Απρίλιος 2013
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Αρχεία ανά ημέρα: 1 Απριλίου 2013

ΑΓΑΠΗ

Bishop Nikolai Velimirovich

 imagesCA3YZDCEἩ ἀγάπη κάνει ἐμένα Θεό καί Ἐσένα Θεέ μου σέ κάνει ἄνθρωπο.

Ὅπου ὑπάρχει ἕνας μόνο ἄνθρωπος ἐκεῖ ἀγάπη δέν ὑπάρχει. Ὅπου ὑπάρχουν δύο ἑνωμένοι ἐκεῖ ὑπάρχει μόνο σκιά, δεῖγμα ἀγάπης. Ὅπου ὑπάρχουν τρεῖς ἑνωμένοι ἐκεῖ ὑπάρχει ἡ ἀγάπη.

Τό ὄνομά σου, Θεέ μου, εἶναι Ἀγάπη γιατί εἶσαι Τριάδα –Τριαδική Ἑνότητα. Ἄν ἤσουνα μονάδα δέν θά ἤσουνα ἀγάπη, ἀλλά μῖσος. Ἄν ἤσουνα διάδα, θά ἤσουνα μιά ἐναλλαγή ἀγάπης καί μίσους. Ἀλλά Ἐσύ εἶσαι Τριάδα καί ἑπομένως εἶσαι ἀγάπη. Σέ Σένα δέν ὑπάρχει οὔτε σκότος, οὔτε ἀλλοίωση.

Ἡ ἀγάπη δέν γνωρίζει χρόνο καί χῶρο. Βρίσκεται πέρα ἀπό τό χωροχρόνο. Γιά τήν ἀγάπη μιά μέρα εἶναι ὡς χίλια χρόνια καί χίλια χρόνια ὡς μία μέρα.

Ὅταν, Θεέ μου, εἶμαι ἑνωμένος μαζί Σου ἐν ἀγάπῃ οὔτε οὐρανός, οὔτε γῆ ὑπάρχει γιά μένα· μόνο Ἐσύ ὑπάρχεις. Οὔτε «σύ», οὔτε «ἐγώ» ὑπάρχει· μόνο Ἐσύ ὁ Θεός μου, ὑπάρχεις.

Ἡ ἀγάπη ἔχει τρεῖς μορφές: φιλανθρωπία, γνώση καί φῶς. Χωρίς φιλανθρωπία ἡ ἀγάπη δέν εἶναι στοργή καί συμπάθεια, ἀλλά ἐγωισμός καί πάθος. Χωρίς γνώση ἡ ἀγάπη δέν εἶναι σοφία ἀλλά ἀνοησία. Χωρίς φῶς ἡ ἀγάπη δέν εἶναι δύναμις ἀλλά ἀδυναμία. Ὅταν συνδιαστοῦν τό πάθος ἡ ἀνοησία καί ἡ ἀδυναμία τότε ἔχουμε κόλαση.

Αὐτή τήν κόλαση ὁ διάβολος τήν ὀνομάζει «ἀγάπη» καί σ᾽ αὐτή μᾶς παρασύρει. Ἔτσι φτάνουμε νά ἀπολυτοποιοῦμε τόν ἑαυτό μας, νά νοιαζόμαστε μόνο καί ἀποκλειστικά γι᾽ αὐτόν καί νά χρησιμοποιοῦμε τούς ἄλλους σύμφωνα μέ ὅ,τι ἀρέσει καί ἱκανοποιεῖ ἐμᾶς.

Ὅταν ἡ ψυχή μου εἶναι καθαρή ἀπό σκέψεις ἐγωιστικές καί ἐνέργειες πού ἱκανοποιοῦν τόν ἑαυτό μου τότε ὁ νοῦς μου ἀνοίγει στή γνώση καί φωτίζεται ἀπό τό φῶς τοῦ Θεοῦ. Τότε εἰλικρινά καταλαβαίνω πῶς κινεῖται ὁ ἐσωτερικός μου κόσμος καί πῶς ζεῖ ἡ συνείδησή μου. Τότε μπορῶ νά πῶ ὅτι αὐτό πού κάνω εἶναι ἀπό ἀγάπη γιά τόν Θεό, γιά τόν ἄλλον, ἤ γιά τόν ἑαυτό μου.

Μέσα ἀπό μιά τέτοια ἀγάπη βλέπω Ἐσένα, Θεέ μου, μόνο Ἐσένα καί ὄχι τόν ἑαυτό μου. Μέσα ἀπό μιά τέτοια ἀγάπη μπορεῖς καί Σύ, Θεέ μου, νά μέ κοιτάζεις. Συνέχεια

Ὁ θρίαμβος τῆς Ἐκκλησίας

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

untitled (9)Πῶς ἀποδεικνύεται ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι Θεός; Στὸ βασικὸ αὐτὸ ἐρώτημα ἂς μὴν προσπαθήσουμε ν’ ἀπαντήσουμε μὲ τὸ ἐπιχείρημα τῆς δημιουργίας τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, γιατί ὁ ἄπιστος δὲν θὰ τὸ παραδεχθεῖ. Ἂν τοῦ ποῦμε ὅτι ἀνέστησε νεκρούς, θεράπευσε τυφλούς, ἔδιωξε δαιμόνια, οὔτε τότε θὰ συμφωνήσει. Ἂν τοῦ ποῦμε ὅτι ὑποσχέθηκε ἀνάσταση νεκρῶν, βασιλεία οὐρανῶν καὶ ἀνέκφραστα ἀγαθά, τότε ὄχι μόνο δὲν θὰ συμφωνήσει, ἀλλὰ καὶ θὰ γελάσει.

Πῶς λοιπὸν θὰ τὸν ὁδηγήσουμε στὴν πίστη, καὶ μάλιστα ὅταν δὲν εἶναι πνευματικὰ καλλιεργημένος; Ἀσφαλῶς μὲ τὸ νὰ στηριχθοῦμε σὲ ἀλήθειες, ποὺ κι ἐμεῖς καὶ αὐτὸς παραδεχόμαστε χωρὶς καμιὰ ἀντίρρηση καὶ ἀμφιβολία.

Σὲ ποιὸ λοιπὸν σημεῖο συμφωνοῦμε μαζί του ἀπόλυτα; Στὸ ὅτι ὁ Χριστὸς φύτεψε τὴν Ἐκκλησία. Ἀπ’ αὐτὸ θὰ φανερώσουμε τὴ δύναμη καὶ θ’ ἀποδείξουμε τὴ θεότητα τοῦ Χριστοῦ. Θὰ δοῦμε ὅτι εἶναι ἀδύνατο ν’ ἀποτελεῖ ἀνθρώπινο ἔργο ἡ διάδοση τοῦ Χριστιανισμοῦ σ’ ὅλη τὴν οἰκουμένη μέσα σὲ τόσο σύντομο χρονικὸ διάστημα. Καὶ μάλιστα, ὅταν ἡ χριστιανικὴ ἠθικὴ προσκαλεῖ στὴν ἀνώτερη ζωὴ ἀνθρώπους μὲ κακὲς συνήθειες, δούλους τῆς ἁμαρτίας. Καὶ ὅμως, ὁ Κύριος κατόρθωσε νὰ ἐλευθερώσει ἀπ’ ὅλα αὐτὰ ὄχι μόνο ἐμᾶς, μὰ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Κι αὐτὸ τὸ κατόρθωσε χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει ὅπλα, χωρὶς νὰ ξοδέψει χρήματα, χωρὶς νὰ κινητοποιήσει στρατούς, χωρὶς νὰ προκαλέσει πολέμους. Τὸ κατόρθωσε ξεκινώντας μὲ δώδεκα μόνο μαθητές, ποὺ ἦταν ἄσημοι, ἀμόρφωτοι, φτωχοί, γυμνοί, ἄοπλοι…

Μὲ τέτοιους ἀνθρώπους κατόρθωσε νὰ πείσει τὰ ἔθνη νὰ σκέφτονται σωστά, ὄχι μόνο γιὰ τὴν παροῦσα ζωή, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ μέλλουσα. Μπόρεσε νὰ καταργήσει προγονικοὺς νόμους, νὰ ξεριζώσει ἀρχαῖες συνήθειες καὶ νὰ φυτέψει νέες. Μπόρεσε ν’ ἀποσπάσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν εὔκολο τρόπο ζωῆς καὶ νὰ τὸν ὁδηγήσει στὸ δύσκολο. Καὶ ὅλ’ αὐτὰ τὰ κατόρθωσε, ἐνῶ ὅλοι Τὸν πολεμοῦσαν, ἐνῶ ὁ ἴδιος εἶχε ὑπομείνει ἐξευτελιστικὴ σταύρωση καὶ ταπεινωτικὸ θάνατο! Συνέχεια

Η ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

Ἁγίου Φιλαρέτου Μόσχας

KYRIOS METAMORFOSEOS - ΛΕΠΤΟΜΕΡΙΑ«Καὶ ἀνέβη εἰς τὸ ὅρος προσεύξασθαι καὶ ἐγένετο ἐν τῷ προσεύχεσθαι αὐτὸν τὸ εἶδος τοῦ προσώπου αὐτοῦ ἕτερον καὶ ὁ ἱματισμὸς αὐτοῦ λευκὸς ἐξαστράπτων. Καὶ ἰδού ἄνδρες δύο συνελάλουν αὐτῷ, οἵτινες ἦσαν Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας» (Λουκ. 9, 28-30)

Τί ἔξοχο θέαμα τὸ Ὅρος Θαβώρ! Ἕνα θέαμα ἄξιο νὰ τὸ ἀτενίσουμε ἐν ἀγαλλιάσει ὅπως τὸ ἀτένισαν οἱ Ἀπόστολοι, καὶ νὰ ἑορταστεῖ πανηγυρικά, ὅπως ἐμεῖς τὸ ἑορτάζουμε τώρα. Δὲν εἶναι ἄνευ νοήματος, ὅτι ὑπῆρξαν μάρτυρες αὐτοῦ, ἐκεῖνοι πού εἶδαν τὶς μεγάλες ἀποκαλύψεις στὸ Σινᾶ καὶ στὴν Χορέβ, οὔτε χωρὶς λόγο ὅτι ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας ἐμφανίστηκαν στὸ Ὅρος Θαβώρ. Ἐδῶ βλέπουν περισσότερα ἀπ’ ὅσα εἶδαν ἐκεῖ. Στὸ Σινᾶ καὶ στὴ Χορέβ, ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ  ἀποκαλύφθηκε στοὺς ἀνθρώπους μέσα ἀπὸ τὶς δυνάμεις τῆς ὁρατῆς φύσεως. Στὸ Θαβώρ, ὄχι μόνο ἡ θεότητα ἀποκαλύπτει τὸν ἑαυτό της στὸν ἄνθρωπο, ἀλλά ἡ ἴδια ἡ ἀνθρωπότητα ἐμφανίζεται ἐνδεδυμένη μὲ τὴν Θεία δόξα. Ὁ Μωϋσῆς ἦταν «ἔντρομος» στὸ Ὄρος Σινᾶ. Ὁ Ἠλίας παραπονέθηκε στὴ Χορέβ. Ἐνῶ στὸ Θαβώρ, μέσα ἀπὸ τὸ φόβο τῶν Ἀποστόλων ἐκπέμπεται χαρά: «καλὸν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι».

Χριστιανοί! ἡ καρδιά σας, χωρὶς ἀμφιβολία, εἶναι ἕτοιμη νὰ πεῖ γιὰ τοὺς μάρτυρες τῆς δόξας τοῦ Ὄρους Θαβώρ: πράγματι ἦταν καλὸ νὰ μείνουν ἐκεῖ. Ἦταν εὐτυχεῖς ποὺ μποροῦσαν νὰ παρευρίσκονται! Τί, λοιπόν, ἂν σᾶς ποῦμε ὅτι ὁ δρόμος πρὸς τὴν θέαση τῆς δόξας τοῦ Ὄρους Θαβὼρ δὲν καταπίνεται ἀπὸ μιὰ ἄβυσσο, δέν χωρίζεται ἀπό μᾶς, δὲν ὑπερκαλύπτεται μὲ ἀγκάθια, μήτε ξεχνιέται, μήτε χάνεται, ἀλλά μπορεῖ νὰ δείχνεται ἀπὸ ἐκείνους πού τὴν γνωρίζουν, σὲ ἐκείνους πού τὴν ἀναζητοῦν; (Δὲν εἶναι δύσκολο νὰ καταλάβει κανεὶς ὅτι ἐδῶ μιλοῦμε γιὰ τὸν πνευματικὸ δρόμο. Γιατί ὁ σαρκικὸς δρόμος δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ὁδηγήσει σὲ πνευματικὲς ἐνοράσεις καὶ Θεῖες ἀποκαλύψεις.)

Γιατί ὁ Εὐαγγελιστής, ὅταν εἶναι νὰ μᾶς περιγράψει τὴν ἔνδοξη Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου, πρῶτα ἀπ’ ὅλα κατευθύνει τὴν προσοχή του, καὶ τὴν δική μας προσοχή, στὴν προσευχή; «Καὶ ἄνεβη εἰς τὸ ὅρος προσεύξασθαι».

Γιὰ ποιὸ λόγο, σὰν νὰ δυσπιστεῖ γιὰ τὴν διορατικότητα ὁρισμένων ἀναγνωστῶν καὶ ἀκροατῶν τοῦ Εὐαγγελίου, ἤ σὰν νὰ φοβᾶται ὅτι ἴσως δὲν κατανοήσουν ἐπαρκῶς τὴ σημασία τοῦ γεγονότος πού πρόκειται νὰ παρακολουθήσουν, ἐπαναλαμβάνει ξανὰ ὅτι ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου ἔλαβε χώρα κατὰ τὴ διάρκεια τῆς προσευχῆς; «Καὶ ἐγένετο ἐν τῷ προσεύχεσθαι». Συνέχεια

Περὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος

Ἁγ. Γρηγόριος ὁ Θεολόγος

img5323. Ἐκεῖνοι, λοιπόν, oι ὁποῖοι εἶναι δυσαρεστημένοι καὶ μὲ σφοδρότητα ὑπερασπίζονται τὸ «γράμμα», ἐπειδὴ ἐμεῖς τάχα εἰσάγουμε κάποιον ξένο καὶ παρείσακτο Θεό, νὰ ξέρουν καλὰ ὅτι φοβοῦνται ἐκεῖ ποὺ δὲν ὑπάρχει φόβος. Καὶ ἂς γνωρίζουν σαφῶς, ὅτι κάλυμμα τῆς ἀσέβειάς τους εἶναι ἡ φιλία τοῦ «γράμματος», ὅπως θὰ φανεῖ ἐντὸς ὀλίγου, ὅταν, ὅσο εἶναι δυνατόν, θὰ ἀνατρέψουμε τὰ ἐπιχειρήματά τους. Ἐμεῖς βέβαια ἔχουμε τόση πίστη στὴ θεότητα τοῦ Πνεύματος, τὸ ὁποῖο λατρεύουμε, ὥστε ἀπὸ Αὐτὸ θ’ ἀρχίσουμε τὸ λόγο γιὰ τὸ Θεό, ἀναφέροντας τὶς ἴδιες ἐκφράσεις γιὰ τὴν Τριάδα, ἔστω κι ἂν φανεῖ σὲ μερικοὺς πολὺ τολμηρό. «Ἦταν τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, τὸ ὁποῖο φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο», ὁ Πατέρας. «Ἦταν τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, τὸ ὁποῖο φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο», ὁ Υἱός. «Ἦταν τὸ φῶς τὸ ἀληθινό, τὸ ὁποῖο φωτίζει κάθε ἄνθρωπο ποὺ ἔρχεται στὸν κόσμο», ὁ ἄλλος Παράκλητος· «ἦταν» καὶ «ἦταν» καὶ «ἦταν»· ὅμως ἕνα «ἦταν» ὑπάρχει. «Φῶς» καὶ «φῶς» καὶ «φῶς», ἀλλὰ ἕνα φῶς, ἕνας Θεός.

Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο ποὺ ὁ Δαβὶδ παλαιότερα κατανόησε, ὅταν ἔλεγε· «στὸ φῶς σου θὰ δοῦμε τὸ φῶς». Καὶ τώρα ἐμεῖς καὶ ἔχουμε ἰδεῖ καὶ διακηρύσσουμε ὅτι κατανοοῦμε τὸν Υἱὸ ὡς φῶς ποὺ προέρχεται ἀπὸ φῶς, τὸν Πατέρα, μέσα στὸ φῶς, τοῦ Πνεύματος. Ἔτσι ἔχουμε μία σύντομη καὶ ἁπλὴ θεολογία γιὰ τὴν Τριάδα. Ὅποιος θέλει νὰ περιφρονήσει ὅσα λέμε, ἂς τὰ περιφρονήσει. Κι ὅποιος θέλει ν’ ἁμαρτάνει, ἂς ἁμαρτάνει· ἐμεῖς κηρύσσουμε αὐτὸ ποὺ ἔχουμε καταλάβει καλά. Καὶ ἂν ἀπὸ ἐδῶ κάτω δὲν ἀκουγόμαστε, σὲ ὑψηλὸ βουνὸ θ’ ἀνεβοῦμε καὶ θὰ φωνάξουμε. Θὰ «ὑψώσουμε» τὸ Πνεῦμα, δὲν θὰ φοβηθοῦμε. Καὶ ἂν φοβηθοῦμε, (αὐτὸ θὰ γίνει) ὄχι τὴν ὥρα ποὺ κηρύσσουμε, ἀλλὰ ὅταν σιωποῦμε (ἡσυχάζουμε).

4. Ἂν ὑπῆρξε χρόνος κατὰ τὸν ὁποῖο δὲν ὑπῆρχε ὁ Πατήρ, ἄλλο τόσο ὑπῆρξε χρόνος ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Υἱός. Καὶ ἂν ὑπῆρξε χρόνος ποὺ δὲν ὑπῆρχε ὁ Υἱός, τότε ὑπῆρξε χρόνος ποὺ δὲν ὑπῆρχε οὔτε τὸ ἅγιο Πνεῦμα. Ἂν τὸ ἕνα ὑπῆρχε ἀπὸ τὴν ἀρχή, τότε καὶ τὰ τρία ὑπῆρξαν τὸ ἴδιο. Τολμῶ νὰ πῶ, πὼς ἂν τὸ ἕνα ὑποβιβάσεις, οὔτε τὰ ἄλλα δύο νὰ ἐξυψώσεις. Ποιὰ ἄραγε ὠφέλεια ὑπάρχει ἀπὸ μία ἀτελῆ θεότητα; Ἀκόμη περισσότερο, τί εἴδους θεότητα εἶναι αὐτή, ἂν δὲν εἶναι τέλεια; Κατὰ κάποιον τρόπο δὲν ὑπάρχει, ἐὰν δὲν ἔχει τὴν ἁγιότητα· καὶ πῶς θὰ τὴν ἔχει, ἂν δὲν ἔχει τὸ Πνεῦμα; Ἐκτὸς ἐὰν ὑπάρχει ἄλλη ἁγιότητα ἐκτὸς ἀπὸ τὸ Πνεῦμα· ἂς μᾶς πεῖ κάποιος πὼς αὐτὴ κατανοεῖται ἀλλιῶς. Ἂν ὅμως ἡ ἁγιότητα εἶναι τὸ Πνεῦμα, πῶς τότε δὲν ὑπῆρχε ἀπὸ τὴν ἀρχή; Σὰν νὰ ἦταν καλλίτερο γιὰ τὸν Θεὸ νὰ ὑπῆρξε ποτὲ ἀτελὴς καὶ χωρὶς τὸ Πνεῦμα. Ἂν δὲν ὑπῆρξε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τὸ Πνεῦμα, τότε τοποθετεῖται στὴν ἴδια κατηγορία μὲ μένα(1), ἀκόμη κι ἂν δημιουργήθηκε λίγο πρὶν ἀπὸ μένα. Διότι ὡς πρὸς τὸ χρόνο ἐμεῖς ἀντιδιαστελλόμαστε ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐὰν τοποθετεῖται τὸ Πνεῦμα στὴν ἴδια κατηγορία μὲ μένα, πῶς ἐμένα μὲ θεοποιεῖ ἢ πῶς μὲ ἑνώνει μὲ τὴ θεότητα; Συνέχεια