Η ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗ
Ὁ ἅγιος Μαρτῖνος καί ὁ φτωχός χειμώνας τοῦ 334 ὑπῆρξε ἰδαίτερα δριμύς στήν Ἀμιένη τῆς Βορείου Γαλλίας. Μιά πολύ ψυχρή μέρα ὁ ἅγιος Μαρτῖνος (316-397) συνάντησε ἕνα φτωχό γυμνό στήν πύλη τῆς πόλεως. Τί νά κάνη ὅμως; Φοροῦσε μόνο τή στρατιωτική ἐξάρτηση καί τόν Μανδύα του. Παίρνει λοιπόν τό ξίφος του, σχίζει τόν μανδύα, δίνει ἕνα κομμάτι στό φτωχό καί ἀρκεῖται ὁ ἴδιος στό ὑπόλοιπο. Στό δρόμο τόν περιγελοῦν γιά τήν κολοβή του ἀμφίεση. Τή νύχτα ὅμως βλέπει στόν ὕπνο του τόν Χριστό, ντυμένο μέ τό κομμάτι τοῦ μανδύα πού εἶχε δωρίσει, νά λέει στούς ἀγγέλους πού Τόν ἀκολουθοῦσαν:
– Ὁ Μαρτῖνος μέ ἔντυσε μ᾿ αὐτό τό ἔνδυμα.
ΕΛΕΗΜΩΝ ΠΑΤΡΙΑΡΧΗΣ
Ἄν ζητοῦσε κανείς στήν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας μας ἕναν ἅγιο πού νά ἐνσαρκώνη κατά τόν καλύτερο τρόπο τόν «ἱλαρόν δότην» πού «ἀγαπᾶ ὁ Θεός», θά σταματοῦσε σ᾿ ἕναν ἱεράρχη, πού γι᾿ αὐτήν ἀκριβῶς τή ἰδιότητα ὀνομάστηκε Ἰωάννης ὁ Ἐλεήμων (†619). Θά μπορούσαμε νά ἰσχυρισθοῦμε χωρίς ὑπερβολή πώς ὁλόκληρος ὁ βίος του ἦταν μιά διαρκής ἐλεημοσύνη.
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης γεννήθηκε στήν Κύπρο. Ἦταν πολύ εὐκατάστατος. Ἡ ἀγάπη πού τοῦ ἐνέπνεε ὁ Χριστός γιά τούς συνανθρώπους του, ἔβρισκε τήν εὐκαιρία νά ἐκδηλωθῆ πλουσιοπάροχα. Καί ὅσο μοίραζε στούς φτωχούς, τόσο ὁ Θεός τοῦ ἔδινε περισσότερα ἀγαθά. Τά καλά ἔργα του τόν ἔκαναν γνωστό σέ ὅλη τήν Κύπρο. Ἡ φήμη του ἔφθασε μέχρι τήν Κωνσταντινούπολη! Καί ὅταν ἐκοιμήθη ὁ πατριάρχης Ἀλεξανδρείας, ἡ σκέψη ὅλων στράφηκε στόν Ἰωάννη. Ἀλλά ἐκεῖνος μέ κανένα τρόπο δέν ἤθελε νά δεχτῆ ν᾿ ἀναλάβη τήν πατριαρχεία. Ὁ αὐτοκράτωρ ὅμως Ἡράκλειος ἐπέμεινε. Τό ἴδιο καί ὁ λαός. Ἔτσι ὁ Ἰωάννης ἀναγκάστηκε νά ὑποχωρήση. Μόλις ἔγινε πατριάρχης, ἀμέσως κάλεσε στό γραφεῖο του τούς ἱερεῖς τῆς Ἀλεξανδρείας πού εἶχαν τήν φροντίδα τῶν φτωχῶν, καί τούς εἶπε:
– Πηγαίνετε στήν πόλη καί μάθετε πόσοι εἶναι οἱ κύριοί μου. Ἐκεῖνοι τόν κοίταξαν ἔκπληκτοι! Δέν κατάλαβαν τί ἐννοοῦσε. Τούς ἐξήγησε λοιπόν:
– Ἐννοῶ αὐτούς πού συνήθως οἱ ἄνθρωποι τούς ὀνομάζουν φτωχούς. Αὐτοί εἶναι οἱ δικοί μου κύριοι. Σέ λίγες μέρες οἱ ἱερεῖς τοῦ ἔφεραν ἑπτάμισυ χιλιάδες ὀνόματα φτωχῶν πού εἶχαν ἀπόλυτη ἀνάγκη βοηθείας. Ὅλους αὐτούς φρόντισε μέ κάθε τρόπο νά τούς βοηθήση. Ἀγαποῦσε τόσο πολύ τούς ἄλλους, ὥστε λησμονοῦσε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του. Ζοῦσε φτωχικά, Δέν μποροῦσε νά ἡσυχάση ὅταν σκεφτόταν ὅτι αὐτός τά εἶχε ὅλα, ἐνῶ ἄλλοι μπορεῖ νά μήν εἶχαν οὔτε ἕνα κομμάτι ψωμί. Γι᾿ αὐτό ἔδινε, ἔδινε μέχρι τοῦ σημείου νά μήν ἔχει τίποτε ὁ ἴδιος. Τό ράσο του ἦταν παλιό καί τριμμένο. Καί τό δωμάτιό του σχεδόν ἄδειο. Συνέχεια
Προσευχὴ μὲ ἀλήθεια, προσευχὴ μὲ ἀγάπη:
Εἴδη οὐσιώδη ἐν ἀνεπαρκεία
π. Βασίλειος Θερμός
Προσπάθησα νὰ προετοιμαστῶ ὅσο γινόταν καλύτερα, στὰ πλαίσια τοῦ ἐφικτοῦ ὅμως, γιατί τὸ θέμα τῆς προσευχῆς τὸ βρίσκω ἀρκετὰ δύσκολο. Εἶναι ἕνα θέμα τὸ ὁποῖο ἀπαιτεῖ ἐμπειρία καὶ ἂν δὲν ὑπάρχει ἀρκετὴ ἐμπειρία προσευχῆς γνήσιας καὶ οὐσιαστικῆς πρέπει νὰ καταφύγεις στὴν ἐμπειρία ἄλλων.
Ἔδωσα τὸν τίτλο «Προσευχὴ μὲ ἀλήθεια, προσευχὴ μὲ ἀγάπη: Εἴδη οὐσιώδη ἐν ἀνεπαρκεία». Αὐτὴ εἶναι μία φράση ποὺ οἱ παλιοὶ κάπως τὴ θυμόμαστε, οἱ νεώτεροι δὲν τὴν ξέρετε. Χαρακτήριζαν διάφορα εἴδη τοῦ ἐμπορίου ἂν εἶναι οὐσιώδη ἐν ἐπαρκεία ἢ οὐσιώδη ἐν ἀνεπαρκεία κλπ. Θὰ ἔχετε ἀκούσει ὅτι ἡ προσευχὴ ἔχει χαρακτηριστεῖ ὡς ὁ κεντρικὸς ἄξονας, ἡ σπονδυλικὴ στήλη δηλαδὴ τῆς πνευματικῆς ζωῆς, καὶ ὅτι ἡ ποιότητά της καθορίζει γενικότερα τὴν ποιότητα τῆς σχέσης μὲ τὸν Θεό. Ἔχω τὴν αἴσθηση ὅτι ἡ προσευχή, ὅσο σημαντικὴ εἶναι, ἄλλο τόσο εἶναι καὶ παρεξηγημένη, καὶ καμιὰ φορά ἐκπλήσσομαι ὅταν βλέπω ἀνθρώπους μέσης ἡλικίας, ποὺ ἔχουν κάνει μία πορεία στὴ ζωή, εἶναι ἐπιτυχημένοι σὲ διάφορους τομεῖς, οἰκογενειακοὺς καὶ ἐπαγγελματικούς, ἡ προσευχή τους νὰ εἶναι σχεδὸν ὅπως τὴν ἔκαναν στὰ δέκα τους χρόνια. Δηλαδὴ ἔχουν ἐξελιχθεῖ σὲ ὅλα τὰ ζητήματα καὶ σὲ ὅλο τὸν προβληματισμό τους, ἀλλὰ δὲν ἔχουν ἐξελιχθεῖ στὴν προσευχή. Ἴσως γιατί τὴν προσευχὴ τὴ συνοδεύουν διάφορες παρερμηνεῖες, δηλαδὴ ὅτι εἶναι μία ἀνακοίνωση πρὸς τὸν Θεὸ κάποιων πραγμάτων, μία ὑποβολὴ αἰτημάτων πρὸς τὸν Θεό. Ἀπὸ ἐκεῖ προκύπτουν καὶ οἱ γνωστὲς ἀπορίες ποὺ θὰ ἔχετε ἀκούσει ὅλοι π.χ. «ἐντάξει, γιατί εἶναι ἀνάγκη νὰ τὰ ποῦμε στὸν Θεό, δὲν τὰ ξέρει;» ἢ τὸ ἄλλο μπέρδεμα ποὺ ἀκολουθεῖ τὴν προσευχή, ὅτι ἔχει νόημα κυρίως ὅταν περνᾶμε δύσκολα καὶ μετὰ τὴν ξεχνᾶμε.
Γιὰ νὰ καταλάβουμε τὸ θέμα μας σήμερα, γιατί ἡ προσευχὴ χρειάζεται ἀλήθεια καὶ ἀγάπη, θὰ χρειαστεῖ νὰ συνειδητοποιήσουμε τὴ φύση τῆς προσευχῆς. Ἡ προσευχὴ κατὰ τὴ γνώμη μου δὲν ὑπάρχει γιὰ νὰ λέμε στὸν Θεὸ κάτι, νὰ τὸν πληροφοροῦμε γιὰ κάτι ἢ νὰ τοῦ ζητοῦμε κάτι. Ἡ προσευχὴ ὑπάρχει γιὰ νὰ συγκροτηθοῦμε ὡς πρόσωπα ἀπέναντι στὸν Θεό. Ὁ τρόπος ποὺ ζοῦμε, μὲ περισσότερες ἢ λιγότερες διαφορές, ἀνάλογα μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὶς συνθῆκες, ἐμπεριέχει πάρα πολλὰ ἐμπόδια πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ πάρα πολλὰ ἐμπόδια πρὸς τὴν ἀγάπη, μέσα στὴν καθημερινότητα. Συχνὰ χάνουμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸ νόημα τῆς ζωῆς, ἀπὸ λεπτὸ σὲ λεπτὸ δηλαδὴ καὶ καμιὰ φορά μπορεῖ νὰ περάσουν μέρες ποὺ ὁλόκληρη τὴ μέρα, ἀπὸ τὸ πρωὶ μέχρι τὸ βράδυ, κυκλοφοροῦμε σὲ ἕνα χῶρο ποὺ δὲν εἶναι ἀληθινὸς καὶ δὲν ἔχει ἀγάπη. Γι’ αὐτὸ τὸ λόγο, χρειαζόμαστε μία κατάσταση, ἡ ὁποία νὰ μᾶς συγκροτήσει ὡς πρόσωπα, δηλαδὴ μὲ ἀλήθεια καὶ ἀγάπη. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι χρειαζόμαστε μία κατάσταση στὴν ὁποία θὰ σταθοῦμε ἐνώπιος ἐνωπίῳ ὁ καθένας μὲ τὸν Θεό. Συνέχεια
Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΚΑΝΟΝΑΣ
Πέμπτη ἑβδομάς τῶν Νηστειῶν εἶναι τό λειτουργικό ἀποκορύφωμα τῆς Τεσσαρακοστῆς. Οἱ ἀκολουθίες εἶναι μακρότερες καί ἐκλεκτότερες. Στή συνήθη ἀκολουθία τῶν λοιπῶν ἑβδομάδων θά προστεθοῦν δύο νέες ἐκτενεῖς ἀκολουθίες·τήν Πέμπτη ὁ Μέγας Κανών καί τό Σάββατο ὁ Ἀκάθιστος ὕμνος. Κανονικά τό ἀποκορύφωμα αὐτό θά ἔπρεπε νά ἀναζητηθῇ στήν ἑπομένη, στήν ἕκτη ἑβδομάδα τῶν Νηστειῶν, πού εἶναι καί ἡ τελευταία τῆς περιόδου αὐτῆς. Ἀλλά ὅλα στή λατρεία μας ἔχουν τακτοποιηθῆ ἀπό τούς Πατέρας μέ πολλή μελέτη καί περίσκεψι. Μέ «διάκρισι», κατά τήν ἐκκλησιαστική ἔκφρασι.
Μετά ἀπό τήν τελευταία ἑβδομάδα ἀκολουθεῖ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάς, μέ πυκνές καί μακρές ἀκολουθίες, ἀνάλογες πρός τά μεγάλα ἑορτολογικά της θέματα. Μεταξύ αὐτῆς καί τοῦ ἀποκορυφώματος τῆς Τεσσαρακοστῆς ἔπρεπε νά μεσολαβήσῃ μία περίοδος σχετικῆς ἀναπαύσεως, μία μικρά ἀνάπαυλα. Τό τόσο λοιπόν ἀνθρωπίνως ἀναγκαῖο μεσοδιάστημα εἶναι ἡ τελευταία ἑβδομάς καί τήν ἔξαρσι τοῦ τέλους βαστάζει ἡ προτελευταία. Τίς δύο θαυμαστές ἀκολουθίες τῆς πέμπτης ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, τόν Μέγα Κανόνα καί τόν Ἀκάθιστο ὕμνο, θά σταθοῦμε καί θά τίς ἐξετάσουμε. Συνέχεια
Μεγάλος Κανόνας, ὡς Ὑμνογραφικό ἔργο
Ἀπό τήν β΄ ᾠδή
Κατέχρωσα τῆς πρίν εἰκόνος τό κάλλος, Σῶτερ, τοῖς πάθεσιν·
ἀλλ᾽ ὥς ποτε τήν δραχμή ἀναζητήσας εὑρέ.
Μόλυνα τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ τό κάλλος, Σωτήρα, μέ τά πάθη
μου. Ἀλλ᾽ ὅπως κάποτε τή χαμένη δραχμή ψάξε νά μέ ἀνεύρεις.
*
Ἡμάρτηκα, ὥσπερ ἡ Πόρνη βοῶ σοι μόνος ἡμάρτηκά σοι
ὡς μύρον δέχου, Σωτήρ, κἀμοῦ τά δάκρυα.
Ὅπως ἡ Πόρνη φωνάζω δυνατά: Ἁμάρτησα! Ἔχω
ἁμαρτήσει σέ Σένα μοναχός μου. Ὅπως ἀπό κείνη τό μύρο,
Σωτήρα μου, δέξου κι ἀπό μένα τά δάκρυα.
*
Ὀλίσθησα ὡς ὁ Δαυίδ ἀκολάστως, καί βεβορβόρωμαι·
ἀλλ᾽ ἀποπλύναις κἀμέ, Σωτήρ, τοῖς δάκρυσι.
Γλίστρησα στήν ἀκολασία ὅπως ὁ Δαβίδ καί κυλίστηκα μέσα στό
βοῦρκο! Εἴθε κι ἐμένα ν᾽ ἀποπλύνεις, Σωτήρα, μέ τά δάκρυα.
*
Ἱλάσθητι, ὡς ὁ Τελώνης βοῶ σοι, Σῶτερ, ἱλάσθητί μοι·
οὐδείς γάρ τῶν ἐξ Ἀδάμ ὡς ἐγώ ἥμαρτέ σοι.
Ὅπως ὁ Τελώνης φωνάζω δυνατά: Σπλαχνίσου· Σωτήρα
μου, σπλαχνίσου με. Γιατί κανένας ἀπ᾽ τούς ἀπογόνους
τοῦ Ἀδάμ, ὅπως ἐγώ σέ Σένα, δέν ἁμάρτησε.
*
Οὐ δάκρυα, οὐδέ μετάνοιαν ἔχω, οὐδέ κατάνυξιν·
αὐτός μοι ταῦτα, Σωτήρ, ὡς Θεός δώρησαι.
Οὔτε δάκρυα, οὔτε μετάνοια, οὔτε κατάνυξη ἔχω!
Σύ, Σωτήρα μου, ὡς Θεός, Χάρισέ μού τα.
*
Τήν θύραν σου μή ἀποκλείσῃς μοι τότε, Κύριε, Κύριε·
ἀλλ᾽ ἄνοιξόν μοι αὐτήν μετανοοῦντί σοι.
Κύριε! Μή μοῦ κλείσεις τότε, τή θύρα τοῦ νυμφώνα Σου.
Ἀλλ᾽ ἄνοιξέ μού την, βλέποντας τή μετάνοιά μου.
*
Φιλάνθρωπε, ὁ πάντας θέλων σωθῆναι, σύ ἀνακάλεσαί με
καί δέξαι ὡς ἀγαθός μετανοοῦντά με
Φιλάνθρωπε, πού θέλεις ὅλοι νά σωθοῦν,
Σέ παρακαλῶ νά μέ ξαναφέρεις κοντά Σου
καί νά δεχτεῖς σάν ἀγαθός τή μετάνοιά μου.
*
Ἐνώτισαι τούς στεναγμούς τῆς ψυχῆς μου,
καί τῶν ἐμῶν ὀφθαλμῶν προσδέχου
τούς σταλαγμούς, Σωτήρ, καί σῶσόν με.
Ἄκουσε μέ προσοχή τούς στεναγμούς τῆς ψυχῆς μου
καί κάνε δεχτά τά δάκρυα, πού στάζουν ἀπ᾽ τά μάτια μου.
Κι ἔτσι, Σωτήρα, σῶσε με. Συνέχεια
H ΘΕΙΑ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ τῶν Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων
Ἰωάννη Φουντούλη
Mποροῦμε νά ὀνομάσουμε χωρίς ὑπερβολή τή Λειτουργία αὐτή, μαζί μέ τά λειτουργικά χειρόγραφα, «Λειτουργία τῆς Μεγάλης Τεσσαρα-κοστῆς», γιατί πραγματικά ἀποτελεῖ τήν πιό χαρακτηριστική ἀκολουθία τῆς ἱερᾶς αὐτῆς περιόδου. Εἶναι δυστυχῶς ἀλήθεια ὅτι πολλοί ἀπό τούς χριστιανούς ἀγνοοῦν τελείως τήν ὕπαρξί της, ἤ τήν ξεύρουν μόνο ἀπό τό ὄνομα, ἤ καί ἐλάχιστες φορές τήν ἔχουν παρακολουθήσει. Δέν πρόκειται νά τούς μεμφθοῦμε γι᾿ αὐτό.
Ἡ Λειτουργία τῶν Προηγιασμένων τελεῖται σήμερα στούς ναούς μας τό πρωί τῶν καθημερινῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς, ἡμερῶν δηλαδή ἐργασίμων, καί γι᾿ αὐτό λίγοι εἶναι ἐκεῖνοι πού δέν δεσμεύονται κατά τίς ὧρες αὐτές ἀπό τά ἐπαγγέλματα ἤ τήν ὑπηρεσία των. Τά τελευταῖα χρόνια γίνεται μιά πολύ ἐπαινετή προσπάθεια ἀξιοποιήσεώς της. Σέ πολλούς ναούς τελεῖται κάθε Τετάρτη ἀπόγευμα, σέ ὧρες πού πολλοί, ἄν ὄχι ὅλοι οἱ πιστοί, ἔχουν τή δυνατότητα νά παρευρεθοῦν στήν τέλεσί της.
Τό ὄνομά της ἡ Λειτουργία αὐτή τό πῆρε ἀπό τήν ἴδια τή φύση της. Εἶναι στήν κυριολεξία Λειτουργία «προηγιασμένων δώρων». Δέν εἶναι δηλαδή λειτουργία ὅπως οἱ ἄλλες γνωστές λειτουργίες τοῦ Μεγάλου Βασιλείου καί τοῦ ἱεροῦ Χρυσοστόμου, στίς ὁποῖες ἔχομε προσφορά καί καθαγιασμό Τιμίων Δώρων. Τά Δῶρα εἶναι καθαγιασμένα, προηγιασμένα, ἀπό ἄλλη Λειτουργία, πού ἐτελέσθη σέ ἄλλη ἡμέρα. Τά προηγιασμένα δῶρα προτίθενται κατά τήν λειτουργία τῶν Προηγιασμένων γιά νά κοινωνήσουν ἀπ᾿ αὐτά καί νά ἁγιασθοῦν οἱ πιστοί. Μέ ἄλλα λόγια ἡ λειτουργία τῶν προηγιασμένων εἶναι μετάληψις, κοινωνία. Συνέχεια
Εἰσαγωγὴ στὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστὴ
Metr. Anthony Bloom
Σὲ ἀντίθεση μὲ αὐτὸ ποὺ πολλοὶ νομίζουν ἢ αἰσθάνονται, ἡ Σαρακοστὴ τοῦ Πάσχα εἶναι περίοδος χαρᾶς. Εἶναι ὁ καιρὸς ἐκεῖνος ποὺ μᾶς δίνεται ἡ δυνατότητα νὰ ἀποτινάξουμε κάθε τί ἄσχημο καὶ θανατηφόρο ἀπὸ μέσα μας γιὰ νὰ βροῦμε πάλι τὴ δύναμη νὰ ζήσουμε, νὰ βιώσουμε σὲ ὅλο τὸ βάθος του τὸ μυστήριο στὸ ὁποῖο εἴμαστε καλεσμένοι. Ἂν δὲν κατανοήσουμε αὐτὴ τὴν ποιότητα τῆς χαρᾶς στὴ νηστεία, θὰ τὴ μετατρέψουμε σὲ μιὰ καρικατούρα, σὲ μιὰ περίοδο κατὰ τὴν ὁποία στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ θὰ κάνουμε τὴ ζωὴ μας μίζερη.
Μπορεῖ, πράγματι, αὐτὴ ἡ ἰδέα τῆς χαρᾶς ποὺ πλέκεται μὲ τὴν ἐπίπονη προσπάθεια καὶ τὸν ἀσκητικὸ ἀγώνα νὰ φαίνεται περίεργη, ὅμως ἀγκαλιάζει μὲ καθολικὸ τρόπο τὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ εἶναι κατάκτηση. Δὲν χαρίζεται ἁπλὰ σὲ ἐκείνους ποὺ ἀδιάφορα καὶ τεμπέλικα τὴν περιμένουν νὰ ἔρθει. Γιὰ ὅσους τὴν ἀναμένουν μὲ τέτοιο πνεῦμα, θὰ ἔρθει, ἀλλὰ στὸ μέσον της νύχτας, σὰν τὴν Ἡμέρα τῆς Κρίσης. Σὰν τὸν κλέφτη ποὺ τρυπώνει ὅταν δὲν τὸν περιμένεις, σὰν τὸ Νυμφίο ποὺ φθάνει ἐνῶ οἱ μωρὲς παρθένες κοιμοῦνται. Δὲν εἶναι ὅμως αὐτὸς ὁ τρόπος ποὺ θὰ πρέπει νὰ προσμένουμε τὴν Κρίση καὶ τὴ Βασιλεία.
Χρειάζεται νὰ ἀλλάξουμε τὴ νοοτροπία μας σὲ μιὰ νέα κατανόηση ποὺ θὰ μᾶς ἐπιτρέψει νὰ ξαναβροῦμε μέσα μας αὐτὸ ἀπὸ τὸ ὁποῖο περιέργως ἔχουμε ἀποξενωθεῖ: τὴ χαρὰ τῆς προσμονῆς τῆς Ἡμέρας τοῦ Κυρίου –κι ἂς ξέρουμε ὅτι αὐτὴ θὰ εἶναι ἡ Ἡμέρα τῆς Κρίσεως. Ἴσως μᾶς ξενίζει τὸ γεγονὸς ὅτι στὴν Ἐκκλησία κηρύττουμε ὡς Εὐαγγέλιο – δηλαδὴ “καλὸ ἄγγελμα” – αὐτὸ τῆς Κρίσεως· κι ὅμως ἀναφωνοῦμε: “Ἔρχου Κύριε, ταχύ”, γιατί ἡ Ἡμέρα τοῦ Κυρίου δὲν εἶναι φόβος ἀλλὰ ἐλπίδα.
Ὅσο ἀδυνατοῦμε νὰ ἀρθρώσουμε αὐτὰ τὰ λόγια, κάτι σημαντικὸ διαφεύγει ἀπὸ τὴ χριστιανική μας συνείδηση. Παραμένουμε, ὅ,τι κι ἂν προφασιστοῦμε, παγανιστὲς ἐνδεδυμένοι ροῦχα εὖ-ἀγγελιαφόρων. Συνεχίζουμε νὰ εἴμαστε ἄνθρωποι ἀπὸ τὶς καρδιὲς τῶν ὁποίων λείπει ὁ Θεός. Ἄνθρωποι γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ ἐρχομὸς Του εἶναι σκοτάδι καὶ φόβος καὶ ἡ κρίση Του δὲν εἶναι λύτρωση ἀλλὰ καταδίκη. Τὸ ἀντάμωμά μας μὲ τὸν Κύριο φαντάζει σὰν ἕνα τρομερὸ γεγονὸς κι ὄχι σὰν αὐτὸ ποὺ λαχταροῦμε καὶ αὐτὸ γιὰ τὸ ὁποῖο ζοῦμε. Ἂν δὲν τὸ συνειδητοποιήσουμε, ἡ περίοδος τῆς νηστείας δὲν θὰ γίνει ποτὲ γιὰ μᾶς χαρά, ἀφοῦ εἶναι μιὰ περίοδος ποὺ ἐνσωματώνει ταυτόχρονα κρίση καὶ εὐθύνη: χρειάζεται νὰ προηγηθεῖ αὐτοκριτικὴ γιὰ νὰ ὑποδεχτοῦμε τὴν Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, τὴν Ἀνάσταση, μὲ ἀνοιχτὴ καρδιὰ καὶ πίστη, σὰν γιορτή.
Ἡ κρίση δὲν μᾶς ἐπιβάλλεται ἔξωθεν. Ναί, πράγματι θὰ ἔρθει ἡ μέρα ποὺ θὰ σταθοῦμε μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ θὰ κριθοῦμε· ἀλλά, πρὸς τὸ παρόν, ἐφόσον τὸ προσκύνημα συνεχίζεται, ὅσο τὸ τέλος ἐκκρεμεῖ καὶ ὁ δρόμος ποὺ μᾶς ὁδηγεῖ στὴν ὁμοίωση τοῦ Χριστοῦ ἁπλώνεται μπροστὰ μας ἀδιάβατος, κρινόμαστε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν ἑαυτό μας. Ἂς θυμηθοῦμε τὰ λόγια τοῦ Κυρίου “ἴσθι εὐνοῶν τῷ ἀντιδίκῳ σου ταχὺ ἕως ὅτου εἶ ἐν τῇ ὁδῷ μετ’ αὐτοῦ” (Ματθ. 5. 25). Ὁρισμένοι Πατέρες βλέπουν στὸ πρόσωπο τοῦ “ἀντιδίκου” ὄχι τὸν διάβολο (μὲ τὸν ὁποῖο κανεὶς οὔτε εἰρηνεύει οὔτε συνδιαλέγεται), ἀλλὰ τὴ συνείδηση ποὺ σ’ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς ζωῆς γρηγορεῖ στὸ πλευρό μας καὶ οὐδέποτε ἡσυχάζει. Μὲ τὴ συνείδησή μας διαλεγόμαστε συνεχῶς, μᾶς ἀμφισβητεῖ κάθε στιγμὴ καὶ ὀφείλουμε νὰ συμφιλιωνόμαστε μαζί της. Ἀλλιῶς θὰ φτάσει κάποτε ἡ στιγμὴ τῆς Κρίσης καὶ τότε ὁ “ἀντίδικος” θὰ μεταμορφωθεῖ σὲ κατήγορο. Ἐνόσῳ, λοιπόν, ἀκόμα πορευόμαστε ἡ κρίση λαμβάνει χώρα διαρκῶς μέσα μας σὰν ἕνας διάλογος μὲ τὶς σκέψεις καὶ τὰ αἰσθήματα καὶ τὶς πράξεις μας· ὅλα αὐτὰ ποὺ τίθενται ἐνώπιόν μας νὰ κρίνουμε καὶ ἀπὸ τὰ ὁποῖα κρινόμαστε. Συνέχεια
Μεγάλη Σαρακοστή, πορεία πρὸς τὸ Πάσχα !
π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν
Ὅταν κάποιος ξεκινάει γιὰ ἕνα ταξίδι θὰ πρέπει νὰ ξέρει ποῦ πηγαίνει. Αὐτὸ συμβαίνει καὶ μὲ τὴ Μεγάλη Σαρακοστή. Πάνω ἀπ᾿ ὅλα ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ εἶναι ἕνα πνευματικὸ ταξίδι ποὺ προορισμός του εἶναι τὸ Πάσχα, ἡ Ἑορτὴ Ἑορτῶν». Εἶναι ἡ προετοιμασία γιὰ τὴν «πλήρωση τοῦ Πάσχα, ποὺ εἶναι ἡ πραγματικὴ Ἀποκάλυψη». Γιὰ τὸ λόγο αὐτὸ θὰ πρέπει νὰ ἀρχίσουμε μὲ τὴν προσπάθεια νὰ καταλάβουμε αὐτὴ τὴ σχέση ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴ Σαρακοστὴ καὶ τὸ Πάσχα, γιατὶ αὐτὴ ἀποκαλύπτει κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ καὶ πολὺ σημαντικὸ γιὰ τὴ Χριστιανικὴ πίστη καὶ ζωή μας.
Ἄραγε εἶναι ἀπαραίτητο νὰ ἐξηγήσουμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι κάτι πολὺ περισσότερο ἀπὸ μία γιορτή, πολὺ πέρα ἀπὸ μία ἐτήσια ἀνάμνηση ἑνὸς γεγονότος ποὺ πέρασε; Ὁ καθένας πού, ἔστω καὶ μία μόνο φορά, ἔζησε αὐτὴ τὴ νύχτα «τὴ σωτήριο, τὴ φωταυγὴ καὶ λαμπροφόρο», ποὺ γεύτηκε ἐκείνη τὴ μοναδικὴ χαρά, τὸ ξέρει αὐτό.
Ἀλλὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ χαρὰ; Γιατί ψέλνουμε στὴν ἀναστάσιμη λειτουργία: «νῦν πάντα πεπλήρωται φωτός, οὐρανός τε καὶ γῆ καὶ τὰ καταχθόνια»; Μὲ ποιά ἔννοια ἐορτάζομεν», καθὼς ἰσχυριζόμαστε ὅτι τὸ κάνουμε «θανάτου τὴν νέκρωσιν, Ἅδου τὴν καθαίρεσιν ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου ἀπαρχήν…;»
Σὲ ὅλες αὐτὲς τὶς ἐρωτήσεις ἡ ἀπάντηση εἶναι: ἡ νέα ζωὴ ἡ ὁποία πρὶν ἀπὸ δυὸ χιλιάδες περίπου χρόνια «ἀνέτειλεν ἐκ τοῦ τάφου», προσφέρθηκε σὲ μᾶς, σὲ ὅλους ἐκείνους ποὺ πιστεύουν στὸ Χριστό. Μᾶς δόθηκε τὴ μέρα ποὺ βαφτιστήκαμε, τὴ μέρα δηλαδὴ ποὺ ὅπως λέει ὁ Ἀπ. Παῦλος: «συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν διὰ τῆς δόξης τοῦ πατρός, οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν» (Ρωμ. 6,4).
Ἔτσι τὸ Πάσχα πανηγυρίζουμε τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ σὰν γεγονὸς ποὺ ἔγινε καὶ ἀκόμη γίνεται σὲ μᾶς. Γιατὶ ὁ καθένας ἀπὸ μᾶς ἔλαβε τὸ δῶρο αὐτῆς τῆς νέας ζωῆς καὶ τὴ δύναμη νὰ τὴν ἀποδεχτεῖ καὶ νὰ ζήσει διὰ μέσου της. Εἶναι ἕνα δῶρο ποὺ ριζικὰ ἀλλάζει τὴ διάθεσή μας ἀπέναντι σὲ κάθε κατάσταση αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀκόμη καὶ ἀπέναντι στὸ θάνατο. Μᾶς δίνει τὴ δύναμη νὰ ἐπιβεβαιώνουμε θριαμβευτικὰ τό: «νικήθηκε ὁ θάνατος». Συνέχεια
Μεγάλη Σαρακοστή: «Ἕνας τρόπος ζωῆς»
π. Αλέξανδρος Σμέμαν,
Μὲ τὴν παρακολούθηση τῶν ἀκολουθιῶν, μὲ τή νηστεία, ἀκόμα καὶ μὲ τὴν προσευχὴ σὲ τακτὰ διαστήματα δέν ἑξαντλεῖται ἡ ὅλη προσπάθεια στή διάρκεια τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἢ μᾶλλον γιά νά εἶναι ὅλα αὐτὰ ἀποτελεσματικὰ καὶ νά ἔχουν νόημα, πρέπει να ὑποστηρίζονται καὶ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἴδια τή ζωή. Χρειάζεται δηλαδὴ, ἕνας «τρόπος ζωῆς» πού νά μὴν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση μὲ ὅλα αὐτὰ καὶ νά μὴν ὁδηγεῖ σὲ μία «διασπασμένη» ὕπαρξη.
Στό παρελθόν, στίς ὀρθόδοξες χῶρες ἡ ἴδια ἡ κοινωνία πρόσφερε μία τέτοια ὑποστήριξη μὲ τὸν συνδυασμό πού εἶχε στά ἔθιμα, στίς ἐξωτερικὲς ἀλλαγές, μὲ τή νομοθεσία, μὲ τοὺς δημόσιους καὶ ἰδιωτικοὺς κανονισμούς, μὲ ὅλα δηλαδὴ ὅσα περιλαμβάνονται στή λέξη πολιτισμός. Κατὰ τή Μεγάλη Σαρακοστή ὁλοκλήρη ἡ κοινωνία ὑποδεχόταν ἕνα συγκεκριμένο ῥυθμὸ ζωῆς, ὁρισμένους κανόνες πού ὑπενθύμιζαν στά ἄτομα-μέλη τῆς κοινωνίας τὴν περίοδο τῆς Σαρακοστῆς. Στή Ῥωσία, λόγου χάρη, δέν μποροῦσε κανεὶς εὔκολα νά ξεχάσει τή Σαρακοστή γιατὶ οἱ καμπάνες τῶν ἐκκλησιῶν χτυποῦσαν διαφορετικὰ αὐτὴ τὴν περίοδο· τὰ θέατρα ἔκλειναν καί, σὲ παλιότερους καιρούς, τὰ δικαστήρια ἀνέβαλλαν τή λειτουργία τους. Φυσικὰ, ὅλα αὐτὰ τὰ ἐρεθίσματα ἀπὸ μόνα τους, εἶναι φανερό, ὅτι δέν ἦταν δυνατὸ νά ἀναγκάσουν τὸν ἀνθρωπο νά ὁδηγηθεῖ στή μετάνοια ἢ σὲ μία πιὸ ζωντανὴ θρησκευτικὴ ζωή. Ἀλλὰ ὅμως δημιουργοῦσαν μία ὁρισμένη ἀτμόσφαιρα – ἕνα εἶδος σαρακοστιανοῦ κλίματος, ὅπου ἡ ἀτομικὴ προσπάθεια γινόταν εὐκολότερη.
Ἀκριβῶς ἐπειδὴ εἴμαστε ἀδύναμοι χρειαζόμαστε τίς ἐξωτερικὲς ὑπενθυμίσεις, τὰ σύμβολα, τὰ σημάδια. Φυσικὰ πάντα ὑπάρχει ὁ κίνδυνος αὐτὰ τὰ ἐξωτερικὰ σύμβολα ν’ ἀποκτήσουν αὐτοτέλεια, νά γίνουν αὐτοσκοπός, καὶ ἔτσι ἀντὶ νά εἶναι ἁπλά μία ὑπενθύμιση, νά γίνουν γιά τὴν κοινὴ ἀντίληψη τὸ μόνο περιεχόμενο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Αὐτὸν τὸν κίνδυνο τὸν ἔχουμε ἐπισημάνει παραπάνω, ὅταν μιλήσαμε γιά τὶς ἐξωτερικὲς συνήθειες καὶ τὰ πανηγύρια πού ἀντικαθιστοῦν τή γνήσια προσωπική προσπάθεια. Ἂν ὅμως καταλάβουμε σωστὰ αὐτές τίς συνήθειες, τότε θὰ γίνουν ὁ «κρίκος» πού συνδέει τὴν πνευματικὴ προσπάθεια μὲ τή ζωή.
Δέν ζοῦμε σὲ μία ὀρθόδοξη κοινωνία [Ὁ συγγραφέας, Ῥῶσος στήν καταγωγή, ζεῖ σήμερα στήν Ἀμερικὴ] καὶ φυσικὰ δέν εἶναι δυνατὸ νά δημιουργηθεῖ αὐτὸ τὸ «κλίμα» τῆς Σαρακοστῆς σὲ ἐπίπεδο κοινωνικό. Εἴτε εἶναι Σαρακοστὴ εἴτε ὄχι, ὁ κόσμος πού μᾶς περιβάλλει, ποὺ ἀποτελοῦμε καὶ μεῖς δικὸ του ἀναπόσπαστο κομμάτι, δέν ἀλλάζει. Κατὰ συνέπεια, ζητιέται ἀπὸ μᾶς μία νέα προσπάθεια νά σκεφτοῦμε τὴν ἀπαραίτητη θρησκευτικὴ σχέση ἀνάμεσα στό «ἐξωτερικὸ» καὶ τὸ «ἐσωτερικό». Συνέχεια
Κατανυκτική ἑρμηνεία τοῦ Μεγάλου Κανόνος
Ἰωάννης Λίνδιος, ἀρχιεπίσκοπος Μύρων, (†1796)
Ὠδ ή β΄
Τ ρ ο π ά ρ ι ο κδ΄(Μεγάλου Κανόνος)
Ἱλάσθητι, ὡς ὁ τελώνης βοῶ σοι, Σῶτερ, ἱλάσθητί μοι∙ οὐδείς γάρ τῶν ἐξ Ἀδάμ ὡς ἐγώ ἥμαρτέ σοι.
Σπλαχνίσου, Σοῦ φωνάζω σάν τόν τελώνη, Σωτήρα μου, σπλαχνίσου με! Γιατί κανένας ἀπ᾿ τούς ἀπογόνους τοῦ Ἀδάμ δέν ἁμάρτησε ὅπως ἐγώ σ᾿ Ἐσένα.
Ὠφέλιμη διδαχή γιά τόν τελώνη καί τόν Φαρισαῖο
Τελώνης, στά χρόνια τοῦ Χριστοῦ, λεγόταν ὁ ἐπιφορτισμένος μέ τήν εἴσπραξη τῶν φόρων ἀπό τό λαό γιά λογαριασμό τῶν ρωμαϊκῶν ἀρχῶν. Οἱ τελῶνες ἦταν συνήθως ἄδικοι καί ἅρπαγες, γι᾿αὐτό τοποθετοῦνταν στό ἴδιο ἐπίπεδο μέ τούς ἁμαρτωλούς καί τίς πόρνες. Ὁ τελώνης, ὡστόσο, τῆς εὐαγγελικῆς παραβολῆς (Λουκ. 18,10-14), ἐπειδή ἔδειξε βαθειά ταπείνωση κι ἔκανε θερμή ἐξομολόγηση στό Θεό, χτυπώντας τό στῆθος του καί λέγοντας, ”Θεέ μου, σπλαχνίσου με, τόν ἁμαρτωλό!”, πῆρε εὔκολα ἀπό τόν φιλάνθρωπο Κύριο ὅλων τῶν ἀνομημάτων του τήν ἄφεση. Ἀντίθετα, ὁ μεγάλαυχος Φαρισαῖος, μολονότι ἔδινε στό ναό τό δέκατο ἀπ᾿ὅλα τά εἰσοδήματά του, νήστευε, προσευχόταν, εἶχε κάθε ἀρετή, γιά τή μεγάλη του ἔπαρση καταδικάστηκε. Καί δίκαια. Γιατί;
Πρῶτα-πρῶτα, ἔπρεπε νά γνωρίζει πώς ἦταν ἄνθρωπος. Καί ὡς ἄνθρωπος, εἶχε ἀναπόφευκτα καί τήν ἀνθρώπινη ἀδυναμία. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι κι ἄν μία μόνο μέρα ζοῦσε, ἦταν ἀδύνατο νά μήν ἁμαρτήσει μέ τά ἔργα ἤ μέ τά λόγια ἤ μέ τίς σκέψεις. Κάθε ἁμαρτία, καί ἡ πιό μικρή, ὡς ἀντίθεση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἀποτελεῖ ἀνταρσία ἐναντίον Του. Ἄς μήν ξεχνᾶμε πώς ὁ Ἑωσφόρος ἀπό τά ὕψη τ᾿οὐρανοῦ ξέπεσε στά καταχθόνια τοῦ ἅδη γιά ἕναν μονάχα ὑπερήφανο λογισμό, χωρίς νά ἔχει ἄλλες ἁμαρτίες, ὅπως ἐμεῖς.
Δεύτερον, ἔπρεπε νά σκεφτεῖ πώς ὅσα καλά εἶχε, ὅλα ἦταν τοῦ φιλάνθρωπου Θεοῦ δῶρα καί χαρίσματα. Ὄφειλε, λοιπόν, νά δοξάζει γι᾿αὐτά τόν Πλάστη του μέ εὐγνωμοσύνη καί ταπείνωση, ὄχι νά τόν “εὐχαριστεῖ” μέ τόση αὐταρέσκεια, γιατί δέν ἦταν τάχα ἁμαρτωλός σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους, κατακρίνοντας ἔτσι ὅλο τόν κόσμο καί ἁρπάζοντας μέ προκλητικότητα ἀπό τόν Κύριο τό ἀξίωμα τοῦ Κριτῆ τῆς οἰκουμένης.
Τρίτον, ἔπρεπε νά συλλογιστεῖ πώς ὁ Θεός δέν ἔχει καμιάν ἀνάγκη οὔτε τίς νηστεῖες καί τίς ἐλεημοσύνες μας οὔτε τίς προσευχές καί τίς ἀγρυπνίες μας οὔτε τίποτ᾿ἄλλο ἀπ᾿ὅσα μᾶς ζητάει νά κάνουμε. Αὐτά τά ὅρισε γιά τή δική μας ὠφέλεια, προνοώντας γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς μας. Συνέχεια
ΟΙ ΠΤΩΧΟΙ ΤΩ ΠΝΕΥΜΑΤΙ
Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς
«Μακάριοι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι, ὅτι αὐτῶν ἐστιν ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Ναί, ἔτσι εἶπε ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός. Μά αὐτό σύ τό μπερδεύεις. Συγχέεις τήν «πτωχεία τοῦ πνεύματος», πού ἐξυμνεῖ ὁ Χριστός, μέ τό φτωχό μυαλό.
Ἀλλά ὄχι! Δέν ἔχεις δίκιο.
Ἡ πτωχεία τοῦ πνεύματος εἶναι ὁ πιό ἅγιος λογισμός, πού μπορεῖ νά ἔχει ὁ ἄνθρωπος! Εἶναι ἡ συναίσθηση τῆς πτωχείας μας μπρός στό μεγαλεῖο τοῦ Θεοῦ·ἡ συναίσθηση τῆς ρυπαρότητας μπροστά στήν καθαρότητα τοῦ Πλάστου· ἡ συναίσθηση τῆς μικρότητός μας μπροστά στήν ἀπέραντη δύναμη τοῦ Κυρίου.
Ὁ βασιλιᾶς Δαβίδ μιλώντας γιά τόν ἑαυτό του λέει: «Ἐγώ εἶμαι σκώληξ καί ὄχι ἄνθρωπος». Ἦταν διανοητικά καθυστερημένος ὁ βασιλιᾶς Δαβίδ; Κάθε ἄλλο! Ἦταν ἕνας ἀπό τούς πιό μεγαλοφυεῖς ἀνθρώπους!
Καί ὁ γιός του, ὁ σοφός Σολομών, λέγει: «Σέ σένα ἔχω τήν ἐλπίδα, Θεέ μου! Χωρίς ἐσένα οὔτε ἡ καρδιά μου ἀντέχει, οὔτε τό λογικό μου μέ σώζει!» Αὐτό σημαίνει πτώχεια τοῦ πνεύματος. Νά μή ἔχεις τήν ἐμπιστοσύνη σου στό θέλημά σου· ἀλλά στόν νόμο καί στό θέλημα τοῦ Θεοῦ.
Μακάριος ἐκεῖνος πού θά ἐξομολογηθῆ μέ εἰλικρίνεια, καί θά εἰπεῖ: ἡ δύναμή μου εἶναι μηδαμινή. Τό μυαλό μου εἶναι ἀδύνατο. Ἡ θέλησή μου ἀσταθής. Κύριε, βοήθησέ με!
Πτωχεία τοῦ πνεύματος σημαίνει, νά λές αὐτό πού ἔλεγαν οἱ ἐπιστήμονες, ὅπως ὁ Νεύτων: Αὐτά πού ἀγνοῶ, εἶναι πολύ περισσότερα ἀπό ἐκεῖνα πού ξέρω!
Πτωχεία τοῦ πνεύματος εἶναι, νά εἶσαι πλούσιος σάν τόν Ἰώβ, καί νά λές: «Γυμνός ἦλθα στόν κόσμο· καί γυμνός θά φύγω».
Μικρόμυαλο καί ἀνόητο νά θεωρεῖς ὄχι ἐκεῖνον, πού λέγει ὅτι οἱ γνώσεις του εἶναι περιωρισμένες, ἀλλά ἐκεῖνον πού κομπάζει γιά τίς γνώσεις του!
Ἀπό αὐτή τήν μεγάλη ἀνοησία, ἀπό τήν ἀνοησία νά κομπορρημονοῦμε, θέλει νά μᾶς γλυτώσει ὁ Χριστός.
Γι᾽ αὐτό μᾶς ἐδίδαξε ὅτι: Μακάριοι εἶναι οἱ πτωχοί τῷ πνεύματι.
Κυριακή τῆς Τυρινῆς-Στιχηρόν Κατανυκτικόν
Ἦχος β΄
Τόν τῆς νηστείας καιρόν, φαιδρῶς ἀπαρξώμεθα, πρός ἀγῶνας πνευματικούς ἑαυτούς ὑποβάλλοντες·ἁγνίσωμεν τήν ψυχήν, τήν σάρκα καθάρωμεν· νηστεύσωμεν ὥσπερ ἐν τοῖς βρώμασιν ἐκ παντός πάθους, τάς ἀρετάς τρυφῶντες τοῦ Πνεύματος· ἐν αἷς διατελοῦντες πόθῳ ἀξιωθείημεν πάντες, κατιδεῖν τό πάνσεπτον Πάθος Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ καί τό Ἅγιον Πάσχα, πνευματικῶς ἐναγαλλιώμενοι.
Ἑρμηνευτική ἀπόδοση
Ἄς ἀρχίσουμε τήν περίοδο τῆς νηστείας μέ χαρά, ὑποβάλλοντας τόν ἑαυτό μας σέ πνευματικούς ἀγῶνες· ἄς ἁγνίσουμε τήν ψυχή, ἄς καθαρίσουμε τό σῶμα· καί ὅπως ἀκριβῶς νηστεύουμε ἀπό τίς τροφές, ἄς διώξουμε ἀπό μέσα μας καί ὅλα τά πάθη, ζώντας μέσα στήν τρυφή τῶν ἀρετῶν, τρυφή τήν ὁποία χαρίζει τό Ἅγιο Πνεῦμα· τρέφοντας ἔτσι μέσα μας αὐτό τόν πόθο τῶν ἀρετῶν, ἄς δώσει ὁ Θεός ν’ ἀξιωθοῦμε ὅλοι, νά φθάσουμε στήν ἅγια ἡμέρα τοῦ πάνσεπτου Πάθους τοῦ Χριστοῦ καί Θεοῦ μας, καί νά ἑρτάσουμε τό Ἅγιο Πάσχα, γεμᾶτοι πνευματική χαρά καί εὐφροσύνη.
Τί κακά κάνουν οἱ χριστιανοί στίς Ἀπόκριες
Ἁγ. Νικοδήμου Ἁγιορείτου
Ποιός μπορεῖ νά διηγηθεῖ τίς ἀταξίες, πού κάνουν οἱ Χριστιανοί κατά τήν περίοδο τῶν Ἀποκρέων, καί μάλιστα στά νησιά; Στʼ ἀλήθεια, θά μποροῦσε νά πεῖ κανείς, ὅτι τότε οἱ Χριστιανοί δαιμονίζονται ὅλοι, διότι χορεύουν, παίζουν, τραγουδοῦν ἀσυνείδητα, μέχρι καί αὐτοί οἱ πλέον γέροντες. Καί, ὅποιος δέν χορέψει ἤ δέν τραγουδήσει, θεωρεῖται τρελλός, διότι οἱ ἄνδρες φοροῦν γυναικεῖα φορέματα καί οἱ γυναῖκες ἀνδρικά· διότι ντύνεται ὁ καθένας μέ διαφορετικά ροῦχα καί μάσκες, τίς κοινῶς ἀποκαλούμενες μουτσοῦνες· τότε δέν ἔχει διαφορά ἡ ἡμέρα ἀπό τήν νύκτα· διότι ἐπίσης μέ τήν ἡμέρα καί ὅλη ἡ νύκτα ξοδεύεται σέ χορούς καί μασκαριλίκια· τότε δέν διαφέρουν οἱ λαϊκοί ἀπό τούς κληρικούς καί τούς ἱερωμένους· διότι ὅλοι ἐξ ἴσου ἀτακτοῦν· τότε, γιά νά πῶ ἔτσι, πανηγυρίζει ἡ ἀσέλγεια· γιορτάζει ἡ ἀκολασία· εὐφραίνεται ἡ μέθη· ἀγάλλεται ἡ τρυφή καί ἡ ἀσωτεία· χορεύει ὁ διάβολος μέ δέκα μανδύλια καί μαζί μέ αὐτόν χορεύει ὅλο τό πλῆθος τῶν δαιμόνων· διότι τό κέρδος, πού κάνουν μόνο στίς ἀποκριές, δέν μποροῦν νά τό ἀποκτήσουν σέ ὁλόκληρο τόν χρόνο. Λυπᾶται δέ ἡ ἀρετή· στενοχωριέται ἡ σωφροσύνη· ὀδύρεται ἡ χριστιανική σεμνότητα καί ἡ εὐταξία· διώχνεται ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ καί ὁ φόβος τῆς κολάσεως καί τῆς κρίσεως· πενθεῖ ὁ Χριστός καί θρηνοῦν ὅλοι οἱ ἄγγελοι καί οἱ δίκαιοι.
Ὤ, καί ποιός νά μή κλάψει; καί ποιός νά μή χύσει καρδιοστάλακτα δάκρυα, βλέποντας τήν ἀπώλεια καί τήν ἀνοησία αὐτῶν τῶν Χριστιανῶν; Αὐτοί εἶναι τόσο ἀνόητοι, πού ἀντί νά κερδίσουν ἀπό τήν νηστεία τῆς Ἁγίας Τεσσαρακοστῆς, περισσότερο ζημιώνονται ἀπό τίς ἀπόκριες, καί, γιά νά κερδίσουν ἕνα, χάνουν ἑκατό· καί κάνουν οἱ ἄθλιοι σάν τούς ἀνόητους ἐμπόρους, τρέχοντας σέ ζημία καί ὄχι σέ κέρδος· διότι ἀσύγκριτα μεγαλύτερη εἶναι ἡ βλάβη πού δέχονται κατά τίς ἀπόκριες, παρά ἡ ὠφέλεια πού λαμβάνουν ἀπό τήν Τεσσαρακοστή πού ἔρχεται· ἵλεως, ἵλεως, ἵλεως νά γίνη ὁ Θεός. Καί μακάρι αὐτός νά φωτίση τούς ἅγιους Ἀρχιερεῖς καί τούς πνευματικούς καί τούς διδασκάλους, νά ἐμποδίσουν αὐτά τά κακά μέ ἀφορισμούς καί μέ ἐπιτίμια, ὅπως ὁρίζει καί ὁ ξβ’ Κανόνας τῆς ἁγίας καί Οἰκουμενικῆς ς’ Συνόδου: «Τάς οὕτω λεγομένας Καλάνδας, καί τά λεγόμενα Βοτά, καί τά καλούμενα Βουμάλια… κατά τί ἔθος παλαιόν καί ἀλλότριον τοῦ τῶν Χριστιανῶν βίου, ἀποπεμπόμεθα, ὁρίζοντες μηδένα ἄνδρα γυναικείαν στολήν ἐνδιδύσκεσθαι ἤ γυναίκα τήν ἀνδρᾶσιν ἁρμόδιον ἀλλά μήτε προσωπεῖα κωμικά ἤ σατυρικά ἤ τραγικά ὑποδύεσθαι· μήτε τό τοῦ βδελυκτοῦ Διονύσου ὄνομα τήν σταφυλήν ἐκθλίβοντος ἐν τοῖς ληνοῖς ἐπιβοᾶν…. Τούς οὖν ἀπό τοῦ νῦν τί τῶν προειρημένων ἐπιτελεῖν ἐγχειροῦντας, ἐν γνώσει τούτων καθισταμένους, τούτους, εἰ μέν κληρικοί εἶεν, καθαιρεῖσθαι προστάσσομεν, εἰ δέ λαϊκοί, ἀφορίζεσθαι».
Ἁπό τό βιβλίο: «Χρηστοήθεια τῶν Χριστιανῶν», Λόγος Β’,
Μεταφρ.: Βενέδικτος Ἱερομόναχος Ἁγιορείτης,
Ὁ Ἐλάχιστος τῆς Βασιλείας
Φώτης Κόντογλου
[…]Οἱ παλαιοὶ ζωγράφοι ποὺ ζωγραφίζανε τὴ Δευτέρα Παρουσία, παριστάνουνε στὸν οὐρανὸ τὸν Χριστὸ καθισμένον στὸν θρόνο του γιὰ νὰ κρίνει τὸν κόσμο, κι ἀπὸ τὶς δύο μεριὲς καθισμένους τοὺς Δώδεκα Ἀπόστολους. Ἀπὸ τὸ ὑποπόδιο τοῦ θρόνου βγαίνει ὁ πύρινος ποταμός, ποὺ μέσα σ’ αὐτὸν καίγουνται οἱ ἁμαρτωλοί, ποὺ τοὺς καταπίνει ὁ βύθιος δράκων. Οἱ ἀρχάγγελοι κράζουνε μὲ τὶς σάλπιγγες, καὶ σηκώνουνται ἀπὸ τὰ μνήματα οἱ νεκροὶ τρομαγμένοι. Ἕνας ἄγγελος τυλίγει τὸν οὐρανὸ σὰν νὰ ‘ναι χαρτί, κι ἄλλος ζυγιάζει τὶς ψυχές. Οἱ ἄνεμοι φυσοῦνε θυμωμένοι ἀπὸ τὶς τέσσερες μεριὲς τῆς οἰκουμένης, θηρία καὶ τέρατα καταβροχθίζουνε κεφάλια, χέρια, πόδια ἀνθρώπινα. Οἱ δαίμονες τρίζουνε τὰ δόντια τους. Ἡ κτίση ὅλη ταράζεται ἀπὸ τὰ θεμέλια της. Οἱ ψυχὲς τρέμουνε σὰν τὰ ξερὰ φύλλα ποὺ τὰ παίρνει ὁ δρόλαπας. Ὁ ἥλιος μαύρισε καὶ καρβούνιασε, καὶ τὸ φεγγάρι ἔσβησε. Φόβος καὶ τρόμος πλακώνει ὅλη τὴν οἰκουμένη.
Μονάχα ἕνας ἄνθρωπος δὲν ταράζεται, ἕνα γεροντάκι, ταπεινὸ καὶ ἥσυχο, ποὺ ἀργοπερπατᾶ μὲ τὸ ραβδάκι του, μέσα στὴν κοσμοχαλασιά, καὶ πορεύεται θαρρετὰ πρὸς τὸν θρόνο τοῦ Χριστοῦ. Αὐτὸς εἶναι ὁ «Ἐλάχιστος», ὅπως εἶναι γραμμένο στὴν εἰκόνα, δηλαδὴ ὁ πιὸ τιποτένιος, ὁ πιὸ καταφρονεμένος σὲ τοῦτον τὸν κόσμο. Τοῦτος ὁ «Ἐλάχιστος» εἶναι …, πού ἀνοίξανε οἱ πόρτες τ’ οὐρανοῦ γιὰ νὰ μπεῖ μέσα στὸν Παράδεισο.
Ἀπὸ τὸ διήγημα,” Ὁ μπάρμπα-Μανώλης ὁ βασιλὲς”
ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ
Ἀρχιμ. Ἀντωνίου Ρωμαίου
Ἐνῶ ζοῦσε στόν Παράδεισο ὁ ἄνθρωπος, μέ διαβολική συμβουλή μετεστράφη, διεστράφη. Καί ἐνῶ ἦταν ἕνας ἄνθρωπος πού θαύμαζε καί δοξολογοῦσε τόν Θεό καί ὑπήκουε στίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ καί χαιρότανε τήν ὑποταγή του στόν Θεό, ἔγινε ἕνας ἄνθρωπος ἐγωκεντρικός, ἐγωϊστής. Ἤθελε τά πράγματα νά γίνουν κατά τό δικό του θέλημα, κατά τό συμφέρον του, ὅπως ἐκεῖνος βέβαια τό ἐννοοῦσε, ὄχι πλέον ὅπως τό ἐννοοῦσε ὁ Θεός καί γι᾿ αὐτό ὁ ἄνθρωπος ἔπεσε. .Ἄκουσε τή συμβουλή τοῦ διαβόλου καί ἐπαναστάτησε κατά τῆς ἐντολῆς τοῦ Θεοῦ, ἐπειδή θεώρησε ὅτι εἶναι πλέον συμφερότερο σέ αὐτόν νά ἀκούσει τήν ὁδηγία τοῦ διαβόλου παρά τήν ἐντολἠ τοῦ Θεοῦ.
Ἀπό τότε καί ἐμεῖς ὅλοι οἱ πεσμένοι ἄνθρωποι κληρονομήσαμε ἕναν ἐγωκεντρισμό ἀδυσώπητο καί ἄκαμπτο, θά λέγαμε. Κι αὐτός ὁ ἐγωκεντρισμός ξεκινάει ἀπό τή γέννησή μας καί πολλές φορές, δυστυχῶς, μᾶς συνοδεύει μέχρι τόν τάφο. Συγκεντρωμένοι ἀπό τότε πού γεννιόμαστε στά ὑλικά ἀγαθά πού μπορεῖ νά μᾶς προσφέρει ἡ Μάννα μας, ὅταν μᾶς ἔχει ἀκόμα στήν ἀγκαλιά της, βρέφη ὀλίγων ἡμερῶν, ἄν μᾶς δώσει γάλα ὅλα πᾶνε καλά, ἄν δέν μᾶς δώσει ἀρχίζουμε τά κλάματα· ἄν τήν ἔχουμε κοντά μας ὅλα πᾶνε καλά, ἄν φύγει ἀπό κοντά μας, αἰσθανόμαστε ἀνασφάλεια. Ἔτσι μπαίνουμε μέσα στή ζωή μ᾿ αὐτόν τόν ἐγωκεντρισμό, ὁ ὁποῖος εἶναι συνυφασμένος μέ τό ἔνστικτο τῆς αὐτοσυντηρήσεως, ὅπως λένε οἱ ἐπιστήμονες, καί πολλές φορές τά μπερδεύουμε καί ὅ,τι θέλουμε νομίζουμε ὅτι εἶναι καί ἀπαραίτητο γιά τήν ὑπόστασή μας, γιά τή διατήρησή μας καί ἀλίμονο σέ ἐκεῖνον πού δέν θά θελήσει νά κάνει αὐτό πού ἐμεῖς νομίζουμε ὅτι μᾶς εἶναι ἀπαραίτητο. Καί ἀνάλογα μέ τήν κοσμοθεωρία τῆς οἰκογενείας μας, ἀνάλογα μέ τίς θρησκευτικές μας πεποιθήσεις, ἀνάλογα μέ τήν ἀγωγή πού ἔχουμε ὁ καθένας ἀπό τό σπιτικό μας, τήν οἰκογένειά μας, αὐτόν τόν ἐγωκεντρισμό τόν διατηροῦμε καί τόν διαμορφώνουμε ὅσο μποροῦμε πιό ὁλοκληρωμένο, πιό ἄτεγκτο, πιό σκληρό.
Δύο κατηγορίες θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι ὑπάρχουν: Ἐκεῖνοι πού στηρίζουν ὅλα τους τά βιώματα, ὅλα τους τά αἰσθήματα γιά ὀντότητα καί γιά ὑπεροχή στό τί ἔχουν, τί ἀπολαμβάνουν, τί κάνουν, καί οἱ ἄλλοι πού συγκεντρώνουν τήν προσοχή τους στό τί εἶναι, πῶς τούς θεωρεῖ ὁ κόσμος, πόσο μεγάλοι, πόσο μικροί, πόσο μηδαμινοί καί πόσο ὑπέροχοι εἶναι.
Ἕνας ἀπό αὐτούς τούς ἀνθρώπους, φαίνεται, ἦταν καί ὁ Φαρισαῖος, ὁ ὁποῖος παρουσιάσθηκε στό Θεό μπροστά, ἔχοντας φωτογραφίσει, κατά τή γνώμη του, πολύ καλά τόν ἑαυτό του καί ἔλεγε ὅλα ἐκεῖνα τά ἐγκωμιαστικά, στηρίζοντας ἕνα αἴσθημα εὐεξίας, ἕνα βίωμα ὀντότητος καί ὑπεροχῆς ἔναντι ὅλων τῶν ἄλλων καί ἰδιαίτερα ἔναντι τοῦ Τελώνου. Συνέχεια
Τί σημαίνει ἡ φράση «αἰωνία ἡ μνήμη»
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
«Αἰωνία ἡ μνήμη» σημαίνει: αἰώνια νὰ ὑπάρχει ἡ μνήμη γιὰ σένα. Ἄκουσα μία φορὰ πὼς κάποιος στὸν ἐπικήδειο λόγο ἐπάνω ἀπὸ τὸ νεκρὸ φώναξε: «αἰωνία ἡ μνήμη σου στὴ γῆ!». Παραξενεύτηκα σὲ μία τόσο λανθασμένη ἑρμηνεία τῆς πίστης μας. Μὰ μπορεῖ κάτι νὰ εἶναι αἰώνιο στὴ γῆ, ὅπου ὅλα περνοῦν βιαστικὰ σὰν προσκεκλημένοι σὲ γάμο; Ὄντως, δὲν εὐχόμαστε στὸν νεκρὸ ἐντελῶς μηδαμινὸ πλοῦτο, ὅταν τοῦ εὐχόμαστε νὰ τὸν μνημονεύουν σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο, ὁ ὁποῖος καὶ ὁ ἴδιος πλησιάζει στὸ τέλος του.
Ἀλλὰ ἂς ποῦμε πώς τὸ ὄνομα κάποιου μνημονεύεται στὴ γῆ ἕως τὸ τέλος τοῦ χρόνου· τί κερδίζει αὐτὸς ἀπ’ αὐτό, ἐὰν ἡ μνήμη του στὰ οὐράνια ἔχει ξεχαστεῖ; Τὸ σωστὸ εἶναι νὰ ἐπιθυμοῦμε τὸ ὄνομα τοῦ νεκροῦ νὰ μνημονεύεται αἰώνια στὴν αἰωνιότητα, στὴν αἰώνια ζωὴ καὶ στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Τοῦτο εἶναι καὶ τὸ νόημα τῶν λέξεων « αἰωνία σου ἡ μνήμη».
Μία φορὰ οἱ μαθητὲς τοῦ Χριστοῦ καυχήθηκαν λέγοντας: « Κύριε, καὶ τὰ δαιμόνια ὑποτάσσεται ἡμῖν ἐν τῷ ὀνόματί σου». Καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς ἀπάντησε νὰ μὴν χαίρονται γι’ αὐτὸ ἀλλά: «χαίρεται δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς», δηλ. νὰ χαίρονται ἐπειδὴ τὰ ὀνόματά τους εἶναι γνωστὰ καὶ τὰ θυμοῦνται καὶ τὰ μνημονεύουν στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Ἡ Αὐτοεκτίμηση ποὺ βλάπτει τὴ ψυχὴ
Ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου
Προσέχετε τὸν ἑαυτό σας. Ἡ πρόοδος στὴν πνευματικὴ ζωὴ διακρίνεται μὲ τὴν ὁλοένα καὶ περισσότερη συναίσθησι τῆς μηδαμινότητός μας. Ἐνῶ ὅσο αὐξάνει ἡ ἐκτίμησις τοῦ ἑαυτοῦ μας σὲ κάτι, τόσο βαδίζουμε στὴν καταστροφή. Ὁ ἐχθρὸς θὰ τὸ ἐκμεταλλευθῆ αὐτό. Θὰ πλησιάση καὶ θὰ ἐπιχειρήση νὰ πετάξη κανένα πετραδάκι στὸν δρόμο μας γιὰ νὰ σκοντάψουμε. Μία ψυχὴ ποὺ δίνει στὸν ἑαυτὸ της ἀξία, μοιάζει μὲ τὸν κόρακα τοῦ Αἰσώπου ποὺ ἀκούγοντας τὶς κολακεῖες τῆς ἀλεποῦς γιὰ τὴν «ὡραία» του φωνή, ἄνοιξε τὸ στόμα καὶ τοῦ ἔπεσε τὸ τυρί…
Πόσο χρήσιμο θὰ ʼταν νὰ βρισκόταν κάποιος νὰ σᾶς κατηγορῆ. Νὰ χαίρεσθε , ἂν ποτὲ συμβῆ αὐτό. Εἶναι πολὺ ἐπικίνδυνο νὰ σᾶς ἐπαινοῦν ὅλοι καὶ κανεὶς νὰ μὴν σᾶς λέει τὴν ἀλήθεια. Εἶναι νομίζετε δύσκολο νὰ πλανηθῆ ἢ νὰ σκοντάψη κανείς; Ἀπέχετε πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ θεωρῆτε τὸν ἑαυτὸ σας ἅγιο καὶ ἄξιο νὰ συμβουλεύη τοὺς ἄλλους;.
Στὸ Κίεβο ἀσκήτευε κάποτε κάποιος μὲ πολλὴ νηστεία καὶ μόνωσι. Τὸν πολέμησε ὅμως ὁ ἐγωισμὸς καὶ ἄλλα πάθη. Πῆγε λοιπὸν καὶ ἐξωμολογήθηκε τοὺς λογισμούς του στὸν μακαριστὸ στάρετς Παρθένιο. Ἐκεῖνος τοῦ ἔδωσε χρήματα καὶ τὸν ἔστειλε στὴν ἀγορὰ λέγοντας: «Ἀγόρασε κρέας καὶ φάγε τὸ μπροστὰ στοὺς ἄλλους». Ὁ ἀσκητὴς ἀκολούθησε τὴν συμβουλὴ τοῦ στάρετς καὶ ὅλοι οἱ πειρασμοὶ τοῦ φύγανε. Νὰ πῶς οἱ Πατέρες πολεμοῦσαν τὴν ὑπερηφάνεια. Συχνὰ νὰ ἐλέγχετε καὶ σεῖς τὸν ἑαυτό σας στὸ σημεῖο αὐτό. Γιατί δὲν εἶναι μικρὴ συμφορά… Λένε ὅτι ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι κλέφτης ποὺ βρίσκεται μέσα στὸ σπίτι. Ἔρχεται συχνὰ σὲ συνεννόησι μὲ τοὺς ἐξωτερικοὺς κλέφτες , τούς ἀνοίγει πόρτες καὶ παράθυρα, κι ἐκεῖνοι μπαίνουν καὶ ἁρπάζουν κάθε θησαυρό.
Ἀγωνισθῆτε, ἐνῶ συναναστρέφεσθε μὲ ἄλλους καὶ φροντίζετε γιὰ τὶς βιοτικὲς ὑποθέσεις, συγχρόνως νὰ σκέπτεσθε τὸν Θεὸ καὶ νὰ ἔχετε τὴν συναίσθησι ὅτι βρίσκεται κοντά σας καὶ σᾶς κατευθύνει σύμφωνα μὲ τὸ ἅγιό Του θέλημα. Ἔτσι δὲν θὰ διασπάσθε στὴν ἐσωτερική σας ἐργασία. Ἡ διάσπασις εἶναι ἡ πρώτη ἐπιτυχία τοῦ διαβόλου.Ἡ δεύτερη ἐπιτυχία του εἶναι ἡ προσκόλλησις τῆς καρδιᾶς σὲ κάτι τὸ γήινο καὶ ἡ αἰχμαλωσία τῶν αἰσθημάτων καὶ τῶν σκέψεων σ’ αὐτό. Αὐτὴ εἶναι χειρότερη ἐπιτυχία τοῦ ἐχθροῦ. Προσπαθῆστε ν’ ἀποδεσμεύεσθε ἀπὸ κάθε αἰχμαλωσία τῆς καρδιᾶς καὶ ἀπὸ κάθε διάσπασι τῆς ἐσωτερικῆς σας ἐργασίας. Ὁ τρόπος εἶναι ἕνας: Νὰ μὴν ἀπομακρύνεται ἡ προσοχὴ ἀπὸ τὸν Κύριο καὶ τὴν συναίσθησι τῆς παρουσίας Του. Οἱ ὑπερβολὲς δὲν ὁδηγοῦν ποτὲ σὲ καλό. Τὸ πρῶτο βῆμα γιὰ τὴν ὑπερηφάνεια εἶναι ἡ κενοδοξία, ἡ πεποίθησις δηλαδὴ ὅτι εἶμαι κάτι. Τὸ δεύτερο εἶναι ἡ οἴησις, ἡ συναίσθησις δηλαδὴ τοῦ ὅτι ὄχι ἁπλῶς εἶμαι κάτι, ἀλλὰ κάτι σπουδαῖο ἐνώπιον Θεοῦ καὶ ἀνθρώπων. Ἀπὸ τὴν κενοδοξία καὶ τὴν οἴησι γεννιέται πλῆθος ὑπερήφανων λογισμῶν, βδελυκτῶν στὸν Θεό. Ἡ αὐτογνωσία καὶ ἡ βίωσι τῆς μηδαμινότητός μας μπορεῖ ἐδῶ νὰ βοηθήση. Συχνὰ ἂς φέρνουμε στὴν μνήμη μας σφάλματα τοῦ παρελθόντος καὶ ἂς κατακρίνουμε τὸν ἑαυτό μας γιʼ αὐτά. Συνέχεια
Ο ΤΡΟΠΟΣ ΤΗΣ ΑΛΗΘΟΥΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ
Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας
«Ἄς ἔρθει, λοιπόν, ἀνάμεσά μας ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ. Ἄς μᾶς διδάξει τόν τρόπο τὴς νηστείας. Ἄς τόν ἀκούσουμε πού λέει: ‘Νηστεία καθαρή καί ἀμόλυντη ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί Πατέρα εἶναι αὐτή: νά ἐπισκέπτεται κανείς ὀρφανά καί χῆρες στή θλίψη τους καί νά τηρεῖ τόν ἑαυτό του ἀμόλυντο ἀπό τόν κόσμο’. Πῶς ὅμως καί μέ ποιό τρόπο θά ἐπιτύχουμε αὐτά πού ἐλέχθησαν, εἶναι εὔκολο νά ἀνεύρουμε. Διότι ἀρκεῖ, νομίζω, γι᾿ αὐτούς πού σκέπτονται σωστά καί αὐτός ὁ φυσικός νόμος, πού ἀφ᾿ ἑνός μᾶς διδάσκει νά μισοῦμε ὅσα φαίνεται νά εἶναι ἀντίθετα στίς θεῖες ἐντολές καί ἀφ᾿ ἑτέρου μᾶς παρακινεῖ νά κρατοῦμε μέσα μας τό θέλημα τοῦ Νομοθέτου.
Ἄν τώρα κάποιος νομίζει ὅτι γι᾿ αὐτό χρειαζόμαστε ἀκόμη πιό σαφῆ παραγγέλματα, ἄς ἀκούσει τόν Παῦλο πού λέει: ‘Νεκρώσατε ὅ,τι γήινο εἶναι μέσα σας, δηλαδή τήν πορνεία, τήν ἀκαθαρσία, τό πάθος, τήν κακή ἐπιθυμία’. Διότι, βέβαια, δέν θά ἐπιτύχουμε τή χάρη πού παρέχει ἡ ἀληθής νηστεία ἁπλῶς μέ τήν ἀσιτία καί μέ τήν ἀπόρριψη μόνο τῶν τροφῶν. Οὔτε πάλι, ἔχοντας ἀπόσχει ἀπό αὐτά καί μόνο, θά γίνουμε ἐξάπαντος καθαροί καί ἅγιοι, ἀλλά ἀποδιώκοντας ἀπό τή διάνοιά μας ἐκεῖνα, γιά τά ὁποῖα βρέθηκε καί τό φάρμακο τῆς νηστείας».
ΠΩΣ ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΝΗΣΤΕΥΟΥΜΕ
Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος
«Νηστεύεις; Ἀπόδειξέ μού το διά μέσου τῶν ἴδιων ἔργων. Ποιά ἔργα ἐννοεῖ; Ἄν δεῖς φτωχό, νά τόν ἐλεήσεις. Ἄν δεῖς ἐχθρό, νά συμφιλιωθεῖς μαζί του. Ἄν δεῖς μιά ὄμορφη γυναίκα, νά τήν ἀντιπαρέλθεις. Ἄς μή νηστεύει λοιπόν μόνο τό στόμα, ἀλλά καί τό μάτι καί ἡ ἀκοή, καί τά πόδια καί τά χέρια καί ὅλα τά μέλη τοῦ σώματός μας.
Νά νηστεύουν τά χέρια, παραμένοντας καθαρά ἀπό τήν ἁρπαγή καί τήν πλεονεξία. Νά νηστεύουν τά πόδια, ξεκόβοντας ἀπό τούς δρόμους πού ὁδηγοῦν σέ ἁμαρτωλά θεάματα. Νά νηστεύουν τά μάτια, ἐξασκούμενα νά μήν πέφτουν ποτέ λάγνα πάνω σέ ὄμορφα πρόσωπα, οὔτε νά περιεργάζονται τά κάλλη τῶν ἄλλων…
Δέν τρῶς κρέας; Νά μή φᾶς καί τήν ἀκολασία διά μέσου τῶν ματιῶν. Ἄς νηστεύει καί ἡ ἀκοή. Καί νηστεία τῆς ἀκοῆς εἶναι νά μή δέχεται κακολογίες καί διαβολές… Ἄς νηστεύει καί τό στόμα ἀπό αἰσχρά λόγια καί λοιδορίες. Διότι τί ὄφελος ἔχουμε, ὅταν ἀπέχουμε ἀπό πουλερικά καί ψάρια, δαγκώνουμε ὅμως καί κατατρῶμε τούς ἀδελφούς μας;».
ΧΡΕΟΣ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ Η ΝΗΣΤΕΙΑ
Ἅγιος Κοσμᾶς Αἰτωλός
«Πρέπει καί ἡμεῖς, ἀδελφοί μου, οἱ εὐσεβεῖς χριστιανοί, νά νηστεύωμεν πάντοτε, μά περισσότερον τήν Τετράδη, διατί ἐπουλήθηκε ὁ Κύριος καί τήν Παρασκευή διατί ἐσταυρώθη. Ὁμοίως ἔχομε χρέος νά νηστεύωμεν καί τές ἄλλες Τεσσαρακοστές, καθώς ἐφώτισε τό Ἅγιον Πνεῦμα τούς ἁγίους Πατέρας τῆς Ἐκκλησίας μας καί μᾶς ἔγραψαν διά νά νηστεύωμεν, νά νεκρώνωμεν τά πάθη, νά ταπεινώνωμεν τή σάρκα, τό σῶμα, ὁπού εἶναι ἕνας λύκος, ἕνα γουρούνι, ἕνα θηρίον, ἕνα λιοντάρι. Καί μάλιστα μέ τά ὀλίγα ζοῦμεν μέ εὐκολία καί ὅταν τρώγομεν πολλά, θέλομεν καί ἔξοδα πολλά. Ἐγώ τώρα ἠμπορῶ νά ζήσω μέ ἑκατό δράμια ψωμί. Ἐκεῖνα τά εὐλογεῖ ὁ Θεός διατί εἶναι ἀναγκαῖα καί ὄχι νά τρώγομεν ἑκατόν δέκα. Ἐκεῖνα τά δέκα τά καταρᾶται, διατί εἶναι χαράμι, εἶναι ἐκεινοῦ τοῦ πεινασμένου. Φυλάγετε αὐτές τίς τέσσερες Τεσσαρακοστές, χριστιανοί μου; Ἐδῶ πῶς πηγαίνετε; Ἄν εἶσθε χριστιανοί, πρέπει νά τές φυλάγετε, μάλιστα τήν Μεγάλην Τεσσαρακοστή».
ΟΙ ΩΦΕΛΕΙΕΣ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ
Μέγας Βασίλειος
«Ἡ νηστεία γεννᾶ τούς προφῆτες, δυναμώνει τούς δυνατούς. Ἡ νηστεία κάνει σοφούς τούς νομοθέτες· εἶναι τό καλό φυλαχτό τῆς ψυχῆς, ὁ πιστός σύντροφος τοῦ σώματος, τό ὅπλο γι᾿ αὐτούς πού ἀριστεύουν, τό γυμναστήριο γιά τούς ἀθλητές. Αὐτή ἀποκρούει πειρασμούς, αὐτή προετοιμάζει γιά τήν ἀπόκτηση εὐσέβειας· εἶναι σύντροφος τῆς νήψεως καί δημιουργός τῆς σωφροσύνης. Στούς πολέμους φέρεται μέ γεναιότητα, ἐν καιρῷ εἰρήνης διδάσκει τήν ἡσυχία. Ἁγιάζει τόν Ναζιραῖο καί τελειοποιεῖ τόν ἱερέα».
«Ἡ νηστεία ἔσβυσε τή δύναμη τῆς φωτιᾶς κι ἔφραξε τά στόματα τῶν λιονταριῶν. Ἡ νηστεία ἀνεβάζει τήν προσευχή στόν οὐρανό, μέ τό νά γίνεται τρόπον τινά ἡ φτερούγα στήν πορεία πρός τά ἄνω. Ἡ νηστεία κάνει τά σπίτια νά προκόβουν, εἶναι ἡ μητέρα τῆς ὑγείας, ἡ παιδαγωγός τῆς νεότητας, τό στολίδι τῶν γερόντων, ἡ καλή σύντροφος τῶν ὁδοιπόρων, ὁ πιστός συγκάτοικος αὐτῶν πού συνοικοῦν».
«Ἡ νηστεία προστατεύει τά νήπια, σωφρονίζει τό νέο, κάνει σεβαστό τό γέροντα. Διότι τά γεράματα, στολισμένα μέ τή νηστεία, γίνονται πιό σεβαστά.
Γιά τίς γυναῖκες εἶναι ὁ πιό κατάλληλος στολισμός, γι’ αὐτούς πού βρίσκονται στήν ἀκμή τῆς ἡλικίας, τό χαλινάρι· εἶναι τό φυλακτό τῶν συζύγων καί ἡ τροφός αὐτῶν πού παρθενεύουν. Μέ αὐτούς τούς τρόπους ἡ νηστεία βοηθᾶ σέ κάθε σπίτι.
Ποιά, ὅμως, εἶναι ἡ σημασία της γιά τή δημόσια ζωή μας; Ὁλόκληρη τήν πόλη καί ὅλο τόν λαό τούς ἐπαναφέρει ἀμέσως στήν τάξη, καταστέλλει τίς κραυγές, ἀπομακρύνει τίς κακολογίες… Ἄν ὅλοι τήν παρελάμβαναν ὡς σύμβουλο σ᾿ αὐτά πού ὀφείλουν νά πράξουν, τίποτε δέν θά ἐμπόδιζε νά εἴχαμε βαθιά εἰρήνη σ᾿ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη…
Κι οὔτε πάλι ὁ βίος μας θά ἦταν τόσο πολυστένακτος καί γεμάτος κατήφεια, ἄν ἡ νηστεία κυβερνοῦσε τή ζωή μας. Διότι εἶναι φανερό ὅτι θά δίδασκε σέ ὅλους ὄχι μόνο τήν ἐγκράτεια τῶν τροφῶν, ἀλλά τήν πλήρη ἀποφυγή καί ἀποξένωση ἀπό τή φιλαργυρία, τήν πλεονεξία καί ἀπό κάθε ἄλλη κακία».
Εἰς τήν Κυριακήν τῶν Βαΐων
Ἁγίου Λουκᾶ Κριμαίας
Ἡ Ἱερουσαλὴμ ἦταν γεμάτη κόσμο ποὺ ἦλθε ἀπὸ παντοῦ γιὰ νὰ γιορτάσει τὴ μεγάλη γιορτὴ τοῦ Πάσχα. Ὅλη ἡ πόλη μιλοῦσε γιὰ τὸν μεγάλο προφήτη καὶ θαυματουργὸ ἀπὸ τὴ Ναζαρέτ, ὁ ὁποῖος μόλις τώρα ἔκανε τὸ μεγαλύτερο ἀπὸ ὅλα τὰ ἄλλα ἀμέτρητα θαύματά Του, ἀνέστησε τὸν Λάζαρο, πού τέσσερεις ὁλόκληρες ἡμέρες βρισκόταν στὸν τάφο. Τὸν περίμεναν νὰ ἔλθει στὴν πόλη καὶ προετοιμάζονταν γιὰ τὴ θερμὴ ὑποδοχή Του. Αὐτός, συνοδευόμενος ἀπὸ τοὺς μαθητές Του, δὲν περπατοῦσε πεζός, ὅπως πάντα, ἀλλά, ξεκινώντας ἀπὸ τὴ Βηθσφαγῆ, ἀνέβηκε σ’ ἕνα γαϊδουροπούλαρο, ὥστε νὰ πληρωθεῖ ἔτσι ὅ,τι εἶχε προφητεύσει ὁ προφήτης Ζαχαρίας: «Χαῖρε σφόδρα, θύγατερ Σιὼν κήρυσσε, θύγατερ Ἱερουσαλήμ· ἰδοὺ ὁ βασιλεύς σου ἔρχεταί σοι, δίκαιος καὶ σώζων αὐτός, πραῢς καὶ ἐπιβεβηκὼς ἐπὶ ὑποζύγιον καὶ πῶλον νέον» (Ζαχ. θ´ 9). Οἱ ἀπόστολοι ἔβαλαν πάνω στὸ γαϊδούρι καὶ τὸ πουλάρι του τὰ ροῦχα τους, ἐνῶ ὁ λαὸς πῆρε κλαδιὰ φοινίκων καὶ ἔστρωνε τὰ ροῦχα του στὸν δρόμο, στὰ πόδια τῶν ζώων, κραυγάζοντας μὲ μεγάλη χαρά: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου, βασιλεὺς τοῦ Ἰσραήλ».Οἱ Ἀρχιερεῖς, οἱ Φαρισαῖοι καὶ οἱ Γραμματεῖς ἄκουγαν μὲ τρόμο τὶς κραυγὲς αὐτές, ποὺ προανάγγελλαν τὴν πτώση τῆς πνευματικῆς τους ἐξουσίας στὸν λαό.
Ἂς στρέψουμε καὶ ἐμεῖς τώρα τὸ βλέμμα μας καὶ ἂς δοῦμε τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστὸ τὴ στιγμὴ αὐτή. Μὲ ἔκπληξη θὰ δοῦμε ὅτι δὲν χαίρεται τὴν πανηγυρικὴ αὐτὴ ὑποδοχή. Ἀντίθετα σκύβει τὸ κεφάλι Του καὶ κλαίει μὲ λυγμούς.
Ὤ, Κύριέ μας! Γιατί κλαῖς τώρα, ὅταν ὅλος ὁ λαὸς χαίρεται; Τὸ ἤξερε μόνο Αὐτὸς ὁ Παντογνώστης. Δὲν ἔκλαιγε γιὰ τὸν Ἑαυτό Του ἀλλὰ γιὰ τὸν λαό Του. Γιὰ τὸ ὅτι δὲν πίστεψε στὸν Μεσσία Χριστό, ὁ ὁποῖος ἦλθε γι’ αὐτόν, γιὰ τὸ ὅτι σκότωνε τοὺς προφῆτες ποὺ ἔστελνε σ’ αὐτὸν καὶ γιὰ τὸ ὅτι πέντε μέρες μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ὑποδοχὴ ὡς Βασιλιά, θὰ ζητήσει ἀπὸ τὸν Πιλάτο νὰ Τὸν σταυρώσει! γιὰ τὸ ὅτι γιά ὅλα αὐτά, θὰ βροῦν τὸν λαὸ αὐτὸ πολλὰ δεινά.
Ἄραγε ὁ Θεός, ποὺ εἶναι Βασιλιὰς ὅλου τοῦ κόσμου, διεκδικοῦσε τὴν ἐξουσία καὶ προσδοκοῦσε νὰ γίνει βασιλιὰς τοῦ μικροῦ αὐτοῦ καὶ σκληροτράχηλου λαοῦ τοῦ Ἰσραήλ, ὁ ὁποῖος δὲν γνώρισε καὶ δὲν δέχθηκε τὸν Μεσσία του καὶ τώρα ἑτοιμαζόταν νὰ Τὸν παραδώσει στὸ φρικτὸ καὶ βασανιστικότατο σταυρικὸ θάνατο; Ὅλες οἱ ἅγιες ἐπουράνιες ἀσώματες δυνάμεις θὰ θρηνοῦσαν κατὰ τὴν πανηγυρική Του εἴσοδο στὴν Ἱερουσαλήμ, ἂν ἤξεραν γιὰ τὸν φρικτὸ σταυρὸ ποὺ Τοῦ ἑτοιμαζόταν στὸν Γολγοθά.
Μόνο γιὰ τοὺς σύγχρονούς Του Ἑβραίους ἔκλαιγε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός; Ἀσφαλῶς ὄχι! Αὐτὸς ὁ Παντογνώστης ἤξερε ἀκόμα καὶ αὐτὰ ποὺ βλέπουμε ἐμεῖς στὶς ἡμέρες μας. Ἤξερε ὅτι μὲ τὸ πέρασμα τῶν αἰώνων τὸ ἀνθρώπινο γένος ὅλο καὶ περισσότερο θὰ Τὸν ξεχνοῦσε, ὅτι θὰ Τὸν βλασφημοῦσε καὶ θὰ ἔβριζε τὸ ἅγιο ὄνομά Του. Τὸ ἤξερε, γι’ αὐτὸ καὶ ἔλεγε ὅτι ὁ Υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὅταν θὰ ἔλθει γιὰ δεύτερη φορά, πιθανῶς, δὲν θὰ βρεῖ τὴν πίστη πάνω στὴ γῆ.
Πρέπει νὰ κλαῖμε καὶ ἐμεῖς ποὺ τόσο συχνὰ ξεχνᾶμε τὸν σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ καὶ ἰδιαίτερα αὐτοὶ γιὰ τοὺς ὁποίους λέει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «ὁ τὸν Υἱὸν τοῦ Θεοῦ καταπατήσας καὶ τὸ αἷμα τῆς διαθήκης κοινὸν ἡγησάμενος, ἐν ᾧ ἡγιάσθη, καὶ τὸ Πνεῦμα τῆς χάριτος ἐνυβρίσας!» (Ἑβρ. ι´ 29). Καὶ τόσο πολλοί, καὶ σὲ ποιὸ τρομερὸ βαθμό, ὑπάρχουν μεταξὺ μας τέτοιοι κακότυχοι ἀδελφοί μας!
Σῶσε τους, Κύριε!
Σῶσε τους, Κύριε!
Σῶσε τους, Κύριε! Ἀμήν.
Από το βιβλίο ”Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας,
Λόγοι καὶ ὁμιλίες» τ. Α´ Εκδ.”Ορθόδοξος κυψέλη”
Ἡ μετάνοια ὡς ἀγάπη
π.Βασίλειος Θερμός
Ὁ τίτλος μπορεῖ κάπως νὰ παραξένεψε ἢ νὰ ἄφησε πολλὰ ἐρωτηματικά. Ἔχουμε συνηθίσει νὰ μιλοῦμε γιὰ τὴν μετάνοια καὶ ἔχουμε διαβάσει πολλά. Ἐπίσης ἔχουμε ἀκούσει καὶ διαβάσει πολλὰ γιὰ τὴν ἀγάπη. Δύο πολὺ σπουδαῖες ἔννοιες, δύο πολὺ σπουδαῖες πραγματικότητες τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Πῶς αὐτὲς οἱ δύο ἔννοιες μποροῦν νὰ συνυπάρξουν μέσα σὲ ἕνα τίτλο καὶ μάλιστα κατὰ τέτοιο τρόπο διατυπωμένο, ὥστε ὑπονοεῖ σχεδόν, ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι καὶ ταυτόσημες; Ἡ μετάνοια, ἰδωμένη ὡς ἀγάπη, ἐξεταζομένη ὡς ἀγάπη. Ἡ μετάνοια ὑπὸ τὴ μορφὴ τῆς ἀγάπης. Ἡ μετάνοια μὲ περιεχόμενο τὴν ἀγάπη. Αὐτὲς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι παραλλαγὲς ἐπεξηγηματικές του τίτλου αὐτοῦ.
Τὰ αὐτονόητα καὶ τὰ στερεότυπα τὰ ὁποῖα ἔχουμε ὁ καθένας γιὰ τὶς δύο αὐτὲς ἔννοιες δὲν μοιάζουν νὰ συγκλίνουν. Λέμε μετάνοια καὶ ἔχουμε στὸ μυαλό μας τὸ κατὰ Θεὸν πένθος, τὸ δάκρυ τῆς μετανοίας, τὴν συντριβή, τοὺς καρποὺς τῆς μετανοίας, τὰ ἔργα τῆς μετανοίας καὶ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔχουμε διαβάσει καὶ ἔχουμε ἀκούσει. Λέμε ἀγάπη, καὶ μᾶς ἔρχονται στὸ νοῦ ἡ θυσία, ἡ προσφορά, ἡ ἱλαρότητα, ἡ φιλάνθρωπη διάθεση, ἡ περιχώρηση τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Πῶς αὐτὰ τὰ δύο διαφορετικὰ στερεότυπα, οἱ τόσο διαφορετικὲς εἰκόνες εἶναι δυνατὸν νὰ συγκλίνουν καὶ ὑπὸ τὴν μορφή, ἐπαναλαμβάνω, σχεδὸν τῆς ταυτίσεως;
Θὰ προσπαθήσω νὰ στηρίξω αὐτὴ τὴ ὑπόθεση, ὅτι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἀγάπη βρίσκονται πάρα πολὺ κοντὰ καὶ σχεδὸν ταυτίζονται καὶ ὅτι ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ προϋπόθεση τῆς μετάνοιας, αὐτὴ εἶναι ἡ κεντρικὴ ἰδέα ἡ ἀποψινή. Θὰ προσπαθήσω νὰ τὴ στηρίξω μέσα ἀπὸ τρεῖς δρόμους, μέσα ἀπὸ τρία βασικὰ ἐπιχειρήματα ποὺ θὰ ἀναπτύξω στὴν ἀγάπη σας καὶ στὴν ὑπομονή σας.
Τὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα εἶναι ἐμπειρικό. Δηλαδὴ ἡ ἐμπειρία μας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι μετανοοῦν παρουσιάζει μεγάλες ὁμοιότητες μὲ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι ἀγαποῦν. Ἔτσι παρατηροῦμε, ὅτι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι μποροῦν νὰ ἀγαπήσουν ἔντονα τὸν ἄλλον, μποροῦν νὰ μετανοήσουν καὶ ἔντονα καὶ ριζικά. Ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δυσκολεύονται νὰ ἀγαπήσουν καὶ εἶναι κάπως σφιχτοὶ καὶ ἐπιφυλακτικοὶ καὶ ψυχροὶ καὶ κλεισμένοι στὸν ἑαυτό τους, δυσκολεύονται καὶ νὰ μετανοήσουν. Συνέχεια
Κυριακὴ τῶν Φώτων
Ἁγ. Λουκᾶ, Ἀρχιεπ. Κριμαίας
Τὸ Εὐαγγελικὸ ἀνάγνωσμα τῶν Θεοφανίων περιέχει ἕναν λόγο τοῦ Χριστοῦ μεγάλης σπουδαιότητας. Σ’ αὐτὸν τώρα θέλω λίγο νά στρέψω τὴν προσοχὴ σας.
Τοῦ μεγάλου αὐτοῦ γεγονότος τῆς Θεοφάνειας τοῦ Κυρίου προηγεῖται κήρυγμα στίς ὄχθες τοῦ Ἰορδάνη ποταμοῦ, τοῦ Ἰωάννου, τοῦ Προδρόμου τοῦ Κυρίου, τοῦ μείζονος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων πού γέννησαν ποτέ οἱ γυναῖκες. Τὸ φλογερὸ του κήρυγμα τῆς μετανοίας γιά τὸ ὁποῖο προετοιμαζόταν εἴκοσι ὁλόκληρα χρόνια στήν ἔρημο τῆς Ἰουδαίας τραβοῦσε πρὸς αὐτὸν μεγάλο πλῆθος ἀνθρώπων. Ὁ πύρινος λόγος τοῦ κηρύγματός του ἔκαιγε τίς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους βάπτιζε στά νερὰ τοῦ Ἰορδάνη καθαρίζοντας τίς ἁμαρτίες τους. Τὴν μεγάλη ἐκείνη ἡμέρα μὲ πολλὴ ἔκπληξη παρατήρησε ὅτι μεταξὺ τῶν ἄλλων πού ἔρχονται γιά νά βαπτιστοῦν βρίσκεται καὶ Ἐκεῖνος τὸν ὁποῖον μέχρι τότε δέν εἶχε γνωρίσει ἀλλὰ περὶ τοῦ ὁποίου τοῦ εἶχε ἀποκαλυφθεῖ ὅτι θὰ βαπτίζει μὲ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Καὶ ἀφοῦ ἔπεσε στά πόδια του, τοῦ εἶπε μὲ δέος: «ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπὸ Σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχη πρὸς μέ;» (Μτ. 3, 14).
Ἐμεῖς, ποὺ ἤδη εἴμαστε βαπτισμένοι ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ πυρί, δέν θὰ μπορούσαμε νά καταλάβουμε γιατὶ ὁ ἀναμάρτητος Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πῆγε στό δοῦλο του τὸν Ἰωάννη καὶ ζήτησε νά βαπτιστεῖ ἀπὸ αὐτὸν μὲ τὸ βάπτισμα τῆς μετανοίας γιά νά Τοῦ ἀφεθοῦν οἱ ἁμαρτίες του, τὶς ὁποῖες δέν εἶχε, ἂν ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς δέν μᾶς τὸ ἔλεγε ἀπαντώντας στήν ἐρώτησῃ τοῦ Προδρόμου τὸ ἑξῆς: «ἄφες ἄρτι· οὕτω γὰρ πρέπον ἐστὶν ἡμῖν πληρῶσαι πᾶσαν δικαιοσύνην» (Μτ. 3, 15).
Ὤ, Κύριε μας! Σὲ προσκυνοῦμε ἐσένα καὶ τὸν Πρόδρομό Σου καὶ Σὲ εὐχαριστοῦμε ἀπὸ τὰ βάθη τῆς καρδιᾶς μας γιά τὸ ὅτι μας ἔμαθες νά σεβόμαστε καὶ νά τιμᾶμε «πᾶσαν δικαιοσύνην» καὶ νά μισοῦμε τὴν ὁποιαδήποτε ἀδικία, διότι ἐκείνη προέρχεται ἀπὸ τὸν διάβολο. Κάθε δικαιοσύνη, ἄκομα καὶ ἡ πιὸ ἀσήμαντη δίκαιη πράξη, εἶναι εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεό. Ἔλαβες τὸ βάπτισμα ἀπὸ τὸν Ἰωάννη στόν Ἰορδάνη ποταμὸ γιά τὴν ἄφεση ἁμαρτιῶν διότι ἤθελες νά ἐκπληρώσεις ὅ,τι προβλέπει τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ἡ κατάδυση στά νερὰ τοῦ Ἰορδάνη ἀποτελοῦσε σφράγισμα τῆς μετανοίας γι’ αὐτούς πού ἔρχονταν νά βαπτιστοῦν. Διότι γιά τὴν ὁλόκαρδη μετάνοια, αὐτός πού δεχόταν τὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννη, λάμβανε ἀπὸ τὸν Θεὸ τὴν ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του. Συνέχεια
![images-1[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/images-11-150x150.jpg)
![wheat22[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/wheat221.jpg)