Η Κατάθεση της Τιμίας Εσθητος της Θεοτόκου
Σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας, τελεῖ τὴν ἀνάμνησιν τῆς καταθέσεως τῆς τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Ὑπεραγίας ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας στὶς Βλαχέρνες. Πρόκειται γιὰ μία ἑορτὴ ἑνὸς γεγονότος ποὺ ἀναφέρεται στὴν Παναγία μας καὶ ἀφορᾷ ἕνα ἔνδυμά της ποὺ εἶναι τὸ «ἐπανωφόριόν» της. Σύμφωνα μὲ τὸν Συναξαριστὴ τῆς ἡμέρας, δύο Πατρίκιοι, ὁ Γάλβιος καὶ ὁ Κάνδιδος, ἐπὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ Βασιλέως Λέοντος τοῦ Μεγάλου, στὴν πορεία τους πρὸς τὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ προσκυνήσουν τοὺς Ἁγίους Τόπους, ὅταν ἔφθασαν στὴν Γαλατία, βρῆκαν μία εὐσεβεστάτη Ἑβραία, ποὺ εἶχε μέσα στὴν οἰκία της τὴν ἁγίαν Ἐσθῆτα, τὸ ἐπανωφόριον τῆς Παναγίας. Ἡ γυνὴ αὕτη προσηύχετο μέρα καὶ νύκτα, μιμουμένη τὴν προφήτιδα Ἄννα, ποὺ εὑρίσκετο στὸν Ναὸ καὶ ἠξιώθη νὰ ἴδῃ τὸν Χριστόν, ὅταν Τὸν ἔφερε ἐκεῖ ἡ Παναγία τεσσαράκοντα ἡμερῶν. Οἱ δύο Πατρίκιοι, μετὰ ἀπὸ ἕνα τέχνασμα, κατώρθωσαν νὰ λάβουν τὸν πολύτιμο αὐτὸ θησαυρὸν καὶ νὰ τὸν φέρουν στὴν Κωνσταντινούπολιν. Τὸν ἐτοποθέτησαν στὸ κτῆμά τους, ποὺ ὠνομαζόταν Βλαχέρναι, καὶ ἐκεῖ ἔκτισαν Ναὸν τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καὶ Μάρκου. Ἀργότερα ὁ Βασιλεὺς Λέων ὁ Μέγας, ὅταν ἐπληροφορήθη αὐτὸ τὸ γεγονός, ἔκτισε Ναὸν τῆς Κυρίας Θεοτόκου, στὸν ὁποῖον ἐτοποθέτησε τὴν θήκην ὅπου ἦτο ἀποθησαυρισμένη ἡ Τιμία Ἐσθήτα, τὴν ὁποίαν προσεκύνουν οἱ Χριστιανοὶ καὶ ἔβλεπαν διάφορα θαύματα.
Ὁ ἱερὸς ὑμνογράφος ὀνομάζει τὴν ἁγίαν Ἐσθῆτα «ἱερὰν περιβολήν, φυλακτήριον ἄσυλον (τῆς Κωνσταντινουπόλεως), δῶρον τίμιον, ἀναφαίρετον πλοῦτον ἰαμάτων, ποταμὸν πεπληρωμένον τῶν χαρισμάτων τοῦ Πνεύματος». Μὲ τὴν εὐκαιρία τοῦ γεγονότος τῆς καταθέσεως τῆς τιμίας Ἐσθῆτος τῆς Παναγίας, ἡ Ἐκκλησία μας ὑπενθυμίζει τὸ μέγα πρόσωπον τῆς Παναγίας, ποὺ ἔγινε ἡ χαρὰ τῆς οἰκουμένης, διότι ἦτο ἐκεῖνο τὸ πρόσωπον δι᾿ οὗ εἰσῆλθε στὸν κόσμον ὁ Χριστὸς ποὺ ἠλευθέρωσε τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀπὸ τὴν ἁμαρτίαν, τὸν διάβολο καὶ τὸν θάνατο. Ὅλα τὰ τροπάρια τῆς Ἐκκλησίας, ξεκινῶντας ἀπὸ τὴν τιμία Ἐσθῆτα, ὑμνοῦν τὸ πρόσωπον τῆς Παναγίας.
Τὸ ἀπολυτίκιον τῆς ἑορτῆς ἀναφέρεται στὴν Παναγία καὶ μεταξὺ τῶν ἄλλων γράφει· «Ἐπὶ σοὶ γὰρ καὶ φύσις καινοτομεῖται καὶ χρόνος», δηλαδή στὴν Παναγία γίνεται καινούργια καὶ ἡ φύσις καὶ ὁ χρόνος. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ φύσις καὶ ὁ χρόνος, ποὺ πολλὲς φορὲς βασανίζουν τὸν ἄνθρωπο, ἀποκτοῦν ἄλλο νόημα, ὑπερβαίνονται ἐν Χάριτι Θεοῦ. Στὴν Παναγία, μὲ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, διετηρήθη ἡ παρθενία της, ἔγινε Μητέρα χωρὶς νὰ χάσῃ τὴν παρθενία της, καὶ παραμένει ζῶσα εἰς τοὺς αἰῶνας, ἀφοῦ κατὰ τὴν παράδοσιν καὶ αὐτὸ τὸ σῶμά της μετέστη πρὸς τὸν οὐρανόν. Ἀλλὰ στὴν σημερινὴν ἑορτὴν βλέπομεν ὅτι ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἡγίασε τὸ σῶμα τῆς Παναγίας, πέρασε καὶ στὰ ροῦχα ποὺ ἐφοροῦσε.
Πράγματι, κατὰ τὴν ὀρθόδοξο διδασκαλία, ἡ θεία Χάρις διὰ τῆς ψυχῆς διαπορθμεύεται εἰς τὸ σῶμα καὶ ἀπὸ ἐκεῖ προχέεται καὶ στὰ ροῦχα καὶ γενικὰ εἰς τὴν ἄλογον φύσιν. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον δὲν εἴμεθα εἰδωλολάτραι καὶ κτισματολάτραι, ἀλλὰ τιμῶμεν τὴν ὕλην, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἁγιοποιὸν ἐνέργειαν τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι οἱ πιστοί, κατὰ τὸν ἱερὸν ὑμνογράφον, κατασπάζονται μὲ πίστη τὴν ἁγία Ἐσθῆτα τῆς Παναγίας καὶ λαμβάνουν τὴν Χάριν τοῦ Θεοῦ ποὺ ἐνοικεῖ εἰς αὐτήν.
Μὲ τὴν εὐκαιρίαν τῆς σημερινῆς ἑορτῆς θὰ πρέπει νὰ προσευχηθοῦμε νὰ μᾶς βάλῃ ἡ Παναγία μας κάτω ἀπὸ τὴν ἁγίαν της Ἐσθῆτα, τὸ ἡγιασμένον ἐπανωφόριόν Της, καὶ νὰ μᾶς προστατεύει ἀπὸ κάθε κακό.



