Ιανουάριος 2021
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Μηνιαία Αρχεία: Ιανουάριος 2021

Ἐγκωμιαστικὸς λόγος στόν ἅγιο Ἰγνάτιο τὸν Θεοφόρο

 

Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

… Ξέσπασε κάποτε φοβερὸς διωγμός ἐναντίον τῶν Ἐκκλησιῶν καὶ σὰν φοβερότατη τυραννίδα ξαπλώθηκε στήν γῆ καὶ ὅλοι ἁρπάζονταν μέσα ἀπὸ τὴν ἀγορά, χωρὶς καμιὰ κατηγορία, ἀλλ’ ἁπλῶς γιατὶ ἁπαλλάχθηκαν ἀπὸ τὴν πλάνη καὶ ἔτρεξαν πρὸς τὴν εὐσέβεια, γιατὶ ἀπομακρύνθηκαν ἀπὸ τήν θρησκείᾳ τῶν δαιμόνων, γιατὶ γνώρισαν τὸν ἀληθινὸ Θεὸ καὶ προσκύνησαν τὸν Μονογενῆ Υἱὸ Του· καὶ γιά ἐκεῖνα γιά τὰ ὁποῖα ἔπρεπε αὐτοὶ νά στεφανώνονται, νά θαυμάζονται καὶ νά τιμοῦνται, τώρα τιμωρούνταν καὶ περιβάλλονταν ἀπὸ μύρια κακὰ ὅλοι ἐκεῖνοι πού δέχθηκαν τὴν πίστη, καὶ πολὺ περισσότερο οἱ προϊστάμενοι τῶν Ἐκκλησιῶν.

Διότι ὁ διάβολος, ὄντας κακοῦργος καὶ φοβερὸς στό νά μηχανορραφεῖ τέτοιες ἐπιβουλές, ἔλπισε ὅτι, ἐὰν ἀφαιρέσει τοὺς ποιμένες, θὰ μπορέσει εὔκολα νά διασκορπίσει τὰ πρόβατα. Ὁ Θεὸς, ὅμως, πού συλλαμβάνει τοὺς σοφοὺς στήν πανουργία τους, θέλοντας νά δείξει σ’ αὐτόν, ὅτι δέν κυβερνοῦν τίς Ἐκκλησίες Του ἄνθρωποι, ἀλλ’ Αὐτὸς εἶναι Ἐκεῖνος πού ποιμαίνει παντοῦ ὅσους πιστεύουν σ’ Αὐτόν, ἐπέτρεψε νά γίνει αὐτὸ … γιατὶ ὁ Θεὸς εἶναι Ἐκεῖνος πού καθοδηγεῖ παντοῦ τίς Ἐκκλησίες, καὶ δέν εἶναι δυνάτό ποτέ νά βγεῖ νικητὴς ἐκεῖνος πού πολεμᾶ τὸν Θεό.

Καὶ δέν διέπραξε ὁ διάβολος αὐτὸ μόνο τὸ κακούργημα, ἀλλὰ καὶ ἄλλο ὄχι μικρότερο ἀπ’ αὐτό. Ὅτι δηλαδή, δέν ἄφηνε νά σφάζονται οἱ ἐπίσκοποι στίς πόλεις πού ἦταν προϊστάμενοι, ἀλλὰ τοὺς φόνευε ὁδηγώντας τους σὲ ξένη πόλη. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔκανε ἐπιδιώκοντας ἔτσι νά μείνουν ἔρημοι ἀπὸ φίλους καὶ συγχρόνως, ἐλπίζοντας νά τοὺς καταστήσει ἀσθενεστέρους μέ τὸν κόπο τῆς ὁδοιπορίας, πρᾶγμα πού ἔκαμε καὶ στόν μακάριο αὐτὸν ἱεράρχη. Διότι ἀπὸ τὴν πόλη μας τὸν φόνευσε στήν Ῥώμη, κάνοντάς του μακρότερη τὴν ὁδοιπορία, καὶ ἐλπίζοντας –μέ τὸ μῆκος τῆς ὁδοῦ καὶ τὸ πλῆθος τῶν ἡμερῶν πού θὰ μεσολαβοῦσαν μέ τὸ ταξίδι– νά καταβάλει τὸ φρόνημά του, μὴ γνωρίζοντας ὅμως ὅτι, ἔχοντας αὐτὸς στήν τόσο μεγάλη ὁδοιπορία του συνοδοιπόρο καὶ συνταξιδιώτη τὸν Ἰησοῦ, γινόταν πιὸ ἰσχυρός, παρεῖχε μεγαλύτερη ἀπόδειξη τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ πού ὑπῆρχε μαζὶ του καὶ σφυρηλατοῦσε ἔτσι περισσότερο τίς Ἐκκλησίες. Διότι οἱ πόλεις πού ὑπῆρχαν κατὰ μῆκος τῆς ὁδοῦ πού περνοῦσε, συντρέχοντας ἀπὸ παντοῦ, ἐνίσχυαν τὸν ἀθλητήν καὶ τὸν προέπεμπαν μέ πολλὰ ἐφόδια, συναγωνιζόμενες μέ αὐτόν μέ τίς προσευχὲς καί τίς παρακλήσεις τους.

Ἀλλὰ καὶ αὐτὲς δέν δέχονταν μικρὴ παρηγορία, βλέποντας τὸν μάρτυρα νά τρέχει πρὸς τὸν θάνατο μέ τόση μεγάλη προθυμία, μὲ ὅση φυσικὸ ἦταν νά τρέχει ἐκεῖνος πού καλεῖται στά οὐράνια ἀνάκτορα. Καί ἀπὸ τὰ ἴδια τὰ ἔργα μάθαιναν –ἀπὸ τὴν προθυμία δηλαδὴ ἐκείνου καὶ τὴν ὑπερβολικὴ χαρὰ– ὅτι δέν ἦταν θάνατος ἐκεῖνος πρὸς τὸν ὁποῖο ἔτρεχε, ἀλλὰ κάποια ἀποδημία καὶ μετάθεση καὶ ἀνάβαση πρὸς τὸν οὐρανό. Καί διδάσκοντας αὐτὰ σὲ κάθε πόλη μέ τὰ λόγια καί μέ τὰ ἴδια τὰ ἔργα του ἀναχωροῦσε ἀπὸ ἐκεῖ.

Καὶ ἐκεῖνο πού συνέβηκε μέ τοὺς Ἰουδαίους, –ὅταν, δένοντας τὸν Παῦλο καὶ στέλνοντάς τον στήν Ῥώμη, νόμιζαν ὅτι τὸν στέλνουν στόν θάνατο, στήν πραγματικότητα ὅμως τὸν ἔστελναν διδάσκαλο στούς Ἰουδαίους πού κατοικοῦσαν ἐκεῖ– αὐτὸ λοιπὸν συνέβη πολὺ περισσότερο μέ τὸν Ἰγνάτιο. Διότι καθίστατο διδάσκαλος θαυμάσιος ὄχι μόνο σ’ ἐκείνους πού κατοικοῦσαν στήν Ῥώμη, ἀλλὰ καὶ σ’ ὄλες τίς ἐνδιάμεσες πόλεις, πείθοντάς τους νά περιφρονοῦν τὴν παροῦσα ζωή, νά μὴ θεωροῦν τίποτε τὰ βλεπόμενα, νά ἐπιθυμοῦν τὰ μελλοντικὰ καὶ ν’ ἀποβλέπουν πρὸς τὸν οὐρανό, καὶ νά μὴν δίνουν σημασία γιά κανένα ἀπὸ τὰ κακὰ τῆς παρούσας ζωῆς.

Διδάσκοντάς τους λοιπὸν αὐτὰ καὶ περισσότερα ἀπ’ αὐτά μέ τὰ ἴδια τὰ ἔργα του καὶ παιδεύοντάς τους βάδιζε σὰν κάποιος ἥλιος ἀνατέλλοντας ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ καὶ τρέχοντας πρὸς τήν δύση· ἢ καλύτερα λαμπρότερος ἀπὸ ἥλιο. Διότι ὁ ἥλιος ἔτρεχε στόν οὐρανό, παρέχοντας αἰσθητὸ φῶς, ἐνῶ ὁ Ἰγνάτιος ἀντέλαμπε κάτω, ἐμβάλλοντας στίς ψυχὲς νοητὸ φῶς ἔνθεης διδασκαλίας. Καὶ ὁ ἥλιος, βέβαια, φθάνοντας στά μέρη τῆς δύσεως κρύβεται καὶ ἀμέσως φέρνει τήν νύχτα, ἐνῶ αὐτὸς καταφθάνοντας στά μέρη τῆς δύσεως ἀνέτειλε ἐκεῖ λαμπρότερα, ἀφοῦ εὐεργέτησε ὑπερβολικὰ καὶ ὅλους ἐκείνους πού συνάντησε κατὰ μῆκος τῆς πορείας του, καὶ ὅταν ἔφθασε στήν πόλη, δίδαξε καὶ σ’ ἐκείνην τὴν ὁδὸ τῆς εὐσεβείας.

Διότι γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Θεὸς ἐπέτρεψε νά τερματίσει ἐκεῖ τήν ζωή του, ὥστε ὁ θάνατός του νά γίνει διδάσκαλος εὐσεβείας σ’ ὅλους τοὺς κατοίκους τῆς Ῥώμης. Διότι ἐσεῖς, μὲ τήν χάρη τοῦ Θεοῦ, δέν θὰ χρειαζόσασταν τότε καμιὰ ἀπόδειξη, ἐπειδὴ ἤσασταν ῥιζωμένοι στήν πίστη, ἐνῶ οἱ κάτοικοι τῆς Ῥώμης, ἐπειδὴ τότε ὑπῆρχε ἐκεῖ πολλὴ ἀσέβεια, χρειάζονταν πολλὴ βοήθεια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Πέτρος καὶ ὁ Παῦλος καὶ μετὰ ἀπὸ ἐκείνους καὶ ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὅλοι θυσιάσθηκαν ἐκεῖ · καὶ ὁ ἕνας λόγος ἦταν, ἐπειδὴ εἶχε μολυνθεῖ ἡ πόλη μέ τὰ αἵματα τῶν εἰδώλων, νά τὴν καθαρίσουν μέ τὰ δικὰ τους αἵματα, καὶ ὁ ἄλλος λόγος γιά νά τοὺς ἀποδείξουν ἔμπρακτα τὴν ἀνάσταση τοῦ σταυρωθέντος Χριστοῦ, πείθοντας τοὺς κατοίκους τῆς Ῥώμης, ὅτι δέν θὰ ἦταν δυνατό μέ τόση εὐχαρίστηση νά περιφρονήσουν τὴν παροῦσα ζωή, ἐὰν δέν ἦταν παρὰ πολὺ σίγουροι, ὅτι ἐπρόκειτο ν’ ἀνεβοῦν πρὸς τὸν ἐσταυρωμένο Ἰησοῦ καὶ ὅτι θὰ Τὸν δοῦν στούς οὐρανούς. Συνέχεια

Ἀνακομιδή τοῦ Λειψάνου Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου

Ἁγίου Νικοδήμου Ἁγιορείτου

 

…Ὅταν ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐκθρονίστηκε καὶ στάλθηκε ἐξόριστος στήν Κουκουσό, Ἀραβισσὸ καὶ Πιτιούντα ὅλη ἡ Ἐκκλησία τῶν ὀρθοδόξων ἐπένθισε. Μὲ δάκρυα ἔλεγαν τὰ πλήθη τῶν πιστῶν καὶ μοναχῶν: «Συνέφερεν, ἵνα ὁ ἥλιος συσταλῇ ἢ ἵνα τὸ στόμα Ἰωάννου σιωπήσῃ».

Ἔκλαυσε ὅλη ἡ οἰκουμένη, διότι ἔμέινε σὰν πλοῖο χωρὶς κυβερνήτη, σὰν ποίμνιο χωρὶς ποιμένα· σὰν στρατόπεδο χωρὶς ἀρχιστράτηγο καὶ σὰν κόσμος σκοτεινὸς χωρὶς ἥλιο. Ἔκλαιαν οἱ ὀρφανοὶ τὸν πατέρα τους. Θρηνοῦσαν οἱ μαθηταὶ τὸν διδάσκαλό τους, ὠδύρονταν οἱ πτωχοὶ τὸν προστάτη τους. Λυπόνταν οἱ ἁμαρτωλοὶ τὴν ἐλπίδα τους, οἱ θλιμμένοι τὴν παρηγορία τους, οἱ ἄρρωστοι τὴν ἐπισκέψή τους καὶ οἱ διψασμένοι ἀπὸ λόγο Θεοῦ, διότι στερήθηκαν τὰ γλυκύτατα καὶ πάγχρυσα λόγια τῆς διδασκαλίας του. Κοινὴ ἦταν ἡ συμφορά, παγκόσμιο τὸ κακό, οἰκουμενικὴ ἡ δυστυχία.

Ὁ ἅγιος Ἰννοκέντιος ὁ Πάπας, γράφοντας γιά τὸν Χρυσόστομο πρὸς τὸν βασιλέα Ἀρκάδιο, λέγει: «Ὄχι μόνο ἡ Ἐκκλησία τῆς Κωνσταντινουπόλεως ζημιώθηκε τῆς καλλιρρύτου ἐκείνου γλώσσας, ἀλλὰ καὶ ὅλη ἡ ὑφήλιος ἐχήρευσε, ἀπολέσασα τέτοιον ἔνθεον ἄνδρα».

Ἔμεινε στήν χηρεία αὐτὴ καὶ ἀπαρηγόρητη λύπη ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ τριαντατρία ὁλόκληρα χρόνια.

Τὸ 440 γίνεται ἡ ἀνακομιδὴ καὶ μετακομίζεται ἀπὸ τὰ Κόμανα τοῦ Πόντου στήν βασιλεύουσα μέ τέτοια τιμή, ἡ ὁποία δέν ἔγινε ποτέ ἀπὸ τοῦ αἰῶνος σὲ ἄλλον, οὔτε πατριάρχη, οὔτε βασιλέα.

Ἡ τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία στολισαμένη, ὑποδέχεται σήμερα ἀπὸ τὴν ἐξορία τὸ ζωομύριστο καὶ θαυματουργικώτατο σῶμα τοῦ φωστῆρος της Χρυσοστόμου καὶ ἑορτάζει χαρμόσυνα τὴν ἔνδοξη ἀνάκομιδὴ καὶ μετακομιδὴ καὶ ὑποδοχὴ τοῦ λειψάνου τοῦ διδασκάλου τῆς οἰκουμένης.

Καὶ αὐτό μέ κάθε δίκαιο, γιατί, πῶς δέν ἔπρεπε νά χαρῇ, σήμερα, ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ σὲ ἕνα καιρό, ὅπου βλέπει ὅτι στό λείψανο τοῦ Χρυσοστόμου μεταβλήθηκαν ὅλοι οἱ νόμοι τῆς φύσεως καὶ ἐνεργήθηκαν μόνον οἱ νόμοι τῆς Χάριτος; Ὅτι σῶμα νεκρόν, ὅταν θέλῃ, κινεῖται, καί, ὅταν θέλῃ, μένει ἀκίνητον; Ὅτι σῶμα, ἐνταφιασμένο πρὶν 33 χρόνια, ἀνακομίζεται σῶο καὶ ἀδιάλυτο μέ τὴν ὁλοκληρία ὅλων τῶν μελῶν καὶ μερῶν του;… Πῶς δέν ἔπρεπε νά χαρῇ, σήμερα, ὅταν εἶδε τὸ σῶμα τοῦ Χρυσορρήμονος νά εὑρίσκεται μὲν στήν γῆ σὲ διάστημα τόσων χρόνων, ἔπειτα νά ἀνακομίζεται λαμπρὸ καὶ κροκοειδὲς στό χρῶμα; Εὐωδέστατο στήν ὀσμή, ὑπερνικῶν ὅλα τὰ ἀρώματα τῆς γῆς; Καὶ ἔχων ὅλα τὰ ἄλλα οὐσιώδη καὶ συστατικὰ γνωρίσματα τῆς ἁγιότητας; Πῶς δέν ἔπρεπε νά χαρῇ, ὅταν εἶδε τὸ λείψανον τοῦ Ἰωάννου, νά γιατρεύη κουτσούς, νά ἀνορθώνη παραλυτικούς, νά φωτίζη τυφλούς;…. Πῶς δέν ἦταν δίκαιο νά χαρῇ ὅλος ὁ κόσμος, βλέποντας ἕνα νεκρὸ σῶμα νά ἔχῃ ἐξουσία κατὰ τῶν στοιχείων; κατὰ γῆς καὶ θαλάσσης καὶ τοῦ ἀέρος; Νά σηκώνη ἀνέμους ἀπὸ τὴν θάλασσα, νά σχίζῃ σὲ ῥήγματα τὴν γῆ, νά κάμνῃ τὰ πλοῖα νά κλινοῦν ἀπὸ μόνα τους, σὰν νά ἦταν λογικὰ καὶ ἔμψυχα, γιά νά τὸν ὑποδεχθοῦν; Καί, ἔπειτα, νά τὰ διευθύνη αὐτὰ σὲ ὅποιο τόπο θέλει; Καὶ γιά νά πῶ τὸ μεγαλύτερο καὶ θαυμαστότερο, πῶς δέν ἔπρεπε νά χαρῇ σήμερα ὅλη ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ὅταν εἶδε νά ἀνοίξουν ἐκεῖνα τὰ ἄψυχα χείλη; Καὶ ὅταν ἄκουσε νά βγαίνη φωνὴ ζωντανὴ καὶ ἔναρθρος ἀπὸ τὸ πρὸ 33 χρόνων νενεκρωμένο στόμα τοῦ Χρυσοστόμου; Καὶ νά πεῖ «εἰρήνη πᾶσιν;». Ὄντως «Τίς Θεὸς μέγας ὡς ὁ Θεὸς ἡμῶν; Σύ εἶ ὁ Θεός, ὁ ποιών θαυμάσια μόνος» (Ψαλμ. 76, 13)…. Συνέχεια

Οἱ τρεῖς πειρασμοὶ τοῦ Ἰησοῦ στήν ἔρημο

Γεώργιος Πατρῶνος

Οἱ τρεῖς πειρασμοὶ τοῦ Ἰησοῦ στήν ἔρημο ἐκφράζουν καὶ τοὺς μεγάλους καί αἰωνίους πειρασμοὺς τῆς ἀνθρωπότητας, ἀλλὰ καὶ τοῦ καθενὸς ἀνθρώπου στήν προσωπικὴ του ζωή. Ὁ διάβολος μετὰ τὴν ἔντονη ἀποπομπὴ του ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ, “ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ”, ἐγκατέλειψε βέβαια τὴν κατὰ μέτωπο ἀντιπαράθεσή του, ἀλλ’ εἰσῆλθε σὲ μία νέα τακτική, πιὸ δόλια καὶ πιὸ ἐπικίνδυνη, ἐκείνης τῆς “διαβολῆς” καὶ τοῦ κρυφοῦ πολέμου. Ὅπως ἐπεσήμανε καὶ ὁ εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς, “Ὁ Διάβολος ἀπέστη ἀπ’ αὐτοῦ ἄχρι καιροῦ” (Λουκ. 4, 13), δηλαδὴ ὡσότου ἔρθει καὶ πάλι ἡ ὥρα ἡ δικὴ του, τοῦ σκότους καὶ τῆς καταστροφῆς, γιά νά ξαναχτυπήσει καὶ νά συντρίψει τὸν Ἰησοῦ μέ τὸν σταυρὸ καὶ τὸν θάνατο.

Ἡ δύναμη καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ διαβόλου βρίσκονται στό σκοτάδι (Λουκ. 22, 53). Ἔτσι καὶ στό μέλλον, ὅσο θὰ αὐξάνει γύρω μας τὸ κακὸ καὶ οἱ ἄνθρωποι τοῦ Θεοῦ θὰ δοκιμάζονται σκληρά, αὐτὸ θὰ εἶναι μία ἔνδειξη τῆς ἔξαρσης τῆς λογικῆς τοῦ σκότους καὶ τῶν μεθοδειῶν τοῦ Πονηροῦ. Τὴν ὥρα τοῦ σκότους πρέπει νά εἶναι κανεὶς ἕτοιμος νά δεχθεῖ κάθε εἴδους πειρασμὸ καὶ κάθε σατανικὴ ἐπιθετικότητα.

Οἱ δοκιμασίες τῶν πιστῶν ἔχουν, ἀσφαλῶς, πέραν ἀπὸ τὴν ψυχολογικὴ καὶ τὴν κοινωνικὴ σημασία τὴν καθαρὰ, δηλαδὴ, ἱστορικὴ πλευρά. Ἀλλ’ ἔχουν καὶ ἐσχατολογικὸ νόημα, ἀφοῦ παρουσιάζουν καὶ ἕνα σαφῆ χαρακτῆρα ἀποκαλυπτικό. Ὁ μεγάλος ἱστορικὸς καὶ σωτηριολογικὸς ἀγῶνας πού διαξάγεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία μέσα στόν κόσμο τοῦ παρόντος, ὑπόκειται συχνὰ σὲ σκληρὴ δοκιμασία. Καὶ αὐτὸ ἀποκαλύπτει, πώς ὁ πραγματικὸς ὑπαίτιος καὶ ὁ κύριος αὐτουργὸς τῆς ἀντίδρασης πρὸς καθετὶ τὸ καλό, καθὼς καὶ γιά τὶς σκληρὲς δοκιμασίες τῶν ἀνθρώπων τοῦ Θεοῦ, εἶναι ὁ πειραστὴς διάβολος. Οἱ δοκιμασίες αὐτὲς τῆς Ἐκκλησίας ξεσκεπάζουν τίς μεθόδους τοῦ Πονηροῦ, μέ τίς ὁποῖες οὐσιαστικὰ προσπαθεῖ νά παρασύρει τοὺς πιστοὺς πρὸς τήν δική του ἐξουσία καὶ νά τοὺς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν κύριο καὶ μοναδικὸ σκοπὸ τῆς ζωῆς πού εἶναι ἡ τελείωση καὶ ἡ θέωση. Οἱ δοκιμασίες τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῶν πιστῶν σημαίνουν, ἀκόμη, ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα συνεχίζει νά πορεύεται τὴν ἱστορικὴ ἔρημό της στό παρόν, τὴν ὁποία ζεῖ ἔντονα τώρα ὅπως καὶ τότε καὶ ἡ ὁποία φανερώνει τὴν τραγικὴ πραγματικότητα τῆς κυριαρχίας τῶν δυνάμεων τοῦ σκότους στόν παρόντα αἰῶνα.

Ὁ Ἰησοῦς συχνὰ παρουσιάζεται στά ἱερὰ κείμενα νά χρησιμοποιεῖ τὴν ἔρημο ὡς τὸν πιὸ κατάλληλο τόπο προσευχῆς (Μάρκ. 1, 35) καὶ ὡς ἕνα ἀγαπημένο καταφύγιο γιά ν’ ἀποσύρεται καὶ ν’ ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὰ θορυβοῦντα πλήθη καὶ ἀπό τίς ἀνίερες ἐπευφημίες τους (Ματθ. 10, 13· Μάρκ. 1,45· 6, 31· Λουκ. 4, 42). Ἡ ἀπόλυτη ἀναγκαιότητα τῆς προσευχῆς καὶ τῆς ἀναχώρησης ἀπὸ τοὺς θορύβους τῆς καθημερινῆς ζωῆς καὶ ἀπὸ τοὺς πειρασμοὺς τῆς δραστηριότητας, ἐκφράζεται ἐδῶ κατὰ τὸν καλύτερο τρόπο. Ὁ Ἰησοῦς βλέπουμε ὅτι ἀνύψωσε τήν σιωπή καὶ τὴν ἀναχώρηση, συνδυασμένα καὶ τὰ δύο αὐτά μέ τὴν προσευχή, σὲ βασικὴ λειτουργία τῆς πνευματικῆς ζωῆς.

Τὸν Ἰησοῦ τὸν συναντᾶμε πολλὲς φορὲς νά ἀναχωρεῖ καὶ νά προσεύχεται “κατὰ μόνας” (Λουκ. 9, 18) ἢ “κατ’ ἰδίαν” (Ματθ. 14, 23). Καὶ δέν ἦταν μόνο σὲ ὧρες ἀνάπαυλας καὶ ἡσυχίας ἀλλὰ καὶ σὲ ὧρες ἔντασης, δουλειᾶς καὶ δραστηριότητας (Μαρκ. 1, 35-36). Πιστεύομε πώς ὁ Ἰησοῦς κατὰ τὴν διάρκεια τῆς ἱεραποστόλικῆς δραστηριότητάς του ποτέ δέν κατεχόταν ἀπὸ ἄγχος καὶ δέν ἐξεβίαζε τίς ὑπάρχουσες συνθῆκες καί τίς καταστάσεις. Ἦταν πάντα ἤρεμος καὶ στίς πιὸ ἔντονες στιγμὲς καὶ τὸν χαρακτήριζε βαθιὰ γνώση καὶ διάκριση τῶν πραγμάτων. Ἔτσι ἡ προσευχὴ τοῦ Ἰησοῦ δέν ἦταν στοιχεῖο κάποιου μονοτισμοῦ ἢ κάποιας ἀναχωρητικῆς τάσης του, ἀλλὰ ἐσωτερικὴ ἀνάγκη ἀνανέωσης κι ἐμπλουτισμοῦ. Τὸ ἔργο τοῦ Ἰησοῦ εἶναι βέβαιο ὅτι δέν διακρινόταν ἀπὸ κάποια ἀκρατή δραστηριότητα. Τήν σοβαρότητα τῆς ἀποστολῆς του τὴν διακρίνουμε καὶ ἀπὸ τὸν ἄμεσο συσχετισμό της μέ τὴν προσευχή. Ὁ Ἰησοῦς τὰ πάντα τὰ ἀναφέρει στόν Θεὸ Πατέρα.

Γνωρίζουμε ὅλοι, ὅτι τίποτε τὸ σοβαρὸ δέν γίνεται σὲ μία συνεχή διάχυση καὶ μία διαρκή καὶ ἀνίερη ἐξωστρέφεια. Γι’ αὐτὸ καὶ τὰ μεγάλα γεγονότα τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ συσχετίσθηκαν ἄμεσα μέ τὴν ἔρημο καὶ τὴν ἀναχώρηση, μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ἐγρήγορση. Ἐκεῖ, στούς χώρους τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς, ὁ Ἰησοῦς καλοῦσε καὶ καλεῖ πάντοτε τοὺς μαθητὲς του καὶ τοὺς πιστοὺς του νά τὸν ἀκολουθήσουν, μιμούμενοι τὸ παράδειγμά του, γιά μία γόνιμη πνευματικότητα καὶ οὐσιαστικὰ καρποφόρα δημιουργικότητα.

Ὕστερα ἀπὸ ὅλα αὐτὰ κατανοοῦμε, γιατὶ ἡ “ἔρημος” θεωρεῖται ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Πνευματικότητα ὡς “τύπος” ζωῆς καὶ “χῶρος” οὐσιαστικῆς δραστηριότητος. Ἡ Ἐκκλησία καὶ οἱ Ἅγιοί της ἀνὰ τοὺς αἰῶνες ἐκεῖ μπόρεσαν νά κατανοήσουν καὶ νά βιώσουν κατ’ οὐσιαστικὸ τρόπο τὸ ἀληθινὸ ἦθος τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Δέν εἶναι περίεργο ἑπομένως, πού στήν συνέχεια καὶ ἡ Ὀρθοδόξη Ἐκκλησία εἶδε καὶ ἔκανε τὴν “ἔρημο” ὡς τὸν πιὸ εὔφορο χῶρο, ἐκεῖ ὅπου βλάστησαν τὰ πλέον ἄξια τέκνα της καὶ ἐκεῖ ἀνθοφοροῦν τὰ πιὸ εὐωδιαστὰ ἄνθη τῆς πνευματικότητας καὶ ἁγιότητας. Μεγάλοι Πατέρες, Ἅγιοι καὶ Ὅσιοι, Μάρτυρες καὶ ἀληθινοὶ ἐκφραστὲς τῆς Ὀρθόδοξης παράδοσης, συνδέονται ἄμεσα μέ τὰ βιώματα καί τίς ἐμπειρίες τῆς ἐρήμου. Αὐτοὶ εἶναί πού διαμόρφωσαν καὶ διαμορφώνουν στήν ἱστορικὴ πορεία τῆς Ἐκκλησίας μας τὸν ἔντονο ἀσκητικὸ χαρακτῆρα τῆς Ὀρθόδοξης Πνευματικότητας.

Τὸ νόημα τῶν πειρασμῶν τοῦ Ἰησοῦ

Τὸ κύριο ἐρώτημα, ὅμως, ποὺ ἔχει ἀπασχολήσει τοὺς ἐρμηνευτὲς καὶ ἰδιαίτερα τοὺς ἱστορικοὺς τῆς Καινῆς Διαθήκης, εἶναι ὡς πρὸς τὴν φύση τῶν πειρασμῶν τοῦ Ἰησοῦ. Μερικοὶ ἔχουν διατυπώσει τὴν ἄποψη, ὅτι οἱ σχετικὲς διηγήσεις τῶν πειρασμῶν στά Εὐαγγέλια ἔχουν καθαρὰ συμβολικὸ καὶ διδακτικὸ χαρακτῆρα καὶ στοχεύουν κυρίως στό νά δώσουν ἕναν «τύπο» ἀντιμετώπισης τῶν πειρασμῶν καὶ ἀπὸ τοὺς πιστοὺς τῆς Ἐκκλησίας στήν προσωπικὴ τους ζωή. Χωρίς, ἀσφαλῶς, ν’ ἀποκλείεται ὁ διδακτικὸς καὶ παραμυθητικὸς χαρακτῆρας τῶν πειρασμῶν αὐτῶν τοῦ Ἰησοῦ, πρέπει ἡ ἄποψη αὐτὴ νά μὴν ἀνταποκρίνεται στήν βιβλικὴ πραγματικότητα, διότι παραθεωρεῖ ἢ παραβλέπει τὴν ἱστορικὴ βάση καὶ τὴν χριστόλογικὴ σημασία τοῦ γεγονότος.

Οἱ εὐαγγελικὲς διηγήσεις, νομίζουμε, ὅτι ἐπιμένουν ἰδιαίτερα στήν ἱστορικὴ πραγματικότητα καὶ ἀξιοπιστία τῶν πειρασμῶν, καὶ αὐτὸ δέν πρέπει νά ἀποσιωπᾶται ἀπὸ τὴν ἔρευνα. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος, χωρὶς νά παραθεωρεῖται καθόλου ἐδῶ καὶ ἡ θεία του φύση, φαίνεται ὅτι δοκιμάσθηκε καὶ πειράσθηκε σκληρὰ ἀπὸ τὸν χαιρέκακο διάβολο, ὅπως συμβαίνει μέ τὸν κάθε ἀνθρωπο στήν ἐπίγεια ζωὴ του. Μποροῦμε νά ποῦμε, μάλιστα, ὅτι στό πρόσωπο τοῦ Ἰησοῦ, κατὰ τὴν ὥρα τῶν πειρασμῶν, «πειράζεται» ὅλη ἡ ἀνθρωπότητα, ἀφοῦ ὁ Χριστὸς ὡς «νέος Ἀδὰμ» εἶναι γενάρχης ἑνὸς γένους ἀνθρώπων, καὶ κατ’ ἐπέκταση μέ τήν νίκη τοῦ Κυρίου ἐπὶ τοῦ πειραστοῦ κατατροπώνεται ἡ δύναμη τοῦ κακοῦ καὶ ἀπὸ μᾶς τοὺς ἴδιους. Εἶναι πολὺ σημαντικὴ γιά τὴν κατανόηση καὶ ἡ «ἐκκλησιολογικὴ» αὐτὴ ἑρμηνεία τῆς νίκης τοῦ Ἰησοῦ πάνω στούς πειρασμούς.

Ἡ διηγήση τῶν πειρασμῶν στό κείμενο τοῦ Ματθαίου εἶναι περισσότερο ἐκφραστικὴ καὶ ἐκτεταμένη ἀπὸ αὐτὲς τῶν ἄλλων Εὐαγγελιστῶν. Ὁ πειρασμὸς παρουσιάζεται ἐδῶ τριπλὸς καὶ φαίνεται ν’ ἀγγίζει τίς βασικότερες ἀνάγκες καὶ λειτουργίες τῆς ὑπάρξης τοῦ ἀνθρώπου, ὅπως τὴν βιολογική, τὴν πνευματικὴ κι ἐκείνην τοῦ τελικοῦ σκοποῦ καὶ προορισμοῦ τῆς ζωῆς, εἴτε στήν παροῦσα εἴτε καὶ στήν μέλλουσα φάση. Ἔχουμε ἔκφραση καὶ ἐκδήλωση τοῦ πειρασμοῦ κατὰ τρόπο ἐντυπωσιακὰ ἐξελικτικό, ἀπὸ τὰ ἁπλούστερα καὶ τὰ καθημερινὰ θέματα πρὸς τὰ βασικότερα καὶ οὐσιωδέστερα προβλήματα τῆς ζωῆς καὶ τῆς ὕπαρξης, ἀπὸ τὸν καθημερινὸ ἄρτο ὡς τὸ πρόβλημα τῆς πνευματικῆς αὐτογνωσίας καὶ αὐτοσυνειδησίας τοῦ ἀνθρώπου.

Ὁ πειραστὴς διάβολος ὁδηγεῖ τὸν Ἰησοῦ μπροστὰ σ’ ἐκεῖνες τίς καταστάσεις, ποὺ κατὰ τὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὁ πρῶτος Ἀδὰμ καὶ ὁ παλαιὸς Ἰσραήλ εἶχαν κάποτε ὑποκύψει, μὲ τὴν ἐλπίδα κι αὐτὴ τήν φορά νά πετύχει νίκη γιά ν’ ἀνατρέψει τοὺς σκοποὺς μιᾶς νέας δημιουργικῆς καὶ σωτηριολογικῆς κίνησης τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο μας. Τώρα, ὅμως, ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ὡς ἐκπρόσωπος τῆς νέας ἀνθρωπότητας καὶ τοῦ νέου λαοῦ τοῦ Θεοῦ θὰ κατατροπώσει μέσα στήν ἔρημο τὸν Πειραστή. Καὶ μάλιστα ἡ νίκη θὰ πραγματοποιηθεῖ στό ἴδιο τὸ βασίλειο τοῦ διαβόλου, γιατὶ ἡ ἔρημος εἶναι μία συμβολική εἰκόνα τῆς ἐρημίας πού φέρνει μέ τὴν παρουσία του. Νά γιατὶ ἡ ἔκθεση τῶν πειρασμῶν ἔχει ὡς σκοπὸ νά μᾶς βοηθήσει νά κατανοήσουμε ἐκτὸς ἀπὸ τὸ ἱστορικὸ καὶ τὸ θεολογικὸ τους νόημα. Ἡ δοκιμασία καὶ οἱ πειρασμοί, σὰν «ἕνα ἀναγκαῖο» πέρασμα τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεό, δηλαδὴ πρὸς τήν συνειδητοποίηση τῆς πνευματικῆς μας σχέσης μέ τὸ σχέδιο τῆς Θείας οἰκονομίας, ἔχουν τελικὰ κάποιο βαθύτερο καὶ οὐσιαστικότερο νόημα.

Ὁ πρῶτος πειρασμὸς τοῦ Ἰησοῦ

Ὁ πρῶτος πειρασμὸς εἶναι ἐκεῖνος τῆς πείνας καὶ τῆς δίψας, ὁ καθημερινὸς βιολογικὸς πειρασμός, ποὺ συνιστᾶ τὸ σύνολο τῶν προβλημάτων καὶ θεμάτων τοῦ βίου. Ἡ καθημερινὴ ἀνάγκη, ποὺ καταλήγει νά παίρνει κυριαρχικὴ μορφὴ στήν ζωὴ καὶ στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας, ἐκφράζεται μέ τὸν πειρασμὸ τῆς πείνας καὶ εἶναι ὁ πρῶτος καὶ ὁ μεγάλος πειρασμὸς στόν παρόντα αἰῶνα. Ἡ οἰκονομία, ποὺ τίθεται πολλὲς φορὲς ὡς ἡ βάση ἀλλὰ καὶ ὁ μοναδικὸς σκοπὸς τῆς δραστηριότητας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ καὶ τῶν ἐπιτεύξεων καὶ αὐτοῦ ἀκόμη τοῦ πολιτισμοῦ, ἐπιβάλλεται κυριαρχικὰ ἐπὶ ὅλων τῶν ἐνδιαφερόντων τῆς ζωῆς. Τὸ ἱερὸ κείμενό μας λέει, ὅτι ὁ Ἰησοῦς «νηστεύσας ἡμέρας τεσσαράκοντα καὶ νύκτας τεσσαράκοντα ὕστερον ἐπείνασε. Καὶ προσελθὼν ὁ πειράζων εἶπεν αὐτῷ· εἰ υἱός εἶ τοῦ Θεοῦ εἰπὲ ἵνα οἱ λίθοι οὗτοι ἄρτοι γένωνται» (Ματθ. 4, 2-3).

Ὁ πρῶτος αὐτὸς πειρασμός, ἴσως μπορεῖ νά κατανοηθεῖ ἀκόμη καλύτερα ἀπὸ ἐμᾶς σήμερα, ποὺ ὅλη ἡ ζωὴ μας καὶ ὁ πολιτισμὸς μας ἔχουν μοναδικὸ σχεδὸν σκοπὸ καὶ στόχο τὴν παραγωγὴ καὶ τὴν οἰκονομία, μὲ αἰτιολογία τὴν καλύψη τῶν ἀναγκῶν τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ οἰκονομικὴ κυριαρχία καί ἡ ἐκμετάλλευση ὅλων τῶν πραγμάτων, ἡ καθημερινὴ εὐδαιμονία καὶ ὁ ἀνώδυνος πλουτισμός, εἶναι μερικὰ ἀπὸ τὰ συνήθη ἰδανικὰ τῶν σημερινῶν ἀνθρώπων. Σύνθημα ὅλων, καὶ ἰδιαίτερα τῶν ἀνθρώπων χωρὶς κανένα πνευματικὸ προβληματισμὸ σὲ ὅλους τοὺς αἰῶνες εἶναι, εἰ δυνατόν, ὄχι μόνο «οἱ λίθοι οὗτοι» ἀλλὰ τὰ πάντα γύρω μας νά γίνουν οἰκονομικὴ ἰσχὺς καὶ δύναμη. Ὁ πειρασμὸς δέν ἐπικεντρώνεται στόν καθημέρινὸ καὶ «ἐπιούσιο ἄρτο», ἀλλά μέ πρόσχημα τὴν καθημερινότητα στρέφεται στήν οἰκονομικὴ κυριαρχία καὶ ἀσφάλεια, στήν συσσώρευση τοῦ χρήματος πού εἶναι πραγματικὸς «μαμμωνᾶς».

Ἡ ζωή, ὅμως, δέν εἶναι μόνο βιολογικὲς καὶ καθημερινὲς ἀνάγκες. Ἡ ὑπάρξη τοῦ ἀνθρώπου δέν καταξιώνεται στήν εὐκαιριακὴ εὐδαιμονία καὶ εὐμάρεια, καθὼς καὶ στήν συσσώρευση ἀγαθῶν. Ἡ ὑποστάση μας, ἂς τὸ ποῦμε, δέν μπορεῖ νά ὁρισθεῖ καὶ νά περιορισθεῖ μόνο στό σωματικὸ καὶ ὑλικὸ κόσμο. Τὸ νόημα τῆς ζωῆς ἐκτείνεται καὶ πέρα ἀπὸ ὅλα αὐτά, πρὸς τὰ πνευματικὰ καὶ αἰώνια. Ὁ λόγος τοῦ Ἰησοῦ «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνο ζήσεται ἄνθρωπος, ἀλλ’ ἐπὶ παντὶ ῥήματι ἐκπορευομένῳ διὰ στόματος Θεοῦ» (Ματθ. 4, 4), μπόρεσε νά προσδιορίσει γιά πάντα τὴν ἑνότητα τῶν δύο αὐτῶν πραγματικοτήτων καὶ νά σηματοδοτήσει τὴν ἀνάγκη μιᾶς τελικῆς στροφῆς καὶ ἀναφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου γιά σωτηρία πρὸς τὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ.

Ἀσφαλῶς ἐδῶ μέ τήν στάση πού κράτησε ὁ Ἰησοῦς ἔναντι τοῦ πρώτου πειρασμοῦ, δέν παραθεωροῦνται οἱ οἰκονομικὲς καὶ κοινωνικὲς ἀνάγκες τῆς ζωῆς ἀλλὰ καὶ δέν ἀπολυτοποιοῦνται, ὅπως προσπάθησε νά τὶς παρουσιάσει ὁ διάβολος. Ἡ ἀπάντηση τοῦ Ἰησοῦ εἶναι «οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνο». Πού σημαίνει, προτεραιότητα στά πνευματικά, στὸ «λόγο» καὶ στά «ῥήματα τοῦ Θεοῦ», καὶ μετὰ ὅλα τὰ ἄλλα, τὰ «σωματικὰ» καὶ γήινα, θὰ πάρουν νόημα καὶ ἀξία. Ὁ ἄνθρωπος μέ ὅλα αὐτὰ δέν τίθεται μπροστὰ σὲ κάποιο τραγικὸ δίλλημα ἐπιλογῆς: ἢ τὰ ὑλικὰ καὶ ἀνθρώπινα ἢ τὰ πνευματικὰ καὶ θεῖα. Γιατὶ δέν πρόκειται γιά δύο ἀντίθετους καὶ ἐχθρικοὺς κόσμους. Ὁ ἄνθρωπος καλεῖται νά πραγματώσει στήν ζωὴ του ἁρμονικὰ καὶ διαλεκτικὰ τήν μεγάλη σύνθεση τῶν δύο καὶ τὴν σωστὴ ἀξιολόγηση τῶν πραγμάτων πού τὰ ἐκφράζουν. Καὶ αὐτὸ δέν σημαίνει ἀσφαλῶς, παραθεώρηση ἢ ὑποβάθμιση τοὺς ἑνὸς κόσμου καὶ ὑπερεκτίμηση τοῦ ἄλλου. Ἡ βιβλικὴ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου καὶ τῶν ἀνθρωπίνων πραγμάτων βρίσκεται ἀκριβῶς στήν ἑνότητα τῶν δύο, τοῦ σωματικοῦ καὶ τοῦ πνευματικοῦ, τοῦ ἀνθρώπινου καὶ τοῦ θείου, τοῦ χρονικοῦ καὶ τοῦ αἰώνιου.

Δύο, ἀκόμη, στοιχεῖα εἶναι ἰδιαίτερα ἐνδιαφέροντα ἀπὸ τὸν πρῶτο πειρασμό. Τὸ ἕνα εἶναι ἡ χρήση ἁγιογραφικῶν ἐκφράσεων ἀπὸ τὸν πειραστή, ποὺ παρατηρεῖται καὶ στούς δύο ἄλλους πειρασμούς, καὶ τὸν δεύτερο ἡ χρήση τοῦ ὅρου «ῥῆμα», γιά νά ἐκφρασθεῖ στό σύνολό του ὁ κόσμος τοῦ Θεοῦ. Ὁ διάβολος παρουσιάζεται ἐδῶ μέ ἔνδυμα προβάτου, ὡς σεβόμενος βαθύτατα τίς Γραφές, γιά νά ἐξαπατήσει καὶ νά πετύχει τοὺς σκοποὺς του. Ἐμφανίζεται, μάλιστα, ὡς ἐνδιαφερόμενος γιά τὴν «ἀποκάλυψη» τῆς ἀληθείας καὶ ζητεῖ ἀποδείξεις γι’ αὐτήν, ἐνῶ στήν πραγματικότητα εἶναι ψεύτης καὶ «πατὴρ τοῦ ψεύδους» (Ἰωάν. 8, 44).

Μὲ τὸν ὅρο «ῥῆμα» δέν ὑπονοοεῖται μόνο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, τὸ διδακτικὸ καὶ κηρυγματικό στοιχεῖο, ἀλλὰ καὶ τὰ ἔργα τοῦ Θεοῦ, τὸ σύνολο τῆς Θείας οἰκονομίας καὶ τοῦ πνευματικοῦ κόσμου. Στήν τάση ἀληθοφάνειας τοῦ διαβόλου καὶ στήν διάθεσὴ του νά φέρει σύγχυση στόν ἄνθρωπο μὲ τὴν διαστρέβλωση τῶν πραγμάτων, ὁ Ἰησοῦς φανερώνει τὴν ἀλήθεια καὶ ἀντιπαραθέτει στίς μεθοδεῖες του τὸ σύνολο τοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ, ποὺ πραγματοποιεῖται διὰ μέσου τῶν αἰώνων γιά τήν σωτηρίᾳ τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι, ὁ ἄνθρωπος βρίσκει τὴν ἀλήθεια καὶ σώζεται μόνο ὅταν διαλέγεται μέ τὸν Θεὸ καὶ κοινωνεῖ μαζὶ του καὶ ἀπορρίπτει κάθε διάλογο μὲ τὸν πλάνο διάβολο. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς αὐτὸ ἀκριβῶς ἔκανε καὶ ἔδωσε «τύπο» ζωῆς γιά ὅλους μας, ὅταν μέ τὴν ἀπάντησή του στόν πρῶτο πειρασμὸ ἀρνήθηκε κάθε διάλογο μὲ τὸν πειραστή.

Ὁ δεύτερος πειρασμὸς τοῦ Ιησοῦ

Ὁ δεύτερος πειρασμὸς εἶναι πνευματικότερος καὶ γι’ αὐτὸ δυσκολότερος ἀπὸ τὸν πρῶτο. Πρόκειται γιά τὸν πειρασμὸ τῆς συνειδητοποίησης τῆς δυνατότητας τοῦ ἀνθρώπου νά κοινωνεῖ μέ τὸν Θεὸ καὶ τὴν διάθεσὴ του νά «ἐλέγξει» αὐτὴ τήν σχέση, ὥστε νά τὴν χρησιμοποιεῖ κατά τίς προθέσεις του καὶ τὰ ἐγκόσμια συμφέροντά του. Πρόκειται γιά τὸν πειρασμό, ὅπως θὰ λέγαμε σήμερα, τῶν «ἐμπόρων τοῦ πνεύματος», ἕναντι τοῦ πειρασμοῦ τῶν «ἐμπόρων τοῦ χρήματος» τῆς προηγουμένης περίπτωσης. Ὁ πειρασμὸς αὐτὸς ἀναφέρεται σ’ ἐκείνους πού θέλουν νά «ἐκμεταλλευτοῦν» κάθε πνευματικὴ ἀξία καὶ νά χρησιμοποιήσουν πρὸς ὄφελός τους κάθε πνευματικὴ θέση καὶ ἐξουσία πού κατέχουν.

Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ δεύτερος πειρασμὸς διαδραματίζεται σὲ ἱερὸ χῶρο, ὅπου συνήθως βρίσκονται αὐτοὶ οἱ «ἐκμεταλλευτὲς» τοῦ πνεύματος καὶ ὅπου δέν θὰ ὑποψιαζόταν κανεὶς τὴν παρουσία τοῦ διαβόλου. Ἐκεῖ ὅπου ὁ ἄνθρωπος συνήθως εἶναι περισσότερο ἀνοιχτὸς στά πνευματικὰ θέματα, παρουσιάζεται συγχρόνως εὐάλωτος καὶ στούς πνευματικοὺς διαλογισμούς. Οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι εἶναι ἰδιαίτερα ἐπιρρεπεῖς στόν δεύτερο αὐτὸ πειρασμό. Ὁ Νίτσε κάποτε κατηγόρησε, καὶ δυστυχῶς χωρὶς νά ἔχει ἄδικο, τοὺς «πνευματικοὺς» ἀνθρώπους, ὅτι εἶναι ἱκανοὶ νά θυσιάσουν «μερικὰ κιλὰ ἀπὸ τήν σάρκα τους» ἀρκεῖ νά κερδίσουν καὶ νά ἐμπορευθοῦν πρὸς ὄφελός τους τὸ πνεῦμα καὶ ἔτσι νά κυριαρχήσουν καὶ νά ἐπιβληθοῦν «πνευματικὰ» στούς ἄλλους.

Τὸ εὐαγγελικὸ κείμενο καὶ στήν περίπτωση τοῦ δευτέρου πειρασμοῦ εἶναι ἰδιαίτερα ἐκφραστικό: «παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς τὴν ἁγίαν πόλιν, καὶ ἵστησιν αὐτὸν ἐπὶ τὸ πτερύγιον τοῦ ἱεροῦ, καὶ λέγει αὐτῷ· εἰ υἱὸς τοῦ Θεοῦ, βάλε σεαυτὸν κάτω· γέγραπται γὰρ ὅτι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ ἐντελεῖται περὶ σοῦ, καὶ ἐπὶ χειρῶν ἀροῦσι σέ, μήποτε προκόψης πρὸς λίθον τὸν πόδα σου» (Ματθ. 4, 5-6).

Ὁ Ἰησοῦς μέ τὸν πειρασμὸ αὐτὸν τοποθετεῖται πρὸ τοῦ προβλήματος τῆς πνευματικῆς ταυτοτητάς του: «εἰ υἱὸς τοῦ Θεοῦ». Καὶ προσκαλλεῖται ἀπὸ τὸν πειραστή νά «ἐλέγξει» αὐτὴ τήν σχέση του μέ τὸν Θεὸ Πατέρα: «βάλε σεαυτὸν κάτω». Γιά νά βεβαιωθεῖ ὁ Ἰησοῦς, ἂν ὁ Θεὸς Πατέρας εἶναι πιστὸς στίς «ὑποχρεώσεις» του πρὸς τὸν Υἱὸ του καὶ ἂν πράγματι εἶναι ὁ ἴδιος ὁ ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ, αὐτὸ πρέπει νά ἐξακριβωθεῖ ἐμπράγματα καὶ ν’ ἀποδειχθεῖ πρὸς τοὺς ἄλλους. Τίθεται, ἑπομένως, θέμα κάποιου «ἐλέγχου» καὶ κάποιας «ἐπίδειξης» τῆς Θείας φύσης του καὶ τῆς μεσσιανικῆς ἀποστολῆς του, καὶ μάλιστα δημόσια καὶ διὰ «σημείων». Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἔχουν ἀνάγκη μιᾶς τέτοιας ἐπιβεβαίωσης καὶ δέν ἀντιλαμβάνονται ὅτι αὐτὸς εἶναι ὁ μεγάλος πνευματικὸς πειρασμὸς τους.

Ἡ ὑποταγὴ καὶ ἡ ἧττα στόν πειρασμὸ αὐτὸ θὰ σήμαινε γιά τὸν Ἰησοῦ ἀμφισβήτηση τῆς ἐσωτερικῆς του αὐτοσυνειδησίας ὡς «υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» καὶ κατ’ ἐπέκταση κλονισμὸ τῆς ἐμπιστοσύνης τῶν ἀνθρώπων στό πρόσωπό του καὶ στήν ἀποστολὴ του. Θὰ εἴχαμε τότε μετάθεση τοῦ μεσσιανικοῦ προβλήματος ἀπὸ τὸ ἐπίπεδο τῆς προσωπικῆς αὐτογνωσίας καὶ μαρτυρίας τοῦ Ἰησοῦ στό ἐπίπεδο τῆς ἐξωτερικῆς ἐπιβεβαίωσης καὶ ἱστορικῆς «ἀπόδειξης». Ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται καὶ ἡ ὑποχθόνια σατανικότητα τοῦ πειρασμοῦ, γιά ἐξωτερικὲς «τεχνικὲς» ἐπιβεβαιώσεις κάθε πνευματικῆς κλήσης καὶ πνευματικῆς ἀποστολῆς. Ἡ «ἀνάγκη» ἐκμετάλλευσης τῆς σχέσης τοῦ ἀνθρώπου μέ τὸν Θεὸ μᾶς θυμίζει αὐτό πού συνήθως συμβαίνει καί μέ τοὺς διαφόρους μάγους καὶ μάντεις, οἱ ὁποῖοι «χρησιμοποιοῦν» τήν θρησκεία καὶ ἐκμεταλλεύονται κάθε τάση τοῦ ἀνθρώπου γιά διερεύνηση καὶ «ἔλεγχο» τοῦ μέλλοντος.

Αὐτὸς ὁ δεύτερος πειρασμὸς τῆς ἐρήμου, τῆς πνευματικῆς αὐτοβεβαίωσης καὶ πνευματικῆς αὐταρκείας, συνήθως ἀνεξαρτοποιεῖ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ἀπομακρύνει ἀπὸ τὴν ἐκζήτηση τοῦ ἐλέους του, τὸν κάνει αὐτόνομο καὶ ὑπερόπτη. Ὅπως ὁ πειρασμὸς τῆς οἰκονομικῆς ἀσφαλείας, ἔτσι καὶ πειρασμὸς τῆς πνευματικῆς αὐταρκείας, στρέφουν οὐσιαστικὰ τὸν ἀνθρωπο κατὰ τῆς σχέσης του μέ τὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἰησοῦς, ἐπειδὴ ἀκριβῶς κατάλαβε τὸ βαθυτερο νόημα τοῦ πειρασμοῦ, τὸν ἀπορρίπτει μέ βδελυγμία: «οὐκ ἐκπειράσεις Κύριον τὸν Θεόν σου» (Ματθ. 4, 7).

Ἡ σχέση τοῦ Ἰησοῦ μέ τὸν Θεὸ Πατέρα δέν ἐπιδέχεται οὔτε διερμηνεῖς οὔτε καὶ ἐπιβεβαιώσεις ἐξωτερικές. Στηρίζεται στήν προσωπικὴ γνώση καὶ ἐσωτερικὴ ἐμπειρία τοῦ ἰδίου τοῦ Ἰησοῦ. Εἶναι, δηλαδὴ, θέμα αὐτογνωσίας καὶ αὐτοσυνειδησίας του. Ἡ προσπάθεια ἀμφισβήτησης καὶ διασάλευσης τῆς σχέσης τοῦ Ἰησοῦ ὡς Υἱοῦ μέ τὸν Πατέρα εἶναι ἔργο τοῦ δαίμονα καὶ σημαίνει πάντοτε γιά τοὺς ἀνθρώπους παρέμβαση στήν πίστη τους κάποιου πνευματικοῦ πειρασμοῦ. Αὐτὸ πρέπει νά τὸ ἔχει κατὰ νοῦν ὁ κόσμος, ὅταν καὶ ἀπὸ ὁπουδήποτε παρακινεῖται σὲ ἀμφισβήτηση τῆς θεϊκότητας τοῦ Ἰησοῦ καὶ τῆς Θείας ἀποστολῆς του.

Ὁ τρίτος πειρασμὸς τοῦ Ἰησοῦ

Τέλος ὁ τρίτος πειρασμὸς ἀποτελεῖ τὴν ἀποκορύφωση ὅλων τῶν πειρασμῶν καὶ ἀποσκοπεῖ στήν καθολικὴ ἀλλοτρίωση τοῦ πνευματικοῦ ἀνθρώπου μέ τὸ δέλεαρ τῆς ἐξουσίας. Ἔτσι, ὁ πειρατὴς διάβολος προσπαθεῖ ν’ ἀποπροσανατολίσει καὶ αὐτὸν τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὴν πνευματικὴ καὶ σωτηριολογικὴ του ἀποστολή, ἐμβάλλοντας τὴν ἰδέα ἑνὸς ἀκράτου ἱστορικοῦ καὶ κοινωνικοῦ μεσσιανισμοῦ. Εἶναι πολὺ χαρακτηριστικό, ὅτι ὁ πειραστὴς κατ’ ἀρχὴν δέν προσπαθεῖ ν’ ἀποτρέψει τὸν Ἰησοῦ νά γίνει Μεσσίας, ἀλλὰ ἐπιχειρεῖ νά θέσει ὑπὸ ἔλεγχο τὴν ἀποστολὴ του μέσα στόν κόσμο κάτω ἀπὸ τὴν δικὴ του ἐξουσία καὶ τήν δική του κυριαρχία: “Πάλιν παραλαμβάνει αὐτὸν ὁ διάβολος εἰς ὄρος ὑψηλὸν λίαν, καὶ δείκνυσιν αὐτῷ πάσας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν· καὶ λέγει αὐτῷ· ταῦτα σοὶ πάντα δώσω, ἐὰν πεσὼν προσκυνήσης μοι”(Ματθ. 4, 8-9). Ἐδῶ, πράγματι, ἀνακεφαλαιώνεται ὁ πειρασμὸς τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς δύναμης καὶ ἀναβαθμίζεται ἡ τάση τοῦ ἀνθρώπου νά θέσει ὑπὸ τὴν ἐξουσία του “πάσας τὰς βασιλείας τοῦ κόσμου καὶ τὴν δόξαν αὐτῶν”, ὡς κυριαρχικὴ ἔφεση στήν διαμόρφωση τοῦ ἤθους καὶ τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς του.

Ἀντιλαμβάνεται πολὺ καλὰ κανεὶς ἐδῶ τὸ “δαιμονικὸν” τοῦ πράγματος καὶ τήν δόλια σατανικότητα τῆς πρότασης. Ἐὰν θὰ μπορούσαμε νά ὑποθέσουμε, ὅτι ὁ Ἰησοῦς ὡς Χριστὸς θὰ δεχόταν τὴν ὥρα ἐκείνη τὴν πρόταση τοῦ πειρασμοῦ καὶ θὰ συμμαχοῦσε μέ τὸν ἀντίχριστο διάβολο, τότε θὰ εἴχαμε ἀσφαλῶς τὴν πιὸ σκοτεινὴ καὶ τρομακτικὴ συμμαχία. Ὁ ἐγκοσμιοκρατικὸς μεσσιανισμὸς δέν θὰ ἦταν πλέον ἕνας ἁπλὸς πειρασμός, ἀλλὰ θὰ ἐπιβαλλόταν σὰν ἱστορικὸ καὶ κοινωνικὸ σύστημα ζωῆς μέ ὅλες τίς δυσμενεῖς ἐπιπτώσεις. Ὁ Ἰησοῦς δέν θὰ ἦταν ὁ λυτρωτὴς Χριστὸς ἀλλ’ ὁ ἐξουσιαστὴς Μέσσίας, καὶ ἡ κυριαρχικὴ του ἐξουσία θ’ ἀντικαθιστοῦσε τήν δύναμη καὶ τὴν τυραννία τῶν βασιλέων καὶ ἀρχόντων τοῦ κόσμου τούτου μέ μεθοδεῖες δαιμονικές. Ἡ δύναμη, ἡ ἐξουσία καὶ ἡ δόξα θὰ ἦσαν οἱ πλέον κυρίαρχες ἀξίες τῆς ζωῆς. Ὁ Χριστὸς καὶ ὁ Ἀντίχριστος θὰ προβάλλονταν ὡς οἱ δύο ὄψεις “τοῦ ἰδίου νομίσματος” καὶ ὡς οἱ ἐκφραστὲς τῆς ἰδίας ἐξουσίας καὶ τῆς ἰδίας ἱστορικῆς πραγματικότητας.

Τότε θὰ ὑπῆρχε τὸ παραδοξο τῆς μὴ διάκρισης μεταξὺ ἀληθείας καὶ ψεύδους, μεταξὺ δικαιοσύνης καὶ ἀδικίας, μεταξὺ ἐλευθερίας καὶ δουλείας. Σύγχυση μεταξὺ φωτὸς καὶ σκότους, καλοῦ καὶ κακοῦ, θείου καὶ δαιμονικοῦ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς διὰ μέσου τῆς ἀνίερης αὐτῆς συμμαχίας δέν θὰ ὁδηγεῖτο ἀσφαλῶς στόν σταυρὸ καὶ στό μαρτύριο ἀλλὰ στήν κοσμικὴ ἐξουσία καὶ στήν ἀπατηλὴ δόξα. Ὅλες οἱ ἀρχὲς καί οἱ ἐξουσίες τοῦ παρόντος κόσμου, οἱ δυνάμεις τοῦ πονηροῦ καὶ τὰ σκοτεινὰ πνεύματα, θὰ ἐτίθεντο στήν διαθεση τοῦ Ἰησοῦ, τοῦ νέου κοσμοκράτορος τοῦ αἰῶνος τούτου, καὶ θὰ συνέβαινε αὐτό πού ἐπιθυμοῦσε ὁ πειραστὴς διάβολος, δηλαδὴ ἡ κυριαρχία τῆς δικῆς του ἐξουσίας. Ὅλα αὐτά μέ μόνο μία προϋπόθεση καὶ δέσμευση: ” Ἐὰν πεσὼν προσκυνήσης μοι”. Ἡ ὁλοκλήρωση τῆς διαστροφῆς καὶ τῆς ἀλλοτρίωσής πού πάντα ἐπιδιώκει ὁ πειραστὴς καὶ τὴν μεθόδευσε μέ τὸν τρίτο πειρασμό, θὰ ἦταν ἱστορικὴ πραγματικότητα.

Μὲ τὰ δεδομένα αὐτά, θὰ λέγαμε, ὅτι ὁ πειραστὴς δέν θὰ ἀποτρέψει ποτὲ καὶ κανέναν ἀπὸ ὁποιαδήποτε “πνευματικὴ” ἐπιδίωξη καὶ κοινωνικὴ “ἀποστολή”. Δέν θὰ ἀποθαρρύνει ποτὲ τοὺς ἀνθρώπους νά ἐπιθυμοῦν καὶ νά ἐπιδιώκουν ν’ ἀνέλθουν τίς βαθμίδες οἱασδήποτε ἱεραρχικῆς κλίμακας, ἀκόμη καὶ αὐτῶν τῶν πλέον ἱερῶν καὶ πνευματικῶν ἀξιωμάτων. Ἡ μόνη του ἐπιδίωξη εἶναι, ὅλοι αὐτοὶ νά ἐκφράζουν, “κατὰ τὴν ἐνάσκηση τῶν καθηκόντων τους”, τὸ δικὸ του πνεῦμα καὶ τήν δική του ἐξουσία. Κατὰ δὲ τὴν ἀνέλιξη καὶ ἐξέλιξή τους νά προτιμοῦν τὴν δύναμη καὶ τὴν προστασία τοῦ Καίσαρα καὶ ὄχι τίς πνευματικὲς ἀξίες. Ἡ προτίμηση τῆς πτωχείας καὶ τοῦ μαρτυρικοῦ βίου καὶ ἡ συνέπεια πρὸς κάποιες πνευματικὲς ἀρχὲς εἶναι μωρία γιά τὰ δεδομένα τοῦ παρόντος κόσμου. Αὐτὴ εἶναι ἡ “σώφρων λογικὴ” τοῦ πειραστῆ. Καὶ δυστυχῶς ἡ ἱστορία μας φανερώνει, ὅτι ἡ “λογικὴ” αὐτὴ θέλγει καὶ προτιμᾶται ἀπὸ τοὺς περισσότερους ἀνθρώπους. Πολλοὶ εἶναι ἐκεῖνοι καὶ ἀπὸ τὸν χῶρο τῆς θρησκευτικῆς καὶ ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, οἱ ὁποῖοι προτίμησαν καὶ προτιμοῦν “τά τοῦ Καίσαρος” παρὰ “τά τοῦ Χριστοῦ” καὶ θέτουν τὸ ἔργο τους καὶ τὴν “ἀποστολὴ” τους ὑπὸ τὴν ἐξουσία τοῦ πειραστὴ παρὰ τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Ἰησοῦς, ὅμως, στήν ἔρημο μέ τήν μοναδική ἐκείνη ἀπάντηση πρὸς τὸν πειραστή, “ὕπαγε ὀπίσω μου, σατανᾶ· γέγραπται γάρ, Κύριον τὸν Θεόν σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις” (Ματθ. 4, 10), ἔδωσε παράδειγμα αἰώνιο πρὸς μίμηση γιά τοὺς πιστοὺς του ὅλων τῶν αἰώνων. Αὐτὴ εἶναι μία ἀπάντηση ξεκάθαρη καὶ τελική. Μία ἀπάντηση πού ἔφερε τήν μεγάλη σύγκρουση καὶ τήν μεγάλη ῥήξη. Ἀπὸ τότε δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει ὁποιαδήποτε σχέση μεταξὺ τοῦ πνεύματος τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ πνεύματος τοῦ δαιμονίου. Χριστὸς καὶ Ἀντίχριστος βρίσκονται σὲ δύο διαφορετικὰ στρατόπεδα καὶ ἐκφράζουν δύο διαφορετικοὺς κόσμους. Ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ “οὔκ ἐστιν ἐκ τοῦ κόσμου τούτου” καὶ ἡ ἐξουσία τοῦ Ἀντιχρίστου προσπαθεῖ νά ἐπιβάλλει τήν λογική του στόν παρόντα αἰῶνα.

Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς σὲ λίγο, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς μὴ ὑποταγῆς του στήν “λογικὴ” τοῦ πειραστῆ, θὰ ὁδηγηθεῖ μέ πονηρὲς μεθοδεύσεις στόν σταυρὸ καὶ στόν θάνατο. Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, συντασσομένη πρὸς τὸ παράδειγμα τοῦ Κυρίου της, θὰ διώκεται καὶ θὰ σταυρώνεται καὶ αὐτή, κατὰ φυσικὴ ἀκολουθία τῆς πιστότητάς της. Τὸ ψέμα καὶ ἡ ἀδικία θὰ εἶναι πλέον στό μέλλον τὸ πιὸ ἀποτελεσματικὸ καί μοναδικὸ τέχνασμα τοῦ διαβόλου, γιά νά ἐπιβάλλει τὴν ἐξουσία του στόν κόσμο καὶ νά παρασύρει πρὸς τὸ μέρος του ἀνθρώπους σὲ ὅλες τίς ἐποχές. Μία μέθοδος, ποὺ καί μέ τὸ δέλεαρ τῆς ἐξουσίας, ἀποδείχθηκε πολὺ ἀποτελεσματική. Ἡ ἱστορία μᾶς τὸ ἐπιβεβαιώνει καθημερινά.

 

 

Ἡ θεραπεία τοῦ τυφλοῦ στήν Ἱεριχώ

 

Μητρ. Ἀντωνίου Bloom

«᾿Εγένετο δὲ ἐν τῷ ἐγγίζειν αὐτὸν εἰς ῾Ιεριχὼ τυφλός τις ἐκάθητο παρὰ τὴν ὁδὸν προσαιτῶν· ἀκούσας δὲ ὄχλου διαπορευομένου ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. ἀπήγγειλαν δὲ αὐτῷ ὅτι ᾿Ιησοῦς ὁ Ναζωραῖος παρέρχεται. καὶ ἐβόησε λέγων· ᾿Ιησοῦ υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με· καὶ οἱ προάγοντες ἐπετίμων αὐτῷ ἵνα σιωπήσῃ· αὐτὸς δὲ πολλῷ μᾶλλον ἔκραζεν· υἱὲ Δαυΐδ, ἐλέησόν με. σταθεὶς δὲ ὁ ᾿Ιησοῦς ἐκέλευσεν αὐτὸν ἀχθῆναι πρὸς αὐτόν. ἐγγίσαντος δὲ αὐτοῦ ἐπηρώτησεν αὐτὸν λέγων· τί σοι θέλεις ποιήσω; ὁ δὲ εἶπε· Κύριε, ἵνα ἀναβλέψω. καὶ ὁ ᾿Ιησοῦς εἶπεν αὐτῷ· ἀνάβλεψον· ἡ πίστις σου σέσωκέ σε. καὶ παραχρῆμα ἀνέβλεψε, καὶ ἠκολούθει αὐτῷ δοξάζων τὸν Θεόν· καὶ πᾶς ὁ λαὸς ἰδὼν ἔδωκεν αἶνον τῷ Θεῷ.». (Λουκ. 18, 35-43).

Ὁ τυφλὸς ἄνθρωπος πού καθόταν μπροστὰ στίς πύλες τῆς Ἱεριχοῦς ἤξερε ὅτι εἶναι τυφλός. Καὶ ἐμεῖς εἴμαστε τυφλοί, ἀλλὰ δέν τὸ ξέρουμε. Ἐκεῖνος τὸ ἤξερε, γιατὶ ὅλοι γύρω του μποροῦσαν νά τοῦ ποῦν ὅ,τι βλέπουν. Μποροῦσαν νά τοῦ περιγράψουν ὅ,τι βλέπουν καὶ ἔτσι ἐκεῖνος μποροῦσε νά καταλάβει τί τοῦ λείπει.

Καὶ ἐμεῖς εἴμαστε τυφλοί. Ἂν συγκριθοῦμε μέ τοὺς ἁγίους, δηλαδή, μέ ἀνθρώπους ὅπως ἐμεῖς πού, ὅμως, ἔγιναν φῶς μέ ὅλη τὴν ψυχὴ τους, ποὺ μάθαιναν νά βλέπουν μέ τὴν καρδία καί με τὸν νοῦ τους, τότε γίνεται σαφές, πόσα δέν βλέπουμε.

Πολὺ ἄσχημο, ὅμως, σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση γιά μᾶς, εἶναι τὸ γεγονός, ὅτι ὑπάρχουν ἀνάμεσά μας πολὺ λίγοι ἄνθρωποι πού βλέπουν, ἀλλὰ ἀκόμα πιὸ ἄσχημο εἶναι, ὅτι πιστεύουμε, ὅτι αὐτὴ ἡ κατάσταση τῆς πλειονότητας τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἡ κανονική. Καὶ ἐὰν κάποιος –πολὺ σπάνια!– βλέπει, ἀκούει, νιώθει ἢ καταλαβαίνει κάτι ἀσυνήθιστο, τότε τὸν θεωροῦμε ἰδιόρυθμο. Δέν τὸν θεωροῦμε ὡς κριτήριο γιά μᾶς καὶ δέν τὸν ἀφήνουμε νά κρίνει τὴν τυφλότητα καὶ ἀναισθησία μας καὶ νά μᾶς ἀποδείξει ὅτι ζοῦμε πραγματικὰ ὡς νεκροί. Ὄλες τίς ἐποχές, σὲ ὅλες τίς χῶρες ὅπου φανερώθηκαν ἅγιοι, οἱ ἄνθρωποι τοὺς φέρονταν ὅπως φέρθηκαν στόν Χριστό. Τοὺς ἄκουγαν καχύποπτα, περιγελοῦσαν τὰ λόγια τους, δέν ἄκουγαν τίς συμβουλὲς τους καὶ ἀκολουθοῦσαν τὸν δρόμο τους. Καμιὰ φορὰ θαύμαζαν τὰ χαρίσματά τους, ἀλλὰ τὰ θεωροῦσαν τόσο ἀσυνήθιστα καὶ ἀφύσικα, ὥστε δέν εἶχε νόημα νά προσπαθεῖ κανεὶς νά τὰ ἀποκτήσει.

Ἔτσι καὶ τώρα εἴμαστε τυφλοί, δέν βλέπουμε, δέν νιώθουμε. Γι΄αὐτὸ πρέπει νά ἀναρωτηθοῦμε: Τί δέν βλέπουμε? Τότε, ἴσως, θὰ προσπαθήσουμε νά καταλάβουμε καὶ νά ἀκούσουμε πιὸ προσεκτικά.

Δέν βλέπουμε, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἀνάμεσα μας, στήν ἐκκλησία, ἔξω ἀπὸ τὸν ναό. Ὁ Κύριος εἶναι παρών παντοῦ. Ζοῦμε,ὅμως, λές καὶ δέν ὑπάρχει. Εἶναι κοντὰ μας, ἀναπνέουμε, κινούμαστε, ὑπάρχουμε μέσα ἀπὸ Αὐτόν. Ἀλλὰ δέν τὸ συνειδητοποιοῦμε. Ἀποδίδουμε σὲ μᾶς ζωή, δύναμη, νοῦ, αἰσθήματα, χαρίσματα καὶ ἐπιτυχία καὶ ἀφήνουμε ἔξω Ἐκεῖνον πού εἶναι ἡ αἰτία ὅλων αὐτῶν. Σχετικά μέ αὐτὸ τὸ γεγονὸς εἴμαστε τυφλοί: Ὁ Κύριος εἶναι ἀνάμεσά μας, ἀλλὰ ἐμεῖς ἀπασχολούμαστε μέ ἄδειες σκέψεις, ἀνόητα συναισθήματα καὶ κενὲς κουβέντες πού μᾶς ἀδειάζουν. Αὐτός, ὅμως, στέκεται σιωπηλὸς κοντὰ μας, σὰν ἕνας ζητιάνος μπροστὰ σὲ μιά πόρτᾳ. Μήπως κάποιος ῥίξει μιά ματιά σ΄Αὐτόν! Μήπως κάποιος Τὸν προσέξει! Μήπως κάποιος νιώσει τὴν παρουσία Του! Μήπως ἀλλάξει ἡ παρουσία Του κάτι στήν καρδιά, στόν νοῦ ἢ στά λόγια, τοὐλάχιστον ἑνὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους!

Δέν βλέπουμε. Καὶ εἴμαστε τόσο πολλοί, ὥστε δέν μᾶς φοβίζει ὅτι εἴμαστε τυφλοί. Ὅλοι εἶναι τυφλοί, δηλαδὴ ἡ τυφλότητα εἶναι ἡ κανονικὴ κατάσταση. Τὶ φοβερὸ νά κοιτάζουμε γύρῳ μας καὶ νά εἴμαστε τυφλοί! Κάθε ἄνθρωπος εἶναι μιά εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Ἐμεῖς, ὅμως, δέν βλέπουμε τίποτα ἰδιαίτερο σ΄ ἕναν ἄνθρωπο. Μάλιστα, ἡ εἰκόνα εἶναι παραμορφωμένη. Μά, ἄραγε, ἔτσι φερόμαστε σὲ μιά εἰκόνα χαλασμένη ἀπὸ ἀνθρώπινη τραχύτητα, ὅπως φερόμαστε σὲ ἕναν ἄνθρωπο?  Ἂν βρίσκαμε μιά τσαλαπατημένη καὶ χαλασμένη εἰκόνα, μέ τί εὐλάβεια καί τί πόνο στήν ψυχὴ θὰ τὴν παίρναμε, θὰ τὴν σφίγγαμε στήν καρδία καὶ θὰ τὴν φέρναμε στό σπίτι μας, ὅπου θὰ τὴν καθαρίζαμε καὶ θὰ τὴν βάζαμε σὰν μάρτυρα κοντὰ στίς ἄλλες εἰκόνες! Θὰ θεωρούσαμε τίς βλάβες σὰν πληγὲς καὶ θὰ αἰσθανόμασταν εὐλάβεια μπροστὰ τους, ἐπειδὴ σ΄αὐτές τίς πληγὲς θὰ ἀναγνωρίζαμε τίς πληγὲς τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔγινε Ἄνθρωπος, ὅταν Τὸν χτύπησαν οἱ ἄνθρωποι, Τὸν κλώτσησαν μέ τὰ πόδια τους, Τὸν ἔφτυσαν κατάμουτρα, Τὸν περιγέλασαν καὶ Τὸν κοροΐδεψαν. Ὅλα αὐτὰ θὰ μπορούσαμε νά τὰ βλέπουμε σὲ μιά εἰκόνα γραμμένα μέ χρώματα.

Μὰ μπροστὰ μας βρίσκεται μιά εἰκόνα πού δέν εἶναι φτιαγμένη ἀπὸ τὰ χέρια ἑνὸς ἀνθρώπου ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Ἴδιο τὸν Θεό: Ἕνας ἄνθρωπος. Σ΄ ἕναν ἄνθρωπο βλέπουμε ὁ,τιδήποτε ἐκτὸς ἀπὸ μιά εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, καὶ μάλιστα δέν τοῦ φερόμαστε, ὅπως θὰ φερόμασταν σὲ μιά εἰκόνα γιά τὴν ὁποία μόλις σᾶς μίλησα.

Ἄραγε μᾶς πονάει ἡ καρδιά, ὅταν βλέπουμε ἕναν ἄνθρωπο ποὺ κάνει κακὸ ἢ εἶναι γεμάτος ζηλοφθονία?  Ὄχι, δέν μᾶς πονάει, νιώθουμε ἀηδία. Ἀλλὰ ὁ ἄλλος, βλέποντας ἐμᾶς, αἰσθάνεται τὴν ἴδια ἀηδία, ἐπειδὴ δέν εἴμαστε καλύτεροι ἀπὸ αὐτούς πού κρίνουμε. Καὶ συνεπῶς, ἕνας τυφλὸς χτυπάει στό σκοτάδι ἕναν ἄλλο τυφλό καὶ κανεὶς δέν παραδέχεται ὅτι εἶναι τυφλός. Εἶναι τρομερό.

Καὶ κάτι ἄλλο ἀκόμα: Τὸ πᾶν βρίσκεται στά χέρια τοῦ Κυρίου. Ναί, τὸ πῶς ὁ Κύριος ὁδηγεῖ ἕναν ἄνθρωπο στόν δρόμο του εἶναι ἀπρόβλεπτο καὶ κανεὶς δέν μπορεῖ νά τὸ καταλάβει ἐντελῶς: Ὁ δρόμος μπορεῖ νά εἶναι φρικτός, μπορεῖ νά εἶναι γεμάτος φῶς, ὥστε νά θαμπώσουν τὰ μάτια. Μπορεῖ νά εἶναι τόσο σεμνὸς καὶ ἀπαρατήρητος, ὥστε χρειάζεται ὅλη τὴν προσοχὴ μας γιά νά καταλάβουμε τίς πράξεις τοῦ Θεοῦ. Ὅλη ἡ ζωή, ἡ ζωὴ καθενὸς ἀνθρώπου, τοῦ καθενὸς ἀπὸ μᾶς, εἶναι στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὅλα ὅσα συμβαίνουν στήν ζωὴ μας, ὅλα –χωρὶς ἐξαίρεση!– ἔχουν νόημα. Ἂν μόνο ἀνοίγαμε τὰ μάτια μας καὶ ἀναρωτιόμασταν: Ποῦ μέ ὁδηγεῖ ὁ Κύριος? Τὶ σημαίνει τὸ ἕνα καὶ τὸ ἄλλο στήν ζωή μου, ἀντὶ νά κραυγάζουμε: Δέν μὲ βολεύει! Πονάει! Αὐτό μέ ἐκνευρίζει! Δέν τὸ θέλω! Ἄφησέ με, Κύριε, μὲ τοὺς μακαρισμούς Σου, οἱ ὁποῖοι μιλοῦν γιά πεῖνα καὶ δάκρυα, γιά διωγμὸ καὶ μοναξιά. Δέν τὰ θέλω ὅλα αὐτά!

Εἴμαστε τυφλοί. Τυφλοὶ σχετικά μέ τὴν δικὴ μας ζωή, ἀλλὰ καὶ σχετικά με τὴν περιπλοκὴ καὶ πλούσια ζωὴ τῶν ἄλλων πού εἶναι δεμένοι μέ μᾶς. Εἴμαστε τυφλοὶ στό νά καταλαβαίνουμε τοὺς δρόμους τοῦ Θεοῦ στήν ἱστορία, τυφλοὶ σὲ σχέση μέ μοναδικοὺς ἀνθρώπους ἢ ὁλόκληρες ὁμάδες ἀνθρώπων, σὲ πιστοὺς καὶ ἀπίστους, σὲ δικοὺς μας καὶ σὲ ξένους. Στούς δικοὺς μας εἴμαστε τόσο τυφλοὶ ὅσο καὶ στούς ξένους. Ἄραγε δέν εἶναι σαφές, ἂν ἁπλὰ τὸ σκεφτοῦμε λίγο?

Καὶ ἔτσι καθόμαστε στήν σκόνη μπροστὰ στίς πύλες τῆς Ἱεριχοῦς καὶ θεωροῦμε τὸν ἑαυτὸ μας ὅτι δέν εἴμαστε τυφλοί. Καὶ περνάει ὁ Χριστός, ἀλλὰ ἐμεῖς δέν φωνάζουμε δυνατά. Δέν ὑπάρχει ἀνάγκη νά μᾶς μαλώσουν οἱ ἄλλοι νά σωπάσουμε, νά μὴν ἐνοχλήσουμε τὸν Δάσκαλο. Τὶ χρειαζόμαστε ἀπὸ Αὐτόν? Τὰ ξέρουμε ὅλα! Τὶ μπορεῖ νά μᾶς δώσει? Βλέπουμε καὶ ζοῦμε. Ὄχι! Δέν εἶναι ἔτσι. Εἴμαστε τυφλοὶ καὶ νεκροί! Ἀλλὰ μόνο ἀπὸ Αὐτὸν μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε τὸ φῶς καὶ τήν ζωή. Καὶ λοιπόν, δέν τὸ βλέπουμε καὶ δέν ζητᾶμε, μὰ Αὐτὸς περνάει. Ἢ σταματάει, χτυπάει τὴν πόρτα τοῦ νοῦ, τῆς καρδίας καὶ τῆς ζωῆς μας μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ γεγονότα, μέσα ἀπὸ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, μέσα ἀπὸ ὅλα τὰ συναισθήματα –μέσα ἀπ΄ ὅλα, χωρὶς ἑξαίρεση!– ποὺ γεμίζουν τήν δική μας ζωή καὶ τήν ζωή τοῦ καθενὸς γύρῳ μας, καὶ ὅλων καὶ ὅλου τοῦ κόσμου. Ἐμεῖς, ὅμως, οὔτε ἀκοῦμε τὸ χτύπημα, οὔτε νιώθουμε τὸ βλέμμα τοῦ Κυρίου καὶ δέν ἀνοίγουμε

Ἂς διαβάσουμε ἄλλη μιά φορά ἀκόμα τὴν ἱστορία μέ τὸν τυφλὸ στήν Ἱεριχώ! Ὁ Χριστὸς τὸν ῥωτάει: Τὶ θέλεις νά σοῦ κάνω? Ἐμεῖς θὰ ἀπαντούσαμε: Τίποτα, δέν χρειάζομαι τίποτα. Τὰ ἔχω ὅλα  Ἢ ἀντίθετο, πόσα πράγματα θὰ θέλαμε: Πλοῦτος, φήμη, φιλίες καὶ χίλια ἄλλα πράγματα, ἐκτὸς ἀπὸ Αὐτὸν τὸν Ἴδιο καὶ τὴν Βασιλεία Του. Καὶ γι΄αὐτὸ δέν ἀκοῦμε (ἢ τόσο σπάνια ἀκοῦμε) τὰ λόγια Του: «Νά ἀποκτήσεις τὸ φῶς σου! Ἡ πίστη σου σὲ ἔσωσε. Βρίσκεσαι κοντὰ στό φῶς! Νά τὸ ἀποκτήσεις! Εἶναι στα χέριά σου!» Δέν ἀκοῦμε τέτοια λόγια, ὄχι γιατὶ ἔχουμε μόνο μιά θεωρητική πίστη, χωρὶς δύναμη, ἀλλὰ γιατὶ δέν χρειαζόμαστε τίποτα. Μᾶς φαίνεται, ὅτι βλέπουμε. Καὶ αὐτὸ εἶναι τὸ τρομερό!

Ἂς τὸ σκεφτοῦμε αὐτὸ καλά, γιατὶ ἀκόμα μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε τὸ φῶς γιά νά δοῦμε, τὶ πλούσια καὶ θαυμάσια εἶναι ἡ ζωή, πόσο κοντὰ εἶναι ὁ Κύριος σὲ μᾶς, πῶς λάμπει στήν δόξα τῆς αἰωνιότητας, τὶ ταπεινόφρων καὶ ἤρεμος εἶναι, πῶς βρίσκεται ἡ λάμψη τοῦ Κυρίου σὲ κάθε πρόσωπο, ὅπως σὲ κάθε εἰκόνα, πῶς πηγάζει ἀπὸ κάθε γεγονός, σὲ κάθε ἄνθρωπο καὶ μᾶς καλεῖ: Ἀνοίξου! Ἄνοιξε τὰ μάτια σου! Ἄνοιξε τὴν καρδιά σου! Ἀνοίξου! Ἂς εἶναι ἡ θέλησή σου εὐέλικτη καὶ ἐλεύθερη! Ἂς εἶναι τὸ κορμί σου, ὅπως ἡ πλούσια γῆ πρὶν τήν σπορά τοῦ Κυρίου, καὶ τότε θὰ ἔχεις ζωή! Γεννιέται πρῶτα ἡ ζωὴ μέσα στόν ἄνθρωπο καὶ μετὰ ἀπλώνεται γύρω του, σὰν τὸ φῶς σὰν τήν ζέστη, σὰν τήν χαρά, σὰν τὴν αἰωνιότητα! Μᾶς δόθηκε τὸ πᾶν, ἀλλὰ πόσο λίγο τὸ παίρνουμε!

Ἂς μᾶς δώσει ὁ Κύριος τὸ θάρρος νά εἴμαστε γνήσιοι, ἀληθινοὶ καὶ εἰλικρινεῖς! Ἂς μᾶς δώσει ὁ Κύριος χαρά! Τήν χαρά τοῦ νά ἀποκτήσουμε τὸ φῶς!Ἀμὴν