Σεπτέμβριος 2021
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Μαθητεύοντας στό Εὐαγγέλιο τῆς Κυριακῆς (Ἰωάν. 17, 1-13)

Πρωτ. Βασιλείου Ἰ. Καλλιακμάνη

Θεολογική καί κοινωνική προσέγγιση

α) Στή βιβλική καί πατερική παράδοση, ἀλλά καί τή νεότερη θεολογική σκέψη, δέν ἀπαντοῦν συγκεκριμένοι ὁρισμοί γιά τήν Ἐκκλησία. Κι αὐτό δέν εἶναι τυχαῖο. Ἡ Ἐκκλησία, ὡς θεανθρώπινη κοινωνία, ἔχει μυστηριακό χαρακτήρα καί ὁποιοσδήποτε ὁρισμός ἀδυνατεῖ νά περιγράψει τή μυστηριακή καί ἁγιοπνευματική της διάσταση. Κάθε ὁρισμός περιορίζει τά πράγματα. Ὅμως, παρόλα αὐτά, ὑπάρχουν συμβολικές ἐκφράσεις πού ἀποδίδουν τήν εἰκόνα της. Ὁρισμένες ἀπό αὐτές εἶναι: «Σῶμα Χριστοῦ», «ἄμπελος», «κιβωτός», «ναῦς», «λατρεύουσα κοινότητα», «κοινωνία θεώσεως» καί ἄλλες.

β) Στούς νεότερους χρόνους καί τή σύγχρονη κοινωνία ἡ Ἐκκλησία ταυτίζεται σχεδόν ἀποκλειστικά μέ τούς κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ἔχουν θεσμική νομιμοποίηση καί συνδέονται μεταξύ τους μέ κάποιο γραφειοκρατικό ἱστό. Ἀλλά χωρίς τήν παρουσία τοῦ πληρώματος, τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, τῶν βαπτισμένων καί χαριτωμένων μελῶν, ἡ παρουσία τῶν κληρικῶν μένει μετέωρη. Ἡ Ἐκκλησία ὡς κλῆρος καί λαός συνδέεται ἀδιάσπαστα μέ τόν Χριστό καί στούς κόλπους της διασώζεται ἡ ὀρθή διδασκαλία γιά τό πρόσωπό Του. Στό σημερινό εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Ἰωάν. 17, 1-13), πού ἀποτελεῖ μέρος τῆς Ἀρχιερατικῆς προσευχῆς, ὁ Κύριος εὔχεται γιά τήν ἑνότητα τοῦ πρώτου πυρήνα τῆς Ἐκκλησίας, πού συνιστοῦσαν οἱ μαθητές Του. Ἡ ἑνότητα εἶναι αἴτημα κάθε ἐποχῆς.

γ) Κέντρο τῆς ἑνότητας τῆς Ἐκκλησίας ἀποτελεῖ Θεία Εὐχαριστία, ἡ ὁποία προσφέρεται στόν Θεό Πατέρα, δι’ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Σ’ αὐτήν ἀποκαλύπτεται ὁλόκληρο τό σχέδιο τοῦ Θεοῦ γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου καί παρουσιάζεται μέ τύπους, εἰκόνες καί λόγο ἡ ζωή τοῦ Χριστοῦ ἀπό τή Θεία Γέννηση, τή Βάπτιση, τήν Ὑπαπαντή, τό Σταυρό, τήν κάθοδο στόν Ἅδη, τήν Ἀνάσταση καί τή σωτήρια Ἀνάληψη. Δηλαδή, τήν ἡμέρα πού ὁλοκληρώνεται τό σχέδιο τῆς Θείας Οἰκονομίας καί ἑνώνεται ἡ γῆ μέ τόν οὐρανό, μέσω τῆς θεωθείσας σάρκας τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ταυτόχρονα ἡ Θεία Εὐχαριστία μᾶς εἰσάγει στήν αἰώνια ζωή τοῦ μέλλοντος αἰῶνος.

δ) Στή Θεία Εὐχαριστία ὁ ἐπίσκοπος ἵσταται εἰς «τύπον Θεοῦ», οἱ πρεσβύτεροι εἰς τύπον συνεδρίου τῶν ἀποστόλων, ἐνῶ ὁ λαός εἰκονίζει τίς χερουβικές δυνάμεις. Ἔτσι μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος συγκροτεῖται ὁ θεσμός τῆς Ἐκκλησίας. Ἡ προαγωγή σέ κάποιο ἐκκλησιαστικό ἀξίωμα δέν σημαίνει κατάληψη καί ἄσκηση κοσμικῆς ἐξουσίας, ἀλλά ἄρση τῶν ἁμαρτιῶν τοῦ κόσμου, προσευχή ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου. Δέν σημαίνει ἀπολαβή τιμῶν καί προνομίων, ἀλλά εὐκαιρία διακονίας καί θυσίας. Ὅπως τό μυστήριο τῆς κενώσεως καί τῆς καταβάσεως μέχρι τόν Ἅδη, ἔτσι καί τό μυστήριο τῆς ἀνόδου τοῦ Χριστοῦ στούς οὐρανούς δύσκολα κατανοεῖται ἀπό τό λογοκράτη ἄνθρωπο. Μόνο ὅσοι ἀκολουθοῦν μέ ἐπίγνωση τήν κενωτική πορεία τοῦ Κυρίου καί βρίσκονται σέ κοινωνία μέ Αὐτόν, μποροῦν νά τό κατανοήσουν.

ε) Ἡ Ἐκκλησία ὑπάρχει γιά τόν ἄνθρωπο καί ἀγκαλιάζει κάθε πτυχή τοῦ ἐπίγειου βίου του. Ὑπάρχει γιά να τόν διακονεῖ καί νά τόν «σώζει» ἀπό τήν ἀλλοτρίωση, τή φθορά καί τό θάνατο. Νά τοῦ θυμίζει τή θεία καταγωγή του, νά δίνει πραγματικό νόημα στή ζωή του καί νά φωτίζει μέ τήν εὐαγγελική ἀλήθεια τήν ἐπίγεια πορεία του. Ἡ δομή, ἡ ὀργάνωση, ὁ λατρευτικός κύκλος καί ὅλες της οἱ δραστηριότητες ὑφίστανται γιά τή διακονία τοῦ λαοῦ τοῦ Θεοῦ, χωρίς τόν ὁποῖο χάνουν τό πραγματικό τους νόημα. Πολλοί ἀποδίδοντας μεγάλη προσοχή στά ἐξωτερικά ἀνθρώπινα σχήματα, πού ὁπωσδήποτε εἶναι ἀτελή, ἀρνοῦνται τήν πνευματική δύναμη τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι τή θεωροῦν ἁπλῶς ὡς ἕνα ἐγκόσμιο συντηρητικό θεσμό.

στ) Ἡ Ἐκκλησία δέν μπορεῖ νά προτάσσει καί νά ὑπηρετεῖ ὁποιαδήποτε ἐνδοκόσμια σκοπιμότητα, ὅσο καλή καί ἄν εἶναι αὐτή, διότι εἶναι χῶρος φανερώσεως τῆς Χάριτος, χῶρος ἁγιασμοῦ τῶν ἀνθρώπων καί τῶν πραγμάτων τοῦ κόσμου, ἀλλά καί χῶρος ἀνάπτυξης τοῦ πολιτισμοῦ. Καί ἀποβλέπει στόν ἐκκλησιασμό τοῦ «σύμπαντος κόσμου», διότι κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή στό σχέδιο τοῦ Θεοῦ εἶναι νά γίνει ὁλόκληρος ὁ κόσμος Ἐκκλησία!

ζ) Ὁρισμένοι νομίζουν, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ἐνδιαφέρεται μόνο γιά τήν αἰώνια ζωή παραθεωρώντας τήν παρούσα. Ἡ ἀναγωγή στό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ μπορεῖ νά ἄρει τήν πλάνη καί νά ὁδηγήσει σέ ὀρθή θεώρηση τῶν πραγμάτων. Ὁ Χριστός εἶναι ταυτόχρονα Θεός καί ἄνθρωπος, ἱστορικό πρόσωπο καί τό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, πού φανερώνει τή Θεία ζωή στόν κόσμο. Ὅποιος μιμεῖται τόν Χριστό στήν κένωση καί τήν ἄρση τοῦ σταυροῦ, μετέχει τῶν θεοποιῶν Μυστηρίων καί τηρεῖ τίς ἐντολές Του, ἀρχίζει νά Τόν γνωρίζει ἐμπειρικά. Ἡ γνώση αὐτή σημαίνει πρόγευση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Κι αὐτή ἡ πρόγευση καθιστᾶ τόν χριστιανό στήν παρούσα ζωή «ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ», ἄνθρωπο τῆς ἀγάπης, τῆς θυσίας, τῆς φιλοτιμίας, τῆς ἀνιδιοτέλειας, τῆς εἰρήνης καί τῆς δικαιοσύνης, δηλαδή μέτοχο τῆς Θείας δόξας καί μακαριότητας.