Περὶ τοῦ χαροποιοῦ πένθους
ΤΟ ΚΑΤΑ ΘΕΟΝ πένθος εἶναι ἡ σκυθρωπότητα τῆς ψυχῆς, ἡ διάθεσις τῆς πονεμένης καρδιᾶς, ἡ ὁποία δὲν παύει νὰ ζητῆ μὲ πάθος ἐκεῖνο γιὰ τὸ ὁποῖο εἶναι διψασμένη. Καὶ ὅσο δὲν τὸ κατορθώνει, τόσο περισσότερο κοπιάζει καὶ τὸ κυνηγᾶ καὶ τρέχει πίσω του μὲ ὀδυνηρὸ κλάμα.
2. Ἂς τὸ χαρακτηρίσωμε καὶ ἔτσι: Πένθος εἶναι ἕνα χρυσὸ καρφὶ τῆς ψυχῆς. Τὸ καρφὶ αὐτὸ ἀπογυμνώθηκε ἀπὸ κάθε γήϊνη προσήλωσι καὶ σχέσι, καὶ καρφώθηκε ἀπὸ τὴν εὐλογημένη λύπη (στὴν πόρτα) τῆς καρδιᾶς γιὰ νὰ τὴν φρουρῆ.
3. Κατάνυξις εἶναι ἕνας συνεχὴς βασανισμὸς τῆς συνειδήσεως, ὁ ὁποῖος μὲ τὴν νοερὰ ἐξομολόγησι κατορθώνει νὰ δροσίζη τὴν φλογισμένη καρδιά.
4. Ἐξομολόγησις σημαίνει τὸ νὰ λησμονοῦμε τὴν ἴδια τὴν φύσι μας. Κάποιος ἐξ αἰτίας της «ἐλησμονοῦσε ἀκόμη νὰ φάγη τὸν ἄρτο του» (Ψαλμ. ρα´ 5).
5. Μετάνοια εἶναι τὸ νὰ στερηθῆς κάθε σωματικὴ παρηγορία, χωρὶς καθόλου νὰ λυπηθῆς.
6. Χαρακτηριστικὸ ἐκείνων ποὺ προώδευσαν κάπως στὸ μακάριο πένθος εἶναι ἡ ἐγκράτεια καὶ ἡ σιωπὴ τῶν χειλέων. Ἐκείνων ποὺ προώδευσαν περισσότερο, ἡ ἀοργησία καὶ ἡ ἀμνησικακία. Καὶ αὐτῶν ποὺ ἔφθασαν στὴν τελειότητα, ἡ ταπεινοφροσύνη, ἡ δίψα τῆς ἀτιμίας, ἡ ἑκούσια πείνα τῶν ἀκουσίων θλίψεων, τὸ ὅτι δὲν κατακρίνουν τοὺς ἀμαρτάνοντας, καὶ τὸ ὅτι αἰσθάνονται ὑπερβολικὴ συμπάθεια πρὸς αὐτούς.
Εὐπρόσδεκτοι ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ οἱ πρῶτοι. Ἀξιέπαινοι οἱ δεύτεροι. Μακάριοι ὅμως οἱ τελευταῖοι ποὺ πεινοῦν γιὰ θλίψι καὶ διψοῦν γιὰ ἀτιμία. Διότι αὐτοὶ θὰ χορτάσουν ἀπὸ τροφὴ ποὺ δὲν χορταίνεται.
7. Ὅταν κατακτήσης τὸ πένθος, κράτα το μὲ ὅλη τὴ δύναμί σου. Διότι προτοῦ ἀποκτηθῆ μόνιμα καὶ ὁριστικά, χάνεται εὔκολα ἀπὸ τοὺς θορύβους καὶ τὶς μέριμνες τοῦ σώματος καὶ τὴν καλοπέρασι, καὶ μάλιστα ἀπὸ τὴν πολυλογία καὶ τὴν ἀστειολογία, καὶ διαλύεται ὅπως τὸ κερὶ ἀπὸ τὴν φωτιά.
8. Ἀνώτερη ἀπὸ τὸ βάπτισμα ἀποδεικνύεται ἡ μετὰ τὸ βάπτισμα πηγὴ τῶν δακρύων (τῆς μετανοίας), ἂν καὶ εἶναι κάπως τολμηρὸ αὐτὸ ποὺ λέγω. Διότι ἐκεῖνο μᾶς καθαρίζει ἀπὸ τὰ προηγούμενά μας κακά, ἐνῷ τοῦτο, τὸ βάπτισμα τῶν δακρύων, ἀπὸ τὰ μετέπειτα. Καὶ τὸ πρῶτο, ἐφ᾿ ὅσον τὸ ἐλάβαμε ὅλοι στὴν νηπιακὴ ἡλικία, τὸ ἐμολύναμε. Ἐνῷ μὲ τὸ δεύτερο καθαρίζομε πάλι καὶ τὸ πρῶτο. Καὶ ἐὰν ἡ φιλανθρωπία τοῦ Θεοῦ δὲν τὸ εἶχε χαρίσει αὐτὸ στοὺς ἀνθρώπους, οἱ σῳζόμενοι θὰ ἦταν πράγματι σπάνιοι καὶ δυσεύρετοι.
9. Οἱ στεναγμοὶ καὶ ἡ κατήφεια φωνάζουν δυνατὰ πρὸς τὸν Κύριον. Τὰ δάκρυα ποὺ προέρχονται ἀπὸ φόβο μεσιτεύουν. Καὶ τὰ δάκρυα ποὺ προέρχονται ἀπὸ τὴν παναγία ἀγάπη μᾶς φανερώνουν ὅτι ἡ ἱκεσία μας ἔγινε δεκτή.
10. Ἀφοῦ τίποτε δὲν ταιριάζει τόσο μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη, ὅσο τὸ πένθος, καὶ τίποτε πάντως δὲν εἶναι τόσο πολὺ ἀντίθετό της, ὅσο τὸ γέλιο.
11. Νὰ κρατῆς σφικτὰ τὴν μακαρία χαρμολύπη, ἡ ὁποία προέρχεται ἀπὸ τὴν εὐλογημένη κατάνυξι· καὶ ἀκατάπαυστα νὰ τὴν καλλιεργῆς μέχρις ὅτου σὲ ἀνυψώση ἀπὸ τὰ γήϊνα καὶ σὲ παρουσιάση καθαρὸν ἐμπρὸς στὸν Χριστόν.
12. Ἀκατάπαυστα νὰ ἀναπαριστάνης μέσα σου καὶ νὰ περιεργάζεσαι τὴν ἄβυσσο τοῦ σκοτεινοῦ πυρός, τοὺς ἄσπλαγχνους ὑπηρέτες, τὸν Κριτὴ ποὺ δὲν θὰ συμπαθῆ καὶ δὲν θὰ συγχωρῆ πλέον, τὸ ἀπέραντο χάος μὲ τὶς καταχθόνιες φλόγες, τὸ ὀδυνηρὸ κατέβασμα στὰ χάσματα καὶ στοὺς ὑπογείους καὶ φοβεροὺς τόπους… καὶ ὅλες τὶς παρόμοιες εἰκόνες. Ἔτσι ἀπὸ τὸν πολὺ τρόμο θὰ ἐξαφανισθῆ ἀπὸ μέσα μας ἡ λαγνεία καὶ θὰ ἑνωθῆ ἡ ψυχή μας μὲ τὴν ἄφθαρτη ἁγνεία. Δηλαδὴ θὰ δεχθῆ μέσα μας τὸ ἄφθαρτο πῦρ τῆς ἁγνείας, τὸ κατὰ πολὺ λαμπρότερο (ἀπὸ τὸ πῦρ τῶν κολάσεων καί) τοῦ πένθους.
13. Στάσου ἔντρομος ὅταν προσεύχεσαι καὶ ἱκετεύης τὸν Θεόν, σὰν τὸν κατάδικο ἐμπρὸς στὸν δικαστή, ὥστε καὶ μὲ τὴν ἐξωτερικὴ ἐμφάνισι καὶ μὲ τὴν ἐσωτερικὴ στάσι νὰ σβήσης τὸν θυμὸ τοῦ δικαίου Κριτοῦ. Διότι δὲν ἀντέχει νὰ παραβλέπη τὴν ψυχὴ ἐκείνη, ἡ ὁποία σὰν τὴν χήρα τῆς παραβολῆς ἵσταται ἐμπρός Του γεμάτη ὀδύνη καὶ κουράζει τὸν Ἀκούραστο (πρβλ. Λουκ. ιη´ 1-8).
14. Σὲ ὅποιον ἀπέκτησε τὸ χάρισμα τοῦ ἐσωτερικοῦ δακρύου, ὁ κάθε τόπος εἶναι κατάλληλος γιὰ πένθος. Αὐτὸς ὅμως ποὺ ἀσκεῖ ἀκόμη τὸ ἐξωτερικὸ δάκρυ, ἂς μὴν παύση νὰ ἐρευνᾶ καὶ νὰ εὑρίσκη τοὺς καταλλήλους τόπους καὶ τρόπους.
15. Ὁ κρυμμένος θησαυρὸς εἶναι περισσότερο ἀσφαλισμένος ἀπὸ τὸν ἐκτεθειμένο στὴν ἀγορά. Βάσει αὐτῆς τῆς εἰκόνας ἂς κατανοήσωμε καὶ τὸ προηγούμενο.
Σαρακοστὴ
ΟΣΙΟΥ ΘΕΟΦΑΝΟΥΣ ΤΟΥ ΕΓΚΛΕΙΣΤΟΥ
Στὶς Σαρακοστὲς καλὸ εἶναι νὰ γνωρίζεις μόνο ἐκκλησία καὶ σπίτι, τίποτ’ ἄλλο.
Φτάνεις, λοιπόν, στὸ σπίτι. Τί θὰ κάνεις ἐκεῖ; Θὰ ἀγωνιστεῖς μ’ ὅλη σου τὴ δύναμη νὰ διατηρήσεις τὴν προσήλωση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς στὸν Κύριο. Ἀμέσως μετὰ τὴν ἐκκλησία, τρέξε στὸ δωμάτιό σου καὶ κάνε ἀρκετὲς μετάνοιες, ζητώντας εὐλαβικὰ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ σὲ βοηθήσει, ὥστε νὰ ἀξιοποιήσεις τὸ χρόνο τῆς παραμονῆς σου στὸ σπίτι μὲ τρόπο ὠφέλιμο γιὰ τὴν ψυχή σου. Ὕστερα κάθησε καὶ ξεκουράσου γιὰ λίγο. Ἀλλὰ καὶ τότε μὴν ἀφήνεις τοὺς λογισμούς σου νὰ ξεστρατίζουν. Διώχνοντας κάθε σκέψη, ἐπαναλάμβανε νοερὰ τὴν εὐχή: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με! Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με!”.
Ἀφοῦ ξεκουραστεῖς πρέπει ν’ ἀσχοληθεῖς μὲ κάτι, εἴτε προσευχὴ εἴτε ἐργόχειρο.
Τί ἐργόχειρο θὰ κάνεις δὲν ἔχει σημασία· ξέρεις ἤδη τί σοῦ ἀρέσει. Εἶναι, βλέπεις, ἀδύνατο νὰ ἀσχολεῖσαι ὅλη τὴν ὥρα μὲ πνευματικὰ πράγματα· χρειάζεται νὰ ἔχεις καὶ κάποιο εὐχάριστο ἐργόχειρο. Μ’ αὐτὸ θὰ καταπιάνεσαι, ὅταν ἡ ψυχή σου εἶναι κουρασμένη, ὅταν δὲν ἔχεις τὴ δύναμη νὰ διαβάσεις ἢ νὰ προσευχηθεῖς. Ἄν, βέβαια, οἱ πνευματικές σου ἐνασχολήσεις πηγαίνουν καλά, τὸ ἐργόχειρο δὲν εἶναι ἀπαραίτητο. Ἐκπληρώνει μόνο τὴν ἀνάγκη ἀξιοποιήσεως τοῦ χρόνου, ποὺ ἀλλιῶς θὰ σπαταλιόταν σὲ ἀπραξία. Καὶ ἡ ἀπραξία εἶναι πάντα ὀλέθρια, πολὺ περισσότερο ὅμως στὸν καιρὸ τῆς νηστείας.
Πῶς πρέπει νὰ προσεύχεται κανεὶς στὸ σπίτι; Σωστὰ σκέφθηκες ὅτι τὴ Σαρακοστὴ ὀφείλουμε νὰ προσθέτουμε κάτι στὸν συνηθισμένο κανόνα προσευχῆς. Νομίζω, ὡστόσο, πὼς ἀντὶ νὰ διαβάζεις περισσότερες προσευχὲς ἀπὸ τὸ Προσευχητάρι, εἶναι καλύτερο ν’ αὐξήσεις τὴ διάρκεια τῆς ἄμεσης ἐπικοινωνίας σου μὲ τὸν Κύριο. Κάθε μέρα, πρὶν ἀρχίσεις καὶ ἀφοῦ τελειώσεις τὴν ὀρθρινὴ καὶ βραδυνή ἀκολουθία, νὰ ἀπευθύνεσαι μὲ δικά σου λόγια στὸν Κύριο, τὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ τὸν φύλακα ἄγγελό σου, εὐχαριστώντας τους γιὰ τὴν προστασία τους καὶ παρακαλώντας τους γιὰ τὴν ἱκανοποίηση τῶν πνευματικῶν σου ἀναγκῶν. Ζήτα τους νὰ σὲ βοηθήσουν, ὥστε, πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ γνωρίσεις τὸν ἑαυτό σου, νὰ ἀποκτήσεις αὐτογνωσία καί, ὅταν τὴν ἀποκτήσεις, νὰ σοῦ χαρίσουν ζῆλο καὶ δύναμη, ὥστε νὰ θεραπεύσεις τὶς πληγὲς τῆς ψυχῆς σου. Ζήτα τους, ἀκόμα, νὰ γεμίσουν τὴν καρδιά σου μὲ τὸ αἴσθημα τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς συντριβῆς. Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ πιὸ εὐάρεστη στὸν Θεὸ θυσία. Συνέχεια
ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου.
Πῶς εἶναι ἤ πῶς γίνεται μέσα μας ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ καί μέ αὐτήν ἡ ἀνάσταση τῆς ψυχῆς.
Ἐπίσης ποιό εἶναι τό μυστήριο αὐτῆς τῆς ἀναστάσεως.
1. Ἀδελφοί καί πατέρες, ἤδη τό Πάσχα, ἡ χαρμόσυνη ἡμέρα, πού προκαλεῖ κάθε εὐφροσύνη καί εὐτυχία, καθώς ἡ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ ἔρχεται τήν ἴδια ἐποχή τοῦ χρόνου πάντοτε, ἤ καλύτερα γίνεται κάθε ἡμέρα καί συνεχῶς μέσα σ᾿ αὐτούς πού γνωρίζουν τό μυστήριό της, ἀφοῦ γέμισε τίς καρδιές μας ἀπό κάθε χαρά καί ἀνεκλάλητη ἀγαλλίαση (Λουκ. 1, 14), ἀφοῦ ἔλυσε μαζί καί τόν κόπο ἀπό τήν πάνσεπτη νηστεία ἤ, γιά νά πῶ καλύτερα, ἀφοῦ τελειοποίησε καί συγχρόνως παρηγόρησε τίς ψυχές μας, γι᾿ αὐτό καί μᾶς προσκάλεσε ὅλους μαζί τούς πιστούς, ὅπως βλέπετε, σέ ἀνάπαυση καί εὐχαριστία, πέρασε. Ἄς εὐχαριστήσουμε λοιπόν τόν Κύριο, πού μᾶς διαπέρασε ἀπό τό πέλαγος (Σοφ. Σολ. 10, 18) τῆς νηστείας καί μᾶς ὁδήγησε μέ εὐθυμία στόν λιμένα τῆς ἀναστάσεώς Του. Ἄς τόν εὐχαριστήσουμε καί ὅσοι περάσαμε τό δρόμο τῆς νηστείας μέ θερμή πρόθεση καί ἀγῶνες ἀρετῆς, καί ὅσοι ἀσθένησαν στό μεταξύ ἀπό ἀδιαφορία καί ἀσθένεια ψυχῆς, ἐπειδή ὁ ἴδιος εἶναι πού δίνει μέ τό παραπάνω τά στεφάνια καί τούς ἄξιους μισθούς τῶν ἔργων τους σ᾿ ἐκείνους πού ἀγωνίζονται, καί πάλι αὐτός εἶναι πού ἀπονέμει τή συγγνώμη στούς ἀσθενέστερους ὡς ἐλεήμων καί φιλάνθρωπος. Διότι βλέπει πολύ περισσότερο τίς διαθέσεις τῶν ψυχῶν μας καί τίς προαιρέσεις, παρά τούς κόπους τοῦ σώματος, μέ τούς ὁποίους γυμνάζομε τούς ἑαυτούς μας στήν ἀρετή, ἤ ἐπαυξάνοντας τήν ἄσκηση λόγω τῆς προθυμίας τῆς ψυχῆς ἤ ἐλαττώνοντας αὐτήν ἀπό τά σπουδαῖα ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, καί σύμφωνα μέ τίς προθέσεις μας ἀνταποδίδει τά βραβεῖα καί τά χαρίσματα τοῦ Πνεύματος στόν καθένα, κάμνοντας κάποιον ἀπό τούς ἀγωνιζόμενους περίφημο καί ἔνδοξο ἤ ἀφήνοντάς τον ταπεινό καί ἔχοντα ἀκόμη ἀνάγκη ἀπό κοπιαστικότερη κάθαρση. Συνέχεια
Μελέτη Εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου,
Τοῦ Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
Μελέτη, Εἰς τήν Ἀνάστασιν τοῦ Κυρίου,
εἰς τήν ὁποίαν χρεωστοῦμεν νά συγχαρῶμεν.
Α. Μέ τόν ἀναστάντα Χριστόν, Β’ Μέ τήν ἁγιωτάτην Μητέρα Του, Γ’ Μέ τό σῶμα μας.
Συλλογίσου ἀγαπητέ, ὅτι παρακινούμενοι ἡμεῖς ἀπό τόν προφήτην Δαυίδ ὅπου λέγει νά ἀγαλλώμεθα εἰς τήν ἡμέραν τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Κυρίου.«αὕτη ἡ ἡμέρα, ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος, ἀγαλλιασώμεθα καί εὐφρανθῶμεν ἐν αὐτῇ» (Ψαλμ. ριζ’ 23) ἔχομεν χρέος ἐν πρώτοις νά συγχαρῶμεν τόν Ἰησοῦν Χριστόν, ὁ Ὁποῖος εἰς τήν χαρμόσυνόν Του Ἀνάστασιν ἀπέκτησε πάλιν μέ κέρδος ἄπειρον ὅλα ἐκεῖνα ὅπου εἶχε χάσει εἰς τό πάθος Του. Τέσσαρα πράγματα εἶχε χάσει τότε: τήν χαράν, τήν ὡραιότητα, τήν τιμήν καί τήν ζωήν. Τώρα δέ ὅπου ἀνέστη ἀνέλαβε τήν ζωήν, ἀλλά τί λογῆς ζωήν; Μίαν ζωήν ὅπου ἐθανάτωσε τελείως τόν θάνατον καί διά τοῦτο θέλει εἶναι διά πάντα ζωή μοναχή, χωρίς νά φοβῆται νά λάβῃ ἄλλην μίαν φοράν θάνατον.«Χριστός ἐγερθείς ἐκ νεκρῶν οὐκ ἔτι ἀποθνήσκει.θάνατος αὐτοῦ οὐκ ἔτι κυριεύει» (Ρωμ. στ’ 9). Ἀνέλαβε τήν τιμήν καί ἐξουσίαν, ἐπειδή Ἐκεῖνος ὁ ἴδιος ὅπου πρό ὀλίγου ἐλογίζετο ὀλιγώτερον παρά ἄνθρωπος καί ἐκαταφρονεῖτο χειρότερον παρά ἕνας σκώληξ, τώρα ἀνασταίνεται καί ἀρχίζει νά βασιλεύῃ ἐν τῷ οὐρανῷ καί ἐν τῇ γῇ.
Διά τοῦτο καί ἔλεγε μετά τήν Ἀνάστασιν.«ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καί ἐπί γῆς» (Ματθ. κη’ 18). Ἀνέλαβε τήν χαράν, ἐπειδή διερράγησαν πλέον τά μεσότοιχα ὅπου ἐκρατοῦσαν πρότερον ἐκεῖνο τό πέλαγος τῆς χαρᾶς εἰς μόνον τό ἀνώτερον μέρος τῆ ψυχῆς τοῦ Κυρίου καί τώρα, ὅλον τό πλήρωμα τῆς χαρᾶς ἐκείνης ὅπου ἐκρατεῖτο τριαντατρεῖς χρόνους, ἔτρεξεν εἰς τό νά κατακλύσῃ τάς κατωτέρας δυνάμεις τῆς ψυχῆς καί τά μέλη τοῦ Λυτρωτοῦ. Διά τοῦτο καί ὅταν ἀνέστη ἀπό τόν τάφον, ὁ πρῶτος λόγος ὅπου ἔβγαλεν ἀπό τό ἅγιον στόμα Του, ἦτο δηλωτικός ταύτης Του τῆς χαρᾶς: «καί ἰδού ὁ Ἰησοῦς ἀπήντησεν αὐταῖς λέγων χαίρετε» (Ματθ. κη’ 9). Ἀνέλαβε καί τήν ὡραιότητα καί τήν δόξαν, διότι Ἐκεῖνος ὅπου ἦτο χθές καί προχθές ἄμορφος, ἄδοξος, ἀνίδεος, τώρα ἀνέστη ἐκ τοῦ μνήματος, ὡσάν ἕνας νυμφίος ἀπό τόν θάλαμόν του: ὅλος ὡραιότατος, ὅλος δεδοξασμένος, ὅλος ἡλιόμορφος, ἐπειδή ἡ χάρις καί ἡ δόξα τοῦ ἀναστηθέντος σώματος τοῦ Χριστοῦ εἶναι τόσον ὑπερβολική, ὅπου εἰς τόν οὐρανόν αὐτή θέλει εἶναι ἡ ἀνωτάτη μακαριότης τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος καί ὅλων τῶν αἰσθήσεών μας. Καί θέλει εἶναι ἀρκετή νά εἰδοποιήσῃ εἰς ὅλους τούς μακαρίους, τόσον ἀγγέλους ὅσον καί ἀνθρώπους ἕνα Παράδεισον, εἰς τόν ὁποῖον ἔχουν νά εὐφραίνωνται ἀχόρταστα εἰς πάντας τούς αἰῶνας. Συνέχεια
Ὁ Θάνατος τοῦ Θεοῦ καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Ἀνθρώπου
Παναγιώτη Νέλλα
Ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἕνα ἀπό τά κεντρικά θέματα ὄχι μόνο τῆς σύγχρονης δυτικῆς φιλοσοφίας καί λογοτεχνίας, ἀλλά καί τῆς ἴδιας τῆς θεολογίας. Τά τελευταῖα χρόνια γράφτηκαν χιλιάδες σελίδες σχετικές μ᾽ αὐτό, ἀνέβηκαν ἔργα στό θέατρο, γυρίσθηκαν ταινίες, τό θέμα ξέφυγε ἀπό τά μελετητήρια τῶν εἰδικῶν καί ἀπασχολεῖ τό εὐρύτερο κοινό. Τό σύντομο αὐτό δοκίμιο ἔχει σκοπό νά δώσει, στήν ἀρχή μιά γενική ἐνημέρωση καί μιά ἑρμηνεία γιά τό φαινόμενο, καί νά προσπαθήσει στή συνέχεια, ἀφοῦ τό τοποθετήσει μέ βάση τά ὀρθόδοξα κριτήρια, νά σκιαγραφήσει τή συμβολή, πού θά μποροῦσε νά προσφέρει ἡ Ὀρθοδοξία συμμετέχοντας στή σχετική συζήτηση.
Στό χῶρο τῆς φιλοσοφίας τό θέμα ἀρχίζει μέ τό Nietzsche, γιά τόν ὁποῖο, ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ ἀποκαλύπτεται καί ταυτόχρονα εἶναι ταυτόσημος μέ τήν ἀνατροπή ὅλων τῶν ἀξιῶν, ὁλόκληρης τῆς ὑπεραισθητῆς περιοχῆς σύμπαντος τοῦ κόσμου τῶν ἰδεῶν καί τῶν ἰδανικῶν. Μοναδική καί ὕψιστη ἀξία μένει γιά τό Nietzsche ὁ ἄνθρωπος, ὁ ″ὑπεράνθρωπος″: «Ποῦ εἶναι ὁ Θεός;» Γράφει ἤδη στά 1882. «Θά σᾶς τό πῶ ἐγώ. Τόν σκοτώσαμε. Ἐμεῖς ὅλοι εἴμαστε οἱ φονιάδες του… ὁ Θεός εἶναι νεκρός… ὁ Θεός θά μείνει νεκρός. Τί ἄλλο εἶναι οἱ ἐκκλησίες παρά οἱ τάφοι καί τά μνήματα τοῦ Θεοῦ;». Ὁ Nietzsche στήν ἐποχή του ἀναγκάζεται νά βάλει τά λόγια αὐτά στό στόμα ἑνός τρελοῦ ἀνθρώπου. Ἀλλά ὁ Sartre ἐπαναλαμβάνει μέ πλήρη ἄνεση τό ἴδιο κήρυγμα κατά τήν ἔναρξη τοῦ Β’ παγκοσμίου πολέμου, μιλώντας σέ μιά δημόσια συγκέντρωση στή Γενεύη: «Κύριοι, ὁ Θεός πέθανε. Σᾶς ἀναγγέλλω, κύριοι, τό θάνατο τοῦ Θεοῦ.»
Τό τί σημαίνει γιά τήν ἄθεη ὑπαρξιακή φιλοσοφία ὁ θάνατος τοῦ Θεοῦ, μᾶς τό ἀποκαλύπτει μέ ἐνάργεια ἡ ἀντίστοιχη λογοτεχνία. Ἀφοῦ δέν ὑπάρχει Θεός, ἄρα δέν ὑπάρχει παρά ἡ βιολογική ζωή. Μέ διονυσιακή ἀγαλλίαση ὁ Camus ὑμνεῖ στά πρῶτα του ἔργα τό μεγαλεῖο καί τή χαρά αὐτῆς τῆς ζωῆς.τήν ὁμορφιά πού κλείνει μέσα της μιά ζεστή μέρα στήν ἀκροθαλασσιά, μιά χειμωνιάτικη νύχτα, πού ἡ οἰκογένεια εἶναι μαζεμένη γύρω στή φωτιά. Ἀλλά ἡ βιολογική ζωή εἶναι ἡ ″ἐν φθορᾷ ζωή″ καί ὁ ἴδιος ὁ Camus ὅσο προχωρεῖ, ἀνακαλύπτει μέσα στή ζωή τό σαράκι αὐτό τῆς φθορᾶς, πού κλέβει τή χαρά, πού ἀπομυζᾶ τήν οὐσία καί ἀφήνει ἀνούσια καί ἀνόητη τή ζωή, πού δημιουργεῖ μέσα στόν ἄνθρωπο τήν αἴσθηση τοῦ χάους καί τοῦ κενοῦ, πράγμα πού τόσο ἔντονα περιγράφεται στόν «Ξένο», καί πού ὁ Sartre μέ τόση ἐπιτυχία ὀνομάζει στό ὁμόνυμο ἔργο του «Ναυτία». Συνέχεια
Κατήχηση ιη΄
Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων
Γιά τούς Φωτιζόμενους, πού ἔγινε στά ῾Ιεροσόλυμα καί ἀναφέρεται στό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς Πίστεως· «Σέ Μία, ῾Αγία, Καθολική ᾿Εκκλησία καί στήν ἀνάσταση τοῦ σώματος καί στήν αἰώνια ζωή».῾Η ἀνάγνωση εἶναι ἀπό τόν προφήτη ᾿Ιεζεκιήλ, στό χωρίο πού λέει· «Καί φανερώθηκε σέ μένα τό χέρι τοῦ Κυρίου καί μέ πῆρε μέ τό Πνεῦμα τοῦ Κυρίου καί μέ ἔβαλε στή μέση τῆς πεδιάδας καί αὐτή ἦταν γεμάτη μέ ἀνθρώπινα ὀστᾶ» ( ᾿Ιεζ. 37,1) καί ὅσα σχετικά ἀκολουθοῦν.
Α´ . Ρίζα κάθε καλοῦ ἔργου εἶναι ἡ ἐλπίδα τῆς ἀνάστασης, γιατί ἡ προσδοκία τῆς ἀπολαβῆς δυναμώνει τήν ψυχή1, γιά νά ἐργάζεται τό ἀγαθό. ῾Ο κάθε ἐργάτης εἶναι ἕτοιμος νά ὑπομείνει κόπους καί μόχθους, ἄν προβλέπει ὅτι θά πάρει μισθό γιά τούς κόπους του. Οἱ ἐργάτες ὅμως πού κοπιάζουν χωρίς ἀμοιβή, πρίν ἀκόμα ἀποκάμουν σωματικά, λυγίζουν ψυχικά. ῾Ο στρατιώτης πού ἐλπίζει ὅτι θά ἀπολαύσει τιμές καί ἐπαίνους, εἶναι ἕτοιμος νά ριχτεῖ στίς μάχες. Κανένας ὅμως στρατευμένος κάτω ἀπό ἕνα βασιλιά —ὁ ὁποῖος δέν εἶναι σίγουρος γιά τή νίκη καί δέν μπορεῖ νά προβλέψει τό τέλος τοῦ πολέμου— δέν εἶναι ἕτοιμος νά θυσιάσει τή ζωή του, ἄν αὐτός ὁ βασιλιάς δέν ἐπιβραβεύει μέ πλούσιες ἀμοιβές τούς ἀγῶνες του. ῎Ετσι γίνεται καί μέ κάθε ψυχή. ῞Οταν αὐτή πιστεύει στήν ἀνάσταση, εἶναι φυσικό νά προσέχει τόν ἑαυτό της. ῎Αν ὅμως δέν πιστεύει στήν ἀνάσταση, παραδίνεται στή φθορά καί τήν καταστροφή. ῞Οποιος πιστεύει ὅτι τό σῶμα του θά ἀναστηθεῖ, φροντίζει νά τό διατηρεῖ καθάριο καί ἀμόλυντο καί σάν στολή τῆς ψυχῆς του, δέν τό μολύνει μέ πορνεῖες. ᾿Εκεῖνος ὅμως πού δέν πιστεύει στήν ἀνάσταση, παραδίνεται στίς πορνεῖες καί τό φθείρει μέ διάφορες καταχρήσεις, λές καί ἀνήκει σέ κάποιον ἄλλον.
Εἶναι λοιπόν πολύ σπουδαῖο παράγγελμα καί τρισμέγιστη διδασκαλία τῆς ῾Αγίας Καθολικῆς ᾿Εκκλησίας, ἡ πίστη στήν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν. Μάλιστα, εἶναι πάρα πολύ σπουδαῖο καί ἀσύγκριτα ἀναγκαῖο καί, μολονότι πολλοί ἔχουν ἀντιρρήσεις πάνω σ᾿ αὐτό, ἡ ἀλήθεια τό ἐπιβεβαιώνει. ᾿Αντιλέγουν σ᾿ αὐτό οἱ εἰδωλολάτρες ῞Ελληνες. Δέν τό πιστεύουν οἱ Σαμαρεῖτες. Τό περιγελοῦν οἱ αἱρετικοί. Πολλῶν εἰδῶν ἀντιρρήσεις ἀκούγονται, ἀλλά μιά καί μοναδική εἶναι ἡ ἀλήθεια. Συνέχεια
Κατηχητικός Λόγος
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Εἴ τις εὐσεβής καί φιλόθεος, ἀπολαυέτω τῆς καλῆς ταύτης καί λαμπρᾶς πανηγύρεως.
Εἴ τις εὐγνώμων, εἰσελθέτω χαίρων εἰς τήν χαράν τοῦ Κυρίου αὐτοῦ.
Εἴ τις ἔκαμε νηστεύων, ἀπολαυέτω νῦν τό δηνάριον.
Εἴ τις ἀπό τῆς πρώτης ὥρας εἰργάσατο, δεχέσθω σήμερον τό δίκαιον ὄφλημα.
Εἴ τις μετά τήν τρίτην ἦλθεν, εὐχαρίστως ἑορτασάτω.
Εἴ τις μετά τήν ἕκτην ἔφθασε, μηδέν ἀμφιβαλλέτω˙ καί γάρ οὐδέν ζημειοῦται.
Εἴ τις ὑστέρησεν εἰς τήν ἐνάτην, προσελθέτω, μηδέν ἐνδοιάζων. Συνέχεια
Τό Κέλυφος τοῦ Θανάτου:Τά κόκκινα αὐγά καί ἡ Ὑποκρισία
Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Πόσο ὄμορφα ὁ λαός μας στά Βαλκάνια διακοσμεῖ αὐγά! Τόσο πιό ὄμορφα γιά νά στολίση τό Πάσχα. Γιά νά αὐξήση τήν χαρά τοῦ Πάσχα. Γιά νά κάνη τούς φιλοξενουμένους του πιό εὐτυχεῖς. Κάποτε μάλιστα τά βαμμένα αὐγά ἀποτελοῦν πραγματικά ἔργα τέχνης. Ἄν τά βαμμένα αὐγά διατηρηθοῦν πάρα πολύ, σαπίζουν ἐσωτερικά καί ἀναδίδουν μιά ἀνυπόφορη δυσοσμία ἤ στό τέλος στεγνώνουν ἐντελῶς.
Τότε εἶναι πού τό χρωματισμένο κέλυφος διατηρεῖ μέσα του τόν θάνατο.
Πιό φοβερή εἶναι ἡ εἰκόνα τοῦ Ἰησοῦ γιά τούς ὑποκριτές, οἱ ὁποῖοι εἶναι ὅμοιοι «τάφοις κεκονιαμένοις, οἵτινες ἔξωθεν μέν φαίνονται ὡραῖοι, ἔσωθεν δέ γέμουσιν ὀστέων νεκρῶν καί πάσης ἀκαθαρσίας» (Ματθ. κγ´ 27).
«Προσέχετε τήν ἐλεημοσύνην ὑμῶν μή ποιεῖν ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων πρός τό θεαθῆναι αὐτοῖς· εἰ δέ μήγε, μισθόν οὐκ ἔχετε παρά τῷ πατρί ὑμῶν τῷ ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Ματθ. στ´ 1).
Ἡ δικαιοσύνη πού εἶναι εὐάρεστη στόν Θεό, ὅπως ἀπεκαλύφθη ἀπό τόν Ἰησοῦ στό Ὄρος τῶν Μακαρισμῶν, εἶναι ἡ ἀκόλουθη: ἔλεος, προσευχή, ἐμπιστοσύνη καί πίστι στόν Θεό ὡς τόν μόνο Κύριο, ἔλλειψις στενοχώριας γιά τήν αὔριο, ἀναζήτησις πρίν ἀπό ὁ,τιδήποτε ἄλλο τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, ὕπαρξις πίστεως πού νά λαμβάνη ἀπό τόν Θεό ὅ,τι θέλει, νά βρίσκη ὅ,τι ζητᾶ, νά ἀνοίγη μιά κλειστή θύρα· καί ἐπίσης: νά μή κρίνης αὐστηρά, νά μή μετρᾶς μέ ψεύτικο μέτρο, ὥστε νά μή σοῦ συμβῆ παρομοίως.
Νά μή κοιτᾶς τό κάρφος στό μάτι τοῦ ἀδελφοῦ σου, ἐνῶ ὑποκριτικά κρύβεις τό δοκάρι στό δικό σου μάτι.νά κάνης στόν συνάνθρωπό σου ὅ,τι θά ἤθελες νά σοῦ κάνουν. Ὄχι φόβος τῆς στενῆς, ἀλλά καθαρῆς καί ἁγίας ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στήν ζωή, καί ἀποφυγή τῆς ἄνετης καί εὔκολης καί πλατειᾶς ὁδοῦ, ἡ ὁποία ὁδηγεῖ στόν θάνατο· ἀπόδοσις ἀγαθῶν καρπῶν στόν Θεό τόν Οἰκοκύρη, ὁ Ὁποῖος σέ φύτευσε σάν καλό δένδρο.ὄχι ὑπερηφάνια γιά τά μεγάλα σου ἔργα, ἀλλά ἐπιτέλεσις τοῦ κάθε πράγματος σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Πατρός ἡμῶν τοῦ ἐν τοῖς οὐρανοῖς· ἐκπλήρωσις στήν πρᾶξι ὅλων τῶν παραγγελιῶν τοῦ Χριστοῦ, καί μέ τόν τρόπο τοῦτο ἀνέγερσις τοῦ οἴκου τῆς αἰωνιότητός σου, ὅπως ἕνας σοφός ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος κτίζει τό σπίτι του ὄχι στήν ἄμμο, ἀλλά στόν βράχο, ὥστε οὔτε οἱ καταιγίδες, οὔτε οἱ ἄνεμοι, οὔτε οἱ βροχές νά μποροῦν νά τό βλάψουν (βλ. Ματθ., κεφ. ζ´ 24-25). Συνέχεια
Κατήχηση ιδ´
Ἁγίου ΚΥΡΙΛΛΟΥ Ἱεροσολύμων
Γιά τούς Φωτιζόμενους, πού ἔγινε στά ῾Ιεροσόλυμα, πάνω στό ἄρθρο τοῦ Συμβόλου τῆς πίστεως «ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν τῇ τρίτῃ ἡμέρᾳ καί ἀνελθόντα εἰς τούς οὐρανούς καί καθίσαντα ἐκ δεξιῶν τοῦ Πατρός». Γίνεται καί ἀνάγνωση ἀπό τήν πρώτη ᾿Επιστολή πρός Κορινθίους: «Σᾶς ὑπενθυμίζω, ἀδελφοί, τό Εὐαγγέλιο πού σᾶς κήρυξα» (Α´ Κορ. 15, 1) κ.τ.λ. «῞Οτι ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα, σύμφωνα μέ τίς Γραφές» (Α´ Κορ. 15, 4) καί ὅσα σχετικά ἀκολουθοῦν στόν ἴδιο στίχο.
Α´ . Εἶναι καιρός νά εὐφρανθεῖς ῾Ιερουσαλήμ καί νά πανηγυρίσετε ὅλοι ὅσοι ἀγαπᾶτε τόν ᾿Ιησοῦ (῾Ησ. 66, 10), διότι ἀναστήθηκε! Χαρεῖτε ὅλοι, ὅσοι προηγουμένως εἴχατε πένθος ὅταν ἀκούσατε ὅσα παράνομα καί ἐγκληματικά τόλμησαν νά πράξουν οἱ ᾿Ιουδαῖοι. Διότι Αὐτός πού ἐκεῖνοι ἀτίμασαν ἀλαζονικά ἐδῶ δά, ἀναστήθηκε! Καί ὅπως τό νά ἀκούει κανείς γιά τή Σταύρωση εἶναι κάπως λυπηρό, ἔτσι ἡ καλή ἀγγελία τῆς ᾿Αναστάσεως ἄς εὐφραίνει τούς παρόντες. Τό πένθος ἄς γίνει εὐφροσύνη καί ὁ θρῆνος ἄς μεταστραφεῖ σέ χαρά. Καί ἄς γεμίσει τό στόμα μας χαρά καί ἀγαλλίαση, γιατί ᾿Εκεῖνος, μετά τήν ᾿Ανάστασή Του, μᾶς εἶπε.«Νά χαίρεσθε» (Ματθ. 28, 9). Διότι διεπίστωσα τή λύπη πού εἶχαν τίς προηγούμενες ἡμέρες ὅσοι ἀγαποῦν τόν ᾿Ιησοῦ. ᾿Επειδή ὅσα λέγονταν εἶχαν τέλος τό θάνατο καί τήν Ταφή καί δέν ἀκούστηκε ἡ καλή ἀγγελία τῆς ᾿Αναστάσεως, ἡ καρδιά τους περίμενε μέ ἱερή ἀγωνία νά ἀκούσει ἐκεῖνο πού ποθοῦσαν. ᾿Αναστήθηκε λοιπόν ὁ νεκρός, ὁ «ἐλεύθερος ἀνάμεσα στούς νεκρούς»¹ (πρβλ. Ψαλμ. 87, 5) καί ἐλευθερωτής τῶν νεκρῶν. ᾿Εκεῖνος πού μέ ὑπομονή δέχτηκε νά φορέσει τό ἀτιμωτικό ἀκάνθινο στεφάνι, Αὐτός, ἀφοῦ ἀναστήθηκε, φόρεσε τό διάδημα τῆς νίκης κατά τοῦ θανάτου.
Β´ . ᾿Αλλά ὅπως ἀκριβῶς παραθέσαμε τίς μαρτυρίες περί τοῦ Σταυροῦ, ἔτσι καί τώρα, ἔλα νά ἐπιβεβαιώσουμε καί νά παρουσιάσουμε τίς ἀποδείξεις περί τῆς ᾿Αναστάσεως. Διότι ὁ ᾿Απόστολος πού διαβάσαμε λέει: «ἐνταφιάστηκε καί ἀναστήθηκε τήν τρίτη ἡμέρα, σύμφωνα μέ τίς Γραφές» (Α´ Κορ. 15, 4). Καί ἐφόσον ὁ ᾿Απόστολος μᾶς παραπέμπει στίς μαρτυρίες τῶν Γραφῶν, εἶναι καλό γιά μᾶς νά γνωρίσουμε τήν ἐλπίδα τῆς σωτηρίας μας καί νά μάθουμε πρῶτα, ἄν οἱ θεῖες Γραφές μᾶς λένε ποιός εἶναι ὁ καιρός πού ἔγινε ἡ ᾿Ανάστασή Του. ῎Αραγε ἔγινε τό καλοκαίρι ἤ τό φθινόπωρο ἤ μετά τό χειμώνα καί σέ ποιό τόπο ἔγινε ἡ ᾿Ανάστασή Του καί ποιό εἶναι τό ὄνομα τοῦ τόπου πού διακηρύχτηκε ἀπό τούς λαμπρούς Προφῆτες ὡς τόπος τῆς ᾿Αναστάσεώς Του; Καί ἄν οἱ γυναῖκες, πού τόν ζητοῦσαν καί δέν τόν εὕρισκαν, ὅταν τόν βρῆκαν πάλι, χάρηκαν. ῞Ωστε ὅταν διαβάζεται τό ἅγιο Εὐαγγέλιο, νά μή θεωροῦνται ὅτι εἶναι μύθοι ἤ ἐπικά πολύλογα καί φανταστικά ἀφηγήματα αὐτά πού μᾶς ἐξιστορεῖ. Συνέχεια
Σπάζοντας τά δεσμά τοῦ θανάτου
Fr. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ
Σέ μία ἀπό τίς ᾿Επιστολές του, ὁ ἀπόστολος Παῦλος λέει ὅτι, ἄν ὁ Χριστός δέν ἔχει ἀναστηθεῖ, τότε ἐμεῖς εἴμαστε οἱ πλέον ἀξιοθρήνητοι τῶν ἀνθρώπων…
Πράγματι, ἄν δέν ἔχει ἀναστηθεῖ, θά ἤμαστε ἀξιολύπητοι, διότι ὅλη μας ἡ πίστη, ὅλο αὐτό πού ὀνομάζουμε πνευματική ἐμπειρία μας καί ὅλη ἡ ζωή πού οἰκοδομοῦμε πάνω σ’ αὐτήν δέν θά ἦταν τίποτε ἄλλο παρά μιά αὐταπάτη, ἕνα ψέμα, μιά ψευδαίσθηση. ᾿Εμεῖς ὅμως εἴμαστε οἱ εὐτυχέστεροι τῶν ἀνθρώπων, ἐπειδή ὄντως ὁ Χριστός ᾿Ανέστη. Καί αὐτό ὄχι ἁπλῶς ἑκατοντάδες καί χιλιάδες ἀλλά ἑκατομμύρια ἀνθρώπων τό γνωρίζουν ἀπό προσωπική καί ἄμεση ἐμπειρία.
Εἶναι πάρα πολλοί αὐτοί πού θά ἔλεγαν· ῾Ο Θεός ὑπάρχει διότι τόν ἔχω συναντήσει, «Χριστός ᾿Ανέστη» διότι Τόν ἔχω συναντήσει ᾿Αναστημένο. Καί ὄχι μόνο κατά τρόπο πνευματικό, ἀλλά καί σωματικό· ἔχουμε τή μαρτυρία τῶν ᾿Αποστόλων, ἀνθρώπων ἁπλῶν πού ἔφυγαν μακριά ἀπό τόν Γολγοθά, γνωρίζοντας (νομίζοντας ὅτι γνωρίζουν) ὅτι ἀπό τή στιγμή πού ὁ Κύριός τους ἀποκαθηλώθηκε ἀπό τόν Σταυρό καί ἐτάφη, εἶχε νικηθεῖ ὁριστικά, καί κάθε ἐλπίδα τους εἶχε γιά πάντα χαθεῖ. Καί ὅμως, αὐτοί οἱ ἴδιοι γίνονται μάρτυρες τῆς ᾿Αναστάσεως· ἀπροετοίμαστοι, διστακτικοί καί κατόπιν περιχαρεῖς. Περιχαρεῖς, διότι οἱ γυναῖκες ἦρθαν τό πρωί νά ἀλείψουν μέ μύρα τόν Χριστό, καί διαπίστωσαν ὅτι τό σῶμα Του δέν ἦταν πιά ἐκεῖ. ῾Ο ᾿Ιωάννης καί ὁ Πέτρος ἔτρεξαν ἐκεῖ ἀργότερα, καί ὁ τάφος ἦταν ἄδειος. Καί ὅταν πῆγαν στούς ἄλλους μαθητές, ρωτώντας, ἀμφιβάλλοντας, διστάζοντας· ὁ Χριστός τούς παρουσιάστηκε καί τούς εἶπε· «Μή φοβᾶστε. Δέν εἶμαι φάντασμα, δέν εἶμαι μία ἀσώματη φιγούρα· τό φάντασμα δέν ἔχει σάρκα καί ὀστά, καθώς ἐμέ θεωρεῖτε ἔχοντα»! Συνέφαγε μαζί τους, τούς μίλησε, τόν ἄγγιξαν! Καί πράγματι, ὅπως λέει ὁ Εὐαγγελιστής ᾿Ιωάννης στήν ᾿Επιστολή του, οἱ ᾿Απόστολοι μαρτυροῦν αὐτό πού εἶδαν μέ τά μάτια τους, αὐτό πού ἄκουσαν μέ τ’ αὐτιά τους κι αὐτό πού μέ τά ἴδια τους τά χέρια ψηλάφησαν· τήν ἀλήθεια! Συνέχεια
ΣΤΗ ΦΩΤΟΦΟΡΟ ΚΑΙ ΑΓΙΑ ΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ
Ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης
«Εὐλογητός ὁ Θεός» (Λουκ. 1, 68). Ἄς ἐπαινέσουμε σήμερα τόν Μονογενή Θεό τόν δημιουργό τῶν οὐρανίων, αὐτόν πού ἔσκυψε πάνω στίς μυστικές λαγόνες τῆς γῆς καί μέ τίς φωτοφόρες ἀκτίνες του φώτισε ὅλη τήν οἰκουμένη. Ἄς ὑμνήσουμε σήμερα τήν ταφή τοῦ Μονογενοῦς, τήν ἀνάσταση τοῦ Νικητῆ, τή χαρά τοῦ κόσμου, τή ζωή τῶν λαῶν (Ἰω. 16, 20. Λουκ. 2, 10). Ἄς ὑμνήσουμε σήμερα αὐτόν πού φόρεσε τήν ἁμαρτία (Β´ Κορ 5, 21). Ἄς εὐφημήσουμε σήμερα τόν Θεό Λόγο, πού ντρόπιασε τή σοφία τοῦ κόσμου (Α´ Κορ. 1, 20), ἐπιβεβαίωσε τήν ἀναγγελία τῶν προφητῶν, συγκέντρωσε τήν ὁμάδα τῶν ἀποστόλων, διάδωσε τήν κλήση τῆς Ἐκκλησίας καί τή χάρη τοῦ Πνεύματος. Γιατί νά, ἐμεῖς πού κάποτε ἤμαστε ξένοι ἀπό τήν ἐπίγνωση τοῦ Θεοῦ (Ἐφ. 2, 13.19), γνωρίσαμε τό Θεό καί ἐκπληρώθηκε ὅ,τι ἔχει γραφεῖ: «θά θυμηθοῦν καί θά στραφοῦν στόν Κύριο ὅλα τά πέρατα τῆς γῆς καί θά πέσουν νά τόν προσκυνήσουν ὅλες οἱ φυλές τῶν λαῶν» (Ψαλμ. 21, 28).
2. Τί θά θυμηθοῦν; Τήν παλαιά πτώση, τή νέα ἀνάσταση, τήν ἀρχαία παράβαση καί τήν κατοπινή διόρθωση, τό θάνατο τῆς Εὔας, τή γέννηση τῆς Παρθένου, τήν ἀποκατάσταση τῶν λαῶν, τή συγχώρηση τῶν ἁμαρτωλῶν, τήν προαναγγελία τῶν προφητῶν, τό κήρυγμα τῶν ἀποστόλων, τήν ἀναγέννηση ἀπό τήν κολυμβήθρα (Ἰω. 5, 1-30), τήν ἐπανεγκατάσταση στόν Παράδεισο, τήν ἐπιστροφή τῶν οὐρανῶν, τόν δημιουργό πού ἀναστήθηκε, ἐκεῖνον πού ἀπέθεσε ὅσα δέν τοῦ ταίριαζαν, ἐκεῖνον πού μέ τή θεϊκή μεγαλοσύνη του ξαναέχυσε σάν μέταλλο τό φθαρτό σέ ἀφθαρσία. Καί ποιά ἀπέθεσε πού δέν τοῦ ταίριαζαν; Ἐκεῖνα πού εἶπε ὁ Ἠσαΐας:«τόν εἴδαμε», λέει, «καί δέν εἶχε οὔτε εἶδος οὔτε κάλλος, ἀλλά τό πρόσωπό του ἦταν ἀτιμασμένο καί στεροῦσε ὡς πρός τήν ὡραιότητα ἀπό ὅλων τῶν ἀνθρώπων» (Ἠσ. 53, 2-3). Συνέχεια
Ἀργά βαδίζει ὁ Χριστός
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Μιά µητέρα µὲ ρώτησε πρόσφατα: Ὑπάρχει ἀνάσταση τῶν νεκρῶν; Ὁ γιός της µαχόταν νότια τοῦ Μπίτολ καὶ σκοτώθηκε. Ἐκείνη περπατοῦσε στό πεδίο τῆς µάχης καὶ ξέθαβε τὸν ἕνα τάφο µετὰ τὸν ἄλλο,γιά νά βρεῖ τὸν γιό της. Οἱ νεκροὶ κείτονταν ἤδη πολὺ καιρὸ κάτω ἀπὸ τὸ χῶµα καὶ ἦταν ὅλοι ἴδιοι µεταξὺ τους καί ἴδιοι µὲ τὸ χῶµα. Ἡ µητέρα γνώρισε τὸν γιό της ἀπὸ ἕνα περιλαίµιο στό στῆθος. Δέν µποροῦσε πιὰ νά τὸν γνωρίσει ἀπὸ τὸ πρόσωπο. Ἀκόµα καὶ τὸ ροῦχο φαινόταν πιὸ ἀθάνατο ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο πού τὸ φοροῦσε.
Ἡ µητέρα δέν µποροῦσε νά κλάψει: ἡ καταστροφικὴ φρίκη τοῦ θανάτου ἔκανε γυαλὶ τὰ µάτια της καὶ πάγωσε τὴν ψυχὴ της. Μπροστὰ της ὑπῆρχε ἕνα ἀνατριχιαστικὸ µυστήριο. Μιά ζωὴ εἶχε γίνει κάρβουνο καὶ πηλός. Ἀπὸ ἀνθρώπινο πλάσµα, ποὺ κάποτε ἦταν σύνθετο µέρος τοῦ σώµατός της καὶ τῆς ψυχῆς της, ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο πού τὴν ἀποκαλοῦσε µάνα, ποὺ κουβαλοῦσε τὸ ὅπλο καὶ µαχόταν στίς µάχες, φάνηκε µπροστὰ στά µάτια της µιά χοϊκή, ἄµορφη µάζα, ποὺ ἀνακατευόταν µὲ τὸ χῶµα -µία ἀνενεργή χωµάτινη µάζα, ποὺ δέν αἰσθανόταν πιὰ συγγένεια µὲ κανέναν ἐκτὸς ἀπὸ τὸ χῶµα.
Μόλις πού τόλµησε ἡ µητέρα νά πιάσει τὸν γιό µὲ τὰ χέρια. Ἤθελε τουλάχιστον νά χαϊδέψει αὐτὴ τή σκληρή ἀνάµνηση τοῦ ὄµορφου γιοῦ της. Ὅµως τραβήχτηκε σὰν ἀπὸ ἄσχηµο ὄνειρο: τὰ δάχτυλα δέν µποροῦσαν νά κρατηθοῦν στήν ἐπιφάνεια, ἀλλά ἀµέσως βυθίστηκαν βαθιὰ στό σαπισµένο σῶµα ὅπως σὲ σάπια κολοκύθα. Φόβος περιέλαβε τή µητέρα. Αἰσθάνθηκε ἕναν ἀξεπέραστο γκρεµὸ ἀνάµεσα σ’ ἐκείνη καὶ τὸν γιό της. Τίποτα δικὸ της καὶ τίποτα ἀγαπητὸ δέν µποροῦσε νά δεῖ σ’ αὐτὸ τὸν ἀνοιχτὸ τάφο, σ’ αὐτὸ τὸ σκοτεινό, ὑπόγειο χηµικὸ ἐργαστήριο. Ἦρθε ἀποκαµωµένη, καὶ ὅταν µοῦ διηγήθηκε τὸ φοβερὸ θέαµα, µὲ ῥώτησε : «Ὑπάρχει ἀνάσταση τῶν νεκρῶν;»…
…Ἂς ὁµολογήσουµε, ἀδέλφια, τὸν Θεὸ ὡς τὸν κυρίαρχο τῆς ζωῆς καὶ ὄχι τὸν θάνατο. Αὐτὴ ἡ ὁµολογία θὰ µᾶς ὁδηγήσει, στήν ἐµπιστοσύνη πρὸς τὸν οὐράνιο Πατέρα µας, ποὺ θὰ γεµίσει τὴν ψυχὴ µας µὲ χαρὰ καὶ προσευχή: «Θεέ, ἐµεῖς εἴµαστε σκόνη πού ἐσὺ ζωντάνεψες µὲ τὸ πνεῦµά σου. Μᾶς τοποθέτησες σὲ µία κοιλάδα παραγεµισµένη µὲ νεκρὰ ὀστᾶ καὶ σάπιο κρέας. Δῶσε µας δύναµη, νά µπορέσουµε νά ἀντέξουµε τὴν παραµορφωµένη ὄψη τῶν νεκρῶν, τῶν ὁποίων τὸν ἀριθµὸ καὶ ἐµεῖς σήµερα-αὔριο θὰ αὐξήσουµε.
»Ἐσύ θὰ µᾶς ἀναστήσεις ἐκ νεκρῶν, Θεέ, ὅπως ἀνέστησες τὸν Υἱό Σου, τὸν Χριστό, τὸν ἀδελφὸ µας. Ἐσύ δέν γέννησες τὰ παιδιά σου, Πατέρα, µόνο καὶ µόνο γιά νά κοιτάξουν στιγµιαία τὸν πολυτελῆ σου οἶκο κι ὕστερα νά τὰ πετάξεις στό σκοτάδι, στή µεγαλύτερη φυλακή. Ἐσύ δέν τὰ γέννησες γιά νά τοὺς καταπίνει τὸ σκοτάδι. Ἐσύ τὰ γέννησες γιά νά εἶναι σύντροφοί σου στήν αἰωνιότητα.
»Δέν σὲ ρωτᾶµε, Πατέρα, µὲ τί εἴδους σῶµα θὰ µᾶς ντύσεις, στήν ἄλλη ζωή, οὔτε µὲ ποία δύναµη θὰ µᾶς ζωντανέψεις. Ὄχι, ὅµως Σὲ παρακαλοῦµε µόνο: Δυνάµωσε τὴν ἐµπιστοσύνη µας πρὸς Ἐσένα καὶ τὴν πίστη µας στή ζωή. Ἀφοῦ ὅ,τι Ἐσὺ κάνεις µὲ µᾶς, θὰ εἶναι ἀσύγκριτα σοφότερο ἀπὸ ἐκεῖνο πού ἐµεῖς θὰ κάναµε µόνοι µας. Τὰ σχέδιά Σου εἶναι καλύτερα ἀπ’ ὃλες τίς ἐπιθυµίες µας. Ἡ δύναµή Σου ὑπερβαίνει ὅλη τή φαντασία µας. Ἐσύ πού ἔχεις τή δύναµη νά δηµιουργήσεις, ἔχεις δύναµη καὶ νά θανατώσεις, καὶ Ἐσύ πού ἔχεις δύναµη νά θανατώσεις, ἔχεις τή δύναµη καὶ νά ζωντανέψεις. Συνέχεια
ΑΝΑΣΤΑΣΙΝ ΧΡΙΣΤΟΥ ΘΕΑΣΑΜΕΝΟΙ
Ἀνδρέου Θεοδώρου
Μέ τό λυτρωτικό πάθος Του ὁ Κύριος σέ συνδυασμό μέ τήν ἔνδοξή Του ἀνάσταση ἔσωσε τόν κόσμο ἀπό τήν ἁμαρτία καί τόν αἰώνιο πνευματικό θάνατο, ἀνακαινίζοντας καί ἀφθαρτίζοντας τήν πεσμένη φύση του.
Ὁ Χριστός ἦλθε στή γῆ, ἔγινε πραγματικός ἄνθρωπος, ἔζησε τήν ἀνθρώπινη ἱστορική στιγμή, γιά νά πάθει τελικά καί νά πεθάνει γιά τόν ἁμαρτωλό ἄνθρωπο, ἐκπληρώνοντας τήν προαιώνια λυτρωτική βουλή τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Μπῆκε στό στάδιο τῆς θείας του κενώσεως, κατέβηκε χαμηλά στή γῆ, γιά νά βρεῖ τό πλάσμα του πού ἀλόγιστα ξεστράτισε, νά βρεῖ τόν ἄνθρωπο στά χαλάσματα πού ἐκεῖνος ἄνοιξε στό μαγευτικό περιβόλι τῆς Ἐδέμ, πῆρε ὅλη τήν κακοπάθεια καί τήν ὀδύνη τῆς ἐπίκηρης ἀνθρώπινης ζωῆς, γιά νά διορθώσει ἐκεῖνο πού χάλασε ἡ ἀδαμική παράβαση, νά καθαρίσει τά αἴσχη καί τίς πληγές μέ τά ὁποῖα κατερράκωσαν τήν «εἰκόνα» τοῦ Θεοῦ τό θλιβερό σφάλμα τοῦ προπάτορα καί ἡ φθονερή κακουργία τοῦ δαίμονα.
Καί ὅλ᾿ αὐτά μέ ἕνα βαρύτατο τίμημα.μέ τήν ὑπέρτατη ὀδύνη καί τό πάθος, μέ τό σχίσιμο τῆς θεανθρώπινης σάρκας καί μέ τό αἷμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ καί τῆς Παρθένου, πού κύλησε ἀπό τά τρυπημένα χέρια καί τήν κεντημένη λόγχη τοῦ Νυμφίου τῆς Ἐκκλησίας! Ὁ Κύριος πέθανε ἄδοξα ἐπάνω στό σταυρό. Μέ τήν ὀδύνη τοῦ πάθους του γέμισαν ἀπό ἄγρια χαρά ἡ ζοφερή φύση τοῦ δαίμονα καί οἱ σκοτεινές καί ἀχάριστες καρδιές ἐκείνων πού τόν σταύρωσαν, ἐνῶ ἡ φυσική κτίση, βλέποντας τήν κακοπάθεια τοῦ δημιουργοῦ της, ταρασσόταν συθέμελα καί οἱ τάφοι ἀπέδιδαν τούς νεκρούς τους.
Ὁ σταυρικός θάνατος δέν ἦταν σημεῖο ἀδυναμίας τοῦ Κυρίου, ὅπως ἐμπαικτικά τόν εἰρωνεύονταν οἱ σταυρωτές, κραυγάζοντας: «ἄλλους ἔσωσεν, ἑαυτόν οὐ δύναται σῶσαι» (Ματθ. 27, 42). Ἦταν ὁ κεραυνός τοῦ Θεοῦ, πού κατέκοψε τίς σάρκες τοῦ κολοσσοῦ τῆς ἁμαρτίας καί ἐδυναμίτισε τό κράτος τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου. Τό πάθος δέν ἦταν ἕνα ἁπλό ἐπεισόδιο στή ζωή τοῦ Θεοῦ πάνω στή γῆ, ἐπεισόδιο ἀπρόβλεπτο καί ἀναπάντεχο. Τέτοιες στιγμές δέν ὑπάρχουν στήν ἀπειρία τῆς θείας παγγνωσίας. Ἡ ἱλαστική θυσία τοῦ Χριστοῦ ἦταν προαιώνια γραμμένη στό σχέδιο τῆς θείας περί τόν ἄνθρωπον οἰκονομίας, στή βουλή τοῦ Θεοῦ Πατέρα νά σώσει τό πεσμένο στήν ἁμαρτία πλάσμα του. Ὁ δέ Κύριος ἡμῶν, στόν ὁποῖο συνέκλιναν ἁρμονικά καί ἀδιαχώριστα Θεός καί ἄνθρωπος, εἶχε σαφῆ ἐπίγνωση τῆς φύσεως καί τοῦ σκοποῦ τῆς ἀποστολῆς του. Ἡ θεία του ἐνανθρώπηση δέν τοῦ ἔκρυβε μυστικά.
Ἐγνώριζε τά πάντα γιά τήν ἐπίγεια ζωή του. Ἐκεῖνο πού ἔκανε ἦταν ἠθελημένο καί ἑκούσιο. Τό ἔργο του ἦταν πάντα ἀνοικτό μπροστά του καί στίς πιό μικρές του λεπτομέρειες. Ἔβλεπε τό πάθος νά ἔρχεται καί πίσω ἀπ᾿ αὐτό νά ροδίζει ἡ Ἀνάστασή του. Σάν στοργικός δέ πατέρας καί παιδαγωγός προέλεγε στούς μαθητές τίς πικρές ὧρες τοῦ μαρτυρικοῦ θανάτου του, μή παραλείποντας νά τονίσει καί τήν ἔνδοξή του ἀνάσταση, γιά νά μή νομίσουν ὅτι ἐκεῖνα πού θά ἔπασχε ἦσαν σημάδια μιᾶς ἀδύναμης ἐπίγειας ζωῆς, ἀλλά καί νά τούς δώσει δύναμη στίς δύσκολες ὧρες τῆς μεγάλης δοκιμασίας τους.
Μόλις, λοιπόν, ἄρχισαν σιγά-σιγά νά κωπάζουν οἱ κραδασμοί τοῦ δράματος στόν Γολγοθᾶ, στό ὁποῖο ἐπενδύθηκαν τόση κακότητα καί κακουργία ἀπό τό φθαρμένο δημιούργημα, καί ἐνῶ τό νεκρό σῶμα τοῦ Σωτῆρα ἦταν ἀποτεθειμένο στό μνημεῖο τῆς Ἱερουσαλήμ, τότε ἀκούστηκε φοβερός ὁ σεισμός τῆς παντοδυναμίας τοῦ Θεοῦ, πού σώριασε σ᾿ ἐρείπια τό κράτος τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου. Τό θεοδόχο σῶμα τοῦ Χριστοῦ δέν μποροῦσε νά μένει παντοτινά στά σκοτεινά τοιχώματα τοῦ τάφου. Γιατί ἦταν τό σῶμα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, πού ἔλαβε σάρκα ἀνθρώπινη καί, παρά τή νέκρωσή του, δέν ἐγκαταλείφθηκε ποτέ ἀπό τή θεότητα, ὅπως δέν ἐγκαταλείφθηκε καί ἡ ψυχή του στά ζοφερά διαμερίσματα τοῦ ἅδη.
Ἔτσι μετά τρεῖς ἡμέρες παραμονῆς στό μνῆμα τό σῶμα τοῦ Θεοῦ ἀναστήθηκε ἐκ τῶν νεκρῶν ἀφθαρτοποιημένο καί ἔνδοξο. Ἀποτίναξε τή φθορά καί τόν θάνατο, δυναμιτίζοντας καί τά μνημεῖα τῶν ἄλλων νεκρῶν. Τό χαρμόσυνο μήνυμα ἔφερε στήν κτίση τό λειτουργικό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ, πού μέ τή δύναμή του ἀχρήστευσε τόν λίθο πού σκέπαζε τό μνῆμα, νεκρώνοντας τούς φύλακες μέ τή θεία ἀστραπή του, ἐνῶ μέ τήν φλογοβόλο ρομφαία του ἄνοιγε τήν πύλη πού ὁδηγεῖ στή νέα Ἐδέμ, στό κράτος τῆς ἀφθαρσίας στήν αἰώνια θεία βασιλεία!
Τό μήνυμα τῆς ἀναστάσεως ἦταν ἀναπάντεχο καί ἀπρόσμενο. Κανένας δέν τό περίμενε οὔτε οἱ μαθητές πού διπλωμένοι ἀπό τό φόβο καί τή θλίψη, εἶχαν κλειστεῖ σ᾿ ἕνα ὑπερῶο, οὔτε οἱ εὐσεβεῖς μυροφόρες πού ξεκινώντας μέ τά μύρα τους ἦλθαν πολύ πρωΐ στό μνῆμα γιά νά μυρίσουν τό νεκρό σῶμα τοῦ Διδασκάλου, ἀλλ᾿ οὔτε καί οἱ ἐχθροί τοῦ Χριστοῦ πού νόμιζαν, ὅτι μέ τό κύλισμα τῆς πέτρας στή θύρα τοῦ μνήματος εἶχαν νικήσει τελειωτικά τό δυνατό ἀντίπαλο, θέτοντας τελεία καί παῦλα στήν ἐνοχλητική ζωή τοῦ βασιλέα τῶν Ἰουδαίων!
Γι᾿ αὐτό καί οἱ ἕντεκα μαθητές, ὅταν οἱ εὐσεβεῖς γυναῖκες – καί ἄλλοι μαθητές – τούς μετέφεραν τήν εἴδηση ὅτι ἀναστήθηκε ὁ Διδάσκαλος, νόμιζαν ὅτι ἄκουαν παραμύθια («ὡσεί λῆρος»). Ἐδέησε δέ νά φάει μπροστά τους ὁ Κύριος γιά νά τόν συνηθίσουν καί στό σκληρό Θωμᾶ νά δείξει τά τρυπημένα χέρια του καί τήν πλευρά του. Ὁ λόγος τῆς Ἀναστάσεως ἦταν πραγματικά πολύ σκληρός γιά τούς ἀδύνατους τότε μαθητές, τούς κυριαρχουμένους ἀπό τήν ἀπογοήτευση καί τήν θλίψη.
Οἱ πρῶτες ὅμως δειλές ἐντυπώσεις γρήγορα ἀφανίστηκαν. Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Διδασκάλου ἔκανε ν᾿ ἀναθαρρήσουν οἱ κουρασμένες καί φοβισμένες καρδιές τῶν μαθητῶν. Ἡ φωτιά τοῦ Θεοῦ πού ξεπήδησε ἀπό τόν τάφο τοῦ ἐξ Ἀριμαθαίας ἦταν ἀκράτητη. Ἡ φλόγα τοῦ καινοῦ μνημείου ἄρχισε νά φλογίζη τίς καρδιές καί νά πυρπολεῖ τά σύμπαντα. Οἱ μαθητές ξεχύθηκαν κηρύσσοντας τήν ἔγερση. Οἱ ἄνθρωποι πίστευαν στήν ἀλήθεια καί τό θαῦμα τοῦ Θεοῦ. Παρά τά ἀναχώματα, πού μέ λύσσα ἔστηναν οἱ ἐχθροί τοῦ Κυρίου, ἡ λάβα πού ξεκίνησε τό πρωΐ τῆς μιᾶς τῶν Σαββάτων ἀπό τό ἠφαίστειο τῆς λυτρωτικῆς θείας ἐνέργειας, ἦταν ἀσυγκράτητη. Οἱ καρδιές γέμιζαν ἀπό Θεό καί ἤλπιζαν. Τά ὁράματα ἔπνιγαν τίς ψυχές. Ἔτσι στήθηκε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, στό αἷμα τοῦ σταυροῦ καί στό φῶς τῆς θείας ἐγέρσεως. Τό κήρυγμα τοῦ σταυροῦ καί τῆς ἀναστάσεως κατέστη ὁ συνεκτικός ἱστός τῆς ζωῆς καί τῆς ὑπόστασης τῆς Ἐκκλησίας.
Στήν Ὁρθόδοξη Καθολική Ἐκκλησία ἡ Ἀνάσταση, σέ συνδυασμό μέ τήν ἱλαστική θυσία τοῦ σταυροῦ (σταυροαναστάσιμο Πάσχα) κατέχει θέση κυρίαρχη. Κυρίως ἡ ἀνάσταση ἀποτελεῖ τό κέντρο τοῦ σωτηριολογικοῦ δόγματος τῆς πίστεως καί τόν ἄξονα γύρω ἀπό τόν ὁποῖο στρέφεται ἡ ὀρθόδοξη λατρεία καί εὐσέβεια. Πρός τήν ἀνάσταση κατατείνουν οἱ μυστικοί ὁραματισμοί καί οἱ ἐσχατολογικοί θεωτικοί πόθοι τῆς Ὀρθοδοξίας.
Ἀπό τά πολλά πού ἔχει ἡ λατρεύουσα ὀρθόδοξη ψυχή, ἐπιλέγουμε καί σχολιάζουμε στή συνέχεια μιά πανηγυρική σταυροαναστάσιμη ἀνύμνηση, ἡ ὁποία ἀπαγγέλλεται σεμνόπρεπα στόν Ὄρθρο τῆς Κυριακῆς μετά τό πέρας τοῦ ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου:
«Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι, προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν τόν μόνον ἀναμάρτητον. Τόν Σταυρόν σου Χριστέ προσκυνοῦμεν, καί τήν Ἁγίαν σου Ἀνάστασιν, ὑμνοῦμεν καί δοξάζομεν.σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν, ἐκτός σου ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τό ὄνομά σου ὀνομάζομεν. Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί προσκυνήσωμεν τήν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν Ἀνάστασιν· ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ, χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ. Διά παντός εὐλογοῦντες τόν Κύριον, ὑμνοῦμεν τήν Ἀνάστασιν αὐτοῦ. Σταυρόν γάρ ὑπομείνας δι᾿ ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν».
Μιᾶς καί εἴδαμε τήν Ἀνάστασιν τοῦ Χριστοῦ, ἄς προσκυνήσουμε μέ εὐλάβεια τόν ἅγιο Κύριο Ἰησοῦν, πού εἶναι ὁ μόνος ἀναμάρτητος. Τό σταυρικό πάθος σου Χριστέ προσκυνοῦμε καί τήν ἐκ νεκρῶν σου ἀνάσταση ὑμνοῦμε καί δοξάζουμε.διότι σύ εἶσαι ὁ Θεός μας, ἐκτός ἀπό ἐσένα δέν γνωρίζουμε ἄλλο (Θεό), τό ὄνομά σου τό ἅγιο ὁμολογοῦμε καί ἐπικαλούμαστε. Ἐλᾶτε ὅλοι οἱ πιστοί νά προσκυνήσουμε εὐλαβικά τήν ἁγία Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.γιατί, νά, μέ τό σταυρικό πάθος του ἔγινε αἰτία μεγάλης χαρᾶς σέ ὅλο τόν κόσμο. Παντοτινά εὐλογώντας τόν Κύριο ὑμνοῦμε τήν ἔνδοξη Ἀνάστασή Του.διότι ὑπομείνας γιά χάρη μας τό σταυρικό μαρτύριο, μέ τό θάνατό του κατέστρεψε τό θάνατο.
«Ἀνάστασιν Χριστοῦ θεασάμενοι»,
Ἡ λειτουργική σύναξη, τό ἐκκλησιαζόμενο σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ἀξιώθηκε νά δεῖ τήν ἀνάσταση τοῦ Κυρίου. Αὐτήν βλέπει κάθε Κυριακή στήν ἀκολουθία τοῦ Ὄρθρου πρίν ἀπό τή Θεία Λειτουργία καί μετά τήν ἀνάγνωση τοῦ ἑωθινοῦ Εὐαγγελίου, πού ὡς ὑπόθεσή του ἔχει τό γεγονός τῆς ἀναστάσεως τοῦ Σωτῆρος. Δέν πρόκειται φυσικά γιά μιά φυσιολογική ὅραση τοῦ ὑπερφυοῦς γεγονότος. Μέ τά φυσικά του μάτια κανένας ἀξιώθηκε νά τό δεῖ. Οὔτε οἱ εὐσεβεῖς μυροφόρες πού ἔσπευσαν πρωΐ στό σφραγισμένο μνημεῖο οὔτε κανένας ἄλλος ἀπό τόν κύκλο τῶν μαθητῶν. Αὐτοί μπόρεσαν νά δοῦν σωματικά, τόν ἀναστημένο Κύριο, νά τόν προσκυνήσουν καί νά συνομιλήσουν μαζί του, ὄχι ὅμως νά δοῦν αἰσθητά τό γεγονός τῆς θείας του ἐγέρσεως. Ὁ μόνος μάρτυρας ἦταν ἀσφαλῶς τό λειτουργικό πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.
Ἡ δική μας θέαση τοῦ θαύματος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπόκρυφη καί μυστική. Μέ τά σωματικά μάτια μας δέν βλέπουμε οὔτε τό γεγονός οὔτε καί τόν ἀναστάντα Κύριο τῆς δόξης. Τόν βλέπουμε μόνο μυστικά μέ τά νοερά μάτια τῆς ψυχῆς μας. Τόν προσεγγίζουμε μέ τήν πίστη μας θεώμενοι τή λαμπρότητα τῆς θεανθρωπίνης δόξας του. Κι αὐτό ἔχει μεγάλη ἀξία στήν ἐκτίμηση τοῦ Κυρίου μας. Ὅταν ὁ Θωμᾶς, ὁ δύσκολος μαθητής, νικημένος ἀπό τήν ἐξωτερική φυσική του αἴσθηση, μπόρεσε νά προσεγγίσει τόν ἐγηγερμένο Διδάσκαλο, αὐτός τοῦ δήλωσε: «ὅτι ἑώρακάς με, πεπίστευκας.μακάριοι οἱ μή ἰδόντες καί πιστεύσαντες» (Ἰω. 20, 29).
Γιά μᾶς ἡ θέαση τῆς Ἀναστάσεως εἶναι θέαση καρδιᾶς. Ὁ λόγος σ᾿ αὐτήν ἔχει διπλωμένα τά φτερά του.εἶναι λίγος γιά τήν ὑπέρλογη θεία ἀνάβαση. Μόνο οἱ ταπεινές καί πυρπολούμενες ἀπό ἀγάπη καρδιές, τά φτωχά πνεύματα τοῦ Θεοῦ, μποροῦν νά χωρέσουν μέσα τους τό ἄφθαρτο μυστήριο τοῦ Θεοῦ, τόν νικημένο καί ὁλόφωτο τάφο, νά δοῦν τόν Κύριο ὡς νυμφίον ἐκ τοῦ μνημείου προερχόμενον, ν᾿ ἀνακραθοῦν μέ τό ἄκτιστο φῶς τῆς ἀναστάσεως, νά νοιώσουν τίς ἡδύτητες τῆς θείας βασιλείας, νά ἔχουν τήν αἴσθηση ὅτι νίκησαν τό θάνατο, καί νά πλημμυρίζουν ἀπό τή χαρά καί τήν ἐλπίδα πού χαρίζει στίς ἄδολες ψυχές ἡ ἀναστάσιμη δόξα τοῦ Θεοῦ.
«Προσκυνήσωμεν ἅγιον Κύριον, Ἰησοῦν τόν μόνον ἀναμάρτητον».
Μετά τή μυστική θέαση τῆς ἀναστάσεως καί ἀφοῦ, ἡ ψυχή του γεμίσει ἀπό τό ἄκτιστο φῶς τοῦ Χριστοῦ, τό ἐκκλησίασμα, συνεπαρμένο ἀπό τή χάρη τοῦ λυτρωτικοῦ θαύματος, νοιώθει βαθειά τήν ἀνάγκη νά προσκυνήσει τόν Κύριο καί Λυτρωτή του. Ἡ προσκύνηση πού γίνεται μέ τήν κάμψη τοῦ γόνατος εἶναι σημεῖο δηλωτικό λατρείας, πού ἀνήκει μόνο στόν ἀληθινό Θεό. Οἱ ὅποιες ἄλλες λατρεῖες πού ἐπιβάλλονται σέ ἄλλους ἀπό ἀνθρώπους ἐξουσιαστικούς, ὑπερφίαλους καί ἀλαζόνες, εἶναι δαιμονικές. Αὐτές μόνο ὁ Ἑωσφόρος καί τό σκοτεινό ἐπιτελεῖο του μποροῦν νά ἐπιζητήσουν. Τέτοια ἦταν ἡ ἀπαίτηση τοῦ Ναβουχοδονόσορα, ἡγεμόνα τῆς Βαβυλώνας, ὁ ὁποῖος ζήτησε ἐπί ποινῇ ἀπό τούς ὑπηκόους του νά προσκυνήσουν τή χρυσή εἰκόνα του, ἀπαίτηση πού κόστισε τή ζωή στούς τρεῖς εὐσεβεῖς παῖδες τῶν Ἑβραίων. Ἡ προσκύνηση τῶν χριστιανῶν εἶναι ἐντελῶς διαφορετική. Ὁ Θεός τους δέν εἶναι δύναμη τῆς φύσεως ἤ ξόανο ἤ πρόσωπο ἀνθρώπινο, ἀλλ᾿ ὁ ἄφθαρτος καί αἰώνιος Θεός, ὁ δημιουργός τοῦ κόσμου, ὁ προνοητής καί σωτήρας τους εἶναι ὁ Πατέρας τους πού κατοικεῖ στούς οὐρανούς, ὁ ὁποῖος πραγματικά τούς ἀγαπᾶ καί τούς πνίγει στίς δωρεές καί τ᾿ ἀγαθά του.
Εἶναι Θεός προσωπικός, χωρίς πανθεϊστικές ἀναχύσεις καί ἀναφορές.Θεός τριαδικός, ὁ Πατέρας, ὁ Υἱός καί τό Πνεῦμα τό ἅγιο, πού τούς συνάπτει ἡ ἴδια τριαδική βουλή καί ἐνέργεια καί ἡ ἴδια ἀγαπητική ἀλληλοπεριχώρηση. Ὁ ἱδρυτής δέ τῆς χριστιανικῆς πίστεως, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, εἶναι ὁ ἀΐδιος Λόγος τοῦ Θεοῦ, πού εἶχε στό πρόσωπό του ἑνωμένες τή θεία καί τήν ἀνθρώπινη φύση, πού ἔζησε στή γῆ καί ἔδωσε τή μάχη ἐναντίον τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου καί ὁ ὁποῖος νίκησε τήν ἁμαρτία καί τόν διάβολο, γιατί ἦταν ἅγιος, ὁ μόνος ἀναμάρτητος. Δέν ὑπῆρχε στοιχεῖο ἁμαρτίας στήν ὁλοκάθαρη φύση του, γιατί δέν ἦταν ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος, ὅπως, φλυαροῦσαν οἱ αἱρετικοί (στήν ἀρχαιότητα οἱ Ἀρειανοί καί σήμερα οἱ Μάρτυρες τοῦ Ἰεχωβᾶ), ἀλλ᾿ ἄνθρωπος πραγματικός πού βγῆκε ἀπό τήν Παναγία Μητέρα του, ἑνωμένος ὅμως, ἀπό τήν πρώτη στιγμή τῆς συλλήψεώς του, μέ τόν ἀΐδιο Λόγο τοῦ Θεοῦ.
Ὁ Χριστός δέν ἁμάρτησε ποτέ κατά τή διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς του, ὅπως μαρτυροῦσαν οἱ μαθητές: «ὅς ἁμαρτίαν οὐκ ἐποίησεν, οὐδέ εὑρέθη δόλος ἐν τῷ στόματι αὐτοῦ» (Πετ. 2, 22). Ἀλλ᾿ οὔτε εἶχε τή δυνατότητα νά ἁμαρτήσει τό θεανδρικό του πρόσωπο. Καί ἡ μικρή ἔστω ὑπόνοια ὅτι μποροῦσε ν᾿ ἁμαρτήσει ὁ Χριστός, ἀφήνοντας ἐκτεθειμένη στήν ἁμαρτία καί τή συνημμένη μέ τήν ἀνθρώπινη φύση θεότητα, ἀμαυρώνει τό ὑπερφυές μυστήριο τῆς πίστεως, καταστρέφοντας τελικά καί τό λυτρωτικό ἔργο τοῦ Σωτῆρα.
Ὁ τονισμός τῆς μεγάλης αὐτῆς ἀλήθειας ἔχει μεγάλη σημασία γιά τήν εὐαισθησία τῆς Ὀρθόδοξης Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Μονάχα ὁ ἅγιος καί παντοδύναμος Θεός μποροῦσε νά σώσει τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν πτώση του στήν ἁμαρτία. Καμιά ἄλλη δύναμη, εἴτε ἄγγελοι εἴτε ἄνθρωποι, δέν εἶχαν τή δύναμη νά λυτρώσουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τή δουλεία τῆς φθορᾶς. Γι᾿ αὐτό καί ἡ ὀρθόδοξη ψυχή, πλημμυρισμένη ἀπό τό φῶς τῆς ἀναστάσιμης θέας, σπεύδει νά προσκυνήσει μέ εὐλάβεια τόν ἅγιον Κύριον Ἰησοῦν τόν μόνον ἀναμάρτητον.
«Τόν Σταυρόν σου Χριστέ προσκυνοῦμεν»,
Ἡ λατρεία τῆς Ἐκκλησίας ἐξειδικεύεται. Προσκυνοῦμε, Κύριε, τό ἅγιο πρόσωπό σου, πού δέν γνώρισε κανένα ἴχνος ἁμαρτίας. Λατρεύουμε εὐλαβικά τό μυστήριο τῆς λυτρωτικῆς θείας οἰκονομίας σου, τήν παρουσία σου στόν κόσμο, τή ζωή τή γεμάτη κακοπάθεια καί ὀδύνη πού θεληματικά ἀνέλαβες, γιά νά ζήσουμε ἐμεῖς τή ζωή τοῦ Θεοῦ στά χαλάσματα τῆς ἀποστατημένης μας φύσεως. Δοξάζομε τό ὅλο σου λυτρωτικό θεῖο μυστήριο, τό ἀπερινόητο θαῦμα τῆς θείας σου ἐνανθρωπήσεως. Εἰδικότερα ὅμως προσκυνοῦμε τό σταυρό σου, τό σεβάσμιο ξύλο στό ὁποῖο ἐξέτεινες τίς ἄχραντες παλάμες σου, ἐπισυνάγοντας «τά τό πρίν διεστῶτα», δηλαδή Θεόν καί ἄνθρωπο πού τόσο βαθιά ἐχώρισε ἡ ἁμαρτία.τό τίμιο ξύλο πού πότισες μέ τό ἅγιο αἷμα σου, γιά νά ξεπλύνεις τούς ρύπους καί τά ἁμαρτωλά αἴσχη ὁλόκληρου τοῦ κόσμου καί νά κάνεις ν᾿ ἀνθίσει στήν ἐρημιά τοῦ Γολγοθᾶ τό νέο δέντρο τῆς ζωῆς, ὁ βλαστός τῆς οὐράνιας θείας βασιλείας.
Προσκυνοῦμε τό ξύλο τοῦ σταυροῦ στό ὁποῖο ἐκάρφωσες καί ἔσχισες τό γραμμάτιο τῶν ἁμαρτιῶν μας, πού τόσο ἀλόγιστα ὑπέγραψε στήν Ἐδέμ τό πρωτόπλαστο ζεῦγος, «δειγματίσας ἐν παρρησίᾳ» τίς ὑπενάντιες ἀρχές καί ἐξουσίες, τίς ὁποῖες ἐθριάμβευσες μέ τή φωτιά τοῦ λυτρωτικοῦ πάθους σου (Κολ. 2, 15) τό ξύλο, τό ὁποῖο μᾶς ἐξιλέωσε μπροστά στόν Ἅγιο Θεό, μᾶς ἔκανε καί πάλι παιδιά τοῦ Θεοῦ ἀγαπητά, μᾶς ἄνοιξε τήν κλειστή πύλη τῆς Ἐδέμ, ὁδηγώντας μας στά φωτεινά σκηνώματα τοῦ οὐρανοῦ.
Στό δυτικό ἐκκλησιολογικό χῶρο, κυρίως τόν προτεσταντισμό, ὑπῆρχε—καί ἐξακολουθεῖ νά ὑπάρχει—μιά πολύ μεγάλη προκατάληψη ἐναντίον τῆς Ὀρθόδοξης Καθολικῆς Ἐκκλησίας. Μεταξύ τῶν πολλῶν πού τῆς καταμαρτυροῦν, ὅτι τάχα εἶναι Ἐκκλησία χωρίς θεολογική κίνηση καί ζωή, προσκολλημένη δουλικά σέ μιά στεῖρα παράδοση καί τυπολατρεία, τῆς ἐκτοξεύουν καί τή συκοφαντία, ὅτι τόσο στήν θεολογία ὅσο καί στήν πρακτική βίωση τῆς πίστεώς της παραθεωρεῖ τή σημασία τοῦ σταυρικοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ, ὑπερτονίζοντας τήν ἁγία του ἀνάσταση. Τό λιγότερο πού μποροῦμε νά ποῦμε εἶναι, ὅτι οἱ τόσο ἀρνητικές ἐκτιμήσεις αὐτές προέρχονται ἀπό προκατάληψη ὀφειλόμενη σέ ὀδυνηρή ἄγνοια τῆς, ὑποστάσεως, τῆς ζωῆς καί τοῦ θεολογικοῦ δυναμισμοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ὁποίας κέντρο σέ ὅλες τίς ἐκφάνσεις τῆς ἀτομικῆς καί τῆς συλλογικῆς της εὐσέβειας καί λατρείας εἶναι ὁ τίμιος σταυρός.
«Καί τήν ἁγίαν σου Ἀνάστασιν ὑμνοῦμεν καί δοξάζομεν»·
Μετά τόν τίμιο Σταυρό, τό ξύλο τό σεπτό καί σεβάσμιο, ἡ ὀρθόδοξη εὐσέβεια ὑμνεῖ καί δοξάζει τή ζωηφόρο τοῦ Κυρίου ἀνάσταση. Στή συνείδησή της οἱ δύο αὐτές στιγμές τοῦ λυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Χριστοῦ πᾶνε μαζί, στενότατα δεμένες καί ἀδιαχώριστες. Πίσω ἀπό τό σταυρό ροδίζει ἠ ἀνάσταση. Ὁ Γολγοθᾶς ἐκβάλλει στό νικημένο μνῆμα τοῦ ἐξ Ἀριμαθαίας Ἰωσήφ. Ἡ πίκρα τοῦ σταυρικοῦ μαρτυρίου ἀναλυέται στή μεγάλη χαρά καί τή φαιδρότητα τῆς θείας ἐγέρσεως. Καί τά δύο αὐτά γεγονότα ἡ Ὀρθοδοξία γιορτάζει συνδιασμένα, ὡς Πάσχα σταυροαναστάσιμο. Ἡ λέξη Πάσχα σημαίνει διάβαση, ἀπελευθέρωση. Στήν Παλαιά Διαθήκη οἱ Ἑβραῖοι γιόρταζαν τό Πάσχα τους εἰς ἀνάμνηση τῆς ἀπελευθερώσεώς τους ἀπό τή στυγνή δουλεία τῶν Αἰγυπτίων καί τῆς διαπεραίωσής τους στή γῆ τῶν ὑποσχέσεων τοῦ Θεοῦ, τή γῆ τήν ρέουσα μέλι καί γάλα. Ἐμεῖς οἱ χριστιανοί γιορτάζουμεε τό Πάσχα σάν ἀπελευθέρωσή μας ἀπό τήν σκοτεινή πνευματική δουλεία τοῦ νοητοῦ Φαραώ, ἀπό τήν κακότητα καί κακουργία τῶν πονηρῶν πνευμάτων τῆς ἀποστασίας, τοῦ διαβόλου, τοῦ ἄρχοντος τοῦ κόσμου τούτου (Ἰω. 12, 31), συνημμένα μέ τή διαβίβασή μας στή γῆ τοῦ Θεοῦ, στήν ὀμορφιά καί τή διαύγεια τῆς θείας βασιλείας, στήν ὁλοφώτεινη χώρα τῶν ἁγίων καί τῶν ἀγγέλων.
Τό Πάσχα τῶν πιστῶν κυριαρχεῖται ἀπό δύο κορυφαῖες στιγμές τῆς λυτρωτικῆς οἰκονομίας τοῦ Θεοῦ, τό πάθος καί τήν ἀνάσταση. Ἀπό ὅποια ὀπτική γωνία κι ἄν τό δοῦμε, θά τό δοῦμε ἑνιαῖο καί ἀδιάσπαστο, ἄσχετα ἄν ἡ Ὀρθοδοξία τιμᾶ τήν Ἀνάσταση μέ ἰδιαίτερη λαμπρότητα καί χαρά πανηγυρική ὡς τήν κατ᾿ ἐξοχήν ἑορτή της καί πανήγυρη. Μέ τό σταυρικό του θάνατο ὁ Σωτήρας κατήργησε «τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου» (Ἑβρ. 2, 14), συνέτριψε τήν κεφαλή τοῦ νοητοῦ δράκοντα (τοῦ διαβόλου), ἀφάνισε τή δύναμη τῆς ἁμαρτίας, ἀποκατέστησε τή διαταραχθεῖσα σχέση μεταξύ Θεοῦ καί ἀνθρώπων μέ τή δύναμη τῆς ὑπέρτατης ἱλαστικῆς θυσίας του, δώσας τή ζωή του «λύτρον ἀντί πολλῶν» (Μάρκ. 10, 45). Στό σταυρό ἔπεσαν οἱ διαχωριστικοί φραγμοί γκρεμίστηκαν τά ἐμπόδια πού ἔφρασαν τήν εἴσοδο στή ζωή, ὁ ἀποστατημένος ἄνθρωπος βρῆκε καί πάλι τόν πλάστη του πού ἔχασε στό μοιραῖο περιβόλι τῆς Ἐδέμ, γέμισε ἀπό Θεό τό σατανοκρατούμενο λογικό δημιούργημα ἐνῶ μέ τήν ἀνάσταση ἡ φύση ντύθηκε τήν ὀμορφάδα τοῦ Θεοῦ, ἄστραψαν σ᾿ αὐτήν οἱ φωτοειδεῖς χαρακτῆρες τῆς θείας ἐνέργειας, νικήθηκε ὁ θάνατος καί καταπόθηκε ἡ φθορά, ὅλα, ἄνθρωποι καί κτίσματα, μπῆκαν στή διάσταση τῆς ἄφθορης θείας δόξης.
Ἡ νίκη κατά τῆς φθορᾶς συντελέστηκε ἤδη στούς σκοτεινούς μυχούς τοῦ ἅδη, ὅπου ἡ ἀστραπή τῆς θεότητας ἐνέκρωσε τό ἀμειδές χωρίο τοῦ θανάτου, θραύοντας τά αἰώνια δεσμά πού κρατοῦσαν φυλακισμένα τά πνεύματα τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος νεκρῶν. Μέ τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ γέμισε χαρά ἡ πλάση. «Ὦ Πάσχα λύτρον λύπης», ἀναφωνεῖ μέ ἀνακούφιση ὁ λυτρωμένος ἀπό τήν κατήφεια τοῦ θανάτου κόσμος.
«Σύ γάρ εἶ Θεός ἡμῶν, ἐκτός σου ἄλλον οὐκ οἴδαμεν, τό ὄνομα σου ὀνομάζομεν».
Ὑπάρχουν πολλοί θεοί στόν κόσμο αὐτό γιά τούς ἀνθρώπους. Εἶναι οἱ εἰδωλικοί ἀναπλασμοί τῶν πραγμάτων καί τῆς φαντασίας, οἱ δυνάμεις καί τά φαινόμενα τῆς φύσεως, τά διάφορα δημιουργήματα, ἀνθρώπινα πρόσωπα καί ἀξίες, ὁ πλοῦτος, ἡ δύναμη καί ἡ ἐξουσία καί πολλά ἄλλα πού σαγηνεύουν καί καθυποτάσσουν τόν ἄνθρωπο, τά ὁποῖα ὁ Κύριος μέ μιά λέξη χαρακτήρισε ὡς «μαμωνᾶ» (Ματθ. 6, 24). Αὐτά ὁ ἄνθρωπος τά ἀπολυτοποιεῖ, τά θεοποιεῖ καί τά λατρεύει καί στήν προσκόλησή του σ᾿ αὐτά χάνει τήν ψυχή του.
Αὐτό φυσικά συμβαίνει σέ ἀνθρώπους ὑλοκρατούμενους καί χαμαιπετεῖς, οἱ ὁποῖοι εἶναι νεκροί πνευματικά, τῶν ὁποίων θεός εἶναι ἡ κοιλία (Φιλιπ. 3, 19) καί ἡ αἰσθησιακή ἡδονική ἀπόλαυση («ἀναπαύου, φάγε, πίε, εὐφραίνου».(Λουκ. 12, 19). Τό ἴδιο ὅμως δέν συμβαίνει καί στήν ὀρθόδοξη ψυχή. Αὐτή ἕνα καί μόνο Θεό ἔχει, τόν παθόντα καί ἀναστάντα Κύριο. Μετά τή δοξολογική ἀνύμνηση τοῦ πάθους καί τῆς ἀναστάσεως, προβαίνει στή μεγάλη δήλωση. Κύριε, δοξάζουμε καί ἀνυμνοῦμε τά σεπτά πάθη σου καί τήν ἀνάστασή σου, στά ὁποῖα εἶναι ἐγκλωβισμένη ἡ ψυχή μας, γιατί ἐσύ εἶσαι ὁ μοναδικός καί ἀληθινός Θεός μας.ἔξω ἀπό ἐσένα δέν γνωρίζουμε ἄλλο Θεό, τό ὄνομά σου τό ἅγιο ὀνομάζουμε. Σ᾿ ἐσένα πιστεύουμε τήν τρισυπόστατη θεότητα, πού μᾶς ἔπλασε, μᾶς συντηρεῖ, μᾶς ἀγαπᾶ καί ὅταν πλησίασε ὁ χρόνος ἦλθε κοντά μας στή γῆ γιά νά μᾶς σώσει ἀπό τήν κακότητα καί τήν ἀλογιστία μας.πού πέθανε κι ἀναστήθηκε γιά μᾶς, μᾶς δυναμώνει μέ τή χάρη του στή δυσκολία καί τήν τραχύτητα τῆς ἐπίγειας ζωῆς μας καί ἔχει ἑτοιμάσει γιά μᾶς δεῖπνο στήν ἀπεραντοσύνη τῆς θείας βασιλείας Του.
Ἔξω ἀπό τή διάσταση τοῦ θείου σου ὀνόματος, τό ὁποῖο ἀνυμνοῦν οἱ ἄγγελοι στόν οὐρανό, ὑπάρχει ἡ πνευματική νέκρωση καί ὁ θάνατος, ἡ ἀθλιότητα καί ἡ δυστυχία, ἡ ἔσχατη ἐξαθλίωση τῆς ὑπάρξεως, ὁ κλαυθμός καί ὁ βρυγμός τῶν ὀδόντων (Ματθ. 8, 12, Λουκ. 13, 28). Τό ὄνομά σου, λοιπόν, Κύριε, «τό ὑπέρ πᾶν ὄνομα» (Φιλιπ. 2, 9), τό ὄνομα τοῦ νεκρωμένου καί ἀναστημένου μας Θεοῦ, πού εἶναι ὁ μόνος ἀληθινός Κύριος τοῦ οὐρανοῦ καί τῆς γῆς, κρατᾶμε βαθιά μέσα στήν ψυχή μας, τό κρατᾶμε μέ εὐλάβεια καί τό δοξολογοῦμε, ζητώντας του νά μᾶς κρατεῖ κάτω ἀπό τή χάρη του, νά μᾶς φωτίζει καί νά μᾶς ὁδηγεῖ ἀδιάπτωτα στό μακάριο ἀγαθό τοῦ Θεοῦ!
«Δεῦτε πάντες οἱ πιστοί προσκυνήσωμεν τήν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν Ἀνάστασιν»·
Οἱ ἄπιστοι δέν μποροῦν νά ἔχουν αἴσθηση τῆς ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ. Πῶς μποροῦν νά γνωρίζουν –καί λιγότερο βέβαια νά δοξάζουν–κάτι γιά τό ὁποῖο τίποτε δέν ἄκουσαν καί τό ὁποῖο εἶναι ἔξω ἀπό τόν κύκλο τῶν θρησκευτικῶν τους πεποιθήσεων; Ἤ πῶς μποροῦν νά τιμοῦν καί νά δοξάζουν τήν ἀνάσταση ἄνθρωποι, πού βαπτίστηκαν μέν χριστιανοί ὅμως καμιά αἴσθηση στήν ψυχή τους, δέν διατηροῦν γιά τό συγκλονιστικό τῆς πίστεως γεγονός, τό ὁποῖο συνδέουν ἐθιμοτυπικά μέ τό κερί τῆς Ἀνάστασης καί τά κόκκινα αὐγά;
Ἡ ἀνάσταση εἶναι ὑπόθεση τῶν πιστῶν, αὐτῶν πού, παρά τή δυσκολία τοῦ μυαλοῦ, ἔχουν ὁλάνοικτες τίς καρδιές τους στό φωτεινό θαῦμα τοῦ Θεοῦ, καί μέ τά μάτια τῆς ψυχῆς τους θεῶνται μυστικά τόν Κύριο νά θραύει τίς ἁλυσίδες τῆς φθορᾶς καί νά βγαίνει νικητής ἀπό τίς σκοτεινές σπηλιές τοῦ ἅδη καί τά ψυχρά τοιχώματα τοῦ τάφου. Εἶναι ὑπόθεση αὐτῶν πού πιστεύουν στό Θεό καί τήν ὑπόθεση τῆς σωτηρίας.αὐτῶν πού εἶναι αἰχμαλωτισμένοι στή λυτρωτική βούληση τοῦ Θεοῦ, ἔχοντας κρυμμένο στήν ψυχή τους τό μαργαρίτη τῆς θείας βασιλείας, ὄντας καλεσμένοι στό δεῖπνο τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ὅλα αὐτά τά πιστά τέκνα της καλεῖ ἡ Ἐκκλησία νά ἔλθουν ἀπό ὅλα τά σημεῖα τοῦ ὁρίζοντα, κρατώντας ἀναμμένες τίς λαμπάδες τῆς ψυχῆς τους, νά προσκυνήσουν «τήν τοῦ Χριστοῦ ἁγίαν Ἀνάστασιν», τή Λαμπρή, τήν ἡμέρα «ἥν ἐποίησεν ὁ Κύριος», πού ἔντυσε μέ φῶς τήν κτίση καί τά πέρατα!
«Ἰδού γάρ ἦλθε διά τοῦ Σταυροῦ, χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ».
Μέσα στό τρισήλιο φῶς τῆς Ἀναστάσεως ἡ ὀρθόδοξη ψυχή δέν λησμονεῖ τόν Τίμιο Σταυρό. Σταυρός καί ἀνάσταση – ὅπως ἔχουμε ἤδη τονίσει- πᾶνε ἀδιαχώριστα μαζί. Ὅπου εἶναι τό ἕνα, ἐκεῖ εἶναι καί τό ἄλλο. Εἶναι τά δύο βάθρα στά ὁποῖα στηρίζεται τό σταυροαναστάσιμο Πάσχα τῆς ζωῆς. Ἄν δέν πέθαινε ὁ Χριστός στό σταυρό, δέν θά ὑπῆρχε ὁ ἀνοικτός τάφος τῆς Ἱερουσαλήμ. Ἄν δέν προηγοῦνταν ἡ ἀτίμωση τοῦ σταυρικοῦ μαρτυρίου, δέν θ᾿ ἀκολουθοῦσε ἡ δόξα τῆς μεγάλης ἡμέρας τοῦ Κυρίου. Ἔπρεπε πρῶτα νά συντριβεῖ τό κράτος τῆς ἁμαρτίας, γιά ν᾿ ἀνθίσει στά ἐρείπιά της ὁ φωτεινός βλαστός τῆς θείας ζωῆς. Ἔπρεπε προηγούμενα νά καταβληθεῖ ἡ θλίψη, γιά ν᾿ ἀκολουθήσει ἡ ὑπέρτατη χαρά.
Τό Πάσχα τῶν πιστῶν εἶναι «λύτρο λύπης». Πρίν ὅμως ἀπό τήν ἀνάσταση ὁ Χριστός ἦλθε «διά τοῦ σταυροῦ, χαρά ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ.» Ὤ τό γλυκύ καί παράδοξο τῆς πίστεως! Ἡ λύπη συμπλεκόμενη μέ τή χαρά. Τό πένθος τό χαροποιό, ἡ χαρμολύπη τῆς Ὀρθοδοξίας! Ποιά λογική μπορεῖ νά συμβιβάσει τά πράγματα αὐτά; Μόνο ὁ χριστοποιημένος νοῦς (1 Κορ. 2, 16) μπορεῖ νά λύσει τό αἴνιγμα, ζῶντας τή «λογική» τῆς πίστεως.
Ἡ χαρά, λοιπόν, πρωτοάνθισε στό ξύλο τοῦ σταυροῦ. Ὅπως τό ξύλο τῆς ζωῆς στά παλιά πότισε φαρμάκι καί ὀδύνη τόν κόσμο μέ τό παράπτωμα τοῦ Ἀδάμ, ἔτσι καί τό ξύλο τοῦ σταυροῦ μέ τή λυτρωτική θυσία τοῦ Κυρίου κέρασε χαρά τόν πονεμένο κόσμο. Σκόρπισε χαμόγελο στίς ψυχές τῶν ἀνθρώπων, πού τίς ἔσκιαζε ἡ κατάρα καί ὁ θάνατος. Τήν χαρά αὐτή τήν ἀνάφλεξε κατόπιν τό «χαίρετε», πού ὁ ἀναστάς Κύριος ἀπηύθυνε στίς ἀμήχανες μυροφόρες, γιά νά γίνει ἡ χαρά τό θερμοκήπιο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς στίς πρός Θεόν θεῖες ἀναβάσεις της. Ἡ σταυροαναστάσιμη χαρά εἶναι χαρά «ἐν ὅλῳ τῷ κόσμῳ». Ὁ Χριστός δέν πέθανε ἐπιλεκτικά γιά ὁρισμένους ἀνθρώπους, ἀλλά γιά ὅλους («εἷς ὑπέρ πάντων ἀπέθανεν». 2 Κορ. 5, 14). Εἶναι δέ τραγικά λυπηρό ἡ μεγάλη αὐτή χαρά, ἡ πνευματική εὐφορία τῆς ψυχῆς νά παραμένει ἀπρόσιτη στούς πολλούς, σέ ὅλους ἐκείνους πού σιτίζονται μέ τά ὀψώνια τοῦ θανάτου, μέ τήν πίκρα τῆς ἁμαρτωλῆς ζωῆς!
«Διά παντός εὐλογοῦντες τόν Κύριον, ὑμνοῦμεν τήν Ἀνάστασιν αὐτοῦ».
Τό συνεχές καί παντοτινό τῆς λατρείας τοῦ Θεοῦ καί τῆς βιώσεως τοῦ λυτρωτικοῦ ἀγαθοῦ γενικότερα, ἀποτελεῖ τή χρυσή βάση τῆς ὀρθόδοξης εὐσέβειας καί τῆς ἀρετῆς τῆς ψυχῆς. Ἀντίθετα, ἡ ἀκηδία, ὅταν δηλαδή τό πνεῦμα δέν ἔχει εὐστάθεια ἀλλά, χαυνωμένο, ἀλλάζει συνεχῶς στάση, μετεωριζόμενο διαρκῶς καί παρασυρόμενο εἶναι μεγάλο κακό, πού μπορεῖ νά βλάψει τήν πνευματική οὐσία τοῦ ἀνθρώπου, νά τήν ὁδηγήσει στόν αἰώνιο θάνατο.
Οἱ πιστοί εὐλογοῦν διά παντός τόν Κύριο. Εἶναι τό «νῦν καί ἀεί» τῆς τριαδικῆς δοξολογίας. Πνιγμένοι στίς δωρεές του, τόν εὐλογοῦν ἀκατάπαυστα «ἐν παντί τόπῳ τῆς δεσποτείας αὐτοῦ», σέ κάθε στιγμή καί σέ κάθε ὥρα, ἡμέρα καί νύκτα, στό φῶς καί τό σκοτάδι, στή δουλειά καί τό μόχθο τους, στίς εὐχάριστες στιγμές τῆς ζωῆς καί στίς πικρές ὧρες τους. Ἰδιαίτερα τόν ὑμνολογοῦν γιά τό ὑπέρτατο ἀγαθό, τή μεγάλη δωρεά τῆς θείας του ἀνάστασης. Γιατί βρίσκουν σ᾿ αὐτήν τό νόημα τῆς ζωῆς τους, τούς δυναμικούς στόχους τῆς ὑπάρξεώς τους. Ἡ ἀνύμνηση τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ μόνη δέουσα στάση τοῦ λογικοῦ πλάσματος ἀπέναντι στό δωρεοδότη Κύριο, ἡ μόνη ἀπόκριση τοῦ πλάσματος στόν πλάστη του, στόν ἀναστάντα Σωτῆρα του. Ὄχι ὅτι ὁ Θεός ἔχει ἀνάγκη ἀπό τή δική μας δοξολογική ἀνύμνηση. Ἀλλά γιατί αὐτό εἶναι δική μας ὑποχρέωση. Ἄλλο δέν ἔχουμε ν᾿ ἀντιπροσφέρουμε ἰσάξιο πρός τό μέγεθος τῆς θείας δωρεᾶς. Αὐτό πού μποροῦμε νά τοῦ ἀποδώσουμε εἶναι ἡ ταπείνωση, ἡ ἀγάπη καί ἡ εὐγνωμοσύνη μας μαζί μέ τήν εὐλογία τοῦ θείου του Ὀνόματος. «Εἴη τό ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον ἀπό τοῦ νῦν καί ἕως τοῦ αἰῶνος».
«Σταυρόν γάρ ὑπομείνας δι᾿ ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν».
Καί πάλιν ἡ ὑπόμνηση τοῦ σταυρικοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ. Ἡ ἀνάσταση ποτέ δέν εἶναι μετέωρη καί ξεκάρφωτη στήν ὀρθόδοξη σωτηριολογία καί εὐσέβεια. Ἡ ἀνάσταση εἶναι ὑπαρκτή, γιατί προηγήθηκε αὐτῆς ὁ πόνος τοῦ σταυρικοῦ μαρτυρίου. Ὁ Χριστός ὑπέμεινε τό πάθος «δι᾿ ἡμᾶς». Ὄχι γι᾿ ἄλλο λόγο, ἀλλά γιατί θέλησε νά μᾶς σώσει ἀπό τήν αἰώνια καταστροφή. Ὑπέστη δέ τό πάθος ἑκουσίως, ἐπειδή ἔτσι θέλησε, καί ὄχι ἀναγκαστικά, πιεζόμενος ἀπό ὅποιες ἄλλες σκοπιμότητες. Ἀπέθανε στή σάρκα του («σαρκί»), γιατί ἔτσι ἔκρινε πρόσφορο ἡ ἀπειράγαθη βούληση τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Μόνο μέ τόν ἑκούσιο θάνατο τοῦ ἀναμάρτητου, ὁ ὁποῖος οὐδέν ὤφειλε στό θάνατο (τό ἀπόκριμα αὐτό καί τό ὀψώνιο τῆς ἁμαρτίας) μπόρεσε νά πραγματοποιηθεῖ θυσία ἱλαστήρια, νά ἱκανοποιηθεῖ τό αἴτημα τῆς θείας ἁγιότητας καί δικαιοσύνης, νά καταβληθεῖ δραστικό λύτρο ἐξαγορᾶς τοῦ αἰχμαλωτισμένου στήν ἁμαρτία κόσμου, νά παραλύσει ἡ σιδερένια λαβή τοῦ θανάτου πού ἔσφιγγε τό ἀποστατημένο γένος τῶν ἀνθρώπων καί νά πεθάνει ὁ θάνατος. «Θανάτῳ θάνατον πατήσας»!
Μόνο ἔτσι μποροῦσε νά στηθεῖ ἡ ἀνάσταση, ν᾿ ἀνοιχτεῖ ὁ Παράδεισος, νά λουστεῖ μέ φῶς ὁ κόσμος καί ν᾿ ἀνθίσει ἡ χαρά στίς καρδιές τῶν σεσωσμένων. Ἡ ἀνάσταση περνᾶ ἀπαραίτητα ἀπό τό τίμιο ξύλο τοῦ σταυροῦ.
Τελειώνουμε τό σύντομο αὐτό σχολιασμό μας μέ μιά ὁλόθερμη εὐχή: Ν᾿ ἀπολαύσουμε πιό πραγματικά καί σέ ὅλη τήν ἔκταση τοῦ λυτρωτικοῦ μυστηρίου του τόν Κύριό μας στήν ἀνέσπερη ἡμέρα τῆς βασιλείας του: «δίδου ἡμῖν ἐκτυπώτερον σοῦ μετασχεῖν ἐν τῇ ἀνεσπέρῳ ἡμέρα τῆς βασιλείας σου».
῾H ζῶσα ζωὴ- Ἡ εἰκόνα τῆς Ἀναστάσεως
Ὀλιβιὲ Κλεμὰν
Ἡ ἀληθινὴ εἰκόνα τῆς Ἀνάστασης εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς εἰς Ἅδου καθόδου, εἶναι ἡ εἰκόνα τῆς τῶν ὅλων ἀναστάσεως. Ὁ θριαμβεύων Χριστός, περιβεβλημένος τὸ φῶς τῆς δόξας Tου, ποὺ ὑποδηλώνει τὴν ὑπερβατικότητά του, θρυμματίζει κάτω ἀπὸ τὰ πόδια Του τὶς πύλες τοῦ ἅδη, παίρνει τὸν Ἀδὰμ καὶ τὴν Εὔα, ὄχι ἀπὸ τὸ χέρι, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν καρπὸ τοῦ χεριοῦ, ‒‒παίρνει δηλαδὴ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο καὶ τὸν καθένα μας—καὶ τοὺς κάνει νὰ ἀναπετάσουν κυριολεκτικὰ ἔξω ἀπὸ τοὺς τάφους τους. Ἀπὸ τότε, μέσα στὴν Ἐκκλησία καὶ παντοῦ στὸν κόσμο (ἀλλά, στὴν πραγματικότητα, ἡ Ἐκκλησία εἶναι ποὺ φέρει μέσα της τὸν κόσμο), τὸ Χέρι τοῦ Χριστοῦ δὲν ἔπαψε νὰ σχίζει τὰ σκοτάδια, καί, ἔτσι ὅπως εἶναι διάτρητο,νὰ μᾶς χαρίζει “τὸ Φῶς τῆς Ζωῆς”. Ἔτσι προσδιορίζεται τὸ νόημα τοῦ Πάσχα. Ὁ Θεὸς ἐνσαρκώνεται καὶ “κατέρχεται” ἴσαμε κάτω στὸ θάνατο καὶ τὸν ἅδη γιὰ νὰ μᾶς διανοίξει, διὰ μέσου τῆς ἀναστημένης ἀνθρώπινης φύσης Του, τὴν ὁδὸ τῆς ζώσης ζωῆς, τὴν ὁδὸ τῆς ἔγερσης καὶ τῆς ἀγαθῆς ἰσχύος, τὴν ἴδια τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. “Θεὸς ἐνηνθρώπησεν” λέγουν οἱ Πατέρες, “ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν”¹ ἢ ἀκόμη: “Ὁ Θεὸς προσέλαβε σάρκα διὰ νὰ δυνηθῇ ὁ ἄνθρωποςνὰ λάβῃ Πνεῦμα”. Καὶ ἡ θέωση, ἔτσι ὅπως ὁρίζεται ἀπότομα, δὲν σημαίνει τὴν κατάργηση τοῦ ἀνθρωπίνου, μὰ τὴν πληρότητά του, γιατὶ ὁ ἄνθρωπος δὲν εἶναι ἀληθινὰ ἀνθρώπινος παρὰ μόνο “ἐν Θεῷ”.
Θὰ μπορούσαμε νὰ τάξουμε τὴν πιὸ κάτω προοδευτικὴ σειρά: Ἀνάσταση=Θέωση= ζωοποίηση μιᾶς ζωῆς, ποὺ εἶναι πιὸ ἰσχυρὴ ἀπὸ τὸ θάνατο=ἡ υἱοθεσία μας ἐν τῷ Υἱῷ=ἡ Χριστοείδειά μας ἐν τῷ Πνεύματι. Στὸ “Μέγα Κατατηχητικὸ λόγο” του ὁ Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης συνοψίζει μὲ τὰ πιὸ κάτω λόγια τὸ μυστήριο τοῦ Πάσχα: “Ἐπεὶ οὖν ἔδει γενέσθαι ὅλης τῆς φύσεως ἡμῶν ἐκ τοῦ θανάτου πάλιν ἐπάνοδον, οἰωνεῖ χεῖρα τῷ κειμένῳ ὀρέγων, καὶ διὰ τοῦτο πρὸς τὸ ἡμέτερον ἐπικύψας πτῶμα, τοσοῦτον τῷ θανάτῳ προσήγγισεν, ὅσον τῆς νεκρότητος ἅψασθαι⋅ καὶ ἀρχὴν δοῦναι τὴν φύσιν τῆς ἀναστάσεως τῷ ἰδίῳ σώματι, ὅλον συναναστήσας τὸν ἄνθρωπον τῇ δυνάμει.²
Ὁ Ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας γράφει στὴν πέμπτη ὁμιλία του στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Λουκᾶ: “Ἦταν ἀναγκαῖο νὰ ἐπιστραφεῖ καὶ ἀποκατασταθεῖ στὴ νεκρὴ σάρκα ἡ μέθεξη στὴ ζωοποιὸ δύναμη τοῦ Θεοῦ” (ἐδῶ ἡ λέξη “σάρκα” ὑποδηλώνει ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα, ὅλη τὴ φύση). Ἀλλὰ ἡ ζωοποιὸς δύναμη τοῦ Θεοῦ εἶναι ὁ Λόγος, ὁ μονογενὴς Υἱός. Αὐτὸν εἶναι, ποὺ μᾶς ἀπέστειλε ὡς Σωτήρα καὶ Λυτρωτή… “Ζωὴ ἐκεῖνος κατὰ φύσιν, προσέλαβε σάρκα ὑποταγμένη στὴ φθορὰ μὲ σκοπὸ νὰ καταστρέψει μέσα της τὴν ἰσχὺ τοῦ θανάτου καὶ νὰ τὴ μεταμορφώσει μέσα στὴ ζωή. Ὅπως τὸ σίδερο, ὅταν τεθεῖ σὲ ἐπαφὴ μὲ τὴ φωτιά, πυρακτώνεται, ἔτσι καὶ ἡ σάρκα, μετὰ ποὺ θὰ δεχτεῖ μέσα της τὸ ζωοποιὸ Λόγο… Συνέχεια
Ὁ προδότης Ἰούδας
Ἅγιος Νικόλαος Ἀχρίδος
Ἐπιστολή στόν σιδερὰ Ῥαντοσάββα Ι., γιά τὸν προδότη Ἰούδα
Ῥωτᾶς: «Θὰ συγχωρηθεῖ, ἄραγε, στόν Ἰούδα ἡ ἁμαρτία τῆς προδοσίας τοῦ Διδασκάλου καὶ Κυρίου του Ἰησοῦ Χριστοῦ;». Δὲν γνωρίζω γιά ποιό λόγο σὲ ἐνδιαφέρει κάτι τέτοιο. Γιά μᾶς ἀποτελεῖ τή μεγαλύτερη μέριμνα αὐτό, τὸ νά μὴν προδώσουμε ἐμεῖς τὸν Χριστὸ μὲ τίς ἀνομίες μας. Καὶ ἀκόμα πιὸ σημαντικό· τό πῶς νά σώσουμε τίς ψυχὲς μας. Γιατὶ δές, τὸ ῥολόι τῆς ζωῆς μας μετράει γοργὰ τὶς μέρες καὶ τὶς ὦρες ὑπενθυμίζοντάς μας τὴν ἐπικείμενη ἔξοδο ἀπὸ τοῦτο τὸν κόσμο. Ὅλοι ἐμεῖς θὰ βρεθοῦμε ἐνώπιον τοῦ αἰώνιου Κριτή, ὁ Ὁποῖος θὰ ἐκφέρει τὴ δίκαιη Κρίση Του γιά ὅλα ἐκεῖνα πού πράξαμε στή ζωὴ μας, ἐνώπιον ὅλων τῶν οὐρανίων ἀνθρώπων.
Ὅταν οἱ ἄνθρωποι πηγαίνουν σὲ δίκη, σκέφτεται ὁ καθένας τὰ δικὰ του ἁμαρτήματα καὶ τὶς ἀδικίες καὶ τὸ πῶς θὰ δικαιολογήσει τὸν ἑαυτὸ του ἐνώπιον τοῦ δικαστοῦ. Κανεὶς δέν ἔχει τὸ χρόνο καὶ τὴν ἐπιθυμία νά σκεφτεῖ γιά τὶς ἁμαρτίες τῶν ἄλλων, μήτε καὶ νά μπεῖ στά μυστικὰ τοῦ νοῦ τοῦ δικαστή πού θὰ κρίνει. Ποιός γνωρίζει τὸ πῶς θὰ κρίνει ὁ αἰώνιος Κριτὴς ἐμένα καὶ ἐσένα; Σίγουρο εἶναι μονάχα ἕνα, ὅτι θὰ μᾶς κρίνει κατὰ τὸ δίκαιο καὶ ὄχι ἄδικα, ἐνῶ ἐμεῖς θὰ θέλαμε περισσότερο νά μᾶς κρίνει ὄχι κατὰ τὸ δίκαιο ἀλλὰ μὲ ἔλεος. Μάταια ὅμως. Ἐκεῖνος ὑποσχέθηκε νά κρίνει δίκαια.
Γι’ αὐτὸ μᾶς καταλαμβάνει φόβος καὶ τρόμος. Γι’ αὐτὸ καὶ ἐγώ, δέν ἐπιθυμῶ οὔτε γιά σένα, οὔτε γιά μένα καὶ γιά κανένα στόν κόσμο, νά βρεθεῖ σὲ κείνη τὴν πλευρά πού θὰ βρίσκεται ὁ Ἰούδας ὁ Ἰσκαριώτης. Ἐπειδὴ ὁ Ἰούδας, εἶναι προδότης. Εἶναι προδότης καὶ τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ ἑαυτοῦ του. Πρόδωσε τὸν Χριστό, τοὺς Ἀποστόλους, τὸν ἑαυτὸ του τὸν ἴδιο ὡς ἄνθρωπο. Πρόδωσε τὸν Χριστὸ καὶ τοὺς Ἀποστόλους στούς Ἰουδαίους καὶ τὸν ἑαυτὸ του στό διάβολο. Γιατὶ εἶναι γραμμένο: «τότε εἰσῆλθεν εἰς ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς» (Ἰω. 13, 27). Εἶναι δύσκολο νά μετρήσει κανεὶς ὅλο τὸ βάθος τοῦ κακοῦ πού κατέλαβε τὸν Ἰούδα. Ἦταν ἄπιστος καὶ ἀχόρταγος, κλέφτης καὶ φιλάργυρος, φίλαυτος καὶ προδότης·τέλος, ἀπελπισμένος καὶ αὐτόχειρας.
Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ πολλὲς φορὲς τὸν προειδοποίησε νά ἀφήσει τὸν κακὸ του δρόμο, ἀλλὰ ἐκεῖνος ἔμεινε ἀμετανόητος. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ἔδειχνε ἀπέναντί του, τὴν ἴδια φροντίδα καὶ ἀγάπη καθὼς καὶ στούς ὑπολοίπους μαθητὲς, ἀλλὰ ἐκεῖνος στήν ἀγάπη ἀπαντοῦσε μὲ μῖσος. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, γονάτισε καὶ τοῦ ἔπλυνε τὰ πόδια, λίγο πρὶν τὴν προδοσία καὶ ἀπὸ τὸ χέρι Του, τοῦ πρόσφερε τεμάχιο ἄρτου βουτηγμένο στο ἁλάτι. Μὲ ψωμὶ καὶ ἁλάτι, ἐμεῖς ὑποδεχόμαστε τοὺς ὑψηλοὺς καλεσμένους. Ὁ πρᾶος καὶ ταπεινὸς Κύριος θέλησε νά ἀνυψώσει τὴν ἀξιοπρέπεια τοῦ Ἰούδα, γι’ αὐτὸ τοῦ προσέφερε ἄρτο καὶ ἁλάτι. Τὸν χαιρέτησε μὲ ἄρτο καὶ ἁλάτι, ἀκριβῶς πρὶν τὴν προδοσία. Ὁ Ἰούδας, πῆρε μὲ τὸ χέρι του τὸ ψωμὶ καὶ τὸ ἁλάτι ἀπὸ τὸ χέρι τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τὰ πῆρε μὲ τὸ χέρι μὰ τὰ ἀπέῤῥιψε στήν καρδιά του μὲ περιφρόνηση. Ὁ θνητὸς ἄνθρωπος, ἀπέῤῥιψε τὴν ἀγάπη τοῦ Ἀθανάτου!
Γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς τὸν ἐγκατέλειψε πλήρως, καὶ μετὰ τὸ ψωμί, τότε εἰσῆλθε σ’ ἐκεῖνον ὁ σατανᾶς (Ἰω. 13, 27). Ἀπὸ ἐκείνη τή στιγμή ὁ Ἰούδας, πρώην μαθητὴς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ πρώην ἄνθρωπος, διεγράφη ἀπὸ τὸν κατάλογο τῶν ἀνθρώπων καὶ καταγράφηκε στίς τάξεις τῶν πνευμάτων τῆς κολάσεως. Ἐσὺ τώρα, πειράζεις τὸν Θεὸ καὶ ῥωτᾶς ἂν ὁ Θεὸς θελήσει νά συγχωρήσει τὰ πνεύματα τῆς κολάσεως καὶ νά τὰ σώσει. Δοκιμάζεις τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, καθὼς ἔκαναν καὶ οἱ Ἑβραῖοι δοκιμάζοντας τή δύναμη τοῦ Θεοῦ στό Γολγοθᾶ, λέγοντας: «εἰ υἱὸς εἶ τοῦ Θεοῦ, κατάβηθι ἀπὸ τοῦ Σταυροῦ» (Μτ. 27, 40). Συνέχεια
ΟΙ ΠΛΗΓΕΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Μοῦ γράφεις ὅτι ἄκουσες ἀπό τήν γιαγιά σου κάτι (σάν παραμύθι!), γιά τίς πέντε πληγές τοῦ Χριστοῦ. Καί ρωτᾶς: Ποία εἶναι ἡ πραγματικότητα; Διάβασε τήν Καινή Διαθήκη. Εἶναι ντροπή νά μήν ξέρωμε τήν Πίστη μας. Ἄφησε στήν ἄκρη κάθε ἄλλο διάβασμα! Ἄρχισε τήν μελέτη σου ἀπό τά ἱερά Εὐαγγέλια. Αὐτή εἶναι ἡ πιό σπουδαία καί ἡ πιό λυτρωτική μελέτη. Πρώτη στήν σειρά, ἔρχεται ἡ γνώση τῆς Πίστεως. Καί μετά ἡ κάθε ἄλλη γνώση.
Νά τόν μελετᾶς τόν λόγο τοῦ Θεοῦ. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δίνει ἀξία στόν δικό μας λόγο. Ὅπως τά διαμάντινα στά γυναικεῖα κοσμήματα.
Ἡ ἁγία Γραφή δέν μᾶς τό λέει καθαρά ὅτι οἱ πληγές τοῦ Χριστοῦ εἶναι πέντε. Μά εἶναι ἡ φοβερή πραγματικότητα: δύο στά χέρια˙ δύο στά πόδια˙ καί μία στά πλευρά. Ἀπό τά καρφιά. Καί ἀπό τίς ἁμαρτίες μας. Τρυπημένα τά χέρια πού εὐλογοῦσαν! Τρυπημένα τά πόδια πού βάδιζαν τόν δρόμο τῆς ἀλήθειας! Τρυπημένη ἡ πλευρά, πού ἄναψε τήν θεία καί ἱερή φλόγα τῆς ἀγάπης! Ἔτσι τό θέλησε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ.
-Νά Τοῦ τρυπηθοῦν τά χέρια, γιά τίς ἁμαρτίες πού ἐκάμαμε μέ τά χέρια μας- (φόνους, κλεψιές, βιαιότητες).
-Νά Τοῦ τρυπήσουν τά πόδια, γιά τίς ἁμαρτίες πού ἔκαμαν τά πόδια, (ἕνα δάσος πόδια!), πού ἔτρεξαν νά κάνουν τό κακό, τό κάθε κακό!
-Τοῦ τρύπησαν τήν πλευρά κοντά στήν καρδιά, γιατί ἡ δική μας καρδιά, ἦταν γεμάτη μέ κάθε κακό˙ ἀσέβεια, βλάσφημες σκέψεις, κτηνώδεις ἐπιθυμίες, μῖσος καί φθόνο, καί σχέδια δαιμονικά ἐναντίον ἀδελφῶν, ἐναντίων φίλων, ἐναντίον τοῦ Θεοῦ!
-Τρυπήθηκαν τά χέρια τοῦ Χριστοῦ, γιά νά θεραπευθοῦν οἱ ἁμαρτίες πού ἔκαμαν τά δικά σου χέρια! Συνέχεια
ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ – Ὁ Θάνατος
Ἁγίου Τύχωνος τοῦ Ζαντόνσκ
“Η σκέψῃ τοῦ θανάτου εἶναι ἱκανὴ νά παρακινήσει τὸν ἁμαρτωλὸ σὲ μετάνοια. Μᾶς εἶναι καὶ γνωστὸς καὶ ἄγνωστος ὁ θάνατος. Γνωστός, γιατὶ ξέρουμε ὅτι ὅλοι θὰ πεθάνουμε. Ἄγνωστος, γιατὶ δέν ξέρουμε πότε, ποῦ καὶ πῶς θὰ πεθάνουμε. Ὅσο περισσότερο ζοῦμε, τόσο περισσότερο μικραίνει ἡ ζωὴ μας, τόσο λιγοστεύουν οἱ μέρες μας καὶ πλησιάζουμε στό θάνατο. Εἴμαστε πιὸ κοντὰ του σήμερα ἀπ΄ ὅ,τι χθές, αὐτὴ τὴν ὥρα ἀπ΄ ὅ,τι τὴν προηγούμενη. Ὁ θάνατος βαδίζει ἀόρατος πίσω ἀπ΄τὸν καθένα καὶ τὸν ἁρπάζει τότε πού δέν τὸ ὑποπτεύεται. Ἐντούτοις, σχεδὸν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι – καὶ μάλιστα οἱ ὑγιεῖς καὶ οἱ δυνατοὶ – κάνουν τίς ἀκόλουθες σκέψεις γιά τὸν ἑυατὸ τους:
– Ἐγὼ θὰ ζήσω ἀκόμη ἀρκετά. Εἶναι πολὺ μακριὰ τὸ τέλος μου. Θὰ μαζέψω πλούτη καὶ θὰ εὐφραίνομαι. Μὰ ὁρμάει ξαφνικὰ ἐναντίον τους ὁ θάνατος καὶ σβήνουν τὰ ὄνειρα καὶ οἱ ἐπιθυμίες. Καὶ πεθαίνει γρήγορα ἐκεῖνος πού ἔταξε στόν ἑαυτὸ του μακροζωία. Καὶ ἀφήνει τ΄ ἀγαθὰ του καὶ τὸ σῶμα του στόν κόσμο ἐκεῖνος πού ἤθελε νά συγκεντρώνει πλούτη. Ἄγνωστο, λοιπὸν, μᾶς εἶναι τὸ τέλος, χριστιανοί.
Ὁ φιλάνθρωπος Θεός, ποὺ φροντίζει γιά τὸ καλὸ μας, τὰ καθόρισε ἔτσι, ὥστε νά εἴμαστε πάντα ἕτοιμοι καὶ νά καταφεύγουμε στήν εἰλικρινῆ μετάνοια. Μὲ ὅ,τι θὰ φύγει ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ δῶ, μ΄ αὐτὸ καὶ θὰ παρουσιαστεῖ μπροστὰ στό κριτήριο τοῦ Χριστοῦ.
Ἀδελφοί, ἂς συλλογιστοῦμε προσεκτικὰ αὐτὰ τὰ λόγια κι ἂς μετανοήσουμε, γιά νά μὴν ταξιδέψουμε πρὸς τὴν αἰωνιότητα μὲ τίς ἁμαρτίες μας καὶ ἐμφανιστοῦμε μ΄ αὐτὲς σ΄ ἐκεῖνο τὸ δικαστήριο. Ὁ φιλεύσπλαχνος Θεὸς μᾶς ὑποσχέθηκε τὸ ἔλεός Του, δέν μᾶς ὑποσχέθηκε ὅμως ὅτι θὰ ζοῦμε τὸ ἑπόμενο πρωί. Καὶ τοῦτο, γιά νά εἴμαστε προσεκτικοί, καὶ ὅταν ξυπνᾶμε, νά θυμόμαστε τὸ θάνατό μας, νά διορθώνουμε τὸν ἑαυτὸ μας, νά ἑτοιμαζόμαστε γιά τὴν ἔξοδο μας, ὥστε νά ἔχουμε μακάριο τέλος. Εἶναι φοβερὴ ἡ ὥρα τοῦ θανάτου.
Ὅλοι οἱ ἅγιοι τή σκέφτονταν κι ἔκλαιγαν, ἱκετεύοντας τὸν φιλάνθρωπο Θεὸ νά τοὺς ἐλεήσει ἐκείνη τὴν ὥρα. Ἐκπληκτικό! Νά κλαῖνε οἱ ἅγιοι στή σκέψη τοῦ θανάτου, καὶ οἱ ἁμαρτωλοὶ νά μὴν συγκινοῦνται, ἂν καὶ βλέπουν καθημερινὰ κάποιον νά πεθαίνει. Φτωχοὶ ἁμαρτωλοί! Γιατὶ κοιμόμαστε, ἐνῶ ὁ διάβολος σὰν κλέφτης ἁρπάζει τή σωτηρία μας; Ἂς γράψουμε στή μνήμη μας τὴν ὥρα τοῦ θανάτου καὶ ἂς εἴμαστε ἕτοιμοι. Ἀπ΄ αὐτὴν θὰ ἑξαρτηθεῖ, ἂν ὁ ἄνθρωπος θὰ εἶναι αἰώνια εὐτυχισμένος ἢ αἰώνια δυστυχισμένος. Συνέχεια
Οἱ ἑπτὰ φράσεις τοῦ Χριστοῦ στὸν σταυρό.
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Θέλετε νὰ µάθετε τὴ σηµασία ἐκείνων τῶν ἑπτὰ φράσεων τὶς ὁποῖες εἶπε ὁ Κύριος πάνω στὸν σταυρό. Δὲν εἶναι σαφεῖς;
Πρώτη φράση: «Πάτερ, ἄφες αὐτοῖς˙ οὐ γὰρ οἴδασι τί ποιοῦσι» (Λουκ. 23, 34). Μὲ αὐτὰ τὰ λόγια ὁ Χριστὸς ἔδειξε τὸ ἔλεός του ἀπέναντι στοὺς ἐκτελεστές Του, τῶν ὁποίων ἡ µοχθηρία δὲν ὑποχώρησε οὔτε ὅταν ὑπέφερε στὸν σταυρό. Τὸ δεύτερο εἶναι ὅτι βροντοφώναξε ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ βράχου τοῦ Γολγοθᾶ µία ἀποδεδειγµένη ἀλλά ποτὲ καλὰ συνειδητοποιηµένη ἀλήθεια, δηλαδὴ ὅτι αὐτοὶ ποὺ πράττουν τὸ κακὸ ποτὲ δὲν ξέρουν τί κάνουν. Σκοτώνοντας τὸν Δίκαιο στὴν πραγµατικότητα σκοτώνουν τὸν ἑαυτό τους καὶ ταυτόχρονα δοξάζουν τὸν Δίκαιο. Καταπατώντας τὸν νόµο τοῦ Θεοῦ δὲν βλέπουν τὴ µυλόπετρα, ἡ ὁποία ἀόρατα κατεβαίνει πρὸς αὐτοὺς γιὰ νὰ τοὺς συνθλίψει. Ἐµπαίζοντας τὸν Θεὸ δὲν βλέπουν τὰ πρόσωπά τους νὰ µεταµορφώνονται σὲ θηριώδη ρύγχη. Διαποτισµένοι ἀπὸ τὸ κακὸ ποτὲ δὲν ξέρουν τί κάνουν.
Δεύτερη φράση: «Ἀµὴν λέγω σοι, σήµερον µετ’ ἐµοῦ ἔση ἐν τῷ παραδείσῳ» (Λουκ. 23, 43). Αὐτὸς ὁ λόγος ἀπευθύνεται στὸν µετανιωµένο ληστὴ στὸν σταυρό. Πολὺ παρήγορος λόγος γιὰ τοὺς ἁµαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι τουλάχιστον τὴν τελευταία στιγµὴ µετανοοῦν. Τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπερίγραπτα µεγάλο. Ὁ Κύριος ἐκπληρώνει τὴν ἀποστολὴ Του ἀκόµα καὶ στὸν σταυρό. Ἕως τὴν τελευταία του πνοὴ ὁ Κύριος σώζει ἐκείνους ποὺ δείχνουν καὶ τὴν παραµικρὴ ἐπιθυµία νὰ σωθοῦν.
Τρίτη φράση: «Γύναι, ἴδε ὁ υἱός σου» (Ἰωάν. 19, 26). Ἔτσι εἶπε ὁ Κύριος στὴν Ἁγία Μητέρα Του ποὺ στεκόταν κάτω ἀπὸ τὸν σταυρὸ µὲ τὴν ψυχὴ σταυρωµένη. Καὶ στὸν ἀπόστολο Ἰωάννη λέγει: «Ἰδοὺ ἡ µήτηρ σου» (Ἰωάν. 19, 27). Αὐτὸς ὁ λόγος δείχνει τὴ φροντίδα, ποὺ ὁ καθένας χρωστᾶ στοὺς γονεῖς του. Γιὰ δές, Ἐκεῖνος ποὺ ἔδωσε ἐντολὴ στοὺς ἀνθρώπους: «Τίµα τὸν πατέρα σου καὶ τὴν µητέρα σου» (Ἐξ. 20, 12) ἐκπληρώνει τὴν ἐντολὴ Του τὴν ὕστατη στιγµή. Συνέχεια
Τροπάρια τῶν Μακαρισμῶν Ὄρθρου Μ. Παρασκευῆς
«Ἡ ζωηφόρος σου πλευρά, ὡς ἐξ Ἐδέμ πηγή ἀναβλύζουσα, τήν Ἐκκλησίαν σου, Χριστέ, ὡς λογικόν ποτίζει παράδεισον, ἐντεῦθεν μερίζουσα, ὡς εἰς ἀρχάς, εἰς τέσσαρα Εὐαγγέλια, τόν κόσμον ἀρδεύουσα, τήν κτίσιν εὐφραίνουσα καί τά ἔθνη πιστῶς διδάσκουσα προσκυνεῖν τήν βασιλείαν σου».
Ἡ ζωηπάροχή σου πλευρά, Χριστέ, σάν πηγή πού ἀνέβλυζε ἀπό τήν Ἐδέμ, ποτίζει τήν Ἐκκλησία σου, πού μοιάζει μέ λογικό Παράδεισο μοιράζοντας, ὅπως ἡ πηγή ἐκείνη, μοίραζε σέ τέσσερις ἀρχές (ποταμούς), αὐτή σέ τέσσερα Εὐαγγέλια, πού ποτίζουν (μέ τή σοφία τούς) τόν κόσμο, εὐφραίνουν τήν κτίση, καί διδάσκουν τά ἔθνη νά προσκυνοῦν μέ πίστη τή Βασιλεία σου.
Μιά ὡραία ἀναλογία ἐξαίρεται ἐδῶ μεταξύ τῆς πηγῆς τῆς Ἐδέμ καί τῆς κεντηθείσας πλευρᾶς τοῦ Ἰησοῦ στό σταυρό. Στήν παλαιά Ἐδέμ ὑπῆρχε πηγή, ἡ ὁποία πότιζε τόν Παράδεισο καί στή συνέχεια χωριζόταν σέ τέσσερις «ἀρχές» (δηλαδή ποταμούς). Ὅπως, λοιπόν, ἐκεῖ ἀνέβλυζε πηγή ζωογονούσα τόν Παράδεισο, ἔτσι καί στό σταυρό, ἄνοιξε πηγή πνευματικῆς ζωῆς ἀπό τήν κεντηθείσα πλευρά τοῦ Κυρίου. Ἀπό τήν πηγή αὐτή προῆλθε ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία βρίσκεται στό κέντρο τοῦ νέου πνευματικοῦ Παραδείσου. Καί ἀπό τήν ὁποία χωρίζονται σάν «ἀρχές» τά τέσσερα Εὐαγγέλια, πού ποτίζουν τόν κόσμο μέ τά νάματα τῆς θείας ἀλήθειας, φαιδρύνουν καί δροσίζουν ὁλόκληρη τήν κτίση καί διδάσκουν τά ἔθνη νά προσκυνοῦν πιστῶς τή βασιλεία τοῦ Θεοῦ.
Ἀπό τήν πλευρά, λοιπόν, τοῦ Κυρίου δημιουργήθηκε ἡ Ἐκκλησία, ὁ νέος λογικός Παράδεισος, πού μέ τή χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ἀρδεύει «ἅπασα τήν κτίσιν πρός ζωογονίαν». Συνέχεια
Τροπάριο καί Μακαρισμοί Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς
Τό Τροπάριον
«Ὅτε οἱ ἔνδοξοι μαθηταί ἐν τῷ νιπτῆρι τοῦ δείπνου ἐφωτίζοντο, τότε Ἰούδας ὁ δυσσεβής, φιλαργυρίαν νοσήσας, ἐσκοτίζετο· καί ἀνόμοις κριταῖς σέ τόν δίκαιον κριτήν παραδίδωσι. Βλέπε, χρημάτων ἐραστά, τόν διά ταῦτα ἀγχόνῃ χρησάμενον· φεῦγε ἀκόρεστον ψυχήν τήν διδασκάλῳ τοιαῦτα τολμήσασαν. Ὁ περί πάντας ἀγαθός, Κύριε, δόξα σοι».
Ὅταν οἱ ἔνδοξοι μαθητές κατά τή διάρκεια τοῦ νιπτήρα λάμβαναν τό φῶς τοῦ Θεοῦ, τότε ὁ δυσσεβής Ἰούδας, καταληφθείς ἀπό τή φοβερή νόσο τῆς φιλαργυρίας, γέμιζε ἀπό τό σκοτάδι τῆς παρανομίας. Ἔτσι, σκοτισμένος, παρέδιδε σέ ἄνομους κριτές (νά δικαστεῖς) ἐσένα, τό δίκαιο Κριτή. Βλέπε, ἐσύ πού ἀγαπᾶς τά χρήματα, αὐτόν πού γιά χάρη τους, χρησιμοποίησε τήν ἀγχόνη (κρεμάστηκε)· ἀπόφευγε τήν ἀχόρταγη ψυχή, πού τόλμησε τέτοια πράγματα στό Διδάσκαλο. Σ᾽ ἐσένα, Κύριε, πού εἶσαι πρός ὅλους ἀγαθός, δόξα σοι.
Τό πρόσωπο τοῦ Ἰούδα κατέχει κεντρική θέση στήν ἱστόρηση τοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ. Ἤδη ἡ ὑμνογραφία τῶν προηγούμενων ἡμερῶν τῆς Μ. Ἑβδομάδας ἀσχολήθηκε ἀρκετά μέ τόν προδότη μαθητή. Τό τροπάριο ἐπανέρχεται στό ἴδιο θέμα, τόσο περισσότερο ὅσο ἡ προδοσία ἦταν ἐπί θύραις.
Ἦταν Μεγάλη Πέμπτη. Τό ἑσπέρας ὁ Χριστός θέλησε μέ τούς μαθητές του νά φάγει τό τελευταῖο Πάσχα τῆς ζωῆς του, στό ὁποῖο θά συνιστοῦσε τό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας. Οἱ μαθητές ἦταν ὅλοι συγκεντρωμένοι σέ ὑπερῶο δωμάτιο στά Ἱεροσόλυμα, ὅπου ὅλα εἶχαν ἑτοιμαστεῖ γιά τό πασχάλιο δεῖπνο. Μαζί τους ἦταν καί ὁ Ἰούδας.
Ἐνῶ ὅμως οἱ ἕντεκα μαθητές στίς κρίσιμες ἐκεῖνες ὧρες φωτίζονταν ἀπό τήν ἀκτινοβολία τοῦ θείου Διδασκάλου καί ὁ νοῦς τους ἀνοιγόταν στή Χάρη γιά νά δεχτεῖ τίς φωταύγειες τοῦ σωστικοῦ μυστηρίου, ὁ Ἰούδας ἦταν παραδομένος στό σκοτάδι τοῦ αἰώνιου θανάτου. Ἀσυγκίνητος στό θαῦμα τοῦ Θεοῦ, ὁ νοῦς του ἀπουσίαζε ἀπό τήν οὐράνια μυσταγωγία, ἔτρεχε μακριά, πολύ μακριά, ἔφτανε στά ἔγκατα τοῦ ἅδη, στό ζοφερό σκοτάδι τῆς κολάσεως. Ἦταν κολλημένος στούς ἐχθρούς τοῦ Χριστοῦ, πού ἤθελαν νά τόν θανατώσουν, καί σχεδίαζε νά τούς παραδώσει τόν ἐλευθερωτή τοῦ κόσμου. Μελετοῦσε τήν προδοσία!
Τρομερό τό κατάντημα τοῦ προδότη μαθητῆ! Ὁ ποιητής τοῦ τροπαρίου ἐπισύρει τήν προσοχή τοῦ ἀνθρώπου· Βλέπε, λέγει, ἐσύ πού ἀγαπᾶς εἴτε τό πολύτιμο μέταλλο, εἴτε τά χάρτινα τραπεζογραμμάτια, ἐσύ πού περιορίζεις τήν ψυχή καί τή ζωή σου στά χρήματα καί κάνεις τά πάντα γιά νά τά ἀποκτήσεις, ὁ ἀνάλγητος δοῦλος τοῦ μαμωνᾶ, ὁ δεινός φιλάργυρος, βλέπε ἐκεῖνον, πού γιά τήν ἀγάπη τῶν χρημάτων βρῆκε θάνατο φρικτό καί ἐπώδυνο, κρεμάστηκε σ᾽ ἕνα ἀφιλόξενο δέντρο! Ἀπόφευγε, φωνάζει, τήν ἀκόρεστη ψυχή, πού γιά τά χρήματα τόλμησε νά φτάσει στήν προδοσία τοῦ Διδασκάλου! Συνέχεια