Μάιος 2013
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031  

Μηνιαία Αρχεία: Μάιος 2013

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς θείας ἀποκαλύψεως

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης,

images (1)Στήν ἐποχὴ μας λησμονεῖται ἡ ἀνάσταση. Παραμερίζεται ἀκόμα καὶ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι καὶ οἱ ἐπιστήμονες πού ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἀνθρωπίνη ψυχὴ δέν τὴν ἀντιμετωπίζουν συνήθως ὡς ὀντολογικὸ στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς βιολογικὴ λειτουργία του. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ζεῖ καὶ πεθαίνει χωρὶς καμία ἰδιαίτερη προοπτικὴ πέρα ἀπὸ τὴν βιολογικὴ ὕπαρξη καὶ τὴν βιογραφικὴ δραστηριότητά του. Μέσα στό πλαίσιο αὐτὸ δέν εἶναι δύσκολο νά κατανοηθεῖ καὶ ἡ διάχυτη ἀπαισιοδοξία του, ὅσο καὶ ἂν θέλει καὶ προσπαθεῖ νά ἀφήσει τὴν ἐλπίδα του νά πεθάνει τελευταία.

Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν μεγαλύτερη καὶ μονιμότερη ἀπειλή γιά τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἡ ἀπειλὴ αὐτὴ δέν τὸν προσβάλλει μόνο ἄμεσα μὲ τὴν ἔλευσή του ἀλλὰ καὶ ἔμμεσα. Τὸν προσβάλλει σὲ κάθε φάση καὶ καμπὴ τῆς ζωῆς του. Μὲ κάθε ἀρρώστια καὶ κάθε πόνο, μέσα ἀπὸ κάθε κίνδυνο καὶ κάθε ἀποτυχία, πίσω ἀπὸ κλονισμὸ καὶ ἀδυναμία κρύβεται ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου.

Ἡ πίστη σὲ κάποια μορφὴ μεταθανάτιας ζωῆς μετρίαζε παλαιοτέρα κάπως τὸ μέγεθος τῆς ἀπειλῆς. Ὁ νεωτερικὸς ἄνθρωπος θέλησε νά περιορίσει ἤ ἀκόμα καὶ νά ἑξαφανίσει κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου μὲ τὴν πίστη του στήν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δέν ἄργησε νά φανεῖ τελείως οὐτοπικό. Ἔτσι στήν ἐποχὴ μας ὁ ἄνθρωπος φαίνεται νά εἶναι ἐκτεθειμένος στήν ἀπαισιοδοξία περισσότερο ἀπὸ κάθε προηγουμένη ἐποχή, παρὰ τὴν ἀσυλλήπτη πρόοδό του στήν ἐπιστήμη καὶ τὴν τεχνολογία.

Μὲ μία πρόχειρη ἀναδρομὴ στήν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη καὶ ζωὴ διαπιστώνουμε ὅτι ἦταν διαδεδομένη ἡ πίστη στήν ἀθανάσία τῆς ψυχῆς, ἡ ἀκόμα, ὅπως διδάσκε ὁ Πλάτων, ὅτι τὸ σῶμα ἀποτελεῖ φυλακὴ ἤ τάφο τῆς ψυχῆς (σῶμα-σῆμα) καὶ ὅτι ὁ θάνατος εἶναι εὐεργεσία, γιατὶ ἐλευθερώνει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ δεσμωτήριό της. Ἐξ ἄλλου ὁ Ἐπίκουρος ἤθελε νά ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου μὲ τὸ ἀκόλουθο σόφισμα: Ὁ θάνατος, ἔλεγε, εἶναι «τὸ φρικωδέστατον τῶν κακῶν». Ἀλλὰ αὐτὸς δέν ἔχει καμία σχέση μὲ ἐμᾶς, γιατί, «ὅταν μὲν ἡμεῖς ὧμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν· ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ, τόθ’ ἡμεῖς οὔκ ἐσμεν».

Κάποιον βαθύτερο προβληματισμό γιά τὸν θάνατο βρίσκουμε στόν τραγικὸ μας ποιητή Εὐριπίδῃ. «Τὶς οἶδέν», ἔλεγε, «εἰ τὸ μὲν κατθανεῖν ἐστι ζῆν, τὸ δὲ ζῆν ἐστι κατθανεῖν»; Ποῖος δηλαδὴ γνωρίζει, ἂν ὁ θάνατος εἶναι ζωὴ καὶ ἡ ζωὴ θάνατος; Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι μέχρι σήμερα, χωρὶς νά ἔχουν κάποια ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία, μιλοῦν γιά ψεύτικη καὶ ἀληθινὴ ζωή. Ἡ ζωὴ μας αὐτὴ εἶναι ψεύτικη καὶ χάνεται μέσα στόν χρόνο. Ἡ ἀληθινὴ ζωὴ εἶναι αἰώνια.

Ὅταν ἀναλογίζεται κάποιος τὸ παρελθὸν του, διαπιστώνει ὅτι αὐτό, ὅσο μακροχρόνιο καὶ ἂν εἶναι, φαίνεται πολὺ σύντομο. Καὶ τὰ χρόνια πού ἔζησε, ὅσο πολλὰ καὶ ἂν ἦταν, ἔφυγαν γρήγορα. Ὅσο μάλιστα ἐνηλικιώνεται ὁ ἄνθρωπος, τόσο γρηγορότερα τοῦ φαίνονται πώς περνοῦν τὰ χρόνια. Λέμε συχνά πώς περνοῦν σὰν ὄνειρο. Ἄλλωστε καὶ τὸ ὄνειρο ἀποτελεῖ μιὰ μορφὴ ζωῆς, καὶ μερικὲς φορὲς πολὺ ἔντονη. Ὅταν ὅμως ξυπνοῦμε στήν συνηθισμένη ζωή, καταλαβαίνουμε ὅτι ἦταν ψεύτικη.

Αὐτό πού διατύπωσε ὡς ἐρώτημα ὁ Εὐριπίδης, αὐτό πού δημιουργεῖται καὶ ἐκδηλώνεται ὡς ὑποψία στόν κοινὸ νοῦ μὲ τίς παραλλαγές πού ἐμφανίζονται στόν χρόνο καὶ τὴν ζωή, καὶ τέλος αὐτό πού ὑπάρχει ὡς μύχιος πόθος στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καὶ συνιστᾶ ὀντολογικὸ γνώρισμα τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς, παίρνει τὴν ἀπαντήσή του μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δέν ἀποτελεῖ κάποιο θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς του. Δέν συνιστᾶ κάποια ἀλλαγή στήν ὑπόστασή του. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς Θείας ἀποκαλύψεως. Εἶναι ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀναδημιουργίας τοῦ κόσμου, ἡ βάσῃ τῆς «καινῆς κτίσεως», τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κηρύγματός της. «Εἰ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν»[1].

Συνέχεια

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς θείας ἀποκαλύψεως

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης,

images (1)Στήν ἐποχὴ μας λησμονεῖται ἡ ἀνάσταση. Παραμερίζεται ἀκόμα καὶ ἡ ἀθανασία τῆς ψυχῆς. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι καὶ οἱ ἐπιστήμονες πού ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἀνθρωπίνη ψυχὴ δέν τὴν ἀντιμετωπίζουν συνήθως ὡς ὀντολογικὸ στοιχεῖο τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ μᾶλλον ὡς βιολογικὴ λειτουργία του. Ὁ σύγχρονος ἄνθρωπος ζεῖ καὶ πεθαίνει χωρὶς καμία ἰδιαίτερη προοπτικὴ πέρα ἀπὸ τὴν βιολογικὴ ὕπαρξη καὶ τὴν βιογραφικὴ δραστηριότητά του. Μέσα στό πλαίσιο αὐτὸ δέν εἶναι δύσκολο νά κατανοηθεῖ καὶ ἡ διάχυτη ἀπαισιοδοξία του, ὅσο καὶ ἂν θέλει καὶ προσπαθεῖ νά ἀφήσει τὴν ἐλπίδα του νά πεθάνει τελευταία.

Ὁ θάνατος ἀποτελεῖ τὴν μεγαλύτερη καὶ μονιμότερη ἀπειλή γιά τὸν ἄνθρωπο. Καὶ ἡ ἀπειλὴ αὐτὴ δέν τὸν προσβάλλει μόνο ἄμεσα μὲ τὴν ἔλευσή του ἀλλὰ καὶ ἔμμεσα. Τὸν προσβάλλει σὲ κάθε φάση καὶ καμπὴ τῆς ζωῆς του. Μὲ κάθε ἀρρώστια καὶ κάθε πόνο, μέσα ἀπὸ κάθε κίνδυνο καὶ κάθε ἀποτυχία, πίσω ἀπὸ κλονισμὸ καὶ ἀδυναμία κρύβεται ἡ ἀπειλὴ τοῦ θανάτου.

Ἡ πίστη σὲ κάποια μορφὴ μεταθανάτιας ζωῆς μετρίαζε παλαιοτέρα κάπως τὸ μέγεθος τῆς ἀπειλῆς. Ὁ νεωτερικὸς ἄνθρωπος θέλησε νά περιορίσει ἤ ἀκόμα καὶ νά ἑξαφανίσει κατὰ τὸ δυνατὸν τὴν ἀπειλὴ τοῦ θανάτου μὲ τὴν πίστη του στήν πρόοδο τῆς ἐπιστήμης. Ἀλλὰ καὶ αὐτὸ δέν ἄργησε νά φανεῖ τελείως οὐτοπικό. Ἔτσι στήν ἐποχὴ μας ὁ ἄνθρωπος φαίνεται νά εἶναι ἐκτεθειμένος στήν ἀπαισιοδοξία περισσότερο ἀπὸ κάθε προηγουμένη ἐποχή, παρὰ τὴν ἀσυλλήπτη πρόοδό του στήν ἐπιστήμη καὶ τὴν τεχνολογία.

Μὲ μία πρόχειρη ἀναδρομὴ στήν ἀρχαία ἑλληνικὴ σκέψη καὶ ζωὴ διαπιστώνουμε ὅτι ἦταν διαδεδομένη ἡ πίστη στήν ἀθανασία τῆς ψυχῆς, ἡ ἀκόμα, ὅπως διδάσκε ὁ Πλάτων, ὅτι τὸ σῶμα ἀποτελεῖ φυλακὴ ἤ τάφο τῆς ψυχῆς (σῶμα-σῆμα) καὶ ὅτι ὁ θάνατος εἶναι εὐεργεσία, γιατὶ ἐλευθερώνει τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὸ δεσμωτήριό της. Ἐξ ἄλλου ὁ Ἐπίκουρος ἤθελε νά ἐλευθερώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὸν φόβο τοῦ θανάτου μὲ τὸ ἀκόλουθο σόφισμα: Ὁ θάνατος, ἔλεγε, εἶναι «τὸ φρικωδέστατον τῶν κακῶν». Ἀλλὰ αὐτὸς δέν ἔχει καμία σχέση μὲ ἐμᾶς, γιατί, «ὅταν μὲν ἡμεῖς ὧμεν, ὁ θάνατος οὐ πάρεστιν· ὅταν δὲ ὁ θάνατος παρῇ, τόθ’ ἡμεῖς οὔκ ἐσμεν».

Κάποιον βαθύτερο προβληματισμό γιά τὸν θάνατο βρίσκουμε στόν τραγικὸ μας ποιητή Εὐριπίδῃ. «Τὶς οἶδέν», ἔλεγε, «εἰ τὸ μὲν κατθανεῖν ἐστι ζῆν, τὸ δὲ ζῆν ἐστι κατθανεῖν»; Ποῖος δηλαδὴ γνωρίζει, ἂν ὁ θάνατος εἶναι ζωὴ καὶ ἡ ζωὴ θάνατος; Ἀλλὰ καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι μέχρι σήμερα, χωρὶς νά ἔχουν κάποια ἰδιαίτερη σχέση μὲ τὴν Ἐκκλησία, μιλοῦν γιά ψεύτικη καὶ ἀληθινὴ ζωή. Ἡ ζωὴ μας αὐτὴ εἶναι ψεύτικη καὶ χάνεται μέσα στόν χρόνο. Ἡ ἀληθινὴ ζωὴ εἶναι αἰώνια.

Ὅταν ἀναλογίζεται κάποιος τὸ παρελθὸν του, διαπιστώνει ὅτι αὐτό, ὅσο μακροχρόνιο καὶ ἂν εἶναι, φαίνεται πολὺ σύντομο. Καὶ τὰ χρόνια πού ἔζησε, ὅσο πολλὰ καὶ ἂν ἦταν, ἔφυγαν γρήγορα. Ὅσο μάλιστα ἐνηλικιώνεται ὁ ἄνθρωπος, τόσο γρηγορότερα τοῦ φαίνονται πώς περνοῦν τὰ χρόνια. Λέμε συχνά πώς περνοῦν σὰν ὄνειρο. Ἄλλωστε καὶ τὸ ὄνειρο ἀποτελεῖ μιὰ μορφὴ ζωῆς, καὶ μερικὲς φορὲς πολὺ ἔντονη. Ὅταν ὅμως ξυπνοῦμε στήν συνηθισμένη ζωή, καταλαβαίνουμε ὅτι ἦταν ψεύτικη.

Αὐτό πού διατύπωσε ὡς ἐρώτημα ὁ Εὐριπίδης, αὐτό πού δημιουργεῖται καὶ ἐκδηλώνεται ὡς ὑποψία στόν κοινὸ νοῦ μὲ τίς παραλλαγές πού ἐμφανίζονται στόν χρόνο καὶ τὴν ζωή, καὶ τέλος αὐτό πού ὑπάρχει ὡς μύχιος πόθος στήν καρδιά τοῦ ἀνθρώπου καὶ συνιστᾶ ὀντολογικὸ γνώρισμα τῆς ἴδιας τῆς ζωῆς, παίρνει τὴν ἀπαντήσή του μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ δέν ἀποτελεῖ κάποιο θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς ζωῆς του. Δέν συνιστᾶ κάποια ἀλλαγή στήν ὑπόστασή του. Ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ πεμπτουσία τῆς Θείας ἀποκαλύψεως. Εἶναι ἡ ἀπαρχὴ τῆς ἀναδημιουργίας τοῦ κόσμου, ἡ βάσῃ τῆς «καινῆς κτίσεως», τὸ θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τοῦ κηρύγματός της. «Εἰ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν»[1]. Συνέχεια

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΩΝ ΜΥΡΟΦΟΡΩΝ

 Κατά ἕνα παλαιό λειτουργικό ἔθιμο τῆς Ἐκκλησίας μας, τήν ἑπομένη τῶν μεγάλων ἑορτῶν τελεῖται ἡ «Σύναξις», πανηγυρική δηλαδή συνάθροισις τῶν πιστῶν, πρός τιμήν τῶν ἱερῶν προσώπων, πού διεδραμάτισαν ἕνα σπουδαῖο ρόλο στό ἑορτασθέν γεγονός. Ἔτσι τήν ἑπομένη τῶν Χριστουγέννων ἑορτάζομε τήν Σύναξι τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου καί τήν μετά τά Χριστούγεννα Κυριακή τήν μνήμη Δαυίδ τοῦ βασιλέως, Ἰωσήφ τοῦ μνήστορος καί Ἰακώβου τοῦ ἀδελφοθέου. Τήν ἑπομένη τῶν Θεοφανείων τήν Σύναξι τοῦ Προδρόμου. Τήν ἑπομένη τῆς Ὑπαπαντῆς τήν Σύναξι τοῦ δικαίου Συμεών τοῦ θεοδόχου καί τῆς προφήτιδος Ἄννης. Τήν ἑπομένη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τήν Σύναξι τοῦ ἀρχαγγέλου Γαβριήλ κλπ.

Στό ἴδιο προφανῶς αἴτιο ὀφείλεται καί ὁ ἑορτασμός τήν δευτέρα Κυριακή μετά τοῦ Πάσχα δύο ὁμάδων προσώπων πού ὑπηρέτησαν στό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου, ἀφ᾽ ἑνός δηλαδή τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ἀπό Ἀριμαθαίας καί τοῦ Νικοδήμου, πού ἔθαψαν τό σῶμα τοῦ Κυρίου, ἀφ᾽ ἑτέρου δέ τῶν Μυροφόρων γυναικῶν, πού ἦλθαν νά ἀλείψουν μέ μῦρα τό σῶμα καί πρῶτες ἄκουσαν τό εὐαγγέλιο τῆς Ἀναστάσεως καί πρῶτες εἶδαν τόν ἀναστάντα Κύριο.

Σύμφωνα λοιπόν πρός τά ἀνωτέρω ἡ σύναξις πρός τιμήν τῶν ἱερῶν αὐτῶν προσώπων θά ἔπρεπε νά ἑορτάζεται τήν ἑπομένη τοῦ Πάσχα, τήν Δευτέρα δηλαδή τῆς Διακαινησίμου. Ἀλλ᾽ ὅλη ἐκείνη ἡ ἑβδομάς, ἀπό τήν Δευτέρα μέχρι τό Σάββατο, κατείχετο ἀπό τό θέμα τῆς Ἀναστάσεως. «Ἐλογίζετο» ὡς μία πασχάλιος ἡμέρα. Ἡ μετά τό Πάσχα πάλι Κυριακή λόγῳ τοῦ γεγονότος πού συνέβη κατ᾽ αὐτήν, τῆς ἐμφανίσεως δηλαδή τοῦ ἀναστάντος στόν Θωμᾶ καί στούς μαθητάς, ἦταν ἤδη κατειλημμένη ἀπό τόν ἑορτασμό τοῦ περιστατικοῦ αὐτοῦ. Ὁ ἑορτασμός του διήρκεσε ὅλη τήν ἐπακολουθοῦσα ἑβδομάδα καί ἡ πρώτη μετά τό Πάσχα ἐλευθέρα ἡμέρα γιά τήν τοποθέτησι τῆς «Συνάξεως» ἔμενε ἡ δευτέρα μετά τό Πάσχα Κυριακή. Συνέχεια