Θεολογικὴ προσέγγιση τῶν διαπροσωπικῶν σχέσεων
Μαντζαρίδης Γεώργιος
Ὁ ὅρος διαπροσωπικὲς σχέσεις χρησιμοποιήθηκε ἀρχικὰ στὸν χῶρο τῆς Ψυχιατρικῆς καὶ τῆς Κοινωνικῆς ψυχολογίας, ἀλλὰ σύντομα καθιερώθηκε στὸν εὐρύτερο ἀκαδημαϊκὸ χῶρο καὶ στὴν θεολογικὴ ἐπιστήμη. Εἰδικότερα μάλιστα ἡ χρήση τοῦ ὅρου αὐτοῦ στὴν θεολογικὴ ἐπιστήμη διευκόλυνε τὸν διάλογό της μὲ τὶς ἄλλες ἐπιστῆμες, ἐνῶ ταυτόχρονα προσέδωσε σὲ αὐτὸν εὐρύτερο καὶ βαθύτερο περιεχόμενο.
Ὡς διαπροσωπικὲς χαρακτηρίζονται οἱ σχέσεις ποὺ πραγματοποιοῦνται μεταξὺ δύο ἢ περισσοτέρων προσώπων. Ἡ ἐπιστήμη ποὺ ἔχει ὡς ἀντικείμενό της τὴν ἔρευνα τῶν σχέσεων αὐτῶν εἶναι πρωτίστως ἡ Κοινωνικὴ ψυχολογία. Μὲ τὶς σχέσεις αὐτὲς ἀσχολεῖται βέβαια καὶ ἡ Κοινωνιολογία. Ἐνῶ ὅμως ἡ Κοινωνιολογία ὡς μὴ ἀξιολογικὴ ἐπιστήμη βλέπει στὶς διαπροσωπικὲς σχέσεις μόνο τοὺς κοινωνικοὺς ρόλους, χωρὶς νὰ ὑπεισέρχεται στὴν ψυχολογικὴ διάστασή τους, ἡ Κοινωνικὴ ψυχολογία προχωρεῖ στὴν διερεύνηση τῆς διαστάσεως αὐτῆς, ποὺ προσελκύει καὶ τὸ κύριο ἐνδιαφέρον της. Ἔτσι, ἂν σὲ κάποια κοινωνικὴ ὁμάδα ὅλα λειτουργοῦν ἁρμονικά, ἡ Κοινωνιολογία θὰ διαπιστώσει σωστὴ λειτουργία τῶν ρόλων της. Ἂν ὅμως ἡ ἁρμονία αὐτὴ ὀφείλεται σὲ ἀμοιβαῖο σεβασμὸ τῶν μελῶν της ἢ σὲ κάποια ἄλλη αἰτία, θὰ τὸ διερευνήσει ἡ Κοινωνικὴ ψυχολογία.
Ἡ ἀνάπτυξη διαπροσωπικῶν σχέσεων δὲν ἀποτελεῖ συμβατικὸ ἢ δευτερογενὲς στοιχεῖο τῆς ἀνθρώπινης ζωῆς. Ὁ ἄνθρωπος, ποὺ εἶναι ἀπὸ τὴν φύση του κοινωνικὸ ὄν, ἀναπτύσσει αὐθόρμητα διαπροσωπικὲς καὶ κοινωνικὲς σχέσεις. Συνδέεται μὲ τὰ πρόσωπα ποὺ τὸν περιβάλλουν καὶ ἔρχεται σὲ κοινωνία μαζί τους. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ περιορισμὸς τοῦ ἐνδιαφέροντος τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας στὴν ἀτομικότητα ἢ τὴν ὑποκειμενικότητα, ποὺ ἦταν συνήθης στὴν νεωτερικότητα, ἀδικοῦσε καὶ παρερμήνευε ὄχι μόνο τὴν κοινωνικὴ ἀλλὰ καὶ τὴν ἀτομικὴ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου.
Ἐκτὸς ὅμως ἀπὸ τὴν ὁριζόντια κοινωνικότητά του ὁ ἄνθρωπος ἔχει καὶ τὴν κατακόρυφη κοινωνικότητα, ποὺ ἐκδηλώνεται ὡς θρησκευτικότητα. Ὄχι μόνο οἱ συνειδητὰ θρησκευόμενοι ἄνθρωποι, ἀλλὰ καὶ ὅσοι παρουσιάζονται ὡς θρησκευτικῶς ψυχροὶ ἢ ἀδιάφοροι ἔχουν πάντοτε κάποιο εἶδος θρησκευτικότητας, ποὺ ἐκδηλώνεται ὡς προσήλωση σὲ κάποια ἰδεολογία ἢ σὲ κάποια «προσωπικὴ» φιλοσοφία, ἢ ἀκόμα ὡς πίστη σὲ διάφορες προλήψεις καὶ προκαταλήψεις. Τὰ θρησκευτικὰ ὅμως αὐτὰ ὑποκατάστατα δημιουργοῦν συνήθως προβληματικὲς καταστάσεις καὶ φαλκιδεύουν τὴν κατακόρυφη κοινωνικότητα, ποὺ διευρύνει τὴν ἀνθρώπινη ἐλευθερία.
ΣυνέχειαἩσυχαστικὴ Θεολογία
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης
Ὁ Ἡσυχασμὸς δὲν ἀποτελεῖ ἐποχικὸ ἢ περιθωριακὸ φαινόμενο τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ συνιστᾶ κεντρικὸ ἄξονα τῆς μοναχικῆς παραδόσεώς της καὶ σφραγίζει διαχρονικὰ τὸ χαρακτήρα τῆς πνευματικῆς της ζωῆς. Ἤδη, ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἔννοια τῆς ἡσυχίας συνδέθηκε μὲ τὴν ἀποδέσμευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἀγωνιώδη μέριμνα καὶ ταραχὴ τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἐπιστροφή του πρὸς τὸ Θεό.
Ἡ ἡσυχία δὲν εἶναι πλαδαρότητα ἢ ἀκινησία, ἀλλὰ ἀφύπνιση καὶ ἔντονη ἐνεργοποίηση στὸ ἐπίπεδό της πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι μία ἐσωτερικὴ ἀνασύνταξη καὶ ἐπανατοποθέτηση, ποὺ καλλιεργεῖται μὲ τὴν περισυλλογή, τὴν αὐτοσυγκέντρωση, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Θεό, Καὶ ἡ ἡσυχαστικὴ ζωή, ποὺ καλλιεργεῖται μὲ τὴ φυγὴ στὴν ἔρημο, δὲν ἐκφράζει ἀποστροφὴ πρὸς τὸν κόσμο, ἀλλὰ προσήλωση στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἡσυχαστὴς ἀπομονώνεται στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ χωρέσει μέσα τοῦ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ἡ ἡσυχαστικὴ ὅμως ζωὴ μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ ὡς ἕνα βαθμὸ καὶ μέσα στὶς πόλεις, ὅπως βεβαιώνει ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Κωνσταντῖνος ζοῦσε ἡσυχαστικὴ ζωὴ μέσα στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς συγκλητικὸς καὶ μέλος τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς. Ἐκεῖνο ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ προσήλωση στὸν κόσμο καὶ ἡ πλήρης ἀναφορὰ στὸ Θεό.
Προσήλωση
Κεντρικὴ θέση στὸν ἡσυχασμὸ ἔχει ἡ νοερὰ ἢ καρδιακὴ προσευχή, ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐ¬λέησον μέ». Ἡ προσευχὴ αὐτὴ μὲ τὴ συντομία τῆς βοηθάει στὴν αὐτοσυγκέντρωση καὶ στὴν ἀπερίσπαστη προσήλωση στὸ Θεό, Μὲ τὴ συνεχῆ ἐπανάληψή της καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ προσευχὴ μεταφέρεται σταδιακὰ ἀπὸ τὰ χείλη στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.
ΣυνέχειαἩ μητρότητα ὡς διακονία τῆς γυναίκας
Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ)
Ἡ θέση τῆς γυναίκας κατὰ τοὺς περασμένους αἰῶνες ἦταν ἐξαιρετικὰ δύσκολη, ἐνῶ ἀκόμη ὡς τὶς ἡμέρες μας δὲν ἔχει πλήρως τακτοποιηθεῖ. Σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδά της ζωῆς τὸ πρόβλημα αὐτὸ ἀποδεικνύεται ὑπερβολικὰ πολυπλοκοκαι στὸ ἐπίπεδό της κρατικῆς νομοθεσίας, καὶ στὸ ἐπίπεδό της δομῆς τῆς κοινωνίας, καὶ στὸ ἐπίπεδό της κατανομῆς τῆς ἐργασίας, καὶ στὸ ἐπίπεδό της ἐκπαιδεύσεως καὶ τῆς μορφώσεως, καὶ στὸ ἐπίπεδο τέλος τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Πολλὰ ἔχουν ἀλλάξει κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες· ἀπὸ πολλὲς ἀπόψεις ἡ γυναίκα ἀπέκτησε θέση ἀσύγκριτα καλύτερη ἀπὸ τὴν προηγούμενη, ἀλλὰ ὡστόσο δὲν ἔχει βρεῖ τὴ θέση της στὴν κοινωνία· δὲν ἔχει βρεθεῖ πραγματικὰ τὸ σωστὸ μέτρο γιὰ τὴν ἀξιολόγησή της. Κατὰ τοὺς προηγούμενους αἰῶνες ὁ ἄνδρας ἦταν ὁ νομοθέτης, ὁ κύριος. Ἡ γυναίκα ὅμως συχνὰ ἦταν ὑπερβολικὰ ὑποβιβασμένη, καὶ κατὰ τὴν ἀναζήτηση ἀλήθειας καὶ δικαιοσύνης ὅλοι ὅσοι ἐπιθυμοῦσαν βελτίωση τῆς θέσεως τῆς γυναίκας εἶχαν τὴ σκέψη: νὰ τὴν ἐξισώσουν στὰ δικαιώματα μὲ τὸν ἄνδρα σὲ ὅλα τὰ ἐπίπεδα. Ἡ ὁδὸς αὐτὴ ἔδωσε ὑπέροχους καρπούς. Πολλὲς γυναῖκες ἀπέκτησαν μεγάλη μόρφωση, κατέχουν ὑπεύθυνες θέσεις στὴν κρατικὴ μηχανή, ἄρχισαν νὰ διαδραματίζουν ἱστορικὸ ρόλο συμμετέχοντας στὶς ἐκλογὲς κυβερνήσεων. Στὴν οἰκογένεια ἐπίσης ἡ θέση τῆς γυναίκας ἄλλαξε πρὸς ὄφελός της.
Πραγματικά, ὅλα αὐτὰ ἔτσι εἶναι. Ἀλλὰ μποροῦμε ἄραγε νὰ θεωρήσουμε λυμένα τὰ προβλήματα ὄχι μόνο τῆς ἐργασίας τῆς γυναίκας, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ τῆς οἰκογενειακῆς θέσεώς της; Ἡ πείρα τῆς ἱστορίας ἔδειξε ὅτι τὸ τεράστιο σῶμα τῆς ἀνθρωπότητας ἀποτελεῖται ἀπὸ κύτταρα, καὶ ἕνα τέτοιο κύτταρο εἶναι ἡ οἰκογένεια. Στὸ μέτρο ποὺ τὰ κύτταρα εἶναι ὑγιῆ ὑγιαίνει καὶ τὸ σῶμα.
ΣυνέχειαΠῶς πρέπει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ τοῦ ὅποιος ζεῖ μέσα στὸν κόσμο
Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσανίνωφ,.
Ψυχὴ ὅλων τῶν ἀσκήσεων, ποὺ γίνονται γιὰ τὸν Κύριο, εἶναι ἡ προσοχή. Δίχως προσοχή, ὅλες αὐτὲς οἱ ἀσκήσεις εἶναι ἄκαρπες, νεκρές. Ὅποιος ποθεῖ τὴ σωτηρία του, πρέπει νὰ μάθει νὰ προσέχει ἄγρυπνα τὸν ἑαυτό του, εἴτε ζεῖ στὴ μόνωση εἴτε ζεῖ μέσα στὸν περισπασμό, ὅποτε καμιὰ φορᾶ, καὶ χωρὶς νὰ τὸ θέλει, παρασύρεται ἀπὸ τὶς συνθῆκες.
Ἂν ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ γίνει τὸ ἰσχυρότερο ἀπ’ ὅλα τ’ ἄλλα αἰσθήματα τῆς καρδιᾶς, τότε πιὸ εὔκολα θὰ προσέχουμε τὸν ἑαυτό μας, τόσο στὴν ἡσυχία τοῦ κελιοῦ μᾶς ὅσο καὶ μέσα στὸ θόρυβο ποὺ μᾶς κυκλώνει ἀπὸ παντοῦ.
Στὴ διατήρηση τῆς προσοχῆς πολὺ συμβάλλει ἡ συνετὴ μετρίαση τῆς τροφῆς, ποὺ μειώνει τὴ θέρμη τοῦ αἵματος. Ἡ αὔξηση αὐτῆς τῆς θέρμης ἀπὸ τὰ πολλὰ φαγητά, ἀπὸ τὴν ἔντονη σωματικὴ δραστηριότητα, ἀπὸ τὸ ξέσπασμα τῆς ὀργῆς, ἀπὸ τὸ μεθύσι τῆς κενοδοξίας καὶ ἀπὸ ἄλλες αἰτίες προκαλεῖ πολλοὺς λογισμοὺς καὶ φαντασιώσεις, δηλαδὴ τὸν σκορπισμὸ τοῦ νοῦ. Γι’ αὐτὸ οἱ ἅγιοι πατέρες σ’ ἐκεῖνον ποὺ θέλει νὰ προσέχει τὸν ἑαυτὸ τοῦ συστήνουν πρὶν ἀπ’ ὅλα τὴ μετρημένη, διακριτικὴ καὶ διαρκῆ ἐγκράτεια ἀπὸ τὶς τροφές.
Ὅταν σηκώνεσαι ἀπὸ τὸν ὕπνο -πρόκειται γιὰ μία προεικόνιση τῆς ἀναστάσεως τῶν νεκρῶν, ποὺ περιμένει ὅλους τους ἀνθρώπους- νὰ κατευθύνεις τὶς σκέψεις σου στὸ Θεό. Νὰ προσφέρεις σὰν θυσία σ’ Ἐκεῖνον τοὺς πρώτους καρποὺς τῆς λειτουργίας τοῦ νοῦ σου, ὅταν αὐτὸς δὲν ἔχει ἀκόμα προσλάβει καμιὰ μάταιη ἐντύπωση.
Συνέχεια«ΣΥΝΕΙΔΗΣΙΣ ΚΑΙ ΔΙΑΚΡΙΣΙΣ»
Ἁγίου Δημητρίου τοῦ Ροστώφ
Γιά νά δῇς τά ὑλικά πράγματα, πρέπει νά εἶναι ὑγιεῖς οἱ σωματικοί ὀφθαλμοί σου. Γιά νά γνωρίσῃς τά νοερά πράγματα, πρέπει νά εἶναι ὑγιεῖς οἱ ὀφθαλμοί τῆς ψυχῆς σου, νά ἔχῃς δηλαδή φωτισμένη συνείδησι καί διάκρισι.
Μόνο μ΄ αὐτή τήν προϋπόθεσι θά ἐφαρμόζεις σωστά τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ «καί οὐκ ἐκκλινεῖς ἀπ΄ αὐτῶν εἰς δεξιά οὐδέ εἰς ἀριστερά, ἵνα συνῇς ἐν πᾶσιν οἷς ἐάν πράσσῃς» (Ἰησ. Ναυῆ 1, 7).
Διάκρισις εἶναι ἡ ἱκανότητα τῆς ψυχῆς νά διακρίνῃ ἀλάθητα σέ κάθε περίπτωσι τό καλό ἀπό τό κακό, τό θεῖο θέλημα ἀπό τή δαιμονική ἀπάτη.
Μέ τή διάκρισι θά γνωρίσεις πότε καί πῶς πρέπει νά πολεμᾶς τά πάθη, πότε νά ὑποχωρῆς, πῶς νά ἀντιμετωπίζῃς νικηφόρα τίς πανουργίες τῶν δαιμόνων, πότε οἱ λογισμοί σου προέρχονται ἀπό τό Θεό καί πότε ἀπό τούς δαίμονες.
Αὐτή τή νοερή αἴσθησι τήν ἀποκτοῦν μόνο ὅσοι ἔχουν καθαρή καρδιά καί καθαρό σῶμα, ἀμόλυντη συνείδησι καί ἀμόλυντες αἰσθήσεις.
Ἡ συνείδησίς σου εἶναι ἡ φωνή καί ὁ ἔλεγχος τοῦ φύλακος ἀγγέλου, πού σοῦ ἔστειλε ὁ Θεός στό ἅγιο βάπτισμα. Καί λέω ἡ φωνή τοῦ φύλακος ἀγγέλου, γιατί δέν τολμῶ νά πῶ ὅτι συνείδησις εἶναι ἡ ἴδια ἡ φωνή τοῦ Ἅγίου Πνεύματος μέσα σου.
Ἡ συνείδησίς σου θά φωτισθεῖ καί ἡ διάκρισίς σου θά καλλιεργηθεῖ καί θ’ ἀναπτυχθεῖ μόνο μέ τόν ἀγώνα γιά τήν ἀπαλλαγή ἀπό τά πάθη. Ὅσο καθαρίζεσαι ἀπό τόν ρύπο τῶν παθῶν, τόσο ἡ συνείδησίς σου θά φωτίζεται· καί ὅσο φωτίζεται ἡ συνείδησις, τόσο θά τελειοποιεῖται ἡ διάκρισις· καί ὅσο τελειοποιεῖται ἡ διάκρισις, τόσο πιό ἀποτελεσματικός καί καρποφόρος θά γίνεται ὁ ἀγώνας σου κατά τῶν παθῶν.
ΣυνέχειαἭ συνείδηση.
Ἅγιος Ἰγνάτιος Μπραντσανίνωφ
Συνείδηση εἶναι ἡ αἴσθηση τοῦ πνεύματος τοῦ ἀνθρώπου, αἴσθηση λεπτή καί φωτεινή, πού ξεχωρίζει τό καλό ἀπό τό κακό.
Ἡ αἴσθηση αὐτή ξεχωρίζει τό καλό ἀπό τό κακό πιό καθαρά ἀπ’ ὅσο ὁ νοῦς. Πιό δύσκολο εἶναι νά παραπλανήσει κανείς τή συνείδηση παρά τόν νοῦ. Καί τόν πλανεμένο νοῦ, πού τόν ὑποστηρίζει τό φιλάμαρτο θέλημα, γιά πολύν καιρό τόν ἀντιμάχεται ἡ συνείδηση.
Ἡ συνείδηση εἶναι ὁ φυσικός νόμος[1].
Ἡ συνείδηση χειραγωγοῦσε τόν ἄνθρωπο πρίν τοῦ δοθεῖ ὁ γραπτός νόμος. Ἡ μεταπτωτική ἀνθρωπότητα βαθμιαῖα οἰκειώθηκε ἕναν λαθεμένο τρόπο σκέψεως γιά τόν Θεό, τό καλό καί τό κακό.
Ἡ λαθεμένη σκέψη ἐπηρέασε, φυσικά, καί τή συνείδηση. Ἔτσι, ὁ γραπτός νόμος ἀποτέλεσε ἀναγκαιότητα γιά τή χειραγώγηση τοῦ ἀνθρώπου στήν ἀληθινή θεογνωσία καί τή θεοφιλή διαγωγή.
Ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ, ἐπισφραγισμένη μέ τό ἅγιο Βάπτισμα, θεραπεύει τή συνείδηση ἀπό
τήν κακή προδιάθεση[2] μέ τήν ὁποία τή δηλητηρίασε ἡ ἁμαρτία. Ἡ ὀρθή λειτουργία τῆς συνει-
δήσεως ἀποκαθίσταται, ἐνισχύεται καί σταθεροποιεῖται με τήν τήρηση τῆς διδασκαλίας τοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἀποκατάσταση τῆς ὑγείας καί ἡ ὀρθή λειτουργία τῆς συνειδήσεως εἶναι δυνατές μόνο στούςκόλπους τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας μέσω τοῦ θείου νόμου της, πού κατευθύνει ὀρθά τόν νοῦ. Γιατί κάθε λαθεμένη σκέψη ἐπιδρᾶ ἀρνητικά στή συνείδηση καί τή λειτουργία της.
Κάθε ἁμαρτία πού δέν ἐξαλείφεται μέ τή μετάνοια, ἀφήνει τή βλαπτική σφραγίδα της στή συνείδηση. Ἡ ἑκούσια καί συνεχής ἁμαρτωλή ζωή σχεδόν νεκρώνει τή συνείδηση.
Δέν εἶναι δυνατόν, ὡστόσο, αὐτή νά νεκρωθεῖ ἐντελῶς. Θά συνοδεύει τόν ἄνθρωπο μέχρι τό φοβερό Κριτήριο τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖ θά τόν ἐνοχοποιήσει, ἄν τήν καταπατοῦσε.
ΣυνέχειαὉ Ἐκκλησιασμός
Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος
Μὲ λιμάνια μέσα στὸ πέλαγος μοιάζουν οἱ ναοί, ποὺ ὁ Θεὸς ἐγκατέστησε στὶς πόλεις· πνευματικὰ λιμάνια, ὅπου βρίσκουμε ἀπερίγραπτη ψυχικὴ ἠρεμία ὅσοι σ᾿ αὐτὰ καταφεύγουμε, ζαλισμένοι ἀπὸ τὴν κοσμικὴ τύρβη. Κι ὅπως ἀκριβῶς ἕνα ἀπάνεμο κι ἀκύμαντο λιμάνι προσφέρει ἀσφάλεια στὰ ἀραγμένα πλοῖα, ἔτσι καὶ ὁ ναὸς σῴζει ἀπὸ τὴν τρικυμία τῶν βιοτικῶν μεριμνῶν ὅσους σ᾿ αὐτὸν προστρέχουν καὶ ἀξιώνει τοὺς πιστοὺς νὰ στέκονται μὲ ἀσφάλεια καὶ ν᾿ ἀκοῦνε τὸ λόγο τοῦ Θεοῦ μὲ γαλήνη πολλή.
Ὁ ναὸς εἶναι θεμέλιο τῆς ἀρετῆς καὶ σχολεῖο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Πάτησε στὰ πρόθυρά του μόνο, ὁποιαδήποτε ὥρα, κι ἀμέσως θὰ ξεχάσεις τὶς καθημερινὲς φροντίδες. Πέρασε μέσα, καὶ μία αὔρα πνευματικὴ θὰ περικυκλώσει τὴν ψυχή σου. Αὐτὴ ἡ ἡσυχία προξενεῖ δέος καὶ διδάσκει τὴ χριστιανικὴ ζωὴ· ἀνορθώνει τὸ φρόνημα καὶ δὲν σὲ ἀφήνει νὰ θυμᾶσαι τὰ παρόντα· σὲ μεταφέρει ἀπὸ τὴ γῆ στὸν οὐρανό. Κι ἂν τόσο μεγάλο εἶναι τὸ κέρδος ὅταν δὲν γίνεται λατρευτικὴ σύναξη, σκέψου, ὅταν τελεῖται ἡ Λειτουργία καὶ οἱ προφῆτες διδάσκουν, οἱ ἀπόστολοι κηρύσσουν τὸ Εὐαγγέλιο, ὁ Χριστὸς βρίσκεται ἀνάμεσα στοὺς πιστούς, ὁ Θεὸς Πατέρας δέχεται τὴν τελούμενη θυσία, τὸ Ἅγιο Πνεῦμα χορηγεῖ τὴ δική Του ἀγαλλίαση, τότε λοιπόν, μὲ πόση ὠφέλεια πλημμυρισμένοι δὲν φεύγουν ἀπὸ τὸ ναὸ οἱ ἐκκλησιαζόμενοι;
Στὴν ἐκκλησία συντηρεῖται ἡ χαρὰ ὅσων χαίρονται· στὴν ἐκκλησία βρίσκεται ἡ εὐθυμία τῶν πικραμένων, ἡ εὐφροσύνη τῶν λυπημένων, ἡ ἀναψυχὴ τῶν βασανισμένων, ἡ ἀνάπαυση τῶν κουρασμένων. Γιατί ὁ Χριστὸς λέει: «Ἐλᾶτε σ᾿ ἐμένα ὅλοι ὅσοι εἶστε κουρασμένοι καὶ φορτωμένοι μὲ προβλήματα, κι ἐγὼ θὰ σᾶς ἀναπαύσω» (Ματθ. 11:28). Τί πιὸ ποθητὸ ἀπ᾿ αὐτὴ τὴ φωνή; Τί πιὸ γλυκὸ ἀπὸ τούτη τὴν πρόσκληση; Σὲ συμπόσιο σὲ καλεῖ ὁ Κύριος, ὅταν σὲ προσκαλεῖ στὴν ἐκκλησία· σὲ ἀνάπαυση ἀπὸ τοὺς κόπους σὲ παρακινεὶ· σὲ ἀνακούφιση ἀπὸ τὶς ὀδύνες σὲ μεταφέρει. Γιατὶ σὲ ξαλαφρώνει ἀπὸ τὸ βάρος τῶν ἁμαρτημάτων. Μὲ τὴν πνευματικὴ ἀπόλαυση θεραπεύει τὴ στενοχώρια καὶ μὲ τὴ χαρὰ τὴ λύπη.
Συνέχεια