Ιούνιος 2022
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Ἡσυχαστικὴ Θεολογία

Ὅπως γράφει ἕνας ἀπὸ τοὺς ἡσυχαστὲς θεολόγους, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ ἀποτελεῖ τὸ κυριότερο ὅπλο τοῦ πιστοῦ στὸν ἀγώνα τοῦ ἐναντίον τοῦ πονηροῦ: «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους· οὐ γὰρ ἔστιν ἐν τῷ οὐρανῶ καὶ ἐπὶ γὴς ἰσχυρότερον ὅπλον» (Κλίμαξ 21, ΡG 88,9450). Μὲ τὴν προσευχὴ αὐτὴ ἀντιμετωπίζει ὁ πιστός τους πειρασμοὺς καὶ καταπολεμεῖ τὰ πάθη. Καὶ ὅταν ἡ προσευχὴ ριζώσει στὴν καρδιά, ξεριζώνονται τὰ πάθη καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰρηνεύει μὲ τὸ Θεὸ καὶ ἐλευθερώνεται.

Ὁ ἡσυχασμὸς πολεμήθηκε ἔντονα τὸν δέκατο τέταρτο αἰώνα ἀπὸ τὸν ἑλληνικῆς καταγωγῆς μοναχὸ Βαρλαάμ, ποὺ ἦρθε ἀπὸ τὴν Καλαβρία τῆς Ἰταλίας στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴ Θεσσαλονίκη. Τὴν πολεμική του Βαρλαὰμ καὶ τῶν ὁμοφρόνων του ἀνέτρεψε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος καὶ πρόβαλε τὴ θεολογικὴ θεμελίωση τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς. Ἔτσι ὁ ἡσυχασμὸς καὶ ἡ ἡσυχαστικὴ θεολογία συνδέθηκαν στενότερα μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ μὲ τὴν ἐποχή του.

Στοὺς κορυφαίους ἐκπροσώπους τῆς ἡσυχαστικῆς θεολογίας ποὺ ἀναπτύχθηκε ὡς τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκαταλέγονται ὁ ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, ὁ μοναχὸς Εὐάγριος, ὁ ὅσιος Μάρκος ὁ ἀσκητής, ὁ Διάδοχος ἐπίσκοπος Φωτικής, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης κ.α.

Σκοπὸς τοῦ ἡσυχασμοῦ εἶναι νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο σὲ προσωπικὴ σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸ Θεό. Γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ, ὅμως, αὐτὸ χρειάζεται νὰ ἐπιστρέψει ὁ ἄνθρωπος στὸν ἑαυτό του. Χρειάζεται νὰ ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀλλοτριωτικὴ ἐξωστρέφεια καὶ τὴν προσκόλλησή του στὸν κόσμο καὶ νὰ ἀναζητήσει τὴν ἐσωτερική του ἑνότητα καὶ καθαρότητα. Μόνο ἔτσι μπορεῖ νὰ ἀποκατασταθεῖ ὡς δημιούργημα «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ καὶ νὰ καθρεφτίσει μεσάτου τὸν ὄντως Ὄντα Θεό.

Σὲ τελικὴ ἀνάλυση δηλαδὴ ὁ ἡσυχασμὸς δὲν ἐπιδιώκει τίποτε ἄλλο, παρὰ νὰ ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο στὴ φυσική του κατάσταση. Νὰ τὸν ἀποκαταστήσει δηλαδὴ στὴν κατάσταση ἐκείνη, ὅπου εἶναι δυνατὴ καὶ ἡ τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἐντολὲς αὐτές, ποὺ συνοψίζονται ἀπὸ τὸ Χριστὸ στὴ διπλὴ ἐντολὴ τῆς ἀγάπης («ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης της καρδίας σου καὶ ἐξ ὅλης της ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης της ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης της διανοίας σου, καὶ τὸν πλησίον σου ὡς σεαυτὸν» Λούκ. 10,27), ζητοῦν ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο νὰ στρέψει πρὸς τὸ Θεὸ καὶ τὸν πλησίον του ὁλόκληρη τὴν ὕπαρξή του. Πῶς ὅμως, μπορεῖ νὰ τὸ κάνει αὐτό, ἂν δὲν ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπὸ τὴν προσκόλλησή του στὸν κόσμο καὶ δὲν ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴ διάσπαση στὴν ὁποία βρίσκεται; Πῶς μπορεῖ νὰ δώσει ὁλόκληρη τὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ καὶ τὴν ψυχή του, καὶ ὁλόκληρη γενικὰ τὴν ὕπαρξή του στὸ Θεό, καὶ πῶς μπορεῖ νὰ ἀγαπήσει τὸν πλησίον του ὅπως τὸν ἑαυτό του, ὅταν ὁ ἴδιος εἶναι μοιρασμένος καὶ αἰχμαλωτισμένος σὲ πάθη καὶ ἐπιθυμίες;

Χαρακτήρας

Ἡ ἡσυχαστικὴ θεολογία, ὡς ὀρθόδοξη θεολογία, ἔχει ἐμπειρικὸ χαρακτήρα. Ἑνώνει τὴ γνώση μὲ τὴ ζωή. Ἔτσι, στηρίζει καὶ ἐμπνέει τὴ ζωή. Ἡ θεολογία αὐτὴ ἀποτέλεσε τὸ στήριγμα καὶ τὴν ἀνακαινιστικὴ πνοὴ τῆς Ὀρθοδοξίας κατὰ τὴν περίοδο ποὺ ἀκολούθησε καὶ ὡς σήμερα, ὄχι μόνο στὸν ἑλληνικὸ ἀλλὰ καὶ στὸν σλαβικὸ κόσμο. Σ’ αὐτὴ στηρίχθηκε τὸ ὀρθόδοξο γένος κατὰ τὴ μακραίωνη περίοδο τῆς δουλείας καὶ αὐτὴ ἐνέπνευσε τὸ πλῆθος τῶν Νεομαρτύρων. Ἡ περίφημη «Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν», ποὺ δημο¬σιεύθηκε τὸ 1782 ἀπὸ τὸν ἅγιο Νικόδημο τὸν Ἁγιορείτη καὶ περιέχει συλλογὴ βασικῶν κειμένων ἡσυχαστικοῦ περιεχομένου, εἶχε τεράστια ἀπήχηση. Μεταφράστηκε σύντομα στὴ σλαβωνικὴ γλώσσα καὶ ἀποτέλεσε τὴν πυξίδα τῆς πνευματικῆς ζωῆς μοναχῶν καὶ λαϊκῶν σὲ ὁλόκληρη τὴν Ὀρθοδοξία.

Παράδοση

Ἡ ἡσυχία, ποὺ καλλιέργησε ἰδιαίτερα ὁ ὀρθόδοξος μοναχισμός, δὲν περιοριζόταν στὶς ἔρημους, ἀλλὰ εἰσχωροῦσε καὶ στὴν καθημερινὴ ζωὴ τῶν πιοτῶν μέσα στὸν κόσμο. Αὐτὸ βεβαιώνεται σὲ ὁλόκληρη τὴν παράδοση τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἰδιαίτερα ὅμως ἐπίκαιρη καὶ ἐπιτακτικὴ γίνεται ἡ ἡσυχαστικὴ παράδοση στὴν ταραγμένη ἐποχή μας. Αὐτὴ μπορεῖ νὰ βοηθήσει τὸν ἀνήσυχο καὶ κουρασμένο ἄνθρωπο νὰ βρεῖ τὴν ἠρεμία καὶ τὴν ψυχική του ὑγεία. Νὰ βρεῖ τὸ νόημα καὶ τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς του.

Ἂν ὁ ἄνθρωπος δὲν ἐπιστρέψει στὸν ἑαυτό του, δὲν μπορεῖ νὰ βρεῖ οὔτε τὸ Θεὸ οὔτε τὴν ἀληθινὴ ταυτότητά του, Σὲ ὅποιον γνωρίζει τὸν ἑαυτό του, σημειώνει ἕνας ἀσκητικὸς συγγραφέας, «ἡ γνῶσις τῶν πάντων δίδοται» (Ἰσαὰκ Σύρου, Λόγος 16, ἔκδ. 1. Σπετσιέρη, Ἀθῆναι 1985, σ. 58). Ἐπιστρέφοντας ὁ ἄνθρωπος στὸν ἑαυτό του καὶ ἀνακαλύπτοντας τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ ὑπάρχει μέσα του, ὁδηγεῖται στὸ ἀρχέτυπό της ὑπάρξεώς του, στὸ Δημιουργό του σύμπαντος κόσμου. Τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ ἀπομακρύνει τὴ σύγχυση καὶ τὴν ἀκαταστασία ἀπὸ τὴν ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου καὶ φανερώνει τὴν «κστ’ εἰκόνα Θεοῦ» ὑπόστασή του.

     

Pages: 1 2