Μάιος 2026
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

imaik

Κυριακή τοῦ Θωμᾶ

Ἰωάννου Φουντούλη

 Untitled-11Ὁ πανηγυρισμός τοῦ Πάσχα συνεχίζεται καθ᾽ ὅλην τήν ἑβδομάδα πού τό ἀκολουθεῖ, τήν Διακαινήσιμο, τήν νέα ἑβδομάδα. Ὅλη αὐτή λογίζεται ὡς μία πασχάλιος ἡμέρα, κατά τήν ὁποία «αὐτήν τήν ζωηφόρον ἀνάστασιν ἑορτάζομεν τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ καί Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», κατά τό συναξάριο. Καί ἡ ἑβδομάς κατακλείεται μέ τήν ὀγδόη ἡμέρα, τήν Νέα Κυριακή, τήν ἄλλως λεγομένη Κυριακή τοῦ Θωμᾶ ἤ τοῦ Ἀντίπασχα.

Αὐτή εἶναι ὁ τύπος τῆς ὀγδόης ἡμέρας τοῦ μέλλοντος αἰῶνος, «ὅτι εἰς εἰκόνα τάττεται τῆς ἀπεράντου ἐκείνης ἡμέρας, τῆς ἐν τῷ μέλλοντι αἰῶνι, ἥτις καί πρώτη καί μία ἔσται πάντως, μή νυκτί διακοπτομένη», κατά τό συναξάριο.

Δέν εἶναι ὅμως ἡ Κυριακή τοῦ Θωμᾶ ἐξεικόνισμα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος ἁπλῶς καί μόνο γιατί εἶναι ἡ ὀγδόη ἡμέρα ἀπό τοῦ Πάσχα. Ἀλλά καί γιατί εἶναι ἡ ἡμέρα τῆς παρουσίας τοῦ Χριστοῦ στό μέσον τοῦ κύκλου τῶν ἕνδεκα μαθητῶν, τῆς διαπιστώσεως τοῦ γεγονότος τῆς ἀναστάσεως, τῆς ἄρσεως κάθε ἀμφιβολίας, τῆς προσωπικῆς κοινωνίας καί τῆς ψηλαφήσεως τοῦ ἀναστάντος. Ἀκριβῶς δέ ἡ παρουσία αὐτή καί ἡ ψηλάφησις εἶναι τύπος τῆς αἰωνίου παρουσίας τοῦ Χριστοῦ κατά τόν μέλλοντα αἰῶνα ἐν τῷ μέσῳ τῆς Ἐκκλησίας Του. Τότε τίποτε δέν θά ἐμποδίσῃ τήν ποθητή θέα τοῦ Θεοῦ, τοῦ Χριστοῦ, καί τήν προσωπική κοινωνία μέ Αὐτόν. Τότε τά φράγματα τῆς δυσπιστίας θά πέσουν καί μαζί μέ τόν Θωμᾶ ὁ λαός τοῦ Θεοῦ θά ὁμολογῇ τήν σωτήριο ὁμολογία: «Ὁ Κύριός μου καί ὁ Θεός μου» (Ἰω. 20, 28).

Ἀπό τήν ὑμνογραφία τῆς ἑορτῆς σταχυολογοῦμε τό δοξαστικό τοῦ ἑσπερινοῦ τοῦ πλ. β΄ἤχου. Ἀναφέρεται στήν εἴσοδο τοῦ Χριστοῦ κεκλεισμένων τῶν θυρῶν κατά τήν Κυριακή τοῦ Πάσχα στό ὑπερῷο τῆς Σιών. Ὁ Θωμᾶς ἀπουσίαζε καί μέ δυσπιστία ἐκφράζεται γιά τό γεγονός τῆς ἀναστάσεως. Θέλει γιά νά βεβαιωθῇ νά ἴδῃ μέ τά ἴδια του τά μάτια τόν Κύριο. Νά ἴδῃ τήν πλευρά, ἀπό τήν ὁποία ἔρρευσε τό αἷμα καί τό ὕδωρ, ὁ τύπος τοῦ βαπτίσματος. Νά ἴδῃ τήν πληγή, ἀπό τήν ὁποία ἰάθη ἡ μεγάλη πληγή, ὁ ἄνθρωπος. Νά ἴδῃ ὅτι ὁ ἀναστάς δέν εἶναι πνεῦμα, φάντασμα, ἀλλά ἄνθρωπος μέ σάρκα καί ὀστᾶ. Καί αὐτόν τόν ἀναστάντα Κύριο, πού πάτησε τόν θάνατο καί πληροφόρησε τήν ἀλήθεια τῆς ἀναστάσεώς Του στόν δύσπιστο Θωμᾶ δοξολογεῖ ὁ ποιητής τοῦ ὕμνου.

«Τῶν θυρῶν κεκλεισμένων ἐπέστης, Χριστέ, πρός τούς μαθητάς. Τότε ὁ Θωμᾶς οἰκονομικῶς οὐχ εὑρέθη μετ᾽ αὐτῶν.Ἔλεγε γάρ· Οὐ μή πιστεύσω, ἐάν μή ἴδω κἀγώ τόν δεσπότην· ἴδω τήν πλευράν, ὅθεν ἐξῆλθε τό αἷμα, τό ὕδωρ, τό βάπτισμα· ἴδω τήν πληγήν, ἐξ ἧς ἰάθη τό μέγα τραῦμα, ὁ ἄνθρωπος· ἴδω πῶς οὐκ ἦν ὡς πνεῦμα, ἀλλά σάρξ καί ὀστέα. Ὁ τόν θάνατον πατήσας καί Θωμᾶν πληροφορήσας, Κύριε, δόξα σοι». Συνέχεια

Κυριακή τοῦ Θωμᾶ

Ἀρχιμ. Αντώνιος Ρωμαῖος

Απ. ΘωμαςἩ σημερινὴ Κυριακή μᾶς παρουσιάζει μιὰ ἀπὸ τὶς πιὸ λαμπρές, τὶς πιὸ βαθειὲς καὶ τὶς πιὸ ἑλκυστικὲς θὰ λέγαμε εἰκόνες τὶς ὁποῖες μᾶς ἔχει χαρίσει ὁ Κύριός μας μέσα στὰ ἱερὰ Εὐαγγέλια καὶ κύρια πρόσωπα αὐτῆς τῆς σκηνῆς εἶναι ὁ τέλειος Θεὸς καὶ τέλειος Ἄνθρωπος, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ καὶ ὁ ἀπόστολος Θωμᾶς ἀπὸ τὴν ἄλλη.

Ὁ Κύριος ἔχει νικήσει τὸν θάνατο, ἔχει πλέον καταργήσει τὴν δύναμη καὶ τὴν ἰσχύν τοῦ σατανᾶ, τελεσιδίκως, ἔχει χαρίσει, δυνάμει, τὴν σωτηρία σ’ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος, εἰσέρχεται «κεκλεισμένων τῶν θυρῶν», −μὲ αὐτή τὴν πράξη διακηρύσσει τὴν παντοδυναμία Του καὶ τὴν κυριότητά του ἐπάνω στὸν κόσμο− εἰσέρχεται, κάνει διάλογο, χαρίζει τὴν εἰρήνη Του στοὺς ‘Ἀποστόλους καὶ μὲ πολλὴ ἁπλότητα, σὰν ἕνα μικρὸ παιδάκι, τοὺς δείχνει τὰ χέρια Του καὶ τὴν πλευρά Του. Λείπει ὁ Θωμᾶς. Κιʼ ὅταν οἱ ἄλλοι τὸν πληροφοροῦν καὶ τοῦ λέγουν «ὅτι ἔχουμε δεῖ καὶ ἔχουμε συναντήσει τὸν Ἰησοῦν, εἶναι Ἀναστημένος» ἐκεῖνος δυσπιστεῖ.

Ἡ Ἐκκλησία μας μὲ πολλοὺς τρόπους ἔχει ἐπαινέσει αὐτή τὴν δυσπιστία τοῦ Θωμᾶ. Ποιὸς εἶναι ὁ Θωμᾶς; Ποιὸν παρουσιάζει ἐκείνη τὴ στιγμή; Παρουσιάζει ὅλους ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι δὲν ἔχουμε ἀκόμα ταυτίσει τὴν ὕπαρξή μας μὲ τὴν ὕπαρξη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἀκοῦμε γιὰ τὸν Χριστό, μαθαίνουμε γιὰ τὸν Χριστό, κάποτε θεωροῦμε πολὺ ὡραῖα αὐτὰ πού μαθαίνουμε, κάποτε ὁραματιζόμαστε καὶ φανταζόμαστε αὐτὸ τὸ Πρόσωπο πανίσχυρο καὶ παντοδύναμο νὰ μᾶς ἱκανοποιεῖ ὅλες τὶς ἀνάγκες, ἴσως ὅλες τὶς φιλοδοξίες, ἀλλά συγχρόνως δὲν Τὸν ἔχουμε κοντά μας, δὲν τὸν βλέπουμε ὁρατό, ἁπτό, ὅπως ὅταν ἔλειπε ὁ Θωμᾶς δὲν Τὸν εἶδε καὶ ἐκεῖνος καὶ δυσπιστοῦσε. Γι’ αὐτὸ κιʼ ἐμεῖς παρ’ ὅλη τὴν μερικὴ γνωριμία πού μπορεῖ νὰ ἔχουμε μὲ τὸν Χριστὸν βρισκόμαστε σὲ μιὰ παρόμοια κατάσταση.

Μᾶς ἐκπροσωπεῖ ὁ Θωμᾶς σ’ αὐτή τὴ σκηνή. Ὁ Θωμᾶς λέγει στοὺς ἄλλους ὅτι «ἂν δὲν βάλω τὸν δάκτυλόν μου εἰςτὸν τύπον τῶν ἥλων δὲν σᾶς πιστεύω». Κιʼ ἐμεῖς πολλὲς φορές, παρὰ τὸ ὅτι εἶναι τόσοι αἰῶνες πού ἔχουν περάσει καὶ ὁ Κύριος διακηρύσσει «μακάριοι οἱ μὴ ἰδόντες καὶ πιστεύσαντες», ἐμεῖς θέλουμε νὰ γνωρίζουμε, νὰ δοῦμε γιὰ νὰ πιστεύσουμε. Καὶ θέλουμε ἀποδείξεις. Καὶ τὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς πάντοτε μικραίνει τὸν ἑαυτό Του μπροστὰ στὸν ἄνθρωπο καὶ δίνει ἀποδείξεις. Δίνει ἀποδείξεις ἀσάλευτες, ἀτράνταχτες· καὶ αὐτὸ ἔκανε καὶ στὸν Θωμᾶ: «Φέρε τὸν δάκτυλόν σου ὧδε καὶ βάλε τὴν χεῖραν σου εἰς τὴν πλευράν μου».

Ἕνας ὕμνος στὸν Ὄρθρο, ἴσως τὸν ἀκούσατε, λέγει: «φέρε τὴν χεῖραν σου καὶ ἐρεύνα, ἐρεύνα, ὅτι αὐτὸς Ἐγὼ εἰμί, ὁ διὰ σὲ Παθητός». Δὲν φοβᾶται ὁ Ἰησοῦς τὴν ἔρευνα. Δὲν φοβᾶται νὰ σμικρυνθεῖ μπροστὰ στὸν ἀνθρώπινο νοῦ καὶ τὴν ἀνθρώπινη περιέργεια καὶ τὴν ἀνθρώπινη δυσπιστία Εἶναι ὁ Κύριος τῶν πάντων καὶ γιʼ αὐτό δὲν φοβᾶται νὰ γίνει μικρότερος κιʼ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ἐμεῖς, ἐπειδὴ εἴμαστε μικροί, θέλουμε πάντοτε νὰ παρουσιαζόμαστε μεγάλοι στοὺς ἀνθρώπους, σοβαροὶ καὶ σπουδαῖοι. Συνέχεια

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΑΝΑΣΤΑΣΕΩΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ-Ἱστορικὴ ἐξέλιξη

Γεωργίου Ἀντουράκη

Ανάστασις Ι.Μ.Διονυσίου 16ος αιώνaΤὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως στὴ χριστιανικὴ συνείδηση εἶναι συνέχεια τοῦ γεγονότος τοῦ Σταυροῦ. Ὀρθῶς ἡ Ἐκκλησία διακηρύσσει ὅτι ὁ Χριστὸς «Σταυρὸν ὑπομείνας δι’ ἡμᾶς, θανάτῳ θάνατον ὤλεσεν» (Πεντηκοστάριον). Ἔτσι, ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰῶνες, ἡ Ἀνάσταση παραλληλίζεται ἤ καὶ συμβολίζεται μὲ τὴν εἰκόνα τῆς Σταυρώσεως.

Μία τέτοια συμβολικὴ παράσταση τῆς Ἀναστάσεως συναντοῦμε σὲ σαρκοφάγους τοῦ 4ου μ.Χ. αἰώνα, οἱ ὁποῖες φυλάσσονται στὸ μουσεῖο Λατερανοῦ τῆς Ρώμης. Πρόκειται γιὰ δύο ἀπὸ τὶς λεγόμενες σαρκοφάγους τῶν «Παθῶν» τοῦ Χριστοῦ, στὶς ὁποῖες ἡ Ἀνάσταση ἀπεικονίζεται στὸ κέντρο κάθε εἰκόνας. Ἡ Ἀνάσταση τῶν ἐν λόγω σαρκοφάγων παριστάνεται μὲ τὸ λάβαρο τοῦ Μ. Κωνσταντίνου: σταυρὸς στολισμένος μὲ δάφνινο στεφάνι -στὶς ἄκρες του ὁποίου παριστάνονται δύο πετεινοὶ- ποὺ περικλείει τὸ μονόγραμμα τοῦ Χριστοῦ, ἐνῶ στὴ βάση ἀπεικονίζονται δύο κοιμώμενοι στρατιῶτες τῆς κουστωδίας πού εἶχαν τοποθετήσει στὸν τάφο τοῦ Χριστοῦ, ἐπειδὴ φοβόνταν τὴν κλοπὴ τοῦ θείου σώματος ἀπὸ τοὺς μαθητές, οἱ ὁποῖοι θὰ ἔλεγαν μετὰ στὸ λαὸ ὅτι «ἠγέρθη ἀπὸ τῶν νεκρῶν» (Ματθ. 27, 64).

Ἕνας ἄλλος συμβολικὸς τρόπος ἀπεικονίσεως τῆς Ἀναστάσεως, ἤδη ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν κατακομβῶν, εἶναι ἡ παράσταση τοῦ προφήτη Ἰωνᾶ, ὁ ὅποιος ἀποβάλλεται -σῶος καὶ ἀβλαβὴς- ἀπὸ τὴν κοιλιὰ τοῦ κήτους. Βλέπε καὶ τὴ σχετικὴ διήγηση (Ἰωνᾶ α’ δ’), ἡ ὁποία διαβάζεται ὡς προφητεία στὸν Ἑσπερινό τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἀκριβῶς ἕνεκα τῆς βαθιᾶς συμβολικότητάς της. Ὀρθῶς ὁ Ἰωνᾶς θεωρεῖται ὡς προεικόνιση τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος εἶχε τονίσει, ὅταν ἔλεγε στοὺς Φαρισαίους: «…ὥσπερ γὰρ ἐγένετο Ἰωνᾶς ὁ προφήτης ἐν τῇ κοιλίᾳ τοῦ κήτους τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας, οὕτως ἐσται καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς γῆς τρεῖς ἡμέρας καὶ τρεῖς νύκτας» (Ματθ. 12, 40). Μετὰ δὲ τὴν τριήμερο ταφή, ὁ Χριστὸς ἀνέστη, ὅπως «καὶ ὁ Ἰωνᾶς ἐκβῆκεν ἀπὸ τὸ κῆτος τριήμερος» (ἅγ. Νικόδημος Ἁγιορείτης, Ἑορτοδρόμιον). Ἕνεκα τούτου, ὁ ἱερὸς Δαμασκηνὸς γράφει (στὸν εἱρμὸ τῆς ς’ ὠδῆς τοῦ περίφημου κανόνα τοῦ Πάσχα), τὰ ἑξῆς: «Κατῆλθες ἐν τοῖς κατωτάτοις τῆς γῆς καὶ συνέτριψας μοχλοὺς αἰωνίους κατόχους πεπεδημένων Χριστέ, καὶ τριήμερος, ὡς ἐκ κήτους Ἰωνᾶς, ἐξανέστης τοῦ τάφου» (Πεντηκοστάριον).

Ἀξιοπρόσεκτο εἶναι καὶ τὸ δίπτυχο ἀπὸ ἐλεφαντόδοντο στὸ Μουσεῖο τῆς Ραβέννας (ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰώνα), ὅπου μὲ ἰδιαίτερη ζωντάνια ἀπεικονίζεται ὁ Ἰωνᾶς μὲ τὸ κῆτος. Γενικά, ἡ ἱστορία τοῦ Ἰωνᾶ, πού συμβολίζει τὴ λύτρωση καὶ τὴν ἀνάσταση τῶν νεκρῶν, εἶναι ἕνα ἰδιαίτερα ἀγαπητὸ θέμα στὴ ζωγραφικὴ τῶν κατακομβῶν καὶ τῶν σαρκοφάγων.

Κατὰ τὸν 6ο αἰώνα, ἐμφανίστηκε -πρὸς λειτουργικὴ χρήση- ἕνας ἄλλος εἰκονογραφικὸς τύπος τῆς Ἀναστάσεως. Εἶναι γνωστὸς ὡς «Λίθος», ὅπου εἰκονίζονται οἱ Μυροφόρες στὸ «κενὸ μνημεῖο» ἡ καὶ ἡ ἐμφάνιση τοῦ Χριστοῦ σὲ αὐτές. Στὸ γνωστὸ Εὐαγγέλιο τοῦ Ραμπουλᾶ (τέλη τοῦ 6ου αἰώνα), κάτω ἀπὸ τὴ Σταύρωση ἔχουν εἰκονιστεῖ δύο παραστάσεις μὲ θριαμβευτικὸ χαρακτήρα: οἱ Μυροφόρες μπροστὰ στὸ κενὸ μνημεῖο καὶ ὁ Χριστός, πού ἐμφανίζεται σ’ αὐτές, ντυμένος μὲ τὸ λευκὸ χιτώνα τῆς Ἀναστάσεως. Στὸ κέντρο ἀκριβῶς τῆς συνθέσεως αὐτῆς, ὑπάρχει τὸ ἄδειο μνημεῖο καὶ οἱ κοιμώμενοι στρατιῶτες, ὁ δὲ Τάφος τοῦ Χριστοῦ ξεχωρίζει τὶς δύο παραστάσεις αὐτές. Συνέχεια

Ἐμπιστοσύνη στήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ

 Ὅσιος Μακάριος τῆς Ὄπτινα

imagesCADW97P5Ἄκουσε! Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος λέει γιά τόν ἄνθρωπο πού ἐμπιστεύεται τόν ἑαυτό του στήν θεία Πρόνοια: «Ἐπʼ ἐμέ ἤλπισε, καί ρύσομαι αὐτόν· σκεπάσω αὐτόν, ὅτι ἔνγνω τό ὄνομά μου. Κεκράξεται πρός με, καί ἐπακούσομαι αὐτοῦ, μετ’ αὐτοῦ εἰμί ἐν θλίψει· ἐξελοῦμαι αὐτόν καί δοξάσω αὐτόν» (Ψαλμ. 90: 14-15). Οἱ θλίψεις καί τά βάσανα ἑδραιώνουν τήν πίστη μέσα μας, καί μᾶς διδάσκουν νά περιφρονοῦμε τόν κόσμο καί τή δόξα του.

Πίστευε πάντοτε ὅτι κανένα κακό, καμιά λύπη δέν μπορεῖ νά μᾶς βρεῖ -οὔτε μιά τρίχα δέν μπορεῖ νά πέσει ἀπό τό κεφάλι μας- χωρίς νά τό παραχωρήσει ὁ Θεός.

Τίποτα δέν γίνεται, λέει ὁ ἀββάς Δωρόθεος, χωρίς τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ. Καί ὅπου ὑπάρχει ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ὁπωσδήποτε αὐτό πού συμβαίνει, ὅσο πικρό κι ἄν εἶναι, θά φέρει ὠφέλεια στήν ψυχή.

Μή λυπᾶσαι λοιπόν καί μή μικροψυχεῖς γιά τούς πειρασμούς σου. Νά τούς δέχεσαι ἀτάραχα, μέ ταπεινοφροσύνη καί ἐλπίδα στόν Θεό. Πίστεψέ το: Ποτέ δέν εἶναι δυνατό νά πάρουν τά πράγματα καλύτερη ἐξέλιξη, παρά μόνο ἔτσι ὅπως τά ἐπιτρέπει ὁ Θεός μέσα στό ἔλεός Του. Γι’ αὐτό δόξαζέ Τον γιά ὅλα. Καί μή ρίχνεις τίς εὐθύνες, γιά ὅ, τι σοῦ συμβαίνει, σέ ἄλλους ἀνθρώπους.

Ἄν καί ἔχουμε πάντα τήν τάση ν’ ἀποδίδουμε τά προβλήματά μας στούς ἄλλους, στήν κακία ἤ τήν ἀνικανότητά τους, στήν πραγματικότητα αὐτοί δέν εἶναι παρά ἐργαλεῖα στά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἐργαλεῖα, πού τά χρησιμοποιεῖ γιά νά οἰκονομήσει τή σωτηρία μας.

Πάρε λοιπόν θάρρος καί προσευχήσου. Προσευχήσου θερμά στόν Κύριο, πού πάντοτε ἐργάζεται γιά τή σωτηρία μας, χρησιμοποιώντας γι’ αὐτό τό σκοπό καί τά δυό μέσα: Καί ὅ, τι ἐμεῖς ἀποκαλοῦμε εὐτυχία, καί ὅ, τι ἐμεῖς ἀποκαλοῦμε εὐτυχία, καί ὅ, τι ἐμεῖς ἀποκαλοῦμε δυστυχία. Συνέχεια

ΕΥΧΗ ΠΡΟΣ ΤΗΝ ΘΕΟΤΟΚΟΝ

Ἁγίου Γρηγορίου Παλαμᾶ

Panagia-tis-Nikis[1]Παρθένε Δέσποινα Θεοτόκε ἡ κατά σάρκα γεννήσασα τόν Θεόν Λόγον, γνωρίζω ὅτι δέν εἶναι εὐπρεπές, οὐδέ ἄξιον εἰς ἐμέ τόν πανάσωτον, τόν ἔχοντα μεμολυσμένους τούς ὀφθαλμούς καί τά χείλη ἀκάθαρτα, νά ἴδω τήν εἰκόνα Σου τῆς Ἁγνῆς, τῆς Ἀειπαρθένου, τῆς ἐχούσης τό σῶμα καί τήν ψυχήν καθαρά καί ἀμόλυντα, ἀλλ᾽ ἀπεναντίας πρέπει νά μισηθῶ ὁ ἄσωτος καί νά ἐπιτιμηθῶ ὑπό τῆς ὑμετέρας καθαρότητος. Πλήν ἐπειδή ὁ Θεός τόν Ὁποῖον ἐγέννησες, ἔγινεν ἄνθρωπος ὅπως καλέσῃ τούς ἁμαρτωλούς εἰς μετάνοιαν, λαμβάνω καί ἐγώ τό θάρρος καί προσέρχομαι πρός Σέ, παρακαλῶν μετά δακρύων.

Πρόσδεξε τήν παράκλησίν μου διά τῆς ἀπαλλαγῆς τῶν πολλῶν καί χαλεπῶν πταισμάτων μου καί παρακάλεσον τόν Μονογενῆ Σου Υἱόν καί Θεόν ὅπως ἐλεήσῃ τήν ἀθλίαν καί ταλαίπωρον ψυχήν μου. Διότι διά τό πλῆθος τῶν ἀνομιῶν μου ἐμποδίζομαι νά στρέψω τό βλέμμα μου πρός Αὐτόν καί νά ζητήσω συγχώρησιν καί διά αὐτό σέ προβάλλω μεσίτριαν.

Ἀπολαύσας πολλῶν καί μεγάλων δωρεῶν παρά τοῦ δημιουργήσαντός με Θεοῦ, ἐφάνην ἄθλιος καί ἀχάριστος ὁμοιωθείς μέ τά ἀνόητα κτήνη· πτωχεύσας εἰς τάς ἀρετάς, πλουτήσας εἰς τά πάθη, βεβαρυμένος μέ ἐντροπήν, ἐστερημένος θείας παρρησίας, κατακεκριμένος ὑπό τοῦ Θεοῦ, θρηνούμενος ὑπό τῶν ἀγγέλων, χλευαζόμενος ὑπό τοῦ δαίμονος καί μισούμενος ὑπό τῶν ἀνθρώπων· ἐλεγχόμενος ὑπό τῆς συνειδήσεως, ἐντρεπόμενος διά τά πονηρά μου ἔργα, νεκρός ὑπάρχων πρό τοῦ θανάτου καί πρό τῆς κρίσεως αὐτοκατάκριτος καί πρό τῆς ἀτελευτήτου κολάσεως τυγχάνων αὐτοτιμώρητος ὑπό τῆς ἀπογνώσεως. Διά τοῦτο καταφεύγω εἰς τήν ἰδικήν Σου καί μόνην βοήθειαν, Δέσποινα Θεοτόκε, ὁ μυρίων ταλάντων ὀφειλέτης, ὁ ἀσώτως τήν πατρικήν οὐσίαν δαπανήσας, ὁ παρανομήσας ὑπέρ τόν Μανασσῆν, ὁ γενόμενος ἄσπλαχνος ὑπέρ τόν πλούσιον, ὁ λαίμαργος δοῦλος, τό δοχεῖον τῶν πονηρῶν λογισμῶν, ὁ θησαυροφύλαξ τῶν αἰσχρῶν καί ρυπαρῶν λόγων καί ὁ ξένος πάσης ἀγαθῆς ἐργασίας.

Ἐλεήσόν μου τήν ταπείνωσιν καί συμπάθησόν μου τήν ἀσθένειαν. Μεγάλην ἔχεις τήν παρρησίαν πρός τόν ἐκ Σοῦ τεχθέντα καί οὐδείς δύναται ὡς Σύ, Μῆτερ τοῦ Θεοῦ. Δι᾽ ὅλα ἔχεις τήν ἰσχύν ὡς ὑπερέχουσα πάντων τῶν κτισμάτων καί δέν εἶναι ἀδύνατον εἰς Σέ οὐδέν, ἐάν θελήσῃς. Μή λοιπόν παραβλέψῃς τά δάκρυά μου, μή ἀηδιάσῃς τόν στεναγμόν μου, μή ἀποστραφῇς τόν πόνον τῆς καρδίας μου, μή ἐντροπιάσῃς τήν πρός Σέ προσδοκίαν μου, ἀλλά διά τῶν μητρικῶν Σου δεήσεων βίασον τήν εὐσπλαχνίαν τοῦ ἀγαθοῦ Υἱοῦ Σου καί Θεοῦ καί ἀξίωσόν με τόν ταλαίπωρον καί ἀνάξιον δοῦλόν Σου ν᾽ ἀπολαύσω τό πρῶτον καί ἀρχαῖον κάλλος καί τήν ἀπομάκρυνσιν τῶν παθῶν, διά νά ἐλευθερωθῶ ἀπό τάς ἁμαρτίας καί νά γίνω ὑπηρέτης τῆς δικαιοσύνης, νά ἐκδυθῶ τόν μιασμόν τῆς σαρκικῆς ἡδονῆς καί νά ἐνδυθῶ τόν ἁγιασμόν τῆς ψυχικῆς καθαρότητος, νά νεκρωθῶ διά τόν κόσμον καί νά ζήσω ἐν τῇ ἀρετῇ.

Ὁδοιποροῦντά με συνόδευσον, πλέοντα ἐν θαλάσσῃ σύμπλευσον, ἀγρυπνοῦντα με ἐνίσχυσον, θλιβόμενον παρηγόρησον, ὁλιγοψυχοῦντα παρακάλεσον, ἀσθενοῦντα δώρησόν μου τήν ἴασιν, ἀδικούμενον ρῦσαί με, συκοφαντούμενον ἀθώωσον, εἰς θάνατον κινδυνεύοντα προφθάσασα λύτρωσόν με, εἰς τούς ἀοράτους ἐχθρούς δεῖξον με καθ᾽ ἑκάστην φοβερόν.

Ναί ὑπεράγαθε Δέσποινα Θεοτόκε, ἡ μετά Θεόν ἐλπίς πάντων τῶν περάτων τῆς γῆς, ἐπάκουσον τῶν οἰκτρῶν δεήσεων καί μή μέ ἐντροπιάσῃς ἀπό τῆς προσδοκίας μου. Τόν βρασμόν τῆς σαρκός κατάπαυσον, τήν ἐν τῇ ψυχῇ μου ἀγριωτάτην ταραχήν κατεύνασον, τόν πικρόν θυμόν καταπράϋνον, τόν τύφον καί τήν ἀλαζονίαν τῆς ματαίας οἰήσεως ἐκ τοῦ νοός μου ἀφάνισον, τάς νυκτερινάς φαντασίας τῶν πονηρῶν πνευμάτων καί τάς καθημερινάς ἀκαθάρτους προσβολάς ἀπομάκρυνον τῆς καρδίας μου. Παίδευσόν μου τήν γλῶσσαν ἵνα ὁμιλῇ τά συμφέροντα, δίδαξον τούς ὀφθαλμούς μου νά βλέπουν ὀρθῶς τήν ὁδόν τῆς ἀρετῆς, ἐνίσχυσον τούς πόδας μου ἵνα βαδίζουν τήν μακαρίαν ὁδόν τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ, τάς χεῖράς μου ἁγίασον ἵνα ἀξίως αἴρω αὐτάς πρός τόν Ὕψιστον. Καθάρισόν μου τό στόμα ἵνα μετά παρρησίας ἐπικαλεῖται τόν Πανάγιον Πατέρα καί Θεόν. Ἄνοιξόν μου τά ὦτα, ἵνα ἀκούω αἰσθητῶς καί νοητῶς τά ὑπέρ μέλι καί κηρίον γλυκύτερα λόγια τῶν Ἁγίων Γραφῶν καί βιῶ ταῦτα ἐνισχυόμενος ὑπό Σοῦ. Συνέχεια

« Εἰρήνην τὴν ἐµὴν δίδωµι ὑµῖν »

Fr Lev Gillet

images[2]Ὁ Λυτρωτὴς δίνει τὴν εἰρήνη του στούς µαθητὲς του τή στιγµή πού πρόκειται νά µπῆ στήν περιοχή τοῦ Πάθους του.Ἔχοντας µπροστὰ του τὴν τροµακτικὴ ὀδύνη τοῦ Σταυροῦ καὶ τὸν ἄµεσο θάνατο µιλάει γιά τὴν εἰρήνη του καὶ µεταγγίζει τὴν εἰρήνη του. Ἀφοῦ ὁ Ἰησοῦς, σ’ αὐτὴν ἀκριβῶς τή στιγµή παραµένει ὁ κύριος τῆς εἰρήνης, ἡ δύναµή της δέν θὰ ἐγκαταλείψη τὸ µαθητή στίς µικρότερες θύελλες πού θ’ ἀντιµετώπιση.«Ἐγὼ δὲ λέγω µὴ ἀντιστῆναι τῷ πονηρῷ» (Ματθ. 5, 39). Λόγος σκανδαλώδης καὶ πολὺ παράξενος στά µάτια τῶν ἀνθρώπων — τῶν ἀνθρώπων γενικὰ κι ὄχι µόνο τῶν ἀπίστων. Τὸ ἀριστερὸ µάγουλο πού πρέπει νά στρέψωµε σ’ αὐτόν πού µᾶς ἐρράπισε τὸ δεξιό. Τὸ ἱµάτιο πού πρέπει ν’ ἀφήσουµε σ’ αὐτόν πού µᾶς πῆρε καὶ τὸ χιτώνα. Τὰ δύο µίλια πού πρέπει νά περιπατήσουµε µ’ ἐκεῖνον πού µᾶς ἀγγάρεψε ἕνα µίλι. Ἡ εὐλογία πού πρέπει νά δώσουµε στόν ἄλλο πού µᾶς καταράσθηκε.

Τὶ ὑποδοχὴ βρίσκουν οἱ ἐντολὲς αὐτὲς µεταξὺ ἐκείνων πού θὰ ἔπρεπε πρῶτοι νά τὶς δεχθοῦν καί νά τὶς καταλάβουν; Ἡ ὁδὸς τῆς ἀγάπης τοῦ ἐχθροῦ, τόσο στό πεδίο τῆς διεθνοῦς, ὅσο καὶ στό ἐπίπεδο τῆς προσωπικῆς ζωῆς, ἔχει ἄραγε ἐπαρκῶς ἐξερευνηθῆ; «Οὐκ οἴδατε ποίου πνεύµατος ἐστε…» (Λουκ. 9, 55).

Εὐαγγελικὴ «µή-ἀντιστάση». Ἡ ἐκλογὴ δέν ἔγκειται στό νά διαλέξουµε µεταξὺ τοῦ νά πολεµήσουµε καὶ νά µὴν πολεµήσουµε. Ἀλλὰ µεταξὺ τοῦ νά πολεµήσουµε καὶ τοῦ νά ὑποφέρουµε καὶ διὰ τοῦ πόνου νά νικήσουµε. Οἱ µάχες δηµιουργοῦν τὶς φαινοµενικὲς νίκες, ποὺ δέν εἶναι παρὰ αὐταπάτη καὶ µαταιότης, ἐφόσον ὑψίστη πραγµατικότης εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Ὁ πόνος τοῦ µὴ ἀντισταµένου ἀναγγέλλει καὶ τονίζει αὐτὴν τὴν ὑπέρτατη πραγµατικότητα τοῦ Ἰησοῦ. Τέτοια εἶναι ἡ πραγµατικὴ νίκη. «Ἱκανόν ἐστι» (Λουκ. 22, 38), λέει ὁ Ἰησοῦς, ὅταν οἱ µαθηταὶ του τοῦ παρουσιάζουν δύο µάχαιρες. Συνέχεια

Ὢ παγκάκιστη ἀμέλεια!

Ἁγ. Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Untitled-1Σκέψου, ἀγαπητέ, τὴν αἰτία τῆς ἀρνήσεως τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ποὺ εἶναι ἡ ἀμέλεια, ἡ ὁποία φαίνεται φανερὴ σ’ αὐτὰ τὰ τρία· στὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖον ἀκολουθοῦσε τὸν διδάσκαλό του· στὸν σκοπὸ γιὰ τὸν ὁποῖον τὸν ἀκολουθοῦσε καὶ στὰ ἀποτελέσματα ποὺ τοῦ προξένησε ἡ ἀμέλεια. Ὁ τρόπος ποὺ τὸν ἀκολουθοῦσε ἦταν ἀπὸ μακριά· «Ὁ Πέτρος τὸν ἀκολουθοῦσε ἀπὸ μακριὰ» (Ματθ. 26, 58} ποὺ σημαίνει ὅτι ὁ Πέτρος κυριευόταν ἀπὸ μία χλιαρότητα καὶ ἀμέλεια καὶ οὔτε ἐντελῶς ἤθελε νὰ ἐγκαταλείψει τὸν διδάσκαλό του, οὔτε τελείως νὰ τὸν ἀκολουθεῖ, ἀλλὰ ἤθελε στὴν περίπτωση αὐτὴ καὶ νὰ φαίνεται ὅτι εἶναι μαθητής του καὶ νὰ μὴ κινδυνεύσει γιὰ τὸν διδάσκαλό του.

Πάλι, τὸ τέλος καὶ ὁ σκοπὸς τοῦ Πέτρου, γιὰ τὸν ὁποῖον ἀκολουθοῦσε τὸν Ἰησοῦ, δὲν ἦταν νὰ πάει νὰ πεθάνει μαζί του, ἀλλὰ κάποια περιέργεια, γιὰ νὰ κάνει μία θεωρία, ὄχι σὰν δικός του μαθητής, ἀλλὰ σὰν ἕνας ξένος περιηγητὴς καὶ νὰ δεῖ τὸ τέλος τοῦ τόσο μεγάλου ἔργου. «Καὶ ὅταν μπῆκε μέσα κάθισε μαζὶ μὲ τοὺς ὑπηρέτες, γιὰ νὰ δεῖ τὸ τέλος» (Ματθ. 26,58).

Ἀκολούθησε τὸν Ἰησοῦ καὶ ὁ Ἰωάννης, ὁ ἀγαπημένος μαθητὴς ἀλλὰ ὄχι ἀπὸ μακριά, ἀλλὰ ἀπὸ κοντὰ καὶ μπῆκε στὴν αὐλὴ τοῦ ἀρχιερέως ὄχι γιὰ νὰ δεῖ τὸ τέλος καὶ τὸ ἀποτέλεσμα, ἀλλά, ἂν τύχαινε, νὰ πεθάνει μαζὶ μὲ τὸν διδάσκαλό του· καὶ αὐτὸ συνέβαινε, ἐπειδὴ δὲν ἦταν χλιαρὴ ἡ ἀγάπη του πρὸς τὸν Κύριο, ἀλλὰ τὸν ἀγαποῦσε τόσο πολύ, ποὺ οὔτε γιὰ ὥρα δὲν δεχόταν νὰ φύγει ἀπὸ κοντά του. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν πῆγε μόνος του νὰ βάλει μέσα τὸν Πέτρο, ἀλλὰ εἶπε στὴ θυρωρὸ καὶ ἐκείνη τὸν ἔβαλε μέσα, ὅπως ἑρμηνεύει ὁ ἱερὸς Θεοφύλακτος: «Βγῆκε τότε ὁ μαθητὴς ὁ ἄλλος, ὁ ὁποῖος ἦταν γνωστὸς στὸν ἀρχιερέα, καὶ εἶπε στὴ θυρωρὸ καὶ ἔβαλε τὸν Πέτρο μέσα» (Ἰω. 18, 16). Συνέχεια

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ Β΄ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς

Ἡ (νηστεία εἶναι) ὁδός, μέ τήν ὁποία ἐσύ καί ἐγώ βαδίζουμε πρός τήν Ἀνάστασι. Τήν ἀνάστασι τοῦ σώματος καί τῆς ψυχῆς. Ναί. Καί ἐσύ καί ἐγώ. Γι’ αὐτό ἡ νηστεία εἶναι θαυμαστή. Γιατί εἶναι ἕνας δρόμος. Γιά ποῦ; Γιά τήν Ἀνάστασι. Καί λοιπόν, αὐτό τί σημαίνει; Σημαίνει Ἀνάστασι – νίκη κατά τοῦ θανάτου· Ἀνάστασι – νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας· Ἀνάστασι – νίκη κατά τοῦ διαβόλου. Αὐτό εἶναι ἡ νηστεία! Σέ ἕνα θαυμάσιο στιχηρό αὐτῶν τῶν ἡμερῶν ψάλλαμε καί προσευχηθήκαμε: «Ἀκολουθήσωμεν τῷ διά νηστείας ἡμῖν, τήν κατά τοῦ διαβόλου νίκην ὑποδείξαντι, Σωτῆρι, τῶν ψυχῶν ἡμῶν» (Πέμπτη Α΄ Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν, Ἀπόστιχα Ἑσπερινοῦ).

Νηστεία – νίκη κατά τοῦ διαβόλου. Νά ἡ καλή εἴδησι, πού ὁ Κύριος μᾶς ἔφερε. Θέλεις νίκη κατά τῆς ἁμαρτίας; Θέλεις νίκη κατά τοῦ ἐφευρέτου τῆς ἁμαρτίας, κατά τοῦ ἰδίου τοῦ διαβόλου; Ὁρίστε, ἡ νηστεία –λέγει ὁ Σωτήρ. Ναί, μέ τήν νηστεία ἐσύ γίνεσαι ὁ μεγαλύτερος νικητής σέ αὐτόν τόν κόσμο. Ποιός νίκησε τόν διάβολο, ποιός, ἐκτός ἀπό τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό; Κανένας ἄλλος. Γι’ αὐτό, Αὐτός εἶναι ὁ Σωτήρ τοῦ κόσμου, διότι μόνο Αὐτός εἶναι Θεός, πιό ἰσχυρός ἀπό τόν διάβολο. Ὅλα τά ἄλλα εἶναι πιό ἀνίσχυρα ἀπό αὐτόν. Καί ἐμεῖς, ἀκολουθώντας Τον, στήν πραγματικότητα ἀκολουθοῦμε τόν Νικητή πού μᾶς δίνει πάντοτε τήν νίκη κατά τοῦ διαβόλου, κατά τοῦ κάθε διαβόλου πού μᾶς ἐπιτίθεται γιά νά μᾶς νικήσῃ καί νά μᾶς ρίξῃ στήν ἁμαρτία. Σέ τί, δηλαδή; Στόν θάνατο.

* * *

Ὕπαρξις ἀθάνατη. Αὐτό εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Κύριος ἦλθε στόν γήινο κόσμο μας, γιά νά νικήσῃ τήν ἁμαρτία μας· γιά νά μᾶς δώσῃ τήν δύναμι, τά μέσα, νά κάνουμε καί ἐμεῖς τό ἴδιο, νά κάνουμε τό ἴδιο μαζί Του, ὁδηγούμενοι ἀπό Αὐτόν, ἀκολουθώντας Τον. Τί εἶναι οἱ ἀνθρώπινες νίκες; Τίποτε. Ὅλες οἱ ἀνθρώπινες νίκες, ἄν δέν νικοῦν τόν θάνατο, εἶναι ἧττες. Τί εἶναι ὅλες οἱ νίκες, τίς ὁποῖες πολλοί βασιλιάδες καί ἰσχυροί αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἐπέτυχαν καί ἐπιτυγχάνουν; Τί εἶναι οἱ εὐρωπαϊκοί πόλεμοι: πρῶτος, δεύτερος, τρίτος, δέκατος καί πεντηκοστός; Τί εἶναι; Εἶναι ἧττες, ἧττα μετά τήν ἧττα. Δέν εἶναι νίκες.

Οἱ ἄνθρωποι σκοτώνουν, ἐπενόησαν τόν πόλεμο καί τούς φόνους σάν μέσο, γιά νά νικήσουν τό κακό σ’ αὐτόν τόν κόσμο. Μόνο ὁ Θεός καί ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά νικήσουν τό κακό σέ αὐτόν τόν κόσμο. Μόνο ὁ Θεός καί ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ μποροῦν νά νικήσουν τόν δημιουργό κάθε κακοῦ καί κάθε ἁμαρτίας, τόν διάβολο. Ὁ Θεός ἔδωσε αὐτές τίς θεῖες δυνάμεις σέ κάθε ἕναν ἀπό ἐμᾶς, γιά νά νικᾶμε καί ἐμεῖς σάν λογικά ἀνθρώπινα ὄντα, σάν λογικά ὄντα τοῦ Θεοῦ, τό κακό· νά νικᾶμε τόν διάβολο μέ τήν δύναμι τοῦ Θεοῦ. Ἰδού ἡ ἁγία νηστεία, ἰδού ἡ ἁγία προσευχή. Τί εἶναι αὐτές; Αὐτές εἶναι οἱ θεῖες δυνάμεις, τίς ὁποῖες ὁ Κύριος ἄφησε καί ἔδωσε στήν Ἐκκλησία Του, ὥστε ἐμεῖς, κάθε ἕνας ἀπό ἐμᾶς, νά νικοῦμε τόν διάβολο ἐπιγράφοντας σέ ἐμᾶς τούς ἴδιους τήν νίκη, νά νικοῦμε γιά ἐμᾶς τούς ἴδιους. Νά νικοῦμε τήν ἁμαρτία ὄχι χάριν τοῦ ἄλλου, ἀλλά χάριν ἡμῶν τῶν ἰδίων. Διότι, νά ξέρῃς, ἡ κάθε ἁμαρτία σου εἶναι πολεμιστής τοῦ διαβόλου.

 Κάθε ἁμαρτία πού ἐσύ ἀγαπᾶς, πού κρατᾶς μέσα σου –φανερά ἤ κρυφά, τό ἴδιο κάνει– εἶναι τό δόρυ τοῦ διαβόλου, ἀήττητο φοβερό ὅπλο. Ἀήττητο βέβαια ὅσο δέν ἀποτραβιέσαι ἀπό αὐτήν καί ὅσο δέν νοιώθεις ὅτι ἡ ἁμαρτία πού κάνεις, στήν πραγματικότητα σέ θανατώνει, σέ κάνει νά αὐτοκτονῇς, ὅποια καί ἄν εἶναι ἡ ἁμαρτία. Συνέχεια

Καταβασίες Κυριακῆς Σταυροπροσκυνήσεως

Ἀνδρέα Θεοδώρου

Ὠδὴ α΄

imagesCA4XLF93«Ὁ θειότατος προετύπωσε πάλαι Μωςῆς, ἐν Ἐρυθρᾷ θαλάσῃ, διαβιβάσας Ἰσραήλ, τῷ Σταυρῷ σου τὴν ὑγράν, τῇ ράβδω τεμών, ὠδὴν σοι ἐξόδιον, ἀναμέλπων Χριστὲ ὁ Θεός».

Ὁ θειότατος Μωυσῆς προτύπωσε παλαιά, στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα, διὰ τῆς ὁποίας διαβίβασε τὸ λαὸ τοῦ Ἰσραήλ, ἀφοῦ ἔκοψε μὲ τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ σου τὸ νερὸ τῆς θάλασσας μὲ τὴ ράβδο του, ἀναμέλποντας ὠδὴν ἐξόδιο γιὰ τὴν ταφή σου, Χριστὲ ὁ Θεός.

Ἡ προτύπωση καὶ πάλι τοῦ σταυρικοῦ πάθους τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὸ θειότατο Μωυσῆ, στὸ θαῦμα τῆς διασώσεως τοῦ λαοῦ στὴν Ἐρυθρὰ θάλασσα. Ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ ἔκοψε στὰ δύο τὴν ὑγρὴ θάλασσα, ἀφοῦ χτύπησε τὰ νερὰ τῆς σταυροειδῶς μὲ τὴ ράβδο του. Ἡ κίνηση τοῦ Μωυσῆ ἦταν συμβολική. Ἡ σταυροειδὴς κρούση τῆς θάλασσας μὲ τὴ ράβδο, εἰκόνιζε τὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ, στὸ ὁποῖο ἀπέθανε ὁ Σωτήρας γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν ἁμαρτία. Κάνοντας αὐτὸ ὁ Μωυσῆς, σὰν νὰ συνέθετε ἐξόδια ὠδὴ στὸν ἐνταφιασμὸ τοῦ Κυρίου μας, ποὺ ἀκολούθησε στὸ σωτήριο πάθος καὶ τὸ θάνατό του.

Ὠδὴ γ΄.

«Στερέωσον Δέσποτα Χριστέ, τῷ Σταυρῷ σου ἐν πέτρᾳ με τῇ τῆς πίστεως, μὴ σαλευθῆναι τὸν νοῦν, ἐχθροῦ προσβολαῖς τοῦ δυσμενοῦς μόνος γὰρ εἶ Ἅγιος».

Στερέωσέ με Δέσποτα Χριστέ, μὲ τὴ δύναμη τοῦ σταυροῦ σου στὴν πέτρα τῆς πίστεως, ὥστε νὰ μὴ σαλευθεῖ ὁ νοῦς μου ἀπὸ τὶς προσβολὲς τοῦ δυσμενοῦς ἐχθροῦ (τοῦ διαβόλου)· διότι μόνος σὺ εἶσαι ἅγιος.

Ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου εἶναι εὐρίπιστος. Εὔκολα σαλεύεται καὶ διαχέεται. Πολλὲς σκέψεις καὶ συλλογισμοὶ τὸν σκορπᾶνε, τὸν κάνουν νὰ μετατοπίζεται ἀπὸ τὸ ζωτικὸ κέντρο του. Ὁ διάβολος, ὁ δυσμενὴς καὶ ἀδυσώπητος ἐχθρὸς φυσάει μέσα του τὶς δικές του ἐμπνεύσεις, τὸν ἄνεμο τῶν δικῶν του ἐπινοήσεων. Καὶ μετατοπίζεται εὔκολα ἀπὸ τὴν προσήλωσή του στὸ ἀγαθό τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴ διάσωση τῆς λυτρωτικῆς θείας ἀλήθειας, ἀπὸ τὸ ἱλαρὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἔμπνευση τοῦ ἁγίου Πνεύματος, σὲ ἄλλες σφαῖρες ἄγριες καὶ σκοτεινές, ὅπου ὑπάρχει ἡ πλάνη καὶ ὁ νόμος τοῦ θανάτου.

Καὶ ζητᾶ ὁ προσευχόμενος πιστὸς ἀπὸ τὸν Χριστὸ στερέωση τοῦ νοῦ του στὴν πέτρα τῆς πίστεως, ὥστε νὰ μὴ διαρρέει καὶ νὰ μὴν πλανᾶται στὸ ψεῦδος καὶ τὴν ἀναλήθεια τῆς ἁμαρτίας. Ζητᾶ διαρκῆ προσήλωση στὸ «ἕνα, οὗτινός ἐστι χρεία», στὸ νόμο καὶ τὴν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ, στὴ δικαιοσύνη τῆς θείας Βασιλείας. Καὶ ζητᾶ ὅλα αὐτὰ μὲ περιπάθεια, ὅπως ὁ πεινασμένος θέλει τὸ ψωμὶ καὶ τὸ νερὸ ὁ διψασμένος, γιατί σ’ αὐτὰ ἔχει τὸ θησαυρό του, τὸ νόημα τῆς ὑπάρξεώς του καὶ τὴν ὑπέρτατη χαρὰ τῆς ζωῆς του· τόσο περισσότερο ὅσο ὁ ἐχθρὸς διάβολος ἀπειλεῖ νὰ τὸν σκορπίσει στὰ ἀδιέξοδα τοῦ θανάτου, στὴν εὐρύχωρη ὁδὸ τῆς αἰώνιας ἀπώλειας. Ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ τὸν στηρίξει σὲ «πνεῦμα ἡγεμονικόν», στέρεο καὶ ἀσάλευτο. Συνέχεια

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΜΕΓΑΛΗΝ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΝ-ΦΟΒΕΡΑ ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

ἁγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1-31457[1]Ποτέ, ἀγαπητοί μου ἀδελφοί, δέν εἶχε λιγώτερο Θεό μέσα του ὁ ἄνθρωπος ἀπό σήμερα. Ποτέ λιγώτερος Θεός ἀπό σήμερα. Σήμερα ὁ διάβολος “σαρκώθηκε” μέσα στόν ἄνθρωπο, γιά νά ἀποσαρκώσῃ τόν Θεάνθρωπο. Σήμερα ὅλο τό κακό μπῆκε στό σῶμα τοῦ ἀνθρώπου, γιά νά ἀποδιώξῃ τόν Θεό ἀπό τό σῶμα. Σήμερα ὅλος ὁ Ἅδης μεταφέρθηκε στήν γῆ. Ποιός νά θυμᾶται ὅτι ἡ γῆ κάποτε ἦταν παράδεισος; Ἡ σημερινή πτῶσις τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἀσυγκρίτως μεγαλύτερη ἀπό τήν πρώτη πτῶσι [τοῦ Ἀδάμ]. Τότε ὁ ἄνθρωπος ἀποστάτησε ἀπό τόν Θεό, ἀλλά σήμερα ἐσταύρωσε τόν Θεό, σκότωσε τόν Θεό. Ἄνθρωπε, πῶς ἀλλοιῶς νά σέ ὀνομάσω παρά διάβολο; Μά καί αὐτό εἶναι ὕβρις γιά τόν διάβολο. Ὁ διάβολος ποτέ δέν ὑπῆρξε τόσο κακός, τόσο ἔντεχνα κακός ὅπως ὁ ἄνθρωπος. Ὁ Κύριος κατέβηκε καί στόν Ἅδη, μά ἐκεῖ δέν τόν ἐσταύρωσαν. Ἐμεῖς ὅμως τόν ἐσταυρώσαμε! Δέν εἶναι λοιπόν οἱ ἄνθρωποι χειρότεροι ἀπό τόν διάβολο; Δέν εἶναι ἡ γῆ χειρότερος Ἅδης ἀπό τόν Ἅδη; Ἀπό τόν Ἅδη δέν ἔδιωξαν τόν Χριστό, ἐνῶ οἱ ἄνθρωποι σήμερα τόν ἔδιωξαν ἀπό τήν γῆ, τόν ἔδιωξαν ἀπό τό σῶμα τους, ἀπό τήν ψυχή, ἀπό τήν πόλι τους…

Στά κατάβαθα τῆς ψυχῆς μου, ἀδελφοί, κουλουριάσθηκε σάν φίδι ἕνα πονηρό ἐρώτημα καί χαιρέκακα μέ ἐρωτᾶ: Ὑπῆρξε ἄραγε ποτέ καλός ὁ ἄνθρωπος, ἀφοῦ μπόρεσε νά σταυρώσῃ τόν Χριστό;

Ἐσύ [ὁ οὐμανιστής] πιστεύεις στόν ἄνθρωπο. Καυχιέσαι γι’ αὐτόν. Τοῦ δίνεις μεγάλη ἀξία; Ὤ…! κοίταξε τόν ἄνθρωπο, κοίταξέ τον τήν Μεγάλη Παρασκευή, κοίταξέ τον πῶς σκοτώνει τόν Θεάνθρωπο καί πές μου, ἀκόμη τοῦ δίνεις μεγάλη ἀξία; Δέν αἰσθάνεσαι ντροπή πού εἶσαι ἄνθρωπος; Δέν βλέπεις ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι χειρότερος ἀπό τόν διάβολο;

Ξεχᾶστε ὅλες τίς ἡμέρες πρίν καί μετά τήν Μεγάλη Παρασκευή, δεῖτε τόν ἄνθρωπο στό πλαίσιο τῆς Μεγάλης Παρασκευῆς. Δέν σᾶς φαίνεται ὁ ἄνθρωπος ἡ συμπύκνωσις ὅλων τῶν κακῶν, ὅλων τῶν πειρασμῶν, ὄλων τῶν ἀθλιοτήτων; Δέν δείχνει σήμερα ὁ ἄνθρωπος ὅτι ἡ γῆ ἀποτρελάθηκε; Δέν ἀπέδειξε σήμερα ὁ ἄνθρωπος ὅτι, σκοτώνοντας τόν Θεάνθρωπο εἶναι στ’ ἀλήθεια ἡ παραφροσύνη τῆς γῆς;

Καί ἡ Μέλλουσα Κρίσις δέν θά εἶναι, ἀδελφοί, φοβερώτερη ἀπό τήν Μεγάλη Παρασκευή· δέν θά εἶναι. Ἀναμφίβολα θά εἶναι λιγώτερο φοβερή, διότι τότε ὁ Θεός θά κρίνῃ τόν ἄνθρωπο, ἐνῶ σήμερα ὁ ἄνθρωπος κρίνει τόν Θεό. Σήμερα εἶναι ἡ Φοβερά Καταδίκη τοῦ Θεοῦ· Τόν καταδικάζει ὁ ἄνθρωπος. Σήμερα ὁ ἄνθρωπος ὁρίζει ὅτι ὁ Θεός ἀξίζει τριάκοντα ἀργύρια. Ὁ Χριστός τριάκοντα ἀργύρια! Καί εἶναι τάχα ἡ τελευταία φορά; Μήπως ὁ Ἰούδας εἶναι ὁ τελευταῖος ἀπό ἐμᾶς πού ἀποτίμησε τόν Χριστό τριάκοντα ἀργύρια;

Σήμερα ὁ ἄνθρωπος κατεδίκασε τόν Θεό σέ θάνατο. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀνταρσία στόν οὐρανό καί στήν γῆ. Αὐτή εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἁμαρτία στόν οὐρανό καί στήν γῆ.  Οὔτε οἱ πεπτωκότες ἄγγελοι δέν τό ἔκαναν αὐτό. Σήμερα ὡλοκληρώθηκε ἡ Φοβερά Δίκη κατά τοῦ Θεοῦ. Ποτέ δέν ὑπῆρξε πιό ἀθῶος κατάδικος. Ποτέ ὁ κόσμος δέν εἶδε πιό παράλογο δικαστή.

Περιγελᾶται σήμερα ὁ Θεός χειρότερα ἀπό κάθε ἄλλη φορά. Ὁ «παγγέλαστος Ἅδης» μπῆκε σήμερα στόν ἄνθρωπο καί περιγέλασε τόν Θεό καί κάθε τι τό θεϊκό. Περιγελᾶται σήμερα Ἐκεῖνος πού δέν ἐγέλασε ποτέ. Λένε πώς ὁ Κύριος ποτέ δέν ἐγέλασε, ἐνῶ συχνά τόν ἔβλεπαν νά κλαίει. Ὀνειδίζεται σήμερα Ἐκεῖνος πού ἦρθε νά μᾶς δοξάσῃ. Βασανίζεται σήμερα Ἐκεῖνος πού ἦρθε νά μᾶς λυτρώσῃ ἀπό τά βάσανα. Παραδίδεται σήμερα σέ θάνατο Ἐκεῖνος πού ἔφερε τήν Αἰώνιο Ζωή. Ἄνθρωπε! ὑπάρχει τέλος στόν παραλογισμό σου; τέρμα στήν πτώση σου;

Σέ Ἐκεῖνον πού μᾶς ἐδώρισε τήν αἰώνια δόξα, ἀντιπροσφέραμε τόν Σταυρό, τό πιό εἰδεχθές ἀντίδωρο. Ἐσύ ὁ λεπρός, γι’ αὐτό τοῦ δωρίζεις τόν Σταυρό, ἐπειδή σέ ἐκαθάρισε ἀπό τήν λέπρα; Ἐσύ ὁ τυφλός, γι’ αὐτό σοῦ ἄνοιξε τούς ὀφθαλμούς, γιά νἄχεις μάτια νά φτιάξῃς τόν Σταυρό καί νά Τόν σταυρώσῃς ἐπάνω σ’ Αὐτόν. Ἐσύ ὁ νεκρός, γι’ αὐτό σέ ἀνέστησε ἐκ νεκρῶν, γιά νά τόν στείλῃς στόν τάφο; Μέ χαρᾶς εὐαγγέλια ἐγλύκανε ὁ Γλυκύτατος Ἰησοῦς τό πικρό μυστήριο τῆς ζωῆς μας, ἀδελφοί, καί ἐμεῖς ἀντί αὐτῶν τοῦ προσφέρουμε τέτοια πίκρα; Συνέχεια

Οἱ πέντε πληγές

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς (Ἐπίσκοπος Ἀχρίδος)

img200Μοῦ γράφεις ὅτι ἄκουσες ἀπό ἡλικιωμένες γυναῖκες κάποιο παραμύθι γιά τίς πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ, καί ρωτᾶς ποῦ βρέθηκε αὐτό τό παραμύθι;

Διαβάστε τήν Καινή Διαθήκη! Μήν ντροπιάζεστε μπροστά στόν οὐρανό καί τή γῆ μέ τή ἄγνοια τῆς πίστης σας! Ἀφῆστε στήν ἄκρη ὅλες τίς ἄλλες σπουδές καί ἀναγνώσματα μέχρι νά μάθετε πρῶτα αὐτό πού εἶναι τό πιό σημαντικό καί πιό σωτήριο. Πρῶτα ἔρχεται ἡ ἐπιστήμη περί πίστεως καί κατόπιν οἱ ὑπόλοιπες σπουδές.

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ δέν εἶναι λόγια ἀλλά φοβερή πραγματικότητα. Γί αὐτό εἶναι καλύτερα νά τίς γνωρίζουμε καί ἀπό τά λόγια. Δύο πληγές στά χέρια, δύο πληγές στά πόδια καί μία στά πλευρά. Ὅλες ἀπό μαῦρο σίδερο καί ἀκόμα περισσότερο ἀπό τήν κατάμαυρη ἀνθρώπινη ἁμαρτία. Τρυπημένα τά χέρια πού εὐλόγησαν. Τρυπημένα τά πόδια πού περπάτησαν καί ὁδήγησαν στή μόνη ὀρθή ὁδό. Τρυπημένο στό στῆθος, ἀπό τό ὁποῖο ξεχυνόταν πύρινη οὐράνια ἀγάπη στά παγωμένα ἀνθρώπινα στήθη.

Ἐπέτρεψε ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, νά Τοῦ τρυπήσουν τά χέρια ἐξαιτίας τῶν ἁμαρτιῶν πολλῶν χεριῶν –δάση χεριῶν– τά ὁποία φόνευσαν, ἔκλεψαν, ἔκαψαν, ἅρπαξαν, παγίδευσαν, βιαιοπράγησαν. Καί νά τοῦ τρυπήσουν τά πόδια γιά τίς ἁμαρτίες πολλῶν ποδιῶν –δάση ποδιῶν– πού περπάτησαν στό κακό, σύλησαν τήν ἀθωότητα, καταπάτησαν τό δίκαιο, μόλυναν τά ἱερά καί πάτησαν τήν καλοσύνη. Καί τοῦ τρύπησαν τό στῆθος ἐξαιτίας πολλῶν πετρωμένων καρδιῶν –νταμάρια καρδιῶν– στίς ὁποῖες γεννήθηκε κάθε μοχθηρία καί κάθε ἀσέβεια καί οἱ ἱερόσυλοι λογισμοί καί οἱ κτηνώδεις ἐπιθυμίες καί στίς ὁποῖες μέσα ἀπό ὅλους τοὺς αἰῶνες σφυρηλατήθηκαν κολασμένα σχέδια ἀδελφοῦ ἐναντίον ἀδελφοῦ, γείτονα ἐναντίον γείτονα, ἀνθρώπου ἐναντίον τοῦ Θεοῦ.

Τά χέρια τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκαν γιά νά θεραπευθοῦν τοῦ καθενός τά χέρια ἀπό τά ἁμαρτωλά ἔργα. Τά πόδια τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκαν γιά νά ἐπιστρέψουν καθενός τά πόδια ἀπό τούς ἁμαρτωλούς δρόμους. Τό στῆθος τοῦ Ἰησοῦ τρυπήθηκε γιά νά πλυθεῖ κάθε καρδιά ἀπό τίς ἁμαρτωλές ἐπιθυμίες καί σκέψεις.

Ὅταν ὁ ἀπαίσιος Κρόμβελ, δικτάτορας τῆς Ἀγγλίας, ἄρχισε νά ἁρπάζει τήν περιουσία τῶν μονῶν καί ἔκλεινε τά μοναστήρια, ἔγινε σέ ὁλόκληρη τήν ἀγγλική χώρα μία θορυβώδης λιτανεία ἀπό μερικές χιλιάδες ἀνθρώπινες ψυχές σέ ἔνδειξη τῆς λαϊκῆς ἀποδοκιμασίας. Μπροστά πήγαιναν σημαιοφόροι μέ τήν ἐπιγραφή στίς σημαῖες: «Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ» καί ἔψελναν ὕμνους ἐκκλησιαστικούς καί τελοῦσαν λειτουργίες πρός τόν Θεό στούς ἀγρούς. Φοβήθηκε ὁ ἀπαίσιος δικτάτορας πολύ καί περισσότερο φοβήθηκε ἐκεῖνες τίς σημαῖες παρά ὁτιδήποτε ἄλλο καί μείωσε τήν βιαιοπραγία του.

Οἱ πέντε πληγές τοῦ Ἰησοῦ ἄς σοῦ μάθουν, νά φροντίζεις τίς πέντε αἰσθήσεις σου γιά τόν ζῶντα Θεό. Συνέχεια

Τὰ δίχτυα τοῦ κοσμοκράτορα

Ἅγιος Ἰγνάτιος Brianchaninov

cebf-cf80cebfcebdcebfcf82-cf84ceb1cf80ceb5ceb9cebdcf89cebdceb5ceb9-3aΚάνοντας τὸ σημεῖο τοῦ σταυροῦ, θὰ σᾶς ὁδηγήσω, ἀδελφοί, σ’ ἕνα πνευματικὸ θέαμα.

Κάποτε ὁ μεγάλος ὅσιος τοῦ Θεοῦ Ἀντώνιος, ὁ ἐρημίτης τῆς Αἰγύπτου, μὲ θεία ἀποκάλυψη εἶδε τὶς παγίδες τοῦ διαβόλου ἁπλωμένες σὰν δίχτυα πάνω σ’ ὅλη τὴ γῆ, γιὰ τὴν παγίδευση καὶ τὴν ψυχικὴ καταστροφὴ τῶν ἀνθρώπων. Στέναξε τότε μὲ πόνο ὁ ὅσιος καὶ ρώτησε τὸν Κύριο: «Ποιὸς τάχα, Κύριε, θὰ μπορέσει νὰ ξεφύγει ἀπ’ αὐτὰ τὰ δίχτυα καὶ νὰ σωθεῖ;»(1).

Βυθίζομαι μὲ τὴ σκέψη στὴν παρατήρηση τῶν διχτυῶν τοῦ διαβόλου. Εἶναι ἁπλωμένα ὄχι μόνο ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ καὶ μέσα του. Τὸ ἕνα δίχτυ εἶναι σφιχτοδεμένο μὲ τὸ ἄλλο. Κάποια δίχτυα εἶναι στημένα σὲ σειρές. Ἄλλα ἀφήνουν μεγάλα ἀνοίγματα, αὐτὰ ὅμως ὁδηγοῦν σὲ ἀναρίθμητες πτυχώσεις ἀπὸ τὶς ὁποῖες εἶναι ἀδύνατο νὰ ξεφύγει κανείς. Θρηνῶ πικρά, βλέποντας τὰ πολύπλοκα σατανικὰ δίχτυα! Αὐθόρμητα ρωτάω κι ἐγώ, ὅπως ὁ ἐρημίτης ὅσιος: “Κύριε, ποιὸς μπορεῖ νὰ γλιτώσει ἀπ’ αὐτά;”.

Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ διάφορα βιβλία ποὺ μεταδίδουν δῆθεν τὸ φῶς τῆς γνώσεως, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα βυθίζουν στὸ σκοτάδι τῆς ἀγνωσίας. Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ βιβλία ποὺ ἔχουν γραφεῖ μὲ τὴν ἀπροκάλυπτη ἤ συγκαλυμμένη ἐπήρεια τοῦ σκοτεινοῦ καὶ μοχθηροῦ κοσμοκράτορα. Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ βιβλία ποὺ προέρχονται ἀπὸ λογικὴ ἀρρωστημένη καὶ φθαρμένη λόγω τῆς προπατορικῆς πτώσεως. Ἁπλωμένα δίχτυα εἶναι γιὰ τὸν νοῦ μου τὰ βιβλία ποὺ περιέχουν «τὴν ἀνθρώπινη δολιότητα καὶ τὰ τεχνάσματα ποὺ μηχανεύεται ἡ ἀπάτη», κατὰ τὴν ἔκφραση τοῦ ἀποστόλου(2), καθὼς προέρχονται ἀπὸ συγγραφεῖς οἱ ὁποῖοι «χωρὶς λόγο ὑπερηφανεύονται μὲ τὸ ὑποδουλωμένο στὴν ἁμαρτία μυαλὸ τους»(3).

Ὁ πλησίον, στὴν ἀγάπη τοῦ ὁποίου ὀφείλω νὰ ἀναζητῶ τὴ σωτηρία, κι αὐτὸς γίνεται γιὰ μένα δίχτυ, ποὺ μὲ παγιδεύει καὶ μὲ ὁδηγεῖ στὸν θάνατο, ὅταν ὁ νοῦς του εἶναι πιασμένος στὰ δίχτυα ψεύτικων διδασκαλιῶν καὶ πλανερῶν σοφιστειῶν. Συνέχεια

Πῶς νὰ ἀντιδροῦμε στὶς ἀμφιβολίες γιὰ τὴν πίστη μας

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

AGION OROS OFAO 2007 496 (43)Ἀμφιβολίες γύρω ἀπό τόν Θεό καί τήν πίστη ἔχουν κάποτε-κάποτε σχεδόν ὅλοι. Μποροῦν, ὡστόσο, νά τίς διώξουν εὔκολα μέ σκέψεις ἀντιρρητικές, πού ἐπιβεβαιώνουν τήν ἀλήθεια τῆς θείας ἀποκαλύψεως γιά τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο: ἡ τάξη καί ἁρμονία τοῦ σύμπαντος, τό θαῦμα τῆς ζωῆς, ὅλα τά ἄλλα ὑπερφυσικά καί ἐξαίσια θαύματα τοῦ Κυρίου καί τῶν ἁγίων Του, πάνω ἀπ’ ὅλα ὅμως ἡ μαρτυρία τῆς συνειδήσεως τῶν καλοπροαίρετων καί ἁγνῶν ψυχῶν.

Τά ἔργα τοῦ Θεοῦ, πού μαρτυροῦν γιά τήν ὕπαρξη καί τήν πρόνοιά Του, ἔχουν πολλές πλευρές. Μία πλευρά εἶναι κατάφωτη καί γι’ αὐτό καταφανῆς. Μία ἄλλη εἶναι ἁπλά φωτεινή καί διακριτή. Ἄλλη εἶναι ἀμυδρόφωτη καί δυσδιάκριτη. Ἄλλη πάλι εἶναι σκοτεινή καί γι’ αὐτό ἀόρατη. Τήν τελευταία τούτη πλευρά ἀφοροῦν οἱ ἀμφιβολίες. Ἔτσι, ὅμως, οἰκονόμησε τά πράγματα ὁ Κύριος, γιά νά δοκιμάζεται ἡ εἰλικρίνεια τῆς ἀναζητήσεώς Του ἀπό τίς ψυχές μας, καθώς καί ἡ ταπείνωσή μας. Βλέπετε, ὁ Θεός καί τά ἔργα Του προσεγγίζονται καί γνωρίζονται μόνο μέ τήν ταπείνωση.

Πιστεύετε πώς ὅπου εἶναι ὁ Θεός καί ἡ ἀλήθειά Του, δηλαδή παντοῦ, ὅλα θά πρέπει νά πλημμυρίζουν μέ φῶς, νά γίνονται ἀντιληπτά μέ τίς αἰσθήσεις, νά ἐμπνέουν δυνατά τίς ψυχές, νά κραυγάζουν γιά τή θειότητά τους! Δέν ἀντιλαμβάνεστε ὅτι, μέ τό νά σκέπτεστε ἔτσι, θέλετε νά καθορίζετε ἐσεῖς τό πῶς πρέπει νά ἐνεργεῖ ὁ Θεός; Καί τοῦτο, ὅπως ἀναμφίβολα θά συμφωνήσετε, εἶναι ἀδιανόητο, γιατί, ἄν συνέβαινε, θά διασάλευε τή φυσική τάξη τῶν πραγμάτων.

Τά ἔργα τοῦ Θεοῦ αὐτά καθαυτά εἶναι ἀκριβῶς θεῖα, ἡ θειότητά τους ὅμως εἶναι καλυμμένη μ’ ἕνα ἀόρατο παραπέτασμα. Γιατί; Ἔτσι θέλησε ὁ Θεός· τοῦτο μόνο ἔχω νά πῶ. Οἱ βουλές τῆς θείας Σοφίας καί Ἀγάπης εἶναι ἀνεξιχνίαστες. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία, πάντως, πώς ἀνέκφραστη ὀμορφιά καί ἄπλετο φῶς κρύβονται πίσω ἀπό τό παραπέτασμα, πού δέν ἀφήνει τούς ἄπιστους ἀνθρώπους νά δοῦν τήν ἀλήθεια. Λέει ὁ ἀπόστολος· « μολονότι εἶναι ἀόρατες καί ἡ αἰώνια δύναμη τοῦ Θεοῦ καί ἡ θεϊκή Του ἰδιότητα, οἱ ἄνθρωποι μποροῦν νά τίς δοῦν καί νά τίς ἐννοήσουν, ἀπό τότε πού ἔγινε ὁ κόσμος, μέσω τῶν δημιουργημάτων Του» (Ρωμ.1,20). Ποιοί ἄνθρωποι, ὅμως; Μόνο οἱ πιστοί καί καλοπροαίρετοι. Καί ὄχι, βέβαια, οἱ τυπικά πιστοί, ἀλλά ἐκεῖνοι πού ζοῦν θεάρεστα. Συνέχεια

Λόγος Α´ γιὰ τὴ Νηστεία

Ἅγιος Βασίλειος ὁ Μέγας

 grapes«Νὰ σαλπίσετε, λέγει, κατὰ τὴν πρώτη ἡμέρα τοῦ μῆνα μὲ τὴν σάλπιγγα, καθὼς καὶ κατὰ τὴν ἐπίσημη ἡμέρα τῆς μεγάλης ἑορτῆς σας» (Ψαλμ. 80, 4).

Αὐτὸ εἶναι πρόσταγμα προφητικό. Γιὰ μᾶς δὲ ἀπὸ τὴν σάλπιγγα πιὸ μεγαλόφωνο καὶ ἀπὸ κάθε ὄργανο μουσικὸ πιὸ ἐπίσημο, τὴν ἀναμενόμενη ἑορτὴ τῶν ἑορτῶν ὑποδηλώνουν τὰ ἀναγνώσματα (Ἡσ. 58, 4-6). Διότι ἐγνωρίσαμε τὴν χάρη τῶν νηστειῶν ἀπὸ τὸν Ἡσαΐα, ποὺ ἀπέῤῥιψε μὲν τὸν ἰουδαϊκὸ τρόπο τῆς νηστείας, τὴν δὲ ἀληθινὴ νηστεία σὲ μᾶς ἔδειξε. «Νὰ μὴ νηστεύετε χάριν διαμάχης καὶ ἔριδος», «ἀλλὰ νὰ καταργήσεις κάθε σύνδεσμο ἀδικίας» (Ἡσ. 63, 6). Καὶ ὁ Κύριος λέγει· «νὰ μὴ γίνεσθε σκυθρωποί, ἀλλὰ νὰ νίψεις τὸ πρόσωπό σου, καὶ νὰ ἀλείψεις τὸ κεφάλι σου» (Ματθ. 6, 16-17).

Ἂς συμπεριφερθοῦμε λοιπόν, ὅπως ἐδιδαχθήκαμε, νὰ μὴ φαινόμαστε σκυθρωποὶ γιὰ τὶς ἡμέρες ποὺ ἔρχονται, ἀλλὰ μὲ φαιδρὸ πρόσωπο πρὸς αὐτές, ὅπως πρέπει στοὺς ἁγίους, νὰ συμπεριφερόμαστε. Κανεὶς ἄκαρδος δὲν στεφανώνεται, κανεὶς κατηφὴς δὲν στήνει τρόπαιο. Νὰ μὴ σκυθρωπάσεις ἐνῷ δέχεσαι περιποιήσεις. Εἶναι ἄτοπο νὰ μὴ χαιρόμαστε γιὰ τὴν ὑγεία τῆς ψυχῆς, ἀλλὰ νὰ λυπόμαστε μὲ τὴν ἀλλαγὴ τῶν τροφῶν καὶ νὰ φαινόμαστε ὅτι χαριζόμαστε στὴν ἡδονὴ τῆς σάρκας, παρὰ στὴν ἐπιμέλεια τῆς ψυχῆς. Διότι ὁ μὲν κορεσμὸς σταματᾷ τὴν εὐχαρίστηση στὴν κοιλιά, ἡ δὲ νηστεία ἀνεβάζει τὸ κέρδος στὴν ψυχή. Νὰ χαίρεσαι διότι σοῦ ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὸν ἰατρὸ φάρμακο ποὺ καταστρέφει τὴν ἁμαρτία. Διότι ὅπως ἀκριβῶς στὰ ἔντερα τῶν παιδιῶν τὰ ἀναζωογονούμενα σκουλήκια ἐξαφανίζονται μὲ κάποια δραστικὰ φάρμακα, ἔτσι καὶ τὴν ἁμαρτία, ποὺ βρίσκεται στὸ βάθος τῆς ψυχῆς, τὴν σκοτώνει ἡ νηστεία ποὺ εἰσχωρεῖ στὴν ψυχή, ἡ ὁποία νηστεία εἶναι πράγματι ἀξία τοῦ ὀνόματός της.

2. «Ἄλειψε τὸ κεφάλι σου καὶ πλῦνε τὸ πρόσωπό σου» (Ματθ. 6, 17). Σὲ μυστήρια σὲ καλεῖ ὁ λόγος. Αὐτὸς ποὺ ἀλείφθηκε ἐμυρώθηκε· αὐτὸς ποὺ ἐνίφθηκε ἐκαθαρίσθηκε. Νὰ ἐννοεῖς τὴ νομοθεσία στὸν ἐσωτερικὸ ἄνθρωπο. Νὰ καθαρίσεις τὴν ψυχὴ ἀπὸ τὰ ἁμαρτήματα. Νὰ χρίσεις τὸ κεφάλι σου μὲ χρῖσμα ἅγιο, γιὰ νὰ γίνεις μέτοχος τοῦ Χριστοῦ, καὶ ἔτσι νὰ προσέλθεις στὴ νηστεία. Νὰ μὴν ἀλλοιώσεις τὸ πρόσωπό σου ὅπως ἀκριβῶς oἱ ὑποκριτές. Τὸ πρόσωπο ἀμαυρώνεται, ὅταν ἡ ἐσωτερικὴ διάθεση ἐπισκιάζεται μὲ τὸ ἐπίπλαστο ἐξωτερικὸ σχῆμα, καλυπτόμενη μὲ τὸ ψεῦδος σὰν μὲ παραπέτασμα.Ὑποκριτὴς εἶναι αὐτὸς ποὺ ὑποδύεται ξένο πρόσωπο στὸ θέατρο· ἐνῷ εἶναι δοῦλος, πολλὲς φορὲς ὑποδύεται τὸ πρόσωπο τοῦ κυρίου, καὶ ἐνῷ εἶναι πολίτης, τὸ πρόσωπο τοῦ βασιλέως. Ἔτσι καὶ στὸν βίο αὐτό, σὰν στὴ σκηνὴ τῆς δικῆς τους ζωῆς, οἱ πολλοὶ παίζουν θέατρο, ἄλλα μὲν φέροντας στὴν καρδιά, ἄλλα δὲ δεικνύοντας φανερὰ στοὺς ἀνθρώπους. Συνέχεια

Ἡ σωστὴ ἀντιμετώπιση τῶν θλίψεων

Ἁγίου Ἰσαὰκ τοῦ Σύρου

5176392944_49cf6effba_z[1]Ὅπως πλησιάζουν τὰ βλέφαρα τὸ ἕνα τὸ ἄλλο, ἔτσι καὶ οἱ πειρασμοὶ εἶναι κοντὰ στοὺς ἀνθρώπους. Καὶ αὐτὸ τὸ οἰκονόμησε ὁ Θεὸς νὰ εἶναι ἔτσι, μὲ σοφία, γιὰ νὰ ἔχουμε ὠφέλεια· γιὰ νὰ κρούεις δηλ. ἐπίμονα, ἐξαιτίας τῶν θλίψεων, τὴ θύρα τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ καὶ γιὰ νὰ μπεῖ μέσα στὸ νοῦ σου, μὲ τὸ φόβο τῶν θλιβερῶν πραγμάτων, ὁ σπόρος τῆς μνήμης τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ πᾶς κοντά του μὲ τὶς δεήσεις, καὶ νὰ ἁγιασθεῖ ἡ καρδιά σου μὲ τὴ συνεχῆ ἐνθύμησή του. Καὶ ἐνῶ ἐσὺ θὰ τὸν παρακαλεῖς, αὐτὸς θὰ σὲ ἀκούσει.

Ὁ πορευόμενος στὸ δρόμο τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ τὸν εὐχαριστεῖ γιὰ ὅλες τὶς θλίψεις ποὺ τὸν βρίσκουν, καὶ νὰ κατηγορεῖ καὶ νὰ ἀτιμάζει τὸν ἀμελῆ ἑαυτό του, καὶ νὰ ξέρει ὅτι ὁ Κύριος, ποὺ τὸν ἀγαπᾶ καὶ τὸν φροντίζει, δὲν θὰ τοῦ παραχωροῦσε τὰ λυπηρά, γιὰ νὰ ξυπνήσει τὸ νοῦ του, ἂν δὲν ἔδειχνε κάποια ἀμέλεια. Ἀκόμη μπορεῖ νὰ ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς κάποια θλίψη, διότι ὁ ἄνθρωπος ἔχει ὑπερηφανευθεῖ, ὁπότε ἂς τὸ καταλάβει καὶ ἂς μὴν ταραχθεῖ κι ἂς βρίσκει τὴν αἰτία στὸν ἑαυτό του, ὥστε τὸ κακὸ νὰ μὴ γίνει διπλό, δηλ. νὰ ὑποφέρει καὶ νὰ μὴ θέλει νὰ θεραπευθεῖ. Στὸν Θεὸ ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς δικαιοσύνης, δὲν ὑπάρχει ἀδικία. Αὐτὸ νὰ μὴν περάσει ἀπὸ τὸ νοῦ μας.

Μὴν ἀποφεύγεις τὶς θλίψεις, διότι βοηθούμενος ἀπ’ αὐτὲς μαθαίνεις καλὰ τὴν ἀλήθεια καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Καὶ μὴ φοβηθεῖς τοὺς πειρασμούς, διότι μέσα ἀπὸ αὐτοὺς βρίσκεις θησαυρό. Νὰ προσεύχεσαι νὰ μὴν εἰσέλθεις στοὺς ψυχικοὺς πειρασμοὺς ὅσο γιὰ τοὺς σωματικούς, νὰ ἑτοιμάζεσαι νὰ τοὺς ἀντιμετωπίσεις μὲ ὅλη τὴ δύναμή σου, γιατί χωρὶς αὐτοὺς δὲν μπορεῖς νὰ πλησιάσεις τὸν Θεό. Μέσα σ’ αὐτοὺς ἐμπεριέχεται ἡ θεία ἀνάπαυση. Ὅποιος ἀποφεύγει τοὺς σωματικοὺς πειρασμούς, ἀποφεύγει τὴν ἀρετή.

Χωρὶς πειρασμοὺς ἡ πρόνοια τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο δὲν φανερώνεται, καὶ εἶναι ἀδύνατο, χωρὶς αὐτούς, νὰ ἀποκτήσεις παρρησία στὸν Θεό, καὶ νὰ μάθεις τὴ σοφία τοῦ ἁγίου Πνεύματος καί, ἀκόμη, δὲν θὰ μπορέσει νὰ στεριωθεῖ μέσα στὴν ψυχή σου ὁ θεϊκὸς πόθος. Προτοῦ νὰ ἔρθουν οἱ πειρασμοί, ὁ ἄνθρωπος προσεύχεται στὸν Θεὸ σὰν ξένος. Ἀπὸ τότε ὅμως ποὺ θὰ εἰσέλθει σὲ πειρασμοὺς γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν ἀλλάξει γνώμη, ἔχει τὸν Θεό, νὰ ποῦμε, ὑποχρεωμένο ἀπέναντί του, καὶ ὁ Θεὸς τὸν λογαριάζει γιὰ γνήσιο φίλο του. Διότι πολέμησε καὶ νίκησε τὸν ἐχθρό του, γιὰ νὰ ἐκπληρώσει τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια

Μὴ ἀποκρύψης τὸ Φῶς τοῦ προσώπου σου»

Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου

symeon_neos_theologos_3[1]Ἐλέησέ με, μόνε Κύριε, ἐλέησέ με, σὺ ποὺ μὲ σκέπασες ἀπὸ τῆς νεαρῆς μου ἡλικίας, σὺ ποὺ ἀπὸ τὴν ἀγαθότητά σου μοῦ συμπάθησες τὰ πάμπολλά μου πταίσματα ποὺ γνωρίζω πώς σοῦ ἔπταιξα. Σὺ ποὺ μὲ ἐλευθέρωσες ἀπὸ τὸν πλάνο καὶ μάταιο κόσμο καὶ ἀπὸ συγγενεῖς καὶ φίλους καὶ ἄτοπες ἡδονὲς καὶ μὲ ἀξίωσες νὰ κάθομαι ἐδῶ σὰν σὲ Ὄρος καὶ μοῦ ἔδειξες τὴ θαυμαστή σου, Θεέ μου, δόξα καὶ μὲ χαρίτωσες γεμίζοντας μὲ ὅλον ἀπὸ θεῖον σου Πνεῦμα καὶ ἀπὸ Πνευματικὸ φωτισμό.

Σὺ πάλιν Θεέ μου, δός μου τοῦ δούλου σου τελεία καὶ ὁλόκληρη τὴν Χάρη σου, χωρὶς νὰ μετανοήσεις σὲ τοῦτο. Μὴν τὴν ἀφαίρεσης. Δέσποτα, μηδὲ ἀποστραφεῖς μὲ παραβλέποντάς με, σὺ ποὺ ἐξ ἀρχῆς μὲ ἔστησες μπροστὰ στὸ πρόσωπό σου καὶ μὲ συναρίθμησες στοὺς δούλους σου καί, σφραγίζοντάς με μὲ τὴν σφραγίδα τῆς Χάριτός σου, μὲ ἐπονόμασες δικό σου.

Μὴ μὲ πάλιν ἀπορρίψεις, μηδὲ ἀποκρύψεις τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου καὶ μὲ καλύψει σκότος· καὶ μὲ καταπιεῖ ἡ ἄβυσσος καὶ συγκλείσει ὁ οὐρανὸς ἐμένα, τὸν ὁποῖον μὲ ἀνεβίβασες ἀνώτερα ἀπὸ αὐτόν, καταξιώνοντάς με νὰ συνευρίσκομαι μὲ τοὺς ἀγγέλους σου, ἤ, νὰ εἰπῶ καλύτερα, μὲ ἐσένα τὸν τῶν ὅλων ποιητὴν καὶ νὰ συνευφραίνωμαι μαζὶ μὲ ἐσένα καὶ νὰ θεωρῶ τὴν ἀπαραμοίαστον δόξαν τοῦ προσώπου σου, ἀπολαμβάνοντας χορταστικὰ καὶ ἀπὸ τὸ ἀπλησίαστο φῶς· καὶ νὰ χαίρω εὐφραινόμενος χαρὰν ἀνεκλάλητον, μὲ τὴν παρουσία τῆς ἀνερμηνεύτου σου ἐλλάμψεως.

Ὁπόταν καὶ κατατρυφώντας ἐγὼ ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ἀνερμήνευτο φῶς, σκιρτοῦσα καὶ ἔχαιρα ὁμοῦ μὲ ἐσένα τὸν ποιητὴ καὶ πλάστη μου, θεωρώντας τὸ ἀπαρομοίαστον κάλλος τοῦ προσώπου σου. Τόσον ποὺ καὶ καταβιβάζοντας πάλι τὸν νοῦν μου στὴ γῆ τότε, δὲν ἔβλεπα μήτε τὸν κόσμον, μὲ τὸ νὰ ἤμουν πεφωτισμένος ἀπὸ ἐσένα, μήτε τὰ τοῦ κόσμου πράγματα, ἀλλὰ ἤμουν ἀνώτερος καὶ ἀπὸ τὰ πάθη καὶ ἀπὸ τὶς φροντίδες. Συνέχεια

Μετανοῶ

Ἁγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς

Γιὰ ὅλες τὶς ἀνθρώπινες ἁμαρτίες

μετανοῶ ἐνώπιόν Σου, Παντελεήμων.

Νὰ τὸ σπέρμα ὅλων τῶν ἁμαρτιῶν βρίσκεται στὸ αἷμα μου.

Μὲ τὴν προσπάθειά μου καὶ τὸ Ἔλεός Σου συμπνίγω

τὸν κακὸ αὐτὸ σπόρο μέρα καὶ νύχτα.

Γιὰ νὰ μὴ βλαστάνουν τὰ ζιζάνια, ἀλλὰ τὸ καθαρὸ στάρι

στὸν ἀγρὸν τοῦ Κυρίου.

Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς μεριμνώντας, ποὺ σκοντάφτουν

κάτω ἀπὸ τὸ βάρος τῶν μεριμνῶν καὶ δὲν ξέρουν νὰ ἀποθέσουν

τὶς μέριμνές τους ἐπάνω σὲ Σένα. Γιὰ τὸν ἀδύνατο ἄνθρωπο

ἀβάσταχτη εἶναι καὶ ἡ πιὸ μικρὴ μέριμνα, ἐνῶ γιὰ Σένα

καὶ ἕνα βουνὸ μεριμνῶν εἶναι σὰν μιὰ μπάλα χιονιοῦ

πεταμένη στὴν κάμινο τοῦ πυρός.

Μετανοῶ γιὰ ὅλους τούς ἀρρώστους, γιατί ἡ ἀρρώστια

εἶναι καρπὸς τῆς ἁμαρτίας. Ὅταν μὲ τὴν μετάνοια καθαριστεῖ

ἡ ψυχή, τότε ἡ ἀρρώστια ἐξαφανίζεται μαζὶ μὲ τὴν ἁμαρτία,

καὶ εἰσέρχεσαι στὴν ψυχὴ Ἐσύ, Αἰώνια Ὑγεία μου.

Μετανοῶ γιὰ τοὺς ἀπίστους, ποὺ μὲ τὴν ἀπιστία τους

σωρεύουν τὶς ἀνήσυχες φροντίδες τους καὶ τὶς ἀρρώστιες

ἐπάνω τους καὶ ἐπάνω στοὺς φίλους τους.

Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους θεοβλασφήμους, ποὺ βλασφημοῦν Ἐσένα,

μὴ ξέροντας ὅτι βλασφημοῦν τὸν Οἰκοδεσπότη,

πού τοὺς ντύνει καὶ τοὺς τρέφει.

Μετανοῶ γιὰ ὅλους τους ἀνθρωποκτόνους ποὺ σκοτώνουν

τὴ ζωὴ τοῦ ἄλλου γιὰ νὰ φυλάξουν τὴ δική τους.

Συγχώρεσέ τους Παντελεήμων, γιατί δὲν ξέρουν τί κάνουν.

Γιατί δὲν ξέρουν ὅτι δὲν ὑπάρχουν στὸ Σύμπαν δύο ζωές, ἀλλὰ μία,

καὶ ὅτι δὲν ὑπάρχουν δύο ἄνθρωποι, ἀλλὰ ἕνας.

Καὶ κόβουν τὸ μισό τῆς καρδιᾶς γιὰ νὰ φυλάξουν τὸ ἄλλο μισό.

Ἄχ, πόσο εἶναι νεκροὶ ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν ἀποκόψει

τὸ μισό της καρδιᾶς!

Μετανοῶ γιὰ τοὺς ψευδόρκους, διότι ἀλήθεια,

καὶ αὐτοὶ εἶναι ἀνθρωποκτόνοι, αὐτόχειρες.

Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ ἐκμεταλλεύονται τοὺς ἀδελφούς τους

καὶ συσσωρεύουν ἄχρηστο πλοῦτο, κλαίω καὶ ἀναστενάζω,

γιατί ἔθαψαν τὴν ψυχή τους καὶ δὲν ἔχουν

μὲ τί νὰ παρουσιαστοῦν ἐνώπιόν Σου.

Γιὰ ὅλους τούς ὑπερηφάνους καὶ ἀλαζόνας κλαίω καὶ ἀναστενάζω,

γιατί εἶναι ἐνώπιόν Σου σὰν ζητιάνοι μὲ ἄδειο σακκούλι.

Γιὰ ὅλους τούς μέθυσους καὶ λαίμαργους κλαίω καὶ ἀναστενάζω,

διότι κατήντησαν δοῦλοι τῶν δούλων τους.

Γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ χαλᾶνε τοὺς γάμους, μετανοῶ,

γιατί πρόδωσαν τὴν ἐμπιστοσύνη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, τὸ Ὁποῖο

τοὺς ἐξέλεξε γιὰ νὰ κτίζει διὰ μέσου αὐτῶν τὴν νέα ζωή,

ἐνῶ αὐτοί, τὴν διακονία τῆς ζωῆς,

μετέβαλαν σὲ καταστροφὴ τῆς ζωῆς.

Γιὰ ὅλα τὰ ψεύτικα χείλη, γιὰ ὅλα τὰ θολὰ μάτια,

γιὰ ὅλες τὶς σκληρὲς καρδιές, γιὰ ὅλες τὶς ἀχόρταγες κοιλιές,

γιὰ ὅλα τὰ σκοτεινὰ μυαλά, γιὰ ὅλες τὶς κακὲς θελήσεις,

γιὰ ὅλους τούς ἄσχημους λογισμούς, γιὰ ὅλες

τὶς ψυχοφθόρες ἐνθυμήσεις, μετανοῶ καὶ ἀναστενάζω.

Μετανοῶ, Κύριε, γιὰ τοὺς πολυλογοῦντας,

γιατί τὸ πολύτιμο δῶρο Σου,

τὸ δῶρο τοῦ λόγου, μετέβαλαν σὲ φθηνὴ ἄμμο.

Μετανοῶ, γιὰ ὅλους ἐκείνους ποὺ καταστρέφουν

τὴν ἑστία τοῦ γείτονα καὶ τὴν εἰρήνη του,

γιατί ἔτσι μάζεψαν στὸν ἑαυτό τους καὶ στὸ λαὸ τὴν κατάρα.

Μετανοῶ, γιὰ ὅλη τὴν ἱστορία τῶν ἀνθρώπων, ἀπὸ τὸν Ἀδὰμ

ὡς ἐμένα τὸν ἁμαρτωλό, γιατί ὅλη ἡ ἱστορία εἶναι στὸ αἷμα μου.

Γιατί ἐγὼ εἶμαι μέσα στὸν Ἀδάμ, καὶ ὁ Ἀδὰμ μέσα μου.

Γιὰ ὅλους τούς μεγάλους καὶ μικρούς, ποὺ δὲν τρέμουν

μπροστὰ στὴν φοβερὰ παρουσία Σου, κλαίω καὶ κραυγάζω·

Δέσποτα Πολυέλεε, ἐλέησον καὶ σῶσον με.

                                     

Ὁ Νικητής τοῦ θανάτου

Ἁγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου

25(1)[1]Σήμερα λοιπὸν ὁ Κύριός μας περιοδεύει στὸν Ἅδη. Σήμερα συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες καὶ τοὺς σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε τὴν ἀκριβολογία. Δὲν εἶπε, ἄνοιξε τὶς πύλες, ἀλλὰ «συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες», γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὸ δεσμωτήριο. Δὲν ἀφαίρεσε τοὺς μοχλούς, ἀλλὰ τοὺς συνέτριψε, γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὴ φυλακή. Ὅπου βέβαια δὲν ὑπάρχει οὔτε μοχλὸς οὔτε θύρα, καὶ ἂν κάποιος εἰσέλθει, δὲν ἐμποδίζεται νὰ ἐξέλθει. Ὅταν λοιπὸν συντρίψει ὁ Χριστός, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ διορθώσει; Οἱ βασιλεῖς ὅταν πρόκειται νὰ ἀφήσουν ἐλεύθερους τούς φυλακισμένους, δὲν κάνουν αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός, ἀλλὰ δίνουν διαταγὲς καὶ ἀφήνουν στὴ θέση τους καὶ τὶς πόρτες καὶ τοὺς φύλακες, δείχνοντας μ’ αὐτὸ πῶς θὰ χρειαστεῖ νὰ μποῦν πάλι ἐκεῖ μέσα ἢ ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφυλακίστηκαν ἢ κάποιοι ἄλλοι στὴ θέση τους.

Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἐνεργεῖ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Θέλοντας νὰ δείξει ὅτι καταργήθηκε ὁ θάνατος, συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες του. Καὶ τὶς ὀνόμασε χάλκινες ὄχι ἐπειδὴ ἦταν ἀπὸ χαλκό, ἀλλὰ γιὰ νὰ δηλώσει τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀδιαλλαξία τοῦ θανάτου. Καὶ γιὰ νὰ μάθεις ὅτι ὁ χαλκὸς καὶ ὁ σίδηρος ἐκφράζουν τὴν ἀκαμψία καὶ τὴ σκληρότητα, ἄκουσε τί λέει σὲ κάποιον ἀδιάντροπο: «Τὰ νεῦρα σου εἶναι ἀπὸ σίδηρο καὶ ὁ τράχηλος καὶ τὸ μέτωπό σου ἀπὸ χαλκό». Καὶ ἐκφράστηκε ἔτσι ὄχι διότι εἶχε σιδερένια νεῦρα ἢ χάλκινο μέτωπο, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔδειχνε πὼς εἶναι αὐστηρός, ἀδιάντροπος καὶ σκληρός.

Θέλεις νὰ μάθεις πόσο αὐστηρὸς καὶ ἄκαμπτος καὶ ἀσυγκίνητος εἶναι ὁ θάνατος; Κανένας δὲν τὸν κατάφερε ποτὲ ν’ ἀφήσει ἐλεύθερο κάποιον ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους του, ἕως ὅτου ἦρθε καὶ τὸν ἀνάγκασε ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων. Πρῶτα λοιπὸν συνέλαβε καὶ φυλάκισε ἐκεῖνον (τὸ θάνατο) καὶ ὕστερα τοῦ πῆρε ὅ,τι τοῦ ἀνῆκε. Γι’ αὐτὸ προσθέτει: «Θησαυροὶ ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι καὶ εἶναι κρυμμένοι καὶ δὲν φαίνονται». Ἂν καὶ ἀναφέρεται σὲ ἕνα πράγμα, ἡ σημασία του εἶναι διπλή. Ὑπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ πολλὲς φορὲς νὰ φωτιστοῦν, ἂν τοποθετήσουμε μέσα τοὺς λυχνία καὶ φῶς. Οἱ χῶροι ὅμως τοῦ Ἅδη ἦταν πολὺ σκοτεινοὶ καὶ θλιβεροὶ καὶ ποτὲ δὲν μπῆκαν μέσα τοῦ ἀκτίνες φωτός, γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς χαρακτήρισε σκοτεινοὺς καὶ ἀόρατους. Ἐπειδὴ ἦταν στὴν πραγματικότητα σκοτεινοὶ μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ κατέβηκε σ’ αὐτοὺς ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ τοὺς κατελάμπρυνε μὲ τὸ φῶς του καὶ ἔκανε τὸν Ἅδη οὐρανό. Γιατί ὅπου βρίσκεται ὁ Χριστός, ὁ τόπος μεταβάλλεται σὲ οὐρανό. Συνέχεια

Ἡ εἴσοδος τοῦ Χριστοῦ στὰ Ἱεροσόλυμα

Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς

imagesCANV1ID0«Τὴν ἄλλη μέρα, τὸ μεγάλο πλῆθος ποὺ εἶχε ἔρθει γιὰ τὴ γιορτὴ τοῦ Πάσχα, ὅταν ἄκουσαν ὅτι ἔρχεται ὁ Ἰησοῦς στὰ Ἱεροσόλυμα, πῆραν κλαδιὰ φοινικιᾶς, καὶ βγῆκαν ἀπὸ τὴν πόλη νὰ τὸν προϋπαντήσουν, καὶ κραύγαζαν: «Δόξα στὸν Θεό! Εὐλογημένος αὐτὸς ποὺ ἔρχεται σταλμένος ἀπὸ τὸν Κύριο! Εὐλογημένος ὁ βασιλιὰς τοῦ Ἰσραὴλ» (Ἰωάν. ιβ, 12-13). Τὴν ἑπόμενη μέρα τοῦ δείπνου τῆς Βηθανίας, ὁ Κύριος ξεκίνησε γιὰ τὰ Ἱεροσόλυμα, τὴν πόλη ποὺ θανάτωσε τοὺς προφῆτες.

Ἡ Ἱερουσαλὴμ δὲν ἦταν τόπος ὅπου κατοικοῦσαν μόνο οἱ στενόμυαλοι φαρισαῖοι, οἱ ἀλαζόνες γραμματεῖς καὶ οἱ θεομίσητοι ἀρχιερεῖς. Ἦταν καὶ μία μυρμηγκοφωλιὰ τῆς ἀνθρωπότητας. Ἦταν ἕνας τεράστιος τόπος ὅπου μαζεύονταν ἀπ’ ὅλα τὰ μέρη προσκυνητές, καθὼς καὶ ἀφοσιωμένοι ἄνθρωποι, ἄνδρες καὶ γυναῖκες. Τὴν ἐποχὴ τοῦ Πάσχα ἡ Ἱερουσαλὴμ εἶχε τόσους κατοίκους ὅσους περίπου καὶ ἡ Ρώμη, ποὺ τότε ἦταν πρωτεύουσα τοῦ κόσμου. Αὐτὸ τὸ τεράστιο πλῆθος ἀνθρώπων συγκεντρωνόταν στὴν Ἱερουσαλὴμ γιὰ νὰ πλησιάσει περισσότερο τὸν Θεό. Τὴν ἡμέρα αὐτὴ εἶχαν τὴν ἀντίληψη κάποιας μυστηριώδους προσέγγισης τοῦ Θεοῦ καὶ στὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ εἶδαν τὸν ἀπὸ πολλοῦ ἀναμενόμενο Βασιλιὰ τοῦ Οἴκου Δαβίδ. Ἔτσι, σὰν εἶδαν τὸν Κύριο νὰ κατεβαίνει ἀπὸ τὸ Ὅρος τῶν Ἐλαιῶν, oι ἄνθρωποι αὐτοὶ ἔτρεξαν νὰ τὸν προϋπαντήσουν. Μερικοὶ ἔστρωσαν τὰ ροῦχα τους στὸ δρόμο μπροστά Του, ἄλλοι ἔκοβαν κλαδιὰ ἀπὸ τὶς φοινικιὲς καὶ μ’ αὐτὰ στόλιζαν τὸ δρόμο. Ὅλοι τους ἔκραζαν μὲ χαρά: «Δόξα στὸν Υἱὸ τοῦ Δαβίδ· εὐλογημένος καὶ δοξασμένος νὰ εἶναι Ἐκεῖνος ποὺ ἔρχεται στὸ ὄνομα τοῦ Κυρίου, ὁ Βασιλιὰς τοῦ Ἰσραήλ».

Οἱ ἄνθρωποι πίστευαν πὼς ὁ Θεὸς θὰ ἔκανε κάποιο θαῦμα ποὺ θ’ ἄλλαζε τὴν ἀφόρητη κατάστασή τους. Κι αὐτὸ παρὰ τὴ σιδερένια γροθιὰ τῆς Ρώμης ποὺ τοὺς δυνάστευε καὶ σὲ πεῖσμα τῆς διαφθορᾶς καὶ τῆς μικροψυχίας τῶν πρεσβυτέρων. Ἔνιωθαν πὼς ἡ πηγὴ τοῦ θαύματος ἦταν ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς καὶ γι’ αὐτὸ τοῦ ἐπιφύλαξαν τέτοια ὑποδοχή. Τὸ πῶς θ’ ἀντιδροῦσε ὁ ἴδιος στὴν θεμελιακὴ αὐτὴ μεταβολὴ τῆς ροῆς τῶν γεγονότων, ὁ κόσμος δὲν τὸ ἤξερε. Εἶχαν μάθει νὰ περιμένουν ἕναν μόνο ἀποτελεσματικὸ τρόπο. Κι αὐτὸς ἦταν ἡ βοήθεια κάποιου βασιλιᾶ ἀπὸ τὸν οἶκο Δαβίδ, ποὺ θὰ βασίλευε στὴν Ἱερουσαλήμ, στὸ θρόνο τοῦ Δαβίδ. Οἱ ἄνθρωποι εἶδαν ἔτσι τὸν Ἰησοῦ σὰν βασιλιὰ καὶ τὸν ὑποδέχτηκαν μὲ χαρὰ κι ἐλπίδα. Πίστεψαν πὼς τώρα θὰ βασιλέψει στὴν Ἱερουσαλὴμ καὶ θ’ ἀντισταθεῖ τόσο στὴ Ρώμη ὅσο καὶ στὴν ἐξουσία τῆς Ἱερουσαλὴμ τῶν ἡμερῶν ἐκείνων. Συνέχεια

Λόγος εἰς τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Θεοτόκου

Ἅγιος Λουκᾶς Κριμαίας

Ευαγγελισμός Τεμπλου μικρήΤρία σημαντικότατα γεγονότα στὴν ἱστορία τοῦ κόσμου ἑορτάζει σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας.

To πρῶτο εἶναι ὁ Εὐαγγελισμὸς τῆς Θεοτόκου, τὸν ὁποῖο ἑορτάζουμε σήμερα μὲ χαρὰ καὶ ἀγάπη, ἀλλὰ καὶ μὲ δέος ἐνώπιόν του μεγαλείου του γεγονότος αὐτοῦ, τὸ ὁποῖο ὀνομάζεται «κεφάλαιον» (δηλαδὴ ἀρχὴ) τῆς σωτηρίας μας.

Ἐννέα μῆνες μετὰ τὸν Εὐαγγελισμὸ πραγματοποιήθηκε καὶ τὸ δεύτερο ἀπὸ τὰ σημαντικότερα γεγονότα, ἡ κατὰ σάρκα Γέννηση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Κορυφὴ καὶ ὁλοκλήρωση τῆς σωτηρίας μας θὰ εἶναι ἡ ἀνάσταση τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ μετὰ ἀπὸ ἕνα φρικτὸ θάνατο πάνω στὸ Σταυρό.

Ὄχι μόνο μία φορὰ ἀλλὰ πολλὲς φορὲς φανερώθηκαν στοὺς ἁγίους ἄγγελοι. Ἔξι μῆνες πρὶν τὸν Εὐαγγελισμὸ τῆς Παναγίας Παρθένου Μαρίας στάλθηκε ὁ ἀρχάγγελος Γαβριὴλ στὸν ἱερέα Ζαχαρία, ὁ ὁποῖος ὑπηρετοῦσε στὸ ναό, γιὰ νὰ τοῦ ἀναγγείλει, ὅτι ἀπ’ αὐτὸν θὰ γεννηθεῖ ὁ μεγαλύτερος μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, ὁ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου ὁ Ἰωάννης. Καὶ σήμερα ὁ ἴδιος φέρνει τὸ χαρμόσυνο ἄγγελμα στὴν Ὑπεραγία καὶ ἄχραντο Παρθένο Μαρία, ἡ ὁποία ζοῦσε στὸ ταπεινὸ φτωχόσπιτο τοῦ ξυλουργοῦ Ἰωσήφ.

Ὁ διάλογός του μὲ τὴν Παναγία εἶναι τόσο ἅγιος καὶ μεγαλειώδης ποὺ δὲν τολμῶ νὰ τὸν περιγράψω μὲ δικά μου λόγια ἀλλὰ πρέπει νὰ τὸν ἐπαναλάβω μὲ Εὐαγγελικὰ λόγια.

Ὅταν μπῆκε ὁ ἀρχάγγελος στὸ ὑπερῶο, εἶπε:

«Χαῖρε, κεχαριτωμένη· ὁ Κύριος μετὰ σοῦ· εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξίν. ἡ δὲ ἰδοῦσα διεταράχθη ἐπὶ τῷ λόγῳ αὐτοῦ, καὶ διελογίζετο ποταπὸς εἴη ὁ ἀσπασμὸς οὗτος. καὶ εἶπεν ὁ ἄγγελος αὐτῇ· μὴ φοβοῦ, Μαριάμ· εὗρες γὰρ χάριν παρὰ τῷ Θεῷ. καὶ ἰδοὺ συλλήψῃ ἐν γαστρὶ καὶ τέξῃ υἱόν, καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ ᾿Ιησοῦν. οὗτος ἔσται μέγας καὶ υἱὸς ὑψίστου κληθήσεται, καὶ δώσει αὐτῷ Κύριος ὁ Θεὸς τὸν θρόνον Δαυῒδ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ, καὶ βασιλεύσει ἐπὶ τὸν οἶκον ᾿Ιακὼβ εἰς τοὺς αἰῶνας, καὶ τῆς βασιλείας αὐτοῦ οὐκ ἔσται τέλος. εἶπε δὲ Μαριὰμ πρὸς τὸν ἄγγελον· πῶς ἔσται μοι τοῦτο, ἐπεὶ ἄνδρα οὐ γινώσκω; καὶ ἀποκριθεὶς ὁ ἄγγελος εἶπεν αὐτῇ· Πνεῦμα ῞Αγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι· διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ. καὶ ἰδοὺ ᾿Ελισάβετ ἡ συγγενής σου καὶ αὐτὴ συνειληφυῖα υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς, καὶ οὗτος μὴν ἕκτος ἐστὶν αὐτῇ τῇ καλουμένῃ στείρᾳ·  ὅτι οὐκ ἀδυνατήσει παρὰ τῷ Θεῷ πᾶν ρῆμα. εἶπε δὲ Μαριάμ· ἰδοὺ ἡ δούλη Κυρίου· γένοιτό μοι κατὰ τὸ ρῆμά σου. καὶ ἀπῆλθεν ἀπ᾿ αὐτῆς ὁ ἄγγελος.» (Λουκ. 1, 28-38).

Σᾶς ἔχω πεῖ πολλὰ τὰ προηγούμενα χρόνια γι’ αὐτὸν τὸ μοναδικὸ στὴν Ἱστορία τοῦ κόσμου διάλογο. Ἀλλὰ τώρα θὰ σταθῶ στὰ λόγια τοῦ Ἀρχαγγέλου:

«Πνεῦμα Ἅγιον ἐπελεύσεται ἐπὶ σὲ καὶ δύναμις ὑψίστου ἐπισκιάσει σοι διὸ καὶ τὸ γεννώμενον ἅγιον κληθήσεται υἱὸς Θεοῦ». Συνέχεια