Οκτ 2021
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Ἡ μετάνοια ὡς ἀγάπη

π.Βασίλειος Θερμός

54DA9AD14DA5D82436CC641D44A066A4[1] (2)Ὁ τίτλος μπορεῖ κάπως νὰ παραξένεψε ἢ νὰ ἄφησε πολλὰ ἐρωτηματικά. Ἔχουμε συνηθίσει νὰ μιλοῦμε γιὰ τὴν μετάνοια καὶ ἔχουμε διαβάσει πολλά. Ἐπίσης ἔχουμε ἀκούσει καὶ διαβάσει πολλὰ γιὰ τὴν ἀγάπη. Δύο πολὺ σπουδαῖες ἔννοιες, δύο πολὺ σπουδαῖες πραγματικότητες τῆς πνευματικῆς μας ζωῆς. Πῶς αὐτὲς οἱ δύο ἔννοιες μποροῦν νὰ συνυπάρξουν μέσα σὲ ἕνα τίτλο καὶ μάλιστα κατὰ τέτοιο τρόπο διατυπωμένο, ὥστε ὑπονοεῖ σχεδόν, ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ εἶναι καὶ ταυτόσημες; Ἡ μετάνοια, ἰδωμένη ὡς ἀγάπη, ἐξεταζομένη ὡς ἀγάπη. Ἡ μετάνοια ὑπὸ τὴ μορφὴ τῆς ἀγάπης. Ἡ μετάνοια μὲ περιεχόμενο τὴν ἀγάπη. Αὐτὲς θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι παραλλαγὲς ἐπεξηγηματικές του τίτλου αὐτοῦ.

Τὰ αὐτονόητα καὶ τὰ στερεότυπα τὰ ὁποῖα ἔχουμε ὁ καθένας γιὰ τὶς δύο αὐτὲς ἔννοιες δὲν μοιάζουν νὰ συγκλίνουν. Λέμε μετάνοια καὶ ἔχουμε στὸ μυαλό μας τὸ κατὰ Θεὸν πένθος, τὸ δάκρυ τῆς μετανοίας, τὴν συντριβή, τοὺς καρποὺς τῆς μετανοίας, τὰ ἔργα τῆς μετανοίας καὶ ὅλα αὐτὰ ποὺ ἔχουμε διαβάσει καὶ ἔχουμε ἀκούσει. Λέμε ἀγάπη, καὶ μᾶς ἔρχονται στὸ νοῦ ἡ θυσία, ἡ προσφορά, ἡ ἱλαρότητα, ἡ φιλάνθρωπη διάθεση, ἡ περιχώρηση τοῦ ἄλλου ἀνθρώπου. Πῶς αὐτὰ τὰ δύο διαφορετικὰ στερεότυπα, οἱ τόσο διαφορετικὲς εἰκόνες εἶναι δυνατὸν νὰ συγκλίνουν καὶ ὑπὸ τὴν μορφή, ἐπαναλαμβάνω, σχεδὸν τῆς ταυτίσεως;

Θὰ προσπαθήσω νὰ στηρίξω αὐτὴ τὴ ὑπόθεση, ὅτι ἡ μετάνοια καὶ ἡ ἀγάπη βρίσκονται πάρα πολὺ κοντὰ καὶ σχεδὸν ταυτίζονται καὶ ὅτι ἡ ἀγάπη ἀποτελεῖ προϋπόθεση τῆς μετάνοιας, αὐτὴ εἶναι ἡ κεντρικὴ ἰδέα ἡ ἀποψινή. Θὰ προσπαθήσω νὰ τὴ στηρίξω μέσα ἀπὸ τρεῖς δρόμους, μέσα ἀπὸ τρία βασικὰ ἐπιχειρήματα ποὺ θὰ ἀναπτύξω στὴν ἀγάπη σας καὶ στὴν ὑπομονή σας.

Τὸ πρῶτο ἀπὸ αὐτὰ τὰ ἐπιχειρήματα εἶναι ἐμπειρικό. Δηλαδὴ ἡ ἐμπειρία μας ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ τρόπος μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἄνθρωποι μετανοοῦν παρουσιάζει μεγάλες ὁμοιότητες μὲ τὸν τρόπο μὲ τὸν ὁποῖο οἱ ἴδιοι ἄνθρωποι ἀγαποῦν. Ἔτσι παρατηροῦμε, ὅτι ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι μποροῦν νὰ ἀγαπήσουν ἔντονα τὸν ἄλλον, μποροῦν νὰ μετανοήσουν καὶ ἔντονα καὶ ριζικά. Ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι δυσκολεύονται νὰ ἀγαπήσουν καὶ εἶναι κάπως σφιχτοὶ καὶ ἐπιφυλακτικοὶ καὶ ψυχροὶ καὶ κλεισμένοι στὸν ἑαυτό τους, δυσκολεύονται καὶ νὰ μετανοήσουν.

Ἐπιπλέον, δὲν εἶναι μόνο θέμα ποσότητας, ἀλλὰ καὶ θέμα χρονικῆς συνέπειας. Ἄνθρωποι οἱ ὁποῖοι ἀγαποῦν, ἀλλὰ μὲ ἀστάθεια, δηλαδὴ ἀφοσιώνονται ὅταν ἀγαποῦν ἔντονα, ἀλλὰ μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ ἀλλάζουν γνώμη, ψυχραίνονται, ὑπαναχωροῦν, χάνουν τὴν ἀγάπη τους. Ἄνθρωποι λοιπὸν ποὺ ἀγαποῦν μὲ ἀστάθεια, μετανοοῦν καὶ μὲ ἀστάθεια. Δὲν μποροῦν νὰ συνεχίσουν αὐτὴ τὴν ὡραία πορεία, τὴν ὁποία ἔβαλαν μὲ τὴν ἀρχὴ τῆς μετάνοιας.

Αὐτὲς οἱ ὁμοιότητες ὀφείλονται στὸ γεγονὸς ὅτι ἡ ποιότητα καὶ ἡ ποσότητα τῆς μετανοίας ἀκολουθοῦν τὴν ἀγαπητικὴ δύναμη τοῦ ἀνθρώπου. Κάθε ἄνθρωπος, ἔχει μία ἀγαπητικὴ δύναμη μέσα του ποὺ τοῦ τὴν ἔδωσε ὁ Θεός. Εἶναι στοιχεῖο τοῦ κατ’ εἰκόνα. Ἀλλά, λόγω τοῦ διαφορετικοῦ χαρακτήρα κάθε ἀνθρώπου, λόγω τῶν περιπετειῶν ποὺ κάθε ἄνθρωπος ὑπέστη στὴ ζωή του, ἀπὸ ἄλλους γονεῖς βγῆκε, μὲ ἄλλες συνθῆκες μεγάλωσε, ἄλλα γεγονότα ἀντιμετώπισε κ.τ.λ., λόγω τῆς πολὺ μεγάλης ποικιλίας τῶν συνθηκῶν καὶ τῶν χαρακτήρων, ἡ ἀγαπητικὴ δύναμη ὅλων μας, δὲν εἶναι ἴδια, τοῦ ἰδίου βαθμοῦ, τῆς ἰδίας ποιότητας καὶ τῆς ἰδίας σταθερότητας. Ἡ ἱκανότητα λοιπὸν γιὰ μετάνοια, ἀκολουθεῖ τὶς ἰδιότητες καὶ τὶς ἰδιαιτερότητες τῆς ἀγαπητικῆς δυνάμεως. Γι’αὐτὸ καὶ παρατηροῦμε τὶς ὁμοιότητες ποὺ ἀνέφερα πρίν.

Αὐτὸ εἶναι ἕνα δεδομένο ἐμπειρικό, τὸ ὁποῖο μᾶς προϊδεάζει πρὸς αὐτὴ τὴν κατεύθυνση. Δηλαδή, ὁ βασικὸς μηχανισμὸς μὲ τὸν ὁποῖο ὁ ἄνθρωπος μετανοεῖ, εἶναι ἡ ἱκανότητα τῆς ἀγάπης ποὺ ἔχει. Ἀλλά, ἐπαναλαμβάνω, ἐὰν ἔχει πλούσια ἀποθέματα ἀγάπης, μπορεῖ καὶ νὰ μετανοήσει πραγματικά, μὲ πληρότητα, ἀρχοντικά, μὲ συνέπεια, ὅπως ὁ Θεὸς θέλει. Ὅποιος ἔχει φτωχὴ ἱκανότητα ἀγάπης, φτωχὴ θὰ εἶναι καὶ ἡ μετάνοιά του καὶ ἐλλιπὴς καὶ χρειάζεται δουλειὰ πολλὴ καὶ προσοχὴ γιὰ νὰ τὴν αὐξήσει, γιατί αὐτὰ ποὺ λέμε τώρα δὲν εἶναι στατικά. Μπορεῖ κάποιος νὰ ἔχει ἐκ χαρακτῆρος καὶ ἀπὸ τὶς συνθῆκες τῆς ζωῆς, φτωχὴ ἱκανότητα ἀγάπης, ἀλλὰ νὰ μπορεῖ νὰ τὴν αὐξήσει μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

Ὁρισμένα παραδείγματα θὰ μᾶς βοηθοῦσαν σὲ αὐτὸ τὸ πρῶτο μέρος. Ἔχουμε, γιὰ παράδειγμα, τὸν ἀδερφὸ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ. Ὁ ἀδερφὸς τοῦ ἀσώτου υἱοῦ, ὅπως θὰ θυμάστε, παρουσιάζει μία μικροκαρδία, μικροψυχία. Ἐνῶ ξαναβρίσκει τὸν ἀδερφό του ποὺ τὸν θεωροῦσε χαμένο καὶ εἶχε χρόνια νὰ μάθει νέα του, πίστευε μήπως δὲν ζεῖ κιόλας, ἀντὶ νὰ ἀρχίσει νὰ χοροπηδάει ἀπὸ τὴν χαρά του, ἀρχίζει καὶ γκρινιάζει πρὸς τὸν πατέρα του ἀπὸ τὴ ζήλεια ποὺ νιώθει. Εἶναι φανερὸ ὅτι ἕνας ἄνθρωπος ποὺ ἐνεργεῖ ἔτσι καὶ δὲν τρέχει νὰ πέσει στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ ἀδερφοῦ του, εἶναι φανερὸ ὅτι εἶναι ἀνίκανος νὰ ἀγαπήσει. Δὲν ἔχει ἀγάπη μέσα του. Αὐτὸ δὲν τοῦ ἐπιτρέπει νὰ ἔχει μετάνοια. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἀδερφό του, ὁ ὁποῖος ἔχει πολὺ βαθειά, πολὺ γνήσια καὶ ἀληθινὴ μετάνοια, κατὰ τὸ μέτρο τῆς ἀγαπητικῆς δυνάμεως.

Θὰ πεῖ κανείς: «Καὶ ποῦ ξέρουμε ὁ μικρὸς γιός, ὁ ἄσωτος, πόση ἀγαπητικὴ δύναμη εἶχε, πόσο ἀγαποῦσε;» Αὐτὸ θὰ τὸ καταλάβουμε ἀπὸ τὸ ἄλλο περιστατικὸ ποὺ θὰ ἀναφέρω, διότι ἡ ζωὴ τοῦ ἄσωτου υἱοῦ ἔχει πάρα πολλὰ κοινὰ σημεῖα μὲ τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Ὅπως ὁ ἄσωτος υἱὸς πέρασε πολλὰ χρόνια μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι του μὲ σαρκικὲς ἀπολαύσεις, ἔτσι καὶ ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ἐπέρασε πάρα πολλὰ χρόνια της ζωῆς της μέσα σὲ σαρκικὲς ἀπολαύσεις. Θὰ μοῦ πεῖτε: «Τί σχέση ἔχει αὐτὸ μὲ τὴν ἀγαπητικὴ δύναμη;» Ἔχει καὶ μάλιστα πολὺ καὶ θὰ σᾶς πῶ τί ἐννοῶ.

Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία, ὅταν ἐξομολογεῖται τὴ ζωή της στὸν γέροντα Ζωσιμᾶ στὴν ἔρημο ὅπου τὴν βρῆκε ἐκεῖ, τοῦ λέει καὶ μία λεπτομέρεια ἡ ὁποία σοκάρει πραγματικὰ ἕναν πιστὸ ποὺ τὴν ἀκούει σήμερα. Λέει: «Δὲν πήγαινα μόνο γιὰ τὰ χρήματα μὲ τοὺς ἄντρες, ἀλλὰ πήγαινα καὶ χωρὶς χρήματα μερικὲς φορές, ἐπειδὴ τὸ ἤθελα ἐγώ». Τόσο δηλαδὴ ἔντονη ἦταν ἡ σαρκικότητα καὶ ἡ δίψα γιὰ τὴν ἀπόλαυση. Αὐτὸς ὁ τρόπος ζωῆς, ποὺ τὸν εἶχε καὶ ὁ ἄσωτος (γι’αὐτὸ μίλησα γιὰ ὁμοιότητα, ὁ καταφαγῶν σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν), ὁ πολὺ ἐλευθεριάζων, ὁ πολὺ ἔντονος καὶ σαρκικός, ὑποδηλώνει μία ἰσχυρὴ ἀγαπητικὴ δύναμη μέσα στὸν ἄνθρωπο ἡ ὁποία ἔχει διαστραφεῖ. Ὑπάρχει ἔντονη ἱκανότητα γιὰ ἀγάπη, ἀλλὰ αὐτὴ ἡ ἀγάπη ἔχει στραφεῖ ὁλοκληρωτικὰ στὴν ἀπρόσωπη ἡδονή, στὴν ἀπρόσωπη εὐχαρίστηση.

Ὅπως λέει στὴν «Κλίμακα» ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης: «Ἔρως σωμάτων». Ἀλλὰ εἶναι ἱκανότητα πρὸς ἔρωτα, δηλαδὴ πρὸς ἰσχυρὴ ἀγάπη. Πῶς τὸ καταλαβαίνουμε αὐτό; Ἀπὸ τὴν ἐξέλιξη τῆς ζωῆς τῆς Ὁσίας Μαρίας. Διότι ἕνας ἄνθρωπος ὁ ὁποῖος θεοποίησε σχεδὸν τὴν ἀπόλαυση στὴ ζωή της, φτάνει σὲ σημεῖο, μετὰ τὴν μεταστροφὴ της τὴν θαυματουργική, νὰ πηγαίνει στὴν ἔρημο, νὰ μὴν βλέπει ἄνθρωπο γιὰ πάρα πολλὰ χρόνια καὶ νὰ ἀσκητεύει πάρα πολὺ σκληρά, νὰ τρώει ἐλάχιστα πράγματα ποὺ ἔβρισκε στὴ φύση, νὰ ταλαιπωρεῖ τὸ σῶμα της πάρα πολὺ σκληρὰ μὲ τὴν κακοπάθεια καὶ νὰ γίνεται ἀγνώριστη στὴν ὄψη. Πῶς εἶναι δυνατὸν ἕνας ἄνθρωπος πού ἀγαπᾶ τόσο πολὺ τὴν ἀπόλαυση τὴν σωματική, νὰ μεταπίπτει σὲ μία σκληρότατη, σχεδὸν βασανιστικὴ ἀσκητικὴ ζωή;

Αὐτό, εἶναι ἀκατανόητο μὲ ὁποιοδήποτε ἄλλο ἑρμηνευτικὸ σχῆμα παρὰ μόνο μὲ τὴν ὑπόθεση ὅτι ἄνθρωποι μὲ τόσο μεγάλη σαρκικότητα διαθέτουν πολὺ ἔντονη ἀγαπητικὴ δύναμη, ἡ ὁποία εἶναι φθαρμένη ἀπὸ τὰ πάθη τὰ πολυχρόνια καὶ ἔχει στραφεῖ ἀποκλειστικὰ πρὸς τὸν ἔρωτα τῶν σωμάτων. Μὲ τὴν μεταστροφὴ τῆς Ὁσίας Μαρίας αὐτὴ ἡ ἀγαπητικὴ δύναμη στρέφεται ἀποκλειστικὰ στὸν Θεὸ καὶ τῆς δίνει τὴν δυνατότητα νὰ κάνει τέτοια σκληρὴ ἄσκηση, ποὺ ἂν ἐμεῖς τὴν κάναμε μία ἑβδομάδα καὶ ὄχι τόσα χρόνια ποὺ τὴν ἔκανε αὐτή, δὲν θὰ ἀντέχαμε, θὰ παθαίναμε μελαγχολία. Γιὰ νὰ ἀντέξει κάποιος νὰ τὸ κάνει αὐτὸ καὶ νὰ μὴν λυγίσει, ἀλλὰ νὰ χαίρεται τὴν συντυχία καὶ τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, σημαίνει ὅτι ἡ ἀγαπητικὴ δύναμη μέσα του εἶναι ἰσχυρότατη καὶ στράφηκε ὅλη πρὸς τὸν Θεό.

Ἡ ἄσκηση εἶναι ἐφικτὴ μόνο διὰ τῆς ἀγάπης. Καὶ ὅποιος ἀγαπάει, εἶναι ἱκανὸς ὄχι μόνο γιὰ σκληρὴ ἄσκηση, ἀλλὰ καὶ γιὰ ταπείνωση μεγάλη, ὥστε νὰ μὴν θεωρεῖ πὼς ἡ ἄσκηση ποὺ κάνει εἶναι κάτι σπουδαῖο. Ὅλη αὐτὴ λοιπὸν ἡ σαρκικότητα ἔγινε ἀγάπη πρὸς τὸν Θεό. Αὐτὸ εἶναι ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο ἀποτελεῖ τὴν ἁγιότητα τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας. Δὲν εἶναι ὅτι κατάφερε νὰ κάνει τόσο μεγάλη νηστεία· ἡ Ἐκκλησία μας δὲν ἐξετάζει γιὰ νὰ δηλώσει τὴν ἁγιότητα ἑνὸς μέλους της πόσο ἀκριβῶς νηστεία ἔκανε, ἀλλὰ ἡ νηστεία εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς μεγάλης ἀγάπης. Αὐτὸ ποὺ δηλώνει τὴν ἁγιότητα τῆς Ὁσίας, εἶναι ἡ μεγάλη ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ ποὺ τὴν ἔκανε συνεπῆ μέχρι τὸν θάνατό της στὴν μετάνοια αὐτὴ καὶ τὴν μεταποίηση τῶν ψυχικῶν δυνάμεων.

Ἡ μετάνοια, ἑπομένως, εἶναι μία μεταποίηση τῶν ψυχικῶν δυνάμεων τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ ὑποκινεῖται ἀπὸ τὴν ἀγάπη. Καὶ γι’ αὐτὸ ἀκολουθεῖ τὶς ἰδιαιτερότητες τῆς ἀγάπης τοῦ καθενός μας. Ἂν δηλαδὴ θέλουμε νὰ ἀπαντήσουμε στὸ ἐρώτημα γιατί δὲν μετανοοῦμε ἀρκετά, ἂν τὸ αἰσθανόμαστε αὐτὸ (ὁ καθένας θὰ τὸ κρίνει), ἴσως τὸ ἑπόμενο βῆμα εἶναι νὰ ποῦμε ὅτι πιθανὸν δὲν ἀγαποῦμε ἀρκετὰ τὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους.

Μετὰ τὴν πρώτη ἐμπειρικὴ παρατήρηση, ἂς περάσουμε στὸν δεύτερο λόγο πού, νομίζω, στοιχειοθετεῖ καὶ στηρίζει αὐτὴ τὴν ὑπόθεση. Ἂν προσπαθήσουμε νὰ ἀναλύσουμε τὴν μετάνοια ὡς γεγονός, ὡς μία διαδικασία, παρατηροῦμε ὅτι ἡ μετάνοια ἀπαιτεῖ ἐμπιστοσύνη. Μετανοῶ, δηλαδὴ (τὸ λέει ἡ λέξη) σημαίνει ἀλλάζω νοῦ, ἀλλάζω τρόπο σκέψης, γίνομαι καινούργιος ἄνθρωπος καὶ ἑπομένως ἀλλάζω πορεία. Ἄρα, δὲν ἀκολουθῶ αὐτὸ ποὺ ἐγὼ νόμιζα πρὶν ὅτι εἶναι τὸ συμφέρον, τὸ καλὸ γιὰ τὴ ζωή μου, ἀλλὰ παραδίδω τὸν ἑαυτό μου στὸν Θεό, γιὰ νὰ μὲ καθοδηγήσει Αὐτός. Ἐφαρμόζω τὶς ἐντολές Του, τηρῶ τὶς ἐντολὲς Του ὅπως ὁ Χριστὸς μᾶς ζήτησε ὁ ἴδιος, ἂν τὸ θυμάστε στὸ κατὰ Ἰωάννην νὰ τηρήσουμε τὶς ἐντολές του γιὰ νὰ εἶναι «Αὐτὸς ἐν ἡμῖν κι ἡμεῖς ἐν Αὐτῷ».

Τηρῶ τὶς ἐντολὲς Του ἐπειδὴ Τὸν ἐμπιστεύομαι. Παραδίδομαι πιὰ στὸν Χριστό. Εἶναι φανερὸ ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ ἐμπιστευθοῦμε κάποιον ἐὰν δὲν τὸν ἀγαπᾶμε, μιλώντας βέβαια γιὰ ἐμπιστοσύνη ὑπαρξιακή, ἂν δὲν τοῦ παρέχουμε τὸν ἑαυτό μας. Ἄλλες μικρὲς πράξεις ἐμπιστοσύνης τῆς καθημερινῆς μας ζωῆς μποροῦν νὰ γίνονται καὶ χωρὶς ἀγάπη. Ἀλλὰ ὅταν πρόκειται νὰ ἐναποθέσουμε τὸν ἑαυτό μας, τὴν ζωὴ μας ὁλόκληρη ποὺ εἶναι μία καὶ μοναδική, σὲ κάποιον, χρειάζεται ἀγάπη γιὰ νὰ τὸν ἐμπιστευθοῦμε. Γιὰ νὰ αὐτοπαραδοθοῦμε σὲ αὐτόν.

Ὑπὸ αὐτὴ τὴν ἔννοια, ἡ παράδοσή μας στὸν Θεὸ διὰ τῆς μετανοίας εἶναι ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Ἀπαρνιόμαστε αὐτὸ ποὺ ἐμεῖς ὡς τώρα ξέραμε, ἀγαπούσαμε, βρίσκαμε λογικό, καὶ ἐξερχόμαστε σὲ συνάντηση τοῦ Ἄλλου, τοῦ Θεοῦ, κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ὁ Ἀβραὰμ ὑπάκουσε τὸν Θεὸν καὶ ἐξῆλθε εἰς συνάντησή Του. Θυμάστε τὴν φράση-πρόσκληση ποὺ ἀπηύθυνε ὁ Θεὸς στὸν Ἀβραάμ: «Φύγε ἀπὸ τὰ μέρη σου καὶ ἀπὸ τὴν συγγένειά σου, ἀπὸ τὴν περιοχή, ἀπὸ τὴν πατρίδα σου ποὺ εἶχες μέχρι τώρα, τὴν Μεσοποταμία, καὶ πήγαινε (στὴν ἄκρη τοῦ κόσμου τότε, γιὰ ἐκείνη τὴν ἐποχή, μὲ τὰ πόδια!), στὴν γῆ ποὺ θὰ σοῦ δείξω».

Αὐτὴ ἡ πρόσκληση τοῦ Θεοῦ πρὸς τὸν Ἀβραάμ, ποὺ ἦταν τοπικὴ βέβαια, φύγε ἀπὸ ἐδῶ καὶ πήγαινε ἐκεῖ, ἦταν ἀλλαγὴ τόπου, ἐνῶ γιὰ μᾶς ἐπαναλαμβάνεται κάθε λεπτό, ὡς ἀλλαγὴ τρόπου, δηλαδὴ σὰν νὰ μᾶς λέει ὁ Θεός: «Φύγε, ἄφησε αὐτὰ στὰ ὁποῖα εἶσαι καὶ ἔχεις μάθει, τὸν τρόπο ποὺ ζεῖς καὶ κινεῖσαι καὶ σκέφτεσαι στὴ σχέση σου μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους καὶ κάνε αὐτὸ πού σοῦ λέω ἐγώ. Πήγαινε σὲ μία καινούργια χώρα, εἶναι καινούργια χώρα οἱ ἐντολές μου καὶ ἐμπιστεύσου με».

Αὐτὸ ἀποτελεῖ αὐταπάρνηση. Ἀπάρνηση τοῦ ἑαυτοῦ μας καὶ ὅσων ἀγαπούσαμε καὶ σὲ ὅσα εἴχαμε βολευτεῖ μέχρι τώρα. Ἡ μετάνοια, λοιπόν, ἀποτελεῖ ἕνα γεγονὸς ἀγάπης, ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι ἐμπιστεύομαι τὸν Θεὸ νὰ πάω στὸ ἄγνωστο ὑπὸ κάποια ἔννοια. Διότι ἡ ὑπακοὴ στὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ εἶναι πορεία πρὸς τὸ ἄγνωστο σὲ κάποιο βαθμό. Δὲν μπορῶ νὰ μὴν θυμηθῶ στὴ συνάφεια αὐτὴ ἐκεῖνο τὸ γεγονὸς τῆς θαυμαστῆς ἁλιείας, ὅταν τὰ ξημερώματα ἐπέστρεφαν οἱ μαθητὲς κατάκοποι καὶ ἄυπνοι, μὲ ἄδεια τὰ δίχτυά τους καὶ πολὺ στενοχωρημένοι φυσικά. Καὶ βλέπουν στὴν ἀκτὴ τὸν Χριστό, ὁ ὁποῖος τοὺς λέει: «Τί συνέβη;» «Κύριε δὲν πιάσαμε τίποτα». «Καλὰ πηγαίνετε πίσω καὶ ρίξτε τὰ δίχτυά σας σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο». Θὰ μποροῦσαν βέβαια νὰ τοῦ ποῦν: «Κύριε, εἴμαστε ἔμπειροι ψαράδες, γνωρίζουμε ἀρκετὰ καλά, δὲν νομίζουμε ὅτι θὰ πιάσουμε κάτι». Αὐτὸ θὰ γινόταν ἂν σκέφτονταν ἀνθρώπινα.

Ἀλλὰ ἡ ἀπάντηση τοῦ Πέτρου ποιὰ ἦταν; «Κύριε, εἴμαστε πολὺ κουρασμένοι, εἴμαστε στενοχωρημένοι, δὲν πιάσαμε κάτι, ἀλλ’ ἐπὶ τῷ ρήματί Σου χαλάσω τὸ δίκτυον». Ἀλλὰ ἐπειδὴ τὸ λὲς Ἐσὺ θὰ ρίξω τὸ δίχτυ ἐκεῖ. Μοῦ ἀρκεῖ ποὺ τὸ λὲς Ἐσύ. Νομίζω ὅτι περιττεύουν τὰ σχόλια γιὰ μία τέτοια πράξη αὐτοπαράδοσης. Καὶ μετὰ δὲν μποροῦσαν νὰ τὸ σηκώσουν, ὅπως θυμάστε καὶ κάλεσαν καὶ ἄλλους νὰ βοηθήσουν γιατί ἦταν γεμάτο ψάρια.

Ὑπάρχει δυστυχῶς μία μεγάλη μερίδα πιστῶν, ἴσως καὶ συστηματικὰ πιστῶν, ποὺ συμμετέχουν δηλαδὴ στὴ ζωὴ τῆς Ἐκκλησίας μὲ συνέπεια, οἱ ὁποῖοι δὲν μετανοοῦμε ἐπαρκῶς, διότι δὲν θέλουμε νὰ παραδοθοῦμε στὸν Θεὸ κατὰ βάθος. Δηλαδὴ θέλουμε ἡ σχέση μὲ τὸν Θεὸ νὰ μὴ διαταράσσει τὰ δικά μας αὐτονόητα. Δηλαδὴ «ναί, Κύριε, θὰ προσεύχομαι σὲ ἐσένα πολλὴ ὥρα, κάθε βράδυ, καὶ πρωὶ καὶ βράδυ καμιὰ φορά, ἀλλὰ σὲ παρακαλῶ θέλω καὶ μετὰ ποὺ θὰ σηκωθῶ ἀπὸ τὴν προσευχὴ νὰ συνεχίσω νὰ πιστεύω ὅτι εἶμαι καλύτερος ἀπὸ τὸν τάδε ἢ τὴν τάδε. Θέλω νὰ ἐξακολουθῶ νὰ πιστεύω ὅτι εἶμαι καλύτερος ἀπὸ τὴν γυναίκα μου. (Καὶ ἀντίστροφα). Δὲν ἀντέχω νὰ μοῦ ἀποδείξεις ὅτι ὁ ἄλλος εἶναι καλύτερος ἀπὸ ἐμένα».

Αὐτὸ εἶναι μία νοοτροπία καὶ μία κατάσταση πολὺ συνηθισμένη στοὺς χριστιανοὺς δυστυχῶς, ποὺ εἶναι ὁ ἀντίποδας τῆς μετανοίας φυσικά. Καὶ μπορεῖ κανεὶς νὰ προβαίνει σὲ ἐντυπωσιακὲς ἐκδηλώσεις πίστεως καὶ ἀφοσιώσεως ἐξωτερικά, γιατί εὔκολο νὰ εἶναι διατεθειμένος κανεὶς νὰ κάνει πάρα πολλὲς θυσίες προκειμένου νὰ διατηρήσει ἀκέραια τὰ αὐτονόητά του. «Διατήρησέ μου ἐσὺ Κύριε τὴν εἰκόνα ὅτι εἶμαι καλύτερος καὶ ἐγὼ θὰ λιώνω γιὰ Σένα, θὰ σκοτώνομαι, θὰ τρέχω, θὰ κάνω τὰ πάντα, μεγάλες νηστεῖες, προσφορὲς κοινωνικές, ἐκκλησιαστικὲς ἀλλὰ μὴν θίξεις τὸν Φαρισαϊσμό μου καθόλου».

Ἔχω συναντήσει πολλοὺς ἀνθρώπους, ὡραίους, καλοὺς ἀνθρώπους κατὰ τὰ ἄλλα, οἱ ὁποῖοι ὅμως δὲν ἔχουν ἀντιληφθεῖ ὅτι ἡ δυσκολία τους νὰ μετανοήσουν εἶναι οὐσιαστικὰ ἡ δυσκολία τους νὰ χρωστᾶνε χάρη σὲ κάποιον. Αὐτὸ ἦταν τὸ δράμα τοῦ Φαρισαίου καὶ κάθε Φαρισαϊσμοῦ ἔκτοτε. Θέλω νὰ σωθῶ, δὲν θέλω ὅμως νὰ χρωστάω χάρη σὲ κάποιον ποὺ θὰ μὲ σώσει, δηλαδὴ στὸν Θεό. Διότι στὴν πραγματικότητα εἶμαι ἀνίκανος νὰ ἀγαπήσω. Ἡ ἀγάπη ἔχει εὐγνωμοσύνη μέσα. Ὅταν ὑπάρχει ἀγάπη τὸ «εὐχαριστῶ» εἶναι πολὺ συχνό. Διότι ἀναγνωρίζω τὰ δῶρα τοῦ ἄλλου διαρκῶς.

Ἐγὼ λοιπὸν δὲν θέλω νὰ χρωστάω χάρη. Τί κάνω; Τηρῶ πάντα τὰ διατεταγμένα, τὰ ἐξωτερικὰ (διότι τὰ βασικὰ δὲν μπορῶ νὰ τὰ τηρήσω ἀφοῦ μοῦ λείπει ἡ ταπείνωση, ἀφοῦ ὑστερῶ ἐκεῖ), τηρῶ ὅλα τὰ διατεταγμένα, τὸν νόμο, τὰ νομικά, τὰ μετρήσιμα πράγματα, γιὰ νὰ μπορῶ νὰ ἀπαιτήσω τὴ σωτηρία μου ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ νὰ μπορῶ νὰ τοῦ πῶ: «Νά, αὐτὰ ἐγὼ ἔκανα, τώρα ἐσὺ εἶσαι ὑποχρωμένος νὰ μὲ σώσεις». Καταλάβατε τὸ δράμα πολλῶν χριστιανῶν πού δύο χιλιάδες χρόνια μετὰ ζοῦν σὰν νὰ μὴν ἔχει ἀλλάξει τίποτα;

Ἕνα τρίτο στοιχεῖο ποὺ μᾶς ὑποδεικνύει νὰ συνδέσουμε τὴ μετάνοια μὲ τὴν ἀγάπη εἶναι τὸ γεγονὸς ἐκεῖνο μὲ τὴν ἁμαρτωλὴ γυναίκα ποὺ προσέπεσε στὰ πόδια τοῦ Χριστοῦ καὶ τὸν ἄλειψε μὲ μύρο. Μάλιστα, αὐτὸ συνέβη στὸ σπίτι ἑνὸς Φαρισαίου ὁ ὁποῖος δυσανασχέτησε καὶ σκέφτηκε: «Ἂν ἦταν προφήτης θὰ καταλάβαινε ποιὰ τὸν ἐγγίζει καὶ δὲν θὰ τὸ δεχόταν». Τότε τοῦ ἀπευθύνει τὸ λόγο ὁ Χριστὸς καὶ τὸν ρωτᾶ: «Σίμων, νὰ σοῦ πῶ κάτι. Δύο ἄνθρωποι χρωστοῦσαν σὲ κάποιον, ὁ ἕνας μικρὸ ποσὸ καὶ ὁ ἄλλος μεγάλο. Καὶ ἐκεῖνος τοὺς τὰ χάρισε καὶ τῶν δύο. Ποιὸς νομίζεις ὅτι θὰ τὸν ἀγαπήσει περισσότερο;» «Μά, φυσικά, αὐτὸς ποὺ χρώσταγε τὰ πολλά». «Σωστά. Καταλαβαίνεις τώρα γιατί αὐτὴ ἡ γυναίκα μοῦ δείχνει τὴν εὐγνωμοσύνη της; Διότι αἰσθάνεται ὅτι εὐεργετήθηκε πολὺ μὲ τὴ ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν της ποὺ λαμβάνει ἀπὸ μένα». Στρέφεται τότε στὴ γυναίκα καὶ τῆς λέει: «Συγχωροῦνται οἱ ἁμαρτίες σου».

Ἐὰν δὲν πιστεύω ὅτι ἔχω πολλὲς ἁμαρτίες, δὲν ἔχει μεγάλο νόημα γιὰ μένα τὸ ἔργο τῆς Θείας Οἰκονομίας, ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος καὶ σταυρώθηκε καὶ ἀναστήθηκε. Δὲν μοῦ χάρισε καὶ πολλὰ πράγματα. Φοβᾶμαι ὅτι στὸ ἀσυνείδητό τους πολλοὶ χριστιανοὶ νομίζουν ὅτι θὰ μποροῦσαν νὰ εἶχαν σωθῆ καὶ χωρὶς τὸν Χριστό.

Αὐτὸ ποὺ θάθελα νὰ τονίσω μὲ αὐτὸ τὸ τρίτο σημεῖο εἶναι ὅτι ἀποτέλεσμα τῆς μετάνοιας ἔρχεται ἡ εὐγνωμοσύνη, ποὺ εἶναι μορφὴ τῆς ἀγάπης. Ἀλλὰ καὶ προσκομίζουμε τὴ μετάνοιά μας ὡς ἀγάπη πρὸς Αὐτόν. Ἡ ἀγάπη, δηλαδή, εἶναι καὶ ἀποτέλεσμα καὶ αἴτιο τῆς μετάνοιας.

Δὲν ξέρω πόσο ἡ ἀγωγή μας, στὴν οἰκογένεια καὶ στὴν Ἐκκλησία, ἔχει ἐπικεντρώσει στὴ μετάνοια ὡς διαδικασία ἀγάπης. Ἀντίθετα, συχνὰ παρουσιάζεται ἡ μετάνοια ὡς ὑποχρέωση ἡ ὁποία προκύπτει ἀπὸ ἕνα Θεὸ τιμωρὸ ποὺ εἶναι ἄγριος, κρατάει ἕνα μεγεθυντικὸ φακὸ γιὰ νὰ δεῖ τὶς ἁμαρτίες μας ὥστε νὰ πᾶμε στὴν ἀπώλεια ἐξ αἰτίας τους. Ἐνῶ φυσικὰ συμβαίνει ἀκριβῶς τὸ ἀντίθετο. Κοιτᾶ προσεκτικὰ νὰ δεῖ κάθε καλό μας ὥστε ἀπὸ αὐτὸ νὰ βρεῖ ἀφορμὴ νὰ μᾶς σώσει.

Αὐτὸ τὸν Θεὸ ἔχουμε ἀλλὰ δυστυχῶς δὲν μεταδίδουμε αὐτὸ τὸν Θεὸ στὰ παιδιά μας. Μερικὲς φορὲς τὰ ἀπειλοῦμε κιόλας στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ. Ἑνὸς Θεοῦ πού, ὅπως μᾶς δίδαξαν οἱ πατέρες μας, ἔρχεται ἐρωτικὰ πρὸς τὸν ἄνθρωπο! Ὁ τρομοκράτης Θεὸς εἰσήχθη ἀπὸ τὴ Δύση.

Ἀκοῦστε τώρα ἕνα μικρὸ ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸν διάλογο ποὺ ἔκαμε ἡ γυναίκα αὐτὴ μὲ τὸν ἔμπορο τοῦ μύρου, ὅπως τὸν φαντάστηκε ποιητικὴ ἀδεία ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, ὥστε νὰ καταλάβετε πῶς σκέφτονταν καὶ αἰσθάνονταν οἱ Πατέρες μας:

«Θέλω νὰ μοῦ δώσεις τὸ καλύτερο μύρο ποὺ ἔχεις, ὅσο καὶ νὰ κοστίζει». Αὐτὸς τὴ ρωτάει περισσότερα γιὰ νὰ καταλάβει γιὰ ποῦ προορίζεται, ἀλλὰ αὐτὴ τὸν κόβει: «Σὲ παρακαλῶ, δὲν ἦλθα ἐδῶ γιὰ νὰ κουβεντιάσουμε, μόνο δῶσε μου τὸ καλύτερο νὰ φύγω γιατί βιάζομαι, θέλω νὰ συναντήσω τὸν ἀγαπημένο μου». Ἀπαντᾶ ὁ μυροπώλης: «Βλέπω τὸ κόστος τοῦ μύρου ποὺ ζητᾶς καὶ θαυμάζω. Ποιὸς εἶναι αὐτὸς πού ἀγαπᾶς τόσο πολύ; Κοντεύεις νὰ μὲ κάνεις νὰ τὸν ἀγαπήσω κι ἐγώ».

Ἀποκρίνεται λοιπὸν ἡ γυναίκα: «Τί μὲ πιέζεις, ἄνθρωπε, νὰ σοῦ πῶ ποιὸς εἶναι; Δὲν βλέπεις πῶς καίγεται ἡ καρδιά μου νὰ τὸν συναντήσω καὶ φοβᾶμαι μήπως περάσει ὁ καιρὸς καὶ δὲν προλάβω; Μοῦ φαίνεται πὼς σὲ κανέναν κάτοικο αὐτῆς τῆς χώρας δὲν εἶναι ἄγνωστα ὅσα ἔκαμα μολύνοντας ἄλλους μὲ τὴν πορνεία. Καὶ μόλις εἶδα αὐτὸν τὸν ἅγιο ἰατρὸ ποὺ φάνηκε στὴ γῆ, παρευθὺς ἡ ψυχή μου δουλώθηκε καὶ ἔγινε αἰχμάλωτη σ’ αὐτόν, διότι εἶδα τὰ πολλὰ θαυμαστὰ ποὺ ἐπιτελεῖ. Ἁμαρτωλοὺς δέχεται, τελῶνες πλησιάζει, δὲν ὀργίζεται καὶ δὲν ἀποδιώχνει ἐκείνους ποὺ καταφεύγουν σ’ αὐτόν».

Ὁλόκληρη ἡ ὁρολογία αὐτοῦ τοῦ λόγου εἶναι ἐρωτική, γιὰ τὸν Μεγάλο Ἀγαπημένο. Οἱ Πατέρες, ὅταν μιλοῦν γιὰ μετάνοια, ἐννοοῦν τὴν ἐνεργοποίηση τῆς ἀγαπητικῆς δύναμης τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία καὶ μόνη εἶναι ἱκανὴ νὰ ὑπερνικήσει τὴ φαύλη δύναμη τῆς συνήθειας. Διότι γνωρίζετε καλὰ πὼς εἶναι σκληρὸς ὁ ἀγώνας νὰ ὑπερνικήσουμε τοὺς πειρασμοὺς τοῦ κόσμου ἀλλὰ καὶ τοῦ πονηροῦ.

Κλείνοντας θὰ ἤθελα νὰ πῶ ὅτι αὐτὴ ἡ μετάνοια, ὅταν ὄντως ὑποκινεῖται ἀπὸ τὴν ἀγάπη, παρουσιάζεται ἀπὸ τοὺς Πατέρες καὶ μὲ ἄλλα συνώνυμα. Εἶναι ἡ ἀρχὴ τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ (ὅπως τὸ δήλωνε ἡ ἀρχὴ τοῦ κηρύγματος τοῦ Χριστοῦ), ὑπὸ τὴν ἔννοια ὅτι ὁ ἄνθρωπος μὲ πραγματικὴ μετάνοια ἔχει ἀρχίσει νὰ προγεύεται τὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ἀλλοῦ ἀναφέρεται ὡς παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο δρᾶ μέσα στὸν ἄνθρωπο καὶ τὸν κατευθύνει. Ἀλλοῦ τὴ παρομοιάζουν μὲ νέα ὅραση, ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ νέα μάτια. Αὐτὸ ποὺ γνωρίζουμε στοὺς ἁγίους ὡς θεωρία καὶ θεοπτία ἀποτελεῖ μία μακρὰ διαδικασία ποὺ ἀρχίζει μὲ τὴ μετάνοια.

Βέβαια ὁ Θεὸς εἶναι φιλάνθρωπος καὶ γνωρίζει ὅτι πολλὲς φορὲς δυσκολευόμαστε νὰ κάνουμε τὸ πρῶτο βῆμα, νὰ κινηθοῦμε στὸ ἐπίπεδό τῆς ἀγάπης. Δέχεται λοιπὸν καὶ ἄλλες μορφὲς μετάνοιας, πιὸ ἐλλιπεῖς, πιὸ προβληματικές. Γιὰ μερικοὺς ἀδελφούς μας μπορεῖ νὰ εἶναι ὁ φόβος ἢ ἡ ἐλπίδα ἀνταμοιβῆς κίνητρο γιὰ μετάνοια.  Ἀλλὰ ὁ στόχος πρέπει νὰ εἶναι ἡ ἀγάπη, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ πρῶτο κίνητρο ποὺ μᾶς ἐπιτρέπει νὰ ἀρχίσουμε. «Ἡ ἐλπὶς οὐ καταισχύνει».