Νοέμβριος 2022
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
27282930  

Μηνιαία Αρχεία: Νοέμβριος 2022

Ὁ Ἅδης τῆς πλεονεξίας

 

 
Γιά τήν ΠΛΕΟΝΕΞΙΑ
Ομιλία Βασιλείου του Μεγάλου, στο χωρίο του Ευαγγελίου “Καθελῶ μου τας αποθήκας και μείζονας οικοδομήσω” (Λουκ. 12, 18) 

1. Υπάρχουν δύο ειδών πειρασμοί. Δηλαδή, ή οι θλίψεις βασανίζουν τις καρδιές όπως το χρυσάφι στο καμίνι, και δοκιμάζουν την υπο­μονή και την ανθεκτικότητά τους ή, πολλές φο­ρές, οι ευλογίες και τα πλούτη της ζωής αυτής γίνονται δοκιμαστήριο και πειρασμός για τους περισσότερους. Πράγματι, είναι εξίσου δυσκατόρθωτο να μη χάσει τη δύναμή της η ψυχή στις μεγάλες δυσκολίες της ζωής, αλλά και να μην υπερηφανευθεί στις ευτυχείς καταστάσεις. Παράδειγμα για το πρώτο είδος των πει­ρασμών είναι ο μέγας Ιώβ. Αυτός ο ακατα­μάχητος αθλητής, σήκωσε με ακατάβλητο ψυ­χικό σθένος και ακλόνητη γενναιότητα καρ­διάς όλη τη χειμαρρώδη διαβολική επιθετικότητα και βία εναντίον του, και αναδείχθηκε τό­σο ανώτερος από τους πειρασμούς, όσο ήταν μεγάλα και ανυπέρβλητα τα παλαίσματα που του παρουσίασε ο εχθρός. Παραδείγματα τώρα για τους πειρασμούς, που προέρχονται από την ευημερία, υπάρχουν πολλά. Ένα απ’ αυτά είναι και ο άφρονας πλούσιος της παραβολής του Ευαγγελίου που μόλις τώρα αναγνώσαμε. Ο πλούσιος αυτός, ενώ είχε πολλά πλού­τη στα χέρια του, επιθυμούσε να αποκτήσει περισσότερα. Και ο φιλάνθρωπος Θεός δεν τον καταδίκασε από την αρχή για την αγνώ­μονα συμπεριφορά του, αλλά πάντοτε στον υπάρχοντα πλούτο του πρόσθετε και άλλον, μήπως τυχόν κάποτε επερχόταν κόρος στην ψυχή του και οδηγείτο στην ημερότητα και στην ανθρωπιά. Ας δούμε όμως τι μας λέει το χωρίο αυτό: «Ενός ανθρώπου πλούσιου τα χωράφια είχαν μεγάλη σοδειά. Και αυτός έπεσε τότε σε αγχώ­δη συλλογή και έλεγε: Τί να κάνω; Πού να συ­γκεντρώσω και να αποθηκεύσω τα εισοδήματά μου;». Και, ύστερα από μεγάλο ταλανισμό και συλλογή, είπε: «Αυτό θα κάνω: Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα κτίσω μεγαλύτερες και εκεί θα συγκεντρώσω όλα τα γεννήματα και τα αγαθά μου». Γιατί όμως να έχουν τόση μεγάλη σοδειά τα χωράφια ενός ανθρώπου που δεν επρόκει­το να κάνει κανένα καλό από τα αγαθά που θα μάζευε; Αυτό έγινε, για να φανεί καθαρότερα η μακροθυμία του Θεού και να γίνει ξεκάθαρο μέ­χρι ποιο σημείο εκτείνεται η αγαθότητά Του. Διότι ο Κύριος «βρέχει και για τους δίκαιους και για τους άδικους και ανατέλλει τον ζωογόνο ήλιο Του και για τους πονηρούς και για τους αγαθούς». Η αγαθότητα όμως αυτή του Θεού επισω­ρεύει μεγαλύτερη κόλαση για τους πονηρούς. Τί έκανε ο Θεός στην περίπτωση του άφρονα πλούσιου; Εριξε τις βροχές στη γη που καλ­λιέργησαν τα χέρια του πλεονέκτη. Εδωσε τον ήλιο, για να βλαστήσουν οι σπόροι και να πολλαπλασιαστούν οι καρποί με την ευφο­ρία. Όλα λοιπόν όσα προέρχονται από τον Θεό είναι πάρα πολύ καλά. Διότι ο Θεός προσφέ­ρει κατάλληλη γη, εύκρατες καταστάσεις αέ­ρων, άφθονα σπέρματα, τη συνεργία των βο­διών για το όργωμα των χωραφιών και όλα τα άλλα, τα οποία συντελούν στο να ακμάζει η γε­ωργία. Τί στάση κράτησε όμως ο πλούσιος αυτός άνθρωπος απέναντι σ’ όλα αυτά; Μεμψιμοι­ρία, μισανθρωπία, ανελεημοσύνη, άρνηση κά­θε προσφοράς προς τον συνάνθρωπο. Αυτά αντιπαρέθεσε προς εκείνα που του παραχώ­ρησε ο Ευεργέτης του. Δεν σκέφτηκε ότι θά ‘τανε καλό να διαμοιράσει το πλεόνασμα στους φτωχούς αδελφούς του. Δεν λογάριασε καθό­λου την εντολή που λέει: «Μην αρνηθείς να βοηθήσεις τον φτωχό»· και «το έλεος και η καλή διάθεση προς τους ενδεείς, ας μη σε εγκαταλείπουν». Επίσης λησμόνησε την προ­τροπή που λέει: «Να μοιράζεις το ψωμί σου μ’ αυτόν που πεινάει». Ετσι, αν και όλοι οι Προφήτες και οι διδά­σκαλοι το διαλαλούν, όμως δεν εισακούονταν από τον Πλούσιο. Αλλά, ενώ οι αποθήκες έσπα­ζαν από τα αποθηκευμένα αγαθά, η άπληστη καρδιά του δεν χόρταινε. Διότι, με το να προ­σθέτει πάντοτε τα νέα εισοδήματα στα παλαιά και με το να αυξάνει με τις ετήσιες συγκομι­δές τον πλούτο του, έφθασε στο αδιέξοδο και έπεσε σε άγχος και αμηχανία. Η πλεονεξία δη­λαδή δεν του επέτρεπε να θυσιάσει κάτι από τα παλαιά εισοδήματα και έτσι δεν είχε πια τη δυνατότητα να διευθετήσει τα νέα, λόγω του μεγάλου πληθωρισμού και της παραγωγής. Γι’ αυτό τα σχέδιά του ήταν ανεφάρμοστα και οι φροντίδες ανυπέρβλητες. «Τί να κάνω;». Ποιός δεν θα ελεούσε αυτόν τον ταλαίπωρο, που είχε πέσει σε τέτοια μέ­ριμνα και σκλαβιά; Δύστυχος και ταλαίπωρος μπροστά στη μεγάλη σοδειά. Ελεεινός μπρο­στά στα αγαθά του παρόντος κόσμου. Ακό­μη πιο ελεεινός όμως μπροστά στα προσδοκώ­μενα. Η γη δεν αποδίδει για τον πλούσιο εισο­δήματα. Αναβλαστάνει γι’ αυτόν στεναγμούς. Δεν του συγκεντρώνει ευφορία καρπών, αλλά μέριμνες, στενοχώριες και φοβερό άγχος. Θρη­νεί και οδύρεται παρόμοια μ’ αυτούς που είναι φτωχοί. Μήπως και αυτός που πιέζεται από τη φτώ­χεια δεν βγάζει απ’ την καρδιά του την ίδια κραυγή; «Τί να κάνω; Πού να βρω τροφές; Πού να βρω ενδύματα;». Τα ίδια λέει και ο πλούσιος. Οδύνη έχει στην καρδιά του. Τον κατατρώει η μέριμνα. Αυτό που ευφραίνει τους άλλους, αυτό λιώ­νει τον πλεονέκτη. Διότι δεν χαίρεται που το σπίτι του είναι γεμάτο απ’ όλα, αλλά κεντά την ψυχή του ο πλούτος που ξεχειλίζει και ξεχύνεται άφθονος. Η έννοια του είναι τι θα τα κάνει όλα αυτά τα αγαθά. Ο τρόμος του είναι μήπως, καθώς ξεχειλίζει ο πλούτος του, χυθεί προς τους έξω και γίνει αφορμή να ελε­ηθεί κάποιος φτωχός.

2. Στ’ αλήθεια, μου φαίνεται πως το πάθος του μοιάζει με το πάθος των γαστριμάργων, που προτιμούν να σκάσουν καλύτερα, παρά να δώσουν κάτι από όσα τους περισσεύουν στους φτωχούς. Άνθρωπε, έλα στον εαυτό σου και σκέψου Εκείνον που σου χορηγεί όλα αυτά τα αγα­θά. Σκέψου ποιος είσαι. Αναλογίσου σε πό­σα πράγματα σε κατέστησε οικονόμο ο Θεός. Από Ποιόν τα έλαβες. Γιατί προτίμησε εσένα μέσα σε τόσους ανθρώπους. Είσαι υπηρέτης αγαθού και φιλάνθρωπου Θεού. Είσαι οικο­νόμος των συνανθρώπων σου. Μη θεωρείς ότι όλα αυτά δόθηκαν για τη δική σου γαστέρα. Γι’ αυτά που κρατάς στα χέρια σου, να σκέ­πτεσαι σαν να είναι ξένα. Σε ευφραίνουν για λίγο χρόνο, έπειτα διαλύονται και χάνονται. Γι’ αυτά όλα όμως θα σου ζητηθεί λόγος με πολύ μεγάλη ακρίβεια. Παραταύτα, εσύ όλα αυτά τα έχεις αμπαρώσει με θύρες και κλει­δαριές. Τα ασφάλισες καλά και επαγρυπνείς και μεριμνάς και φροντίζεις και σκέπτεσαι, έχοντας ως ασύνετο σύμβουλο τον εαυτό σου· «τί θα κάνω;». Ήταν πολύ εύκολο να απαντήσει ο πλεονέκτης αυτός πλούσιος στον εαυτό του και να του πει: Θα χορτάσω τις ψυχές αυτών που πει­νούν. Θα ανοίξω τις αποθήκες και θα προσκα­λέσω όλους τους φτωχούς. Θα μιμηθώ τον Ιωσήφ στη φιλανθρωπία. Θα κάνω γενναιόδω­ρες προτάσεις στους αναγκεμένους: «Όσοι δεν έχετε ψωμί και πεινάτε, ελάτε σε μένα. Ο καθένας να πάρει από την άφθονη δωρεά που μου παραχώρησε ο Θεός· σαν από κοινή πη­γή, να πάρει όσο του χρειάζεται και του είναι αρκετό». Αλλά εσύ, πλεονέκτη πλούσιε, δεν είσαι τέ­τοιος. Που να τα βρεις εσύ αυτά τα λόγια; Εσύ φθονείς τους ανθρώπους, αν τους δεις κάτι να απολαμβάνουν. Εσύ σκέφτεσαι πονηρά στο βάθος της ψυχής σου και φροντίζεις, όχι πως θα δώσεις στους άλλους τα αναγκαία, αλλά πως θα τα αποθηκεύσεις και θα τα στερήσεις απ’ αυτούς. Βρίσκονταν μπροστά του αυτοί που θα έ­παιρναν την ψυχή του και αυτός συζητούσε με τον εαυτό του για τα υλικά αγαθά. Τη νύ­κτα αυτή θα παραλάμβαναν την ψυχή του και αυτός είχε την ψευδαίσθηση πως θα ζήσει πολ­λά χρόνια και θα απολαμβάνει. Του δόθηκε χρόνος να σκεφθεί το καθετί και να δεχθεί την απόφαση που άξιζε στην προαίρεσή του.

3. Αυτό να μην το κάνεις εσύ, αδελφέ. Γι’ αυτό το λόγο το αναφέρει η Αγία Γραφή, για να αποφύγουμε να μοιάσουμε στον άφρονα Πλούσιο. Να μιμηθείς τη γη, αγαπητέ μου. Να καρποφορήσεις όπως εκείνη. Να μη φανείς κατώτερος από την άψυχη γη. Η γη εκτρέφει τους καρπούς της, όχι για τη δική της απόλαυση, αλλά για τη δική σου εξυπηρέτηση. Εσύ όμως, αν κάνεις κάποιο καλό έργο, αν δείξεις αγάπη σ’ αυτόν που έχει ανάγκη, η Χάρη δεν θα δοθεί σε κάποιον άλλον, αλλά εσένα θα επισκιάσει. Διότι πρέπει να ξέ­ρεις ότι, για κάθε φιλόστοργη και ελεήμονα κίνησή μας προς τον πλησίον μας, λαμβάνου­με Χάρη, λόγω του ότι ανοιγόμαστε προς τον αδελφό και του δείχνουμε αγάπη. Δίνεις λ. χ. σ’ αυτόν που πεινά. Εσύ κερδίζεις μ’ αυτό που δίνεις, διότι παίρνεις πολλή Χάρη. Είναι όπως ο σπόρος του σιταριού που, όταν πέσει στη γη, πολλαπλασιάζεται και γίνεται πηγή πλου­τισμού για τον σπορέα. Ετσι και το ψωμί που δόθηκε στον φτωχό, φέρνει εκ των υστέρων πλούσια την ωφέλεια σ’ αυτόν που το πρόσφε­ρε, στον ελεήμονα. Ας είναι λοιπόν για σένα η συγκομιδή της γεωργικής σου εργασίας, αρχή της επουράνιας σποράς. Διότι και η Γραφή λέ­ει: «Σπείρετε για τον εαυτό σας δικαιοσύνη». Γιατί λοιπόν αδημονείς και άγχεσαι; Για­τί πιέζεις και τσακίζεις τον εαυτό σου, προσπα­θώντας να περικλείσεις τον πλούτο σου με πη­λό και πλίνθους; «Είναι προτιμότερο το κα­λό όνομα από τα μεγάλα πλούτη». Αν όμως θαυμάζεις και καμαρώνεις για τα χρήματα, επειδή λαμβάνεις τιμές απ’ αυτά, σκέ­ψου πόσο μεγαλύτερη δόξα σου επιφέρει το να ονομάζεσαι πατέρας μύριων παιδιών, πα­ρά να έχεις στο βαλάντιό σου μύριους στατήρες. Τα χρήματα βέβαια, και χωρίς να το θέλεις, θα τα αφήσεις εδώ, σ’ αυτή τη γη, την υπόληψη όμως για τα καλά σου έργα, θα την αποκομίσεις στον Δεσπότη, όταν ολόκληρος λαός θα σταθεί μπροστά στον κοινό Κριτή και θα σε ονομάσει τροφέα του, ευεργέτη και φιλάν­θρωπο. Δεν βλέπεις μέσα στα θέατρα, αυτούς που δωρίζουν τον πλούτο τους στους αθλητές, στους ηθοποιούς, στους πυγμάχους, στους θηριομάχους, — ανθρώπους που πολλές φορές πονά­ει κανείς και μόνο που τους βλέπει για το κατά­ντημά τους— πώς το κάνουν για μια στιγμιαία τιμή, επειδή τους ζητοκραυγάζει και τους χειροκροτεί ο λαός; Και συ που πρόκειται να απολαύσεις τόσο μεγάλη δόξα, είσαι τόσο μικροπρεπής και σφιχτός στο να προσφέρεις κάτι από τα αγαθά σου; Ο Θεός είναι αυτός που αποδέχεται τις προσφορές σου. Άγγελοι είναι αυτοί που θα σε επευφημούν. Όλοι οι άνθρωποι, από κτί­σεως κόσμου, θα σε μακαρίζουν. Δόξα αιώνια, στεφάνι δικαιοσύνης, ουράνια Βασιλεία θα είναι τα έπαθλα της καλής διαχειρίσεως των υλικών και φθαρτών τούτων πραγμάτων. Αλλά εσύ για κανένα απ’ αυτά δεν φροντίζεις. Σε έχει απορροφήσει η φροντίδα για τα παρόντα και περιφρονείς τα ουράνια αγαθά, τα οποία ελπίζουμε ότι θα λάβουμε. Ελα λοιπόν, άρχισε να διαθέτεις κάποια από τα πολλά σου αγαθά, όπου υπάρχει ανά­γκη. Γίνε φιλότιμος και ανοικτός προς όσους τα χρειάζονται. Ας πούνε και για σένα: «Σκόρ­πισε ελεύθερα, έδωσε στους αναγκεμένους, η αρετή του θα μείνει αξέχαστη στους αιώνες». Πρόσεχε, να μην είσαι πολυδάπανος και να μη βγάζεις συνεχώς καινούργιες ανάγκες. Να μην περιμένεις να πέσει έλλειψη σιταριού, για να ανοίξεις τις αποθήκες σου και να το που­λήσεις πανάκριβα. Διότι «αυτός που υπερτιμά το σιτάρι, είναι λαοκατάρατος». Μην περιμένεις να έλθει πείνα, για να κερδίσεις εσύ χρυσάφι. Ούτε να χαίρεσαι για τη φτώχεια που πέφτει στο λαό, επειδή γίνεται αφορμή, για να πλουτίσεις εσύ. Μη γίνεσαι έμπορος των ανθρώπινων συμφορών. Μην εκμεταλλευ­θείς τον καιρό που ο Θεός παιδαγωγεί τον κό­σμο με τη στέρηση των αγαθών, για να απο­κτήσεις χρηματική περιουσία. Μην ερεθίζεις τα τραύματα αυτών που χτυπήθηκαν από τις δυσκολίες της ζωής, με το μαστίγιο της συμ­φοράς. Αλλά εσύ αποβλέπεις στο χρήμα, δεν σε ενδιαφέρει ο αδελφός. Ξέρεις να διακρίνεις τα νομίσματα και το χαρακτηριστικό τους χά­ραγμα, που τα κάνουν να ξεχωρίζουν από τα κάλπικα, αλλά όμως δεν μπορείς να διακρίνεις καθόλου και να εντοπίσεις τον αδελφό σου που βρίσκεται μέσα στις συμφορές.

4. Και η στιλπνάδα του χρυσού σε υπερευχαριστεί, δεν σκέπτεσαι όμως ούτε λογαριά­ζεις πόσο μεγάλος είναι ο στεναγμός του φτω­χού που σε κατατρέχει. Πώς να σου δώσω να καταλάβεις τα βάσανα του φτωχού; Ο φτωχός που δεν έχει τίποτα, ψάχνει γύ­ρω, παρατηρεί τα πράγματα του σπιτιού του. Βλέπει ότι ούτε χρυσός υπάρχει στο σπίτι του, ούτε πρόκειται να υπάρξει ποτέ. Η οικοσκευή του και τα ρούχα του είναι τέτοια, που όλα-όλα αξίζουν λίγους οβολούς. Τί να κάνει; Πού να βρει κάτι για να ζήσει; Στρέφει το βλέμμα του στα παιδιά του. Σκέπτεται να τα οδηγή­σει στην αγορά, για να τα πουλήσει! Ισως έ­τσι να βρει κάποια παρηγοριά από τον βέβαιο θάνατο (*). Σκέψου εδώ, εσύ πλούσιε πλεονέκτη, τον αγώνα που έχει αυτός ο πατέρας, τον αγώνα που του επιβάλλει από τη μια η πείνα και από την άλλη η πατρική αγάπη και στοργή. Από τη μια η πείνα τον απειλεί και φέρνει στα μά­τια του τον πιο οικτρό θάνατο και από την άλλη η φυσική αγάπη του γονιού προς τα παι­διά του αντιστέκεται και του ζητά να πεθάνει μαζί με τα τέκνα του από την πείνα, παρά να τα πουλήσει στην αγορά για ένα κομμάτι ψω­μί. Αυτό τον αγώνα τον πέρασε ο πατέρας αυ­τός χίλιες δυο φορές, όρμησε να το κάνει πρά­ξη και οπισθοχώρησε άλλες τόσες. Τελικώς υπέκυψε από τη βία της ανάγκης και την αμείληκτη στέρηση ακόμη και του επιούσιου. Και τί σκεφτόταν ο πατέρας αυτός άραγε μέσα σ’ αυτή τη σκληρή στιγμή; Ποιό παιδί μου να πουλήσω πρώτα, έλεγε. Ποιό θα δει με ευχα­ρίστηση ο σιτοπώλης; Να δώσω το μεγαλύτε­ρο; Ντρέπομαι όμως για τα χρόνια του. Να δώ­σω το μικρότερο; Αλλά το πονάω για την τρυ­φερή ηλικία του, γιατί είναι ακόμη ανέμελο και δεν έχει συνειδητοποιήσει τις συμφορές. Ποιό να δώσω απ’ τα παιδιά μου; Τούτο μου μοιά­ζει καταπληκτικά. Εκείνο είναι πανέξυπνο και είναι ο πρώτος μαθητής. Αχ! Τι συμφορά! Τι αδιέξοδο! Τί να κάνω; Με ποιό παιδί μου να έλθω σε διαμάχη, σε ποιό να φερθώ τόσο σκλη­ρά; Πώς να λησμονήσω τη φύση μου; Αν όμως πάλι, λόγω της απέραντης φτώ­χειας μου, δω όλα μου τα παιδιά να πεθαί­νουν από την πείνα; Αλλά, κι αν πουλήσω το ένα, με τί μάτια θα αντικρύσω τα υπόλοιπα; Στα μάτια τους και στην ψυχή τους θα έχω γίνει ύποπτος και δεν θα μου έχουν πια εμπι­στοσύνη. Μα, κι αν τα πουλήσω όλα, πώς θα γυρίσω να μείνω στο σπίτι μου άτεκνος; Πώς θα καθίσω να φάω στο τραπέζι, το οποίο θα έχει όλα τα αγαθά, αλλά αυτά θα έχουν αντίκρυσμα τα παιδιά μου που τα πούλησα; Και αυτός ο πατέρας έρχεται σε σένα, με­τά απ’ όλη αυτή την ψυχική ταλαιπωρία, να πουλήσει, με πολλά δάκρυα, το πιο αγαπητό από τα παιδιά του. Κι εσύ, πλεονέκτη πλού­σιε , δεν λυγίζεις από τη συμφορά του ανθρώπου αυτού! Δεν σκέφτεσαι καθόλου πόσο αδύ­νατη είναι η ανθρώπινη φύση. Η πείνα συν­θλίβει τον ταλαίπωρο αυτόν άνθρωπο και συ αναβάλλεις και ειρωνεύεσαι και του μεγαλώ­νεις τη συμφορά. Αυτός δίνει το σπλάγχνο του ως τίμημα, για να αποκτήσει λίγη τροφή, και το δικό σου χέρι, όχι μόνο δεν μένει ξερό που δέχεται τέτοιου είδους κέρδη, αλλά αγωνίζε­σαι για το πλεόνασμα και φιλονικείς και πα­ζαρεύεις πως θα λάβεις περισσότερα, για να δώσεις λιγότερα, επιβαρύνοντας με κάθε τρό­πο αυτόν τον δύστυχο. Δεν σε μαλακώνουν ούτε τα πατρικά δάκρυα, ούτε οι αναστεναγ­μοί της καρδιάς, αλλά παραμένεις άκαμπτος και αλύγιστος. Το καθετί το βλέπεις ως χρυ­σό και παντού χρυσό φαντάζεσαι. Ο χρυσός σου έχει γίνει όνειρο όταν κοιμάσαι· και όταν είσαι ξύπνιος, αυτή είναι η έγνοια σου. Όπως δηλαδή, όσοι έχουν κυριευθεί από κάποιο πά­θος, δεν βλέπουν τα πράγματα, αλλά φαντάζονται αυτά που τους υπαγορεύει το πάθος, έτσι κι εσένα η ψυχή σου έχει καταληφθεί από τη φιλοχρηματία και παντού χρυσό και ασή­μι βλέπει. Στ’ αλήθεια, με περισσότερη ευχα­ρίστηση θα έβλεπες τον χρυσό παρά τον ήλιο. Εύχεσαι όλα να μεταβληθούν και να γίνουν χρυσός και όσο μπορείς το επινοείς, με κάθε τρόπο θεμιτό και αθέμιτο.

5. Τί δεν μηχανεύεσαι, στ’ αλήθεια, για να αποκτήσεις χρυσάφι; Το σιτάρι σου γίνεται χρυσός. Το κρασί μετατρέπεται σε χρυσό. Το μαλλί των προβάτων σου δίνει χρυσό. Κάθε εμπορική δουλειά, κάθε εφεύρεση σου επιδαψιλεύει χρυσό. Ο ίδιος ο χρυσός σου γεννάει χρυσό, με το να πολλαπλασιάζεται με τα δανείσματα και τους τόκους που επιβάλλεις. Παραταύτα, δεν επέρχεται σε σένα κορεσμός και η επιθυμία σου δεν έχει τέλος. Στα λαίμαργα παιδιά, πολλές φορές, απλό­χερα τους δίνουμε ό,τι ζητούν και τους επι­τρέπουμε να παραχορτάσουν με όσα εκείνα ορέγονται, ώστε με τον υπερβολικό κορεσμό να τα βοηθήσουμε να αποστραφούν και να σιχαθούν εκείνο που επιθυμούν. Στον πλεονέκτη δεν συμβαίνει το ίδιο. Αλλά όσο πιο πολλά έχει, τόσο περισσότερα επιθυμεί. «Αν ο πλούτος ρέει και αυξάνει, μην αφήνετε την καρδιά σας να προσκολληθεί σ’ αυ­τόν», λέει ο Ψαλμωδός. Εσύ όμως, πλούσιε πλεονέκτη, κατέχεις τον πλούτο που συνεχώς αυξάνει, και βάζεις αμπάρες και κλείνεις τις πόρτες και δεν δίνεις πουθενά τίποτε. Αλλά με το να τον κρατά ο πλούσιος τον πλούτο και να τον αφήνει να λιμνάζει, δες τι του δημιουργεί. Ξεχειλίζει η συγκομιδή, σπά­ει τα εμπόδια και, πρόσεξε να δεις τη συνέ­χεια. Παρακολούθησε τι θα του δημιουργή­σει, με το να αμπαρώνει τα αγαθά και να τα αφήνει να αυξάνουν και να λιμνάζουν, παρα­μένοντας στάσιμα. Θα γίνουν αιτία να γκρε­μιστούν οι αποθήκες του, να διαρραγούν τα ταμεία του, σαν να μπήκε κάποιος κλέφτης και εχθρός και να τα αφάνισε. Θα μου πεις όμως ότι θα κτίσει ο πλούσιος μεγαλύτερες αποθήκες και θα τα αποθηκεύ­σει. Αυτό δεν είναι σίγουρο. Φοβάμαι μήπως τις παραδώσει γκρεμισμένες στον κληρονόμο του. Διότι πολύ πιο γρήγορα θα πεθάνει αυτός, παρά θα κτισθούν οι αποθήκες, σύμφωνα με τις απαιτήσεις τής πλεονεξίας. Ο πλούσιος βέβαια του Ευαγγελίου είχε για τα σχέδιά του το γνωστό τέλος. Αλλά εσείς, αν πεισθείτε σε όσα σας λέω, ανοίξτε τις αποθήκες σας και δώστε διέξοδο στον πλούτο σας. Και όπως το μεγάλο ποτάμι έχει πολυάριθμα κανάλια και διοχετεύει το νερό του στην πολύ­καρπη γη, έτσι κι εσείς να οικονομήσετε τα αγαθά σας, ώστε να φθάσουν στα σπίτια των φτωχών, διασχίζοντας διάφορους δρόμους. Μ’ αυτά που λέω, εννοώ να επινοήσετε ποικίλους τρόπους προσφοράς. Όταν αντλείται το νερό από τα πηγάδια, το νερό γίνεται πιο άφθονο. Ενώ, όταν τα εγκα­ταλείπουμε, βρωμίζουν και στερεύουν. Και ο πλούτος όταν μένει στάσιμος, είναι άχρηστος. Όταν όμως κινείται και δίδεται στους συναν­θρώπους μας, βοηθάει το σύνολο των ανθρώ­πων και αποβαίνει καρποφόρος. Αλήθεια, πόσο συγκινητικά είναι τα λόγια που βγαίνουν από την καρδιά του ανθρώπου που ευεργετήσαμε! Μην τον περιφρονήσεις. Και πόσο μεγάλη θα είναι η Χάρη που θα λά­βουμε από τον δίκαιο Κριτή, τον Κύριο! Εμπιστεύσου λοιπόν τους λόγους του Κυρίου και μην απιστείς σ’ Αυτόν. Πάντοτε και παντού να έχεις μπροστά στα μάτια σου το παράδειγμα του Πλούσιου που καταδικάζεται απ’ όλους για τη συμπεριφο­ρά του. Γιατί αυτός φύλαγε τα παρόντα υλι­κά αγαθά, αγωνιούσε για τις επερχόμενες σο­δειές και, ενώ δεν γνώριζε αν θα ξημερώσει η αυριανή ήμερα, αμάρτανε εκ των προτέρων. Εχανε το σήμερα για το αύριο. Δεν είχε έλθει ο φτωχός να του ζητήσει κάτι, και αυτός προ­καταβολικά εκδήλωνε την άρνηση και την αγριότητά του. Ακόμη δεν είχε μαζέψει τους καρπούς απ’ τα χωράφια του και είχε το κατάκριμα της πλεονεξίας. Η γη του πρόσφερε τα προϊόντα της άφθονα. Του έδειχνε ήδη μέ­σα στην οργωμένη γη το άφθονο σιτάρι. Παρουσίαζε πλούσια τα σταφύλια πάνω στα κλή­ματα, τις ελιές να είναι κατάφορτες και γενι­κά υποσχόταν στον πλούσιο κάθε τρυφή από τα καρποφόρα δένδρα. Ο πλούσιος όμως ή­ταν τσιγγούνης και άκαρπος. Ακόμη δεν είχε αποκτήσει τα αγαθά και τον έτρωγε το σα­ράκι, μήπως του ζητήσουν κάτι οι φτωχοί και οι αναγκεμένοι. Και όμως πόσοι κίνδυνοι υπάρχουν για σέ­να, πλεονέκτη πλούσιε, μέχρι να φθάσουν οι καλλιέργειές σου στη συγκομιδή των καρπών; Διότι και χαλάζι μπορεί να πέσει και να τα καταστρέψει όλα και ο καύσωνας μπορεί να τ’ αρπάξει μέσα από τα χέρια σου και η απρό­σμενη βροχή μπορεί να καταστρέψει τους καρ­πούς. Δεν προσεύχεσαι λοιπόν στον Κύριο να δώ­σει τη Χάρη του, ώστε να ολοκληρωθεί η δω­ρεά; Αλλά εσύ τρέχεις για να βρεις τρόπο να μαζέψεις και να ασφαλίσεις τα αγαθά και έτσι καθιστάς τον εαυτό σου ανάξιο να λάβει όλα όσα ήδη σου έχει στείλει ο Θεός.

6. Και συ μεν ζεις με τους λογισμούς σου και κρυφά συνομιλείς με τον εαυτό σου, τα λόγια σου όμως αυτά κρίνονται στον Ουρα­νό. Γι’ αυτό και οι απαντήσεις σου έρχονται από εκεί. Ποιά είναι όμως αυτά που συζητάει με τον εαυτό του ο πλεονέκτης πλούσιος; «Ψυχή μου», λέει, «έχεις πολλά αγαθά. Έχεις πλούτη για αμέτρητα χρόνια. Τρώγε, πίνε και διασκέδαζε καθημερινά». Ω Θεέ μου, τι παραλογισμός είναι αυτός! Αλήθεια, πλούσιε, αν είχες ψυχή χοίρου, τί άλλο καλύτερο θα μπορούσες να της πεις; Τόσο κτη­νώδης είσαι, τόσο ασύνετος και αδιάφορος για την ψυχική σου καλλιέργεια, ώστε να τρέφεις την ψυχή σου με τα βρώματα που είναι για τη σάρκα; Αυτά που καταλήγουν στον αφεδρώνα, εσύ τα ετοιμάζεις για την ψυχή σου; Διότι αν, ασύνετε πλούσιε, διέθετες αρετή, αν η ζωή σου ήταν γεμάτη από αγαθά έργα, αν είχες ενωθεί με τον Θεό, θα είχες πολλά όντως αγαθά και τότε ας ευφραινόσουν με τα ψυχικά αυτά χαρίσματα. Επειδή όμως εσύ σκέφτεσαι εντελώς γήινα και έχεις Θεό σου την κοιλιά σου και είσαι εντελώς σαρκικός άνθρωπος, υποδουλωμένος και αιχμάλωτος στα πάθη, άκου την προσφώνηση που σου αρ­μόζει, την οποία δεν σου την απηύθυνε κά­ποιος άνθρωπος, αλλά ο ίδιος ο Κύριος: «Ανό­ητε, τούτη τη νύκτα οι άγγελοι θα ζητήσουν να πάρουν την ψυχή σου. Όλα αυτά που ετοί­μασες και φυλάς, ποιός θα τα πάρει;». Χειρότερο από την αιώνια κόλαση είναι το γέλιο και η ευτυχία που προέρχονται από α­γκύλωση στα υλικά αγαθά. Αλήθεια, αυτός που σε λίγο πρόκειται να τον αρπάξουν απ’ αυτή τη ζωή οι άγγελοι, τί σκέπτεται; «Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα κτίσω με­γαλύτερες»! Πολύ καλά θα κάνεις, θα του έλεγα εγώ. Διότι τα ταμεία της αδικίας πρέπει να αφα­νισθούν. Κατεδάφισε με τα ίδια σου τα χέρια εκείνα που έκτισες με άδικο και αμαρτωλό τρόπο. Σπάσε τα αμπάρια του σιταριού, από τα οποία κανείς δεν έλαβε παρηγοριά. Εξα­φάνισε κάθε οίκημα που φιλοξενούσε την πλε­ονεξία. Βγάλε τη στέγη. Γκρέμισε τους τοί­χους. Αφησε να δει ο ήλιος το μουχλιασμένο σιτάρι. Βγάλε από τη φυλακή τον φυλακισμένο πλούτο σου. Σύντριψε τα σκοτεινά κατα­γώγια του Μαμμωνά. «Θα γκρεμίσω τις αποθήκες μου και θα κτί­σω μεγαλύτερες»! Αν, ανόητε πλούσιε, γεμίσεις και τις μεγα­λύτερες αποθήκες που θα κατασκευάσεις, τί άλλο θα σκεφτείς μετά να κάνεις; Ή μήπως πάλι θα τις γκρεμίσεις και πάλι θα τις ξανακτίσεις; Και τί είναι πιο ανόητο απ’ αυτή σου τη δραστηριότητα, να κοπιάζεις εφ’ όρου ζωής να κτίζεις με άγχος και βιασύνη και να γκρε­μίζεις με την ίδια ψυχική κατάσταση; Αν θέ­λεις αποθήκες, έχεις τα σπίτια των φτωχών. «Θησαύρισε για τον εαυτό σου θησαυρούς που αποθηκεύονται στους ουρανούς». «Όσα κα­τατίθενται εκεί ούτε ο σκόρος τα τρώει, ούτε σαπίζουν, ούτε ληστεύονται». Αλλά τότε θα δώσω, στους αναγκεμένους, μας υπογραμμίζει ο πλεονέκτης πλούσιος, ό­ταν γεμίσω τις δεύτερες αποθήκες μου. Βλέπω πως έχεις προδιαγράψει ότι η ζωή σου σ’ αυτή τη γη θα είναι μακροχρόνια. Κύτταξε να μη σε προλάβει Εκείνος που προσδιο­ρίζει τη ζωή του καθενός και θέτει τις ημερο­μηνίες λήξεως. Και φυσικά η υπόσχεσή σου αυτή δεν είναι απόδειξη της αγαθότητας της καρδιάς σου, αλλά της πονηρίας σου. Διότι υπόσχεσαι, όχι για να δώσεις στους άλλους από τα αγαθά σου, αν θα κτίσεις μεγαλύτε­ρες αποθήκες, αλλά για να αποφύγεις το πα­ρόν. Τί σε εμποδίζει λοιπόν να δώσεις τώρα κάτι από τα πολλά σου αγαθά; Δεν υπάρχουν φτωχοί έξω από την πόρτα σου; Δεν είναι γε­μάτες οι αποθήκες σου; Δεν είναι επηγγελμένη η ανταπόδοση και η Χάρη που θα λάβεις; Δεν είναι ξεκάθαρη η υπόσχεση του Κυρίου; Ο πεινασμένος σβήνει από την πείνα. Ο γυμνός ξεπαγιάζει από το κρύο. Ο οφειλέτης πεθαίνει από το άγχος και συ αναβάλλεις για αύριο τη συμπαράστασή σου προς αυτούς; Ακου τον προφήτη Σολομώντα που λέει: «Μην πεις στον φτωχό, πήγαινε τώρα και έλα αύριο και τότε θα σου δώσω». Διότι «δεν γνωρίζεις τι τέξεται η επιούσα». Αδελφέ μου, ποιά παραγγέλματα κατα­φρονείς, με το να κλείνεις τ’ αυτιά σου, εξαι­τίας τής φιλαργυρίας και της πλεονεξίας; Πό­ση μεγάλη χάρη κι ευγνωμοσύνη έπρεπε να χρωστάς στον Ευεργέτη σου! Πόσο έπρεπε να είσαι χαρούμενος και ευχαριστημένος που δεν βρίσκεσαι στη θέση να χτυπάς τις πόρτες άλ­λων, αλλά οι άλλοι χτυπούν τη δική σου για βοήθεια. Παραταύτα, είσαι κατσούφης και απλησίαστος, αποφεύγεις τις συναντήσεις μή­πως και αναγκασθείς να δώσεις κάτι με τα χέ­ρια σου. Μία λέξη ξέρεις: Δεν έχω. Δεν δίνω. Είμαι φτωχός! Πραγματικά είσαι φτωχός και ενδεής από κά­θε αγαθό. Είσαι φτωχός από αγάπη. Φτωχός από φιλανθρωπία. Φτωχός από πίστη και εμπιστο­σύνη στον Θεό. Φτωχός από ελπίδα αιώνια. Κάνε συμμέτοχους τους αδελφούς σου στα σιτηρά σου. Αυτό που αύριο σαπίζει, δώσ’ το σήμερα σ’ αυτόν που τό ‘χει ανάγκη. Η χει­ρότερη μορφή πλεονεξίας είναι το να μη δίνει κανείς στους αναγκεμένους ούτε αυτά που ούτως ή άλλως φθείρονται.

7. Και ποιόν αδικώ, λέει ο πλεονέκτης πλού­σιος, με το να ενδιαφέρομαι για την περιου­σία μου; Αλήθεια; Αλλά πές μου, ποιά είναι η περι­ουσία σου, ποιά είναι τα δικά σου; Από πού τα έλαβες και τα έφερες στη ζωή; Πραγματι­κά, συμπεριφέρονται πολλές φορές οι πλού­σιοι όπως κάποιος που πιάνει θέση στο θέα­τρο, για να έχει καλή θέα, και έπειτα εμποδί­ζει τους μετέπειτα εισερχόμενους να βρουν κι αυτοί κάποια θέση, δικαίωμα που είναι κοι­νό για όλους. Δηλαδή καταλαμβάνουν οι πλούσιοι τα κοινά αγαθά, τα ιδιοποιούνται, μόνο και μόνο επειδή έτυχε να έλθουν στα χέρια τους πριν από τους άλλους. Είναι αληθινό πως, αν ο καθένας κρατούσε αυτό που του χρειαζόταν, για να ικανοποιή­σει τις ανάγκες του, και το περίσσευμα το έδι­νε σε όσους το είχαν ανάγκη, τότε δεν θα υ­πήρχε κανένας φτωχός. Δεν βγήκες γυμνός από την κοιλιά τής μη­τέρας σου; Δεν θα επιστρέψεις πάλι γυμνός στη γη; Κι αυτά που έχεις τώρα από πού τα έχεις; Αν μου πεις ότι τα έχεις από την τύχη, είσαι άθεος, διότι δεν αναγνωρίζεις τον Δημιουργό , ούτε ευχαριστείς τον Δωρεοδότη. Αν όμως παραδέχεσαι ότι τα έλαβες από τον Θεό, πες μου το λόγο για τον οποίο τα έλαβες. Μή­πως ο Θεός είναι άδικος και μοιράζει σε μας άνισα όσα χρειαζόμαστε σ’ αυτή τη ζωή; Για­τί εσύ να είσαι πλούσιος και εκείνος να είναι φτωχός; Για κανένα άλλο λόγο, παρά για να αποδειχθείς εσύ καλός οικονόμος και να λά­βεις τη Χάρη και τον μισθό τής καλής διαχειρήσεως και της πονετικής καρδιάς σου προς τους αδελφούς. Και εκείνος, ο φτωχός, για να τιμηθεί με τα μεγάλα έπαθλα της υπομονής που θα καταθέσει, λόγω της έλλειψης των αναγκαίων. Εσύ όμως τα περιέλαβες όλα τα αγαθά στους ακόρεστους κόλπους της πλεονεξίας και νομίζεις ότι κανέναν δεν αδικείς, ενώ τό­σους και τόσους αποστερείς και δεν δίνεις τί­ποτα σε κανέναν. Ποιός θεωρείται πως είναι πλεονέκτης; Αυ­τός που δεν μπορεί να παραμείνει στην αυτάρ­κεια. Ποιός είναι ο άρπαγας; Αυτός που αφαι­ρεί από τον καθένα εκείνα που του ανήκουν. Δεν είσαι λοιπόν εσύ ο πλεονέκτης; Δεν εί­σαι εσύ ο άρπαγας, όταν οικειοποιείσαι όλα τα πλούτη που σου δόθηκαν, με σκοπό να τα διαχειρισθείς και να τα οικονομήσεις με πνεύ­μα αγάπης; Ή αυτόν που απογυμνώνει τον ντυμένο, ο οποίος φοράει πλούσια ρούχα, θα τον ονομάσουμε λωποδύτη, ενώ εκείνον που δεν ντύνει τον γυμνό, ενώ μπορεί να το κάνει, θα του δώσουμε άλλο όνομα; Το ψωμί που κρατάς εσύ στα χέρια σου και το αποθηκεύεις, ανήκει σ’ αυτόν που πεινά. Τα ρούχα που φυλάς στις ντουλάπες και στις ιματιοθήκες, είναι εκείνου που είναι γυμνός. Τα παπούτσια τα περίσσια είναι του ξυπόλυτου. Τα χρήματα που τα συγκεντρώνεις και τα κρύβεις στα βάθη της γης, είναι αυτού που τα χρειάζεται. Επομένως τόσους αδικείς, ό­σους μπορούσες να ευεργετήσεις!

8. Καλά είναι τα λόγια, λέει ο πλούσιος, αλλά καλύτερος είναι ο χρυσός! Αδελφοί μου, μοιάζει σαν να μιλάω στο κε­νό. Αισθάνομαι σαν κι αυτούς που κάνουν δια­λέξεις περί εγκράτειας στους πόρνους και στους ακόλαστους. Διότι αυτοί, όταν, στις ομι­λίες αυτές, διαβάλλεται και κατηγορείται μια πόρνη, φέρνουν στη μνήμη τους τις σχέσεις που είχαν μαζί της και φλέγονται από την επι­θυμία. Πώς να σου καταστήσω γνωστά τα βάσα­να του φτωχού, για να καταλάβεις επιτέλους από πόσους μεγάλους και αβάσταχτους πό­νους θησαυρίζεις μόνο και μόνο για τον εαυ­τό σου; Αλήθεια, πόσο μεγάλος και σπουδαίος θα σου φανεί την ημέρα της Κρίσεως ο λόγος του Κυρίου που λέει: «Ελάτε οι ευλογημένοι του Πατέρα μου, κληρονομήστε τη Βασιλεία, η ο­ποία είναι ετοιμασμένη για σας από καταβολής κόσμου. Διότι πείνασα και μου δώσα­τε να φάω, δίψασα και μου δώσατε να πιω, γυμνός ήμουνα και με ντύσατε». Και πόσο μεγάλη φρίκη και ιδρώτας και σκοτάδι θα σε περιβάλει όταν ακούσεις την καταδικαστική απόφαση και προτροπή: «Φύγετε μακριά από μένα καταραμένοι, πηγαίνετε στην αιώνια φω­τιά, που έχει ετοιμασθεί για τον διάβολο και τους αγγέλους του. Διότι πείνασα και δεν μου δώσατε να φάω, δίψασα και δεν με ποτίσατε, γυμνός ήμουνα και δεν μου δώσατε ένα ρούχο να ντυθώ». Διότι εκεί, στη Βασιλεία του Θεού, δεν εγκαλείται μόνο ο άρπαγας, αλλά καταδικάζεται και εκείνος που δεν έσκυψε να δει τις ανάγκες του πλησίον και αδελφού του. Εγώ λοιπόν σου είπα όσα νόμιζα ότι συμ­φέρουν την ψυχή σου. Εσύ, αν όλα αυτά τα εγκολπωθείς και τα πιστέψεις, είναι ολοφάνε­ρες οι ευλογίες και οι χάριτες που θα λάβεις. Αν πάλι παρακούσεις, αναφέρεται στην Αγία Γρα­φή και η εξέλιξη και το κατάντημα που θα έχεις. Εύχομαι να αποφύγεις αυτή την απειλητι­κή εμπειρία. Και θα την αποφύγεις, αν πά­ρεις καλές αποφάσεις. Έτσι, ο ίδιος ο πλούτος θα σου γίνει λύτρο και θα λάβεις τα ουράνια αγαθά που έχουν ετοιμασθεί για σένα, με τη Χάρη Εκείνου που όλους μας κάλεσε στη Βα­σιλεία Του, στον Οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους απέραντους αιώνες. Αμήν.

(*) Αναφέρεται εδώ ο Αγιος στο απάνθρωπο δουλεμπόριο που επικρατούσε την εποχή εκείνη. Φέρνει στο λόγο του αυτό το ανατριχιαστικό παράδειγμα του πατέρα που, λόγω φοβερής φτώχειας, αναγκάζεται να πουλήσει τα σπλάγχνα του, τα παι­διά του, στους πλούσιους της εποχής του, οι οποίοι δεν αντιλαμ­βάνονται τι συμβαίνει στο σπίτι και στην καρδιά του φτωχού. Και το κάνει αυτό ο Αγιος, μόνο και μόνο για να δείξει πόση σκληρότητα, θηριωδία και αναλγησία δημιουργεί στην ψυχή μας η πλεονεξία. Είναι, όπως λέει ο ιερός Χρυσόστομος «χαλεπόν το πάθος και δεινόν το νόσημα» (Ρ.G. 60, 523). Πραγ­ματικά, η πλεονεξία παραδίδει την ψυχή μας στον διάβολο. Θεωρείται και είναι «η ακρόπολη των παθών» (Λέοντος Σο­φού: Εγκώμιον εις τον Αγ. Ιωάννην Χρυσόστομον Ρ. G. 107, 252).

Συνέχεια

Ἅγιος Θεόληπτος Φιλαδελφείας-Γιά τήν πνευματική ἀγάπη

1.-. Θά ἤθελα νά ὑμνήσω τήν ἀρετή τῆς ἀγάπης, ἀλλά τό μεγαλεῖο της δέν μπορεῖ μέ λόγια νά περιγραφεῖ. Γιατί αὐτή, ἡ πιό σπουδαία ἀνάμεσα σ’ ὅλες τίς ἄλλες ἀρετές, ὡς κεφαλή τῶν καλῶν, μπορεῖ νά κατανοηθεῖ μόνον ἐμπειρικά, ὅταν, δηλαδή, τήν λειτουργεῖ κανείς καί τή βιώνει ὡς προσωπικό κτῆμα του. Γι’ αὐτό καί τή θαυμάσια αὐτή ἀρετή τῆς ἀγάπης τήν γνωρίζουν ὅσοι ἀξιώθηκαν νά βαδίσουν τόν δρόμο της.
Τήν ἀγάπη πολλοί τήν περιγράφουν μέ λόγια, ἀλλά μόνο ἐκεῖνοι πού τήν ἔχουν κάνει κτῆμα τῆς καρδιᾶς τους, τήν ἐμφανίζουν μέ τά θεάρεστα ἔργα τους. Αὐτοί οἱ δεύτεροι εἶναι πολύ περισσότερο ἄξιοι θαυμασμοῦ. Παρόλο, ὅμως, πού ἡ μεγάλη ἀξία τῆς ἀρετῆς τῆς ἀγάπης ὑπερβαίνει τίς δυνατότητες τοῦ λόγου μου, θά τολμήσω νά τήν ἐξυμνήσω μέ συντομία, γιά νά παρακινήσω πολλούς ὥστε νά τήν ἐγκολπωθοῦν καί νά τή λειτουργήσουν.

2.-. Ἡ ἀγάπη, ἀγαπητές Ἀδελφές μου, εἶναι ἔργο πού συντελεῖται στήν ψυχή, θερμαίνει τήν καρδιά, φωτίζει τόν νοῦ, ἐνεργοποιεῖ τή διάνοια πρός μελέτη τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ καί διεγείρει ὅλες τίς ψυχοσωματικές δυνάμεις πρός ἐργασία τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.
Τό δῶρο τῆς ἀγάπης τό ἔχει χαρίσει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο ἀπό τή στιγμή τῆς δημιουργίας του. Αὐτήν ἔλαβε ὁ ἄνθρωπος καί τή φόρεσε ὡς στολή πανέμορφη καί εὐπρεπέστατη, ἀλλά ὁ ληστής τῶν ψυχῶν μας, ὁ διάβολος, τήν ξέσχισε καί ἄφησε τόν ἄνθρωπο γυμνό καί καταντροπιασμένο.

3.-. Ἀκοῦστε, ὅμως, πῶς ὁ χιτώνας τῆς ἀγάπης ξεσχίζεται, ἀλλά καί πῶς περισώζεται.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγαπᾶ μέ ὅλη τήν καρδιά του τόν Θεό καί κάνει τό θέλημά Του, τότε ὅλη ἡ ἀγάπη τῆς ψυχῆς παραμένει ἀδιαλώβητη, ἐπειδή ὅλη ἡ ἀγαπητική δύναμή της παραμένει στόν Θεό. Τότε ἡ ψυχή εἶναι λαμπροφορεμένη μέ τήν ὀμορφιά τῆς ἀγάπης, σάν μέ πορφύρα ντυμένη, καί ἡ θέα της μοιάζει μέ αὐτήν τῆς χρυσόφτερης περιστερᾶς. Ἀλλά, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά ἀγαπᾶ τό χρυσάφι καί τό ἀσήμι, τούς πολύτιμους λίθους καί κάθε ἄλλον ἐπίγειο θησαυρό ἤ ἀκόμα καί τήν ποικιλία τῶν ἀπολαυστικῶν τροφῶν, τή ζωή στήν ὑπηρεσία τῆς θνητῆς σάρκας καί τήν ἐφήμερη ἀνθρώπινη δόξα, καί ἔτσι παραδώσει σέ ὅλα αὐτά τήν ἀγαπητική δύναμη τῆς ψυχῆς του, τότε ὁ χιτώνας τῆς ἀγάπης ξεσχίζεται καί γίνεται χίλια κομμάτια.
Ὅταν ἡ ἀγαπητική δύναμη τῆς ψυχῆς κατατεμαχιστεῖ καί παραδοθεῖ στίς ἀγάπες αὐτοῦ τοῦ κόσμου, τότε ὁ ἄνθρωπος γυμνώνεται καί γίνεται ἐλεεινό θέαμα. Ὅπως, ὅταν κανείς ξεσχίσει τό ἔνδυμα κάποιου, τόν ἀφήνει ἀκάλυπτο καί ἔκθετο, ὥστε νά γίνει πασιφανής ἡ σωματική ἀσχήμια του, ἔτσι ἀκριβῶς κάνει καί ὁ διάβολος. Ἁρπάζει τήν καλή ἐπιθυμία πού ἔχει βάλει ὁ Θεός στόν ἄνθρωπο κατά τή δημιουργία του, τήν κατακερματίζει καί τή διασκορπίζει στή μέριμνα τῶν πραγμάτων αὐτοῦ τοῦ κόσμου, ἀπογυμνώνει τήν ψυχή ἀπό τή δύναμη τῆς θεάρεστης ἀγάπης καί τήν ἀφήνει ἀκάλυπτη ἀπό τή σκέπη καί τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ.

4.-. Τήν ἀλήθεια τοῦ ὅτι ἐκεῖνος πού δέν ἀγαπᾶ τόν Θεό, στερεῖται καί τή βοήθειά Του, τήν κάνει φανερή ἕνα τροπάριο πού ψάλλουμε στήν Ἐκκλησία μας. Σ’ αὐτό, ἡ ψυχή πού νιώθει ὅτι εἶναι γυμνή ἀπό τίς ἀρετές καί πτωχή ἀπό ἀγάπη, βλέποντας τήν ἀσχήμια της καί πενθώντας γιά τήν ἐλεεινότητά της, λέει: «Τόν νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρα μου, καταστολισμένο, ἀλλά δέν ἔχω ἔνδυμα κατάλληλο γιά νά εἰσέλθω σ’ αὐτόν. Λάμπρυνέ μου τή στολή τῆς ψυχῆς».
«Βλέπω, Σωτήρα μου», λέει ὁ Ὑμνωδός, «τόν νυμφώνα τῆς δικῆς Σου βοήθειας γεμάτο εὐλογία καί καθετί καλό, ἀλλά δέν ἔχω τό ἔνδυμα τῆς ἀγάπης, γιά νά μπῶ στό φρούριο τῆς βοήθειας πού Ἐσύ παρέχεις. Γι’ αὐτό, Ἐσύ πού χαρίζεις τό φῶς, λάμπρυνέ μου τή διάνοια μέ τή στολή τῆς δικῆς Σου ἀγάπης. Καί σῶσε με, ὥστε καταστολισμένος πλέον μέ τήν ἀγάπη νά ἀξιωθῶ νά ἐπιτύχω τή σωτηρία μου».

5.-. Αὐτήν τήν ἀγάπη θέλει νά φυτεύσει πάλι στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό ἦλθε στή γῆ καί τήν ψυχή, πού ὁ διάβολος εἶχε κατακομματιάσει στίς ἀγάπες καί στήν ἐπιθυμία τοῦ κόσμου, τήν μάζεψε καί τήν συνέρραψε. Ἔτσι, ἀκέραια καί τέλεια τήν ἀνύψωσε στήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τῆς ξαναφόρεσε τήν πρώτη στολή της καί τῆς ἔδωσε τήν ἀρχέγονη ὡραιότητά της.
Γι’ αὐτό ἀκριβῶς ὁ Κύριος λέει: «Ἦλθα νά βάλω φωτιά ἐπάνω στή γῆ. Καί τί περισσότερο θέλω, ἄν τώρα κιόλας ἔχει ἀνάψει;». Νομίζω πώς ὁ Κύριος μέ τή λέξη «φωτιά» ἐννοεῖ τήν ἀγάπη, τήν ὁποία εἶχε σβήσει ὁ διάβολος, ἀλλά τήν ἄναψε πάλι ὁ Χριστός μέ τήν ἅγια ζωή Του καί μέ τίς ἀξιοσέβαστες ἐντολές Του. Ἡ ἀγάπη εἶναι συνώνυμη μέ τόν Χριστό καί εἶναι γνώρισμα Ἐκείνου, ὁ Ὁποῖος λέει: «’Από αὐτό θά ἀναγνωρίζουν ὅλοι ὅτι εἴσαστε μαθητές μου, ἄν, δηλαδή, ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλο».

6.-. Ἡ πληθώρα τῶν ἁμαρτιῶν ἀφανίζει τήν ἀγάπη. «Ἐπειδή», λέει ὁ Κύριος, «θά πληθύνει ἡ ἁμαρτία στόν κόσμο, θά ψυχρανθεῖ ἡ ἀγάπη τοῦ μεγαλύτερου μέρους τῆς ἀνθρωπότητας». Γιατί, ὅπως ἡ συσσώρευση τοῦ νεροῦ σαπίζει τούς καρπούς στή γῆ, ἔτσι καί τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν ἐξαλείφει ἀπό τήν ψυχή τά κινήματα τῆς ἀγάπης.

7.-. Ἀπ’ αὐτήν τήν ἀγάπη πληγώθηκε ὁ μεγάλος ἀπόστολος Παῦλος καί εἶπε: «Θά εὐχόμουν νά χωριστῶ ἀπό τόν Χριστό γιά πάντα, γιά χάρη τῶν ἀδελφῶν καί τῶν κατά σάρκα συγγενῶν μου». Αὐτή εἶναι ἡ φύση καί ἡ ποιότητα τῆς ἀγάπης. Ὅπως τό κερί λιώνει ἀπό τή φωτιά καί γίνεται φῶς πού φωτίζει ὅποιον τό κρατάει ἀναμμένο, ἔτσι εἶναι καί ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὅταν αὐτή κατοικεῖ στήν ψυχή καί κατακαίει τήν καρδιά, διαπερνᾶ μέ τή θερμότητά της ὁλόκληρη τήν ὕπαρξη καί ἐμπνέει τό σῶμα, ὥστε νά κοπιάζει καί νά ριψοκινδυνεύει γιά χάρη τῆς σωτηρίας τῶν ἀνθρώπων.

8.-. Αὐτῆς τῆς ἀγάπης τή σπίθα διαπίστωσα καί στή δική μου ψυχή. Ἀπ̓ αὐτόν τόν σπινθήρα ἄναψε μέσα μου φωτιά καί παρέβλεψα τή δική μου ζωή. Πέρασα θάλασσες, ποτάμια καί ἀπόκρημνα βουνά. Καταβασάνισε τό σῶμα μου ὁ βαρύς χειμώνας, ἀλλά, παρόλα αὐτά, ἡ ἀγάπη πού γλύκαινε τήν ψυχή μου, μοῦ ἔδινε δύναμη καί θάρρος, ὥστε νά ὑπομένω ὅλα αὐτά τά θλιβερά καί ἐπώδυνα. Αὐτά, ἀσφαλῶς, ἦταν κατόρθωμα τῆς θερμῆς ἀγάπης μου πρός ἐσᾶς, ἡ ὁποία ἁπάλυνε τόν χειμώνα τῶν πειρασμῶν πού μέ περίμεναν κατά τό ταξίδι. Τί, λοιπόν, ἐπιζητοῦσα νά σᾶς προσφέρω; Ἤθελα νά σᾶς ἀπαλλάξω ἀπό τίς θλίψεις πού σᾶς βασάνιζαν καί νά σᾶς ἐπιβεβαιώσω τήν ἀγάπη μου πρός ἐσᾶς, καθώς καί τή φροντίδα καί τό ἐνδιαφέρον μου γιά τή σωτηρία σας.

9.-. Ὁ καρπός, λοιπόν, κάθε ἀνθρώπου γνωρίζεται ἀπό τό ὅλο ἦθος καί τίς σχέσεις μέ τούς συνανθρώπους του. «Ἀπό τούς καρπούς τους», λέει ὁ Κύριος, «θά τούς ἀναγνωρίσετε». Γιατί, ὅπως, ὅταν βλέπουμε τούς καρπούς, ἀναγνωρίζουμε ποιά εἶναι τά καλά καί ποιά τά ἄρρωστα δένδρα, ἔτσι ἀκριβῶς ἀναγνωρίζουμε τίς φιλάνθρωπες καί τίς φιλόθεες ψυχές καί θεωροῦμε τούς λόγους τους ἀξιόπιστους καί ἀληθινούς, ἐπειδή αὐτοί εἶναι στηριγμένοι στήν Ἁγία Γραφή καί ἐκφέρονται ὡς καρπός τῆς προσωπικῆς ἐμπειρίας τους.

10.-. Γι’ αὐτό, νά μήν παρασύρεσθε ἀπό τόν ἄνεμο τῶν λόγων τοῦ κάθε ψευδοδιδασκάλου γιατί ἔτσι διώχνετε ἀπό τή ζωή σας τήν Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, χωρίζοντας τόν ἑαυτό σας ἀπό τήν Ἐκκλησία καί χάνοντας τόν καιρό σας σέ ἀνόητες καί ἀργόσχολες συναναστροφές. Μέ βαθιά ἐμπιστοσύνη ἡ μία στήν ἄλλη, ἑνωμένες καί ὁμόφρονες, μήν παραλείπετε νά ὑμνεῖτε ἀδιάλειπτα τόν Κύριο πού μᾶς ἀγάπησε, μᾶς ἐξαγόρασε μέ τό Τίμιο Αἷμα Του καί μᾶς ἕνωσε ὅλους σέ μία ποίμνη καί μία Ἐκκλησία.
Γιατί σ̓ Αὐτόν πρέπει κάθε δόξα, τιμή καί προσκύνηση, τώρα καί πάντοτε καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

 

 

Ἀββᾶ Κασσιανοῦ-Για τή μετά θάνατον ζωή τῆς ψυχῆς.

 

 

Eξωφ.Αβ.Κασ.χρ.Πρέπει νά προσέχουμε, ὅσο βρισκόμαστε ἀκόμα σ᾿ αὐτή τή ζωή, τίνος τήν ἐξουσία ἀναγνωρίζουμε καί ποιόν διακονοῦμε κατά τήν ἐπίγεια ζωή μας· Τόν Θεό ἤ τόν διάβολο; Κι ἄς μήν ἀμφιβάλλουμε ὅτι στήν αἰωνιότητα ὁ καθένας μας θά εἶναι μέ τό μέρος ἐκείνου πού διακόνησε σέ αὐτή τή ζωή. Αὐτό σημαίνουν οἱ λόγοι τοῦ Κυρίου· «῞Οποιος θέλει νά μέ ὑπηρετεῖ, ἄς ἀκολουθεῖ τό δικό μου δρόμο, κι ὅπου εἶμαι ἐγώ, ἐκεῖ θά εἶναι κι ὁ δικός μου ὑπηρέτης. Κι ὁ Πατέρας μου θά τιμήσει ὅποιον μέ ὑπηρετεῖ» (᾿Ιωάν. 12, 26).

᾿Ανήκουμε στή βασιλεία τοῦ διαβόλου, ὅταν μέ τήν θέλησή μας διαπράττουμε τήν ἁμαρτία, ἐνῶ κερδίζουμε τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἀσκοῦμε τήν ἀρετή μέ καθαρή καρδιά καί ἐπίγνωση. ᾿Εκεῖ ὅπου εἶναι ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ, εἶναι βέβαιο ὅτι ὑπάρχει ἡ ἀπόλαυση τῆς αἰώνιας ζωῆς. Καί ὅπου εἶναι τό βασίλειο τοῦ διαβόλου, ἐκεῖ ὁπωσδήποτε ὑπάρχει ὁ θάνατος καί ὁ τάφος. Δέν μπορεῖ λοιπόν ὁ ἄνθρωπος, πού εἶναι σ᾿ αὐτή τήν κατάσταση τοῦ θανάτου, νά ὑμνήσει τόν Κύριο, ὅπως λέει καί ὁ Ψαλμωδός· «Δέν θά Σέ ὑμνολογήσουν, Κύριε, ὅσοι εἶναι νεκροί κατά τήν ἀρετή σ᾿ αὐτή τή ζωή, οὔτε ἐκεῖνοι πού μετά θάνατο κατεβαίνουν στόν ῞Αδη. ᾿Αλλά ἐμεῖς, οἱ ὁποῖοι ζοῦμε ἐνάρετο βίο, θά ὑμνήσουμε τόν Κύριο καί ἐδῶ καί ἐκεῖ» (Ψαλμ. 113, 25-26). Καί ἀλλοῦ ἐπίσης λέει· «᾿Εκεῖνος πού κάνει τήν ἁμαρτία, ἡ ὁποία ἐπιφέρει τό θάνατο, δέν Σέ θυμᾶται, Κύριε. Μετά τό θάνατο ὅμως, ποιός μπορεῖ νά μετανοήσει καί νά Σέ ὑμνήσει;» (Ψαλμ. 6, 6). Δηλαδή, κανένας δέν μπορεῖ. Διότι κανένας ἀπ᾿ αὐτούς πού πέφτουν στήν ἁμαρτία δέν ὁμολογεῖ τόν Θεό, ἔστω κι ἄν λέει χίλιες φορές πώς εἶναι χριστιανός, ἤ ἔστω κι ἄν αὐτός εἶναι μοναχός.

Κανείς ἄνθρωπος πού δέχεται ὅσα μισεῖ ὁ Θεός, δέν ἔχει μνήμη Θεοῦ, οὔτε μπορεῖ ποτέ νά λέει ἀλήθεια ὅταν ὀνομάζει τόν ἑαυτό του δοῦλο τοῦ Θεοῦ, τή στιγμή πού πεισματικά περιφρονεῖ τίς ἐντολές Του. ῾Ο θεῖος ᾿Απόστολος λέει σαφῶς ὅτι αὐτοῦ τοῦ εἴδους τό θάνατο ὑφίσταται ἡ χήρα, ἡ ὁποία παραδίδει τόν ἑαυτό της στίς ἡδονές. «Διότι ἐκείνη πού ζεῖ στίς ἀπολαύσεις ἔχει πεθάνει κι ἄν ἀκόμα βρίσκεται στή ζωή» (Α´ Τιμ. 5, 6). Βλέπουμε λοιπόν ὅτι ὑπάρχουν πολλοί, πού ἐνῶ ζοῦν ἀκόμα σ᾿ αὐτό τό σῶμα, εἶναι νεκροί καί δέν μποροῦν νά ὑμνήσουν τόν Θεό. Γιατί αὐτοί εἶναι μέσα στόν τάφο. ῞Οπως ἐπίσης ὑπάρχουν καί πολλοί πού, ἄν καί εἶναι νεκροί κατά τό σῶμα, ὅμως ὑμνοῦν τόν Θεό «ἐν Πνεύματι». «Πνεύματα» λέει, «καί ψυχές δικαίων, δοξάστε τόν Κύριο» (῞Υμνος Τριῶν Παίδων, Δανιήλ· 3, 63). Καί ὁ Ψαλμωδός ἐπίσης λέει· «Καθετί πού ἔχει ζωή καί ἀναπνέει, ἄς δοξολογήσει καί ἄς ἀνυμνήσει τόν Κύριο» (Ψαλμ. 150, 6). Καί στήν ᾿Αποκάλυψη τοῦ ᾿Ιωάννου ἀναφέρεται ὅτι οἱ ψυχές ὅσων ἔχουν σφαγιασθεῖ, ὄχι μόνο ὑμνοῦν τόν Θεό, ἀλλά καί ἀπευθύνονται σ᾿ Αὐτόν (᾿Αποκ. 6, 9-10).

᾿Επίσης στό Εὐαγγέλιο ὁ Κύριος λέει πολύ ξεκάθαρα στούς Σαδδουκαίους· «Δέν ἔχετε διαβάσει ἐκεῖνο πού σᾶς εἶπε ὁ Θεός, ᾿Εγώ εἶμαι ὁ Θεός τοῦ ᾿Αβραάμ, ὁ Θεός τοῦ ᾿Ισαάκ καί ὁ Θεός τοῦ ᾿Ιακώβ; Δέν εἶναι ὁ Θεός, Θεός νεκρῶν, ἀλλά Θεός ζωντανῶν» (Ματθ. 22. 31, 32). Γιά τούς δίκαιους ἐπίσης ὁ ᾿Απόστολος λέει· «Γι᾿ αὐτό τό λόγο δέν ντρέπεται ὁ Θεός νά ὀνομάζεται Θεός τους, διότι τούς ἔχει ἑτοιμάσει πόλη» (῾Εβρ. 11, 16). Γιατί οἱ ψυχές αὐτῶν τῶν ἀνθρώπων, μετά τό χωρισμό τους ἀπό τό σῶμα, δέν παραμένουν ἀργές, οὔτε εἶναι ἀναίσθητες, ὅπως μᾶς βεβαιώνει ἡ παραβολή τοῦ φτωχοῦ Λαζάρου καί τοῦ πλουσίου, πού ἦταν ντυμένος μέ πορφύρα. ῾Ο πρῶτος ἀπολάμβανε τόν «κόλπο τοῦ ᾿Αβραάμ», ἐνῶ ὁ ἄλλος φλεγόταν στήν αἰώνια φωτιά (Λουκ. 16, 19 ἑξ). Κι ἄν θά θέλαμε ἀκόμη νά καταλάβουμε τό νόημα τῆς φράσεως πού εἶπε ὁ Χριστός στό Ληστή, «σήμερα θά εἶσαι μαζί μου στόν Παράδεισο» (Λουκ. 23, 43), νομίζω πώς θά ἀντιλαμβανόμασταν ὅτι αὐτό σημαίνει πώς οἱ ψυχές μετά τό θάνατο διατηροῦν τή δυνατότητα τῆς σκέψεως καί τῆς ἀντιλήψεως. Σημαίνει ἐπίσης ὅτι, ἄν καί οἱ ψυχές εἶναι σέ διαφορετική κατάσταση, ἐντούτοις ἀπολαμβάνουν ὅ,τι τούς ἀξίζει, ἀνάλογα μέ τά ἔργα τους.

Δέν θά εἶχε ποτέ δώσει ὁ Κύριος μιά τέτοια ὑπόσχεση στό Ληστή, ἄν γνώριζε ὅτι ἡ ψυχή του μετά τό θάνατο θά ἦταν ἀναίσθητη ἤ ὅτι θά ἐκμηδενιζόταν. Γιατί ἡ ψυχή τοῦ Ληστῆ ἦταν ἐκείνη πού θά ἔμπαινε στόν Παράδεισο μαζί μέ τόν Χριστό καί ὄχι τό σῶμα του. Πρέπει λοιπόν, νά εἴμαστε πολύ προσεκτικοί καί νά ἀπορρίψουμε τελείως τήν ἔννοια πού δίνουν σ᾿ αὐτή τή φράση οἱ αἱρετικοί, κάνοντας μιά κακότροπη στίξη. Γιατί αὐτοί δέν πιστεύουν ὅτι ὁ Χριστός ἦταν δυνατόν νά βρεθεῖ στόν Παράδεισο τήν ἴδια μέρα πού κατέβηκε στόν ῞Αδη. Γι᾿ αὐτό, μετά τή φράση «ἀλήθεια σοῦ λέω σήμερα» βάζουν κόμμα καί μετά παραθέτουν τή φράση, «θά εἶσαι μαζί μου στόν Παράδεισο». Μ᾿ αὐτό πού κάνουν ἐννοοῦν ὅτι ἡ ὑπόσχεση τοῦ Χριστοῦ δέν πραγματοποιήθηκε ἀμέσως μετά τόν θάνατό Του, ἀλλά μετά τήν ᾿Ανάστασή Του. Διότι οἱ αἱρετικοί ἀγνοοῦν αὐτό πού διακήρυξε ὁ Χριστός πρίν ἀπό τήν ᾿Ανάστασή Του πρός τούς ᾿Ιουδαίους, οἱ ὁποῖοι νόμιζαν ὅτι, ὅπως γιά τούς ἴδιους ἔτσι καί γιά τόν Χριστό, ἀποτελοῦσαν ἐμπόδιο οἱ δυσκολίες τοῦ σώματος καί ἡ ἀσθένεια τῆς σάρκας. Δέν εἶχαν καταλάβει αὐτό πού ὁ Χριστός ἐννοοῦσε λέγοντας, «κανείς δέν ἀνέβηκε στόν οὐρανό παρά μονάχα ᾿Εκεῖνος πού κατέβηκε ἀπό τόν οὐρανό, ὁ Υἱός τοῦ ἀνθρώπου πού εἶναι στόν οὐρανό» (᾿Ιωάν. 3, 13). Μέ αὐτό θέλει νά πεῖ ὅτι οἱ ψυχές τῶν κεκοιμημένων, ὄχι μόνο ἔχουν τό λογικό τους, ἀλλά ἔχουν καί συναισθήματα ἐλπίδας ἤ λύπης, χαρᾶς ἤ φόβου καί ὅτι ἤδη ἀρχίζουν νά προγεύονται κάτι ἀπ᾿ αὐτά πού εἶναι φυλαγμένα γι᾿ αὐτούς μετά τή Δευτέρα Παρουσία. Κι ἔτσι δέν εἶναι σωστό αὐτό πού πρεσβεύουν μερικοί ἄπιστοι, ὅτι δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος μετά τό θάνατο διαλύεται καί ἐκμηδενίζεται. ᾿Αντίθετα, οἱ κεκοιμημένοι δίκαιοι ζοῦν μιά ζωή πιό πραγματική καί ὑμνοῦν μέ περισσότερη θέρμη τόν Θεό, περιμένοντας τή μέλλουσα Κρίση.

῎Ας βάλουμε τώρα γιά λίγο στήν ἄκρη τά ἐπιχειρήματα ἀπό τήν ῾Αγία Γραφή κι ἄς συζητήσουμε, ὅσο ἐπιτρέπουν οἱ δυνατότητές μας, γιά τή φύση τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς. Δέν θά ἦταν ἔξω ἀπό κάθε ὅριο, ἀλλά καί μεγάλη ἀφροσύνη, τό νά ἔχουμε ἀκόμα καί τήν ἐλάχιστη ὑποψία ὅτι ἡ ψυχή, πού εἶναι τό εὐγενέστερο μέρος τοῦ ἀνθρώπου καί πού εῖναι δημιουργημένη, ὅπως λέει ὁ ἅγιος ᾿Απόστολος, «κατ᾿ εἰκόνα καί καθ᾿ ὁμοίωσιν» τοῦ Θεοῦ (Α´ Κορ. 11, 7 · Κολ. 3, 1), γίνεται ἀναίσθητη μετά τήν ἀπόθεση τῆς παχύτητας τοῦ σώματος, τή στιγμή πού αὐτή εἶναι «ὁ φορέας τῆς ζωῆς» πού «συνέχει καί ζωοποιεῖ» τήν ἄψυχη ὕλη;

᾿Ακολουθεῖ λοιπόν σάν λογικό συμπέρασμα ὅτι ἡ ψυχή  μετά τό θάνατο, ἐλεύθερη ἀπό τήν παχύτητα τῆς σάρκας πού τή βαραίνει, θά ξαναβρεῖ τίς πνευματικές της λειτουργίες, πολύ καλύτερες ἀπό πρίν, πιό καθαρές καί πιό ὡραῖες ἀπ᾿ ὅ,τι ἦταν πρίν ἀπό τό χωρισμό της μέ τό σῶμα8.

῾Ο ᾿Απόστολος Παῦλος τόσο πολύ ὑποστηρίζει αὐτή τήν ἀλήθεια, πού λέει ὅτι εὐχόταν ν᾿ ἀφήσει τό σῶμα, ὥστε μέ αὐτό τό χωρισμό νά μπορέσει νά ἑνωθεῖ πιό πολύ μέ τόν Θεό. «῎Εχω τήν ἐπιθυμία νά πεθάνω καί νά εἶμαι μαζί μέ τόν Χριστό, γιατί αὐτό εἶναι πολύ καλύτερο» (Φιλιπ. 1, 23). «Ξέρουμε ὅτι, ἐφόσον παραμένουμε στό σῶμα εἴμαστε μακριά ἀπό τόν Κύριο, ἔχουμε ὅμως θάρρος καί ἐπιθυμοῦμε μᾶλλον νά φύγουμε ἀπό τό σῶμα καί νά παραμείνουμε κοντά στόν Κύριο. Γι᾿ αὐτό καί φιλοτιμούμαστε, εἴτε παραμένουμε στό σῶμα εἴτε φεύγουμε ἀπ᾿ αὐτό, νά εἴμαστε εὐάρεστοι στόν Κύριο» (Β´ Κορ. 5, 6-8). Λέει, λοιπόν σαφῶς ὁ ᾿Απόστολος, ὅτι ὅσο ἡ ψυχή εἶναι ἑνωμένη μέ τό σῶμα, αὐτό δέν τήν βοηθάει, ὥστε αὐτή νά ζεῖ μέ πληρότητα τήν παρουσία τοῦ Κυρίου. Καί αὐτή τήν ἔννοια ἔχει αὐτό πού λέει ὅτι δηλαδή, «εἴμαστε μακριά ἀπό τόν Κύριο». Γιατί πιστεύει ὅτι, ὅταν ἡ ψυχή χωρισθεῖ ἀπό τό σῶμα, θά μπορέσει νά ζήσει ἐντονότερα καί καθαρότερα τήν παρουσία τοῦ Χριστοῦ. Καί πάλι σέ μιά ἄλλη ᾿Επιστολή του, ὁ ᾿Απόστολος μᾶς μιλάει ξεκάθαρα γιά τή μεταθανάτια κατάσταση τῶν ψυχῶν καί μᾶς λέει ὅτι, αὐτή βρίθει ζωῆς· «᾿Εσεῖς ὅμως» λέει, «προσήλθατε στό ὄρος Σιών, στήν πόλη τοῦ ζωντανοῦ Θεοῦ, στήν ἐπουράνια ῾Ιερουσαλήμ, καί σέ μυριάδες ἀγγέλους, σέ πανηγύρι καί σέ σύναξη τῶν πρωτοτόκων υἱῶν τοῦ Θεοῦ, πού τά ὀνόματά τους ἔχουν καταγραφεῖ στούς οὐρανούς· καί σέ πνεύματα ἀνθρώπων δικαίων πού ἔχουν φθάσει στήν τελείωση» (῾Εβρ. 12, 22-23). Γιά τά πνεύματα τῶν κεκοιμημένων μιλάει καί σέ ἄλλο ἕνα χωρίο καί λέει· «῎Επειτα, οἱ σαρκικοί μας πατέρες μᾶς διαπαιδαγωγοῦσαν μέ τιμωρίες καί ὅμως τούς σεβόμασταν. Δέν θά πρέπει λοιπόν, πολύ περισσότερο, νά ὑποταχθοῦμε στόν Πατέρα τῶν πνευματικῶν καί λογικῶν ὄντων, γιά νά κερδίσουμε τήν πραγματική ζωή;» (῾Εβρ. 12, 9).