ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΑΝΑΛΗΨΕΩΣ
«Εἶπε δέ ὁ Κύριος πρός αὐτούς. Λήψεσθε δύναμιν ἐξ ὕψους, ἐπελθόντος τοῦ ἁγίου Πνεύματος ἐφ᾽ ὑμᾶς καί ἔσεσθαί μοι μάρτυρες ἔν τε Ἱερουσαλήμ καί ἐν πάσῃ τῇ Ἰουδαίᾳ καί Σαμαρείᾳ καί ἕως ἐσχάτου τῆς γῆς. Ἐξήγαγε δέ αὐτούς ἔξω ἕως τήν Βηθανίαν καί ἐπάρας τάς χεῖρας αὑτοῦ, εὐλόγησεν αὐτούς. Καί ἐγένετο ἐν τῷ εὐλογεῖν αὐτόν αὐτούς, διέστη ἀπ᾽ αὐτῶν καί ἀνεφέρετο εἰς τόν οὐρανόν… Βλεπόντων αὐτῶν ἐπῄρθη καί νεφέλη ὑπέλαβεν αὐτόν ἀπό τῶν ὀφθαλμῶν αὐτῶν. Καί ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τόν οὐρανόν, πορευομένου αὐτοῦ, καί ἰδού ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, οἵ καί εἶπον. Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν; Οὗτος ὁ Ἰησοῦς, ὁ ἀναληφθείς ἀφ᾽ ὑμῶν εἰς τόν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται πάλιν, ὅν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτόν πορευόμενον εἰς τόν οὐρανόν. Τότε ὑπέστρεψαν εἰς Ἱερουσαλήμ – μετά χαρᾶς μεγάλης – ἀπό ὄρους τοῦ καλουμένου Ἐλαιῶνος. Καί ἦσαν διαπαντός ἐν τῷ ἱερῷ αἰνοῦντες καί εὐλογοῦντες τόν Θεόν».
Μέ αὐτές τίς ἁδρές γραμμές ὁ ἱερός εὐαγγελιστής Λουκᾶς περιγράφει στό τέλος τοῦ Εὐαγγελίου του καί στήν ἀρχή τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, τήν τελευταία ἐμφάνισι τοῦ ἀναστάντος Κυρίου στούς μαθητάς Του (Λουκ. 24, 44-53. Πράξ. 1, 1-14).
Ὅπως στά δύο αὐτά βιβλία τοῦ ἱεροῦ Λουκᾶ, ἔτσι ἡ ἀνάληψις τοῦ Κυρίου κατακλείει τήν ἱστορία τοῦ ἐπί τῆς γῆς βίου τοῦ Χριστοῦ καί ἀνοίγει τήν ἱστορία τῶν μαθητῶν – τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι μέ ἄλλα λόγια ὁ συνδετικός κρίκος, ἡ μετάβασις ἀπό τήν μία φάσι τοῦ σωτηριώδους ἔργου τοῦ Θεοῦ στήν ἄλλη.
Εἶναι τό κλείσιμο τῆς πρώτης σκηνῆς καί τό ἄνοιγμα τῆς δευτέρας. Ἀκριβῶς δέ τήν τεσσαρακοστή ἀπό τήν Ἀνάστασι ἡμέρα, ἀφοῦ ὑμνήσαμε καί δοξολογήσαμε μαζί μέ τούς μαθητάς τήν δόξα τοῦ ἀναστάντος, ἀφοῦ ζήσαμε ἐπί 40 ἡμέρες στήν χαρούμενη ἀτμόσφαιρα τῆς παρουσίας Του, θά κληθοῦμε ἀπό τήν Ἐκκλησία νά παραστοῦμε νοητά στό ὄρος τῶν Ἐλαιῶν γιά νά ἀποχαιρετήσωμε τόν ἀπερχομένο Σωτῆρα.
Δέν ξεύρω ἄν βρεθήκατε ποτέ σέ ὥρα λατρείας κατά τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως ἤ καί σέ ὁποιαδήποτε ἄλλη λειτουργική σύναξι μέσα στόν ὑπέρλαμπρο ναό τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Θεσσαλονίκης, τήν Ἁγία Σοφία. Τόν μεγάλο τροῦλλό της κοσμεῖ ἕνα θαυμαστό μωσαϊκό τοῦ Θ’ αἰῶνος. Στό κέντρο μέσα σέ φωτεινή δόξα κάθεται ὁ Χριστός ὑποβασταζόμενος ἀπό δύο ἀγγέλους. Γύρω-γύρω μέσα σέ ἕνα καταπληκτικό γιά τήν μεγαλοπρέπειά του τοπίο οἱ δώδεκα ἀπόστολοι μέ τήν Θεοτόκο στήν μέση βλέπουν μέ θάμβος πρός τόν οὐρανό. Καί δύο λευκοφόροι ἄγγελοι τούς ἀπευθύνουν τούς λόγους τῶν Πράξεων: «Ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τόν οὐρανόν;» (Πράξ. 1, 11).
Νομίζεις πώς καί ὅλοι οἱ πιστοί κάτω ἀπό τόν μεγάλο θόλο βρίσκονται συναγμένοι μαζί μέ τούς ἀποστόλους καί ἀπολαμβάνουν τό ὑπερφυές θέαμα. Τόν Χριστό ἀναλαμβανόμενο, ἀλλά καί διαρκῶς μή χωριζόμενο. Διαρκῶς βλέποντα ἀπό τό βάθος τοῦ οὐρανοῦ μέσα στήν ἀστραφτερή ὁλόχρυση δόξα Του καί ἀδιάκοπα ἐπαίροντα τά χέρια Του καί εὐλογοῦντα τούς ἀποστόλους, τήν Ἐκκλησία Του. Καί στήν στάσι, στήν ἔκφρασι, στίς κινήσεις τῶν ἀποστόλων τοῦ ψηφιδωτοῦ διακρίνει κανείς ὅλα τά ἀνάμικτα αἰσθήματα πού ἔνοιωσαν ἐκεῖνοι κατά τήν μεγάλη ἐκείνη στιγμή, ἀλλά καί ὅλα τά αἰσθήματα πού πλημμυρίζουν τίς καρδιές τῶν πιστῶν πού βλέπουν τήν δόξα τοῦ ἀναλαμβανομένου. Γιατί ἀκριβῶς ἡ ἀνάληψις εἶναι τό γεγονός – καί ἡ ἑορτή – τῶν μεγάλων συναισθημάτων, τῆς ποικιλίας τῶν ἀντιθέσεων. Ἔτσι ἀκριβῶς τήν βλέπει καί ἡ Ἐκκλησία στήν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς.
Καί πρῶτα κυριαρχεῖ ὁ τόνος τῆς χαρᾶς, τῆς δόξης, τοῦ θριάμβου. Ὁ Κύριος τελειώνει τό ἔργο τῆς οἰκονομίας. Ὑψώνεται σάν νικητής καί θριαμβευτής ἐπάνω ἀπό τήν γῆ πού ἔσωσε, ὁ Πατήρ τόν ὑποδέχεται, οἱ ἄγγελοι καί οἱ ἄνθρωποι δοξολογοῦν τόν νικητή, τόν θριαμβευτή, τόν Σωτῆρα. Τόν τόνο αὐτόν τῆς χαρᾶς γιά τήν ἔνδοξο ἀνάληψι ἐκφράζει τό πρῶτο τροπάριο τῆς ἑορτῆς, τό πρῶτο στιχηρό τοῦ ἑσπερινοῦ, τοῦ πλ. β’ ἤχου:
«Ὁ Κύριος ἀνελήφθη εἰς οὐρανούς, ἵνα πέμψῃ τόν Παράκλητον τῷ κόσμῳ. Οἱ οὐρανοί ἑτοίμασαν τόν θρόνον αὐτοῦ, νεφέλαι τήν ἐπίβασιν αὐτοῦ. Ἄγγελοι θαυμάζουσιν, ἄνθρωπον ὁρῶντες ὑπεράνω αὐτῶν. Ὁ Πατήρ ἐκδέχεται, ὅν ἐν κόλποις ἔχει συναΐδιον. Τό Πνεῦμα τό ἅγιον κελεύει πᾶσι τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ. Ἄρατε πύλας, οἱ ἄρχοντες ἡμῶν. Πάντα τά ἔθνη, κροτήσατε χεῖρας. ὅτι ἀνέβη Χριστός, ὅπου ἦν τό πρότερον».
Ἡ χαρά ὅμως αὐτή δέν εἶναι μόνο χαρά γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ. Ἀλλά καί χαρά γιά τήν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Γιατί ὁ Κύριος ἀνεβαίνοντας στούς οὐρανούς ἀνεβαίνει μαζί μέ τό σῶμά Του τό ἀνθρώπινο, μέ τήν θεωθεῖσαν σάρκα. Αὐτήν ἀνεβάζει στόν οὐρανό καί συγκαθίζει στά δεξιά τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ. Καί ἔτσι γίνεται πρωτοπόρος τοῦ ἀνθρωπίνου γένους στήν δόξα τοῦ οὐρανοῦ, ὅπως μέ τήν ἀνάστασί Του ἔγινε πρωτότοκος τῶν νεκρῶν. Στούς ὤμους Του πῆρε τήν πλανηθεῖσα ἀνθρωπίνη φύσι καί ἀναληφθείς τήν ἐθέωσε καί «Τῷ Πατρί προσήγαγε». Τόν θρίαμβο αὐτόν τοῦ ἀνθρώπου ψάλλει τό δοξαστικό τῶν ἀποστίχων τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β’ ἤχου:
«Ἀνέβη ὁ Θεός ἐν ἀλαλαγμῷ, Κύριος ἐν φωνῇ σάλπιγγος, τοῦ ἀνυψῶσαι τήν πεσοῦσαν εἰκόνα τοῦ Ἀδάμ καί ἀποστεῖλαι Πνεῦμα Παράκλητον, τοῦ ἁγιάσαι τάς ψυχάς ἡμῶν».
Ἡ χαρά ὅμως γιά τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ συγκιρνᾶται μέ τήν λύπη γιά τόν χωρισμό. Καί τόν θρῆνο αὐτόν τῶν μαθητῶν παραστατικά ζωγραφεῖ τό τέταρτο στιχηρό τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β’ ἤχου:
«Κύριε, οἱ ἀπόστολοι ὡς εἶδόν σε ἐν νεφέλαις ἐπαιρόμενον, ὀδυρμοῖς δακρύων, ζωοδότα Χριστέ, κατηφείας πληρούμενοι, θρηνοῦντες ἔλεγον. Δέσποτα, μή ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανούς, οὕς δι᾽ οἶκτον ἠγάπησας δούλους σου, ὡς εὔσπλαγχνος. ἀλλ᾽ ἀπόστειλον, ὡς ὑπέσχου ἡμῖν, τό πανάγιόν σου Πνεῦμα, φωταγωγοῦν τάς ψυχάς ἡμῶν».
Χαρά, λύπη, ἀλλά καί ἐλπίδα. Ἐλπίδα ὅτι ὁ Κύριος δέν θά ἀφήσῃ ὀρφανούς τούς ἀποστόλους καί τήν Ἐκκλησία. Θά στείλῃ τό ὑπεσχημένο Πνεῦμα, τόν Παράκλητο, γιά νά μένῃ μαζί τους καί μαζί μας, κατά τήν ἐπαγγελία Του, μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος. Ὅτι τήν ἔνδοξο ἀνάληψι θά ἀκολουθήσῃ ἡ δυναμική παρουσία τοῦ Χριστοῦ στόν κόσμο, ὅπως ψάλλει τό πρῶτο τροπάριο τῆς λιτῆς τοῦ α’ ἤχου:
«Ἀνελθών εἰς οὐρανούς, ὅθεν καί κατῆλθες, μή ἐάσῃς ἡμᾶς ὀρφανούς, Κύριε. ἐλθέτω σου τό Πνεῦμα, φέρον εἰρήνην τῷ κόσμῳ. Δεῖξον τοῖς υἱοῖς τῶν ἀνθρώπων ἔργα δυνάμεώς σου, Κύριε φιλάνθρωπε».
Εἶναι ἕνα μυστήριο ἡ ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως. Μυστήριο, πού τό ζῇ ἡ Ἐκκλησία ὄχι μόνο κατά τήν ἡμέρα πού τελοῦμε τήν ἀνάμνησί του, ἀλλά καθημερινῶς, σέ κάθε στιγμή τῆς ὑπάρξεώς της. Πού τό ζῇ καί κάθε πιστός στίς ὧρες πού στρέφει τά μάτια του στόν οὐρανό ἀναζητῶντας τόν Σωτῆρα του. Τόν βλέπει ἀνερχόμενον εἰς τόν οὐρανόν, καθήμενον ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός στήν δόξα τῆς Θεότητος, ὅπως τόν εἶδε ὁ πρωτομάρτυς Στέφανος (Πράξ. 7, 56). Αἰσθάνεται τά χέρια Του ἐπαιρόμενα νά τόν εὐλογοῦν καί τούς λόγους Του νά τόν καθησυχάζουν. Τόν ἀκούει νά τοῦ ὁμιλῇ γιά τήν παράκλησι, γιά τήν παρηγορία τοῦ Παρακλήτου καί γιά τήν ἐξ ὕψους βοήθεια καί νά τόν βεβαιώνῃ ὅτι πάντοτε εἶναι καί θά εἶναι μαζί του μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος.
Παίρνει δύναμι καί θάρρος αἰσθανόμενος τήν διαρκῆ παρουσία Του, τήν θαλπωρή τῆς χάριτος τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Καί ἀποδύεται στόν ἀγῶνα τῆς ζωῆς, πατῶντας στήν γῆ, ἀλλά ζητῶντας τά ἄνω, φρονῶντας τά ἄνω, ἔχοντας τόν δείκτη τοῦ προσανατολισμοῦ του ἐστραμμένον πρός τόν οὐρανό, ὅπου ὁ Χριστός «ἐστι ἐν δεξιᾷ τοῦ Θεοῦ καθήμενος», κατά τόν ἀπόστολο Παῦλο (Κολοσ. 3, 1). Εἶναι ἤδη πολίτης τῶν οὐρανῶν, ἀφοῦ ἡ κεφαλή του, ὁ Χριστός, βρίσκεται στούς οὐρανούς.
ΕΙΣ ΑΝΑΛΗΨΙΝ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΗΜΩΝ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
ΑΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ
Ποιὰ εἶναι ἡ σημερινὴ ἑορτή; Εἶναι σεπτὴ καὶ μεγάλη, ἀγαπητέ, καὶ ὑπερβαίνει τὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ εἶναι ἀντάξια τῆς γενναιοδωρίας τοῦ Θεοῦ πού τὴν καθιέρωσε. Γιατί σήμερα ἔγινε συμφιλίωση τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Σήμερα διαλύθηκε ἡ παλιὰ ἔχθρα καὶ τελείωσε ὁ μακροχρόνιος πόλεμος. Σήμερα ἐπανῆλθε κάποια θαυμάσια εἰρήνη πού ποτὲ δὲν τὴν περίμεναν προηγουμένως οἱ ἄνθρωποι. Γιατί ποιὸς θὰ ἔλπιζε ὅτι ὁ Θεὸς ἐπρόκειτο νὰ συμφιλιωθεῖ μὲ τὸν ἄνθρωπο; Ὄχι ἐπειδὴ ὁ Κύριος μισοῦσε τὸν ἄνθρωπο, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ ὑπηρέτης ἦταν ἀδιάφορος· οὔτε ἐπειδὴ ὁ Κύριος ἦταν σκληρός, ἀλλ’ ἐπειδὴ ὁ δοῦλος ἦταν ἀχάριστος.
Θέλεις νὰ μάθεις πῶς ἐξοργίσαμε αὐτὸν τὸν φιλάνθρωπο καὶ ἀγαθὸ Κύριό μας; Γιατί, πραγματικὰ, πρέπει νὰ μάθεις τὴν αἰτία τῆς προηγούμενης ἔχθρας μας, ὥστε, ὅταν δεῖς ὅτι μᾶς τίμησε, ἐνῶ ἤμασταν ἐχθροί του καὶ πολέμιοι, νὰ θαυμάσεις τὴ φιλανθρωπία αὐτοῦ πού μᾶς τίμησε, καὶ νὰ μὴ νομίσεις ὅτι ἀπὸ δικά μας κατορθώματα ἔγινε ἡ ἀλλαγή, καί, ἀφοῦ μάθεις τὸ μέγεθος τῆς χάρης του, νὰ μὴ σταματήσεις νὰ τὸν εὐχαριστεῖς διαρκῶς γιὰ τὶς πολλές του δωρεές. Θέλεις λοιπὸν νὰ μάθεις, πῶς ἐξοργίσαμε τὸν Κύριό μας, τὸν φιλάνθρωπο, τὸν πράο, τὸν ἀγαθό, αὐτὸν πού ρυθμίζει τὰ πάντα γιὰ τὴ δική μας σωτηρία; Σκέφθηκε κάποτε νὰ ἐξαφανίσει ὁλοκληρωτικὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος καὶ τόσο ὀργίστηκε ἐναντίον μας, ὥστε νὰ μᾶς καταστρέψει μαζὶ μὲ τὶς γυναῖκες καὶ τὰ παιδιὰ καὶ τὰ ἄγρια θηρία καὶ τὰ κατοικίδια ζῶα καὶ ὁλόκληρη τὴ γῆ.
Καὶ ἐὰν θέλεις, θὰ σοῦ δώσω νὰ ἀκούσεις καὶ αὐτὴν τὴν ἀπόφαση· «Γιατί θὰ ἐξαλείψω», λέγει ὁ Θεός, «τὸν ἄνθρωπο πού δημιούργησα ἀπὸ τὸ πρόσωπο ὅλης τῆς γῆς καὶ τὰ θηρία καὶ τὰ ζῶα, γιατί μετανόησα πού δημιούργησα τὸν ἄνθρωπο». Καὶ γιὰ νὰ μάθεις ὅτι δὲ μισοῦσε τὴν ἀνθρώπινη φύση, ἀλλά ἀποστρεφόταν τὴν κακία, αὐτὸς ποὺ εἶπε, ὅτι «θὰ ἐξαλείψω τὸν ἄνθρωπο πού δημιούργησα ἀπό τό πρόσωπο τῆς γῆς», λέγει στὸν ἄνθρωπο, «Εἶναι καιρὸς κάθε ἄνθρωπος νὰ ἐπιστρέψει σέ μένα». Ἐὰν ὅμως μισοῦσε τὸν ἄνθρωπο, δὲν θὰ συζητοῦσε μαζί του. Τώρα ὅμως τὸν βλέπεις νὰ μὴ θέλει νὰ κάμει αὐτό, τὸ ὁποῖο ἀπείλησε νὰ κάμει, ἀλλά καὶ νὰ δικαιολογεῖται ὁ Κύριος στὸ δοῦλο καὶ νὰ συζητᾶ σὰν μὲ ἰσότιμο φίλο καὶ νὰ λέγει τὶς αἰτίες τῆς καταστροφῆς πού πρόκειται νὰ γίνει, ὄχι γιὰ νὰ μάθει τὶς αἰτίες ὁ ἄνθρωπος, ἀλλά, ἀφοῦ τὶς πεῖ στοὺς ἄλλους, νὰ τοὺς κάμει πιὸ συνετούς. Ἀλλ’, ὅπως ἔλεγα προηγουμένως, τόσο ἄσχημα ἔπραττε στὴν ἀρχή τὸ ἀνθρώπινο γένος, ὥστε κινδύνευσε νὰ χαθεῖ καὶ ἀπὸ τὴν ἴδια τὴ γῆ . Συνέχεια
ΣΤΗ ΛΕΓΟΜΕΝΗ ̒ΕΠΙΣΩΖΟΜΕΝΗ’
ΑΓΙΟΥ ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΝΥΣΣΗΣ
1.-. Σάν γλυκύς συνοδοιπόρος τοῦ ἀνθρώπινου βίου ὁ προφήτης Δαβίδ βρίσκεται σέ ὅλους τούς δρόμους τῆς ζωῆς καί ἀναστρέφεται πρόσφορα μέ ὅλες τίς πνευματικές ἡλικίες καί εἶναι κοντά σέ κάθε παράταξη πού προκόβει. Παίζει μέ ὅσους νηπιάζουν, ὅπως θέλει ὁ Θεός, μέ τούς ἄνδρες συναγωνίζεται, παιδαγωγεῖ τή νεότητα, ὑποστηρίζει τά γηρατειά, γίνεται στούς πάντες τά πάντα. Γίνεται τό ὅπλο τῶν στρατιωτῶν, ὁ προπονητής τῶν ἀθλητῶν, ἡ παλαίστρα ὅσων γυμνάζονται, τό στεφάνι τῶν νικητῶν, ἡ χαρά τοῦ τραπεζιοῦ, ἡ παρηγοριά στίς κηδεῖες.
Δέν ὑπάρχει τίποτε ἀπό τή ζωή μας πού νά εἶναι ἀμέτοχο ἀπό αὐτή τή χάρη. Ποιά δυνατή προσευχή γίνεται, πού δέν ἔχει σχέση μ᾿ αὐτή ὁ Δαβίδ; Ποιά εὐφροσύνη γιορτῆς δοκιμάζομε χωρίς νά τή χαροποιεῖ ὁ Δαβίδ; Αὐτό μποροῦμε νά τό διαπιστώσομε καί τώρα· ὅτι δηλαδή, ἐνῶ καί γι᾿ ἄλλους λόγους εἶναι μεγάλη ἡ ἑορτή, ὁ προφήτης μέ τή συνεισφορά του τήν ἔκανε μεγαλύτερη, συνεισφέροντας πρόσφορα σ᾿ αὐτήν τήν εὐφροσύνη ἀπό τούς ψαλμούς.
Στόν ἕνα ψαλμό σέ προτρέπει νά γίνεις πρόβατο πού τό ποιμαίνει ὁ Θεός καί δέ στερεῖται ἀπό κανένα ἀγαθό· καί χόρτο νά βοσκήσει καί νερό νά πιεῖ καί τροφή καί μάντρα καί δρόμος καί ὁδηγία καί τά πάντα γίνεται ὁ καλός ποιμένας (Ἰω. 10, 2-4· 11), ἐπιμερίζοντας κατάλληλα τή χάρη του σέ κάθε ἀνάγκη.
2.-. Μέ ὅλα αὐτά διδάσκει τήν Ἐκκλησία, ὅτι πρέπει νά γίνεις πρῶτα πρόβατο τοῦ καλοῦ ποιμένα ὁδηγούμενο μέ τήν ὀρθή κατήχηση στίς θεῖες βοσκές καί πηγές τῶν διδαγμάτων γιά νά συνταφεῖς μαζί του μέ τό βάπτισμα στό θάνατο (Ρωμ. 6, 3-4) καί νά μή φοβηθεῖς αὐτόν τό θάνατο· γιατί αὐτός δέν εἶναι θάνατος, ἀλλά σκιά καί ἀποτύπωμα θανάτου. Γιατί λέει· «ἄν βαδίσω μέσα ἀπό τή σκία τοῦ θανάτου δέ θά τό φοβηθῶ αὐτό ὡς κάτι κακό, γιατί ἐσύ εἶσαι μαζί μου» (Ψαλμ. 22, 4). Ἔπειτα ἀπό αὐτά, ἀφοῦ παρηγόρησε μέ τή βακτηρία τοῦ Πνεύματος (γιατί ὁ Παράκλητος εἶναι τό Πνεῦμα), παραθέτει τό μυστικό τραπέζι πού ἑτοιμάστηκε κατ᾿ ἀντίθεση μέ τό τραπέζι τῶν δαιμόνων. Γιατί ἐκεῖνοι ἦταν πού καταβασάνισαν μέ τήν εἰδωλολατρία τή ζωή τῶν ἀνθρώπων, ἐνῶ ἀντίθετή τους εἶναι ἡ τράπεζα τοῦ Πνεύματος.
Ἔπειτα ἀρωματίζει τήν κεφαλή μέ τό ἔλαιο τοῦ Πνεύματος καί προσφέροντάς του κρασί πού εὐφραίνει τήν καρδιά (Ψαλμ. 103, 15), προξενεῖ στήν ψυχή τή νηφάλια ἐκείνη μέθη, προσηλώνοντας τούς λογισμούς ἀπό τά πρόσκαιρα στό ἀΐδιο. Γιατί, ὅποιος δοκίμασε τή μέθη αὐτή, ἀνταλλάσσει τή βραχύτητα τοῦ θανάτου μέ τήν αἰωνιότητα, παρατείνοντας τή διαμονή του σέ μάκρος ἡμερῶν μέσα στόν οἶκο τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Περὶ τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Χριστοῦ
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
Βλέπετε αὐτὴ τὴ κοινὴ γιὰ μᾶς ἑορτὴ καὶ εὐφροσύνη, τὴν ὁποία ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἐχάρισε μὲ τὴν ἀνάσταση καὶ ἀνάληψή του στοὺς πιστούς; Ἐπήγασε ἀπὸ θλίψη.
Βλέπετε αὐτὴ τὴ ζωή, μᾶλλον δὲ τὴν ἀθανασία; Ἐπιφάνηκε σὲ μᾶς ἀπὸ θάνατο.
Βλέπετε τὸ οὐράνιο ὕψος, στὸ ὁποῖο ἀνέβηκε κατὰ τὴν ἀνύψωσή του ὁ Κύριος καὶ τὴν ὑπερδεδοξασμένη δόξα ποὺ δοξάσθηκε κατὰ σάρκα; Τὸ πέτυχε μὲ τὴ ταπείνωση καὶ τὴν ἀδοξία. Ὅπως λέγει ὁ ἀπόστολος γι’ αὐτόν, «ἐταπείνωσε τὸν ἑαυτὸ του γενόμενος ὑπήκοος μέχρι θανάτου, καὶ μάλιστα σταυρικοῦ θανάτου, γι’ αὐτὸ κι’ ὁ Θεὸς τὸν ὑπερύψωσε καὶ τοῦ χάρισε ὄνομα ἀνώτερο ἀπὸ κάθε ὄνομα, ὥστε στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ νὰ καμφθεῖ κάθε γόνατο ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων καὶ νὰ διακηρύξει κάθε γλώσσα ὅτι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι ὁ Κύριος σὲ δόξα Θεοῦ Πατρός».(Φιλιπ. 2: 8-11).
Ἐὰν λοιπὸν ὁ Θεὸς ὑπερύψωσε τὸ Χριστό του γιὰ τὸ λόγο ὅτι ταπεινώθηκε, ὅτι ἀτιμάσθηκε, ὅτι πειράσθηκε, ὅτι ὑπέμεινε ἐπονείδιστο σταυρὸ καὶ θάνατο γιὰ χάρη μας, πῶς θὰ σώσει καὶ θὰ δοξάσει καὶ θὰ ἀνυψώσει ἐμᾶς, ἂν δὲν ἐπιλέξωμε τὴ ταπείνωση, ἂν δὲν δείξουμε τὴ πρὸς τοὺς ὁμοφύλους ἀγάπη, ἂν δὲν ἀνακτήσωμε τὶς ψυχές μας διὰ τῆς ὑπομονῆς τῶν πειρασμῶν, ἂν δὲν ἀκολουθοῦμε διὰ τῆς στενῆς πύλης καὶ ὁδοῦ, ποὺ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή, τὸν σωτηρίως καθοδηγήσαντα σ’ αὐτήν; «διότι, καὶ ὁ Χριστὸς ἔπαθε γιά μᾶς, ἀφήνοντάς μας ὑπογραμμὸ (παράδειγμα), γιὰ νὰ παρακολουθήσουμε τὰ ἴχνη του». (Α’ Πέτρ. 2:21).
Ἡ ἐνυπόστατος Σοφία τοῦ ὑψίστου Πατρός, ὁ προαιώνιος Λόγος, ποὺ ἀπὸ φιλανθρωπία ἑνώθηκε μ’ ἐμᾶς καὶ μᾶς συναναστράφηκε, ἀνέδειξε τώρα ἐμπράκτως μία ἑορτὴ πολὺ ἀνώτερη καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑπεροχή. Γιατί τώρα γιορτάζουμε τὴ διάβαση, τῆς σ’ αὐτὸν εὑρισκομένης φύσεώς μας, ὄχι ἀπὸ τὰ ὑπόγεια πρὸς τὴν ἐπιφάνεια τῆς γῆς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ γῆ πρὸς τὸν οὐρανὸ τοῦ οὐρανοῦ καὶ πρὸς τὸν πέρα ἀπὸ αὐτὸν θρόνο τοῦ δεσπότη τῶν πάντων.
Σήμερα ὁ Κύριος ὄχι μόνο στάθηκε, ὅπως μετὰ τὴν ἀνάσταση, στὸ μέσο τῶν μαθητῶν του, ἀλλὰ καὶ ἀποχωρίσθηκε ἀπὸ αὐτοὺς καί, ἐνῶ τὸν ἔβλεπαν, ἀναλήφθηκε στὸν οὐρανὸ καὶ εἰσῆλθε στ’ ἀληθινὰ ἅγια τῶν ἁγίων «καὶ ἐκάθησε στὰ δεξιὰ τοῦ Πατρὸς πάνω ἀπὸ κάθε ἀρχὴ καὶ ἐξουσία καὶ ἀπὸ κάθε ὄνομα καὶ ἀξίωμα, ποὺ γνωρίζεται καὶ ὀνομάζεται εἴτε στὸν παρόντα εἴτε στὸν μέλλοντα αἰώνα».(Ἔφ. 1:20) Συνέχεια
Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΜΕΛΟΝΤΙΚΗ ΤΟΥ ΕΛΕΥΣΗ
Ἁγιος Φιλάρετος Μόσχας
«Καὶ ὡς ἀτενίζοντες ἦσαν εἰς τὸν οὐρανὸν πορευομένου αὐτοῦ, καὶ ἰδοὺ ἄνδρες δύο παρειστήκεισαν αὐτοῖς ἐν ἐσθῆτι λευκῇ, καὶ εἶπον· ἄνδρες Γαλιλαῖοι, τί ἑστήκατε ἐμβλέποντες εἰς τὸν οὐρανόν; οὗτος ὁ ᾿Ιησοῦς ὁ ἀναληφθεὶς ἀφ᾿ ὑμῶν εἰς τὸν οὐρανόν, οὕτως ἐλεύσεται, ὃν τρόπον ἐθεάσασθε αὐτὸν πορευόμενον εἰς τὸν οὐρανόν» (Πράξεις 1, 10-11)
Μοῦ φαίνεται περίεργο πού ἐσεῖς, ἄνθρωποι τοῦ φωτός, θὰ ἔπρεπε νὰ ρωτήσετε αὐτοὺς τοὺς Γαλιλαίους γιατί στάθηκαν κοιτάζοντας πρὸς τὸν οὐρανό. Τί μποροῦσαν ἄλλο νὰ κάνουν ἀπὸ τὸ νὰ κοιτάζουν στὸν οὐρανό, ὅπου ὁ Ἰησοῦς εἶχε μόλις ἀναληφθεῖ, ὅπου εἶχε μεταφερθεῖ ὁ θησαυρός τους, ὅπου εἶχαν μετατεθεῖ ἡ ἐλπίδα καὶ ἡ χαρά τους καὶ ὅπου ἡ ζωὴ τους εἶχε ἐξαφανιστεῖ; Ἐὰν ἐκείνη τὴν ὥρα κοιτοῦσαν στὴ γῆ, θὰ μποροῦσαν νὰ τοὺς ρωτήσουν, ὅπως καὶ ὅλους τούς ὀπαδοὺς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πού βλέπουν στὴ γῆ μὲ μεροληπτικὸ μάτι: Γιατί κοιτᾶτε στὴ γῆ; Τί μπορεῖ νὰ ψάχνετε στὴ γῆ, ἀπὸ τότε πού ὁ μόνος δικός της καὶ δικός σας θησαυρός, βρέθηκε στὴ Βηθλεέμ, ἁπλώθηκε σὲ ὁλόκληρη τὴν Ἰουδαία καὶ τὴν Σαμάρεια, πέρασε ἀπὸ τὰ χέρια διεστραμμένων ἀνθρώπων στὴ Γεσθημανῆ, τὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ τὸν Γολγοθᾶ, κρύφτηκε κάτω ἀπὸ μιὰ πέτρα στὸν κῆπο τοῦ Ἰωσήφ τοῦ ἀπὸ Ἀριμαθαίας, καὶ τώρα ἐπὶ τέλους ἐπάρθη καὶ μετετέθη στὸ θησαυροφυλάκιο τοῦ οὐρανοῦ; Σᾶς εἶπαν, καὶ ἔτσι πρέπει νὰ εἶναι, ὅτι «ὅπου γὰρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἐσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν».
Ἔτσι, ἐὰν ὁ θησαυρὸς σας εἶναι στὸν οὐρανό, τότε καὶ ἡ καρδιὰ σας πρέπει νὰ εἶναι ἐκεῖ. Καὶ πρὸς τὰ ἐκεῖ πρέπει νὰ κατευθύνονται τὰ βλέμματά σας, οἱ σκέψεις καὶ οἱ ἐπιθυμίες σας.
Οἱ «δύο ἄνδρες ἐν ἐσθῆτι λευκῇ», οἱ ὁποῖοι ἀμέσως μετὰ τὴν ἀνάληψη τοῦ Κυρίου ἐμφανίστηκαν στοὺς Ἀποστόλους καὶ τοὺς ρώτησαν γιατί στέκονταν κοιτάζοντας στὸν οὐρανό, ἦταν και οἱ ἴδιοι, ἀναμφίβολα, κάτοικοι τοῦ οὐρανοῦ. Συνέχεια