῖο φῶς, ἐμφανίστηκαν οἱ προφῆτες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας καὶ προσκύνησαν τὸν δημιουργό τοῦ νόμου. Μὲ φόβο καὶ τρόμο ἔβλεπαν τὸ θαυμαστὸ αὐτὸ θέαμα οἱ ἐκλεκτοὶ ἀπόστολοι Πέτρος, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης. Καὶ μετὰ ἀπὸ τὴ νεφέλη, ποὺ τοὺς σκέπασε, ἀκούστηκε ἡ φωνὴ τοῦ Θεοῦ: «Οὗτος ἐστιν ὁ Υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα. αὐτοῦ ἀκούετε» (Ματθ. 17, 5). Συνέχεια
ΣΧΟΛΙΑ ΣΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΟ ΑΝΑΓΝΩΣΜΑ
ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Κωνσταντίνου Σοφ. Γρηγοριάδη
Ἡ ἀφορμή γιά τήν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου.
Ὁ εὐαγγελιστής Ματθαῖος στό ιστ΄ κεφάλαιο τοῦ Εὐαγγελίου του καταγράφει τό ἐρώτημα τοῦ Κυρίου πρός τούς μαθητάς Του: «Ὑμεῖς τίνα με λέγετε εἶναι τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου;» Ἐξ ὀνόματος ὅλων τῶν μαθητῶν ἀπάντησε ὁ Πέτρος: «Σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος». Ὁ Κύριος τόν διαβεβαίωσε ὅτι τήν ὁμολογία δέν τήν ἔκανε μέ τίς δικές του ἀνθρώπινες δυνάμεις («σάρξ καί αἷμα»), ἀλλά μέ τόν φωτισμό τοῦ οὐράνιου Πατέρα Του.
Σέ ὁλόκληρη τήν Ἱερά Ἱστορία ὁ Θεός ἑτοίμαζε τούς ἀνθρώπους νά μπορέσουν νά καταλάβουν καί ἑπομένως νά ἀποδεχθοῦν τόν Μεσσία, ὡς Λυτρωτή καί Σωτῆρα τους ἀπό τήν ψυχοκτόνο ἀσθένεια τῆς ἁμαρτίας. Ἡ ἀπελευθέρωση αὐτή τοῦ ἀνθρώπου ἔχει πνευματικό καί ὑπαρξιακό χαρακτῆρα καί μέ κανένα τρόπο δέν ταυτίζεται μέ τήν ἀποτίναξη οἱουδήποτε ἐνδοκοσμικοῦ ζυγοῦ (Ρωμαϊκή Αὐτοκρατορία).
Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν ἁμαρτία συνεπάγεται τήν ἀπελευθέρωσή του ἀπό τήν φθορά καί τόν θάνατο, πού εἰσήγαγε ἡ ἁμαρτία στόν κόσμο. Καί ὁ μόνος τρόπος γιά νά θανατωθεῖ ὁ θάνατος ἦταν ὁ ἑκούσιος θάνατος τοῦ Κυρίου. Γι᾽ αὐτό καί ὁ Κύριος ὁμιλεῖ γιά τήν δόξα Του, πού εἶναι ἀκριβῶς ἡ ἑκούσια Θυσία Του μέσα ἀπό τήν ὁποία καί ἐκφράζει καί προσφέρει τήν ἀγάπη Του στούς ἀνθρώπους.
Γιά νά ἀποδεχθεῖ ὅμως ὁ ἄνθρωπος αὐτές τίς σωστικές ἀλήθειες πρέπει νά ἐμπιστεύεται τόν ἑαυτό του στήν ἀγάπη καί τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἄνθρωπος πού στηρίζεται ἀποκλειστικά στίς δικές του δυνάμεις, ὅταν μάλιστα τίς ἔχει ἀπαγκιστρώσει ἀπό τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ, τότε ἡ φιλαυτία καί ἡ αὐτάρκεια τῆς ἁμαρτίας δέν τόν ἀφήνουν νά ἀποδεχθεῖ τίς ἀνωτέρω σωτηριώδες ἀλήθειες. Ἀπό αὐτή τήν ὑπαρξιακή ἐμπλοκή δέν ἐξαιρέθηκαν οὔτε καί οἱ μαθηταί τοῦ Κυρίου.
Ὅταν ὁ Κύριος τούς ὑπενθύμισε ὅτι θά ἀναβοῦν στά Ἱεροσόλυμα καί ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου θά παραδοθεῖ στά χέρια τῶν Ἀρχιερέων καί Γραμματέων, πού θά τόν σκοτώσουν, ἀλλά τήν τρίτη ἡμέρα θά ἀναστηθεῖ ἀπό τούς νεκρούς, οἱ μαθηταί μέ τό στόμα τοῦ Πέτρου ἀπέρριψαν αὐτές τίς ἀλήθειες. Ὁ Πέτρος μάλιστα μέ τήν φράση του «Ἵλεώς σοι, Κύριε· οὐ μή ἔσται σοι τοῦτο» ἀνεκάλεσε τά λεγόμενα τοῦ Χριστοῦ. Τά ὅσα τούς εἶπε εἶναι ἀδύνατο νά γίνουν, ἔστω καί ἄν ὁ ἴδιος τό ἐπιζητήσει, γιατί οἱ μαθηταί μέ τήν παρουσία καί τίς δυνάμεις τους δέν θά ἐπέτρεπαν νά γίνει κάτι τέτοιο. Συνέχεια
ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΚΡΙΣΗ
Τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου «Τῆς Κλίμακος»
1.-.Ἡ βεβαία πίστις εἶναι μητέρα τῆς ἀποταγῆς. Καί τό ἀντίθετο εἶναι ἐξ ἴσου φανερό. Ἡ ἀκλόνητη ἐλπίδα εἶναι ἡ θύρα τῆς ἀπροσπαθείας. Καί τό ἀντίθετο εἶναι ἐξ ἴσου φανερό. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεόν εἶναι αἰτία τῆς ξενιτείας. Καί τό ἀντίθετο εἶναι ἐξ ἴσου φανερό.
2.-. Τήν ὑποταγή τήν ἐγέννησε ἡ καταδίκη τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ἡ ὄρεξις τῆς πνευματικῆς ὑγείας. Μητέρα τῆς ἐγκρατείας εἶναι ἡ σκέψις τοῦ θανάτου καί ἡ διαρκής μνήμη τῆς χολῆς καί τοῦ ὄξους τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Προϋπόθεσις καί συνεργός τῆς σωφροσύνης καί καθαρότητος εἶναι ἡ ἡσυχία. Θραῦσις τῆς σαρκικῆς πυρώσεως εἶναι ἡ νηστεία. Καί ἀντίπαλος τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν εἶναι ἡ συντριβή τοῦ νοῦ.
3.-. Ἡ πίστις καί ἡ ξενιτεία εἶναι ὁ θάνατος τῆς φιλαργυρίας. Ἡ εὐσπλαγχνία καί ἡ ἀγάπη παρέδωσαν τό σῶμα σέ θυσία. Ἡ ἐκτενής προσευχή εἶναι ὄλεθρος τῆς ἀκηδίας. Ἡ μνήμη τῆς Κρίσεως εἶναι πρόξενος τῆς πνευματικῆς προθυμίας. Θεραπεία τοῦ θυμοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη τῆς ἀτιμίας, ἡ ὑμνωδία καί ἡ εὐσπλαγχνία.
4.-. Ἡ ἀκτημοσύνη καταπνίγει τήν λύπη. Ἡ ἀπροσπάθεια πρός τά αἰσθητά πράγματα ὁδηγεῖ στήν θεωρία τῶν νοερῶν. Ἡ σιωπή καί ἡ ἡσυχία καταπολεμοῦν τήν κενοδοξία ― ἐάν ὅμως εὑρίσκεσαι σέ ἀνθρώπους, χρησιμοποί ησε τήν ἀτιμία.
5.-. Τήν ἐξωτερική καί ὁρατή ὑπερη φάνεια τήν ἐθεράπευσαν ἡ πτωχεία, ἡ θλῖψις καί οἱ παρόμοιες καταστάσεις. Τήν δέ ἐσω τερική καί ἀόρατη Ἐκεῖνος πού εἶναι προαιω νίως Ἀόρατος. Ὅλα τά αἰσθητά ἐρπετά τά φονεύει τό ἐλάφι καί ὅλα τά νοητά ἡ ταπείνωσις. Εἶναι δυνατόν μέ παραδείγματα ἀπό τήν φύσι νά διδασκώμεθα καλῶς ὅλα τά πνευματικά.
6.-. Ὅπως εἶναι ἀδύνατο νά ἀποβάλη ὁ ὄφις τό παλαιό του δέρμα, ἐάν δέν εἰσχωρήση σέ στενή τρύπα, ἔτσι καί ἐμεῖς δέν θά άποβάλωμε τίς παλαιές προλήψεις καί τήν ψυχική παλαιότητα καί τόν χιτῶνα τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ἐάν δέν περάσωμε ἀπό τήν στενή καί τεθλιμμένη ὁδό τῆς νηστείας καί τῆς ἀτιμίας.
7.-. Ὅπως τά πολύσαρκα πτηνά δέν μποροῦν νά πετάξουν στόν οὐρανό, ἔτσι καί ἐκεῖνος πού τρέφει καί περιποιεῖται τήν σάρκα του. Συνέχεια
Ἡ ἀληθινή πίστη
Ὅσιος Πέτρος ὁ Δαμασκηνός
Ἡ ἀληθινὴ πίστη εἶναι θεμέλιο ὅλων τῶν ἀγαθῶν καὶ θύρα τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ καὶ νίκη ἄκοπη τῶν ἐχθρῶν, καὶ πιὸ ἀναγκαία ἀπὸ κάθε ἄλλη ἀρετή, καὶ φτερὰ τῆς προσευχῆς, καὶ κατοίκηση τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν ψυχή. Γι’ αὐτὸ ὅποιος ποθεῖ νὰ τὴν ἀποκτήσει, ἔχει χρέος νὰ ὑπομένει κάθε δοκιμασία ποὺ θὰ τοῦ ἔρθει ἀπὸ τοὺς ἐχθροὺς καὶ ἀπὸ τοὺς πολλοὺς καὶ ποικίλους λογισμούς, γιὰ τοὺς ὁποίους κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἐννοήσει τελείως, οὔτε νὰ μιλᾶ γι’ αὐτούς, ἢ νὰ τοὺς βρεῖ, παρὰ μονάχα ὁ ἐφευρέτης τῆς κακίας διάβολος.
Ἀλλὰ ἂς ἔχει θάρρος ὁ ἄνθρωπος αὐτός· γιατί ἂν νικήσει τοὺς πειρασμοὺς ποὺ ἔρχονται κατεπάνω του μὲ τόση βία καὶ συγκρατεῖ τὸ νοῦ του ὥστε νὰ μὴν ὑποχωρήσει στοὺς λογισμοὺς ποὺ φυτρώνουν μέσα στὴν καρδιά του, θὰ νικήσει μὲ μία ὅλα τὰ πάθη. Γιατί δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ νίκησε, ἀλλὰ ὁ Χριστὸς ποὺ ἦρθε μέσα του μὲ τὴν πίστη. Γι’ αὐτοὺς τοὺς ἀνθρώπους λέει ὁ Χριστὸς ὅτι «ὅποιος ἔχει πίστη σὰν κόκκο σιναπιοῦ κλπ.» (Λουκ. 17, 6).
Ἀλλὰ καὶ ἂν ὁ λογισμὸς του ἐξασθενήσει καὶ ὑποχωρήσει, νὰ μὴ δειλιάσει, οὔτε νὰ ἀπελπιστεῖ, οὔτε νὰ νομίζει ὅτι προέρχονται ἀπὸ τὴν ψυχὴ του ἐκεῖνα ποὺ λέγονται ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸ τοῦ κακοῦ, τὸν διάβολο. Ἀλλὰ νὰ πράττει μὲ ἐπιμέλεια καὶ ὑπομονὴ τὴν κατὰ δύναμη ἐργασία τῶν ἀρετῶν καὶ τὴ φύλαξη τῶν ἐντολῶν, μὲ ἡσυχία καὶ σχόλη κατὰ Θεὸν καὶ ἀποχὴ ἀπὸ ἑκούσιους λογισμούς, ὥστε ἀφοῦ κινήσει ὁ ἐχθρὸς κάθε μηχανὴ καὶ φαντασία νύχτα καὶ ἡμέρα καὶ δεῖ ὅτι δὲν προσέχει στὰ παιχνίδια καὶ τὰ σχήματα καὶ ὅλα τὰ νοήματα μὲ τὰ ὁποῖα προσπαθεῖ νὰ τὸν τρομάξει, ἐνῶ δὲν εἶναι ἄλλο παρὰ ψεύτικα παιχνίδια, νὰ βαρεθεῖ καὶ νὰ φύγει.
Καὶ ἀφοῦ μάθει μὲ τὴν πείρα ὁ ἐργάτης τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ τὴν ἀδυναμία τοῦ ἐχθροῦ, δὲν φοβᾶται πλέον τὶς μηχανές του, ἀλλὰ κάνει ἀνεμπόδιστα ὅ,τι θέλει κατὰ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, γιατί μὲ τὴν πίστη στερεώνεται καὶ βοηθεῖται ἀπὸ τὸν Θεό, στὸν ὁποῖο πίστεψε, ὅπως εἶπε ὁ Κύριος: «Ὅλα εἶναι δυνατὰ σ’ ὅποιον πιστεύει» (Μάρκ. 9,23). Ἐπειδὴ δὲν εἶναι αὐτὸς ποὺ πολεμᾶ τὸν ἐχθρό, ἀλλὰ ὁ Θεὸς ποὺ φροντίζει γι’ αὐτὸν μέσω τῆς πίστεως, ὅπως λέει καὶ ὁ Προφήτης: «Ἔχεις τὸν Ὕψιστο ὡς καταφύγιό σου κλπ.» (Ψαλμ. 90, 9).
Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος δὲν φροντίζει πλέον καθόλου γιὰ τίποτε, γιατί γνωρίζει ὅτι «τὸ ἱππικὸ ἑτοιμάζεται γιὰ πόλεμο, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Κύριο θὰ ἔρθει ἡ νίκη» (Παροιμ. 21, 31), ὅπως λέει ὁ Σολομῶν. Συνέχεια
Η ΕΙΡΗΝΗ
Ἁγιος Σιλουανός
Ὅλοι ἐπιθυμοῦν τὴν εἰρήνη, ἀλλά δὲν γνωρίζουν πῶς νὰ τὴν ἀποκτήσουν. Ὁ Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε ἀπὸ θυμὸ καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ τὸ πάθος αὐτό. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε σὲ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Παΐσιε, ἂν θέλεις νὰ μὴν ὀργίζεσαι, μὴν ἐπιθυμεῖς τίποτε, μὴν κρίνεις καὶ μὴ μισήσεις κανένα καὶ θὰ ἔχεις τὴν εἰρήνη».
Ἔτσι, κάθε ἄνθρωπος, ἂν κόβει τὸ θέλημά του μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους, θὰ εἶναι πάντα εἰρηνικὸς στὴν ψυχή. Ὅποιος, ὅμως, ἀγαπᾶ νὰ κάνει τὸ θέλημά του, αὐτὸς δὲν θὰ ἔχει εἰρήνη.
Ψυχὴ πού παραδόθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὑπομένει εὔκολα κάθε θλίψη καὶ κάθε ἀσθένεια· γιατί καὶ τὸν καιρὸ τῆς ἀσθένειας παραμένει στὴ θεωρία τοῦ Θεοῦ καὶ προσεύχεται: «Κύριε, Ἐσύ βλέπεις τὴν ἀσθένειά μου. Ἐσὺ ξέρεις πόσο ἁμαρτωλὸς καὶ ἀδύνατος εἶμαι· βοήθησέ με νὰ ὑπομένω καὶ νὰ εὐχαριστῶ τὴν ἀγαθότητά Σου». Καὶ ὁ Κύριος ἀνακουφίζει τὸν πόνο, καὶ ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται τὴν ἐγγύτητα τοῦ Θεοῦ καὶ μένει ἐν τῷ Θεῶ γεμάτη χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη.
Ἂν ἀποτύχεις σὲ κάτι, σκέψου: «Ὁ Κύριος βλέπει τὴν καρδιά μου καὶ ἂν εἶναι θέλημά του, ὅλα θὰ εἶναι γιὰ τὸ καλὸ καὶ τὸ δικό μου καὶ τῶν ἄλλων». Ἔτσι ἡ ψυχή σου θὰ ἔχει πάντα εἰρήνη. Ἀλλά ἐὰν ἀρχίζει κανεὶς νὰ παραπονεῖται: «Αὐτὸ δὲν εἶναι καλό, ἐκεῖνο δὲν εἶναι ὅπως πρέπει», τότε ποτὲ δὲν θὰ ὑπάρχει εἰρήνη στὴν ψυχή του, ἔστω καὶ ἂν νηστεύει καὶ προσεύχεται πολύ.
Οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν παραδοθεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Μόνο ἔτσι διαφυλάσσεται ἡ εἰρήνη. Τὸ ἴδιο καὶ ὅλοι οἱ μεγάλοι ἅγιοι ἄνθρωποι ὑπέμειναν κάθε θλίψη παραδομένοι στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ καὶ μποροῦμε νὰ μὴ φοβόμαστε τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία· γιατί ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας χάνεται ἡ χάρη καὶ χωρὶς τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἐχθρὸς παρασύρει τὴν ψυχή, ὅπως παρασύρει ὁ ἄνεμος τὰ ξερὰ φύλλα ἤ τὸν καπνό.
Πρέπει νὰ θυμόμαστε πάντοτε ὅτι οἱ ἐχθροὶ ἔπεσαν ἀπὸ ὑπερηφάνεια καὶ προσπαθοῦν μὲ κάθε τρόπο νὰ μᾶς σπρώξουν στὴν ἴδια πλάνη καὶ πολλοὺς ἐξαπάτησαν. Ὁ Κύριος, ὅμως, εἶπε: «Μάθετε ἀπ’ Ἐμοῦ τὴν πραότητα καὶ τὴν ταπείνωσιν καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν εἰς τὰς ψυχᾶς ὑμῶν». Συνέχεια
Οἱ Δέκα Ἐντολές (Ἔξοδος Κ´, 1-18)
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς,
1. Ἐγώ εἰμι Κύριος ὁ Θεός σου, οὐκ ἔσονται σοὶ θεοὶ ἕτεροι πλὴν ἐμοῦ.
Ἕνας Κύριος εἶναι ὁ Κύριος ὁ Θεός σου, Αὐτὸς ποὺ φανερώνεται (μὲ τρία πρόσωπα, δηλ.) σὰν Πατέρας καὶ σὰν Υἱὸς καὶ σὰν Ἅγιο Πνεῦμα. Σὰν Πατέρας μὲν ἀγέννητος, σὰν Υἱὸς δὲ γεννητὸς (μέν, ἀλλὰ καὶ αὐτὸ πάλι) χωρὶς ἀρχή, καὶ πέρα ἀπὸ τὸν χρόνο, καὶ χωρὶς νὰ πάθει καμμία ἀλλοίωση, σὰν Λόγος (τοῦ Θεοῦ Πατρός). Αὐτὸς δὲ ὀνομάζεται Χριστός, γιατὶ ἔχρισε (δηλ. ἁγίασε) μὲ τὸ νὰ ἀναλάβει ὁ ἴδιος τὸ δικό μας (ἀνθρώπινο) εἶδος. Καὶ σὰν Ἅγιο Πνεῦμα, ποὺ καὶ Αὐτὸ προέρχεται ἀπὸ τὸν Πατέρα, ὄχι γιατὶ γεννήθηκε ἀπ᾿ Αὐτόν, ἀλλὰ γιατὶ Αὐτὸς Τὸ στέλνει.
Αὐτὸς μόνο εἶναι Θεός. Καὶ μάλιστα ὁ ἀληθινὸς Θεός, ὁ ἕνας Κύριος, ποὺ ἐμφανίζεται μὲ τρεῖς ὑποστάσεις. (Εἶναι ἕνας καὶ μοναδικὸς ὁ Θεὸς αὐτός, ποὺ) δὲν διαιρεῖται κατὰ τὴν φύση, τὴ θέληση, τὴν σκέψη, τὴν δύναμη καὶ τὴν ἐνέργεια, καὶ ὅλα γενικῶς τὰ γνωρίσματα τῆς Θεότητας.
Αὐτὸν (λοιπὸν τὸν ἕνα καὶ ἀληθινὸ Θεό) μόνο θὰ (πρέπει νὰ) λατρεύσεις μὲ ὅλη τὴν δύναμη ποὺ ἔχει ὁ νοῦς σου, καὶ μὲ ὅλο τὸ πλάτος τῆς καρδιᾶς σου καὶ μὲ ὅλη τὴν πληρότητα τῆς δυνάμεώς σου. Καὶ ὅλα ὅσα (ὁ Θεός σου) λέει καὶ ἐντέλλεται, (θὰ πρέπει) νὰ εἶναι πάντοτε νωπὰ μέσα στὴν καρδιά σου, ὥστε νὰ ἐφαρμόζεις καὶ νὰ ἐντρυφᾶς μέσα σὲ αὐτὰ καὶ νὰ ὁμιλεῖς μὲ βάση αὐτὰ (σὲ ὅλες τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς σου, δηλαδή) καὶ ὅταν κάθεσαι (κάπου καὶ δὲν μετακινεῖσαι), καὶ ὅταν βαδίζεις (γιὰ νὰ πᾶς ἀπὸ τὸ ἕνα μέρος στὸ ἄλλο), καὶ ὅταν εἶσαι πεσμάνος στὸ κρεββάτι, κι ὅταν εἶσαι ὄρθιος.
Καὶ (θὰ πρέπει ἀκόμα) νὰ ἐνθυμεῖσαι πάντοτε (δηλαδὴ ἀδιαλείπτως καὶ χωρὶς διακοπὴ) τὸν Κύριο τὸ Θεό σου καὶ Αὐτὸν μόνο νὰ φοβᾶσαι (μὲ τὸν Ἅγιο φόβο τοῦ Θεοῦ), καὶ νὰ μὴν λησμονήσεις ποτὲ οὔτε Αὐτὸν οὔτε τὶς ἐντολές Του. Γιατὶ (μόνο) ἔτσι καὶ ὁ Θεὸς θὰ σοῦ δώσει τὴν δύναμη (ποὺ εἶναι ἀπαραίτητη) γιὰ νὰ ἐφαρμόζεις (στὴν ζωή σου) τὸ (ἅγιο) θέλημά Του. Γιατὶ (ὁ Θεός, ποὺ δὲν ἔχει κανενὸς τὴν ἀνάγκη) τίποτε ἄλλο δὲν σοῦ ζητεῖ παρὰ μόνον νὰ Τὸν φοβᾶσαι καὶ νὰ Τὸν ἀγαπᾶς (γιατὶ Αὐτὸς ἀκριβῶς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ συμβαδίζει μὲ τὴν ἀγάπη πρὸς Αὐτόν) καὶ νὰ ἀκολουθεῖς τὸν δρόμο Του ποὺ Αὐτὸς θέλει (πράγμα ποὺ εἶναι ἡ φυσικὴ συνέπεια τῶν ἄλλων). Αὐτὸς θὰ εἶναι τὸ καύχημά σου καὶ Αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ Θεός σου. Συνέχεια
Τὸ ὄνομα Χριστιανὸς
Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης
Ἂς ἐξετάσουμε, λοιπόν, πρῶτα ποιὰ εἶναι ἡ σημασία τοῦ χριστιανισμοῦ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν ὀνομασία του. Βέβαια οἱ σοφότεροι ἀπὸ μένα, θὰ βροῦν κάποιο νόημα ὑψηλότερο καὶ πιὸ περιεκτικό, ἀνάλογο ἀσφαλῶς μὲ τὸ ὕψος τοῦ ὀνόματος. Ὅσα δὲ ἐγὼ μπορῶ νὰ πῶ γιὰ τὸ ὄνομα αὐτό, εἶναι τὰ ἑξῆς: Τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ (ἀπὸ τὸ ὁποῖο παράγονται καὶ τά: Χριστιανὸς καὶ Χριστιανισμός), ἐὰν τὸ ἐξηγήσουμε μὲ λέξεις πιὸ ἁπλὲς καὶ γνωστές, θὰ βροῦμε ὅτι σημαίνει τὸ βασιλιὰ ἐπειδὴ ἡ Ἁγία Γραφὴ ὑποδηλώνει τὸ βασιλικὸ ἀξίωμα, χρησιμοποιώντας μὲ ἕνα ἰδιότυπο τρόπο παρόμοια λέξη.
Ὅμως, καθὼς μᾶς βεβαιώνει ἡ Ἁγία Γραφή, εἶναι ἀδύνατο νὰ μιλήσει κανείς γιὰ τὸν Θεὸ καὶ νὰ τὸν κατανοήσει, ἐπειδὴ βρίσκεται πάνω ἀπὸ κάθε νοητὴ ἔννοια. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἀναγκαστικά, οἱ θεοφόροι προφῆτες καὶ οἱ ἅγιοι ἀπόστολοι ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι χρησιμοποιοῦν πολλὰ ὀνόματα, μὲ τὰ ὁποῖα μᾶς χειραγωγοῦν πρὸς τὴν κατανόηση (ὅσο αὐτή εἶναι δυνατὴ στὸν ἄνθρωπο) τῆς ἄφθαρτης φύσης τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι μᾶς ὁδηγοῦν ἀπὸ τὴ μία ἔννοια στὴν ἄλλη, ἀπὸ κεῖνες ποὺ ἀποδίδονται στὸν Θεό. Καὶ τὴ μὲν κυριαρχία τοῦ Θεοῦ πάνω σ’ ὅλη τὴ δημιουργία ἐκφράζουν, χρησιμοποιώντας τὸ βασιλικὸ ὄνομα, τὴ δὲ ἀπαλλαγή ἀπὸ κάθε πάθος καὶ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ κάδε κακία ὀνομάζουν μὲ τὰ διάφορα ὀνόματα τῆς ἀρετῆς, ποὺ χρησιμοποιοῦν.
Ἂς προσθέσουμε δὲ καὶ τοῦτο: Τὸ ὅτι δηλ. κάθε ἀρετὴ καὶ λέγεται καὶ ἐννοεῖται μὲ τὴν καλύτερη σημασία. Κατὰ συνέπεια εἶναι τὸ ἴδιο, ὅταν λέγουν, γιὰ τὸν Χριστὸν ὅτι καὶ λέγεται καὶ εἶναι τὰ πάντα: καὶ δικαιοσύνη καὶ σοφία καὶ δύναμη καὶ ἀλήθεια, ἀγαθότητα καὶ ζωὴ καὶ σωτηρία καὶ ἀφθαρσία καὶ ἀμετάβλητος καὶ ἀναλλοίωτος. Μὲ παρόμοιες ἐπίσης λέξεις δηλώνεται καὶ κάθε ἄλλη ὑψηλὴ ἔννοια.
Ἐάν, λοιπόν, στὸ ὄνομα Χριστὸς περικλείεται ἡ περίληψη κάθε ὑψηλῆς ἔννοιας‒ γιατί μέσα στὴν ψηλότερη ἔννοια περιέχονται καὶ οἱ καλύτερες, ποὺ ἐννοοῦμε, ἐπειδὴ κάθε μία ἀπὸ τὶς ἄλλες ἐξυπακούεται, ὅταν κάνουμε χρήση τοῦ ὄρου Βασιλεία‒ ἴσως, μὲ μία ἀνάλογη ἑρμηνεία τοῦ ὄρου χριστιανισμός, μπορέσουμε νὰ τὸν κατανοήσουμε καὶ αὐτόν. Ἐὰν δηλ. ἐμεῖς πού, μὲ τὴν πίστη στὸν Χριστό, συναπτόμαστε μὲ Αὐτόν, παίρνουμε μαζὶ μὲ τὸ ἀνώτερο ὄνομα, τὸ Χριστός, καὶ τὰ ὀνόματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἑρμηνεύεται ἡ ἄφθαρτη θεϊκὴ φύση, τότε γίνεται φανερό, πὼς εἶναι ἀναγκαιότατο καὶ ὅσες ἔννοιες ἀποδίδονται μὲ τὸ ὄνομα Χριστὸς στὴν ἐλεύθερη ἀπὸ κάθε φθορὰ θεία φύση, νὰ ἀποδίδονται κατὰ συνέπεια καὶ σέ μᾶς, ποὺ ἔχουμε τὸ ἴδιο ὄνομα. Συνέχεια
ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗΣ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑΣ
Ἀββᾶς Βαρσανούφίος
Τοῦ ἀββᾶ Ἰωάννου τοῦ προφήτου
Οἱ Πατέρες χαρακτηρίζουν ὡς μέτρο ἐγκράτειας «τό παραμικρόν», τό νά παίρνει κανείς πάντα «λιγότερο» ἀπ᾿ ὅσο χρειάζεται εἴτε γιά νά φάει εἴτε γιά νά πιεῖ, δηλαδή νά μήν ἔχει ποτέ τήν κοιλιά του γεμάτη ἐντελῶς. Αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει νά ἔχει μέτρο καί στό φαγητό καί στό ποτό. Ἰδίως δέ τό χειμώνα πού πίνουν οἱ ἄνθρωποι πολύ κρασί καί τότε ὀφείλει ὁ μοναχός νά πίνει λιγότερο ἀπό τό κανονικό. Τό ἴδιο καί στό τραπέζι ὅταν τρώει. Καί δέν ἐφαρμόζεται μόνο σ᾿ αὐτά τό μέτρο τῆς ἐγκράτειας, ἀλλά καί στό πόσο θά κουβεντιάσει, πόσο θά κοιμηθεῖ καί στά ἐνδύματα καί γενικῶς σέ ὅλα ὅσα ἔχουν σχέση μέ τίς αἰσθήσεις. Σ᾿ ὅλα αὐτά μπορεῖ νά ἐφαρμόσει κανείς τό μέτρο τῆς ἐγκρατείας.
ΣΧΟΛΙΟ ὑπό π.Αντωνίου Ρωμαίου:
Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι τό πνεῦμα τοῦ ἀββᾶ, καθώς καί ὅλων τῶν Γερόντων τῆς ἐρήμου σχετικά μέ τό μέτρο τῆς ἐγκράτειας, δέν εἶναι ἡ ἀκραία ἄσκηση. Ἀλλά εἶναι ἡ ἔμμετρη πού ἐμπνέεται ἀπό τή νήψη καί τή διάκριση καί κρατάει τό μοναχό μακριά ἀπό τήν κενοδοξία, στήν ἀσφάλεια τῆς ταπείνωσης.
Καί ὁ ἀββάς Ἰωάννης, ὁ προφήτης, στήν παρούσα Ἀπόκριση, ἀλλά καί οἱ λοιποί Πατέρες, συνιστοῦν ὡς μέτρο ἐγκράτειας «τό εἶναι παραμικρόν». Δηλαδή τό νά κόβει κανείς λίγο ἀπό τό φαγητό του, λίγο ἀπό τό ποτό του καί ἀπό τήν ἀνάπαυσή του. Ὅλα συνετά μέ μέτρο, χωρίς θεαματικές ὑπέρμετρες ἀσκήσεις πού κουράζουν τόν ἀγωνιστή καί δημιουργοῦν συμπλέγματα ὑπερηφανείας. «Τά ὑπέρμετρα πάντα τῶν δαιμόνων εἰσίν».
Ρώτησαν κάποτε τόν ἀββά Ποιμένα «πῶς χρή νηστεύειν», πῶς πρέπει νά νηστεύουμε. Καί ἔδωσε τήν ἑξῆς ἀπάντηση: «Ἐγώ θέλω τόν ἐσθίοντα καθ᾿ ἡμέραν, παρά μικρόν ἐσθίειν, ἵνα μή χορτάζηται».. Δηλαδή : Ἐγώ κρίνω σκόπιμο αὐτός πού τρώει κάθε μέρα, νά τρώει λίγο λιγότερο, ὥστε νά μή χορταίνει. Καί ὅταν ὁ ἀββάς Ἰωσήφ τόν ρώτησε γιατί, ὅταν ἦταν στόν κόσμο, ἔτρωγε κάθε δύο μέρες, ὁ Ὅσιος εἶπε : «Ταῦτα πάντα ἐδοκίμασαν οἱ Πατέρες ὡς δυνατοί· καί εὗρον ὅτι καλόν ἐστιν τό καθ᾿ ἡμέραν ἐσθίειν, παραμικρόν δέ». Δηλαδή ὅλα αὐτά τά δοκίμασαν οἱ Πατέρες ὡς δυνατοί καί κατέληξαν ὅτι εἶναι καλό νά τρώει κανείς κάθε μέρα ἀλλά νά κόβει λίγο ἀπό τό φαγητό του γιά τήν ἐγκράτεια.
Ὁ σκοπός δηλαδή καί ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἔμμετρης ἐγκράτειας καί ἄσκησης εἶναι τελικά ἡ ἀλλαγή τῆς καρδιᾶς καί ὄχι ἁπλῶς ἡ συμμόρφωση σέ κάποια φανταχτερά καί θεαματικά «κατορθώματα». Γι᾿ αὐτό χρειάζεται συνεχής νήψη καί διάκριση. Ὥστε ἐφαρμόζοντας τό μέτρο τῆς ἐγκράτειας πού ταιριάζει στήν ὕπαρξή μας, νά μπορέσουμε νά δρομολογηθοῦμε πρός τήν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Καί τελικά πρός τή μεταμόρφωσή μας, ἀποφεύγοντας «τόν παροξυσμό» τῶν ἀκροτήτων, πού εἶναι ἡ σατανική ἐκμετάλευση τῆς προαίρεσής μας. Συνέχεια
ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΤΗ ΦΙΛΙΑ
ΑΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ·
Κεφάλαιο 1· Πρώτη συνάντηση μέ τόν ἀββά ᾿Ιωσήφ.
AΒΒΑΣ ΚΑΣΣΙΑΝΟΣ· ῾Ο πολυσέβαστος ἀββάς ᾿Ιωσήφ, τοῦ ὁποίου τίς διδαχές καί τίς ὑποθῆκες θά ἀναπτύξω εὐθύς ἀμέσως, ἦταν ἕνας ἀπό τούς τρεῖς Γέροντες πού ἀνέφερα σέ κάποια ἄλλη «Συνομιλία».
῾Ο ἀββάς ᾿Ιωσήφ ἦταν ἀπόγονος ἐπιφανοῦς οἰκογένειας καί διακεκριμένος πολίτης τῆς πόλεως Θμούεως, τῆς γενέτειράς του, στήν Αἴγυπτο. ῏Ηταν ἄριστα ἐκπαιδευμένος καί κατεῖχε ἐκτός ἀπό τήν μητρική του γλώσσα καί τήν ἑλληνική. Τή γνώριζε μάλιστα τόσο καλά, ὥστε ὅταν συνομιλοῦσε μαζί μας, ἀλλά καί μέ κάθε ἄλλο ξένο πού ἀγνοοῦσε τήν κοπτική γλώσσα, μποροῦσε νά τή χειρισθεῖ ἄνετα καί νά ἐκφρασθεῖ σ᾿ αὐτή μέ πολλή ἀκρίβεια. Γι᾿ αὐτό δέν ἦταν ἀναγκασμένος νά ζητάει, ὅπως οἱ ἄλλοι μοναχοί, τή βοήθεια κάποιου μεταφραστῆ.
῾Ο Γέροντας ἀντιλήφθηκε ἀμέσως τόν πόθο πού εἴχαμε γιά νά ἀκούσουμε τίς διδαχές του καί ἀνταποκρίθηκε πρόθυμα στήν ἐπιθυμία μας. Τό πρῶτο πού ζήτησε νά μάθει ἦταν ἄν εἴμασταν ἀδέλφια. Τοῦ ἀπαντήσαμε πώς, ναί, πράγματι ἤμασταν ἀδέλφια, ἀλλά ὄχι «κατά σάρκα», ἀλλά «κατά πνεῦμα» καί ὅτι ἀπό τήν ἀρχή τῆς ἀποταγῆς μας ἤμασταν ἀχώριστοι φίλοι καί εἴχαμε μαζί ἐπιχειρήσει αὐτό τό μακρύ ταξίδι. Σκοπός μας, τοῦ εἴπαμε, εἶναι νά προοδεύσουμε πνευματικά καί νά ἐνταχθοῦμε στό στρατό τοῦ ἐπουράνιου Βασιλιᾶ, στή μοναχική δηλαδή τάξη πού ἀσκεῖται στήν ἔρημο παρά σ᾿ ἐκείνη τῶν κοινοβίων. Τότε ὁ Γέροντας μᾶς εἶπε·
Κεφάλαιο 2· Λόγος τοῦ Γέροντα γιά τίς παροδικές φιλικές σχέσεις.
ΑΒΒΑΣ ΙΩΣΗΦ· ῾Υπάρχουν μεταξύ τῶν ἀνθρώπων πολλά εἴδη φιλίας καί δεσμῶν.
Πολλούς τούς ἔκανε ἀρχικά γνώριμους μιά ἁπλή συνάντηση καί ἀπό τότε ἀνέπτυξαν στενές φιλικές σχέσεις. Κάποιοι ἄλλοι συνδέθηκαν ἀνταλλάσσοντας ἀγαθά ἤ κάνοντας κάποια ἀγοραπωλησία. ῎Αλλοι δέθηκαν μέ στενή φιλία, ἐξαιτίας τῆς ὁμοιότητας καί τῶν κοινῶν χαρακτηρολογικῶν στοιχείων πού ὑπῆρχαν μεταξύ τους. Μερικοί, γιά παράδειγμα, δημιούργησαν ἐμπορικές σχέσεις ἤ γνωρίσθηκαν σέ κάποια συντεχνία ἤ ἀκόμα καί στίς σπουδές τους. Αὐτή ἡ συνύρπαξη ἤ ἡ συνεργασία μπορεῖ νά φέρει καί στίς δύο πλευρές τόση ψυχική ἐγγύτητα καί ζεστασιά, ὥστε νά κάνει νά μαλακώσουν ἀκόμη καί οἱ πιό σκληρές καρδιές. Πολλές φορές ἀκόμα καί οἱ ληστές, πού ζοῦν σάν τ᾿ ἀγρίμια μέσα στά βουνά καί στά δάση καί βρίσκουν εὐχαρίστηση ὅταν χύνεται ἀνθρώπινο αἷμα, ἀφοσιώνονται καί ἀγαποῦν τούς συνεργούς τους στά ἐγκλήματα. Συνέχεια
Η ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ
Ἁγίου Ἱερωνύμου
– Γιατί εἶσαι χριστιανός;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ Βου
– Γιατί πιστεύω στόν Χριστό, τόν Υἱό τοῦ Θεοῦ.
ΑΝΤΑΠΑΝΤΗΣΗ Αου
– Ἀπάντησες σάν ἀγράμματος καί λιγόμυαλος. Ἐγώ δέν σέ ρωτῶ γιατί ὀνομάζεσαι χριστιανός, ἀλλά γιατί ἔγινες χριστιανός. Ἄν σέ εἶχα ρωτήσει γιατί ὀνομάζεσαι χριστιανός, τότε θά ἦταν σωστή ἡ ἀπάντηση πού μοῦ ἔδωσες «γιατί πιστεύω στόν Χριστό». Ἐγώ ὅμως σέ ρωτάω, ποιός εἶναι ὁ λόγος πού σέ ἔκανε νά γίνεις χριστιανός.
Ἡ ἐρώτησή μου βέβαια, μοιάζει νά εἶναι ἁπλή καί χωρίς ἰδιαίτερη σημασία, ἀλλ’ ὅμως λίγοι εἶναι αὐτοί πού, ὅταν τούς ρωτήσουν πάνω σ’ αὐτό τό θέμα, δίνουν καί τή σωστή ἀπάντηση.
Ἄν πάλι ἀπαντήσει κανείς, ἄν τοῦ γίνει αὐτή ἡ ἐρώτηση, ὅτι ὁ Θεός θέλησε νά γίνω χριστιανός, οὔτε κι αὐτός θά ἔχει ἀπαντήσει σωστά.
Ἄν πεῖ ἐπίσης ὅτι ἐγώ θέλησα νά εἶμαι χριστιανός, πάλι δέν θά ἔχει δώσει τή σωστή ἀπάντηση.
ΑΠΑΝΤΗΣΗ Βου
– Ὁ Θεός θέλησε νά γίνω χριστιανός καί ἐγώ εἶχα τήν προαίρεση νά θέλω τό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
ΕΡΩΤΗΣΗ Αου
– Μέ τή θέλησή σου ἔχεις γίνει χριστιανός ἤ χωρίς νά τό θέλεις;
ΑΠΑΝΤΗΣΗ Βου
– Ἄν πῶ μέ τή θέλησή μου, ψέματα λέω. Κι ἄν πάλι πῶ χωρίς τή θέλησή μου καί πάλι δέν λέω τήν ἀλήθεια. Γιατί τότε πού ἔγινα χριστιανός εἴμουνα νήπιο κι ἔτσι οὔτε τή συγκατάθεσή μου ἔδωσα, ἀλλ’ οὔτε καί ἀρνήθηκα. Συνέχεια
Τὸ χριστιανικὸ ἦθος
Ἅγ. Φώτιος ὁ Μέγας
Ὅτι βέβαια πρέπει νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ λατρεύoyμε εἰλικρινῶς τὸν Θεό καὶ νὰ τρέφουμε στοργὴ καὶ φιλία πρὸς τοὺς ὁμοφύλους μας,(30) αὐτὸ ἀποτελεῖ ἔμφυτη στοὺς ἀνθρώπους γνῶσι· ἡ δὲ βούλησις, ἐπειδὴ δὲν συμβαδίζει μὲ τὴν γνῶσι ἐπέβαλε ν’ ἀναγραφῆ ἡ κοινὴ γνώμη σὲ θεσπίσματα καὶ νόμους. Ὅτι δὲ ὁ εἰλικρινὴς ἔρως τοῦ Θεοῦ καὶ ἡ στοργὴ καὶ τελεία ἀγάπη τοῦ συνανθρώπου ἔχουν μέσα τους τὶς ἐνέργειες τῶν ἄλλων ἐντολῶν, αὐτὸ δὲν εἶναι δύσκολο νὰ κατανοηθῆ καὶ ἀπὸ μόνο του, τὸ παριστάνει ὅμως καὶ ὁ δεσποτικὸς λόγος μὲ ταῦτα τὰ λόγια· «σ’ αὐτὲς τὶς δυὸ ἐντολὲς κρέμονται ὅλος ὁ νόμος καὶ οἱ προφῆτες».(31)
Πράγματι δέ, ἐκεῖνος ποὺ ἔχει στὴν καρδιά του τὸν θεῖο ἔρωτα κι’ ἀγαπᾶ καὶ φιλεῖ τὸν συνάνθρωπο σὰν τὸν ἑαυτό του, θ’ ἀγαπήση κατ’ ἐξοχὴν τὸν πατέρα καὶ τὴν μητέρα καὶ θὰ τοὺς ἀξιώση τῆς πρώτης μετὰ τὸν Θεὸ τιμῆς· ὄχι μόνο τὰ χέρια θὰ φύλαξη ἀπὸ αἵματα καὶ φόνους ἐμφυλίους καθαρά, ἀλλὰ καὶ τὴ γλώσσα καὶ τοὺς λογισμοὺς θὰ συγκράτηση ἀπὸ τέτοια σκὲψι· αὐτὸς ἐπίσης δὲν θὰ κλέψη, διότι δὲν ἐφάνηκε κανένας νὰ κλέβη αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶ σὰν τὸν ἑαυτό του καὶ τὸν διαφυλάττει· ἀλλὰ οὔτε ξένους γάμους θὰ διασπάση· οὔτε θὰ δώση ὅρκο ἐπίορκο· οὔτε θὰ φέρη ψευδομαρτυρία κατὰ τοῦ συνανθρώπου του· καὶ γενικὰ δὲν θὰ ἀρχίση πρῶτος ἀδικοπραγίες ἐπιχειρώντας νὰ κτυπήση ἢ νὰ προπηλακίση ἢ καθιστάμενος τυραννικὸς ἐραστὴς τῶν ὑπαρχόντων τοῦ συνανθρώπου.(32)
Ὅποιος διαπράττει κάτι ἀπὸ αὐτὰ αὐτομάτως καταστρέφει καὶ τὰ δύο, καὶ τὸν θεῖο ἔρωτα καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ συνανθρώπου, τὸν δεύτερο ἐπιβουλευόμενος καὶ περιβάλλοντάς τον μὲ κακά, τὸν πρῶτο καθιστώντας τὸν εὐτελῆ καὶ περιφρονώντας τον. Σὲ ποιὲς πικρὲς τιμωρίες φέρει τὸν ἑαυτὸ του ἀπαραιτήτως, αὐτὸ εἶναι φανερὸ σὲ ὅλους. Διότι, ἂν ὁ περιφρονητὴς τῶν ἀνθρωπίνων προσταγμάτων καὶ τῆς κυβερνητικῆς ἐξουσίας δὲν διαφεύγει τὴν καταδίκη, ἀλλὰ κινδυνεύει καὶ στὴν ἴδια τὴ ζωὴ του πολλὲς φορές, ποιὰ καταδίκη δὲν πρόκειται νὰ ὑποστῆ ἐκεῖνος ποὺ ἀτιμάζει καὶ ἐξουθενώνει τὸν δεσπότη τοῦ σύμπαντος καὶ βασιλέα καὶ δημιουργὸ διὰ τῆς ὕβρεως καὶ ἐπιβουλῆς πρὸς τὸν συνάνθρωπο, ἐκεῖνος ποὺ ἐμπαίζει καὶ χλευάζει τοὺς νόμους του;
Γι’ αὐτὸ πρέπει μὲ κάθε τρόπο καὶ κάθε προσοχή, μαζὶ μὲ τὴν καθαρὴ καὶ ἀμώμητη θρησκεία μας, νὰ διαφυλάττουμε καὶ τοῦτες τὶς ἐντολές· διότι χωρὶς αὐτὲς δὲν εἶναι καθόλου δυνατὸ κανεὶς οὔτε τῆς μερίδος τῶν πιστῶν καὶ φιλόθεων νὰ γίνη μέλος οὔτε τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν ν’ ἀξιωθῆ. Συνέχεια
Ἡ ὑπομονή καί ἡ ἀνυπομονησία
Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Ρωμαῖος
Ἡ ὑπομονή εἶναι ἡ γῆ πού γονιμοποιεῖται ἀπό τή βροχή τῆς Θείας Χάριτος.
Ἡ ὑπομονή εἶναι συμπυκνωμένη Θεία Ἐνέργεια στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου.
Ἡ ὑπομονή εἶναι ἡ στέγη τῶν κοινοβιατῶν πού θέλουν νά εἶναι «μωροί διά Χριστόν».
Ἡ ὑπομονή δέν εἶναι ἀποτυχία, ἀλλά πηγάζει ἀπό τό βίωμα τῆς ἐν Χριστῷ εὐστοχίας καί ἐπιτυχίας.
Ἡ ὑπομονή δέν εἶναι καρπός δειλίας· εἶναι ἀνάπτυξις καί καλλιέργεια γενναιοφροσύνης.
Ἡ ὑπομονή μαρτυρεῖ τήν ἀδιάκοπη παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος στήν ζωή ἐκείνου πού τήν ἔχει.
Ἡ ὑπομονή φανερώνει τήν ἐρωτική προσκόλλησι στή «ζωή τοῦ Σταυροῦ».
Ἡ ὑπομονή κυοφορεῖ οὐράνια χαρίσματα, εἶναι ἡ γλῶσσα τῶν Ἁγίων καί ἡ ἀσφάλεια τῶν ἀγωνιστῶν τοῦ καλοῦ.
Ἡ ὑπομονή δίνει τό χρῖσμα τοῦ «ἀπείρου» στίς μικρές ἀρετές τῆς καθημερινῆς ζωῆς.
Ἡ ὑπομονή κάμνει ἔγκυρη τήν ἐπαγγελία τῶν μεγάλων καί «θεολογικῶν» ἀρετῶν τῆς Πίστεως, τῆς Ἐλπίδος καί τῆς Ἀγάπης·
Ὑπομονή χωρίς πίστι εἶναι πλοῖο ἔξω ἀπό τή θάλασσα
Ὑπομονή χωρίς ἐλπίδα εἶναι πλοῖο χωρίς προορισμό ταξιδίου
Ὑπομονή χωρίς ἀγάπη εἶναι πλοῖο χωρίς πλήρωμα καί καπετάνιο
Ἡ ὑπομονή ἔχει γλῶσσα τή σιωπή καί χρησιμεύει γιά τροφή της.
Ἡ ὑπομονή εἶναι ἐχθρός τῆς προσωποληψίας καί τῆς ἐκλεκτικότητος.
Ἡ ὑπομονή εἶναι προϋπόθεσις τῆς ὀρθῆς διακρίσεως προσώπων καί πραγμάτων.
Ἡ ὑπομονή εἶναι ὑπαρξιακή ἄρνησις τοῦ ἐγωϊσμοῦ.
Ἡ ὑπομονή εἶναι ὁ θρόνος τῆς ταπεινώσεως καί τό ἅρμα τῆς εἰρήνης.
Ἡ ὑπομονή εἶναι ὁ σπόγγος πού ἐσπόγγισε τούς θρόμβους τοῦ Ἰησοῦ στόν Κῆπο τῆς Γεσθημανῆ.
Ἡ ὑπομονή εἶναι ὁ ταξιθέτης μας στή χώρα τῆς αἰωνίου μακαριότητος.
Ἡ ὑπομονή εἶναι τό χαλί-διάδρομος πάνω στό ὁποῖο βηματίζει ἡ Ἁγία Τριάδα γιά νά εἰσέλθει στήν ψυχή μας.
Διδάσκαλος τῆς ὑπομονῆς εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστός ἐνῶ τῆς ἀνυπομονησίας ὁ σατανᾶς. Συνέχεια
Ὁ Χρόνος τῆς ζωῆς μας
Ἁγ.Ἰγνάτιος Μπριαντσιανίνωφ
Ὁ Χριστιανὸς θὰ πρέπει νὰ θυμᾶται κάθε μέρα καὶ πολλὲς φορὲς τὴν ἡμέρα ὅτι θὰ ἀντιμετωπίσει ἀργὰ ἢ γρήγορα τὸ θάνατο. Ἀκόμη σὲ κάποιο στάδιο τῆς πνευματικῆς ἀνόδου του θὰ πρέπει νὰ ἀποκτήσει ἀδιάλειπτη μνήμη θανάτου.
Ὁ νοῦς μας ἔχει τόσο πολὺ ἀμαυρωθεῖ ἀπὸ τὴν πτώση, ὥστε ἂν δὲν βιάσουμε τὸν ἑαυτό μας νὰ θυμᾶται τὸ θάνατο, μπορεῖ ἐντελῶς νὰ τὸν ξεχάσει. Ὅταν ξεχάσουμε τὸ θάνατο, τότε ἀρχίζουμε νὰ ζοῦμε στὴ γῆ σὰν νὰ εἴμαστε ἀθάνατοι καὶ ξοδεύουμε ὅλη μας τὴν ἐνεργητικότητα στὸν κόσμο χωρὶς καθόλου νὰ ἀπασχολεῖ τὸν ἑαυτό μας οὔτε ἡ φοβερὴ μετάβαση στὴν αἰωνιότητα ἀλλὰ οὔτε καὶ ἡ τύχη μας στὴν αἰωνιότητα. Τότε χωρὶς ντροπὴ πεισματικὰ καταπατοῦμε τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ. Τότε διαπράττουμε τὶς χειρότερες ἁμαρτίες καὶ ἐγκαταλείπουμε ὄχι μόνο τὴν ἀδιάλειπτη προσευχὴ ἀλλὰ καὶ τὶς τακτὲς προσευχές. Ἀρχίζουμε μάλιστα νὰ περιφρονοῦμε αὐτὴ τὴν ἀναγκαία καὶ ἀπαραίτητη ἐργασία σὰν νὰ ἦταν μία δραστηριότητα μικρῆς σημασίας ποὺ δὲν πολυχρειάζεται. Ξεχνώντας τὸ φυσικὸ θάνατο, πεθαίνουμε ἕνα πνευματικὸ θάνατο.
Ἀπὸ τὴν ἄλλη αὐτὸς ποὺ θυμᾶται συχνὰ τὸ σωματικὸ θάνατο, ἀνασταίνεται ἐκ νεκρῶν ψυχικά. Ζεῖ στὴ γῆ σὰν ἕνας ξένος σ’ ἕνα πανδοχεῖο ἢ σὰν φυλακισμένος στὸ κελλί του ποὺ συνεχῶς περιμένει τὴ στιγμὴ ποὺ θὰ τὸν φωνάξουν γιὰ δίκη ἢ ἐκτέλεση. Μπροστὰ στὰ μάτια του οἱ πόρτες τῆς αἰωνιότητας εἶναι πάντα ἀνοικτές. Συνεχῶς κοιτάζει σ’ ἐκείνη τὴν κατεύθυνση μὲ πνευματικὴ ἀνησυχία καὶ σκέψη. Εἶναι ἀδιάκοπα ἀπασχολημένος μὲ τὸ νὰ σκέφτεται τί θὰ τὸν δικαιώσει μπροστὰ στὴ φοβερὴ κρίση τοῦ Χριστοῦ καὶ ποιὰ θὰ εἶναι τότε ἡ καταδικαστικὴ γι’ αὐτὸν ἀπόφαση. Αὐτὴ ἡ καταδίκη θὰ ἀποφασίσει τὴν τύχη ἑνὸς προσώπου γιὰ ὁλόκληρη τὴν αἰωνιότητα. Καμιὰ γήινη ὀμορφιὰ καμιὰ γήινη ἀπόλαυση δὲν ἀποσπᾶ τὴν προσοχὴ ἢ τὴν ἀγάπη του. Δὲν κατακρίνει κανένα διότι θυμᾶται πὼς στὴν τελικὴ Κρίση τοῦ Θεοῦ μία τέτοια κρίση θὰ μεταβιβαστεῖ πάνω του. Συγχωρεῖ τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα οὕτως ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ πάρει συγχώρεση καὶ νὰ κληρονομήσει σωτηρία.
Εἶναι μ’ ὅλους ταπεινὸς καὶ μ’ ὅλους εὐσπλαχνικὸς οὕτως ὥστε καὶ ὁ ἴδιος νὰ ἐλεηθεῖ καὶ νὰ γίνει ἀποδεκτός. Καλωσορίζει καὶ ἀγκαλιάζει μὲ χαρὰ κάθε ἀνησυχία σὰν ἐπίγειο ἀντίτιμο γιὰ τὶς ἁμαρτίες του ποὺ τὸν ἀπελευθερώνει ἀπὸ τοῦ νὰ τὸ πληρώσει στὴν αἰωνιότητα. Ἂν τοῦ ἔλθει ἡ σκέψη νὰ εἶναι περήφανος γιὰ τὴν ἀρετή του, ἡ μνήμη θανάτου ἔρχεται ἀμέσως ἐνάντια σ’ αὐτή τὴ σκέψη του, ντροπιάζει καὶ ξεσκεπάζει τὴν ἀνοησία καὶ διώχνει τὴ σκέψη αὐτὴ μακριά. Συνέχεια
Γιά τήν Ὑπομονή
Ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου
Ἐκεῖνος πού θέλει νά ευαρεστήσει στόν Θεό καί, μέ τήν πίστη νά γίνει κληρονόμος Του, γιά νά ὀνομασθεῖ κι αὐτός παιδί τοῦ Θεοῦ, γεννημένο ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα, πρέπει ν’ ἀποκτήσει πρίν ἀπ’ ὅλα, μακροθυμία καί ὑπομονή.
Πρέπει ἐπίσης, νά ὑπομένει μέ γενναιότητα τίς θλίψεις, τίς ταλαιπωρίες κι ὅλες τίς ἀνάγκες πού τόν βρίσκουν. Πρέπει δηλαδή νά ὑπομείνει τίς σωματικές ἀρρώστιες, τά διάφορα παθήματα, τούς ἐξευτε-λισμούς καί τίς προσβολές πού τοῦ γίνονται.
Ἐννοῶ ἐπίσης, ὅτι πρέπει νά εἶναι καρτερικός στίς διάφορες ἀφανεῖς θλίψεις, οἱ ὁποῖες προξενοῦνται στήν ψυχή του ἀπό τά πονηρά πνεύματα, τά ὁποῖα σκοπεύουν νά τήν ἐμποδίσουν νά ζήσει τή ζωή τοῦ Θεοῦ καί ἀκόμα, νά τήν ὁδηγήσουν σέ χαύνωση, σέ ἀμέλεια καί σέ ἀνυπομονησία.
Αὐτό βέβαια, γίνεται μέ τήν παραχώρηση τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος ἐπιτρέπει νά δοκιμασθεῖ κάθε ψυχή, μέ διάφορες θλίψεις, ὥστε νά ξεχωρίσουν ἔτσι καί νά φανερωθοῦν, ἐκεῖνοι πού ἀγαποῦν τόν Θεό ὁλόψυχα, ἐφόσον βέβαια, αὐτοί θά ὑπομείνουν μέ γενναιότητα, ὅλα ὅσα τούς προξενεῖ ὁ Πονηρός, ἔχοντας πάντα τήν ἐλπίδα τους στόν Θεό· καί ἐφόσον θά περιμένουν πάντοτε, μέ πίστη καί πολλή ὑπομονή, τή Θεία Χάρη, γιά νά τούς βοηθήσει καί νά τούς λυτρώσει ἀπό τά δεινά.
Αὐτές οἱ ψυχές θά μπορέσουν νά γλυτώσουν ἀπό κάθε εἴδους πειρασμό καί νά κερδίσουν ὅσα μᾶς ἔχει ὑποσχεθεῖ ὁ Θεός. Θά φθάσουν δηλαδή νά γίνουν ἄξιες τῆς Βασιλείας Του.
Ὀφείλει λοιπόν ἡ ψυχή, ἀκολουθώντας τό λόγο τοῦ Κυρίου, νά σηκώνει κάθε μέρα τό σταυρό της. Αὐτό σημαίνει νά εἶναι πρόθυμη νά ὑπομένει, γιά τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, κάθε θλίψη καί πειρασμό, φανερό ἤ κρυφό καί νά στηρίζει πάντοτε τήν ἐλπίδα της στόν Κύριο, διότι ἀπ’ Αὐτόν ἐξαρτᾶται καί τό νά θλιβεῖ –ὅταν Αὐτός τό ἐπιτρέπει– καί τό νά λυτρωθεῖ, μέ τή βοήθειά Του, ἀπό κάθε πειρασμό καί θλίψη.
Ἡ ψυχή ὅμως πού δέν δείχνει ἀνδρεία καί δέν ἀντιστέκεται μέ γενναιότητα, ἀλλά ἀντίθετα λυπᾶται, παραλύει, ἀγανακτεῖ, στενοχωριέται κι ἐγκαταλείπει τόν ἀγώνα ἤ ἀπελπίζεται, σάν νά ’χει χαθεῖ πιά κάθε ἐλπίδα λύτρωσης –πού κι αὐτό εἶναι τέχνασμα τῆς ἴδιας κακίας, γιά νά σπρώξει τήν ψυχή στήν ἀκηδία καί στήν ἀδιαφορία– δέν ἀξιώνεται νά δεχθεῖ τήν Θεία ζωή. Ἐπειδή, δηλαδή, αὐτή δέν κράτησε σταθερή τήν ἐλπίδα. Δέν περίμενε μέ ἀδίστακτη πίστη τό ἔλεος τοῦ Κυρίου. Δέν μιμήθηκε τούς Ἁγίους, καί, τελικά, δέν βάδισε στά ἴχνη τοῦ Κυρίου. Συνέχεια
Ἡ φυσιολογία τῆς ἠθικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου
Γεωργίου Μαντζαρίδη
Ὁ ἄνθρωπος, ὅπως τονίζει ἐξαρχῆς στὸ «Συμβουλευτικὸν Ἐγχειρίδιoν» του ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης, δὲν περιορίζεται μέσα στὸν ὁρατὸ κόσμο οὔτε ἀποτελεῖ μικρόκοσμο -ὅπως ἔλεγαν ὁ φυσικὸς Δημόκριτος καὶ ἄλλοι φιλόσοφοι. Ἀντίθετα εἶναι ἕνας μέγας κόσμος ἢ μεγάκοσμος, γιατί διαθέτει δυνάμεις καὶ ἰδιότητες ποὺ δὲν ὑπάρχουν στὸν αἰσθητὸ κόσμο. Ὡς δημιούργημα «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ ἦταν ἐξαρχῆς προικισμένος μὲ ὅλα τὰ θεία χαρίσματα καὶ κλήθηκε νὰ λάβει τὴν ἐνυπόστατη χάρη τῆς θεώσεως καὶ νὰ καταστεῖ κατὰ χάρη θεός…
Ἡ προπατορικὴ ἁμαρτία ἐμπόδισε, ἀλλὰ δὲν ματαίωσε τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἡ πραγματοποίηση τοῦ θείου σχεδίου ἔγινε τελικὰ δυνατὴ μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὸν κόσμο. Ὁ Χριστός, ποὺ προσέλαβε καὶ θέωσε τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἔδωσε στὸν ἄνθρωπο τὴν ἐξουσία νὰ γίνει παιδὶ τοῦ Θεοῦ. Αὐτὸ πραγματοποιεῖται μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ποὺ παρέχει τὸ Βάπτισμα, μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν τελείωση κατὰ τὸ πρότυπο τοῦ Χριστοῦ.
Ἐνῶ ὅμως ὁ βαπτιζόμενος παίρνει αὐτὴν τὴ χάρη, δὲν τὴν ἀξιοποιεῖ, ἀλλὰ τὴν καλύπτει μὲ τὰ πάθη του, τὴν ἀγνοεῖ, ἢ καὶ τὴν ἀρνεῖται τελείως, ἀκόμα καὶ ὅταν βλέπει νὰ ἐνεργεῖ αὐτὴ σὲ ἄλλους. Ἐξετάζοντας τὰ αἴτια τοῦ φαινομένου αὐτοῦ ὁ ὅσιος Νικόδημος προχωρεῖ σὲ ἐνδιαφέρουσες καὶ διεισδυτικὲς ἀναλύσεις. Οἱ ἀναλύσεις αὐτὲς φανερώνουν τὶς πατερικὲς ἡσυχαστικὲς βάσεις, ἐπάνω στὶς ὁποῖες στηρίζει ὁ ἅγιος Νικόδημος τὴν ἠθική του διδασκαλία.
Τὸ μέσο, μὲ τὸ ὁποῖο ἀνυψώνεται ὁ ἄνθρωπος πρὸς τὸν Θεό, εἶναι ἡ ψυχὴ ἢ ἀκριβέστερα ὁ νοῦς του· «ψυχὴ γὰρ καθαρθεῖσα νοῦς ὅλη ἐστι», σημειώνει ὁ ἅγιος Νικόδημος παραπέμποντας στὸν ὅσιο Κάλλιστο τὸν Καταφυγιώτη. Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου, χρησιμοποιώντας τὰ αἰσθητήρια, ἀνέρχεται ἀπὸ τὰ αἰσθητὰ πράγματα καὶ ἀπὸ τὰ λόγια της Ἁγίας Γραφῆς στὰ νοητά. Οἱ λόγοι τῶν ὄντων καὶ τῶν Γραφῶν προσφέρονται ὡς μέσα γιὰ τὴν ἀνύψωση τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν ἐνυπόστατο Λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὅσοι δὲν τὸ κάνουν αὐτό, ἀλλὰ περιορίζονται καὶ προσηλώνονται στὰ αἰσθητά, δὲν ἐνεργοῦν κατὰ φύση, γιατί μεταχειρίζονται τὰ μέσα ὡς σκοποὺς καὶ τοποθετοῦν τὰ δημιουργήματα στὴ θέση τοῦ Δημιουργοῦ. Συνέχεια
Ὁ κόσμος τῆς φθορᾶς καὶ ὁ κόσμος τῆς ἀφθαρσίας
Φώτης Κόντογλου
Βαθειὰ μελαγχολία αἰσθάνεται κανένας, βλέποντας μὲ πόση ἀγάπη καὶ μὲ τί ζῆλο καταγίνονται οἱ ἄνθρωποι νὰ χτίσουνε τὰ σπίτια τους καὶ τὰ ἐξοχικά τους, νὰ τὰ στολίσουνε ἀπ’ ἔξω κι ἀπὸ μέσα, νὰ βάλουνε ἔμορφα ἔπιπλα, ἀκριβὰ χαλιά, βιβλιοθῆκες, ἔργα τῆς τέχνης, πολυέλαια καὶ πολύφωτα, νὰ φυλάξουνε στὰ ντουλάπια τὰ καλὰ τὰ ροῦχα τους, τὰ δικά τους καὶ τῶν παιδιῶν τους, νὰ στολίσουνε τὶς κάμαρες μ’ ἕνα σωρὸ ἀγαπημένα πράγματα, ποὺ τὰ ξεσκονίζουνε μὲ προσοχὴ μὴν τύχει καὶ πάθουνε τίποτα, νὰ περιποιηθοῦνε τοὺς κήπους τους, μ’ ἕναν λόγο νὰ εἶναι ἀφοσιωμένοι, οἱ καημένοι, μ’ ὅλη τὴν ψυχή τους στὸ νὰ κάνουνε τὴν κατοικία τοὺς εὐχάριστη, γιὰ νὰ περάσουνε καλὴ ζωὴ μὲ τὴν οἰκογένειά τους καὶ μὲ τοὺς φίλους τους.
Σὰν καθήσουνε στὸ τραπέζι μὲ τὰ καλὰ τὰ φαγητὰ καὶ μὲ τὰ πιοτά, λάμπουνε τὰ πρόσωπά τους, τὰ στόματά τους δὲν σωπαίνουνε ἀπὸ τὴ χαρὰ ποὺ νοιώθουνε, καὶ σὰν ἀποφᾶνε, πιάνουνε τὰ τραγούδια καὶ τὰ ἀστεῖα. Πολλοὶ παίζουνε χαρτιὰ ὅλη τὴ νύχτα, καὶ τὸ πρωὶ εἶναι σὰν ἄρρωστοι. Ἄλλοι ἔχουνε μανία μὲ τὶς πίπες, ἄλλοι μὲ τ’ αὐτοκίνητα, ἄλλοι μὲ τὸ ψάρεμα, ἄλλοι μὲ τὸ κυνήγι, ἄλλοι μὲ τὰ θέατρα, ἄλλοι μὲ τὰ ἀθλητικὰ κι ἄλλοι μὲ ἄλλα.
Στὴ συνοικία ποὺ κάθουμαι, τὸ κάθε σπίτι ἔχει κι ἕναν κῆπο, μικρὸν ἢ μεγαλύτερον. Καμμιὰ φορὰ κάνω ἕναν μικρὸν περίπατο κι ἐκεῖ ποὺ σιγοπερπατῶ, κυττάζω τὰ διάφορα σπίτια. Τὸ καθένα ἔχει τὴ φυσιογνωμία του. Τὰ περισσότερα εἶναι περιποιημένα, βαμμένα μὲ ἔμορφα χρώματα, μὲ καλοκαμωμένες πόρτες καὶ παράθυρα, μὲ ἀερικὲς βεράντες, κι ἂν εἶναι κανένα παράθυρο ἀνοιχτό, βλέπεις ἀπὸ μέσα, σὲ κάποια ἀπ’ αὐτά, κανένα συμπαθητικὸ ἔπιπλο, καμμιὰ παλιὰ βιβλιοθήκη, δύο τρία κάντρα καλά, ποὺ ἀνάμεσά τους βρίσκεται καὶ καμμιὰ προσωπογραφία. Κι ἀπ’ ὅλα τοῦτα νοιώθεις πὼς ἐκεῖ μέσα ὑπάρχει οἰκογενειακὴ ἱστορία, πὼς περάσανε κάποιοι ἄνθρωποι ποὺ δὲν ζοῦνε, αὐτοὶ ποὺ φτιάξανε ἐκείνη τὴ ζεστὴ φωλιὰ μὲ τὰ καθέκαστά της, ποὺ τ’ ἀγαπήσανε πολύ, μὰ ποὺ μ’ ὅλη τὴν ἀγάπη τους καὶ τὴν εὐτυχία ποὺ τοὺς δίνανε, ἦρθε μία μέρα ποὺ τ’ ἀφήσανε καὶ φύγανε βιαστικά, δίχως νὰ κυττάξουνε πίσω τους. Συνέχεια
Ἡ Ἐκκλησία
Ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων
ΚΓ´ . ῾Η ᾿Εκκλησία λοιπόν, ὀνομάζεται «Καθολική», ἐπειδή προορίζεται νά περιλάβει στούς κόλπους της κάθε ἄνθρωπο ἀπό ὅλη τήν οἰκουμένη, πού ἁπλώνεται ἀπό τή μιά ὡς τήν ἄλλη ἄκρη τῆς γῆς. Καί ἀκόμα ἐπειδή διδάσκει τήν ὅλη χριστιανική ἀλήθεια, χωρίς νά παραλείπει τό παραμικρό ἀπό τίς δογματικές ἀλήθειες πού πρέπει νά γνωρίζει ὁ κάθε χριστιανός, σχετικά μέ ὅσα εἶναι ὁρατά καί ἀόρατα, ἐπουράνια καί ἐπίγεια. ᾿Ακόμα τήν ὀνομάζουμε «Καθολική»14, γιατί φέρνει στήν εὐσεβή ζωή ὅλο τό γένος τῶν ἀνθρώπων, ἄρχοντες καί ὑπήκοους, γραμματισμένους καί ἀγράμματους. Καί ἐπιπλέον γιατί γιατρεύει καί θεραπεύει κάθε εἶδος ἁμαρτίας πού ἔχει διαπραχθεῖ μέ τήν ψυχή ἤ μέ τό σῶμα. Τέλος, τήν ὀνομάζουμε «Καθολική», γιατί περικλείει μέσα της ὅλες τίς ἀρετές πού ἐκφράζονται μέ τά ἔργα, μέ τά λόγια καί γενικά μέ κάθε εἴδους χαρίσματα πνευματικά.
ΚΔ´ . «᾿Εκκλησία» ὀνομάζεται γιατί, ὅπως δηλώνει καί ἡ λέξη, συγκαλεῖ σέ μία σύναξη ὅλους τούς ἀνθρώπους, καθώς ὁ Κύριος λέει στό βιβλίο τοῦ Λευιτικοῦ: ῞Ολους τούς ᾿Ισραηλίτες πού ἔχουν ὑποχρέωση καί δικαίωμα γιά τά κοινά «ἐκκλησίασον», δηλαδή συγκέντρωσέ τους μπροστά στίς θύρες τῆς Σκηνῆς τοῦ Μαρτυρίου (Λευιτ. 8, 3). Πρέπει νά σημειωθεῖ ὅτι τό «ἐκκλησίασον» ἀναφέρεται πρώτη φορά σ᾿ αὐτό τό σημεῖο τῆς ἁγίας Γραφῆς, ὅταν ὁ Κύριος καθιστοῦσε τόν ᾿Ααρών ἀρχιερέα. Στό βιβλίο ἐπίσης τοῦ Δευτερονομίου λέει ὁ Θεός στό Μωυσῆ: «᾿Εκκλησίασον», δηλαδή συγκέντρωσε «ἐνώπιόν μου τό λαό καί ἄς ἀκούσουν τούς λόγους μου, γιά νά μάθουν νά μέ σέβονται καί νά μέ φοβοῦνται» (Δευτ. 4, 10). ῾Η λέξη «᾿Εκκλησία» ἀναφέρεται πάλι, ὅταν γίνεται λόγος γιά τίς πλάκες τοῦ Νόμου: «Πάνω σ᾿ αὐτές ἦταν γραμμένο καθετί πού εἶπε σ᾿ ἐσᾶς ὁ Κύριος, πάνω στό ὄρος Σινᾶ, μέσα ἀπό τό θεϊκό πῦρ, κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐκκλησίας» (Δευτ. 9, 10). Σάν νά ἤθελε μέ αὐτό τό «κατά τήν ἡμέρα τῆς ἐκκλησίας» νά πεῖ πιό καθαρά «κατά τήν ἡμέρα πού ὁ Θεός σᾶς κάλεσε καί σᾶς σύναξε». ῾Ο Ψαλμωδός ἐπίσης λέει· «Θά προσευχηθῶ ἀπό τό βάθος τῆς καρδιᾶς μου, Κύριε, μέσα σέ μεγάλη ἐκκλησία, ἀνάμεσα σέ πολύ πυκνό πλῆθος λαοῦ, θά Σέ ὑμνήσω» (Ψαλμ. 34, 18).
ΚΕ´ . Πρωτύτερα λοιπόν ἔψαλε ὁ Ψαλμωδός: «Μέσα στήν ἐκκλησία νά δοξολογεῖτε τόν Θεό, τόν Κύριο, ὅλοι σεῖς οἱ ἀπόγονοι τοῦ ᾿Ισραήλ» (Ψαλμ. 67, 27). ᾿Αφοῦ ὅμως οἱ ᾿Ιουδαῖοι ἔχασαν τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, ἐξαιτίας τῆς κακόβουλης στάσης τους ἐνάντια στόν Σωτήρα Χριστό, ὁ Σωτήρας ἵδρυσε δεύτερη ᾿Εκκλησία, τή χριστιανική, ἡ ὁποία συγκροτεῖται ἀπό ἀνθρώπους πού ἀνήκουν σέ διάφορα ἄλλα ἔθνη, ἐκτός τοῦ ᾿Ισραήλ15. Γι᾿ αὐτήν τήν ᾿Εκκλησία εἶπε ὁ Κύριος στόν ἀπόστολο Πέτρο· «Πάνω σ᾿ αὐτήν τήν Πέτρα θά οἰκοδομήσω τήν ᾿Εκκλησία μου καί δέν θά τήν κατανικήσουν οἱ δυνάμεις τοῦ ῞Αδη» (Ματθ. 16, 18). Συνέχεια
«Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεανθρώπου καὶ ὁ μηδενισμὸς τοῦ ἀνθρώπου»
π.Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
Τὸ ὅλο πρόβλημα γιὰ τὸν ἄνθρωπο εἶναι ἀκριβῶς αὐτό: νὰ εὑρεθεῖ ἐν τῷ Χριστῷ καὶ νὰ μὴ ἐκπέσει Αὐτοῦ, ἢ ἀφοῦ ἐξέπεσε (ὁ Ἀδὰμ καὶ ἐμεῖς) νὰ εὑρεθεῖ καὶ πάλι ἐν Αὐτῷ ὡς Θεῷ του καὶ ἀνθρώπῳ του, διότι ὁ Λόγος Χριστὸς διὰ τοῦτο ἀκριβῶς καὶ ἐδημιούργησε τὸν ἄνθρωπο, διὰ νὰ τὸν ἐνώσει μεθ’ Ἑαυτοῦ, νὰ τὸν «ἐνυποστήσει» ἐν Ἐαυτῷ, ὅπως λένε οἱ Πατέρες, καὶ ἔτσι νὰ τὸν ὁδηγήσει στὴν πληρότητά του ὡς ἀνθρώπου καὶ νὰ τὸν θεώσει, δηλαδὴ μὲ μία λέξη νὰ τὸν θε-ανθρωποποιήσει.
Ὁ πρῶτος ἄνθρωπος, ὁ Ἀδάμ, δημιουργηθεὶς ἔβλεπε τὸν Θεὸ καὶ εἶχε κοινωνία μαζί Του, καὶ ἔπρεπε ἐν συνεχείᾳ ἐλευθέρως καὶ ἀγαπητικῶς νὰ φθάσει ἐν τῷ Θεῷ Λόγω στὴν πλήρη ἕνωση μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὴ θέωσή του. Διότι ἡ θέωση τοῦ ἀνθρώπου ἦταν ὁ σκοπὸς ὁλόκληρης τῆς θείας δημιουργίας, καὶ ἡ θέωση εἶναι ἡ τελικὴ ἀλήθεια τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ θέωση δὲ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι δυνατὴ καὶ κατορθωτὴ μόνον ἐν τῷ Θεῷ Λόγῳ, ἐν τῷ Θεανθρώπῳ Χριστῷ, δυναμικὴ εἰκὼν τοῦ Ὁποίου εἶναι δημιουργικῶς ἐναποτεθειμένη στὸν ἄνθρωπο καὶ βάσει αὐτῆς καὶ μόνο πραγματοποιεῖται ἡ αὐθεντικὴ ὕπαρξη τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ κατὰ χάριν θέωσή του.
Ἡ πρὸς θέωσιν δημιουργία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ἡ δεδομένη δυνατότης καὶ δυναμικότης τῆς θεώσεως δὲν εἶναι ἕνας «εὐσεβὴς πόθος» τοῦ «θρησκευτικοῦ» ἀνθρώπου, ἀλλὰ μία ἀνθρωπολογικὴ (=χριστολογική, θεανθρώπινη) ἀλήθεια, ἡ ὁποία μαρτυρεῖται ἀκόμη καὶ σὲ αὐτὴν ταύτη τὴν τραγωδία τῆς πτώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Ὅταν ὁ πατὴρ τοῦ ψεύδους, ὁ διάβολος, ἦλθε καὶ εἶπε στοὺς πρώτους ἀνθρώπους νὰ τὸν ἀκούσουν καὶ θὰ γίνουν καὶ χωρὶς τὸν Θεὸ «θεοί», αὐτὸ ἦταν ἕνα μεγάλο ψεῦδος. Ἕνα ψεῦδος ὅμως προϋποθέτει πάντοτε μία ἀλήθεια, τῆς ὁποίας τὸ ψεῦδος αὐτὸ τυγχάνει ἡ κατάχρηση, ἢ διαστρέβλωση, ἢ «λήθη», ἢ ἀναίρεση, ἢ στέρηση. Συνέχεια
![1[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/111-300x199.jpg)
![images[7] (2)](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/images7-21.jpg)