Ἐπιστροφή στή Γαλιλαία
Τὴν αὐγὴ τῆς Κυριακῆς «Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ καὶ Μαρία ἡ τοῦ Ἰακώβου καὶ Σαλώμη ἠγόρασαν ἀρώματα ἵνα ἐλθοῦσαι ἀλείψωσι τὸν Ἰησοῦν». Οἱ ἡμέρες μας θὰ ἤταν εὐλογημένες, ἂν καθημερινά, «λίαν πρωὶ» καὶ ἰδιαίτερα «τῇ μιᾷ τῶν Σαββάτων», δηλαδὴ τὴν Κυριακή, ἡ σκέψη μας στρεφόταν πρὸς τὸν θριαμβευτή τοῦ θανάτου.
Ὁ ἡλιος εἶχε μόλις ἀνατείλει, ὅταν οἱ γυναῖκες ἔφθασαν στόν τάφο. Ἀλλὰ ὁ ἀληθινὸς ἥλιος πού πρέπει νά φωτίζει τὴν κάθε ἡμέρα μας, ἤδη ἀπὸ τὴν ἀρχὴ της, εἶναι ὁ Ἰησοῦς· τότε ὁλόκληρη ἡ ἡμέρα πού ἀρχίζει μαζὶ Του γίνεται πολὺ διαφορετική.
Οἱ γυναῖκες δέν ξέρουν πῶς θὰ φτάσουν στό Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ. Ὁ λίθος, τὸ βεβαιώνει καὶ τὸ Εὐαγγέλιο, ἤταν «μέγας σφόδρα». Πολλοὶ ἀνάμεσά μας πιθανὸν νά ἔχουν τὴν ἴδια ἀκριβῶς ἀπορία μέ τίς γυναῖκες. Καὶ εἶναι ἀλήθεια ὅτι γιά πολλὲς ψυχὲς ὁ Ἰησοῦς μοιάζει θαμμένος, ὅπως τότε, σ’ ἕναν τάφο. Μοιάζει ἀκινητοποιημένος, ἴσως νεκρός. Καλύπτεται ἀπὸ ἀσήκωτη πέτρα· τὴν πέτρα τῆς ἁμαρτίας, τῆς ἀγνοίας, τῆς ἀδιαφορίας, τῆς κακῆς συνήθειας, ποὺ συσσωρεύτηκε μέ τὰ χρόνια. Ἴσως νά θέλαμε νά σπρώξουμε αὐτὴ τὴν πέτρα καὶ νά ἐγγίσουμε τὸν ζῶντα Ἰησοῦ. Ἀλλά «τίς ἀποκυλίσει ἡμῖν τὸν λίθον;».
Τὸ ἐγχείρημα τῶν γυναικῶν, ἀνθρωπίνως, δέν μοιάζει ἐφικτό. Ὡστόσο προχωροῦν. Χωρὶς νά ξεροῦν πῶς θὰ μποῦν στόν τάφο, βαδίζουν πρὸς τὰ ἐκεῖ. Παρομοίως κι ἐμεῖς. Χωρὶς νά ξέρουμε πῶς θὰ παραμεριστεῖ τὸ ἐμπόδιο πού ἴσως μᾶς φράζει τὴν πρόσβαση πρὸς τὸν Σωτήρα, ἂς ἔχουμε ἐμπιστοσύνη.
Ἂς κάνουμε μιά πρώτη κίνηση, ἂς σηκωθοῦμε, ἂς πάρουμε τὸν δρόμο πρὸς τὸν Ἰησοῦ ἀπὸ τὸν ὁποῖο μᾶς χωρίζει «λίθος μέγας». Θὰ μᾶς ὁδηγοῦν ἡ πίστη καὶ ἡ ἐλπίδα.
Οἱ γυναῖκες δέν πηγαίνουν στόν τάφο μέ ἀδειανὰ τὰ χέρια. «Ἠγόρασαν ἀρώματα, ἵνα ἐλθοῦσαι, ἀλείψωσι τὸ Σῶμα τοῦ Ἰησοῦ». Μποροῦμε κι ἐμεῖς κάτι νά κρατᾶμε παγαίνοντας στόν τάφο. Ἀκόμη κι ἂν μᾶς ἔχουν κηλιδώσει οἱ μεγαλύτερες ἁμαρτίες, ἂς φέρουμε στόν τάφο Του τὴν ἔνδειξη μιᾶς καλῆς θέλησης, τή λιγοστὴ μας ἀγάπη, μιά πράξη συμπαθείας πρὸς τοὺς ἄλλους, τὴν ἀδύναμη προσευχὴ μας. Ἀσφαλῶς, δέν περιμένουμε τὰ φτωχικὰ μας δῶρα νά συντελέσουν στό νά ἀποκυλιστεῖ ὁ λίθος, γιατὶ ἡ πρόσβασή μας πρὸς τὸν ἀναστάντα καὶ πρὸς τή δύναμη τῆς Ἀναστάσεώς Του παραμένει τὸ μεγαλειῶδες δῶρο τοῦ θείου ἐλέους. Τὸ γεγονὸς ὅμως ὅτι θὰ ἀνηφορίσουμε πρὸς τὸν τάφο Του μέ τὰ χέρια ὄχι ἐντελῶς ἄδεια σημαίνει ὅτι καὶ ἡ καρδιά μας δέν εἶναι ἐντελῶς ἄδεια. Ποῦ εἶναι τὰ ἀρώματα μέ τὰ ὁποῖα θέλουμε νά «ἀλείψουμε» τὸν Ἰησοῦ;
Καὶ νά τὸ θαῦμα: «Καὶ ἀναβλέψασαι θεωροῦσι ὅτι ἀποκεκύλισται ὁ λίθος». Οἱ γυναῖκες μόνες τους δέν θὰ μποροῦσαν νά μετακινήσουν τὸ ἐμπόδιο. Ὁ Θεὸς ὅμως προέβλεψε. Ὁ εὐαγγελιστὴς Μᾶρκος δέν μᾶς διευκρινίζει πῶς ἀπομακρύνθηκε ἡ πέτρα. Ὁ Ματθαῖος εἶναι πιὸ σαφής: «Καὶ ἰδοὺ σεισμὸς ἐγένετο μέγας· ἄγγελος γὰρ Κυρίου καταβὰς ἐξ οὐρανοῦ προσελθὼν ἀπεκύλισε τὸν λίθον ἀπὸ τῆς θύρας καὶ ἐκάθητο ἐπάνω αὐτοῦ…». Ὁ στίχος αὐτὸς εἶναι πλούσιος σὲ περιεχόμενο. Ὅταν ὁ ἄγγελος Κυρίου ἔρχεται νά ἀπομακρύνει τὴν πέτρα, δέν τὴν σπρώχνει ἁπαλά. Δέν εἶναι κάτι πού μπορεῖ νά γίνει εὔκολα, χωρὶς προσπάθεια καὶ βία. Χρειάστηκε νά σειστεῖ ἡ γῆ. Μὰ καὶ τὸ ἐμπόδιο πού μᾶς χωρίζει ἀπὸ τὸν Ἰησοῦ δέν πρέπει νά τὸ θεωροῦμε ὡς μιά ἁπλή διευθέτηση. Δέν θὰ χρειαστεῖ ἁπλῶς νά μετακινήσουμε μερικὰ πετραδάκια, νά τροποποιήσουμε κάποιες λεπτομέρειες, ἀφήνοντας τὸ σύνολο κατὰ τὸ δυνατὸν ἄθικτο. Καὶ ἐδῶ θὰ πρέπει νά γίνει σεισμός. Ἡ μεταστροφὴ εἶναι ἕνας «πνευματικὸς σεισμός».
Ὁ λευκοντυμένος ἄγγελος, καθισμένος στήν πέτρα τοῦ Μνημείου, λέει στίς γυναῖκες: «Ἰησοῦν ζητεῖτε τὸν Ναζαρηνὸν τὸν ἐσταυρωμένον; Ἠγέρθη, οὔκ ἐστιν ὧδε· ἴδε ὁ τόπος ὅπου ἔθηκαν αὐτόν». Ὁ ἀναστημένος Ἰησοῦς ὄχι μόνον δέν εἶναι πιὰ στόν τάφο, ἀλλὰ καὶ κάθε ἀπόπειρα νά περιοριστεῖ, νά ἐντοπιστεῖ, νά περιοριστεῖ ἡ παρουσία Του εἶναι ἀπὸ δῶ καὶ πέρα μάταιη. Ὁ Κύριος εἶναι τώρα προσιτός κάθε στιγμή, ὑπὸ ὅλες τίς συνθῆκες. Ὑπερβαίνει καὶ καταλύει τὸ πλαίσιο, στό ὁποῖο οἱ χριστιανοὶ προσπαθοῦν μερικὲς φορὲς νά τὸν περικλείσουν, «ὅπου ἔθηκαν αὐτόν». Θὰ μᾶς ποῦν «εἶναι ἐδῶ» ἢ «εἶναι ἐκεῖ»· καὶ ἴσως νά εἶναι καὶ «ἐδῶ» καὶ «ἐκεῖ», ἀλλὰ εἶναι καὶ ἀλλοῦ, καὶ μποροῦμε παντοῦ νά ἀνακαλύψουμε τὴν παρουσία Του. «Τὶ ζητεῖτε τὸν ζῶντα μετὰ τῶν νεκρῶν;», ὅπως ἀναφέρει μιά ἄλλη εὐαγγελικὴ διήγηση.
Ὁ ἄγγελος λέει ἀκόμη στίς γυναῖκες: «Ἀλλ’ ὑπάγετε, εἴπατε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ καὶ τῷ Πέτρῳ ὅτι προάγει ὑμᾶς εἰς τὴν Γαλιλαίαν, ἐκεῖ αὐτὸν ὄψεσθε, καθὼς εἶπεν ὑμῖν». Τὶ σημαίνει αὐτὴ ἡ συνάντηση στή Γαλιλαία, πού τόσο συχνὰ ἀναφέρεται στά Εὐαγγέλια; Θέλει ἁπλῶς νά προστατεύσει τοὺς μαθητὲς ἀπὸ τὴν περιέργεια καὶ τὴν ἐχθρότητα τῶν Ἰουδαίων; Θέλει, μετά τίς ἀγωνιώδεις καὶ δύσκολες ἡμέρες, νά τοὺς ἐξασφαλίσει ἕνα διάλειμμα ἠρεμίας, σὲ μιά ἀτμόσφαιρα πολὺ διαφορετικὴ ἀπὸ αὐτὴ τῆς Ἱερουσαλήμ; Ἴσως νά εἶναι ἔτσι. Ἴσως ὅμως νά μὴν ἤταν λάθος, ἂν δίναμε στά λόγια τοῦ Ἰησοῦ μιά πιὸ βαθιὰ ἑρμηνεία. Ἡ Γαλιλαία ἤταν ὁ τόπος ὅπου οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς μαθητὲς συναντήθηκαν γιά πρώτη φορά μέ τὸν Διδάσκαλο. Ἐκεῖ Τὸν πρωτάκουσαν, ἐκεῖ Τὸν ἀκολούθησαν, ἐκεῖ Τοῦ ἔδωσαν τὴν καρδιά τους. Τώρα πού ἡ πίστη τους ὑποβλήθηκε σὲ μιά τόσο σκληρή δοκιμασία -καὶ ἀποδείχθηκε ἐλλιπὴς- θὰ ἤταν καλὸ νά ξαναβρεθοῦν στό περιβάλλον τῆς Γαλιλαίας, νά ξαναβροῦν ἐκεῖ τὸν Ἰησοῦ, ἀνακαλύπτοντας μαζὶ καὶ τή φρεσκάδα καὶ τή χαρά τῆς πρώτης συνάντησης, καὶ νά ἀνανεώσουν ἐκεῖ τὴν πίστη καὶ τὴν ὑπακοὴ τους.
Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιά μᾶς. Ὑπάρχει μιά Γαλιλαία στή ζωή τῶν περισσοτέρων. Μιά Γαλιλαία, δηλαδή, μιά στιγμή, ἴσως πιὰ πολὺ μακρινή, κατὰ τὴν ὁποία συναντήσαμε τὸν Ἰησοῦ προσωπικά, καὶ ὅπου, γιά πρώτη φορά, Τὸν ἀκούσαμε καὶ ἀποφασίσαμε νά Τὸν ἀκολουθήσουμε. Ἡ βαθιὰ ἁμαρτωλότητα, ἡ λησμονιά, ἡ ἀμέλεια μπορεῖ στή συνέχεια νά μᾶς χώρισαν ἀπὸ τὸν Κύριο. Σὲ ὥρα κρίσιμη καὶ ἀποφασιστική, ἴσως, ὅπως οἱ Ἀπόστολοι, νά ἐγκαταλείψαμε τὸν Διδάσκαλο. Καὶ σ’ ἐμᾶς λοιπὸν ὁ Ἀναστὰς ὁρίζει συνάντηση στή Γαλιλαία. Μᾶς ζητᾶ νά ξαναζωντανέψουμε μέσα μας τὴν ἀνάμνηση τοῦ ζήλου καὶ τῆς πρώτης συνάντησης. Ἂς μὴν ποῦμε «εἶναι πολὺ δύσκολο», γιατὶ Ἐκεῖνος θὰ μᾶς ἑτοιμάσει τὸν δρόμο: «Προάγει ὑμᾶς εἰς την Γαλιλαίαν…». Ἀόρατος ἀλλὰ παρών, προπορεύεται πρὸς ἐκείνη τή Γαλιλαία τῆς ψυχῆς· ἂν Τὸν ἀκολουθήσουμε, κάθε βῆμα θὰ γίνεται εὐκολότερο, καὶ θὰ ἔρθει μιά στιγμή πού, ἂν ὄχι μέ τὰ σωματικὰ μας μάτια, σίγουρα ὅμως μέ τὰ μάτια τῆς πίστης καὶ τῆς ἀγάπης θὰ μᾶς δοθεῖ ἡ ἀκλόνητη βεβαιότητα τῆς παρουσίας Του· «ἐκεῖ Αὐτὸν ὄψεσθε».
Arch. Lev Gillet



