Οἱ Νεομάρτυρες, ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας μας
Τοῦ Φώτη Κόντογλου
Τὸ νὰ μιλᾷ κανένας σήμερα καὶ νὰ γράφει γιὰ κάποια πράγματα τῆς θρησκείας, ὁ πολὺς κόσμος τὸ νομίζει γιὰ ἀνοησία. Καὶ ἀκόμα μεγαλύτερη ἀνοησία ἔχει τὴν ἰδέα πῶς εἶναι τὸ νὰ γράφει γιὰ τοὺς ἅγιους μάρτυρες, καὶ μάλιστα γιὰ κείνους ποὺ μαρτυρήσανε κατὰ τὰ νεότερα χρόνια ποὺ βασιλεύανε οἱ Τοῦρκοι ἀπάνω στὴ χριστιανοσύνη, ἐπειδὴς ὁ λίγος καιρὸς ποὺ μᾶς χωρίζει ἀπ᾿ αὐτοὺς κάνει ὦστε νὰ τοὺς νοιώθουμε πολὺ κοντά μας, ἀνθρώπους σὰν κ᾿ ἐμᾶς, ἐνῷ τοὺς ἀρχαίους μάρτυρες τοὺς βλέπουμε μέσα ἀπὸ τοὺς αἰῶνες ποὺ περάσανε ἀπὸ τότε ποὺ μαρτυρήσανε καὶ στὴ φαντασία μας παρουσιάζονται εὐκολότερά με τὸν φωτοστέφανο τοῦ ἁγίου.
Κανένας λαὸς δὲν ἔχυσε τόσο αἷμα γιὰ τὴν πίστη τοῦ Χριστοῦ, ὅσο ἔχυσε ὁ δικός μας, ἀπὸ καταβολὴ τοῦ χριστιανισμοῦ ἴσαμε σήμερα. Κι αὐτὸς ὁ ματωμένος ποταμὸς εἶναι μια πορφύρα ποὺ φόρεσε ἡ ὀρθόδοξη Ἐκκλησία μας, καὶ ποὺ Θά ῾πρεπε νὰ τὴν ἔχουμε γιὰ τὸ μεγαλύτερο καύχημα, κι ὄχι νὰ τὴν καταφρονοῦμε καὶ νὰ μὴ μιλοῦμε ποτὲ γι᾿ αὐτή, καὶ μάλιστα νὰ ντρεπόμαστε νὰ μιλήσουμε γι᾿ αὐτή, σὲ καιρὸ ποὺ δὲ ντρεπόμαστε γιὰ τὶς πιὸ ντροπιασμένες καὶ σιχαμερὲς παραλυσίες ποὺ κάνουνε οἱ ἄνθρωποι στὸν ἀδιάντροπο καιρό μας.
Ἑμεῖς οἱ σημερινοὶ πονηρεμένοι ἄνθρωποι φροντίζουμε μονάχα γιὰ τὴν καλοπέραση τοῦ κορμιοῦ μας, καὶ γιὰ τοῦτο ἡ ψυχή μας ἔχασε τὴν εὐαισθησία της, μ᾿ ὅλα τὰ πνευματικὰ γιατρικὰ ποὺ λέμε πῶς ἔχουμε. Καὶ γι᾿ αὐτὸ περιφρονοῦμε καὶ τοὺς λέμε ἀνόητους ἐκείνους ποὺ δὲν κοιτάζουνες τὸ ὑλικὸ συμφέρο τους, ἀλλὰ κάνουνε κάποιες θυσίες. Κατὰ πολὺ ἀνόητους καὶ μικρόμυαλους θεωροῦμε ἐκείνους ποὺ θυσιάσανε τὴ ζωή τους γιὰ τὴν πίστη τους, ἀφοῦ, κατὰ τὴν ἁμαρτωλὴ κρίση μας, δὲν κοιτάξανε νὰ χαροῦνε τὰ νιάτα τους καὶ ν᾿ ἀπολάψουνε τοῦτον τὸν κόσμο, ποὺ εἶναι χειροπιαστὸς καὶ σίγουρος, ἀλλὰ βασανιστήκανε, φυλακωθήκανε, δαρθήκανε καί, στὸ τέλος, σφαχτήκανε ἢ κρεμαστήκανε, οἱ ἄμυαλοι, γιὰ κάποιους…ἴσκιους ποὺ λέγουνται ἀθάνατη ζωὴ καὶ βασιλεία τῶν οὐρανῶν…
…Μ᾿ αὐτὰ τὰ λόγια βροντοφωνεῖ πῶς ἡ Ἐκκλησία μας, μὲ τὰ μαρτύρια ποὺ τραβᾷ ἀπὸ αἰῶνες, εἶναι ἡ ἀληθινὴ Ἐκκλησία, ἡ βλογημένη ἀπὸ τὸν Κύριο, κι ὄχι ἡ Δυτική, ἡ καλοπερασμένη ἡ ὑπερήφανη ἀφέντρα, ποὺ ὄχι μονάχα τὸ αἷμα της δὲν ἔχυσε γιὰ τὸν Χριστό, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἔκαιγε τοὺς ἀνθρώπους ποὺ δὲν τῆς ἤτανε ὑπάκουοι.
Οἱ δικοί μας οἱ ἅγιοι, ποὺ μαρτυρήσανε στὸν καιρὸ ποὺ εἴμαστε σκλάβοι στοὺς Τούρκους, ἤτανε ταπεινοί, ἁπλοί, λιγομίλητοι, μὲ τὴ φωτιὰ τῆς πίστης στὰ στήθιά τους, ἀπονήρευτοι κι ἀγράμματοι, ἀφοῦ τὸ μόνο ποὺ γνωρίζανε νὰ λένε μπροστὰ στὸν ἀγριεμένο τὸν κριτὴ ἤτανε «Χριστιανὸς γεννήθηκα καὶ Χριστιανὸς θ᾿ ἀποθάνω!»
Προσεγγίσεις στὸ ἀπρόσιτο τῆς θείας Μεταμορφώσεως
Γράμμα τοῦ π. Εὐσεβίου Βίττη
σὲ πνευματικά του τέκνα γιὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου
Ἀγαπητοί μου Ἀδελφοὶ καὶ Ἀδελφές,
Ἡ πρακτικῶς ἀπόλυτη ἀδυναμία μου νὰ ἀπαντήσω σὲ κάθε ἕνα ἀπὸ τὶς ἑκατοντάδες αὐστηρῶς προσωπικὰ γράμματα, ποὺ ἡ ἀγάπη σας μου ἀπευθύνει, μὲ ἀναγκάζει νὰ ἀπαντήσω σὲ ὅλους σας μὲ τὸ παρόν. Αὐτὴ τὴ φορὰ τὸ μήνυμά μου στὴν ἀγάπη σας ἐπικεντρώνεται στὴ μεγάλη ἑορτὴ τῆς Μεταμορφώσεως τοῦ Κυρίου μὲ ὅ,τι αὐτὴ μᾶς λέει σὲ μία βαθύτερη θεώρησή της. Καὶ αὐτό, ὅσο ὁ περιορισμένος χῶρος ἑνὸς γράμματος ἐπιτρέπει καὶ ἀναγκαστικὰ πλημμελῶς καὶ ἀτελῶς.
Ὅσα κι ἂν ξέρουμε γιὰ τὴν θεία Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι ἐλάχιστα ἐν σχέσει μὲ τὸ πλούσιο μυστικό της βάθος καὶ νόημα. Καὶ αὐτό, γιατί ἡ Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας εἶναι στὴν οὐσία της ἀπρόσιτο γιὰ τὴ διάνοιά μας μυστήριο. Ἔτσι τὸ χαρακτηρίζει ἡ σχετικὴ ἑόρτια ὑμνωδία τῆς Ἐκκλησίας μας, πού θὰ νοηματοδοτήση τὸ περιεχόμενο αὐτοῦ τοῦ κειμένου. «Μυστήριον δείκνυσι Χριστὸς τοῖς μαθηταῖς ἐν Θαβὼρ λάμψας ὑπὲρ αἴγλην τῷ προσώπῳ». Ἡ θεία Μεταμόρφωση ἀποτελεῖ κατὰ βάθος ἀποκάλυψη τοῦ μεγάλου μυστηρίου τῆς θείας συγκαταβάσεως. Ὅ,τι παλιὰ λαχτάρησε ὁ μέγας Μωυσῆς θέλοντας νὰ ἰδῆ «γνωστῶς» τὸν Θεό, κατὰ τρόπον δηλαδὴ κατανοητὸ καὶ συναισθητό, χωριτὸ καὶ ἀνεκτὸ στὴν ἀνθρώπινη ἀδύναμη φύση, τὸ βλέπει τώρα ἄνετα στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ.«Γνωστῶς νῦν προέρχεται ἐμφανισθῆναι Μωσεῖ Χριστὸς καὶ δόξαν τὴν ἄρρητον δεῖξαι ἐν ὄρει Θαβὼρ τῇ πρὸς πρόσωπον ἀμέσως ὁμιλίᾳ». Τώρα μὲ τρόπο, ποὺ μπορεῖ πιὰ νὰ γίνη πιὸ συναισθητός, ἔρχεται ὁ Χριστὸς νὰ φανῆ στὸν Μωυσῆ καὶ νὰ τοῦ δείξη μὲ μία μόνον ἀκτίνα τῆς θεότητός του τὴν ἀπερίγραπτη μὲ λόγια δόξα του μὲ μία πρόσωπο πρὸς πρόσωπο σχέση καὶ ἐπικοινωνία. Τὸ ἴδιο βέβαια κάνει καὶ γιὰ τοὺς Μαθητάς του. Ἔτσι ἀνασηκώνεται γιὰ λίγο ὁ πέπλος τοῦ μυστηρίου τοῦ θείου προσώπου τοῦ Χριστοῦ.
«Βροτὸς τὸ ὁρώμενον, ἀλλὰ θεὸς τὸ κρυπτόμενον, ἐπὶ τὸ Θαβὼρ Χριστὸς ἀνέρχεται τῆς θεότητος αὐγὴν παραγυμνῶσαι ταῖς ὑπὲρ τὸν ἥλιον δόξης λαμπρότησι».
Μὲ θεία λαμπρότητα, ποὺ ξεπερνάει τὴ λάμψη τοῦ ἥλιου, φανερώνει ὁ Κύριος τὴ θεϊκή του φύση καὶ ἰδιότητα, πού ἦταν κρυμμένη πίσω ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση του. Προβαίνει μὲ ἄλλα λόγια μὲ ἀμεσότερο τρόπο σὲ μία ἀποκάλυψη καὶ φανέρωση μὲ τρόπον αἰσθητὸ καὶ ἀναμφίβολο τῆς θεότητός του στὸ βαθμό, πού δὲν μποροῦσε νὰ τὴν ἀντέξη ἡ ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Ἀλλὰ δὲν περιορίζεται μόνον σὲ αὐτὸ τὸ νόημα ἡ θεία Μεταμόρφωση. Μεταμορφώνεται ὁ Κύριος καὶ γιὰ ἄλλον σκοπό.
ΣυνέχειαὉ Κύριος καί ἡ ὑπεραγία Θεοτόκος
Ἱερομόναχος ΖΑΧΑΡΙΑΣ
Κάθε φορά πού γιορτάζουμε τή μνήμη τῆς Παναγίας μᾶς διακατέχει ἱερή χαρά καί δυναμωμένη ἐλπίδα καί, γεμάτοι ἀπό εὐγνωμοσύνη καί θαυμασμό γιά τή χάρη Της ἀναφωνοῦμε ἀπό τά βάθη τῆς καρδιᾶς μας: «πόθεν μοι τοῦτο;» καί, μιμούμενοι τήν Ἐλισάβετ, εὐλογοῦμε τήν ἁγία Παρθένο, τήν αἰτία τῆς σωτηρίας μας, τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ ἡμῶν. Ἐνεργεῖ σέ μᾶς τότε τό μυστήριο τοῦ πνευματικοῦ νόμου πού μᾶς δίδαξε ὁ μέγας Ἀπόστολος: «ἡμεῖς δέ οὐ τό πνεῦμα τοῦ κόσμου ἐλάβομεν, ἀλλά τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, ἵνα εἰδῶμεν τά ὑπό τοῦ Θεοῦ χαρισθέντα ἡμῖν» (Α´ Κορ. β´ 12). Στό δέ κέντρο τῆς λογικῆς λατρείας μας, ἀμέσως μετά
τήν κάθοδο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί τόν καθαγιασμό τῶν τιμίων δώρων, κράζομεν εὐχαρίστως: «Ἐξαιρέτως τῆς Παναγίας ἀχράντου, δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας».
Ἄν καί ἡ κάθε ἐπίκλησις τοῦ ὀνόματος τῆς Παναγίας γεννᾶ μέσα μας τέτοια χαρά καί λυτρωτική παράκληση καί ἄν τέτοια ἔμπνευση πίστεως καί ἀγάπης Θεοῦ ἐπισκιάζει τήν Ἐκκλησία ὅταν πανηγυρίζει τή δόξα Της, πῶς νά κατανοήσουμε μιά φαινομενική ἀδιαφορία τοῦ Κυρίου πρός τή Μητέρα Του, ὅταν λέγει: «τί ἐμοί καί σοί, γύναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου» (Ἰωάν. β´ 4), ἤ, «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου ἤ οἱ ἀδελφοί μου» (Μαρκ. γ´ 33);
Πῶς εἶναι δυνατό νά περιφρονήσει τή Μητέρα Του Ἐκεῖνος πού ἔδωσε τήν ἐντολή: «τίμα τόν πατέρα σου καί τήν μητέρα σου· καί ὁ κακολογῶν πατέρα ἤ μητέρα θανάτῳ τελευτάτω» (Μαρκ. ζ´ 10);
Πῶς εἶναι δυνατό νά παραβεῖ τήν ἴδια τήν ἐντολή Του Ἐκεῖνος πού εἶπε: «ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται οἱ δέ λόγοι μου οὐ μή παρέλθωσι» (Λουκ. κα´ 33);
Ἀκόμα καί ὅταν κρεμόταν πάνω στό σταυρό μέσα σέ ἀπερίγραπτη ὀδύνη καί ἀγωνία γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου καί ἡ ζωή Του αἰωρεῖτο μεταξύ τοῦ οὐρανίου θρόνου τοῦ Πατρός Του καί τῶν καταχθονίων, ἡ μέριμνά Του γιά τήν ἁγία Μητέρα Του δέν ἔσβησε, ἀλλά μέ στοργή ἐμπιστεύθηκε τήν προστασία Της στόν ἀγαπημένο μαθητή Του: «ἰδού ἡ μήτηρ σου» (Ἰωάν. ιθ´ 26). Ἑπομένως τό ρῆμα Του ὅτι δέν «ἦλθε καταλῦσαι τόν νόμον ἤ τούς προφήτας… ἀλλά πληρῶσαι» (Ματθ. ε´ 17) μένει ἀληθινό καί ἀπαράβατο.
Γιατί ὅμως οἱ λόγοι «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ Μου ἤ οἱ ἀδελφοί Μου»; Γιά τούς κατά τό νόμο μόνο ἀδελφούς Του τό καταλαβαίνουμε. «Οὐδέ γάρ οἱ ἀδελφοί Αὐτοῦ ἐπίστευον εἰς Αὐτόν» (Ἰωάν. ζ´ 5). Ἐκείνη τήν ἐποχή, πρίν τήν Πεντηκοστή, ἀκόμη καί οἱ πρόκριτοι τῶν μαθητῶν δέν γνώριζαν τί νά ζητήσουν (βλ. Ματθ. κ´ 22). Ἀλλά γιά τήν ἀδιαφορία πρός τήν γνήσια Μητέρα Του, ἀπό τήν ὁποία γεννήθηκε ἀληθινά καί μέ θαυμαστό καί ἀνερμήνευτο τρόπο —«τήν γάρ γενεάν Αὐτοῦ τίς διηγήσεται;» (Ἡσ. νγ´ 7-8)— πῶς νά τήν ἐννοήσουμε; Καί ἄν λίγο πρίν ἀνέλθει πάνω στό σταυρό ὁ Κύριος μποροῦσε νά λέγει μέ παρρησία: «ἔρχεται ὁ τοῦ κόσμου ἄρχων, καί ἐν Ἐμοί οὐκ ἔχει οὐδέν» (Ἰωάν. ιδ´ 30), εἶναι φανερό πώς εἶχε ἐκπληρώσει τά πάντα ἀναμάρτητα.
Ποιό μυστήριο ἄραγε κρύβει ἡ φαινομενική ἀντίφαση τῶν λόγων τούτων τοῦ Κυρίου;
Ἄς ἐξετάσουμε προσεκτικά τίς δύο περιπτώσεις πού ἀναφέραμε στήν ἀρχή: «τί ἐμοί καί σοί, γύναι;» καί «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου ἤ οἱ ἀδελφοί μου;».
Ἐγένετο κάποιος γάμος στήν Κανᾶ τῆς Γαλιλαίας, ὅπου παρευρέθηκαν ἡ ἁγία Παρθένος καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς μέ τούς μαθητές Του. Ὅταν τελείωσε τό κρασί, ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου τό ἀνέφερε στόν Υἱόν Της, προτρέποντάς Τον τρόπον τινά νά θαυματουργήσει. Τότε «λέγει αὐτῇ ὁ Ἰησοῦς· τί ἐμοί καί σοί, γύναι; οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου». Ἡ ἁγία Παρθένος δέν ἀπελπίζεται, ἀλλά δέχεται ταπεινά τήν ἄρνηση τοῦ Υἱοῦ Της νά ἐκπληρώσει τήν ἐπιθυμία Της καί μέ πίστη συμβουλεύει τούς διακόνους: «ὅ,τι ἄν λέγῃ ὑμῖν, ποιήσατε». Ὁ δέ Κύριος ἐν συνεχείᾳ τελεῖ τό θαῦμα τῆς μεταβολῆς τοῦ ὕδατος σέ οἶνο. Μέ ἄλλα λόγια, ἡ ταπεινή ἀποδοχή τῆς ἀρνήσεως τοῦ Υἱοῦ νά ἐκπληρώσει τό ἀνθρώπινο θέλημα τῆς κατά σάρκα Μητέρας Του ἐπισπεύδει, σάν θυσία εὐάρεστη ἐνώπιόν Του, τόν ἐρχομό τῆς ὥρας κατά τήν ὁποία θά φανερωθεῖ ἡ δόξα Του. Καί τότε ἀκριβῶς «ἐποίησε τήν ἀρχήν τῶν σημείων ὁ Ἰησοῦς ἐν Κανᾷ τῆς Γαλιλαίας καί ἐφανέρωσε τήν δόξαν αὐτοῦ, καί ἐπίστευσαν εἰς αὐτόν οἱ μαθηταί αὐτοῦ» (Ἰωάν. β´ 11).
Στήν δεύτερη περίπτωση βλέπουμε τόν Κύριο Ἰησοῦ νά εἶναι περιστοιχισμένος ἀπό τόν ὄχλο καί νά τούς διδάσκει. Τότε ἦλθαν ἡ Μητέρα Του καί οἱ ἀδελφοί Του νά Τόν πάρουν, φοβούμενοι μήπως Τόν φονεύσουν οἱ ἐχθροί Του. Ὁ Κύριος ὅμως, ὁ Ὁποῖος ἀπό 12 ἐτῶν εἶπε στούς κατά σάρκα γονεῖς Του «οὐκ ἤδειτε ὅτι ἐν τοῖς τοῦ Πατρός μου δεῖ εἶναι με»; (Λουκ. β´ 49) ἀρνεῖται νά ὑπακούσει καί λέγει: «τίς ἐστιν ἡ μήτηρ μου καί τίνες εἰσίν οἱ ἀδελφοί μου; καί ἐκτείνας τήν χεῖρα αὐτοῦ ἐπί τούς μαθητάς αὐτοῦ ἔφη· ἰδού ἡ μήτηρ μου καί οἱ ἀδελφοί μου· ὅστις γάρ ἄν ποιήσῃ τό θέλημα τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς, αὐτός μου ἀδελφός καί ἀδελφή καί μήτηρ ἐστιν» (Ματθ. ιβ´ 48-50).
Ὅπως εἴπαμε πιό πάνω, νά ἀρνεῖται ὁ Χριστός τούς κατά τό νόμο ἀδελφούς Του εἶναι κατανοητό, διότι δέν ἦσαν ἀκόμη ἀδελφοί Του καί κατά τό πνεῦμα. Ἡ Παναγία Μητέρα Του ὅμως, καί πρίν νά ποιήσει τό σημεῖο τῆς Κανᾶ γιά νά φανερώσει τή δόξα Του καί νά πιστεύσουν οἱ μαθητές Του, ὅταν ἦταν ἀκόμη στή φάτνη ὁ Ἰησοῦς καί ἀναγνωρίζετο ἀπό τούς ποιμένες ὡς ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου καί δωδεκαετής κατέπληττε μέ τή θεία σοφία Του τούς διδασκάλους τοῦ Ἰσραήλ, εἶχε τέτοια πίστη στόν Υἱό Της, ὥστε ἡ Γραφή μᾶς λέει: «ἡ μήτηρ αὐτοῦ διετήρει πάντα τά ρήματα ταῦτα ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτῆς» (Λουκ. β´ 19 καί β´ 51). Ἑπομένως οἱ αἰνιγματικοί λόγοι τῆς ἄρνησης ἀποτελοῦν περισσότερο ἔπαινο γιά τήν Παναγία παρά μομφή, ὑπονοώντας ὅτι Αὐτή εἶναι «ἕν Πνεῦμα» (Α´ Κορ. στ´ 17) μέ τόν Υἱό Της.
Γιατί ὅμως ὁ Κύριος, ὁ ἄμωμος τηρητής τῆς σχετικῆς μέ τούς γονεῖς ἐντολῆς ἀρνεῖται;
Πρόκειται, ἀδελφοί, γιά ἕνα μεγάλο πνευματικό νόμο. Τό νόμο τῆς ὑποταγῆς τοῦ ἀνθρωπίνου θελήματος στό θέλημα τοῦ οὐρανίου Πατρός. Λίγο πρίν τήν ἄρνηση στή Μητέρα καί τούς ἀδελφούς Του ὁ Κύριος μέ τή δύναμι τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἐξέφρασε τούς φοβερούς λόγους: «εἴ τις ἔρχεται πρός με καί οὐ μισεῖ τόν πατέρα ἑαυτοῦ καί τήν μητέρα καί τήν γυναῖκα καί τά τέκνα καί τούς ἀδελφούς καί τάς ἀδελφάς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητής εἶναι» (Λουκ. ιδ´ 26). Ἄν ὁ Κύριος ὑπάκουε στήν προτροπή τῶν οἰκείων Του καί ἐγκατέλειπε ἀπό φόβο τό ἔργο τῆς διδαχῆς, ὁ ἐχθρός θά στεροῦσε ἀπ᾿ Αὐτόν τό δικαίωμα νά προφέρει αὐτούς τούς λόγους. Κάνοντας ὅμως «βρῶμα» Του (Ἰωάν. δ´ 34) τό θέλημα καί τό ἔργο τοῦ πέμψαντος Αὐτόν Πατρός, ἀρνήθηκε νά ὑπακούσει στό ἀνθρώπινο θέλημα τῆς Μητέρας καί τῶν ἀδελφῶν, καί ὁ λόγος Του παρέμεινε «ἐν ἐξουσίᾳ καί δυνάμει» (Λουκ. δ´ 32-36) καί ἐνεργεῖ μέχρι συντελείας τοῦ αἰῶνος.
Γιά τήν ἴδια τέλεια παράδοση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ἡ ἁγία Παρθένος κρίθηκε ἄξια νά γίνει Μητέρα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ. «Ἰδού ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου» (Λουκ. α´ 38). Ὅμως γιά τή δόξα τοῦ Υἱοῦ Της ἐκένωσε πλήρως τό θέλημά Της σέ ὅλη τή διάρκεια τῆς ἐπί γῆς ζωῆς Της. Τό πλήρωμα τῆς κενώσεώς Της προηγήθηκε τῶν «μεγαλείων» τά ὁποῖα «ἐποίησεν αὐτῇ ὁ δυνατός» (πρβλ. Λουκ. α´ 49).
Στήν ἀρχή τῆς δημιουργίας ὁ Κύριος εἶπε «γενηθήτω» καί «τά πάντα ἐγένοντο».
Στήν ἀρχή τῆς ἀναδημιουργίας ἡ ἁγία Παρθένος εἶπε «γένοιτό μοι κατά τό ρῆμά σου» καί ἀνακαινίσθηκε ἡ κτίση.
Καί «νῦν», ἀδελφοί μου, μέ τήν ἴδια παράδοση στό τέλειο καί ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἄς εἴπωμεν κατά τό ὑπόδειγμα τῆς Μητέρας τοῦ Οὐρανοῦ: «γένοιτο, Κύριε, τό θέλημά σου ἐφ᾿ ἡμᾶς» , ὥστε νά ἀξιωθοῦμε νά γεννηθοῦμε «οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδέ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδέ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ᾿ ἐκ Θεοῦ» (Ἰωάν. α´ 13), «ἄνωθεν» (Ἰωάν. γ´ 3) καί νά εἰσέλθουμε στήν οὐράνια βασιλεία τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ὅπου ἡ Παναγία παρίσταται ὡς βασίλισσα ἐκ δεξιῶν (Ψαλμ. μδ´ 10) τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ, διαφυλάττουσα καί σκέπουσα ὅλους ὅσους πιστεύουν καί ἀκολουθοῦν τόν ἠγαπημένον Υἱόν Της. Ἀμήν.
Ἱερά Μονή Τιμίου Προδρόμου
Ἔσσεξ, Ἀγγλία
Ἡ ευθύνη και ὁ ρόλος των γονιών κατά τόν Γέροντα Σωφρόνιο
Ἑλένη Γκανούρη
Θα προσπαθήσω να σας μεταφέρω μερικές από τις προσωπικές εμπειρίες μου από τα λεγόμενα και τη ζωή του αειμνήστου Γέροντα Σωφρονίου, σχετικά με τα παιδιά και την εν Χριστώ αγωγή τους. Ο Γέροντας δεν έχει γράψει κάποιο ειδικό βιβλίο σχετικά με την διαπαιδαγώγηση, αλλά σε όλα τα βιβλία του, και ειδικά στο βιβλίο «Γράμματα στη Ρωσία» (αλληλογραφία με τις αδελφές του), αναφέρει πολλά πολύτιμα πράγματα σχετικά με την αγωγή των παιδιών και γενικά για την οικογένεια.
Είχα την μεγάλη ευλογία να γνωρίσω τον Γέροντα από κοντά, στην Ιερά Μονή Αγ. Ιωάννου Προδρόμου στο Έσσεξ Αγγλίας. Εκτός από τις προσωπικές συζητήσεις είχα την ευκαιρία να παραβρίσκομαι και σε ομιλίες που έκανε στα μέλη της Ι. Μονής και καλούσε και τους παρόντες επισκέπτες. Έτσι αυτά που ακολουθούν είναι μια μικρή περίληψη, θα έλεγα, αυτών που άκουσα ή διάβασα στα βιβλία του Γέροντα σχετικά με τα θέματα της οικογένειας, των σχέσεων των μελών της και την αγωγή των παιδιών.
Συχνά ακούγαμε τον Γέροντα να λέει: «Γονείς μη χάνετε την πολύτιμη ευκαιρία που σας έδωσε ο Θεός να ανατρέφετε παιδιά. Αυτό είναι μεγάλο δώρο και για τη δική σας κατάρτιση και πνευματική ωριμότητα. Εκμεταλλευτείτε αυτό το πολύτιμο δώρο! Μην το χάσετε! Μεγαλώνοντας τα παιδιά σας κερδίζετε πολλά προσωπικά οφέλη.
Μην ξεχνάτε, έλεγε ότι η θέση του Χριστιανού γονιού είναι «χέρια ανοιχτά σε σχήμα σταυρού», είναι δηλαδή σταυρωμένη αγάπη! Η ανοιχτή αγκαλιά χωράει όλους και όλα. Δείχνει την υπομονετική στάση των γονιών απέναντι στον καθένα και ιδιαίτερα στα παιδιά, τα οποία προσπαθήστε να βλέπετε όπως είναι και όχι όπως θα θέλατε να είναι. Αυτό φέρνει τον πόνο της απογοήτευσης και κρατάει μακριά τη Χάρη του Θεού».
Βάζοντας μια κάποια σειρά σε όλα τούτα τα διαμοίρασα σε τέσσαρες ενότητες:
Α) Αναμνήσεις του Γέροντος Σωφρονίου από τα παιδικά και νεανικά του χρόνια.
Β) Η οικογένεια και ο ρόλος της στην αγωγή των παιδιών.
Γ) Προσευχή και Θεία Λειτουργία στη ζωή των παιδιών.
Δ) Μερικές πρακτικές συμβουλές στους γονείς και όχι μόνο.
ΣυνέχειαΠροσωπική Γεθσημανή: Ἡ καρδιά τοῦ Μυστηρίου τῆς ἐν Χριστῷ Σωτηρίας
Ἀρχιμ. Ἀντώνιος, Γρηγοριάτης
![47581413927378692363168[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/475814139273786923631681-300x186.jpg)
Ὅλα τά χρόνια τῆς διακονίας μου στό Μυστήριο τῆς Σωτηρίας, ἀλλά περισσότερο τώρα πού βρίσκομαι στό τέρμα τῆς ἐπίγειας παρουσίας μου, μέ ἀπασχολοῦσε καί μέ ἀπασχολεῖ τό βασικό αὐτοκριτικό ἐρώτημα: ποιό εἶναι τό αἴτιο πού κάνει ἰσχνή καί, καμιά φορά, ἀνύπαρκτη τήν ἱκανότητα τῶν χριστιανῶν νά εἴμαστε «φῶς», «ἁλάτι» καί «ζύμη», γιά τήν κοινωνία μέσα στήν ὁποία ζοῦμε καί δραστηριοποιούμαστε, ὅπως ζητεῖ ἀπό τόν καθένα μας –καί μάλιστα ἀπό ἐμᾶς τούς ἱερωμένους- ὁ Κύριος καί Σωτήρας μας Ἰησοῦς Χριστός;
Τήν ἀπάντηση σέ αὐτό τό τόσο σημαντικό ἐρώτημα τήν πῆρα ἀπό τήν προσεκτική μελέτη τῆς αὐτοπροαίρετης πορείας τοῦ Ἰδίου τοῦ Κυρίου μας πρός τήν Σταυροαναστάσιμη Θυσία τῆς Θεανδρικῆς Ὑπόστασής Του, ὅπως ἔχει ἀποτυπωθῆ στά ἱερά Εὐαγγέλια.
Ἡ Ἄκρα Ταπείνωση ἤ Κένωση τοῦ Θεοῦ-Λόγου ἔχει βέβαια τήν ἀφετηρία Της στήν ἀπόφαση καί πραγμάτωση τῆς ἐνανθρώπησής Του. Τά ἐπί μέρους ὅμως στάδια αὐτῆς τῆς «ἐνανθρώπησης», μέχρι τό στάδιο τῆς δραματικῆς βραδυᾶς στή Γεθσημανή, χαρακτηρίζονται ἀπό μυστικότητα καί Μυστήριο, ἀπό ἀφανῆ Κένωση, προσομοίωση τῆς ἐνηλικίωσής Του πρός τά στάδια ἐνηλικίσωσης τῶν κοινῶν ἀνθρώπων, ἀλλά, σέ κάποιες γνωστές σέ μᾶς περιστάσεις, χαρακτηρίζονται καί ἀπό σταδιακή καί κλιμακωτή ἀποκάλυψη τῆς θεανδρικῆς Ὑπόστασης καί Ἀποστολῆς Του, πού προκαλοῦσε τότε, προκαλεῖ ὅμως καί τώρα, ὄχι μόνο θετικές, ἀλλά καί ἀρνητικές ἀντιδράσεις, ἐκ μέρους διαφόρων, κυρίως θρησκευτικῶν καί κοινωνικῶν παραγόντων. Προαγγέλλεται ἡ ἐνανθρώπηση ἀπό προφῆτες, σέ Ἰουδαίους καί, σέ ἐθνικούς, ἐμφανίζονται πρόσωπα πού φανερώνουν κοινό φρόνημα καί προσδοκία τῆς ἔλευσης τοῦ Ἀναμενόμενου Σωτήρα.
Ἐνσαρκώνεται ὁ Θεός Λόγος, κατά τόν Εὐαγγελισμό τῆς Θεοτόκου, κυοφορεῖται, τίκτεται ἐκ τῆς Ἁγίας Παρθένου, υἱοθετεῖται ὑπό τοῦ Ἰωσήφ, περιτέμνεται, φυγαδεύεται στήν Αἴγυπτο, νηπιάζει, μερικῶς καί δυσνοήτως, ὡς δωδεκαετής ἀποσπᾶται ἀπό τούς «γονεῖς»Του καί διαλέγεται μετά τῶν ἡγετῶν τοῦ ἱερατικοῦ Ἰουδαϊσμοῦ, ἀποκαλύπτων συνεσκιασμένως τήν Θεανδρικότητα τῆς ὑπόστασής Του καί τήν Ἀποστολή Του, ἐπιστρέφει στήν οἰκογενειακή ἑστία, «ὑποτασσόμενος τοῖς γονεῦσιν αὐτοῦ»[1], βοηθός τοῦ θετοῦ πατρός Του. Μέχρι τή δημόσια ἐμφάνισή Του καί τήν ἀρχή τῆς ἀξιοθαύμαστης καί φιλάνθρωπης διδακτικῆς καί θαυματουργικῆς δράσης Του, δέν ἔχουμε ἄλλες αὐθεντικές μαρτυρίες αὐτῆς τῆς ἀδιανόητης Κένωσής του.
Ὅσοι ἀπό μᾶς δέν ἔχουμε διδαχθεῖ ἐπαρκῶς θεολογικά, διά νά κατανοήσουμε τά ὅσα ὑπονοῶ μέ τή διατύπωση «νηπιάζει μερικῶς καί δυσνοήτως» εἶναι σκόπιμο νά λάβουν κάποια θεολογική καθοδήγηση πάνω στό θέμα τῆς Θεανδρικότητας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Συνέχεια
Ἅγιος Μακάριος ὁ Νοταρᾶς (+1805)
![agios-makarios-620x861[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/agios-makarios-620x8611.jpg)
Ὁ Ἅγιος Μακάριος (κατὰ κόσμον Μιχαὴλ) γεννήθηκε τὸ 1731 στὰ Τρίκαλα τῆς Κορινθίας καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴ σπουδαία οἰκογένεια τῶν Νοταράδων. Ὁ πατέρας του Γεωργαντᾶς (ἢ Γεώργιος), πρόκριτος τῆς περιοχῆς Κορινθίας, ἀπέκτησε ἀπὸ τὸ γάμο του μὲ τὴν ἐνάρετη Ἀναστασία ἐννιὰ παιδιά. Ἀπὸ τὸν Εὐστάθιο, δάσκαλο ἀπὸ τὴν Κεφαλληνία, διδάχθηκε τὰ πρῶτα γράμματα στὸ μοναστήρι τῆς Παναγίας. Ἔδειξε τὴν κλήση του πρὸς τὰ ἔργα τῆς εὐσέβειας καὶ τὴν ἀγάπη του πρὸς τὴν Ἐκκλησία ἀπὸ μικρός. Ὡς ἐπιστάτης τῶν οἰκογενειακῶν κτημάτων ἀπέτυχε ἀφοῦ ὄχι μόνο δὲν μποροῦσε νὰ εἰσπράξει τὰ ἐνοίκια ἀπὸ τοὺς χωρικοὺς ἀλλὰ μοίραζε καὶ τὰ δικά του στοὺς φτωχούς. Ὁ πατέρας του δὲν τοῦ ἐπέτρεψε νὰ γίνει μοναχὸς στὴ Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καὶ ἔτσι ἐπιδόθηκε στὴ μελέτη τῶν θείων γραφῶν καὶ πατερικῶν κειμένων.
Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ δασκάλου του ἀνέλαβε δωρεὰν γιὰ ἔξι χρόνια νὰ διδάξει τοὺς μαθητὲς τῆς Κορίνθου. Αὐτὸ δημιούργησε τὸ μεγάλο θαυμασμὸ καὶ τὴν ἐκτίμηση τῶν συμπολιτῶν του μὲ ἀποτέλεσμα τὸ 1764 ὅλος ὁ κλῆρος καὶ ὁ λαὸς τῆς περιοχῆς νὰ ζητήσει ἀπὸ τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο νὰ τὸν χειροτονήσει ὡς ἐπίσκοπο Κορίνθου μετὰ τὴ χηρεία τοῦ μητροπολιτικοῦ θρόνου. Ὁ ἅγιος Μακάριος θεώρησε τὴν ὁμόφωνη γνώμη κλήρου καὶ λαοῦ ὡς κλήση Θεοῦ καὶ δέχθηκε τὸ ἀξίωμα τῆς Ἀρχιεροσύνης. Κατὰ τὴν χειροτονία του ὀνομάσθηκε Μακάριος.
Ὡς ἀρχιερέας ἔκανε μεγάλο ἀναμορφωτικὸ ἔργο. Φρόντισε γιὰ τὴν ἐπιμόρφωση τοῦ κλήρου. Ἔπαυσε τοὺς ἀγράμματους ἢ ὑπέργηρους κληρικοὺς καὶ ὅσους εἶχαν ἀναμειχθεῖ σὲ πολιτικὰ ζητήματα. Πρόσεχε πολὺ τὶς χειροτονίες του καὶ ἦταν πιστὸς τηρητὴς τῶν ἱερῶν κανόνων. Φρόντισε γιὰ τὴν ἵδρυση σχολείων καὶ γιὰ τὸ κήρυγμα τῆς μετανοίας στὸ ἀκαλλιέργητο λαὸ τῆς ἐπαρχίας του.
Τὸ ἔργο τοῦ διέκοψε ὁ Ρωσοτουρκικὸς πόλεμος (1768-1774). Μετὰ τὴν καταστολὴ τῆς ἐξέγερσης λόγω τῶν αἱματηρῶν ἀντιποίνων τῶν Τούρκων κατέφυγε μὲ τὴν οἰκογένειά του στὴ ἀρχὴ στὴ Ζάκυνθο, στὴν ὁποία γιὰ τρία χρόνια δίδασκε τὸ λαό, καὶ μετὰ στὴ Ὕδρα. Ποτὲ δὲν ἐπέτρεψε στὴν ἐπαρχία του. Ἀντικαταστάθηκε χωρὶς νὰ παραιτηθεῖ ἀπὸ νέο ἐπίσκοπο ποὺ ἀναγκάσθηκε μετὰ ἀπὸ πιέσεις νὰ διορίσει τὸ Οἰκ. Πατριαρχεῖο. Ἀπὸ τότε ὑπογράφει «ὁ ἀπὸ Κορίνθου Μακάριος».
ΣυνέχειαὉ Ἅγιος Νεκτάριος: Πρότυπον ἐκπαιδευτικοῦ
π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης
α) Ὁ ρόλος τῆς παιδείας στὴν πρόοδο καὶ τὴν ἀνάπτυξη μίας κοινωνίας εἶναι ἀναντίρρητος σὲ κάθε ἐποχή.
Μὲ ἀφορμὴ τὴν τελευταία πολιτισμική, πνευματική, ἠθική, κοινωνικὴ καὶ οἰκονομικὴ κρίση ποὺ διέρχεται ἡ χώρα, πολλοὶ σχολιαστὲς θεωροῦν ὅτι μεταξὺ ἄλλων αὐτὴ ὀφείλεται καὶ στὴν «ἔλλειψη παιδείας». Δὲν διευκρινίζεται ὅμως τί ἀκριβῶς ἐννοεῖται μὲ τὴ φράση αὐτή. Ὑπάρχει ἔλλειψη σχολείων; Δὲν ἀρκοῦν οἱ ἐκπαιδευτικοί; Μήπως δὲν εἶναι κατάλληλα ἐκπαιδευμένοι; Μήπως πάσχει συνολικὰ ὁ προσανατολισμὸς καὶ ἡ ὀργάνωση τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος καὶ δὲν διατίθενται ἀρκετοὶ πόροι γι’ αὐτό;
β) Τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ προσλαμβάνουν ἄλλη διάσταση ἂν σκεφθεῖ κάποιος πῶς μάθαιναν γράμματα οἱ ἄνθρωποι σὲ προγενέστερες ἀλλὰ ὄχι μακρινὲς ἐποχές. Μελετώντας τὴ νεότερη ἱστορία δὲν μπορεῖ νὰ μὴ θαυμάσει κάποιος τὴ φιλομάθεια, τὴ συνέπεια, τὸν ζῆλο, τὴν ἱκανότητα, τὸν ἐνθουσιασμό, «τὴν ἀσκητική της παιδείας», ἀλλὰ καὶ τὰ ἀποτελέσματα τοῦ ἐκπαιδευτικοῦ ἔργου ἑνὸς ἄξιου τέκνου τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Ἁγίου Νεκταρίου (1846-1920), ποὺ τιμᾶται στὶς 9 Νοεμβρίου.
γ) Ἡ σύντομη σκιαγράφηση πτυχῶν τῆς ζωῆς τοῦ μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὸν καθένα νὰ κάνει τὶς ἀναγωγές του καὶ ἔμμεσα νὰ δώσει κάποιες ἀπαντήσεις στὰ ἀρχικὰ ἐρωτήματα. Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ὁ Ἀναστάσιος Κεφαλὰς (κοσμικὸ ὄνομα τοῦ ἁγίου) διδασκόταν ἀπὸ τὴ μητέρα του καὶ ἀποστήθιζε ἐκκλησιαστικὰ κείμενα. Μάλιστα, ὅ,τι γνώριζε, ἐπιθυμοῦσε νὰ τὸ διδάσκει καὶ στοὺς ἄλλους. Εἶναι γνωστὸ ὅτι ἐκείνη τὴν ἐποχὴ κυριαρχοῦσε ἡ λεγόμενη «ἀλληλοδιδακτικὴ μέθοδος», τὴν ὁποία προφανῶς ἔμαθε στὴν πατρίδα του, τὴ Σηλυβρία τῆς Ἀνατολικῆς Θράκης.
δ) Ὅταν ὁ νεαρὸς Ἀναστάσιος βρέθηκε γιὰ βιοποριστικοὺς λόγους στὴν Κωνσταντινούπολη, φρόντιζε νὰ διδάσκονται καὶ ἄλλοι τὰ «σοφὰ καὶ ὠφέλιμα». Ἐκεῖ, λόγω ἔλλειψης χαρτιοῦ καὶ χρημάτων, χρησιμοποιοῦσε ὡς δημοσιογραφικὰ φύλλα τὰ «καπνοσακίδια τῶν ἐν Κωνσταντινουπόλει καπνοπωλῶν», γιὰ νὰ γράφει ρητά, γνωμικὰ καὶ ἀποφθέγματα. Ἔτσι ἔδιδε τὴν εὐκαιρία σὲ ὅσους ἤθελαν νὰ τὰ διαβάζουν καὶ νὰ μορφώνονται. Ἡ συλλογὴ αὐτὴ ἐκδόθηκε ἀργότερα συμπληρωμένη μὲ τίτλο: «Ἱερῶν καὶ φιλοσοφικῶν λογίων θησαύρισμα».
ΣυνέχειαΚύριε…
Ἁγίου Φιλαρέτου Μόσχας
Κύριε, δὲν ξέρω τί νὰ ζητιανέψω ἀπὸ Ἐσένα.
Μόνον Ἐσὺ γνωρίζεις τί μοῦ χρειάζεται.
Σὺ μὲ ἀγαπᾶς περισσότερο ἀπὸ ὅσο ἐγὼ ξέρω νὰ ἀγαπῶ τὸν ἑαυτό μου.
Κύριέ μου, δῶσε στὸ δοῦλο Σου ἐκεῖνο ποὺ οὔτε νὰ ζητήσω δὲν μπορῶ.
Δὲν τολμῶ νὰ σοῦ ζητιανέψω οὔτε ἀπαλλαγῆ ἀπὸ πάθη, οὔτε ἀρετές, οὔτε ἀπόλαυση χάριτος.
Στέκομαι μόνο μπροστά Σου μὲ τὴν καρδιά μου ἀνοιχτὴ ἀπέναντί Σου.
Σὺ βλέπεις τὶς ἀνάγκες ποὺ ἐγὼ δὲν βλέπω, κοίταξέ με καὶ πράξε κατὰ τὸ ἔλεός Σου.
Χτύπησε καὶ θεράπευσε, ρίξε με καὶ ἀνύψωσέ με.
Πάλλομαι καὶ σιωπῶ μπροστὰ στὴν ἅγια θέλησή Σου καὶ μπροστὰ στὶς κρίσεις Σου γιὰ μένα.
Προσφέρω τὸν ἑαυτό μου ὡς θυσία πρὸς Ἐσένα.
Δὲν ὑπάρχει μέσα μου ἄλλη ἐπιθυμία παρὰ μόνο νὰ ἐκπληρώσω τὸ θέλημά Σου.
Μάθε με νὰ προσεύχομαι. Ἔλα Ἐσὺ ὁ Ἴδιος μέσα μου νὰ προσεύχεσαι. Ἀμήν…
![]()
Ἡ χαρὰ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη
Γεωργίου Π. Πατρώνου
Ἡ βασικὴ αὐτὴ ἔννοια, ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι τελικὰ ὁ μεγάλος «δοτὴρ» καὶ χορηγός τῆς χαρᾶς στὸν ἄνθρωπο, βρίσκεται ἰδιαίτερα ἀναπτυγμένη στὴν Παλαιὰ Διαθήκη. Καὶ μάλιστα σχετίζεται ἄμεσα ἐκεῖ καὶ μὲ τὴ λατρεία τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ (Δευτ. 16, 14· Ψαλμ. 100, 2). Ἡ σύνδεση αὐτὴ τῆς χαρᾶς μὲ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ στὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, κάνει τὴ χαρὰ νὰ μὴ θεωρεῖται σὰν ἕνα ἁπλὸ ἐσωτερικὸ αἴσθημα ἀλλὰ σὰν ἕνα καθολικὸ γεγονὸς ποὺ δείχνει τὴ στάση τοῦ ἀνθρώπου μέσα στὴν προσωπική του ἱστορία.
Οἱ σωτηριολογικὲς ἐνέργειες τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ κύρια πηγὴ χαρᾶς γιὰ τὸν πιστὸ ἄνθρωπο. Ἡ πεποίθηση ὅτι ὁ Θεὸς «κατασκηνώνει» μεταξὺ τῶν πιστῶν Του καὶ γίνεται «ἀσπίδα» τῶν δικαίων, φέρνει ἀσφαλῶς μαζὶ μὲ τὴν ἐλπίδα εὐφροσύνη καὶ χαρὰ (Ψαλμ. 5, 11—12). Ὁ ψαλμωδὸς θὰ ἐκφράσει ἔντονα αὐτὴ τὴ σωτηριολογικὴ αἴσθηση καὶ ἐμπειρία· «… διηγήσομαι πάντα τὰ θαυμάσια σου· εὐφρανθήσομαι καὶ ἀγαλλιάσομαι ἐν σοί» (Ψαλμ. 9, 2-3) καὶ «προωρώμην τὸν Κύριον ἐνώπιόν μου διὰ παντός, ὅτι ἐκ δεξιῶν μου ἐστιν, ἵνα μὴ σαλευθῶ. Διὰ τοῦτο ηὐφράνθη ἡ καρδία μου καὶ ἠγαλλιάσατο ἡ γλῶσσα μου, ἔτι δὲ καὶ ἡ σάρξ μου κατασκηνώσει ἐπ’ ἐλπίδι, ὅτι οὐκ ἐγκαταλείψεις τὴν ψυχήν μου εἰς ἅδην» (Ψαλμ. 15, 8-10).
Ἔτσι βλέπουμε, ὅτι στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἡ ἐμπειρία ἡ σωτηριολογικὴ καὶ ἡ ἔκφραση τῆς χαρᾶς εἶναι στενὰ συνδεδεμένα. Δείχνουν τὴ διάθεση τοῦ πιστοῦ καὶ δίκαιου ἀνθρώπου ποὺ ἔχει στηρίξει τὴν ἐλπίδα του στὸ Θεό, εὐφραίνεται καὶ χαίρεται γιὰ τὶς σωτήριες ἐπεμβάσεις Του.
Αὐτὴ ὅμως ἡ αἴσθηση τῆς σωτηριολογικῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ κατανοεῖται ἀπὸ τοὺς ἱεροὺς συγγραφεῖς τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης περισσότερο σὲ μία ἱστορικὴ καὶ κοινωνικὴ ἔννοια παρὰ πνευματικὴ καὶ ἐσωτερική, ὅπως τὴν κατανοοῦμε σήμερα ἐμεῖς. Καὶ στὸ σημεῖο αὐτὸ ἡ Π. Διαθήκη εἶναι συνεπὴς στὴν ἱστορικὴ καὶ κοινωνική της προοπτική. Οἱ συγκεκριμένες ἱστορικὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ στὴ ζωὴ καὶ στὴν ἱστορία τοῦ Ἰσραὴλ εἶναι πράγματι οἱ κύριες ἀφορμὲς τῆς χαρᾶς. Στὴν ἱστορικὴ μνήμη τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ κυριαρχοῦν οἱ θαυμαστὲς ἐπεμβάσεις τοῦ Γιαχβέ, καθόλο τὸ μῆκος τῆς ἱστορικῆς του πορείας ἀπὸ τὴ στιγμὴ τῆς μεγάλης ἐξόδου του ἀπὸ τὴν Αἴγυπτο καὶ ἑξῆς. Ὅλα αὐτὰ δὲ τὰ γεγονότα ἔχουν γίνει πλέον στὴ ζωὴ τοῦ Ἰσραὴλ ἱερὲς τελετουργίες, ἑορτὲς καὶ πανηγύρεις καὶ ἐκφράζουν τὴ βαθειὰ εὐγνωμοσύνη τοῦ λαοῦ γιὰ τὶς σωτήριες ἐπεμβάσεις τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἑορτὴ τοῦ Πάσχα, τῆς Σκηνοπηγίας, τῶν Νουμηνιῶν καὶ τοῦ Ἐξιλασμοῦ δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο παρὰ ἡ ἀποκορύφωση αὐτῆς τῆς χαρᾶς ποὺ ζεῖ ὁ λαὸς καὶ τὴν ἐκφράζει στὴν ἱστορία του μὲ λατρευτικὲς καὶ τελετουργικὲς πράξεις. Ἡ χαρὰ ποὺ ἐκφράζεται μέσα στὴ λατρεία δείχνει ἀσφαλῶς πολὺ ἔντονα τὴν ἰδιαίτερη θρησκευτικὴ σημασία της ποὺ ἔχει μέσα στὴν Π. Διαθήκη.
ΣυνέχειαEΩΘΙΝΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ

Θεέ αἰώνιε, Δημιουργέ τοῦ παντός Σύ, πού μέ τήν ἀνεξιχνίαστη ἀγαθότητά Σου μέ κάλεσες ἀπό τήν ἀνυπαρξία στή ζωή, Σύ πού μέ ἀξίωσες νά λάβω τή Χάρη τοῦ Βαπτίσματος καί μοῦ χάρισες μιά καινούρια γέννηση Ἄνωθεν, Σύ, πού ἀπόθεσες τή σφραγίδα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πάνω στά μέλη τοῦ σώματός μου μέ τό μυστήριο τοῦ ἁγίου Χρίσματος καί μοῦ ἔδωσες τήν ἐπιθυμία νά Σέ ἀναζητῶ, Σύ ὁ μόνος ἀληθινός Θεός ἄκουσε τήν προσευχή μου.
Δέν ἔχω ζωή, φῶς, χαρά, σοφία ἤ δύναμη ἔξω ἀπό Σένα μόνο Θεέ μου. Δέν τολμῶ νά ὑψώσω τά μάτια μου σ’ Ἐσένα ἐξαιτίας τῆς ἀνομίας μου. Ἀλλά Σύ εἶπες στούς μαθητές Σου· «Πάντα ὅσα ἄν αἰτήσητε ἐν τῇ προσευχῇ πιστεύοντες λήψεσθε». Κι ἀκόμη: «Ὅ,τι ἄν αἰτήσητε ἐν τῷ ὀνόματί μου τοῦτο ποιήσω». Γι’ αὐτό καί μόνο τολμῶ καί Σέ ἐπικαλοῦμαι.
Καθάρισέ με ἀπό κάθε ρύπο, σαρκός καί πνεύματος· καί δίδαξέ με πῶς νά προσεύχομαι σ’ Ἐσένα.
Εὐλόγησε τούτη τή μέρα πού μοῦ χαρίζεις, σέ μένα, τόν ἀνάξιο δοῦλο Σου. Μέ τή δύναμη τῆς εὐλογίας Σου ἱκάνωσέ με, παντοῦ καί πάντα, νά μιλῶ καί νά ἐνεργῶ γιά τή δόξα Σου, μέ πνεῦμα καθαρό, μέ ταπείνωση, ὑπομονή καί ἀγάπη, μέ γλυκύτητα, εἰρήνη, θάρρος καί σοφία, καί νά ‘χω πάντα συνείδηση τῆς Παρουσίας Σου.
Μέ τήν ἀπέραντη ἀγαθότητά Σου, Κύριε, δεῖξε μου τήν ὁδό τοῦ θελήματός Σου καί ἀξίωσέ με νά τή βαδίζω κάτω ἀπό τό βλέμμα Σου χωρίς ἁμαρτία.
Κύριε, Σύ ὁ ἐτάζων καρδίας, γνωρίζεις αὐτό πού ἔχω ἀνάγκη. Γνωρίζεις τήν τυφλότητα καί τήν ἄγνοιά μου. Βλέπεις τήν ὀλιγοπιστία καί τήν πλάνη μου. Γνωρίζεις ὅμως καί τή λαχτάρα μου, τίς ὀδύνες τῆς καρδιᾶς καί τούς πόνους τῆς ψυχῆς μου.
Γι’ αὐτό, Σέ ἱκετεύω, ἄκουσε τήν προσευχή μου. Καί διά τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος δίδαξέ μου τήν ὁδό πού πρέπει νά βαδίσω.Κι ὅταν ἡ διεστραμμένη μου θέληση μέ ὁδηγήσει σέ ἀλλότριους δρόμους, μή μέ λυπηθεῖς, Κύριε, ἀλλά ἐπίστρεψέ με μέ τή βία στήν ὁδό τῆς ἁγιωσύνης Σου. Μέ τή δύναμη τῆς ἀγάπης Σου, ἀξίωσέ με νά προσκολληθῶ στό ἀγαθό. Φύλαξέ με ἀπό κάθε λόγο καί πράξη πού θανατώνουν τήν ψυχή μου. Ἀπό κάθε κίνηση πού μπορεῖ νά Σέ προσβάλει ἤ νά πληγώσει τόν ἀδελφό μου.
Δίδαξέ με αὐτό πού πρέπει νά πῶ καί πῶς πρέπει νά τό πῶ. Κι ὅταν τό θέλημά Σου εἶναι νά σιωπήσω, φώτισέ με νά τό κάνω μέ πνεῦμα εἰρηνικό πού νά μήν προκαλεῖ θλίψη ἤ ἐνοχή στόν πλησίον μου. Στερέωσέ με στήν ὁδό τῶν ἐντολῶν Σου. Κι ὡς τήν τελευταία μου πνοή μήν ἐπιτρέψεις νά ξεμακρύνω ἀπό τό φῶς τοῦ προστάγματός Σου.Ἔτσι ὥστε οἱ ἐντολές Σου νά γίνουν ὁ μόνος νόμος τῆς ὑπάρξεώς μου, τόσο σ’ αὐτή τή ζωή ὅσο καί στήν αἰωνιότητα.
Ναί, Κύριε, Σέ ἱκετεύω, ἐλέησέ με. Στήριξέ με στόν πόνο καί στήν ἀπελπισία μου, καί μή μοῦ κρύβεις τήν ὁδό τῆς σωτηρίας. Πολυάριθμα καί μεγάλα εἶναι τά αἰτήματά μου, Κύριε, κι ὡστόσο δέν ξεχνῶ τήν ἀσχήμια τῆς ἁμαρτίας μου. Ἐλέησέ με.
Μή ἀπορρίψεις με ἀπό τοῦ προσώπου Σου ἐξαιτίας τῆς μεγάλης παρρησίας μου. Ἀντίθετα, αὔξησε μέσα μου αὐτή τήν παρρησία καί ἀξίωσέ με, ἐμένα, τόν αἴσχιστο τῶν ἀνθρώπων, νά Σέ ἀγαπῶ ὅπως προστάζεις, μ’ ὅλη τήν καρδιά καί τήν ψυχή μου, μ’ ὅλη μου τήν διάνοια, μ’ ὅλη τή δύναμη τῆς ὑπάρξεώς μου.
Ναί, Κύριε, διά τοῦ Ἁγίου Σου Πνεύματος δίδαξέ με τήν καλωσύνη, τήν ἀκεραιότητα τῆς ζωῆς καί τή γνώση. Ἀξίωσέ με, πρίν κατεβῶ στόν τάφο, νά γνωρίσω τήν ἀλήθεια Σου. Παράτεινε τή ζωή μου σ‹ αὐτό τόν κόσμο, ὥσπου νά σοῦ προσφέρω ἀληθινή μετάνοια. Μή μέ ἀποσπάσεις ἐν τῷ ἡμίσει τῶν ἡμερῶν μου, ὅσο τό πνεῦμα μου παραμένει ἀκόμα τυφλό.
Κι ὅταν θά θελήσεις νά βάλεις τέλος στή ζωή μου, γνώρισέ μου τήν ὥρα τοῦ θανάτου μου, γιά νά μπορέσω νά ἑτοιμάσω τήν ψυχή μου νά σέ συναντήσει ἐπάξια. Σ’ αὐτή τή φοβερή ὥρα, Κύριε, μεῖνε μαζί μου. Καί δώρισέ μου τή χαρά τοῦ σωτηρίου Σου. Καθάρισέ με ἀπό τά κρυφά μου σφάλματα. Ἀπό κάθε ἀνομία πού βρίσκεται μασκαρεμένη ἐντός μου. Καί δῶσε μου καλήν ἀπολογίαν ἐπί τοῦ φοβεροῦ βήματός Σου.
Ναί, Κύριε, μέ τή μεγάλη Σου εὐσπλαγχνία, καί τήν ἀπέραντη ἀγάπη Σου γιά τούς ἀνθρώπους. Εἰσάκουσον τῆς προσευχῆς μου.
π. Σωφρόνιος Σαχάρωφ
Πίστη εἶναι…
Ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος:
1. Πίστη εἶναι νὰ πεθάνει κανεὶς γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ γιὰ χάρη τῆς ἐντολῆς Του, πιστεύοντας ὅτι ὁ θάνατος αὐτὸς θὰ τοῦ γίνει πρόξενος ζωῆς· νὰ θεωρεῖ τὴ φτώχεια σὰν πλοῦτο, τὴν εὐτέλεια καὶ τὴν ἀσημότητα σὰν ἀληθινὴ δόξα καὶ κοινωνικὴ λάμψη· καὶ νὰ πιστεύει ὅτι μὲ τὸ νὰ μὴν ἔχει τίποτε, κατέχει τὰ πάντα ἢ μᾶλλον ἀπέκτησε τὸν ἀνεξερεύνητο πλοῦτο τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὅλα τὰ ὁρατὰ νὰ τὰ βλέπει σὰν λάσπη ἢ καπνό.
2. Πίστη στὸ Χριστὸ εἶναι ὄχι μόνο νὰ καταφρονήσουμε ὅλα τὰ εὐχάριστα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουμε ἐγκαρτέρηση καὶ ὑπομονὴ σὲ κάθε πειρασμὸ ποὺ μᾶς ἔρχεται καὶ μᾶς προκαλεῖ λύπες, θλίψεις καὶ συμφορές, ὥσπου νὰ εὐδοκήσει νὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ ὁ Θεός, ὅπως λέει ὁ ψαλμωδός: «μὲ κάθε ὑπομονὴ περίμενα τὸν Κύριο, καὶ Αὐτὸς μὲ ἐπισκέφθηκε».
3. Ἐκεῖνοι ποὺ προτιμοῦν σὲ κάτι τοὺς γονεῖς τους ἀπὸ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχουν πίστη στὸ Χριστό, καὶ ὁπωσδήποτε καταδικάζονται ἀπὸ τὴ συνείδησή τους, ἂν βέβαια ἔχουν ζωντανὴ συνείδηση τῆς ἀπιστίας τους. Γνώρισμα τῶν πιστῶν εἶναι νὰ μὴν παραβαίνουν σὲ τίποτε ἀπολύτως τὴν ἐντολὴ τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
4. Ἡ πίστη στὸ Χριστό, τὸν ἀληθινὸ Θεό, γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία τῶν καλῶν καὶ τὸ φόβο τῆς κολάσεως. Ἡ ἐπιθυμία τῶν πράγματι καλῶν καὶ ὁ φόβος τῆς κολάσεως, προξενοῦν τὴν ἀκριβῆ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῶν ἐντολῶν διδάσκει στοὺς ἀνθρώπους πόσο ἀδύνατοι εἶναι. Ἡ κατανόηση τῆς πραγματικῆς ἀδυναμίας μᾶς γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ὅποιος ἀπέκτησε σύνοικό του τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ ζητήσει μὲ πόνο νὰ μάθει, τί τὸν περιμένει μετὰ τὴν ἔξοδο καὶ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Καὶ ὅποιος φροντίζει νὰ μάθει γιὰ τὰ μετὰ θάνατον, ὀφείλει πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ στερήσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὰ παρόντα· γιατί ὅποιος εἶναι δεμένος μὲ ἐμπάθεια σ’ αὐτά, ἔστω καὶ στὸ παραμικρό, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει τὴν τέλεια γνώση τῶν μελλόντων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη, κατὰ θεία οἰκονομία, γευθεῖ κάπως τὴ γνώση αὐτή, δὲν ἀφήσει ὅμως τὸ ταχύτερο αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι δεμένος μὲ ἐμπάθεια, γιὰ νὰ παραμείνει ὁλοκληρωτικὰ στὴ γνώση αὐτή, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του νὰ σκέφτεται τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ αὐτή, τότε καὶ ἡ γνώση ποὺ νομίζει ὅτι ἔχει, θὰ τοῦ ἀφαιρεθεῖ.
ΣυνέχειαἉγία Φιλοθέη
/
Περπάτησε μαζί μας ἡ κυρά…
Μία φορὰ κι ἕνα καιρὸ ἦταν μία ἡλιογέννητη καλότυχη βασιλοπούλα, ποὺ ζοῦσε μέσα στὰ βελοῦδα, στὰ μετάξια καὶ στὰ ὄνειρα…
Ρηγούλα τ’ ὄνομά της ποὺ πὰ νὰ πεῖ βασιλοπούλα.
Παλάτι της, τὸ ἀρχοντικὸ τῶν Μπενιζέλων.
Νανούρισμα νὰ κοιμηθεῖ τὸ καλότυχο, ὁ «μαρμαρωμένος βασιλιᾶς».
Ἔτσι θὰ μποροῦσε ν’ ἀρχίσει κανεὶς ν’ ἀνιστορεῖ τὸ βίο τῆς Ἅγιας Φιλοθέης, τῆς Κυρᾶς.
Οἱ χρόνοι πού γεννήθηκε ἡ Ρηγούλα ἦταν οἱ χρόνοι πού «ὅλα τὰ ‘σκίαζε ἡ φοβέρα καιτα πλάκωνε ἡ σκλαβιά».
Ἤτανε τότες οἱ χρονιὲς ποὺ «σβησμένες ὅλες οἱ φωτιὲς οἱ πλάστρες μὲς τὴ χώρα».
Ἤτανε τότες ποὺ ὁ Σταυρὸς πολεμοῦσε μὲ τὰ μισοφέγγαρα.
Μεγάλο τὸ ἔχει τοῦ γονιοῦ κι ἡ μόνη κληρονόμος ἡ Ρηγούλα, Πρέπει λοιπόν, ἀνάλογα στὸ γένος καί στά πλούτη της, νὰ μορφωθεῖ ἡ μοναχοκόρη τῶν Μπενιζέληδων.
Καὶ μεγαλώνει, βασιλοπούλα ἴδια, ἡ Ρηγούλα καί φτάνει τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ γονεῖς ὅλου τοῦ κόσμου ὀνειρεύονται νὰ παντρευτεῖ! Κακοπαντρεύεται ὅμως ἡ μοσχοθυγατέρα καί στόν τρίτο χρόνο πεθαίνει ὁ ἄνδρας της. Μὰ κι οἱ γονεῖς της πέθαναν κι αὐτοί καί μένει ἔτσι ὁλομόναχη στὸν κόσμο.
Τὴ θλίψη της, τὴν πίκρα της, ὅμως, ἡ Ρηγούλα, τὴν κάνει κινητήρια δύναμη.
Ἡ πίστη της νερὸ φουσκωμένο, μπόλικο, τρέχει καί πρίν φανεῖ ἕνας Κοσμᾶς Αἰτωλός, πρὶν ἔρθει ὁ Εὐγένιος Βούλγαρης ὁ Μηνιάτης, πρώτη αὐτὴ πιάνει τὸ ἀσύλληπτο, πὼς ὅποιος χαθεῖ γιὰ τὴν Ὀρθοδοξία πρέπει νὰ θεωρηθεῖ χαμένος καί γιά τὸ Γένος.
Πετάει μ’ ἀπόφαση τὰ ροῦχα της Ἀθηναίας κυρᾶς ἡ Μπενιζέλου, μαζὶ πετάει καἰ τ’ ὄνομά της, τὸ Ρηγούλα,
Φορεῖ τὰ ροῦχα τῆς καλογριᾶς, φορεῖ κι ἕνα καινούργιο ὄνομα: Φιλοθέη ἡ Ἀθηναία.
Καὶ ἡ μεγάλη περιουσία τῶν Μπενιζέλων χρησιμοποιεῖται γιὰ νὰ χτιστεῖ ὁ Παρθενώνας τῆς Φιλοθέης.
ΣυνέχειαΘεολογικὴ προσέγγιση τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων
Μαντζαρίδης Γεώργιος
Ὁ ὅρος διαπροσωπικὲς σχέσεις χρησιμοποιήθηκε ἀρχικὰ στὸν χῶρο τῆς Ψυχιατρικῆς καὶ τῆς Κοινωνικῆς ψυχολογίας, ἀλλὰ σύντομα καθιερώθηκε στὸν εὐρύτερο ἀκαδημαϊκὸ χῶρο καὶ στὴν θεολογικὴ ἐπιστήμη. Εἰδικότερα μάλιστα ἡ χρήση τοῦ ὅρου αὐτοῦ στὴν θεολογικὴ ἐπιστήμη διευκόλυνε τὸν διάλογό της μὲ τὶς ἄλλες ἐπιστῆμες, ἐνῶ ταυτόχρονα προσέδωσε σὲ αὐτὸν εὐρύτερο καὶ βαθύτερο περιεχόμενο.
Ὡς διαπροσωπικὲς χαρακτηρίζονται οἱ σχέσεις ποὺ πραγματοποιοῦνται μεταξὺ δύο ἢ περισσοτέρων προσώπων. Ἡ ἐπιστήμη ποὺ ἔχει ὡς ἀντικείμενό της τὴν ἔρευνα τῶν σχέσεων αὐτῶν εἶναι πρωτίστως ἡ Κοινωνικὴ ψυχολογία. Μὲ τὶς σχέσεις αὐτὲς ἀσχολεῖται βέβαια καὶ ἡ Κοινωνιολογία. Ἐνῶ ὅμως ἡ Κοινωνιολογία ὡς μὴ ἀξιολογικὴ ἐπιστήμη βλέπει στὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις μόνο τοὺς κοινωνικοὺς ρόλους, χωρὶς νὰ ὑπεισέρχεται στὴν ψυχολογικὴ διάστασή τους, ἡ Κοινωνικὴ ψυχολογία προχωρεῖ στὴν διερεύνηση τῆς διαστάσεως αὐτῆς, ποὺ προσελκύει καὶ τὸ κύριο ἐνδιαφέρον της. Ἔτσι, ἂν σὲ κάποια κοινωνικὴ ὁμάδα ὅλα λειτουργοῦν ἁρμονικά, ἡ Κοινωνιολογία θὰ διαπιστώσει σωστὴ λειτουργία τῶν ρόλων της. Ἂν ὅμως ἡ ἁρμονία αὐτὴ ὀφείλεται σὲ ἀμοιβαῖο σεβασμὸ τῶν μελῶν της ἢ σὲ κάποια ἄλλη αἰτία, θὰ τὸ διερευνήσει ἡ Κοινωνικὴ ψυχολογία.
Ἡ ἀνάπτυξη διαπροσωπικῶν σχέσεων δὲν ἀποτελεῖ συμβατικὸ ἢ δευτερογενὲς στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴν φύση του κοινωνικὸ ὄν, ἀναπτύσσει αὐθόρμητα διαπροσωπικὲς καὶ κοινωνικὲς σχέσεις. Συνδέεται μὲ τὰ πρόσωπα ποὺ τὸν περιβάλλουν καὶ ἔρχεται σὲ κοινωνία μαζί τους. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας στὴν ἀτομικότητα ἢ τὴν ὑποκειμενικότητα, ποὺ ἦταν συνήθης στὴν νεωτερικότητα, ἀδικοῦσε καὶ παρερμήνευε ὄχι μόνο τὴν κοινωνικὴ ἀλλὰ καὶ τὴν ἀτομικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ὁριζόντια κοινωνικότητά του ὁ ἄνθρωπος ἔχει καὶ τὴν κατακόρυφη κοινωνικότητα, ποὺ ἐκδηλώνεται ὡς θρησκευτικότητα. Ὄχι μόνο οἱ συνειδητὰ θρησκευόμενοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ ὅσοι παρουσιάζονται ὡς θρησκευτικῶς ψυχροὶ ἢ ἀδιάφοροι ἔχουν πάντοτε κάποιο εἶδος θρησκευτικότητας, ποὺ ἐκδηλώνεται ὡς προσήλωση σὲ κάποια ἰδεολογία ἢ σὲ κάποια «προσωπικὴ» φιλοσοφία, ἢ ἀκόμα ὡς πίστη σὲ διάφορες προλήψεις καὶ προκαταλήψεις. Τὰ θρησκευτικὰ ὅμως αὐτὰ ὑποκατάστατα δημιουργοῦν συνήθως προβληματικὲς καταστάσεις καὶ φαλκιδεύουν τὴν κατακόρυφη κοινωνικότητα, ποὺ διευρύνει τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία.
ΣυνέχειαἩσυχαστικὴ Θεολογία
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης
Ὁ Ἡσυχασμὸς δὲν ἀποτελεῖ ἐποχικὸ ἢ περιθωριακὸ φαινόμενο τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ συνιστᾶ κεντρικὸ ἄξονα τῆς μοναχικῆς παραδόσεώς της καὶ σφραγίζει διαχρονικὰ τὸ χαρακτήρα τῆς πνευματικῆς της ζωῆς. Ἤδη, ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἔννοια τῆς ἡσυχίας συνδέθηκε μὲ τὴν ἀποδέσμευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἀγωνιώδη μέριμνα καὶ ταραχὴ τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἐπιστροφή του πρὸς τὸ Θεό.
Ἡ ἡσυχία δὲν εἶναι πλαδαρότητα ἢ ἀκινησία, ἀλλὰ ἀφύπνιση καὶ ἔντονη ἐνεργοποίηση στὸ ἐπίπεδό της πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι μία ἐσωτερικὴ ἀνασύνταξη καὶ ἐπανατοποθέτηση, ποὺ καλλιεργεῖται μὲ τὴν περισυλλογή, τὴν αὐτοσυγκέντρωση, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Θεό, Καὶ ἡ ἡσυχαστικὴ ζωή, ποὺ καλλιεργεῖται μὲ τὴ φυγὴ στὴν ἔρημο, δὲν ἐκφράζει ἀποστροφὴ πρὸς τὸν κόσμο, ἀλλὰ προσήλωση στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἡσυχαστὴς ἀπομονώνεται στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ χωρέσει μέσα τοῦ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ἡ ἡσυχαστικὴ ὅμως ζωὴ μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ ὡς ἕνα βαθμὸ καὶ μέσα στὶς πόλεις, ὅπως βεβαιώνει ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Κωνσταντῖνος ζοῦσε ἡσυχαστικὴ ζωὴ μέσα στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς συγκλητικὸς καὶ μέλος τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς. Ἐκεῖνο ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ προσήλωση στὸν κόσμο καὶ ἡ πλήρης ἀναφορὰ στὸ Θεό.
Προσήλωση
Κεντρικὴ θέση στὸν ἡσυχασμὸ ἔχει ἡ νοερὰ ἢ καρδιακὴ προσευχή, ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐ¬λέησον μέ». Ἡ προσευχὴ αὐτὴ μὲ τὴ συντομία τῆς βοηθάει στὴν αὐτοσυγκέντρωση καὶ στὴν ἀπερίσπαστη προσήλωση στὸ Θεό, Μὲ τὴ συνεχῆ ἐπανάληψή της καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ προσευχὴ μεταφέρεται σταδιακὰ ἀπὸ τὰ χείλη στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.
ΣυνέχειαἩ μητρότητα ὡς διακονία τῆς γυναίκας
Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Ἡ θέση τῆς γυναίκας κατὰ τοὺς περασμένους αἰῶνες ἦταν ἐξαιρετικὰ δύσκολη, ἐνῶ ἀκόμη ὡς τὶς ἡμέρες μας δὲν ἔχει πλήρως τακτοποιηθεῖ. Σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδά της ζωῆς τὸ πρόβλημα αὐτὸ ἀποδεικνύεται ὑπερβολικὰ πολυπλοκοκαι στὸ ἐπίπεδό της κρατικῆς νομοθεσίας, καὶ στὸ ἐπίπεδό της δομῆς τῆς κοινωνίας, καὶ στὸ ἐπίπεδό της κατανομῆς τῆς ἐργασίας, καὶ στὸ ἐπίπεδό της ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς μορφώσεως, καὶ στὸ ἐπίπεδο τέλος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Πολλὰ ἔχουν ἀλλάξει κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες· ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις ἡ γυναίκα ἀπέκτησε θέση ἀσύγκριτα καλύτερη ἀπὸ τὴν προηγούμενη, ἀλλὰ ὡστόσο δὲν ἔχει βρεῖ τὴ θέση της στὴν κοινωνία· δὲν ἔχει βρεθεῖ πραγματικὰ τὸ σωστὸ μέτρο γιὰ τὴν ἀξιολόγησή της. Κατὰ τοὺς προηγούμενους αἰῶνες ὁ ἄνδρας ἦταν ὁ νομοθέτης, ὁ κύριος. Ἡ γυναίκα ὅμως συχνὰ ἦταν ὑπερβολικὰ ὑποβιβασμένη, καὶ κατὰ τὴν ἀναζήτηση ἀλήθειας καὶ δικαιοσύνης ὅλοι ὅσοι ἐπιθυμοῦσαν βελτίωση τῆς θέσεως τῆς γυναίκας εἶχαν τὴ σκέψη: νὰ τὴν ἐξισώσουν στὰ δικαιώματα μὲ τὸν ἄνδρα σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἔδωσε ὑπέροχους καρπούς. Πολλὲς γυναῖκες ἀπέκτησαν μεγάλη μόρφωση, κατέχουν ὑπεύθυνες θέσεις στὴν κρατικὴ μηχανή, ἄρχισαν νὰ διαδραματίζουν ἱστορικὸ ρόλο συμμετέχοντας στὶς ἐκλογὲς κυβερνήσεων. Στὴν οἰκογένεια ἐπίσης ἡ θέση τῆς γυναίκας ἄλλαξε πρὸς ὄφελός της.
Πραγματικά, ὅλα αὐτὰ ἔτσι εἶναι. Ἀλλὰ μποροῦμε ἄραγε νὰ θεωρήσουμε λυμένα τὰ προβλήματα ὄχι μόνο τῆς ἐργασίας τῆς γυναίκας, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τῆς οἰκογενειακῆς θέσεώς της; Ἡ πείρα τῆς ἱστορίας ἔδειξε ὅτι τὸ τεράστιο σῶμα τῆς ἀνθρωπότητας ἀποτελεῖται ἀπὸ κύτταρα, καὶ ἕνα τέτοιο κύτταρο εἶναι ἡ οἰκογένεια. Στὸ μέτρο ποὺ τὰ κύτταρα εἶναι ὑγιῆ ὑγιαίνει καὶ τὸ σῶμα.
ΣυνέχειαΠῶς πρέπει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ τοῦ ὅποιος ζεῖ μέσα στὸν κόσμο
Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,.
Ψυχὴ ὅλων τῶν ἀσκήσεων, ποὺ γίνονται γιὰ τὸν Κύριο, εἶναι ἡ προσοχή. Δίχως προσοχή, ὅλες αὐτὲς οἱ ἀσκήσεις εἶναι ἄκαρπες, νεκρές. Ὅποιος ποθεῖ τὴ σωτηρία του, πρέπει νὰ μάθει νὰ προσέχει ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό του, εἴτε ζεῖ στὴ μόνωση εἴτε ζεῖ μέσα στὸν περισπασμό, ὅποτε καμιὰ φορᾶ, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλει, παρασύρεται ἀπὸ τὶς συνθῆκες.
Ἂν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ γίνει τὸ ἰσχυρότερο ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς, τότε πιὸ εὔκολα θὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας, τόσο στὴν ἡσυχία τοῦ κελιοῦ μᾶς ὅσο καὶ μέσα στὸ θόρυβο ποὺ μᾶς κυκλώνει ἀπὸ παντοῦ.
Στὴ διατήρηση τῆς προσοχῆς πολὺ συμβάλλει ἡ συνετὴ μετρίαση τῆς τροφῆς, ποὺ μειώνει τὴ θέρμη τοῦ αἵματος. Ἡ αὔξηση αὐτῆς τῆς θέρμης ἀπὸ τὰ πολλὰ φαγητά, ἀπὸ τὴν ἔντονη σωματικὴ δραστηριότητα, ἀπὸ τὸ ξέσπασμα τῆς ὀργῆς, ἀπὸ τὸ μεθύσι τῆς κενοδοξίας καὶ ἀπὸ ἄλλες αἰτίες προκαλεῖ πολλοὺς λογισμοὺς καὶ φαντασιώσεις, δηλαδὴ τὸν σκορπισμὸ τοῦ νοῦ. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι πατέρες σ’ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ τοῦ συστήνουν πρὶν ἀπ’ ὅλα τὴ μετρημένη, διακριτικὴ καὶ διαρκῆ ἐγκράτεια ἀπὸ τὶς τροφές.
Ὅταν σηκώνεσαι ἀπὸ τὸν ὕπνο -πρόκειται γιὰ μία προεικόνιση τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ποὺ περιμένει ὅλους τους ἀνθρώπους- νὰ κατευθύνεις τὶς σκέψεις σου στὸ Θεό. Νὰ προσφέρεις σὰν θυσία σ’ Ἐκεῖνον τοὺς πρώτους καρποὺς τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ σου, ὅταν αὐτὸς δὲν ἔχει ἀκόμα προσλάβει καμιὰ μάταιη ἐντύπωση.
Συνέχεια«ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ»
Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Ροστώφ
Γιά νά δῇς τά ὑλικά πράγματα, πρέπει νά εἶναι ὑγιεῖς οἱ σωματικοί ὀφθαλμοί σου. Γιά νά γνωρίσῃς τά νοερά πράγματα, πρέπει νά εἶναι ὑγιεῖς οἱ ὀφθαλμοί τῆς ψυχῆς σου, νά ἔχῃς δηλαδή φωτισμένη συνείδησι καί διάκρισι.
Μόνο μ΄ αὐτή τήν προϋπόθεσι θά ἐφαρμόζεις σωστά τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ «καί οὐκ ἐκκλινεῖς ἀπ΄ αὐτῶν εἰς δεξιά οὐδέ εἰς ἀριστερά, ἵνα συνῇς ἐν πᾶσιν οἷς ἐάν πράσσῃς» (Ἰησ. Ναυῆ 1, 7).
Διάκρισις εἶναι ἡ ἱκανότητα τῆς ψυχῆς νά διακρίνῃ ἀλάθητα σέ κάθε περίπτωσι τό καλό ἀπό τό κακό, τό θεῖο θέλημα ἀπό τή δαιμονική ἀπάτη.
Μέ τή διάκρισι θά γνωρίσεις πότε καί πῶς πρέπει νά πολεμᾶς τά πάθη, πότε νά ὑποχωρῆς, πῶς νά ἀντιμετωπίζῃς νικηφόρα τίς πανουργίες τῶν δαιμόνων, πότε οἱ λογισμοί σου προέρχονται ἀπό τό Θεό καί πότε ἀπό τούς δαίμονες.
Αὐτή τή νοερή αἴσθησι τήν ἀποκτοῦν μόνο ὅσοι ἔχουν καθαρή καρδιά καί καθαρό σῶμα, ἀμόλυντη συνείδησι καί ἀμόλυντες αἰσθήσεις.
Ἡ συνείδησίς σου εἶναι ἡ φωνή καί ὁ ἔλεγχος τοῦ φύλακος ἀγγέλου, πού σοῦ ἔστειλε ὁ Θεός στό ἅγιο βάπτισμα. Καί λέω ἡ φωνή τοῦ φύλακος ἀγγέλου, γιατί δέν τολμῶ νά πῶ ὅτι συνείδησις εἶναι ἡ ἴδια ἡ φωνή τοῦ Ἅγίου Πνεύματος μέσα σου.
Ἡ συνείδησίς σου θά φωτισθεῖ καί ἡ διάκρισίς σου θά καλλιεργηθεῖ καί θ’ ἀναπτυχθεῖ μόνο μέ τόν ἀγώνα γιά τήν ἀπαλλαγή ἀπό τά πάθη. Ὅσο καθαρίζεσαι ἀπό τόν ρύπο τῶν παθῶν, τόσο ἡ συνείδησίς σου θά φωτίζεται· καί ὅσο φωτίζεται ἡ συνείδησις, τόσο θά τελειοποιεῖται ἡ διάκρισις· καί ὅσο τελειοποιεῖται ἡ διάκρισις, τόσο πιό ἀποτελεσματικός καί καρποφόρος θά γίνεται ὁ ἀγώνας σου κατά τῶν παθῶν.
ΣυνέχειαἭ συνείδηση.
Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπραντσανίνωφ
Συνείδηση εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου, αἴσθηση λεπτή καί φωτεινή, πού ξεχωρίζει τό καλό ἀπό τό κακό.
Ἡ αἴσθηση αὐτή ξεχωρίζει τό καλό ἀπό τό κακό πιό καθαρά ἀπ’ ὅσο ὁ νοῦς. Πιό δύσκολο εἶναι νά παραπλανήσει κανείς τή συνείδηση παρά τόν νοῦ. Καί τόν πλανεμένο νοῦ, πού τόν ὑποστηρίζει τό φιλάμαρτο θέλημα, γιά πολύν καιρό τόν ἀντιμάχεται ἡ συνείδηση.
Ἡ συνείδηση εἶναι ὁ φυσικός νόμος[1].
Ἡ συνείδηση χειραγωγοῦσε τόν ἄνθρωπο πρίν τοῦ δοθεῖ ὁ γραπτός νόμος. Ἡ μεταπτωτική ἀνθρωπότητα βαθμιαῖα οἰκειώθηκε ἕναν λαθεμένο τρόπο σκέψεως γιά τόν Θεό, τό καλό καί τό κακό.
Ἡ λαθεμένη σκέψη ἐπηρέασε, φυσικά, καί τή συνείδηση. Ἔτσι, ὁ γραπτός νόμος ἀποτέλεσε ἀναγκαιότητα γιά τή χειραγώγηση τοῦ ἀνθρώπου στήν ἀληθινή θεογνωσία καί τή θεοφιλή διαγωγή.
Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἐπισφραγισμένη μέ τό ἅγιο Βάπτισμα, θεραπεύει τή συνείδηση ἀπό
τήν κακή προδιάθεση[2] μέ τήν ὁποία τή δηλητηρίασε ἡ ἁμαρτία. Ἡ ὀρθή λειτουργία τῆς συνει-
δήσεως ἀποκαθίσταται, ἐνισχύεται καί σταθεροποιεῖται με τήν τήρηση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας καί ἡ ὀρθή λειτουργία τῆς συνειδήσεως εἶναι δυνατές μόνο στούςκόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέσω τοῦ θείου νόμου της, πού κατευθύνει ὀρθά τόν νοῦ. Γιατί κάθε λαθεμένη σκέψη ἐπιδρᾶ ἀρνητικά στή συνείδηση καί τή λειτουργία της.
Κάθε ἁμαρτία πού δέν ἐξαλείφεται μέ τή μετάνοια, ἀφήνει τή βλαπτική σφραγίδα της στή συνείδηση. Ἡ ἑκούσια καί συνεχής ἁμαρτωλή ζωή σχεδόν νεκρώνει τή συνείδηση.
Δέν εἶναι δυνατόν, ὡστόσο, αὐτή νά νεκρωθεῖ ἐντελῶς. Θά συνοδεύει τόν ἄνθρωπο μέχρι τό φοβερό Κριτήριο τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ θά τόν ἐνοχοποιήσει, ἄν τήν καταπατοῦσε.
ΣυνέχειαὉ Ἐκκλησιασμός
Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος
Μὲ λιμάνια μέσα στὸ πέλαγος μοιάζουν οἱ ναοί, ποὺ ὁ Θεὸς ἐγκατέστησε στὶς πόλεις· πνευματικὰ λιμάνια, ὅπου βρίσκουμε ἀπερίγραπτη ψυχικὴ ἠρεμία ὅσοι σ᾿ αὐτὰ καταφεύγουμε, ζαλισμένοι ἀπὸ τὴν κοσμικὴ τύρβη. Κι ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ἀπάνεμο κι ἀκύμαντο λιμάνι προσφέρει ἀσφάλεια στὰ ἀραγμένα πλοῖα, ἔτσι καὶ ὁ ναὸς σῴζει ἀπὸ τὴν τρικυμία τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν ὅσους σ᾿ αὐτὸν προστρέχουν καὶ ἀξιώνει τοὺς πιστοὺς νὰ στέκονται μὲ ἀσφάλεια καὶ ν᾿ ἀκοῦνε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ γαλήνη πολλή.
Ὁ ναὸς εἶναι θεμέλιο τῆς ἀρετῆς καὶ σχολεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Πάτησε στὰ πρόθυρά του μόνο, ὁποιαδήποτε ὥρα, κι ἀμέσως θὰ ξεχάσεις τὶς καθημερινὲς φροντίδες. Πέρασε μέσα, καὶ μία αὔρα πνευματικὴ θὰ περικυκλώσει τὴν ψυχή σου. Αὐτὴ ἡ ἡσυχία προξενεῖ δέος καὶ διδάσκει τὴ χριστιανικὴ ζωὴ· ἀνορθώνει τὸ φρόνημα καὶ δὲν σὲ ἀφήνει νὰ θυμᾶσαι τὰ παρόντα· σὲ μεταφέρει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Κι ἂν τόσο μεγάλο εἶναι τὸ κέρδος ὅταν δὲν γίνεται λατρευτικὴ σύναξη, σκέψου, ὅταν τελεῖται ἡ Λειτουργία καὶ οἱ προφῆτες διδάσκουν, οἱ ἀπόστολοι κηρύσσουν τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ὁ Θεὸς Πατέρας δέχεται τὴν τελούμενη θυσία, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χορηγεῖ τὴ δική Του ἀγαλλίαση, τότε λοιπόν, μὲ πόση ὠφέλεια πλημμυρισμένοι δὲν φεύγουν ἀπὸ τὸ ναὸ οἱ ἐκκλησιαζόμενοι;
Στὴν ἐκκλησία συντηρεῖται ἡ χαρὰ ὅσων χαίρονται· στὴν ἐκκλησία βρίσκεται ἡ εὐθυμία τῶν πικραμένων, ἡ εὐφροσύνη τῶν λυπημένων, ἡ ἀναψυχὴ τῶν βασανισμένων, ἡ ἀνάπαυση τῶν κουρασμένων. Γιατί ὁ Χριστὸς λέει: «Ἐλᾶτε σ᾿ ἐμένα ὅλοι ὅσοι εἶστε κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι μὲ προβλήματα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναπαύσω» (Ματθ. 11:28). Τί πιὸ ποθητὸ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ φωνή; Τί πιὸ γλυκὸ ἀπὸ τούτη τὴν πρόσκληση; Σὲ συμπόσιο σὲ καλεῖ ὁ Κύριος, ὅταν σὲ προσκαλεῖ στὴν ἐκκλησία· σὲ ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς κόπους σὲ παρακινεὶ· σὲ ἀνακούφιση ἀπὸ τὶς ὀδύνες σὲ μεταφέρει. Γιατὶ σὲ ξαλαφρώνει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Μὲ τὴν πνευματικὴ ἀπόλαυση θεραπεύει τὴ στενοχώρια καὶ μὲ τὴ χαρὰ τὴ λύπη.
Συνέχεια

