Ἅγιος Παΐσιος ὁ Ἁγιορείτης
Ἡ ταπείνωση ἔχει μεγάλη εὐρωστία καὶ διαλύει τὸν διάβολο. Ὅπου ὑπάρχει ταπείνωση, δέν ἔχει περιοχὴ ὁ σατανᾶς. Καὶ ὅπου δέν ὑπάρχει ἑωσφόρος, ἑπόμενο εἶναι νά μὴν ὑπάρχουν πειρασμοί.
Ἕνας ἀσκητὴς ζόρισε ἕνα ταγκαλάκι νά πεῖ τὸ «Ἅγιος ὁ Θεός…» Εἶπε τὸ ταγκαλάκι «Ἅγιος ὁ Θεός, ζάθεος κρατερός, ἱερὸς ἀθάνατος», «ἐλέησον ἡμᾶς» δέν ἔλεγε. Πές: «ἐλέησον ἡμᾶς»! Τίποτε! Ἂν τὸ ἔλεγε, θὰ γινόταν Ἄγγελος. Ὅλα τὰ λέει τὸ ταγκαλάκι, τὸ «ἐλέησόν με» δέν τὸ λέει, γιατὶ χρειάζεται ταπείνωση. Τὸ «ἐλέησόν με» ἔχη ταπείνωση, καὶ δέχεται ἡ ψυχὴ τὸ μεγάλο ἔλεος τοῦ Θεοῦ πού ζητάει.
Ὅ,τι καὶ νά κάνουμε, ταπείνωση-ἀγάπη-ἀρχοντιὰ χρειάζεται. Τὰ πράγματα εἶναι ἁπλά. Ἐμεῖς τὰ κάνουμε δύσκολα.
Ὅσο μποροῦμε, νά κάνουμε ὅ,τι εἶναι δύσκολο στόν διάβολο καὶ εὔκολο στόν ἄνθρωπο.
Ἡ προσήλωση καὶ ἡ ταπείνωση εἶναι δύσκολες στόν διάβολο καὶ εὔκολες στόν ἄνθρωπο. Καὶ ἕνας φιλάσθενος πού δέν μπορεῖ νά κάνει ἄσκηση, μπορεῖ νά νικήσει τὸν διάβολο μὲ τὴν ταπείνωση. Σὲ ἕνα λεπτὸ μέσα μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νά γίνει Ἄγγελος ἢ ταγκαλάκι. Πῶς; Μὲ τὴν ταπείνωση ἢ τόν ἐγωισμό. Τί, μήπως χρειάσθηκαν ὦρες γιά νά γίνει ὁ Ἑωσφόρος ἀπὸ Ἄγγελος διάβολος; Μέσα σὲ δευτερόλεπτα ἔγινε. Ὁ εὐκολότερος τρόπος γιά νά σωθοῦμε, εἶναι ἡ προσήλωση καὶ ἡ ταπείνωση. Γι’ αὐτὸ ἀπὸ τὴν προσήλωση καὶ τὴν ταπείνωση νά ἀρχίσουμε καὶ ἔπειτα νά προχωρήσουμε στά ἄλλα.
Νά εὔχεσθε νά δίνουμε συνέχεια εὐχαρίστηση στόν Χριστὸ καὶ πόθο στό ταγκαλάκι, μιά πού τοῦ ἀρέσει ἡ κόλαση καὶ δέν θέλει νά μετανοήσει.
Ἡ στέρηση πολὺ βοηθάει.
ꟷΓέροντα, γιατὶ σήμερα ὁ κόσμος ταλαιπωρεῖται τόσο πολύ;
ꟷΓιατὶ ἀποφεύγει τὸν κόπο. Αὐτή ἡ ἄνεση εἶναι πού τὸν ἀρρωσταίνει καὶ τὸν ταλαιπωρεῖ. Οἱ εὐκολίες στήν ἐποχὴ μας ἔχουν ἀποβλακώσει τὸν κόσμο. Αὐτὴ ἡ μαλθακότητα σήμερα ἔχει φέρει καί τίς πολλὲς ἀρρώστιες.
Παλιά τί τραβοῦσαν γιά νά ἁλωνίσουν! Τί κόπος, ἀλλὰ καί τί γλυκὸ ἦταν τὸ ψωμί! Ποὺ νά ἔβλεπες ψωμὶ πεταμένο! Ἂν ἔβρισκες κανένα κομματάκι, τὸ μάζευες καὶ τὸ ἀσπαζόσουν. Ὅσοι πέρασαν Κατοχὴ βλέπουν ἕνα κόμματι ψωμὶ καὶ τὸ βάζουν στήν ἄκρη, ἐνῶ οἱ ἄλλοι τὸ πετοῦν, δέν καταλαβαίνουν τὴν ἀξία του. Πετᾶνε κομμάτια ψωμὶ στά σκουπίδια, δέν τὸ ἐκτιμοῦν.
Οὔτε ἕνα “Δόξα σοι ὁ Θεός” δέν λένε οἱ περισσότεροι γιά τὶς εὐλογίες πού δίνει ὁ Θεός. Σήμερα ὅλα γίνονται μέ ἄνεση.
Ὅταν στεροῦνται κάτι οἱ ἄνθρωποι, τότε μποροῦν νά ἀναγνωρίσουν τὴν ἀξία του. Ὅσοι στεροῦνται μέ ἐπίγνωση, μὲ διάκριση, μὲ ταπείνωση, γιά τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, αἰσθάνονται τὴν πνευματικὴ χαρά. Ἂν π.χ. κάποιος πεῖ, “δέν θὰ πιῶ νερὸ σήμερα, γιατὶ ὁ τάδε εἶναι ἄρρωστος, Θεέ μου, δέν μπορῶ νά κάνω τίποτε περισσότερο” καὶ τὸ κάνει, ὁ Θεὸς θὰ τὸν ποτίσει ὄχι μέ νερὸ ἀλλά μέ λεμονάδα πνευματική, μὲ θεϊκὴ παρηγοριά.
Οἱ ταλαιπωρημένοι, μία παραμικρὴ βοήθεια νά τοὺς προσφέρει κανείς, ἔχουν πολλὴ εὐγνωμοσύνη. Ἕνα ἀρχοντόπουλο καλομαθημένο, ὅλα τὰ χατίρια νά τοῦ κάνουν οἱ γονεῖς του, τίποτε δέν τὸ εὐχαριστεῖ. Μπορεῖ νά τὰ ἔχει ὅλα καὶ βασανισμένο νά εἶναι. Τὰ κάνει ὅλα γυαλιὰ καρφιά. Ἐνῶ μερικὰ παιδάκια, τὰ καημένα, γιά τὴν παραμικρὴ βοήθεια αἰσθάνονται μεγάλη εὐγνωμοσύνη.Ἄν ἕνας φίλος βρεθεῖ νά τοὺς βάλει τὰ ναῦλα γιά τὸ Ἅγιον Ὄρος, πόσο εὐγνωμονοῦν καὶ αὐτὸν καὶ τὸν Χριστό!
Ἄκους πολλὰ πλουσιόπαιδα νά λένε:
“Τά ‘χουμε ὅλα, γιατὶ νά τὰ ‘χουμε ὅλα;
Γκρινιάζουν, γιατὶ καλοπερνοῦν, ἀντὶ νά εὐγνωμονοῦν τὸν Θεὸ καὶ νά βοηθοῦν καὶ κανέναν φτωχό! Αὐτὴ εἶναι ἡ μεγαλύτερη ἀχαριστία! Νιώθουν κενό, γιατὶ δέν τοὺς λείπει τίποτε ἀπὸ τὰ ὑλικά.
Τὰ βάζουν καί μέ τοὺς γονεῖς, γιατὶ τοὺς τὰ ἔχουν ὅλα ἕτοιμα, καὶ φεύγουν ἀπὸ τὸ σπίτι καὶ γυρίζουν μέ ἕνα γυλιὸ στήν πλάτη. Καὶ οἱ γονεῖς νά τούς δίνουν χρήματα, νά τοὺς πάρουν τηλέφωνο, γιά νά μὴν ἀνησυχοῦν, καὶ ἐκεῖνα νά ἀδιαφοροῦν. Καὶ τελικὰ καταλήγουν οἱ γονεῖς νά τὰ ψάχνουν.
Σήμερα οἱ πιὸ πολλοὶ δέν στεροῦνται, γι’ αὐτὸ δέν ἔχουν φιλότιμο. Ἂν δέν κοπιάζει κανείς, δέν μπορεῖ νά ἐκτιμήσει καὶ τὸν κόπο τῶν ἄλλων. Τί νόημα ἔχει νά ζητᾶς ἐπάγγελμα ἄνετο, νά βγάζεις χρήματα καὶ μετὰ νά ζητᾶς ταλαιπωρία;
“Η μύγα καὶ ἡ μέλισσα”
Γνώρισα ἐκ πείρας ὅτι σ’ αὐτὴ τή ζωή οἱ ἄνθρωποι εἶναι χωρισμένοι σὲ δύο κατηγορίες. Τρίτη δέν ὑπάρχει ἤ στή μία θὰ εἶναι ἡ στήν ἄλλη.
Ἡ μία, λοιπόν, κατηγορία τῶν ἀνθρώπων μοιάζει μέ τή μύγα. Ἡ μύγα ἔχει τὴν ἑξῆς ἰδιότητα: νά πηγαίνει πάντα καὶ νά κάθεται σὲ ὅ,τι βρώμικο ὑπάρχει.
Γιά παράδειγμα, ἂν ἕνα περιβόλι εἶναι γεμάτο λουλούδια, ποὺ εὐωδιάζουν, καὶ σὲ μία ἄκρη τοῦ περιβολιοῦ κάποιο ζῶο ἔχει κάνει μία ἀκαθαρσία, τότε μιά μύγα, πετώντας μέσα σ’ αὐτὸ τὸ πανέμορφο περιβόλι, θὰ πετάξει πάνω ἀπὸ ὅλα τὰ ἄνθη καὶ σὲ κανένα δέν θὰ καθίσει. Μόνο ὅταν δεῖ τὴν ἀκαθαρσία, τότε ἀμέσως θὰ κατέβει καὶ θὰ καθίσει πάνω σ’ αὐτὴν καὶ θὰ ἀρχίσει νά τὴν ἀνασκαλεύει, ἀναπαυομένη στή δυσωδία πού προκαλεῖται ἀπὸ τὸ ἀνακάτεμα αὐτὸ καὶ δὲν θὰ ξεκολλᾶ ἀπὸ ἐκεῖ.
Ἂν τώρα ἔπιανες μιά μύγα, καὶ αὐτὴ μποροῦσε νά μιλήσει καὶ τήν ῥωτοῦσες νά σοῦ πεῖ μήπως ξέρει ἂν πουθενὰ ὑπάρχουν τριαντάφυλλα, τότε ἐκείνη θὰ ἀπαντοῦσε πώς δὲν γνωρίζει κάν τὶ εἶναι αὐτά. Ἐγώ, θὰ σοῦ πεῖ, ξέρω πώς ὑπάρχουν σκουπίδια, τουαλέτες, ἀκαθαρσίες ζώων, μαγειρεῖα, βρωμιές. Ἡ μία λοιπὸν μερίδα τῶν ἀνθρώπων μοιάζει μέ τή μύγα. Εἶναι ἡ κατηγορία τῶν ἀνθρώπων πού ἔχει μάθει πάντα νά σκέφτεται καὶ νά ψάχνει νά βρεῖ ὅ,τι κακὸ ὑπάρχει, ἀγνοώντας καὶ μὴ θέλοντας ποτέ νά σταθεῖ στό καλό.
Ἡ ἄλλη κατηγορία τῶν ἀνθρώπων μοιάζει μέ τή μέλισσα. Ἡ ἰδιότητα τῆς μέλισσας εἶναι νά βρίσκει καὶ νά κάθεται σὲ ὅ,τι καλὸ καὶ γλυκὸ ὑπάρχει. Ἂς ποῦμε, γιά παράδειγμα, πὼς σὲ μία αἴθουσα, ποὺ εἶναι γεμάτη ἀκαθαρσίες ἔχει κάποιος τοποθετήσει σὲ μία γωνία ἕνα λουκούμι. Ἂν φέρουμε ἐκεῖ μία μέλισσα, ἐκείνη θὰ πετάξει καὶ δέν θὰ καθήσει πουθενὰ ἕως ὅτου βρεῖ τὸ λουκούμι καὶ μόνον ἐκεῖ θὰ σταθεῖ. Ἂν πιάσεις τώρα τή μέλισσα καὶ τή ῥωτήσεις πού ὑπάρχουν σκουπίδια, αὐτή θὰ σοῦ πεῖ ὅτι δὲν γνωρίζει, θὰ σοῦ πεῖ ἐκεῖ ὑπάρχουν γαρδένιες, ἐκεῖ τριανταφυλλιές, ἐκεῖ θυμάρι, ἐκεῖ μέλι, ἐκεῖ ζάχαρη, ἐκεῖ λουκούμια καὶ γενικὰ θὰ εἶναι γνώστης ὅλων τῶν καλῶν καὶ θὰ ἔχει παντελῆ ἄγνοια ὅλων τῶν κακῶν.
Αὐτὴ εἶναι ἡ δεύτερη ὁμάδα, τῶν ἀνθρώπων ἐκείνων πού ἔχουν καλοὺς λογισμοὺς καὶ σκέπτονται καὶ βλέπουν τὰ καλά.
Ἅγιος Παΐσιος



