Ο ΜΕΓΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ
Χρήστου Γκότση
Ἕνας ἀπὸ τοὺς Τρεῖς Ἱεράρχες ὁ Μέγας Βασίλειος, μεγάλος Πατέρας καὶ Οἰκουμενικὸς διδάσκαλος, τιμᾶται ἰδιαίτερα ἀπὸ τὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Δυὸ φορὲς τὸ χρόνο (1 καὶ 30 Ἰανουαρίου) ἑορτάζεται ἡ μνήμη του καὶ δέκα φορὲς τελεῖται ἡ Λειτουργία του. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία εἶναι μέγας καὶ οὐρανοφάντωρ.
Ἡ τελευταία προσωνυμία ὀφείλεται σ’ αὐτὰ πού πρόσφερε μὲ τὸ πνεῦμα του καὶ τὴ ζωή του. Εἶναι δηλαδὴ αὐτὸς πού ἀποκάλυψε, φανέρωσε τὰ οὐράνια. Μὲ τὰ γραπτά του καὶ τὴ διδασκαλία του θεολόγησε βαθιὰ φανερώνοντας στοὺς ἀνθρώπους τὰ μυστήρια τοῦ οὐρανοῦ: αὐτὸ τῆς Ἁγίας Τριάδος καὶ ἐκεῖνο τῆς Θείας Οἰκονομίας, πῶς δηλαδὴ ὁ Θεὸς οἰκονόμησε, σχεδίασε καὶ πραγματοποίησε τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων.
Πρόσφερε ἀκόμη πολλὰ καὶ μὲ τὴ ζωή του. Ἦταν ὑπόδειγμα πιστοῦ κληρικοῦ, λειτουργοῦ τῆς Ἐκκλησίας. Ἔλαμψε ὡς τὸν οὐρανὸ καὶ «ἡ λαμπρότης του εἰς ὕψος φαίνεται». Σ’ ὅλους ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν νόμος καὶ κανόνας ἀρετῆς· ὁ λόγος του ἦταν ζωή. Ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος πού λέει τὰ τελευταῖα αὐτά προσθέτει; «Ὀμορφιά τοῦ Βασιλείου ἦταν ἡ ἀρετὴ·τῆς μεγαλοσύνης του, ἡ θεολογία· πορεία του, τὸ ἀεικίνητο πού τὸν ἔφερνε μὲ τὶς ἀναβάσεις τοῦ στοχασμοῦ του ὡς τὸν Θεό. Καὶ δύναμή του ἦταν ἡ σπορὰ καὶ διάδοση τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτὸ ἐγὼ τουλάχιστον δὲν θὰ δίσταζα νὰ πῶ τοῦτο: σ’ ὅλη τὴ γῆ ἁπλώθηκε ἡ φωνή του καὶ στὰ πέρατα τῆς οἰκουμένης ἀκούστηκαν τὰ δυνατὰ λόγια του» (Ἐπιτάφιος… 66. ΕΠΕ 6,242). Εἶναι ὁ θεολόγος τοῦ μέτρου καὶ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὅπως εὔστοχα παρατήρησε ἕνας βιογράφος του.
Αὐτά ἀκριβῶς λέει καὶ τὸ Ἀπολυτίκιο τοῦ Ἁγίου: «Εἰς πᾶσαν τὴν γῆν ἐξῆλθεν ὁ φθόγγος σου, ὡς δεξαμένην τὸν λὸγον σου· δι’ οὗ (=μ’ αὐτόν) θεοπρεπῶς ἐδογμάτισας, τὴν φὺσιν τῶν ὄντων ἐτράνωσας (= φανέρωσες τὰ μυστικά τους), τὰ τῶν ἀνθρώπων ἤθη κατεκόσμησας. Βασίλειον ἱεράτευμα, Πάτερ ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἡμῖν τὸ μέγα ἔλεος».
Τὰ χαρίσματα αὐτὰ τὰ ἀπόλαυσαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι γιατί, ὅπως λέει ὁ στίχος τοῦ Συναξαρίου, «ζῆ καὶ παρ’ ἡμῖν, ὡς λαλῶν ἐκ τῶν βιβλίων» του. Εἶναι ὁ «βασίλειος κόσμος (=ὀμορφιά) τῆς Ἐκκλησίας», «χαράκωμά της καὶ τεῖχος ὀχυρόν». Εἶναι αὐτὸς πού οἰκειοποιήθηκε «πάντων τῶν ἁγίων τὰς ἀρετάς» καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει ὅλοι μας «νὰ μιμηθοῦμε τὴν πίστιν, τὴν ζέσιν (=ζῆλο), τὴν ταπείνωσίν» του (ἀπὸ τὰ τροπάρια τῆς 1ης Ἰανουαρίου).
Ὕστερα ἀπὸ αὐτά, ἦταν φυσικὸ νὰ τὸν τιμήσει καὶ ἡ εἰκονογραφία. Ἔχουμε εἰκόνες, ψηφιδωτά, τοιχογραφίες, καθὼς καὶ μικρογραφίες πού ἀρχίζουν ἀπὸ πολὺ παλιά. Μὲ αὐτὴν τὴν ποικιλία τῶν ἀπεικονίσεων θέλησε ἡ Ἐκκλησία νὰ διασώσει τὰ χαρακτηριστικά τῆς μεγάλης μορφῆς του. Τὰ βρίσκουμε στὸν Ἔλπιο τὸν Ρωμαῖο (9ος-10ος αἰών) καὶ στὸ Συναξάριο τῆς ἰδιαίτερης ἑορτῆς του, καθὼς καὶ ἐκείνης τῶν Τριῶν Ἱεραρχῶν. Τὰ παραθέτουμε σὲ μετάφραση τοῦ ἁγίου Νικόδημου τοῦ Ἁγιορείτου:
«Ὁ δὲ Μέγας Βασίλειος ἦτο κατὰ τὴν θέσιν καὶ τὸ ἀνάστημα τοῦ σώματος πολλὰ μακρύς, ξηρὸς καὶ ὀλιγόσαρκος, μαῦρος ὁμοῦ καὶ ὠχρός κατὰ τὸ χρῶμα, μακρομύτης, εἶχε τὰ ὀφρύδια στρογγυλά, τὸ δὲ δέρμα τὸ ἐπάνω τῶν ὀφρυδίων, συμμαζωμένον, ἐφαίνετο ὅμοιος μὲ ἄνθρωπον συλλογιζόμενον καὶ προσέχοντα τὸν ἑαυτόν του. Εἶχε τὸ πρόσωπον ζαρωμένον μὲ ὀλίγας χαραγάς (=χαραγματιές, ρυτίδες), εἶχε τὰς παρειάς μακράς καὶ τοὺς μήνιγγας (=κροτάφους) δασεῖς ἀπὸ τρίχας συνεστραμμένας καὶ κυκλοειδεῖς. Ἐφαίνετο εἰς τὴν ἐπιφάνειαν, ὅτι εἶχεν ὀλίγον κουρευμένας τὰς τρίχας· τὸ γένειον εἶχε μακρὸν ἀρκετά, καὶ τὰς τρίχας μαύρας ὁμοῦ καὶ λευκάς» (Συναξαριστής, τόμ. Α’, σ. 429).
Γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν εἰκόνα τοῦ Μ. Βασιλείου, ὅπως τὴν ἀποτύπωσε ἡ βυζαντινὴ ζωγραφική, πρέπει νὰ προσέξουμε τούτη τὴ φράση ἀπὸ τὰ προσωπογραφικὰ του: «ἐφαίνετο ὅμοιος μὲ ἄνθρωπον συλλογιζόμενον καὶ προσέχοντα τὸν ἑαυτόν του». Ἡ ζωὴ τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἦταν γεμάτη ἀγωνίες, φροντίδες, πολυμέτωπους ἀγῶνες. Ἦταν ὑπόδειγμα ποιμένα. Ὅπως γράφει ὁ ἴδιος, δουλειὰ τοῦ ποιμένα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι «νὰ ἐπιστρέφει (στὸ σωστὸ δρόμο) τὸν πλανεμένο ἄνθρωπο, νὰ φροντίζει τὸν πληγωμένο, νὰ γιατρεύει τὸν ἄρρωστο. Στὶς συμφορὲς τῶν ἄλλων νὰ βλέπουμε τὶς δικές μας καὶ νὰ μὴν προσβάλλουμε τὸν Χριστὸ μὲ τὴν ἀπανθρωπιά μας».
Γιὰ νὰ γίνονται ὅμως αὐτά, πρέπει νὰ ξεκινᾶμε ἀπὸ τὸν ἑαυτό μας, ὅπως ἐκεῖνος. Γνώριζε στὸ βάθος τους τὶς ἀρρώστιες τῶν ἀνθρώπων -ψυχικὲς καὶ σωματικὲς- γιατί ἤξερε πολὺ καλὰ τὸν ἑαυτό του, τὴν ψυχή του. Γράφει στὴν ὁμιλία του «Πρόσεχε σεαυτῶ»: «ἐξέτασε τὸν ἑαυτό σου γιὰ νὰ μάθεις ποιὸς εἶσαι, γνώρισε τὴ φύση σου, τὴ σύστασή σου γιὰ νὰ μάθεις πώς τὸ μὲν σῶμα σου εἶναι θνητό, ἡ δὲ ψυχή σου ἀθάνατη». Ὕστερα ἀπὸ αὐτὴ τὴ διαπίστωση, εἶναι πολὺ πειστικὸς ὁ λόγος του: «Νὰ μὴ δίνεις σημασία στὴ σάρκα, διότι περνάει καὶ διαβαίνει, ἀλλά νὰ καταγίνεσαι μὲ τὴν ψυχή σου, πού εἶναι πράγμα ἀθάνατο» (ΕΠΕ, 6,226 καὶ 222).
Εἶχε δίκιο λοιπὸν ὁ φίλος του Γρηγόριος ὁ Θεολόγος πού γράφει πώς ὁ Ἅγιός μας εἶχε λιώσει τὴ σάρκα του ἀπὸ τὴν ἐγκράτεια σὲ βαθμὸ πού φαινόταν σχεδὸν ἄσαρκος γιατί ἦταν ὀλιγοδίαιτος. Καὶ προσθέτει: «Τόσο μεγάλη ἦταν ἡ ἀρετή τοῦ ἄνδρα καὶ τὸ πλεόνασμα τῆς δόξας του, ὥστε πολλὲς μικρὲς ἀρετές του, ἀκόμη δὲ καὶ μερικὰ σωματικά του ἐλαττώματα, μερικοὶ σκέφτηκαν πώς θὰ τοὺς ἔφερναν δόξα ἂν τὰ μιμοῦνταν. Ἐννοῶ τὴν ὠχρότητά του, τὴ γενειάδα του, τὸν τρόπο πού βάδιζε, τὸ ὅτι δὲν μιλοῦσε πρόχειρα καὶ ἀπρόσεκτα, ἀλλά συχνὰ ὕστερα ἀπὸ σκέψη καὶ βαθιὰ ἐξέταση τοῦ πράγματος» (ὅπ.π. 260-262).
Περιγραφὴ τῆς εἰκόνας.
Ἀπὸ τὶς πολλὲς παραστάσεις τοῦ Μεγάλου Βασιλείου ἄλλες εἶναι ὁλόσωμες καὶ ἄλλες σὲ προτομή, ἀπὸ τὴ μέση καὶ πάνω. Ἄλλοτε εἰκονίζεται μόνος καί ἄλλοτε μὲ ἄλλους Ἱεράρχες. Γνωστὴ εἶναι ἡ ἀπεικόνισή του εἴτε μὲ τοὺς δύο ἄλλους μεγάλους Ἱεράρχες, τὸν Γρηγόριο καὶ τὸν Χρυσόστομο, εἴτε ἐκείνη μαζὶ μὲ συλλειτουργοῦντες ἐπισκόπους. Ἡ τελευταία στολίζει τὴν κόγχη τοῦ Ἁγίου Βήματος καὶ ἔχει σχέση μὲ τὴ Θεία Λειτουργία, τὸ κείμενο τῆς ὁποίας αὐτοὶ ἔγραψαν ἤ φέρνει τὸ ὄνομά τους.
Σὲ ὥρα ἱερουργίας τὸν δείχνει καὶ ἡ τοιχογραφία μας. Βρίσκεται ὁ Ἅγιός μας στὴν κεντρικὴ κόγχη τοῦ Ἱεροῦ. Παρουσιάζεται, ὅπως τὸν ξέρουμε ἀπὸ τὰ παραδοσιακὰ χαρακτηριστικά του καὶ τὶς παραπάνω μαρτυρίες τῶν βιογράφων του: ψηλός, λιπόσαρκος, ἐπιβλητικός, στοχαστικός. Φορεῖ τὴν ἀρχιερατική του στολὴ (στιχάριο, φελόνιο, ὠμοφόριο), φέρνει τὸ ἐπιγονάτιο μὲ τὸ ἑξαπτέρυγο καὶ τὸ πετραχήλι του. Μὲ τὸ ἀνυψωμένο δεξί του χέρι κρατεῖ εἰλητάριο, πού τὰ ἀνακρατεῖ τὸ ἄλλο, τὸ ἀριστερό. Σ’ αὐτὸ ἀναγράφεται ἡ ἀρχή τῆς εὐχῆς τοῦ Χερουβικοῦ ὕμνου- ΟΥΔΕΙΣ ΑΞΙΟΣ ΤΩΝ ΣΥΝΔΕΔΕΜΕΝΩΝ ΤΑΙΣ ΣΑΡΚΙΚΑΙΣ ΕΠΙΘΥΜΙΑΙΣ ΚΑΙ ΗΔΟΝΑΙΣ.
Οἱ πολύχρονοι ἀγῶνες του γιὰ τὸ καλό τῆς Ἐκκλησίας τὸν κρατοῦσαν πάντοτε σὲ ἐγρήγορση. Τὸ πλατὺ μέτωπο μὲ τὶς ρυτίδες, τὰ τοξωτὰ φρύδια, τὸ κουρασμένο, ὀξυδερκὲς καὶ αὐστηρό βλέμμα, καθὼς ἡ κλίση τῆς κεφαλῆς καὶ τῶν ὤμων, δείχνουν ἕνα συγκεντρωμένο στὸν ἑαυτό του καὶ στὶς σκέψεις του πρόσωπο. Ἔχουμε μπροστὰ μας τὸν ποιμένα μὲ τὴν ἄγρυπνη φροντίδα, τὸν μεγάλο καὶ βαθὺ θεολόγο, τὸν γλαφυρὸ διδάσκαλο τῆς Ἐκκλησίας, ὁ ὁποῖος «τὰ φρονήματα τῶν κακόδοξων καταβρόντησε (=καταπολέμησε), ρύθμισε τὴν ἠθικὴ συμπεριφορὰ τῶν ἀνθρώπων καὶ ἀποσαφήνισε τὴ γνώση τῶν ὄντων. Ἔτσι μὲ τὴν ὅλη ἀρετή του ὁδήγησε στὴ σωτηρία τὸ λογικὸ ποίμνιο τοῦ Χριστοῦ» (Ἀπὸ τὸ Συναξάριο τῆς ἑορτῆς του).
«Θαυμαστὴ ἑνότητα πνεύματος διέπει ὅλο τὸ ἔργο τοῦ Βασιλείου. Αὐτὴ χαρίζει καὶ στὴ ζωὴ του ἄκρα συνέπεια. Ἰδανικό του νὰ φτάσει τὴν ἁγιότητα. Ὅλα αὐτά πηγὴ τους ἔχουν τὴν ὁλόθερμη ἀποδοχὴ τῆς πίστης. Ἀποστολικὸς ὁ ζῆλος τοῦ Βασιλείου· πρέπει νὰ πολεμήσει τὶς αἱρέσεις, νὰ οἰστρηλατήσει τὸ ποίμνιό του καὶ νὰ μὴν ἀφήσει νὰ γίνει ἡ πίστη συνήθεια. Καὶ δουλεύει ἀκατάπαυστα, μὲ τὸ λόγο καὶ μὲ τὸ νοῦ, νὰ ἀποκαλύψει τοὺς θησαυροὺς πού περιέχει ἡ χριστιανικὴ πίστη, νὰ θεμελιώσει τὴν πίστη, νὰ τὴν κάμει ἀπὸ ἄλογον, λογικήν.
Σὲ τοῦτο τὸ κολοσσιαῖο ἔργο ἀναλώθηκε ὁ Βασίλειος. Σκοπός του νὰ ἀνεβάσει τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχὴ τὴ δική του καὶ τῶν ἄλλων στὴν κατανόηση τῶν μεγάλων ἀληθειῶν τοῦ χριστιανισμοῦ, κατανόηση πού θὰ τὴ συνοδεύει καὶ θὰ τὴν ὁλοκληρώνει τὸ ὁμόλογο ζήσιμο…» (Βασ. Τατάκης,Ἡ συμβολὴ τῆς Καππαδοκίας στὴ χριστιανικὴ σκέψη, Ἀθήνα 1960, σ. 138).
Ό μυστικός κόσμος τών βυζαντινών εικόνων,
ἐκδ. Ἀποστολική Διακονία
Ἐγκώμιο στὸν Μέγα Βασίλειο
Ὁσίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου
Στρέψτε τὰ αὐτιὰ σας σ’ ἐμένα, ἀγαπητοὶ ἀδελφοί· θὰ σᾶς διηγηθῶ μιὰ ὡραιότατη διήγηση. Διότι εἶναι σωστὸ νὰ κρύβει κανεὶς τὶς ἀποφάσεις τῶν βασιλέων, εἶναι ὅμως καλὸ νὰ ἀποκαλύπτει τὰ μυστήρια τοῦ Θεοῦ, ὁ Ὁποῖος μὲ ἀφορμή τούς πιστοὺς δούλους του στηρίζει τοὺς ἀδύναμους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους πρῶτος εἶμαι ἐγώ. Ὑπάρχει λοιπὸν σ’ ἐμένα ὁ πόθος νὰ ἀγγίξω γεγονότα πού ἔχουν συμβεῖ γιὰ τὴ θεραπεία τῆς ταλαίπωρης ψυχῆς μου. Θέλω νὰ βάλω σήμερα στὸν ἀργαλειὸ στημόνι ἀπὸ τὸ ὡραῖο μαλλὶ τοῦ λογικοῦ προβάτου.
Ποθῶ νὰ ὑφάνω κεντημένο χιτώνα ἀπὸ τὸ μαλλὶ τῆς λογικῆς καὶ προσευχητικῆς γλώσσας. Διότι εἶδα κάποτε ἕνα κριάρι πού εἶχε ὡραία ἐμφάνιση καὶ πνευματικὰ κέρατα, τὰ ὁποῖα ἠχοῦσαν μὲ λόγια τοῦ Θεοῦ· καὶ ἀφοῦ τὸ πλησίασα μὲ μεγάλη ἀγωνία, ἀφαίρεσα ἀπ’ αὐτό ἀθόρυβα μιὰ μικρὴ τούφα.
Μὲ κυρίευσε ὅμως ἕνας ἀβάσταχτος φόβος, διότι ἀποτόλμησα τέτοιες φοβερὲς πράξεις, ἐπειδὴ δὲν ἤμουν συνετός.
Θέλετε λοιπὸν νὰ φανερώσω ποιὸ ἦταν αὐτό τὸ κριάρι πού ἦταν στολισμένο μὲ τόσο ὡραῖα χρώματα; Αὐτό τὸ κριάρι ἦταν ὁ σοφὸς καὶ πιστὸς Βασίλειος, ὁ ὁποῖος ἐπισκόπευσε στὴ χώρα τῶν Καππαδοκῶν καὶ κήρυξε στὴν πόλη τῶν Καισαρέων σωτήριες διδασκαλίες γιὰ ὅλη τὴν οἰκουμένη.
Ὁ Βασίλειος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀληθινὰ ἡ βάση τῶν ἀρετῶν, τὸ βιβλίο τῶν ἐπαίνων, ὁ βίος τῶν θαυμάτων· αὐτός πού βαδίζει μὲ τὴ σάρκα καὶ προχωρεῖ μὲ τὸ πνεῦμα· αὐτός πού ζεῖ μὲ τὰ γήινα καὶ ἔχει τὸ βλέμμα του στραμμένο στὰ οὐράνια· αὐτός πού εἶναι τὸ βηρύλλιο πλῆκτρο τῆς μυστικῆς κιθάρας, αὐτό πού ἔτερψε τὴ χορεία τῶν ἁγίων Ἀγγέλων· αὐτός πού εἶναι τὸ σταθερὸ ἀρνί τῆς μάνδρας τῆς ζωῆς, πού καταβρόχθισε τὸ χορτάρι τοῦ ἱεροῦ Πνεύματος· αὐτός πού εἶναι τὸ ἀρνί πού πήδησε ἀπὸ τὸν πόθο καὶ ἅρπαξε τὸ ἄνθος ἀπὸ τὴν κορυφὴ τοῦ τιμίου Σταυροῦ· αὐτός πού εἶναι τὸ παχνὶ τῶν δογμάτων, ἡ γλώσσα τῶν λόγων, τὸ βραβεῖο τῶν ὀρθῶν καὶ ὠφέλιμων νοημάτων· αὐτός πού βύθισε τὸν ἑαυτό του στὸ βυθὸ τῶν Γραφῶν καὶ ἀνέσυρε τὸ λαμπρὸ μαργαριτάρι· αὐτός πού εἶναι τὸ ὥριμο σταφύλι τῆς θεϊκῆς κληματαριᾶς, πού ἀπὸ τὸν οὐρανὸ πῆρε τὴ θεία γλυκύτητα· αὐτός πού εἶναι ἡ ὡραία μεμβράνη τῆς ἱερῆς σοφίας, στὴν ὁποία γράφηκαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ τὰ θεία χαράγματα· αὐτός πού εἶναι τὸ εὔφορο χωράφι τῆς οὐράνιας βασιλείας, τὸ ὁποῖο καρποφόρησε γιὰ τὸν Θεὸ καρποὺς δικαιοσύνης· αὐτός πού εἶναι βουνὸ στολισμένο μὲ τὰ ἄνθη τῆς μυστικῆς τριανταφυλλιᾶς, πού ἡ εὐωδιὰ του ἔφθασε στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό· αὐτός πού ἔψαλε ἐπάνω στὴ γῆ ἄσματα ἀρεστά στὸν Θεὸ καὶ πῆρε ἀπ’ τοὺς οὐρανούς στεφάνια εὐπρόσδεκτα· αὐτός πού ἀντιλήφθηκε τὴ χάρη καὶ διακήρυξε, ὅπως ὁ Ἰώβ, τὴν ὁμολογία του στὸν Σωτήρα τῶν ὅλων, λέγοντας: «Τὸ Πνεῦμα τοῦ Κυρίου τοῦ Θεοῦ εἶναι αὐτό πού μὲ δημιούργησε, καὶ ἡ ἔμπνευση τοῦ Παντοκράτορος εἶναι αὐτή πού μὲ διδάσκει»· βεβαιώνοντας ὅτι μὲ τὴν ἔμπνευση τοῦ Ἁγίου Πνεύματος κήρυττε σὲ ὅλους τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό.
Ποθῶ ἀκόμη νὰ προσθέσω καὶ ἄλλη ὕφανση στὸ λόγο γιὰ τὰ ἐγκώμια, ὥστε μὲ τὴν ἀπόλαυση καὶ μὲ τὴν ἀνάμνηση τοῦ δίκαιου ἄνδρα νὰ βροῦμε στὶς προσευχὲς μας γνώση καὶ κατάνυξη. Πρέπει λοιπὸν νὰ πάρουμε στὰ χέρια μας τὴ σαΐτα τοῦ Πνεύματος καὶ νὰ τακτοποιοῦμε τὸ νῆμα τῶν νοημάτων μας. Ἔπειτα πρέπει νὰ ἑτοιμαζόμαστε γι’ αὐτή τὴν ἐργασία ἔτσι., ὥστε νὰ κλείνουμε μέσα στὸ στημόνι καὶ τὸ ὑφάδι. Ἂν λοιπὸν κάποιος κλώσει αὐτό τὸ μαλλὶ μὲ προσοχή, θὰ προσφέρει στολὴ ἀθανασίας σ’ ἐκείνους πού ποθοῦν αὐτὴ τὴ στολή.
Τέτοιες εἶναι οἱ ἀπαρχές τοῦ μυστικοῦ θρέμματος· τέτοιες εἶναι οἱ σοδειὲς τοῦ ἅγιου κτήματος. Ἔτσι ἄφθονος ἦταν στὴ διδασκαλία, ὥστε νὰ ντύνει ὅσους τύχαινε νὰ εἶναι παρόντες. Ἦταν πνευματοφόρο κριάρι τοῦ κοπαδιοῦ τοῦ Χριστοῦ, τὸ ὁποῖο ἀνθοῦσε μέσα στὸ ἔλεος τῆς λαμπρῆς Ἐκκλησίας· ἀπὸ τὴ μιὰ προσφέροντας ζεστασιὰ στοὺς φτωχοὺς μὲ τὸ μαλλί του, ἀπὸ τὴν ἄλλη, ὁδηγώντας σὲ κατάνυξη τοὺς πλούσιους μὲ τὰ χτυπήματα τῶν κεράτων του. Καθὼς παρέμενε νύχτα καὶ μέρα στὰ ἴδια ἄδυτα, δέχθηκε τὴ Χάρη ἀπὸ τὸν οὐρανό. Γι’ αὐτό καὶ κάθε μέρα βγάζοντας ἄφθονα ἄνθη ὡς πρὸς τὸ λόγο, ἀνανέωνε γιὰ τὶς ψυχὲς τὸν ἀναλλοίωτο στολισμό. Καὶ παρόλο πού μοίραζε τὸν ἑαυτό του στὸν καθένα χωριστά, δὲν ἀλαζονεύονταν γιὰ τὴν ποικιλία του.
Ἐπειδὴ λοιπὸν πλήθαινε στὰ ἄφθαρτα ἄνθη, ἐπειδὴ τρεφόταν μὲ τοὺς ἅγιους κάλυκες, ἐπειδὴ ἔβρισκε ἀνάπαυση πάντοτε μέσα στὶς Γραφὲς καὶ ἀπὸ αὐτές ἔβοσκε ἄφθονο τὸ θεϊκὸ χορτάρι, καί ἀπολάμβανε τὴ χλόη στὰ βοσκοτόπια τῆς ἀποστολικῆς διδασκαλίας, καὶ εὐφραινόταν μέσα στὶς ἱερατικὲς αὐλὲς, γι’ αὐτό καὶ ὁ λόγος του κυλοῦσε σὰν ποταμός, καὶ ἡ ἀρετὴ του προχωροῦσε σὰν τὰ κύματα τῆς θάλασσας. Ἐκεῖ τρεφόταν μὲ θεία νοήματα, καὶ ἐδῶ κήρυττε μὲ δυνατὴ φωνὴ ἀθάνατα λόγια· ἐκεῖ ἔτρωγε ἐνάρετα φαγητά, καὶ ἐδῶ διακήρυττε εὐπρόσδεκτα λόγια. Δὲν ἦταν δηλαδὴ ἡ τροφὴ του στρύχνος καὶ βάτος, ἀλλά ἦταν ρόδο καὶ κρίνο, κρόκος καὶ κιννάμωμο. Ἀκολουθοῦσε δηλαδὴ πίσω ἀπὸ τέτοιο χορτάρι, ἀρωματίζοντας τὴν τροφή του μὲ μυστικὰ βλαστάρια. Γι’ αὐτό καὶ τὸ μαλλὶ του γίνονταν λαμπρό, καὶ ἦταν κατάλληλο γιὰ τὴν ὕφανση τῶν θείων διδαγμάτων.
Καὶ γιὰ ποιὸ λόγο πρέπει νὰ λέω πολλὰ γι’ αὐτό τὸ κριάρι, ὅπου ὁλόκληρο ἔγινε σκεῦος ἕτοιμο, ὄχι σκεῦος τυχαῖο, ἀλλά τέτοιο πού εἶδε ὁ Πέτρος νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸν οὐρανό, πιασμένο ἀπὸ τὶς τέσσερες ἄκρες; Ἀλλά ἐκεῖνο κατεβαίνοντας στὴ γῆ, ἔδειξε ὅτι εἶχε πτηνὰ καὶ τετράποδα· ὁ Βασίλειος ὅμως πού βρῆκε τὴν ἄνοδο στὸν οὐρανό, παρουσίασε σ’ ἐμᾶς λόγια ἔνδοξα καὶ παράδοξα. Καὶ ἐκεῖνο βέβαια τὸ σκεῦος φάνηκε γιὰ λίγο, καὶ ἀνασύρθηκε ἡ ἐμφάνισή του, ἀφοῦ ἀποκαλύφθηκε μόνο σὲ ἕναν· αὐτὸς ὅμως ἀνυψωμένος πολλὰ χρόνια, χορήγησε σὲ πολλοὺς τὴ χάρη τοῦ Πνεύματος. Γιὰ ἐκεῖνο τὸ σκεῦος ὁ Πέτρος ἄκουσε ἀπὸ τὸν οὐρανό, «Ἀπὸ ἐκεῖνα πού ἐγώ καθάρισα, φάγε»· καὶ γι’ αὐτὸν εἰπώθηκε σὲ ὅλους· «Αὐτόν πού ἐγώ ἁγίασα, καὶ σεῖς νὰ τὸν τιμήσετε».
Ποιὸς λοιπὸν δὲν θὰ ἐπαινοῦσε ἐκεῖνον πού δόξασε ὁ Πατέρας; ἤ ποιὸς δὲν θὰ τιμοῦσε ἐκεῖνον πού ἁγίασε ὁ Υἱός; Καὶ ποιὸς δὲν θὰ μακάριζε ἐκεῖνον πού μακάρισε τὸ σοφὸ καὶ νοερὸ καὶ σεβάσμιο Πνεῦμα;
Πωπώ, πῶς εὐδόκησε ἡ ἀπόφαση τοῦ Θεοῦ νὰ κατοικήσει μέσα του καὶ νὰ περπατήσει μέσα του! «Βρίσκω ἀνάπαυση, εἶπε ὁ Θεός, στὸν ταπεινὸ καὶ ἥσυχο, καὶ σ’ αὐτόν πού φοβᾶται τὰ λόγια μου». Ἔτσι ἡ Χάρη τοῦ πλημμύρισε τὸ νοῦ, μὲ ἐκεῖνα τὰ σεμνὰ καὶ ἀστείρευτα ρεύματα, ὥστε νὰ παρουσιάσει κόσμιους καὶ αὐτούς πού μολύνθηκαν μέσα στὰ ἁμαρτήματά τους, ὅπως καὶ αὐτούς πού βαπτίσθηκαν.
Γιὰ νὰ δείξει λοιπὸν ὁ Κύριος τὴν εὐσπλαχνία του καὶ σ’ ἐμένα, ὅταν μοῦ δόθηκε ἀφορμή γιά νά προσφέρω ἐλεημοσύνη σὲ κάποια πόλη, ἄκουσα ὅταν βρέθηκα ἐκεῖ φωνὴ νὰ μοῦ λέει: «Σήκω, Ἐφραίμ, καὶ φάγε νοήματα». Καὶ ἀφοῦ ἀπάντησα, εἶπα μὲ πολλὴ ἀγωνία: «Ἀπὸ ποῦ, Κύριε, νὰ φάω;». Καὶ μοῦ ἀπάντησε: «Νά, στὸν οἶκο μου, τὸ βασιλικό σκεῦος θά σοῦ προσφέρει τὸ φαγητό». Καὶ ἀφοῦ θαύμασα πολὺ γιὰ τὰ λεγόμενα, σηκώθηκα καὶ πῆγα στὸ ναὸ τοῦ Ὕψιστου, καὶ ἀφοῦ προχώρησα ἀθόρυβα στὸ προαύλιο καὶ ἔσκυψα ἀπὸ τὸν πόθο στὰ πρόθυρα, εἶδα στὰ ἅγια τῶν ἁγίων τὸ σκεῦος τῆς ἐκλογῆς νὰ εἶναι ἁπλωμένο λαμπρὰ μπροστὰ στὸ ποίμνιο, νὰ εἶναι ὁλόκληρο στολισμένο μὲ θεοπρεπῆ λόγια, καὶ τὰ μάτια ὅλων νὰ εἶναι στραμμένα σ’ αὐτόν. Εἶδα τὸ λαὸ νὰ τρέφεται ἀπὸ αὐτόν μὲ πνεῦμα, καὶ τὴ χήρα καὶ τὸ ὀρφανὸ νὰ ἐλεεῖται πάρα πολύ. Εἶδα ἐκεῖ νὰ κυλοῦν πρὸς αὐτόν τὰ δάκρυα σὰν ποτάμι, καὶ τὸ μαλλὶ τῆς ζωῆς νὰ λάμπει σὲ ὅλους σὰν χρυσάφι, καὶ τὸν ἴδιο τὸν ποιμένα νὰ στέλνει ψηλὰ μὲ τὰ φτερὰ τοῦ Πνεύματος δεήσεις καὶ νὰ κατεβάζει ἀπαντήσεις. Εἶδα τὴν ‘Ἐκκλησία νὰ καλλωπίζεται ἀπὸ αὐτόν, καὶ τὴν ἀγαπημένη νὰ στολίζεται μὲ πολλὰ στολίδια. Εἶδα τὰ δόγματα τοῦ Παύλου, τὰ διδάγματα τῶν Προφητῶν, τὸ νόμο τῶν Εὐαγγελίων, τὸ φόβο τῶν μυστηρίων. Εἶδα ἐκεῖ τὸν ὠφέλιμο καὶ σωτήριο λόγο νὰ ὑψώνεται πιστὰ στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό, καὶ γενικὰ ὅλη ἐκείνη τὴ Σύναξη νὰ λάμπει ἀπὸ τὶς ἀκτῖνες τῆς Χάρης. Ἐπειδὴ λοιπὸν ὅλοι αὐτοί τόσο πολὺ προόδευαν στὴν εὐσέβεια, καθὼς ἀντλοῦσαν ἀπὸ τὸ ἐκλεκτό σκεῦος τῆς βασιλείας, ἀνύμνησα τὸν σοφὸ καὶ ἀγαθό Κύριο, ὁ Ὁποῖος τόσο πολὺ δοξάζει ἐκείνους πού τὸν δοξάζουν.
Ὕστερα λοιπὸν ἀπὸ τὸ κήρυγμα, δόθηκε στὸν ἄνδρα πληροφορία γιὰ μένα ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, καὶ ἀφοῦ ἔστειλε καὶ κάλεσε ἐμένα τὸν τιποτένιο, ἀπευθύνθηκε σέ μένα διὰ μέσου τοῦ διερμηνέα, καί μέ ρώτησε: «Ἐσύ εἶσαι ὁ Ἐφραίμ, ὁ ὁποῖος ἔσκυψες τέλεια τὸν τράχηλό σου καὶ σήκωσες τὸ ζυγὸ τοῦ σωτήριου λόγου;». Καὶ ἀφοῦ ἀπάντησα καί εἶπα, «ἐγώ εἶμαι ὁ Ἐφραίμ, ὁ ὁποῖος ἄφησα τὸν ἑαυτό μου πίσω ἀπὸ τὸν οὐράνιο δρόμο». Καὶ ἀφοῦ μὲ πλησίασε ὁ θεόπνευστος αὐτός ἄνδρας, πρόσφερε σ’ ἐμένα τὸ ἅγιο φίλημά του καὶ ἀφοῦ ἔστρωσε τραπέζι μὲ τὰ φαγητὰ τῆς σοφῆς καὶ ἅγιας καὶ πιστῆς ψυχῆς του, ὄχι τραπέζι καρυκευμένο μὲ φθαρτὰ φαγητά, ἀλλά γεμάτο μὲ ἄφθαρτα νοήματα, ἔλεγε μὲ ποιὲς δηλαδὴ καλὲς πράξεις μποροῦμε νὰ δείξουμε τήν τέλεια μετάνοιά μας στὸν Κύριο πῶς θὰ ἐμποδίσουμε τὶς ἐπιθέσεις τῶν ἁμαρτημάτων, καὶ πῶς θὰ κλείσουμε τὶς εἰσόδους τῶν παθημάτων· πῶς θὰ ἀποκτήσουμε τὴν ἀποστολικὴ ἀρετή, καὶ πῶς θὰ κάμψουμε τὸν ἀδωροδόκητο Κριτή. Καὶ ἀφοῦ ἔκλαψα, κραύγασα καὶ εἶπα: «Ἐσύ, πάτερ, φρούρησε ἐμένα τὸν πλαδαρὸ καὶ ράθυμο· ἐσύ ὁδήγησέ με στὸν ἴσιο δρόμο· ἐσύ φέρε σὲ κατάνυξη τὴ σκληρὴ σὰν πέτρα καρδιά μου· διότι σ’ ἐσένα μὲ ἀνέθεσε ὁ Θεὸς τῶν πνευμάτων, γιὰ νὰ θεραπεύσεις τὴν ψυχή μου. Ἐσύ προσόρμισε τὸ σκάφος τῆς ψυχῆς μου στὸ ἥσυχο λιμάνι».
Καὶ πρόσεξε τὴ φροντίδα τοῦ καλοῦ διδασκάλου, ἀπὸ ποῦ δηλαδὴ ἄδραξε τὸ παράδειγμα τῆς ἀρετῆς μου. Κράτησε σφιχτά, γιὰ νὰ τὸ πῶ ἔτσι, τὸ ραβδὶ τοῦ σώματος, καὶ ἀφοῦ μάδησε τὴ συνήθεια τῶν ἀνόητων παθῶν, ἀφαίρεσε τὰ λέπια μου, δηλαδὴ τὴν ἀδυναμία τῶν ματιῶν μου· καὶ ἀφοῦ ἐλάττωσε τὴν ὠχρότητα καὶ ἀνωριμότητα τοῦ λόγου, μὲ πῆρε μὲ τὸ ζῆλο καὶ μὲ βύθισε στὰ βάθη τῶν διδαγμάτων του. Τότε τὰ σπλάχνα μου πόθησαν πολὺ νὰ συνθέσουν τὸν ἔπαινο τῶν Σαράντα Μαρτύρων· διότι ὁ ἐκλεκτός πληροφόρησε τὰ αὐτιά μου γιὰ κάθε πράξη τῆς καρτερίας τους· πῶς δηλαδὴ προτίμησαν νὰ πεθάνουν γιὰ τὸν Χριστό, καὶ πόσους κινδύνους περιφρόνησαν, γιὰ νὰ Τὸν κερδίσουν, καὶ πόσοι ἦταν οἱ ἅγιοι ὡς πρὸς τὸν ἀριθμό· καὶ ἐξιστοροῦσε τὰ ὑπόλοιπα κατορθώματα τῆς εὐσέβειάς τους.
Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ πιστὸς ἀρχιερέας μᾶς ἔκανε ἄξιους γιὰ μιὰ τέτοια λαμπρὴ ἐργασία, ἀφοῦ ἀφήσουμε τοὺς ἐπαίνους αὐτῶν τῶν τροπαιούχων καλλινίκων ἀνδρῶν γιὰ ἄλλη διήγηση, ἂς μακαρίσουμε αὐτόν, τὸν ὅσιο τοῦ Χριστοῦ, τὸν ἄνδρα πού εἶχε τὸν ἴδιο ζῆλο καὶ τὴν ἴδια τιμὴ μ’ αὐτούς. Διότι, ὅπως οἱ Ἅγιοι ἀντιστάθηκαν μὲ ἀνδρεία στὸν τύραννο Λικίνιο καὶ στὸν ἄρχοντα Δούκα, ἔτσι καὶ ὁ Ὅσιος ἀντιπαρατάχθηκε στὸν Οὐάλη καὶ στὸν Ἄρειο καὶ στὸν ἀλαζονικὸ ἔπαρχο. Ἐκεῖνοι οἱ Ἅγιοι ξερίζωσαν τὰ ἀγκάθια τῆς πλάνης, καὶ αὐτὸς ξερίζωσε τὰ τριβόλια τῆς αἱρετικῆς μανίας. Ἐκεῖνοι διέλυσαν τὰ ἀγωνίσματα τοῦ Λικίνιου, καὶ αὐτός κατάργησε τὰ προστάγματα τοῦ Οὐάλη. Ἐκεῖνοι κατάργησαν τὶς προσταγὲς τοῦ Δούκα, καὶ αὐτός καταντρόπιασε τὰ ἐπιχειρήματα τοῦ Ἄρειου. Ἐκεῖνοι διέλυσαν τὴν ἀλαζονεία τοῦ ἄρχοντα, καὶ αὐτός τσάκισε τὴ μανία τοῦ ἔπαρχου Μόδεστου.
Ἀφοῦ λοιπὸν ὁπλίσθηκε ἀπὸ τὴν ἄθλησή τους μὲ κεντρί, ὅπως ὁ Φινεές, τρύπησε τὶς γλῶσσες πού ἔφυγαν μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό. Γι’ αὐτό καὶ ποθοῦσε πολὺ ἔντονα νὰ πιεῖ τὸ ποτήρι τοῦ μαρτυρίου καὶ βιαζόνταν νὰ στήσει τρόπαιο μὲ τὸ μαρτύριό του. Οἱ Μάρτυρες, χάρη στὴν πίστη τους στὸν Χριστό, σήκωσαν ἐπάνω τους ὅλη μαζὶ τὴ θλίψη καὶ τὴν ὑπέ-μειναν μὲ γενναιότητα· ὁ Βασίλειος ἐπίσης, χάρη στὴν ἐλπίδα του στὸν Χριστό, ὑπέφερε μὲ ἀνδρεία τὴ χιονοθύελλα τῶν πειρασμῶν. Ἐκεῖνοι πέταξαν τοὺς χιτῶνες τους καὶ πρόσφεραν τὰ μέλη τους στὰ βασανιστήρια· καὶ αὐτός βιάζονταν νὰ πετάξει ἀπὸ πάνω του ἀκόμη καὶ τὸ κουρέλι πού εἶχε γύρω ἀπὸ τὸν τράχηλό του καὶ τὸ σῶμα. Ἐκεῖνοι στὴ λίμνη τράβηξαν πρὸς τὸν ἑαυτὸ τους αὐτόν πού πλανιόταν στὴν ἀσέβεια καὶ τὸν ἔκαναν ἄξιο γιὰ τὴ δόξα· αὐτός ἐπίσης βαφτίζοντας τοὺς ἄπιστους στὴν κολυμβήθρα, ἔγινε γι’ αὐτοὺς πρόξενος τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Ἐκεῖνοι μέσα στὰ νερά, φλεγόμενοι ἀπὸ τὸν πόθο, εἶδαν τὸ φῶς μαζὶ μὲ τὰ στεφάνια πάνω ἀπὸ τὸ κεφάλι τους· καὶ αὐτός πυρπολούμενος ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς Ἁγίας Τριάδας, πῆρε τὰ βραβεῖα γιὰ τὸν ἀγώνα του ἐνάντιον τῶν κακοδόξων.
Πόσες πανουργίες μεταχειρίσθηκε ὁ πονηρὸς Βελίαρ γιὰ νὰ χωρίσει τὸν Βασίλειο ἀπὸ τὴν οὐράνια βασιλεία! Ἐξόργισε βασιλιάδες, ἄρχοντες καὶ ὄχλους, ἀλλά ὁ Βασίλειος ἔγινε βάση τῶν πιστῶν. Ἐξαγρίωσε ὅλες τὶς καταιγίδες του, ἀλλά δὲν τάραξε διόλου τὸν σοφὸ ἔμπορο. Προκάλεσε θύελλα μὲ τοὺς βοηθούς του, δηλαδὴ μὲ τὶς αἱρέσεις, ἀλλά ἡ τέχνη τοῦ κυβερνήτη ἀποδεικνύονταν περισσότερο. Ξεσήκωσε τρικυμίες ἐνάντιον τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά δὲν μπόρεσε νὰ βυθίσει τὸ πλοῖο τῆς πίστης τοῦ Βασιλείου. Τὸν πολέμησε μὲ αἱρετικὰ λόγια, ἀλλά ἀμέσως τραυματίζονταν ἀπὸ τὰ δόγματα τῆς θεολογίας. Ἐξόπλισε ἐναντίον του τὸν Ἄρειο, ὅπως τὸν Γολιάθ, ἀλλά χτυπιόταν ἀπ’ αὐτόν, σὰν μὲ σφενδόνη, μὲ τὰ τρία λιθάρια τῆς πίστης. Ἐπιτέθηκε μὲ ὁρμή στὸν πύργο του μὲ τοὺς ἀνέμους τῆς κακοδοξίας —ἄνεμοι δηλαδὴ ἦταν οἱ λόγοι τῶν ἀσεβῶν— ἀλλά δὲν τὸν ἔπεισαν, διότι εἶχε ὀχυρωθεῖ μὲ τὰ τρία ἀπόρθητα τείχη τῆς ἄχραντης Τριάδας. Ἐκτόξευσε τὰ βέλη τῆς πολυθεΐας, ἀλλά ἀμέσως τράπηκε σὲ φυγὴ ἀπὸ τὴ μονοθεΐα. Ἔρχονταν στρατεύματα σκυλιῶν πού γαύγιζαν, ἀλλά μὲ τὴ ράβδο τοῦ σταυροῦ τὰ τραυμάτιζε. Οἱ λύκοι φοροῦσαν πάλι τὸ δέρμα τῶν προβάτων, ἀλλά ἀμέσως ἔλεγχε τὴν ὑποκρισία τους. Βιαζόταν ἡ ἀδικία νὰ τὸν ταράξει, ἀλλά ἀμέσως νικιόταν ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη τοῦ ἀνδρός. Φιλονεικοῦσαν οἱ ἄπιστοι νὰ μιμηθοῦν τὴν πίστη καὶ τὴ διδασκαλία του, ἀλλά ἀμέσως διακηρυσσόταν ἡ κακόπιστη καὶ ἀσεβής γνώμη τους. Μεταχειρίζονταν κολακεῖες γιὰ νὰ ἀποκτήσουν τὴν παρρησία του, ἀλλά ἀμέσως ἀποκαλυπτόταν ἡ ἀφροσύνη τους.
Ἐπειδὴ δηλαδὴ γνωρίζουν καὶ οἱ ἔχθροι νὰ σέβονται καὶ νὰ τιμοῦν τὴν ἀρετή καὶ τὴν ἀνδρεία, ὅταν τὸ παιδὶ τοῦ τυράννου βασανιζόταν ἀπὸ φοβερὴ ἀρρώστια, παρακαλοῦσαν τὸν ἄνδρα νὰ προσευχηθεῖ γι’ αὐτό ·ἐκεῖνος ὅμως πρότεινε, λέγοντας: «θὰ προσευχηθῶ, ἂν μοῦ τὸ δώσεις νὰ τὸ ὁδηγήσω στὴν ἀψεγάδιαστη πίστη καὶ νὰ τὸ ἀπαλλάξω ἀπὸ κάθε δυσσέβεια τῶν μαθημάτων τοῦ Ἀρείου»· καὶ ὅταν ὁ πατέρας συμφώνησε, ἀμέσως ὁ Βασίλειος ἔγινε μεσολαβητὴς γιὰ τὸν ἐπίγειο βασιλιὰ πρὸς τὸν οὐράνιο· προσκόμιζε τὴν ὑπόσχεση τοῦ ἄνδρα, καὶ ἔφερνε σ’ αὐτόν τὴ θεραπεία τοῦ παιδιοῦ του.
Μόλις λοιπὸν εἶδαν τὰ φίδια νὰ ἔχει σωθεῖ τὸ παιδί, ξανὰ ἔβλαψαν ὕπουλα τὴ θέληση τοῦ ἀνόητου βασιλιᾶ, καὶ ἀφοῦ πῆραν τὸ γιό του, τὸν βάφτισαν μὲ νερό, ὄχι ὅμως μὲ Πνεῦμα. Δίδασκαν νὰ ἀρνηθεῖ τόνΥἱό τοῦ Θεοῦ. Ἐξωτερικά ντύνοντας καὶ ἐσωτερικὰ ξεντύνοντας· ἐξωτερικὰ ντύνει τὸν Χριστὸ καὶ ἐσωτερικὰ τὸν ξεσχίζει. Γι’ αὐτό καὶ ὕστερα ἀπὸ λίγο ἀφαίρεσε τὸ πνεῦμα τοῦ δύστυχου παιδιοῦ, κηρύττοντας τὴν ἀχαριστία τους.
Αὐτά δὲν εἶναι δευτερότερα ἀπὸ τὰ καταπληκτικὰ ἔργα τοῦ Ἠλία, καὶ δὲν εἶναι κατώτερα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Ἐλισσαίου. Ὅπως ἐκεῖνοι ἐπανέφεραν στὴ ζωὴ τοὺς νεκρούς, ἔτσι καὶ ὁ πιστὸς Βασίλειος μὲ τὴν προσευχὴ του ἅρπαξε ἀπὸ τὸ θάνατο τὸ παιδὶ πού ἐπρόκειτο νὰ πεθάνει. Καὶ ὅπως ἐπίσης ὁ Πέτρος τὸν Ἀνανία καὶ τὴ Σαπφείρα, πού ἔκλεψαν, τοὺς θανάτωσε, ἔτσι καὶ ὁ Βασίλειος, κατέχοντας τὴ θέση τοῦ Πέτρου, καὶ συγχρόνως μετέχοντας στὴν παρρησία ἐκείνου, ἔλεγξε τὸν Οὐάλη, πού ἀθέτησε τὴν ὑπόσχεσή του, καὶ θανάτωσε τὸ γιό του. Ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτό κυρίευσε πολλὴ λύπη καὶ ἀμηχανία τοὺς ἐλεεινοὺς καὶ ἐκεῖνο τὸν ἄπιστο βασιλιά.
Καὶ ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ διηγηθεῖ ἀντάξια τὸ πλῆθος τῶν θαυμάτων, πού παρουσίασε ὁ μακάριος καὶ πιστὸς Βασίλειος, μέσα στὰ ἴδια τὰ γεγονότα; Ἐπειδὴ λοιπὸν εἴμαστε ἀδύνατοι νὰ ἐξηγήσουμε τὰ τόσα πολλὰ κατορθώματα τοῦ ἄνδρα, παραλείποντας ὅλα, καὶ ἀναφέροντας ἕνα, ἂς δείξουμε πῶς καὶ τὰ ἀναίσθητα συμμαχοῦσαν μὲ τὸν ἄνδρα. Ἐπειδὴ δηλαδὴ τὰ γεννήματα τῆς ὀχιᾶς μεταχειρίζονταν κάθε τρόπο νὰ φονεύσουν τὸν δίκαιο, διότι συνεχῶς πολεμοῦνταν μὲ τὰ λόγια ἐκείνου καὶ συγχρόνως μὲ τὰ θαύματά του, σὰν μὲ βέλη, προσῆλθαν στὸ βασιλιὰ ζητώντας νὰ τὸν ἁρπάξει καὶ νὰ τὸν ἐξορίσει: «Εἶναι ἀνυπόφορος, εἶπαν, ἀκόμη καὶ νὰ τὸν βλέπουμε· διότι ἐναντιώνεται πάρα πολὺ σ’ ἐμᾶς μὲ τὰ λόγια του· γι’ αὐτό εἶναι ἀδύνατο, βασιλιά, νὰ προοδεύσει ἡ δική μας πίστη, ὅσο αὐτός εἶναι παρών».
Ἐπειδὴ λοιπὸν ὁ βασιλιὰς παρασύρθηκε ἀπὸ τὰ λόγια τους, ἀποφάσισε νὰ ἐξορισθεῖ αὐτός· ἡ γραφίδα ὅμως ἀμέσως, ἐπειδὴ δὲν ἄντεξε νὰ ὑπηρετήσει τὴν παράνομη ἀπόφαση, συντρίφθηκε ἀπὸ μόνη της, διδάσκοντας στὸν ἀνόητο πόσο μεγάλη ἀσέβεια θέλει νὰ διαπράξει στὸ δοῦλο τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος κήρυττε μία θεότητα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καὶ ἀποδείκνυε ἐντελῶς μὲ σοφία ὅτι εἶναι σκυλιὰ λυσσασμένα ἐκεῖνοι πού φρονοῦσαν ἡ ὁμολογοῦσαν τὴ διαίρεση. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἀντιλαμβάνονταν ὁ ἀναισθητότερος ἀπὸ τὴν ἄψυχη γραφίδα, ὁ ὁποῖος ἦταν γιὸς τῆς πλάνης, πῆρε καὶ δεύτερη γραφίδα γιὰ νὰ ὑπογράψει καὶ νὰ ἀποτελειώσει τὴν πονηρὴ ἐπιθυμία του. Εἶδε ὅμως καὶ αὐτή τὴ γραφίδα νὰ θραύεται καὶ νὰ μὴ δέχεται νὰ συμμετάσχει στὸ κακὸ πού ἔσπευδε νὰ διαπράξει. «Γιατί σπεύδεις, βασιλιά, νὰ ἐξορίσεις σὲ ξένη χώρα αὐτόν πού ἔχει ἔνοικο μέσα του Ἐκεῖνον πού γεμίζει τὰ πάντα; Γιατί θέλεις νὰ ἐξοντώσεις αὐτόν πού εἶναι σέ ὅλα ἀδιάβλητος; Γιατί διώχνεις ἀπὸ τὴν πόλη τὸν οὐρανοπολίτη; Ἂν μάλιστα πάρεις καὶ τρίτη γραφίδα, θὰ τὴν δεῖς νὰ κομματιάζεται καὶ νὰ μὴ δέχεται κι αὐτή νὰ συνεργεῖ», πράγμα πού τελικά ἔγινε.
Τότε διακηρύχθηκε φανερὰ σὲ ὅλους ἡ νίκη καὶ τὸ λαμπρὸ τρόπαιο τοῦ ἀκατανίκητου ἄνδρα. Οἱ τρεῖς γραφίδες ἔγιναν ὑπερασπιστὲς αὐτοῦ πού κήρυττε τὴν ὁμοούσια Τριάδα. Τὸ χέρι ἔσπευδε νὰ βγάλει τὴν ἀπόφαση, οἱ γραφίδες ἀποδείκνυαν ὅτι αὐτή εἶναι ἄδικη. Τὸ χέρι βιαζόταν νὰ δώσει πονηρὴ ψῆφο, οἱ γραφίδες ἐμπόδιζαν τὴν ἀνωφελῆ βιασύνη. Καὶ ὅπως τὸ ραβδὶ τοῦ Μωυσῆ ντρόπιαζε ὅλους τούς γητευτὲς καὶ τοὺς ὑπόλοιπους μάγους τῆς Αἰγύπτου, ἔτσι καὶ οἱ γραφίδες κατάργησαν ἀμέσως τὴν ἀπόφαση τῶν ἀσεβῶν καὶ τῶν παιδιῶν τοῦ σκότους.
Πῶς νὰ σὲ μακαρίσουμε, πάτερ Βασίλειε, ἐσένα πού μὲ τὸ κεντρὶ τῆς ἀλήθειας κεντρίζεις καὶ διώχνεις τὴν πλάνη· ἐσένα πού ἀναχωρεῖς συνετὰ μαζὶ μὲ τὶς μέλισσες καὶ κατασκηνώνεις στὸ λιβάδι τῶν θεόπνευστων Γραφῶν, καὶ ἀπὸ κεῖ ἀνθολογεῖς γιὰ μᾶς ἄνθη προφητικά, δροσιὰ ἀποστολική, ζωὴ εὐαγγελική· ἐσένα πού διαρκῶς κάθεσαι στὶς κυψέλες τῶν ἀρετῶν, καὶ ἀπ’ αὐτές κατασκευάζεις γιὰ μᾶς τὴ θεία πρόπολη· ἐσένα πού παρήγαγες σοφά, μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ μέλι τῆς θείας καὶ ἀψεγάδιαστης πίστης· ἐσένα πού μᾶς διδάσκεις νὰ καταφρονοῦμε τὶς πονηρὲς σφῆκες καὶ νὰ κατευθύνουμε τὸ πέταγμα στὸν ἴδιο τὸν οὐρανό· ἐσένα πού κραύγασες ὅπως ὁ Δαβίδ, «εἶναι γλυκὰ τὰ λόγια σου στὸ λάρυγγά μου, εἶναι γλυκύτερα ἀπὸ τὸ μέλι στὸ στόμα μου»!
Πιστὲ Βασίλειε, ἔγινες δεκτὸς ὅπως ὁ Ἄβελ, μεταφέρθηκες στὸν οὐρανό ὅπως ὁ Ἐνώχ, σώθηκες ὅπως ὁ Νῶε, ὀνομάσθηκες φίλος τοῦ Θεοῦ ὅπως ὁ Ἀβραάμ, προσφέρθηκες θυσία στὸν Θεὸ ὅπως ὁ
Ἰσαάκ, ὑπέφερες πειρασμοὺς μὲ γενναιότητα ὅπως ὁ Ἰακώβ, καὶ δοξάσθηκες πολὺ ὅπως ὁ Ἰωσήφ. Βύθισες μὲ τὴ ράβδο τοῦ σταυροῦ τὸν δεύτερο Φαραώ, ὅπως ὁ Μωυσῆς, κόβοντας τὴ θάλασσα τῶν παθῶν, ἀναδείχθηκες ἀρχιερέας τοῦ Κυρίου ὅπως ὁ Ἀαρών, ἔτρεψες σὲ φυγὴ τοὺς ἐχθρούς ὅπως ὁ Ἰησοῦς ὁ γιὸς τοῦ Ναυῆ, ἀξιώθηκες νά δεχθεῖς τὴ Χάρη, ἐπειδὴ ἔδειξες ζῆλο ὅπως ὁ Φινεές, ὑψώθηκες ὅπως ὁ Σαμουήλ, διαφυλάχθηκες ὅπως ὁ Δαβίδ, ἁρπάχθηκες στὸν οὐρανό ὅπως ὁ Ἠλίας, ἀξιώθηκες διπλὴ χάρη ὅπως ὁ Ἐλισσαῖος. Καθαρίσθηκες μὲ τὴ νοητὴ φωτιὰ ὅπως ὁ Ἠσαΐας καὶ ἁγιάσθηκες ἀπὸ τὰ σπλάχνα τῆς μητέρας σου ὅπως ὁ Ἱερεμίας. Εἶδες, ὅπως ὁ Ἰεζεκιήλ, Ἐκεῖνον πού κάθεται ἐπάνω στὰ Χερουβείμ, φίμωσες, ὅπως ὁ Δανιήλ, τὰ στόματα τῶν λιονταριῶν, καὶ ὅπως οἱ Τρεῖς Παῖδες καταπάτησες ἐντελῶς τὴ φλόγα τῶν ἐχθρῶν. Κήρυξες ὅπως ὁ Πέτρος, δίδαξες ὅπως ὁ Παῦλος, ὁμολόγησες ὅπως ὁ Θωμᾶς ὅτι Ἐκεῖνος εἶναι ὁ Θεός, Αὐτός πού ἔπαθε γιά μᾶς. Ἐσύ θεολόγησες ὅπως ὁ Ματθαῖος, ὁ Μάρκος, ὁ Λουκᾶς καὶ ὁ Ἰωάννης· καὶ ὅπως οἱ Ἀπόστολοι, δίδαξες τοὺς ἄνομους, ἐπέστρεψες τοὺς ἀσεβεῖς, εὐαρέστησες στὸν Θεό.
Μεσίτευε γιὰ μένα τὸν πολὺ ἐλεεινό, καὶ ἐπανάφερέ με στήν εὐθεία ὁδό μὲ τὶς πρεσβεῖες σου, πάτερ· ἐσύ ὁ ἀνδρεῖος ἐμένα τὸν χαῦνο, ὁ ἀγωνιστής τὸν ὀκνηρό, ὁ πρόθυμος τὸν ράθυμο, ὁ σοφὸς τὸν ἀνόητο· ἐσύ πού θησαύρισες γιὰ τὸν ἑαυτό σου τὸ θησαυρὸ τῶν ἀρετῶν, ἐμένα τὸν στερημένο ἀπὸ κάθε καλό· διότι ἐσένα δόξασε ὁ Πατέρας τῆς εὐσπλαχνίας, καὶ ἐσένα μακάρισε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ· ἐσένα σὲ καθιέρωσε ναὸ ἅγιο τὸ Ἅγιο Πνεῦμα· στὸ Ὁποῖο πρέπει ἡ δόξα, ἡ ἐξουσία, ἡ μεγαλοπρέπεια, στοὺς αἰῶνες. ‘Ἀμήν.
ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΝΕΟΥΣ,
Μέγας Βασίλειος
ΠΩΣ ΝΑ ΩΦΕΛΟΥΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ
Πολλοὶ λόγοι, ἀγαπητά μου παιδιά, μὲ κάνουν νὰ σᾶς δώσω αὐτὲς τὶς συμβουλές. Πιστεύω ὅτι εἶναι οἱ καλύτερες καὶ θὰ σᾶς ὠφελήσουν, ἂν τὶς κάνετε κτήμα σας. Ἔχω προχωρημένη ἡλικία. Ἀσκήθηκα στὴ ζωὴ μὲ πολλοὺς τρόπους. Γνώρισα ἐπὶ πολλὰ χρόνια τὶς βιοτικὲς μεταβολές, ποὺ συμπληρώνουν τὴν ἀνθρώπινημόρφωση.
Ἔτσι, ἔχω κάμποση πείρα στὰ ἀνθρώπινα πράγματα. Μπορῶ, λοιπόν, σ᾿ αὐτοὺς ποὺ πρωτομπαίνουν στὸ στάδιο τῆς ζωῆς, νὰ δείξω τὸν πιὸ σίγουρο δρόμο. Ἀπὸ τὴν ἄποψη τῆς συγγένειας, ἔρχομαι εὐθὺς μετὰ τοὺς γονεῖς σας.
Γι᾿ αὐτό, σᾶς ἀγαπῶ ὅμοια μ᾿ ἐκείνους. Καὶ σεῖς μὲ βλέπετε σὰν πατέρα σας, ἔτσι θαρρῶ. Ἄν, λοιπόν, δεχθῆτε μὲ προθυμία τὰ λόγια μου, θὰ ἀνήκετε στὴ δεύτερη κατηγορία ἐκείνων ποὺ ἐπαινεῖ ὁ ἀρχαῖος ποιητὴς Ἡσίοδος, γράφοντας ὅτι εἶναι ἄριστος ἄνθρωπος ὅποιος μονάχος του ξεχωρίζει τὸ σωστὸ κι εἶναι καλὸς ἄνθρωπος ὅποιος συμμορφώνεται μὲ τὶς σωστὲς ὑποδείξεις. Ἔνῳ ὅποιον δὲν εἶναι ἱκανὸς νὰ τὸ κάνει αὐτό, τὸν χαρακτηρίζει σὰν ἄνθρωπο ἄχρηστο.
Καὶ μὴν ἀπορήσετε ποὺ ἔρχομαι νὰ προσθέσω κάτι δικό μου σὲ ὅσα διαβάζετε ἀπὸ τοὺς ἀρχαίους στὰ σχολεῖα σας καὶ μάλιστα νὰ σᾶς πῶ ὅτι αὐτὸ τὸ δικό μου εἶναι ὠφελιμότερο ἀπὸ ὅσα ἐκεῖνοι σᾶς διδάσκουν. Ἀκριβῶς αὐτὸ εἶναι τὸ νόημα τῆς συμβουλῆς μου: δὲν πρέπει νὰ παραδώσετε στοὺς ἀρχαίους συγγραφεῖς τὸ τιμόνι τοῦ νοῦ σας, γιὰ νὰ σᾶς πάνε ὅπου αὐτοὶ θέλουν. Δὲν πρέπει νὰ τοὺς ἀκολουθεῖτε σὲ ὅλα. Πρέπει νὰ πάρετε ἀπ᾿ αὐτοὺς ὅ, τι εἶναι χρήσιμο καὶ νὰ μὴ δώσετε προσοχὴ στὰ ὑπόλοιπα. Ἔρχομαι, λοιπόν, ἀμέσως νὰ σᾶς ὑποδείξω ποιὰ εἶναι τὰ ἄχρηστα μέσα στὰ συγγράμματά τους καὶ πῶς νὰ ξεχωρίζετε τὰ πρῶτα ἀπὸ τὰ δεύτερα.
ΠΑΝΤΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΑΝΕΜΑΞΩ ΤΑΣ ΑΡΕΤΑΣ
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης
α) Καθ’ ὅλο τό χρόνο, ἀλλά ἰδιαίτερα κατά τή διάρκεια τῶν ἑορτῶν οἱ χριστιανοί πλουτίζουν πνευματικά μετέχοντας στό μυστήριο τῆς πίστης, γευόμενοι τόν πλοῦτο τῆς χρηστότητας καί τῆς μέγιστης δωρεᾶς τοῦ ἐνανθρωπήσαντος Υἱοῦ καί Λόγου τοῦ Θεοῦ. Ὁ Σαρκωθείς Κύριος πού προσέλαβε τήν ἀνθρώπινη φύση, γιά νά τήν ἐπαναφέρει στό ἀρχαῖο κάλλος, καταδέχθηκε νά γεννηθεῖ σέ σπήλαιο καί νά ἀνακλιθεῖ σέ φάτνη. «Συγκαταβαίνων ὁ Σωτήρ τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων», ἀκολουθεῖ τόν τύπο τοῦ Μωσαϊκοῦ νόμου καί προσέρχεται σήμερα ὀκταήμερος στήν περιτομή, γινόμενος «τύπος καί ὑπογραμμός πᾶσι πρόςσωτηρίαν». Θυμίζει ἔτσι στούς χριστιανούς ὅλων τῶν αἰώνων, ὅτι γιά νά γευθοῦν τή Χάρη καί τόν ἁγιασμό, χρειάζεται νά διέλθουν ἀπό τή στενή πύλη καί τήν τεθλιμμένη ὁδό τῆς τήρησης τῶν ἁγίων Του ἐντολῶν.
β) Παράλληλα μέ τήν Περιτομή τοῦ Κυρίου ἑορτάζουμε καί τή μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, ὁ ὁποῖος σύμφωνα μέ τήν ὑμνολογία συγκεντρώνει στό πρόσωπό του τίς ἀρετές ὅλων τῶν ἁγίων. Οἱ ἀγῶνες του γιά τήν πίστη, ἡ διδαχή του γιά τή χριστιανική παιδεία, ἡ κοινωνική του προσφορά καί ἡ ὑπερβολή τῆς ἀγάπης γιά τό λαό του ἦταν καί εἶναι δυσκολονόητα γιά τό σύγχρονο ἄνθρωπο τῆς κατανάλωσης, τῆς εὐμάρειας, τῆς ἀδικίας, τῆς πλεονεξίας, τῆς φιλαυτίας καί τοῦ ἀπανθρωπισμοῦ.Ὁ θεολογικός λόγος τοῦ Μ. Βασιλείου, πού βρισκόταν σέ πλήρη συμφωνία μέ τήν ἁγία του ζωή, ἐάν προσεχθεῖ μπορεῖ νά ἐμπνεύσει κληρικούς καί λαϊκούς.
γ) Χαρακτηριστική εἶναι ἡ συζήτηση πού εἶχε ὁ ἅγιος μέ τόν ἔπαρχο Μόδεστο, ὁ ὁποῖος φθάνει μέ ἐχθρικές διαθέσεις στήν Καισάρεια ὡς ἀπεσταλμένος τοῦ ἀρειόφρονα αὐτοκράτορα Οὐάλη, ἀφοῦ ἔρχεται νά καθυποτάξει στήν αἵρεση τούς Καππαδόκες. Συνέχεια
Νέον Ἔτος
Ι. Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
Τήν 1η Ἰανουαρίου ἑώρτασε ἡ Ἐκκλησία μας τήν Περιτομή τοῦ Χριστοῦ καί τήν μνήμη τοῦ ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου. Τό διπλό αὐτό ἑορτολογικό περιεχόμενο ἔχει μία λαμπρά ἐκπροσώπησι στήν ἀκολουθία τῆς ἡμέρας. Καί δικαίως, γιατί ἡ μέν περιτομή καί ὀνοματοδοσία τοῦ Χριστοῦ κατά τήν ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τῆς γεννήσεως Του ἀποτελεῖ, τήν βεβαίωσι τῆς σαρκώσεως καί τῆς προσλήψεως ἀπό τόν Λόγο τοῦ Θεοῦ τῆς τελείας ἀνθρωπίνης μορφῆς ἀναλλοιώτως καί τῆς εἰσόδου Του στόν λαό τοῦ Θεοῦ. Ὁ δέ Μέγας Βασίλειος εἶναι ὁ ἀληθινά μέγας ἱεράρχης, πού μέ τήν ἁγιότητα τοῦ βίου του, τά σοφά του συγγράμματα καί τήν ἔξοχο δρᾶσι του ἀνεδείχθη Πατήρ καί φωστήρ τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἐφάμιλλο τοῦ ὁποίου δέν ἐγνώρισε ἴσως ἄλλον ὁ χριστιανικός κόσμος. Καί ἡ δεσποτική ἑορτή τῆς Περιτομῆς καί ἡ μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου περιττό καί νά εἰποῦμε, ὅτι δέν ἔχουν καμμία σχέσι πρός τήν ἔναρξι τοῦ ἔτους, τήν πρωτοχρονιά.
Ἡ περιτομή ἐτέθη τήν 1η Ἰανουαρίου, γιατί αὐτή εἶναι ἡ ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τά Χριστούγεννα. Ἡ μνήμη τοῦ Μεγάλου Βασιλείου, γιατί κατά τήν 1η Ἰανουαρίου τοῦ ἔτους 379 συνέβη ὁ θάνατος, ἡ κοίμησις ἐπί τό χριστιανικώτερον, τοῦ ἁγίου Πατρός. Ἡ σύνδεσις τοῦ δευτέρου πρός τήν πρωτοχρονιά, τά δῶρα, τά γλυκίσματα κλπ., ἔχει καθαρῶς λαογραφικό χαρακτῆρα.
Ἡ Ἐκκλησία ἐπισήμως φαίνεται σάν νά ἀγνοῇ τήν ἀλλαγή τοῦ ἔτους, τίς πανηγύρεις καί τίς ἐκδηλώσεις πού τήν συνοδεύουν, καί νά ζῇ σ᾿ ἕνα ἄλλο δικό της κόσμο, πού δέν ἐπηρεάζεται ἀπό τήν ἀλλοίωσι τῶν φθαρτῶν καί ρεόντων χρονικῶν συστημάτων τοῦ προσκαίρου αὐτοῦ κόσμου. Ὁμολογουμένως αὐτό δέν θά ἦταν ἀσύμφωνο πρός τόν ὑπερκόσμιο χαρακτῆρα τῆς λατρείας μας. Γιά τόν ἄναρχο, αἰώνιο καί ἀτελεύτητο Θεό ἡμέρες, μῆνες καί ἔτη δέν ὑπάρχουν. Χίλια ἔτη γιά Ἐκεῖνον εἶναι σάν τήν χθεσινή ἡμέρα πού πέρασε καί σάν ἕνα τρίωρο νυκτερινῆς φρουρᾶς, κατά τόν ψαλμῳδό (Ψαλμ. 89, 4). Ἤ, ὅπως συμπληρώνει ὁ ἀπόστολος Πέτρος, «μία ἡμέρα παρά Κυρίῳ ὡς χίλια ἔτη καί χίλια ἔτη ὡς ἡμέρα μία» (Β´ Πετρ. 3, 8).
Αὐτήν ἀκριβῶς τήν προσήλωσι καί τήν δουλική προσκόλλησι στά «ἀσθενῆ καί πτωχά στοιχεῖα» τῶν κοσμικῶν ὑπολογισμῶν καταδικάζει καί ὁ ἀπόστολος Παῦλος γράφοντας στούς Γαλάτας: «Ἡμέρας παρατηρεῖσθε καί μῆνας καί καιρούς καί ἐνιαυτούς! Φοβοῦμαι ὑμᾶς μήπως εἰκῆ κεκοπίακα εἰς ὑμᾶς» (Γαλάτ. 4, 10). Χωρίς ὅμως ἡ Ἐκκλησία νά ἀρνηθῇ τόν ὑπερκόσμιο χαρακτῆρα τῆς λατρείας της καί χωρίς νά δουλωθῇ στούς καιρούς τοῦ κόσμου τούτου, ἦταν ἑπόμενο καί νά μή μπορῇ νά παραβλέψῃ τήν διάκρισι καιρῶν καί ἐνιαυτῶν. Δέν εἶναι μόνο θεῖος ὀργανισμός, ἀλλά καί ἀνθρώπινος. Δέν εἶναι μόνο ὑπερκόσμιος, ἀλλά καί ἐγκόσμιος. Συνέχεια
Γιατί ὁ Θεὸς ῎Εγινε ῎Ανθρωπος; Τὸ ἐρώτημα τοῦ ᾿Ανσέλμου καὶ ὁ Νικόλαος Καβάσιλας
Παναγιώτου Νέλλα
1. ῾Ιστορία καὶ σημασία τοῦ προβλήματος.
ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ «Cur Deus Homo?» τὸ ἔφερε στὸ ἄμεσο προσκήνιο τῶν θεολογικῶν συζητήσεων, ὅπως εἶναι γνωστό, ὁ ῎Ανσελμος Καντερβουρίας τὸν ΙΑʹ αἰώνα, μὲ τὸ περίφημο ὁμώνυμο ἔργο του. ῾Η ἀπάντηση ποὺ ἔδωσε στὸ ἐρώτημα, γνωστὴ ἐπίσης, εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς ἐνανθρώπησε γιὰ νὰ λυτρώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. ῾Η θέση αὐτὴ ἦταν ἀπαραίτητη στὸ ὅλο ἀνσέλμειο σύστημα καὶ χρησιμοποιήθηκε ὡς στήριγμα τῆς δικανικῆς περὶ λυτρώσεως διδασκαλίας. ᾿Εκεῖνο ποὺ πρόσεξαν καὶ στὸ ὁποῖο ἀντέδρασαν ὀρθὰ οἱ ἀνατολικοὶ θεολόγοι, εἶναι ἡ περὶ ἱκανοποιήσεως δικανικὴ θεωρία. ᾿Αλλὰ δὲν δόθηκε ἀκόμη, στοὺς νεώτερους δικούς μας χρόνους, ἡ δέουσα προσοχὴ στὴν ἴδια τὴν ἀπάντηση τοῦ ἐρωτήματος, στὴ θέση ὅτι ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ λυτρώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. ῾Η θέση αὐτὴ ἔχει περάσει χωρὶς συζήτηση καὶ στὴ δική μας νεώτερη θεολογία, τὸ κήρυγμα, τὴν ἐκκλησιαστικὴ καὶ πνευματικὴ ζωή, μὲ βαρύτατες ὅπως θὰ γίνει φανερὸ στὴ συνέχεια συνέπειες. Συνέχεια
Γιατί ὁ Θεὸς῎Εγινε῎Ανθρωπος;
Πρωτοπρεσβυτέρου π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ
«᾿Εγώ εἰμι τὸ Α καὶ τὸ Ω» (᾿Αποκ. αʹ 8)
ΤΟ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΟ μήνυμα ἦταν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ μήνυμα σωτηρίας καὶ γι᾿ αὐτὸ ὁ Κύριός μας ἀρχικὰ χαρακτηρίστηκε ὡς ὁ Σωτήρας, ὁ ῾Οποῖος λύτρωσε τὸν λαό Του ἀπὸ τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς φθορᾶς. Τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς Σαρκώσεως ἑρμηνευόταν συνήθως ἀπὸ τὴν πρώτη χριστιανικὴ θεολογία μέσα στὴν προοπτικὴ τῆς Λυτρώσεως. ᾿Εσφαλμένες ἀντιλήψεις γιὰ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, μὲ τὶς ὁποῖες ἡ πρώτη ᾿Εκκλησία ἔπρεπε νὰ παλέψει, ἀποδοκιμάστηκαν καὶ ἀπορρίφθηκαν ἀκριβῶς ὅταν αὐτὲς ἔτειναν νὰ ὑποσκάψουν τὴν πραγματικότητα τῆς Λυτρώσεως τοῦ ἀνθρώπου. Θεωρήθηκε γενικὰ ὅτι ἡ ἴδια ἡ ἔννοια τῆς Σωτηρίας ἦταν ὅτι ἡ προσωπικὴ ἕνωση μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου ἀποκαταστάθηκε, καὶ ἄρα ὁ Λυτρωμένος ἔπρεπε νὰ ἀνήκει ὁ ῎Ιδιος καὶ στὶς δυὸ πλευρές, δηλαδὴ νὰ εἶναι συγχρόνως θεῖος καὶ ἀνθρώπινος, γιατὶ διαφορετικὰ ἡ σπασμένη κοινωνία μεταξὺ Θεοῦ καὶ ἀνθρώπου δὲ θὰ εἶχε ἀποκατασταθεῖ. Αὐτὴ ἦταν ἡ κύρια γραμμὴ σκέψεως τοῦ ῾Αγίου ᾿Αθανασίου στὸν ἀγώνα του κατὰ τῶν ᾿Αρειανῶν, τοῦ ῾Αγίου Γρηγορίου τοῦ Ναζιανζηνοῦ στὴν πολεμική του κατὰ τοῦ ᾿Απολλιναρισμοῦ, καὶ ἄλλων συγγραφέων τοῦ Δʹ καὶ Εʹ αἰώνα. ≪᾿Εκεῖνο σώζεται ποὺ ἑνώνεται μὲ τὸ Θεό≫, λέγει ὁ ῞Αγιος Γρηγόριος ὁ Ναζιανζηνός1. Συνέχεια
Γιατί ὁ Θεὸς῎Εγινε῎Ανθρωπος;
Παναγιώτου Νέλλα
ΑΝΑΦΕΡΑΜΕ ἤδη ὅτι γιὰ τοὺς Εἰρηναῖο, ᾿Ωριγένη, ᾿Αθανάσιο, Γρηγόριο Νύσσης καὶ ἄλλους πατέρες, στοὺς ὁποίους περιλαμβάνονται Μάξιμος ὁ ῾Ομολογητὴς καὶ Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, τὸ ᾿Αρχέτυπο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ὁ Χριστός.῞Ενα κείμενο τοῦ Νικολάου Καβάσιλα δὲν ἐπιτρέπει, σχετικά, καμμιὰ ἀμφιβολία. Μοιάζει χαρακτηριστικὰ πρὸς τὸ κείμενο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου Νύσσης, ποὺ παραθέσαμε, καὶ ταυτόχρονα τὸ ἑρμηνεύει ἀποφασιστικά:≪Καὶ γὰρ διὰ τὸν καινὸν ἄνθρωπον ἀνθρώπου φύσις συνέστη τὸ ἐξ ἀρχῆς· καὶ νοῦς καὶ ἐπιθυμία πρὸς ἐκεῖνον κατεσκευάσθη· καὶ λογισμὸν ἐλάβομεν, ἵνα τὸν Χριστὸν γινώσκωμεν, ἐπιθυμίαν, ἵνα πρὸς ἐκεῖνον τρέχωμεν, μνήμην ἔσχομεν, ἵν᾿ ἐκεῖνον φέρωμεν, ἐπεὶ καὶ δημιουργημένοις αὐτὸς ἀρχέτυπον ἦν. Οὐ γὰρ ὁ παλαιὸς τοῦ καινοῦ, ἀλλ᾿ ὁ νέος ᾿Αδὰμ τοῦ παλαιοῦ παράδειγμα≫1. Συνέχεια
῾Η Σωτηριολογικὴ Σημασίατῆς ᾿Ανθρωπίνης Φύσεως τοῦ Χριστοῦ
᾿Ανδρέου Θεοδώρου
«Καὶ ὁ Λόγος σὰρξ ἐγένετο καὶ ἐσκήνωσεν ἐν ἡμῖν» (᾿Ιω. αʹ 14)
Η Σάρκωση τοῦ Λόγου ἀποτελεῖ τὸ ἐπίκεντρο τῆς Πίστεώς μας. ῎Εγινε, ὅταν ἦλθε τὸ πλήρωμα τοῦ χρόνου (Γαλ. δʹ 4), δηλαδὴ ὁ «καιρὸς», ποὺ ὅρισε ὁ Πατὴρ στὸ ἀπειρόσοφο σχέδιο τῆς «θείας περὶ τὸν ἄνθρωπον οἰκονομίας» Του. Τότε ἔστειλεν ὁ Πατὴρ τὸν Υἱόν Του τὸ μονογενῆ στὸν κόσμο, νὰ γίνει ἄνθρωπος ἀπὸ γυναῖκα, γιὰ νὰ λυτρώσει τὸν ἄν-θρωπο ἀπὸ τὴν πτώση του στὴν ἁμαρτία.
῞Οτι ἡ θεία Σάρκωση ἀπέβλεπε στὰ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου ἀναφέρεται ρητὰ καὶ στὸ ἱερὸ Σύμβολο τῆς Πίστεώς μας: «Τὸν δι᾿ἡμᾶς τοὺς ἀνθρώπους καὶ διὰ τὴν ἡμετέραν σωτηρίαν κατελθόντα ἐκ τῶν οὐρανῶν καὶ σαρκωθέντα ἐκ Πνεύματος ἁγίου καὶ Μαρίας τῆς Παρθένου καὶ ἐνανθρωπήσαντα». Μερικοὶ πιστεύουν ὅτι ἡ Σάρκωση τοῦ Λόγου θὰ γινόταν
οὕτως ἤ ἄλλως, καὶ σὲ περίπτωση ἀκόμα, ποὺ δὲν ἁμάρτανε ὁ ἄνθρωπος. ῾Η θεωρία αὐτή, ποὺ εἶναι «θεολογούμενο», κάτι δηλαδή, ποὺ συζητιέται ἐλεύθερα στὴ θεολογία, δὲν νομίζω ὅτι εἶναι σωστή. Συνέχεια
Χρόνος καὶ ζωὴ κατὰ τὸν Μέγα Βασίλειο
Γεώργιος Μαντζαρίδης
Ὁ Μ. Βασίλειος ἔζησε καὶ παρουσίασε στὰ συγγράμματά του μὲ τὸν διεισδυτικότερο τρόπο τὴ σχέση χρόνου καὶ ζωῆς. Καὶ ἡ ἀντίστοιχη διδασκαλία του, ποὺ ἐπηρέασε βαθύτατα τὴ μεταγενέστερη θεολογία καὶ διανόηση, παραμένει ἐξαιρετικὰ ἐπίκαιρη καὶ σήμερα. Βέβαια ὁ μεγάλος αὐτὸς ἱεράρχης τῆς Καππαδοκίας δὲν ἔγραψε κανένα συστηματικὸ ἔργο γιὰ τὸ θέμα αὐτό. Ἑρμηνεύοντας ὅμως τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ ἰδιαίτερα τὴν «Ἑξαήμερο» τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλὰ καὶ ἀποκρούοντας τὴν αἵρεση τοῦ Εὐνομίου σχετικὰ μὲ τὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ἀναφέρθηκε πολλὲς φορὲς στὸν χρόνο καὶ τὰ σχετικὰ μὲ αὐτὸν θέματα.Συνήθως διακρίνουμε τὸν χρόνο σὲ τρία μέρη: στὸ παρελθόν, τὸ παρὸν καὶ τὸ μέλλον.
Ἡ τριμερὴς ὅμως αὐτὴ διάκριση δὲν φαίνεται νὰ ἔχει κάποια ἀντικειμενικὴ ὑπόσταση. Πράγματι, ἂν θελήσουμε νὰ προσδιορίσουμε ἀντικειμενικῶς τὸ παρόν, θὰ διαπιστώσουμε ὅτι δὲν ἀποτελεῖ τίποτε περισσότερο ἀπὸ μία διαχωριστικὴ τομὴ ἀνάμεσα στὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον. Ἔτσι ἡ τριμερὴς διάκριση τοῦ χρόνου γίνεται αὐτομάτως διμερής. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἀριστοτέλης μιλάει γιὰ δύο μόνο διαστάσεις τοῦ χρόνου, τὸ παρελθὸν καὶ τὸ μέλλον: «Τοῦ χρόνου», λέει, «τὰ μὲν γέγονε, τὰ δὲ μέλλει… τὸ δὲ νῦν οὐ μέρος· μετρεῖ τε γὰρ τὸ μέρος, καὶ συγκεῖσθαι δεῖ τὸ ὅλον ἐκ τῶν μερῶν· ὁ δὲ χρόνος οὐ δοκεῖ συγκεῖσθαι ἐκ τῶν νῦν» (1). Συνέχεια
Ὁ χρόνος καὶ ὁ κόσμος τῆς φθορᾶς
ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ
Ἡ πιὸ φοβερὴ καὶ ἡ πιὸ ἀνεξιχνίαστη δύναμη στὸν κόσμο εἶναι ὁ Χρόνος, ὁ Καιρός. Καλὰ-καλὰ τί εἶναι αὐτὴ ἡ δύναμη δὲν τὸ ξέρει κανένας, κι ὅσοι θελήσανε νὰ τὴν προσδιορίσουνε, μάταια πασκίσανε. Τὸ μυστήριο τοῦ Χρόνου ἀπόμεινε ἀκατανόητο, κι ἂς μᾶς φαίνεται τόσο φυσικὸς αὐτὸς ὁ Χρόνος. Τὸν ἴδιο τὸν Χρόνο δὲ μποροῦμε νὰ τὸν καταλάβουμε τί εἶναι, ἀλλὰ τὸν νοιώθουμε μοναχὰ ἀπὸ τὴν ἐνέργεια ποὺ κάνει, ἀπὸ τὰ σημάδια ποὺ ἀφήνει πάνω στὴν πλάση. Ἡ μυστηριώδης πνοὴ του ὅλα τ’ ἀλλάζει. Δὲν ἀπομένει τίποτα σταθερό, ἀκόμα κι ὅσα φαίνονται σταθερὰ κι αἰώνια. Μία ἀδιάκοπη κίνηση στριφογυρίζει ὅλα τὰ πάντα, μέρα-νύχτα, κι αὐτὴ τὴν ἄπιαστη καὶ κρυφὴ κίνηση δὲ μπορεῖ νὰ τὴ σταματήσει καμμιὰ δύναμη. Τοῦτο τὸ πράγμα ποὺ τὸ λέμε Χρόνο, τὸ ἔχουμε συνηθίσει, εἴμαστε ἐξοικειωμένοι μαζί του, ἀλλιῶς θὰ μᾶς ἔπιανε τρόμος, ἂν εἴμαστε σὲ θέση νὰ νοιώσουμε καλὰ τί εἶναι καὶ τί κάνει. Ὅπως εἴπαμε, δουλεύει μέρα-νύχτα, αἰῶνες αἰώνων, ἀδιάκοπα, βουβά, κρυφά, κι ὅλα τ’ ἀλλάζει μὲ μία καταχθόνια δύναμη, ἄπιαστος, ἀόρατος, ἀνυπάκουος, τόσο, ποὺ νὰ τὸν ξεχνᾶ κανένας καὶ νὰ θαρρεῖ πὼς δὲν ὑπάρχει, αὐτὸς ποὺ εἶναι τὸ μόνο πράγμα ποὺ ὑπάρχει καὶ ποὺ δὲ μπορεῖ ἡ διάνοιά μας, μὲ κανέναν τρόπο, νὰ καταλάβει πὼς κάποτε δὲν θὰ ὑπάρχει, πὼς θὰ καταστραφεῖ, πὼς θὰ λείψει. Πῶς, ἀφοῦ αὐτὸ τὸ «κάποτε» εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χρόνος; Πῶς μπορεῖ νὰ φανταστεῖ κανένας πῶς κάποτε θὰ πάψει νὰ ὑπάρχει αὐτὸ τὸ ἴδιο τὸ «κάποτε»; Συνέχεια
Γιὰ τὴν παραμονὴ τῆς Πρωτοχρονιᾶς
Metropolitan Anthony Bloom
Γιὰ μία ἀκόμη φορὰ ἕνας νέος χρόνος πλησιάζει. Ὅταν εἴμαστε νέοι ὑποδεχόμαστε τὸν καινούριο χρόνο μὲ ἀνοιχτὲς καρδιές, νομίζοντας πὼς ὅλα θὰ μᾶς εἶναι δυνατὰ κατὰ τὴ διάρκειά του. Τὸν βλέπουμε ν’ ἁπλώνεται μπροστὰ μας σὰν μία ἀτέλειωτη πεδιάδα καλυμμένη μὲ παρθένο χιόνι, ποὺ οὔτε μιὰ πατημασιὰ δὲν ἔχει ἀκόμη σημαδέψει τὴ λευκότητά της, τὰ πάντα εἶναι δυνατά, τὰ πάντα εἶναι ἁγνὰ καὶ φωτεινά. Στὴν προχωρημένη ἡλικία περιμένουμε τὸ νέο χρόνο μὲ ἕνα εἶδος ἐσωτερικῆς ὑπομονῆς, μὲ τὴν αἴσθηση πὼς θὰ εἶναι μιὰ ἁπλὴ ἐπανάληψη τοῦ παρελθόντος ἴσως νὰ μᾶς συμβοῦν ἄφθονα καινούρια περιστατικά, θὰ εἶναι ὅμως γνωστά, γήινα περιστατικὰ μὲ τὰ ὁποῖα γνωρίζουμε πῶς νὰ ζήσουμε. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις εἴμαστε λανθασμένοι
Ἡ νέα χρονιὰ πράγματι ἁπλώνεται μπροστὰ μας σὰν ἕνα ἀπάτητο ἀκόμη μονοπάτι, μιὰ πλατειὰ παρθένα πεδιάδα ποὺ θὰ πρέπει ν’ ἀνθίσει μ’ ἕνα πλοῦτο καλῶν ἀνθρώπινων πράξεων. Ὅποια κι ἂν εἶναι ἡ ἡλικία μας ἕνα μονοπάτι ἁπλώνεται μπροστά μας καὶ ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται ἂν θὰ τὸ κάνουμε «ὁδὸν Κυρίου» ἢ ὄχι. Ἀπὸ μᾶς ἐξαρτᾶται τὸ ἂν γιὰ τοὺς γύρω μας καὶ γιὰ τοὺς ἑαυτούς μας καὶ γιὰ τὶς ἑπόμενες γενιὲς θὰ φτιάξουμε δρόμο γιὰ τὸν Οὐρανὸ ἢ τὴν Κόλαση – τὴν αἰώνια Κόλαση, ἢ ἁπλῶς τὴ σκληρὴ ἀνθρώπινη κόλαση τῆς γῆς. Ταυτόχρονα, αὐτὸ ποὺ ἁπλώνεται μπροστὰ μας εἶναι, ὅπως τὸ βλέπει ἡ γεροντικὴ ἡλικία, τὸ συνηθισμένο καὶ τὸ οἰκεῖο, μόνο ποὺ δὲν ἔχει συμβεῖ ποτὲ πρὶν σ’ ἐμᾶς. Ἡ ζωὴ ἴσως νὰ μὴ φέρνει τὸ διαφορετικό, μπορεῖ ὅμως ἐμεῖς νὰ εἴμαστε διαφορετικοί, τὰ ἴδια περιστατικὰ μπορεῖ νὰ ξανασυμβοῦν καὶ νὰ εἶναι τελείως καινούρια, διότι ἐμεῖς θὰ ἔχουμε ἀλλάξει. Συνέχεια
Τὸ νέο ἔτος
Fr. Alexander Schmemann
Εἶναι παλιὸ τὸ ἔθιµο: τὴν παραµονὴ τοῦ Νέου Ἔτους, ὅταν τὸ ρολόι κτυπήσει µεσάνυχτα, σκεφτόµαστε τὶς ἐπιθυµίες µας γιὰ τὸ νέο ἔτος καὶ προσπαθοῦµε νὰ εἰσέλθουµε στὸ ἄγνωστο µέλλον µ’ ἕνα ὄνειρο, προσδοκώντας ταυτόχρονα τὴν ἐκπλήρωση κάποιας ἀγαπητῆς µας ἐπιθυµίας.
Σήµερα, γιὰ ἄλλη µιὰ φορὰ βρισκόµαστε µπροστὰ σ’ ἕνα νέο ἔτος. Τί ἐπιθυµοῦµε γιὰ τοὺς ἴδιους, γιὰ τοὺς ἄλλους, γιὰ τὸν καθένα; Ποιὸ εἶναι τὸ τέλος ὅλων µας τῶν ἐλπίδων; Ἡ ἀπάντηση εἶναι µονίµως ἡ ἴδια αἰώνια λέξη: εὐτυχία. Εὐτυχὲς τὸ Νέο Ἔτος! Εὐτυχία γιὰ τὸ Νέο Ἔτος! Ἡ ἰδιαίτερη εὐτυχία ποὺ ἐπιθυµοῦµε εἶναι φυσικὰ διαφορετικὴ καὶ προσωπικὴ γιὰ τὸν καθένα, ἀλλὰ ὅλοι µας µετέχουµε στὴν κοινὴ πίστη πὼς αὐτὸ τὸ ἔτος ἡ εὐτυχία θὰ µᾶς πλησιάσει, πὼς µποροῦµε νὰ ἐλπίσουµε σ’ αὐτὴ µὲ προσδοκία.
Πότε ὅµως εἶναι κάποιος ἀληθινὰ εὐτυχισµένος; Μετὰ ἀπὸ αἰῶνες ἐµπειρίας καὶ γνώσης σχετικὰ µὲ τὸν ἄνθρωπο, δὲν µποροῦµε πλέον νὰ ἐξισώσουµε τὴν εὐτυχία µὲ ὁποιοδήποτε ἐξωτερικὸ γνώρισµα, π.χ. χρήµατα, ὑγεία, ἐπιτυχία κλπ. Γνωρίζουµε πὼς τίποτε ἀπ’ ὅλα αὐτὰ δὲν ἀνταποκρίνεται πλήρως σ’ αὐτὴ τὴ µυστηριώδη καὶ πάντοτε φευγαλέα ἔννοια τῆς εὐτυχίας. Εἶναι σαφὲς πὼς ἡ φυσικὴ ἄνεση φέρνει εὐτυχία, ἀλλὰ καὶ ἄγχος. Ἡ ἐπιτυχία φέρνει εὐτυχία, ἀλλὰ καὶ φόβο. Εἶναι ἐκπληκτικὸ πὼς ὅσο περισσότερη ἐξωτερικὴ εὐτυχία διαθέτουµε, τόσο περισσότερο εὔθραυστη γίνεται καὶ πιὸ ἀτίθασος ὁ φόβος πὼς θὰ τὴ χάσουµε καὶ θὰ µείνουµε µὲ ἄδεια χέρια. Πιθανῶς αὐτὸς εἶναι καὶ ὁ λόγος ποὺ εὐχόµαστε ὁ ἕνας στὸν ἄλλο «µία νέα εὐτυχία» γιὰ τὸ Νέο Ἔτος. Ἡ «παλιὰ» εὐτυχία ποτὲ δὲν πραγµατοποιήθηκε, κάτι πάντοτε ἔλειπε. Τώρα ὅµως ἀτενίζουµε ξανὰ µπροστὰ µας µὲ µία εὐχή, ἕνα ὄνειρο, µία ἐλπίδα… Συνέχεια
Στὸ κατώφλι τοῦ νέου χρόνου
Metropolitan Anthony Bloom
Καθὼς ὁ ἕνας χρόνος διαδέχεται τὸν ἄλλον σᾶς μιλοῦσα γιὰ τὴν νέα χρονιὰ ποὺ ἐρχόταν παρομοιάζοντάς την μὲ μιὰ πεδιάδα πού, ἀκηλίδωτη, ἁγνή, εἶναι σκεπασμένη ἀπὸ χιόνι, καὶ ζητοῦσα νὰ δώσετε προσοχὴ στὸ γεγονὸς ὅτι πρέπει νὰ βαδίζουμε μὲ ὑπευθυνότητα ἐκεῖ ποὺ ἁπλώνεται τὸ λευκὸ τοπίο ποὺ εἶναι ἀκόμα παρθένο, ἐπειδὴ σύμφωνα μὲ τὸν τρόπο ποὺ βαδίζουμε, θὰ ὑπάρχει μιὰ ὁδὸς ποὺ θὰ τὸ διασχίζει, ὅταν ἀκολουθοῦμε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, ἢ βήματα πλανεμένα ποὺ μοναχὰ θὰ λερώνουν τὴν λευκότητα τοῦ χιονιοῦ. Ἀλλὰ ἕνα πράγμα δὲν μποροῦμε, οὔτε πρέπει νὰ ξεχάσουμε τούτη τὴ χρονιὰ περισσότερο ἀπὸ τὶς προηγούμενες φορές, εἶναι ὅτι ὑπάρχει σκοτάδι ποὺ περιβάλλει, καλύπτει τούτη τὴ λευκότητα καὶ αὐτὸ τὸ ἄγνωστο τοπίο, ὅπως ἕνας τροῦλος, ἕνα σκοτάδι μὲ λίγα ἢ πολλὰ ἀστέρια, πλὴν ὅμως ἕνα σκοτάδι θολό, ἐπικίνδυνο καὶ τρομακτικό. Βγαίνουμε ἀπὸ μία χρονιά, ὅπου ὅλοι μας ἔχουμε ἀντιληφθεῖ τὸ σκοτάδι ὅπου εἶναι ἀκόμαδιαδεδομένη ἡ βία καὶ ἡ σκληρότητα.
Πῶς θὰ συναντήσουμε τὴ νέα χρονιά; Θὰ ἦταν ἀφελὲς καὶ πολὺ ἀντιχριστιανικό, νὰ ζητήσουμε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ μᾶς προστατέψει, νὰ κάνει τὴ γῆ ἕναν παράδεισο εἰρήνης, ἐνῶ γύρω μας δὲν ὑπάρχει εἰρήνη. Ὑπάρχει διαμάχη, ἔνταση, ἀποθάρρυνση, φόβοι, βία, φονικό. Δὲν μποροῦμε νὰ ζητᾶμε γιὰ μᾶς εἰρήνη, ὅταν αὐτὴ ἡ εἰρήνη δὲν μπορεῖ νὰ ἁπλωθεῖ πέρα ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία, ὅταν δὲν ἔρχεται σὰν ἀκτίνες φωτὸς νὰ διαλύσουν τὸ σκοτάδι. Ἕνας πνευματικὸς συγγραφέας τῆς Δύσης εἶχε γράψει ὅτι ὁ Χριστιανὸς εἶναι αὐτὸς στὸν ὁποῖο ὁ Θεὸς ἔχει ἐμπιστευθεῖ τὴν εὐθύνη ὅλων τῶν ἄλλων ἀνθρώπων καὶ αὐτὴν τὴν εὐθύνη πρέπει νὰ προετοιμαστοῦμε νὰ φέρουμε εἰς πέρας. Σὲ λίγα λεπτά, θὰ ἱκετεύσουμε τὸν Θεὸ γιὰ τὴν ἄγνωστη νέα χρονιὰ καὶ τὸ σκοτάδι ποὺ τὴν καλύπτει, μὲ τὴν μεγαλύτερη εὐχὴ ποὺ προφέρεται στὶς λειτουργικὲς ἀκολουθίες, «Εὐλογημένη ἡ Βασιλεία τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» ἂς εἶναι εὐλογημένη ἡ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Κάλαντα Θεοφανείων
Ἀπό τῆς ἐρήμου ὁ Πρόδρομος ἦλθε τοῦ βαπτῖσαι τόν Κύριον.
Ἐρουρέμ, ἐρουρέμ, ἔρου, ρέρου, ρερουρέμ, χαῖρε Πρόδρομε.
Βασιλέα πάντων ἐβάπτισε εἰς τόν Ἰορδάνην ὁ Πρόδρομος.
Ἐρουρέμ, ἐρουρέμ, ἔρου, ρέρου, ρερουρέμ, χαῖρε Πρόδρομε.
Γηγενεῖς σκιρτᾶτε καί χαίρεσθε, τάξεις τῶν Ἀγγέλων εὐφραίνεσθε.
Ἐρουρέμ, ἐρουρέμ, ἔρου, ρέρου, ρερουρέμ, χαῖρε Πρόδρομε.
Δέξου Ἰορδάνη τόν Κτίστην σου πρίν ἀναχαιτίσεις τά ὕδατα.
Ἐρουρέμ, ἐρουρέμ, ἔρου, ρέρου, ρερουρέμ, χαῖρε Πρόδρομε.
Εἰς τόν Ἰορδάνην βαπτίζεται ὑπό Ἰωάννου ὁ Κύριος.
Ἐρουρέμ, ἐρουρέμ, ἔρου, ρέρου, ρερουρέμ, χαῖρε Πρόδρομε.

Κάλαντα Πρωτοχρονιᾶς
![DSC08329[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/DSC083291.jpg)
Αρχιμηνιά κι Αρχιχρονιά
ψηλή μου δεντρολιβανιά
κι αρχή καλός μας χρόνος
εκκλησιά με τ’ άγιο θρόνος.
Αρχή που βγήκε ο Χριστός
άγιος και Πνευματικός,
στη γη να περπατήσει
και να μας καλοκαρδίσει.
Αγιος Βασίλης έρχεται,
και δεν μας καταδέχεται,
από την Καισαρεία,
συ’ σαι αρχόντισσα κυρία.
Βαστά εικόνα και χαρτί
ζαχαροκάρνο, ζυμωτή
χαρτί και καλαμάρι
δες και με-δες και με το παλικάρι.
Το καλαμάρι έγραφε,
τη μοίρα του την έλεγε
και το χαρτί-και το χαρτί ομίλει
Άγιε μου-άγιε μου καλέ Βασίλη.

Κάλαντα Χριστουγέννων

Κάλαντα Χριστουγέννων Βυζαντινὰ
Ἄναρχος Θεὸς καταβέβηκεν καὶ ἐν τῇ Παρθένῳ κατώκησεν
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Ἄχραντε.
Βασιλεὺς τῶν ὅλων καὶ Κύριος, ἦλθε τὸν Ἀδὰμ ἀναπλάσασθαι
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Ἄχραντε.
Γηγενεῖς σκιρτᾶτε καὶ χαίρετε, τάξεις τῶν ἀγγέλων εὐφραίνεσθε
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Ἄχραντε.
Δέξου, Βηθλεέμ, τὸ Δεσπότη σου. Βασιλέα πάντων καὶ Κύριον
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Δέσποινα.
Ἐξ ἀνατολῶν μάγοι ἔρχονται, δῶρα προσκομίζοντες ἄξια
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Δέσποινα.
Σήμερον ἡ κτίσις ἀγάλλεται καὶ πανηγυρίζει κι εὐφραίνεται
Ἔρουρεμ, ἔρουρεμ, ἔρου-ἔρου-ἔρουρεμ χαῖρε Δέσποινα.

Προτροπές πρός ὀρθόν βίον
Ἁγίας Συγλητικῆς
Παιδιά μου, ὅλοι ξέρουμε, πῶς θά σωθοῦμε, ἀλλά χάνουμε τήν σωτηρία μας ἀπό τήν πνευματική μας ἀμέλεια. Πρέπει λοιπόν, ἀρχικά, νά τηροῦμε μέ ἀκρίβεια τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου» «καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. 22, 37-39). Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ νόμου καί τό πλήρωμα τῆς χάριτος. Λίγα λόγια, ἀλλά μέ πολλή καί μεγάλη δύναμι. Ὅλες οἱ ἀρετές ἐξαρτῶνται ἀπ᾽ αὐτή, γι᾽ αὐτό καί ὁ Ἀπ. Παῦλος ὀνομάζει τήν ἀ γ ά π η τέλος τοῦ νόμου. Αὐτή εἶναι ἑπομένως ἡ σωτηρία μας, ἡ διπλῆ ἀγάπη, ἡ ἀρχή καί τό τέλος κάθε καλοῦ ἔργου τῶν ἀνθρώπων.
Ὑπάρχει λύπη ὠφέλιμη καί λύπη καταστρεπτική. Γνωρίσματα τῆς καλῆς λύπης εἶναι ἡ θλῖψι γιά τά δικά μας ἁμαρτήματα, ἡ λύπη γιά τήν ἄγνοια, πού ἔχουν οἱ ἀδελφοί μας καί ὁ φόβος μήπως χάσουμε τήν ἀγαθή προαίρεσι καί δέν φθάσουμε στόν σκοπό τῆς σωτηρίας. Ἐνῶ τῆς ἄλλης, πού δημιουργεῖ ὁ ἐχθρός, εἶναι ἡ παράλογη καί ὑπερβολική θλῖψι, πού οἱ πατέρες τήν ὀνομάζουν ἀκηδία. Τό πνεῦμα αὐτό τῆς ἀκηδίας καί τῆς λύπης, πρέπει νά τό διώχνουμε μέ τήν προσευχή καί τήν ψαλμωδία.
Ἄς προσέχῃ, λοιπόν, ὅποιος νομίζει πώς στέκεται, γιά νά μή πέσῃ. Γιατί αὐτός πού ἔπεσε, ἔχει μία μόνο φροντίδα, νά σηκωθῆ, ἐκεῖνος ὅμως, πού στέκεται, ἄς προσέχῃ νά μή πέσῃ, γιατί οἱ πτώσεις εἶναι διάφορες. Αὐτοί πού ἔπεσαν ἔχουν στερηθῆ τή θεία χάρι κι ὅταν σηκώθηκαν, ἡ ζημιά τους δέν ἦταν μικρή. Αὐτός πού στέκεται, ἄς μήν ἐξευτελίζη τόν ἄλλον πού ἔπεσε, μήπως πάθῃ κι αὐτός τά ἴδια καί βρεθῆ σέ χειρότερο βάραθρο. Εἶναι πολύ φυσικό, ἡ φωνή πού ἔρχεται ἀπό βαθύ πηγάδι καί καλεῖ σέ βοήθεια, νά μήν ἀκουσθῆ, ὅπως λέει καί ὁ ψαλμωδός: «Μή καταπιέτω με βυθός, μηδέ συσχέτω ἐπ᾽ ἐμέ φρέαρ τό στόμα αὐτοῦ» (Ψαλμ. 68,16). Ὁ πρῶτος πού ἔπεσε, ἔμεινε (μέσα στό πηγάδι), σύ ὅμως πρόσεχε τόν ἑαυτό σου, μήπως, ὅταν πέσῃς, δέν μπορέσης νά σηκωθῆς καί γίνης τροφή στά θηρία. Ἐκεῖνος, πού πέφτει δέν μπορεῖ νά κλείσῃ τήν πόρτα στόν πονηρό. Ἀλλά σύ μή νυστάξῃς καθόλου καί ψάλλε πάντοτε τό θεῖο ρητό: «Φώτισον τούς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον» (Ψαλμ. 22,4). Τέλος νά ἀγρυπνῆς συνέχεια, γιατί ὁ διάβολος σάν λέοντας ὠρύεται κοντά σου. Συνέχεια
Δέν εἶναι αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός
Ἁγίου Βασιλείου τοῦ Μεγάλου
Πολλοί εἶναι οἱ τρόποι τῆς διδασκαλίας, πού μᾶς ὑπέδειξεν ὁ ἱεροψάλτης Δαβίδ μέ τήν εἰς αὐτόν ἐνέργειαν τοῦ ἁγίου Πνεύματος. Ἄλλοτε μέν μέ τό νά μᾶς διηγῆται ὁ προφήτης τά παθήματά του καί τήν γενναιότητα μέ τήν ὁποίαν ὑπέμεινε τά συμβάντα, διά τοῦ προσωπικοῦ του παραδείγματος μᾶς ἀφήνει ὁλοκάθαρην διδασκαλίαν περί ὑπομονῆς, ὅπως ὅταν λέγῃ· «Κύριε, διατί ἔχουν πληθυνθῆ οἱ ἐχθροί μου» (Ψαλμ. 3, 2). Ἄλλοτε δέ συστήνει τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καί τήν ταχύτητά του εἰς τήν βοήθειαν, τήν ὁποίαν παρέχει εἰς αὐτούς πού ἀληθινά τόν ἐπιζητοῦν, μέ τό νά λέγῃ· «εἰς τήν ἐπίκλησίν μου μέ εἰσήκουσεν ὁ Θεός μου, πού εἶναι Θεός τῆς δικαιοσύνης» (Ψαλμ. 4, 2). Καί αὐτά λέγω ὅτι ἰσοδυναμοῦν μέ τόν προφήτην πού εἶπεν· «ἐνῷ θά ὁμιλῇς ἀκόμη ἐσύ, θά εἰπῇ· νά, εἶμαι παρών» (Ἠσ. 58, 9). Δηλαδή, δέν ἐπρόφθασε νά τόν ἐπικαλεσθῇ καί ἡ ἀκοή τοῦ Θεοῦ ἐπρόλαβε τό τέλος τῆς προσευχῆς. Ὅταν πάλιν ἀναπέμπῃ εἰς τόν Θεόν ἱκετηρίους προσευχάς καί δεήσεις, μᾶς διδάσκει κατά ποῖον τρόπον ἁρμόζει οἱ ἁμαρτωλοί νά ἐξιλεώνουν τόν Θεόν. «Κύριε, νά μή μέ κρίνῃς ἀνάλογα μέ τόν θυμόν σου, καί νά μή μέ τιμωρήσῃς ἀνάλογα μέ τήν ὀργήν σου» (Ψαλμ. 6, 2). Εἰς τόν δωδέκατον δέ ψαλμόν μέ τούς λόγους· «ὥς πότε, Κύριε, θά μέ λησμονῇς ὁλοτελῶς; » (Ψαλμ. 12, 4), διά νά μᾶς δείξῃ κάποιαν παράτασιν δοκιμασίας. Καί μέ ὁλόκληρον τόν ψαλμόν διά νά μᾶς διδάξῃ νά μή λιποψυχοῦμεν κατά τάς θλίψεις, ἀλλά νά ἀναμένωμεν τήν ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ καί νά ἠξεύρωμεν ὅτι λόγῳ κάποιας οἰκονομίας μᾶς παραδίδει εἰς τάς δοκιμασίας τῶν θλίψεων, ἐπιβάλλων τό μέτρον τῶν δοκιμασιῶν ἀνάλογα μέ τόν βαθμόν τῆς πίστεως, πού ὑπάρχει εἰς τόν καθένα. Ἀφοῦ λοιπόν ἔχει λεχθῆ τό, «ὥς πότε, Κύριε, θά μέ λησμονῇς ὁλοτελῶς; » καί τό «ὥς πότε θά ἀποστρέφῃς τό πρόσωπόν σου ἀπό ἐμέ; » (Ψαλμ. 12, 2). ἀμέσως μεταβαίνει εἰς τό κακόν τῶν ἀθέων. Αὐτοί, ὅταν τούς εὕρῃ κάποια μικρά δυσκολία εἰς τήν ζωήν, ἐπειδή δέν ἠμποροῦν νά ὑποφέρουν τάς δυσκολωτέρας περιστάσεις τῶν πραγμάτων, ἀμέσως ἀμφιβάλλουν μέ τήν διάνοιάν των, ἐάν ὑπάρχῃ Θεός πού φροντίζει διά τά ἐδῶ πράγματα, ἐάν παρατηρῇ τό καθένα ἀπ᾿ αὐτά, ἐάν ἀποδίδῃ δικαιοσύνην εἰς τόν καθένα κατ᾿ ἀξίαν.
Ἔπειτα ὅταν ἰδοῦν τούς ἑαυτούς των νά παραμένουν περισσότερον εἰς τά δυσάρεστα ἐμπεδώνουν τό πονηρόν δόγμα καί ἀποφαίνονται εἰς τάς καρδίας των ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός. «Ὁ ἄφρων εἶπε μέσα του· δέν ὑπάρχει Θεός» (Ψαλμ. 13, 1). Καί αὐτό ἀφοῦ τό βάλλῃ εἰς τό μυαλόν του, διαπράττει λοιπόν ἀφθόνως κάθε ἁμαρτίαν. Διότι ἐάν δέν ὑπάρχῃ αὐτός πού ἐπιβλέπει, ἐάν δέν ὑπάρχῃ αὐτός πού ἀνταποδίδει εἰς τόν καθένα ἀνάλογα μέ τάς πράξεις τῆς ζωῆς του, τί ἐμποδίζει νά καταδυναστεύωμεν τόν πτωχόν, νά σκοτώνωμεν τά ὀρφανά, νά φονεύωμεν τήν χήραν καί τόν πάροικον, νά ἀποτολμοῦμεν κάθε ἀνοσιούργημα, νά μολυνώμεθα μέ ἀκάθαρτα καί βδελυρά πάθη καί μέ ὅλας τάς κτηνώδεις ἐπιθυμίας; Διά τοῦτο ὡς συνέπειαν τοῦ ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός, ἐπρόσθεσε τό, «διεφθάρησαν καί διέπραξαν βδελυρά ἔργα» (Ψαλμ. 13, 1). Διότι εἶναι ἀδύνατον νά ἐκτραποῦν ἀπό τόν σωστόν δρόμον, ἐάν αἱ ψυχαἱ των δέν ἀσθενήσουν ἀπό τήν ἀσθένειαν τῆς λήθης τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Μεθέορτα Χριστουγέννων
Ἰωάννου Φουντούλη
Ἑωρτάσαμε Χ
άριτι θείᾳ, τήν ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου. Στά αὐτιά μας ἀντηχοῦν ἀκόμη οἱ χαρμόσυνοι ὕμνοι τῆς μεγάλης ἑορτῆς καί τά ἱερά ἀναγνώσματα. Ἡ μεγαλοπρεπής τελεσιουργία τοῦ ὑπερφυοῦς μυστηρίου μᾶς μετέφερε καί πάλι στό ἱερό σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, τῆς πόλεως τῆς Ἰουδαίας, ὅπου ὁ Χριστός γεννᾶται ἐκ Παρθένου, ὅπου οἱ ποιμένες προσκυνοῦν καί οἱ μάγοι προσφέρουν τά βασιλικά των δῶρα. Ἐκεῖ ὅπου ἀντήχησαν γιά πρώτη φορά οἱ ἀγγελικές δοξολογίες, πού σήμαναν τό ὀρθρινό τῆς ἀνατολῆς τῆς νέας ἡμέρας, τῆς ἐπιφανείας τοῦ ἡλίου τῆς δικαιοσύνης.
Ὅσοι πιστοί νίκησαν τήν ραθυμία καί ἔσπευσαν ἐνωρίς στούς ναούς δέν θά λησμονήσουν ποτέ τήν ὑπερκοσμία ἀτμόσφαιρα, στήν ὁποία τούς μετέφερε ἡ λαμπρά ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου τῆς ἡμέρας αὐτῆς. Μέσα στό ἡμίφως τῶν τελευταίων ὡρῶν τῆς νυκτός, κάτω ἀπό τούς ὑποβλητικούς θόλους τῶν ναῶν μας, μέσα στούς χαρμοσύνους ὕμνους καί στά θυμιάματα νομίζει κανείς πώς βρίσκεται ἐκτός χώρου καί χρόνου. Τότε ἀκούει δωρικά, κοφτά, νά ἀναγινώσκεται τό συναξάριο τῆς ἡμέρας μέ τούς ἰαμβικούς του στίχους, ποίημα Χριστοφόρου τοῦ Μυτιληναίου:
«Τῇ 25ῃ τοῦ αὐτοῦ μηνός, ἡ κατά σάρκα Γέννησις τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Θεός τό τεχθέν ἡ δέ μήτηρ παρθένος· Τί μεῖζον ἄλλο καινόν εἶδεν ἡ κτίσις; Τῆ αὐτῇ ἡμέρα, ἡ προσκύνησις τῶν Μάγων. Σέ προσκυνοῦσα τάξις ἐθνική, Λόγε, Τό πρός σέ δηλοῖ τῶν ἐθνῶν μέλλον σέβας. Τῇ αὐτῇ ἡμέρα μνήμη τῶν θεασαμένων ποιμένων τόν Κύριον. Ποίμνην ἀφέντες τήν ἑαυτῶν ποιμένες, ἰδεῖν καλόν σπεύδουσι Χριστόν ποιμένα. Αὐτῷ ἡ δόξα εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων».
Δέν γνωρίζει κανείς ἄν ζῇ στήν σημερινή ἐποχή ἤ στήν ἐποχή τοῦ Βυζαντίου ἤ στήν ἰδία νύκτα πού συνέβησαν τά γεγονότα αὐτά. Αὐτό ἀκριβῶς εἶναι τό μυστήριο τῆς λατρείας μας. Θραύει τά σύνορα τῶν ἐποχῶν καί τῶν ρεόντων χρονικῶν σχημάτων τοῦ κόσμου τούτου. Παρόν, παρελθόν καί μέλλον ἰσοπεδώνονται. «Σήμερον» καί πάλι ὁ Χριστός γεννᾶται, ὅπως γεννήθηκε καί πέρισυ καί κατά τήν ἰδία ἡμέρα τῶν περασμένων αἰώνων, ὅπως θά γεννᾶται μέχρι συντελείας τῶν αἰώνων, ὅπως ἀκριβῶς γεννήθηκε τήν θεία νύκτα τῶν Χριστουγέννων τοῦ πρώτου ἔτους τῆς χριστιανικῆς χρονολογίας. Μέσα στό πλαίσιο αὐτό αἰσθάνεται κανείς πώς ὁ Χριστός εἶναι «ἐχθές καί σήμερον καί ὁ αὐτός εἰς τούς αἰῶνας» (Ἑβρ. 13, 8), πώς ἡ Ἐκκλησία εἶναι τό σῶμά Του, αἰώνιο καί ἀγήραστο ὅπως Ἐκεῖνος. Πώς καί ὁ καθείς ἀπό μᾶς δέν εἶναι μόνος, ἀλλά ἕνα μέλος τῆς ἱερᾶς αὐτῆς κοινωνίας τῶν ἐν Χριστῷ ἀναγεννηθέντων ἀνθρώπων, γιά τήν ὁποία δέν ὑπάρχει φθορά καί χρόνος, χθές καί σήμερα καί αὔριο, ἀλλά ἕνα αἰώνιο καί ἄφθαρτο «σήμερα», τό ὁποῖο ζοῦν καί ἀπολαμβάνουν οἱ γενεές τῶν πιστῶν, πού ἐβαπτίσθησαν εἰς Χριστόν καί ἐνεδύθησαν τόν Χριστό. Πού συμβασιλεύουν μετά τοῦ Χριστοῦ, μαζί μέ τίς γενεές πού ἦλθαν καί θά ἔλθουν, χωρίς ὅμως νά παρέλθουν ποτέ, γιατί ἡ βασιλεία τοῦ Χριστοῦ εἶναι «βασιλεία πάντων τῶν αἰώνων καί ἡ δεσποτεία Του ἐν πάσῃ γενεᾷ καί γενεᾷ» (Ψαλμ. 144, 13).
Σέ προηγούμενο κείμενο εἴδαμε τήν κατά μίμησι τῆς περιόδου τοῦ Πάσχα ἀνάπτυξι τῆς προεορτίου περιόδου τῶν Χριστουγέννων. Εἴδαμε πώς μέ βάσι τά Χριστούγεννα, τήν 25η Δεκεμβρίου, καθωρίσθησαν οἱ πρό αὐτῆς ἑορτές, τῆς συλλήψεως τοῦ Προδρόμου, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου καί τῆς γεννήσεως τοῦ Βαπτιστοῦ, πώς ἀνεπτύχθη βαθμηδόν ἡ τεσσαρακοστή τῶν Χριστουγέννων καί πώς ἡ κλιμακωτή ἀνάβασις πρός τήν μεγάλη ἑορτή καταλήγει καί ἀποκορυφώνεται στήν μεγάλη ἑβδομάδα καί στό Πάσχα, γιά νά εἰποῦμε ἔτσι, τῶν Χριστουγέννων. Τό Πάσχα ὅμως ἐπεκτείνεται καί πρός τά ἐμπρός· ἡ ἑβδομάς μετά ἀπό αὐτό εἶναι ἡ διακαινήσιμος, πού λογίζεται, κατά τίς τυπικές διατάξεις, σάν μία καί ἡ αὐτή πασχάλιος ἡμέρα· τήν ὀγδόη ἡμέρα εἶναι ἡ Κυριακή τοῦ Θωμᾶ, ἤ τοῦ Ἀντίπασχα, τύπος τῆς ὀγδοάδος τοῦ μέλλοντος· τήν τεσσαρακοστή ἡμέρα κλείεται ἡ πασχάλιος περίοδος μέ τήν ἑορτή τῆς Ἀναλήψεως, τῆς εἰσόδου τοῦ Κυρίου ἐν σώματι εἰς τήν δόξαν αὐτοῦ, εἰς τά ἅγια τῶν ἁγίων τοῦ οὐρανοῦ.
Ἄς παρακολουθήσωμε τήν ἐπίδρασι τῆς πασχαλίου αὐτῆς περιόδου καί στήν διαμόρφωσι τῆς μετά τά Χριστούγεννα μεθεόρτου περιόδου. Ἐπί ἑπτά ἡμέρες ἑορτάζεται ἡ μεγάλη ἑορτή. Τήν 26η Δεκεμβρίου πανηγυρίζεται ἡ Σύναξις τῆς ὑπεραγίας Θεοτόκου τῆς μητρός τοῦ Χριστοῦ, καί ἀναμιμνησκόμεθα τήν εἰς Αἴγυπτον φυγήν τῆς ἁγίας οἰκογενείας. Τήν 29ην ἑορτάζεται ἡ μνήμη τῶν νηπίων τῆς Βηθλεέμ, πού ἐσφάγησαν ἀπό τόν Ἡρῴδη.Ἡ Κυριακή πού ἐμπίπτει στό διάστημα αὐτό, ἡ Κυριακή «μετά τήν Χριστοῦ Γέννησιν», εἶναι ἀφιερωμένη στόν Ἰωσήφ τόν μνήστορα τῆς Παρθένου, στόν Ἰάκωβο κατά σάρκα ἀδελφό τοῦ Κυρίου, υἱό τοῦ Ἰωσήφ ἀπό ἄλλη γυναῖκα πού εἶχε πρίν μνηστευθῆ τήν Θεοτόκο, καί τόν κοινό προπάτορα, τόν βασιλέα Δαυίδ. Καθ᾿ ὅλο τό ἑπταήμερο διάστημα οἱ ὕμνοι τῶν Χριστουγέννων συμπλέκονται μέ τήν ἀκολουθία τῶν καθ᾿ ἡμέραν ἁγίων καί ὁλόκληρος ἡ ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς ἐπαναλαμβάνεται κατά τήν ἀπόδοσί της, τήν 31η Δεκεμβρίου.
Παράλληλος πρός τήν Κυριακή τοῦ Θωμᾶ εἶναι ἡ ἑορτή τῆς Περιτομῆς τοῦ Χριστοῦ, κατά τόν μωσαϊκό νόμο, πού ἑορτάζομε τήν 1η Ἰανουαρίου, τήν ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τά Χριστούγεννα. Ὅπως ἡ ἐμφάνισις τοῦ Κυρίου στόν Θωμᾶ συντελεῖ στήν ἐξακρίβωσι καί βεβαίωσι τοῦ ὑπερφυσικοῦ γεγονότος τῆς ἐκ νεκρῶν ἀναστάσεως καί ἀπό τόν πιό ἀμφιβάλλοντα καί δυστροποῦντα μαθητή, ἔτσι καί ἡ ὀκταήμερος περιτομή καί ἡ κατ᾿ αὐτήν ὀνοματοδοσία, ἀποτελεῖ τήν σφραγῖδα καί τήν βεβαίωσι τῆς τελείας ἐνανθρωπήσεως τοῦ Χριστοῦ· τῆς προσλήψεως τῆς ἀνθρωπίνης μορφῆς ἀναλλοιώτως· τῆς πραγματικότητος τῆς ὑπερφυσικῆς σαρκώσεως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ καί τῆς ἐντάξεώς Του διά τοῦ σημείου τῆς περιτομῆς στόν λαό τοῦ Θεοῦ καί τῆς ὑπαγωγῆς Του στόν Νόμο. Ἡ ὀγδόη ἐκείνη ἡμέρα διά τῆς ἐμφανίσεως καί παρουσίας τοῦ ἀναστάντος ἐν τῷ μέσῳ τῶν μαθητῶν Του γίνεται τύπος τῆς ὀγδοάδος τοῦ μέλλοντος αἰῶνος καί τῆς κατ᾿ αὐτήν ἀδιαλείπτου παρουσίας καί ἀπολαύσεως τοῦ Χριστοῦ. Καί αὐτή, ἡ ὀγδόη ἀπό τῆς γεννήσεως ἡμέρα, «εἰκονίζει», κατά τούς ἱερούς ὑμνογράφους, «τήν τοῦ μέλλοντος ἄληκτον ζωήν» «φέρει τύπον τοῦ μέλλοντος», λόγῳ ἀκριβῶς τῆς ἐπισήμου παρουσίας ἐν σαρκί τοῦ Χριστοῦ μεταξύ τοῦ λαοῦ Του καί μεταξύ τοῦ γένους τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ ἑορταστική περίοδος συνεχίζεται· παρεμβάλλεται ἡ ἑορτή τῶν Θεοφανείων μέ τά προεόρτια καί τά μεθέορτά της, πού παρατείνονται μέχρι τῆς 14ης Ἰανουαρίου γιά νά ἀρχίσῃ ἀπό τήν ἑπομένη ἡμέρα, τήν 15η, μία νέα προεόρτιος περίοδος, πού εἰσάγει τήν ἑορτή τῆς τεσσαρακοστῆς ἀπό τῆς γεννήσεως ἡμέρας, τήν ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς τῆς 2ας Φεβρουαρίου. Εἶναι ἡ κατακλείς τῶν ἑορτῶν τῶν Χριστουγέννων, ἡ ἀπόδοσίς των κατά κάποιο τρόπο, τό παράλληλο τῆς ἑορτῆς τῆς Ἀναλήψεως, τῆς τεσσαρακοστῆς ἀπό τοῦ Πάσχα ἡμέρας. Ὁ Χριστός ὡς βρέφος τεσσαρακονθήμερο εἰσέρχεται στόν ναό Του, στόν ἐπίγειο οὐρανό. Ἐκεῖ θά Τόν ἀναγνωρίσῃ ἡ προφητεία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης καί θά ζητήσῃ τήν λῆξί της καί τήν ἀπόλυσί της μέ τό στόμα τοῦ δικαίου Συμεών καί τῆς προφήτιδος Ἄννης, γιατί ἦλθε ὁ προφητευόμενος καί ἀναμενόμενος, τό «φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν»καί ἡ«δόξα τοῦ λαοῦ» Του, τοῦ παλαιοῦ καί τοῦ νέου Ἰσραήλ. (Λουκ. 2, 32).
Αὐτός στίς γενικές του γραμμές εἶναι ὁ μεθέορτος κύκλος τῆς ἑορτῆς τῶν Χριστουγέννων. Μαζί μέ τόν προεόρτιο κύκλο, πού εἴδαμε ἄλλοτε καταλαμβάνει σχεδόν τό ἕν πέμπτον τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἄν ἐκτός ἀπό αὐτά λάβωμε κατά νοῦν, ὅτι ἀπό τήν ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἐξαρτᾶται καί ἡ σειρά τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν πού ἀναφέραμε, τοῦ Εὐαγγελισμοῦ τῆς Θεοτόκου, τῆς συλλήψεως καί τῆς γεννήσεως τοῦ Προδρόμου, βλέπομε πόσον ἀκριβής εἶναι ὁ χαρακτηρισμός της ὡς πόλου τῶν ἀκινήτων ἑορτῶν τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἡ ἑορτή τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου βρῆκε μέσα στήν λειτουργική πρᾶξι τῆς Ἐκκλησίας τήν δικαία καί ἁρμόζουσα θέσι της. Ἔγινε τό δεύτερο Πάσχα, ἡ πρώτη μετά τήν βασιλίδα καί κυρία τῶν ἑορτῶν ἑορτή, πού βαθμιαία ἔτεινε νά ἐξομοιωθῇ καί νά μιμηθῇ ἐκείνη, χωρίς ὅμως τελικά νά φθάσῃ καί στά μέτρα ἐκείνης.
Ἐπανερχόμεθα στό θέμα τῆς «Κυριακῆς μετά τήν Χριστοῦ Γέννησιν». Στά τρία πρόσωπα πού ἑορτάζονται κατ᾿ αὐτήν συνάπτονται τά θέματα τῆς προεορτίου καί μεθεόρτου περιόδου τῶν Χριστουγέννων. Ὁ Δαυίδ εἶναι ὁ ἀρχηγέτης τῆς βασιλικῆς δυναστείας τῶν Ἰουδαίων, ἀπό τήν ὁποία τό κατά σάρκα κατήγετο ὁ Χριστός. Ἐκεῖνος πού ἐδέχθη τήν προφητική ἐπαγγελία «ἐκ καρποῦ τῆς κοιλίας σου θήσομαι ἐπί τοῦ θρόνου σου» ( Ψαλμ. 131, 11). Ἡ «ρίζα τοῦ Ἰεσσαί», ἀπό τήν ὁποία, ὡς ἀπό ξηρά ράβδο, τήν ἀειπάρθενο Μαρία, ἐβλάστησε τό ἄνθος, ὁ Χριστός, ὁ βασιλεύς καί ὁ «ἡγούμενος» (Γενέσ. 49, 10), ἡ «προσδοκία» ἐθνῶν (Ἠσ. 11, 1).
Ὁ μνήστωρ Ἰωσήφ μακαρίζεται γιατί ἠξιώθη νά γίνῃ ὁ φρουρός καί φύλαξ τῆς Παρθένου Μαρίας καί πιστῶς νά ὑπηρετήσῃ τήν βουλή τοῦ Θεοῦ, προσφέροντας στήν Μαρία καί στόν νεογέννητον Ἰησοῦ τήν προστασία καί τήν φροντίδα πού εἶχαν ἀνάγκη. Εἶναι ὁ σύνδεσμος τῆς Παλαιᾶς καί τῆς Καινῆς Διαθήκης. Μέ τά μάτια του εἶδε νά ἐκπληρώνωνται οἱ προφητεῖες καί τά αὐτιά του ἄκουσαν τίς ἀγγελικές φωνές πού ἐβεβαίωναν τήν ἔλευσι τοῦ Μεσσίου. Ὁ Ἰάκωβος ὁ ἀδελφόθεος καί πρῶτος μετά ταῦτα ἐπίσκοπος Ἱεροσολύμων ἐγκωμιάζεται καί αὐτός ὡς μάρτυς τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ καί μέχρις αἵματος κήρυξ τῆς ἐνανθρωπήσεως. Ἔτσι ἀκριβῶς τούς ὑμνοῦν τά τροπάρια τῆς Κυριακῆς, τά τρία στιχηρά τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ α´ ἤχου, προσόμοια τοῦ «Τῶν οὐρανίων ταγμάτων». Τό πρῶτο ἀναφέρεται στόν Δαυίδ, τό δεύτερο στόν Ἰωσήφ καί τό τρίτο στόν Ἰάκωβο. Ὁ Δαυίδ καί ὁ Ἰάκωβος συνάπτονται στό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β´ ἤχου. Καί οἱ τρεῖς εἶναι οἱ διδάσκαλοι καί οἱ μάρτυρες τῆς γεννήσεως.
«Τόν θεοπάτορα πάντες, ἀνευφημήσωμεν
Δαυίδ τόν βασιλέα·
ἐκ γάρ τούτου προῆλθε ράβδος ἡ Παρθένος
καί ἐξ αὐτῆς ἀνατέταλκεν ἄνθος Χριστός
καί τόν Ἀδάμ σύν τῇ Εὔᾳ
ἐκ τῆς φθορᾶς ἀνεπλάσατο ὡς εὔσπλαγχνος».
«Τῶν προφητῶν τάς προρρήσεις
εἶδεν ἐν γήρᾳ σαφῶς ὁ Ἰωσήφ ὁ μνήστωρ
ἐμφανῶς πληρουμένας,
μνηστείας λαχών ξένης,
χρηματισμούς τῶν ἀγγέλων δεξάμενος·
Δόξα Θεῷ ἐκβοώντων,
ὅτι ἐν γῇ τήν εἰρήνην ἐδωρήσατο».
«Τόν ἀδελφόθεον πάντες ἀνευφημήσωμεν,
ὡς ἱεράρχην ὄντα,
μαρτυρίῳ δέ πάλιν ἐμπρέψαντα γενναίως,
οὗ ταῖς εὐχαῖς, Ἰησοῦ ὁ Θεός ἡμῶν,
ὁ ἐν σπηλαίῳ καί φάτνῃ σπαργανωθείς,
σῶσον πάντας τούς ὑμνοῦντάς σε».
«Μνήνην ἐπιτελοῦμεν Δαυίδ καί Ἰακώβου, εὐσεβοῦς βασιλέως προφήτου καί ἀποστόλου πρώτου ἐπισκόπου· αὐτῶν γάρ τοῖς διδάγμασι πλάνης ἀπαλλαγέντες, Χριστόν δοξολογοῦμεν τόν ἐκ παρθένου ἀνατείλαντα, τόν καί σαρκωθέντα σῶσαι τάς ψυχάς ἡμῶν».
Tήν κοινή πάλι ἀνύμνησί των ὡς ὑπηρετῶν τοῦ μυστηρίου τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἐπαναλαμβάνει καί ὁ ποιητής τοῦ ὡραίου ἐξαποστειλαρίου, προσομίου τοῦ «Τοῖς μαθηταῖς συνέλθωμεν»:
«Σύν Ἰακώβῳ μέλψωμεν τῷ κλεινῷ θεαδέλφῳ
Δαυίδ τόν θεοπάτορα, Ἰωσήφ τε τόν θεῖον,
τῆς Θεοτόκου μνήστορα·
τοῦ Χριστοῦ γάρ τῇ θείᾳ Γεννήσει καθυπούργησαν
Βηθλεέμ ἐν τῇ πόλει θεοπρεπῶς,
μετ᾿ ἀγγέλων, μάγων τε καί ποιμένων,
αὐτῷ τόν ὕμνον ᾄδοντες, ὡς Θεῷ καί δεσπότῃ».
Ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων εἶναι ἡ κατ᾿ ἐξοχήν ἑορτή τῆς προφητείας τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης. Αὐτή ἀποτελεῖ τό μεταίχμιο μεταξύ τῶν δύο Διαθηκῶν. Ἡ Παλαιά προλέγει καί προπαρασκευάζει τήν ἔλευσι τοῦ Χριστοῦ καί λήγει μέ τήν γέννησί Του. Ἡ Καινή ἀρχίζει μέ τήν ἡμέρα τῆς σαρκώσεως. Εἶναι ἡ «ἡμέρα τοῦ Κυρίου ἡ μεγάλη καί ἐπιφανής», πού προλέγει ὁ προφήτης Ἰωήλ (κεφ. 3, 4). Ὁ Θεός ἔδωσε στήν γῆ καί στόν οὐρανό τά ὑπεσχημένα Του ὑπερφυσικά τέρατα· τό αἷμα, τό πῦρ καί τήν ἀτμίδα καπνοῦ (Ἰωήλ 3, 3). Αὐτῶν τῶν τεράτων θεαταί καί μάρτυρες οἱ προφῆται τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης μέ ἔξαρχο τό Δαυίδ καί οἱ ἱεροί ἄνδρες τῆς Καινῆς μέ πρωτοστάτας τά δύο μέλη τῆς ἁγίας οἰκογενείας, τόν Ἰωσήφ τόν μνήστορα καί τόν Ἰακωβο τόν ἀδελφόθεο, ἔρχονται νά συνεορτάσουν μέ τόν λαό τοῦ Θεοῦ τήν πλήρωσι τῶν προφητειῶν, τό μέγα μυστήριο τῆς θείας ἐνανθρωπήσεως. Τήν λύσι καί φανέρωσι τοῦ προφητικοῦ αἰνίγματος. Αἷμα τήν σάρκωσιν τοῦ Λόγου, πῦρ τήν Θεότητα, ἀτμίδα καπνοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον. Αὐτό ἀκριβῶς θά ἀκούσωμε νά θεολογῇ ὁ ποιητής Ἀνατόλιος στό δοξαστικό τῶν αἴνων τοῦ πλ. δ´ ἤχου:
«Αἷμα καί πῦρ καί ἀτμίδα καπνοῦ,
τέρατα γῆς, ἅ προεῖδεν Ἰωήλ·
αἷμα τήν σάρκωσιν· πῦρ τήν Θεότητα·
ἀτμίδα δέ καπνοῦ τό Πνεῦμα τό ἅγιον,
τό ἐπελθόν τῇ Παρθένῳ
καί κόσμον εὐωδιάσαν.
Μέγα τό μυστήριον τῆς σῆς ἐνανθρωπήσεως,
Κύριε, δόξα σοι».

![454451-paidaikiflogera[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/454451-paidaikiflogera12.jpg)
