Ὁ Χριστὸς ὡς ἄνθρωπος
Ἐπίσκοπος Κάλλιστος Γουέαρ
Ἀφοῦ ὁ ἄνθρωπος δὲν µποροῦσε νὰ ἔρθει στὸ Θεό, ὁ Θεὸς ἦρθε στὸν ἄνθρωπο, ταυτίζοντας τὸν ἑαυτό του µὲ τὸν ἄνθρωπο µὲ τὸν πιὸ ἄµεσο τρόπο. Ὁ αἰώνιος Λόγος καὶ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, τὸ δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ἔγινε ἀληθινὸς ἄνθρωπος, ἕνας ἀπὸ ἐµᾶς. Συµµετέχει ἀπόλυτα στὸ κάθε τί ποὺ µᾶς ἀποτελεῖ κι ἔτσι µᾶς δίνει τὴ δυνατότητα νὰ συµµετέχουµε σ’ αὐτὰ ποὺ τὸν ἀποτελοῦν, στὴ θεϊκή του ζωὴ καὶ στὴ δόξα του. Ἔγινε ὅ,τι εἴµαστε γιὰ νὰ µᾶς κάνει ὅ,τι εἶναι αὐτός.
Ὁ Θεὸς ἑνώνεται µὲ τὴ δηµιουργία του πιὸ στενὰ ἀπ’ τὴ κάθε δυνατὴ ἕνωση, καθὼς γίνεται ὁ ἴδιος αὐτὸ ποὺ δηµιούργησε. Ὁ Θεὸς σὰν ἄνθρωπος ἐκπληρώνει τὸ µεσολαβητικὸ ἔργο ποὺ ὁ ἄνθρωπος ἀπέκρουσε κατὰ τὴ πτώση. Ὁ Ἰησοῦς, ὁ Σωτήρας µας, γεφυρώνει τὴν ἄβυσσο ἀνάµεσα στὸ Θεὸ καὶ στὸν ἄνθρωπο γιατί εἶναι ταυτόχρονα καὶ Θεὸς καὶ ἄνθρωπος. Ὅπως λέµε σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς ὀρθόδοξους ὕµνους τῆς παραµονῆς τῶν Χριστουγέννων. «Ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ σήµερον ἡνώθησαν, τεχθέντος τοῦ Χριστοῦ. Σήµερον Θεὸς ἐπὶ γῆς παραγέγονε, καὶ ἄνθρωπος εἰς οὐρανοὺς ἀναβέβηκε».
Ἡ Ἐνσάρκωση λοιπὸν εἶναι ἡ ὑπέρτατη πράξη τοῦ Θεοῦ γιὰ νὰ µᾶς ἀπολυτρώσει καὶ νὰ ξανασυνδέσει τὴν ἐπικοινωνία µας µαζί του. Ἔχει περισσότερη σηµασία ἀπὸ µιὰ ἀναίρεση τῆς πτώσης ἢ µιὰ ἀποκατάσταση τοῦ ἀνθρώπου στὴν ἀρχική του κατάσταση µέσα στὸ Παράδεισο. Ὅταν ὁ Θεὸς γίνεται ἄνθρωπος, αὐτὸ σηµαδεύει τὴν ἀρχὴ ἑνὸς οὐσιαστικὰ νέου σταδίου στὴν ἱστορία τοῦ ἀνθρώπου καὶ ὄχι µόνο τὴν ἐπιστροφή του στὸ παρελθόν.
Ἡ Ἐνσάρκωση ἀνεβάζει τὸν ἄνθρωπο σ’ ἕνα καινούριο ἐπίπεδο, ἡ τελευταία κατάσταση εἶναι ὑψηλότερη ἀπὸ τὴν πρώτη. Μόνο µέσα στὸν Ἰησοῦ Χριστὸ βλέπουµε νὰ ἀποκαλύπτονται ὅλες οἱ δυνατότητες τῆς ἀνθρώπινης φύσης µας. Μέχρι νὰ γεννηθεῖ, ἡ ἀληθινὴ σηµασία τῆς προσωπικότητάς µας ἦταν κρυµµένη. Ἡ γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ὅπως λέει ὁ Μ. Βασίλειος, εἶναι «ἡ γενέθλια ἡµέρα ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους».
Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ πρῶτος τέλειος ἄνθρωπος- τέλειος δηλαδὴ ὄχι µόνο δυναµικά, ὅπως ἦταν ὁ Ἀδὰµ µὲ τὴν ἀθωότητά του πρὶν ἀπὸ τὴν πτώση, ἀλλὰ µὲ τὴν ἔννοια τῆς ἀπόλυτα πραγµατοποιηµένης «ὁµοίωσης». Ἡ Ἐνσάρκωση λοιπὸν δὲν εἶναι µόνο ἕνας τρόπος γιὰ ν’ ἀπαλειφθοῦν τὰ ἀποτελέσµατα τοῦ προπατορικοῦ ἁµαρτήµατος, ἀλλὰ εἶναι ἕνα οὐσιαστικὸ στάδιο στὸ ταξίδι τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν θεία εἰκόνα στὴ θεϊκὴ ἐξοµοίωση. Ἡ ἀληθινὴ αἰτία λοιπὸν γιὰ τὴν Ἐνσάρκωση δὲν βρίσκεται στὴν ἁµαρτωλότητα τοῦ ἀνθρώπου ἀλλὰ στὴ πεπτωκυία φύση του, στὴν ὕπαρξή του ποὺ ἔγινε σύµφωνα µὲ τὴ θεϊκὴ εἰκόνα καὶ εἶναι ἱκανὴ νὰ ἑνωθεῖ µὲ τὸ Θεό.
ΣυνέχειαΘεόπτης Μωυσῆς καὶ θεοπτία
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης
Τὸ θέμα τῆς θεοπτίας ἢ τῆς θέας τοῦ Θεοῦ παρουσιάζεται στὴν Ἁγία Γραφὴ μὲ δύο διαφορετικὲς μορφές, ποὺ ἡ μία φαίνεται νὰ ἀποκλείει τὴν ἄλλη. Ὁρισμένα χωρία χαρακτηρίζουν τὴν θεοπτία ὡς ἀδύνατη. Ἔτσι στὸ βιβλίο τῆς Ἐξόδου ὁ Θεὸς λέει στὸν Μωυσῆ: «Οὐ δυνήση ἰδεῖν τὸ πρόσωπόν μου· οὐ γὰρ μὴ ἴδη ἄνθρωπος τὸ πρόσωπόν μου καὶ ζήσεται». Καὶ ὁ Ψαλμωδὸς σημειώνει ὅτι ὁ Θεὸς «ἔθετο σκότος ἀποκρυφὴν αὐτοῦ» Ἐξάλλου στὴν Καινὴ Διαθήκη ὁ Ἀπόστολος καὶ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης γράφει: «Θεὸν οὐδεὶς ἑώρακε πώποτε», ἢ «Θεὸν οὐδεὶς πώποτε τεθέαται». Καὶ ὁ Ἀπόστολος Παῦλος προσθέτει ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι ἐκεῖνος, «ὅν εἶδεν οὐδεὶς ἀνθρώπων οὐδὲ ἰδεῖν δύναται».
Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ στὴν Ἁγία Γραφὴ ἀναφέρεται πλῆθος θεοφανειῶν. Ἔτσι ὁ Ἰακὼβ λέει: «Εἶδον Θεὸν πρόσωπον πρὸς πρόσωπον, καὶ ἐσώθη μου ἡ ψυχή». Καὶ γιὰ τὸν Μωυσῆ σημειώνεται: «Καὶ ἐλάλησε Κύριος πρὸς Μωυςῆν ἐνώπιος ἐνωπίῳ, ὡς εἰ τὶς λαλήσει πρὸς τὸν ἑαυτοῦ φίλον». Τέλος ὁ Ἰὼβ ἀπευθυνόμενος πρὸς τὸν Κύριο λέει: «Ἀκοὴν μὲν ὠτὸς ἤκουόν σου τὸ πρότερον, νυνὶ δὲ ὁ ὀφθαλμός μου ἑώρακέ σε». Ἐξάλλου στὴν Καινὴ Διαθήκη μακαρίζονται ἀπὸ τὸν Χριστὸ «οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ», γιατί θὰ δοῦν τὸν Θεό. Καὶ ὁ Ἀπόστολος Ἰωάννης γράφει: «Νῦν τέκνα Θεοῦ ἐσμεν, καὶ οὔπω ἐφανερώθη τί ἐσόμεθα· οἴδαμεν δὲ ὅτι ἐὰν φανερωθῆ, ὅμοιοι αὐτῷ ἐσόμεθα, ὅτι ὀψόμεθα αὐτὸν καθώς ἐστι».
Σχολιάζοντας τὰ χωρία αὐτὰ ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς παρατηρεῖ ὅτι στὴ θεολογία ἡ θέα τοῦ Θεοῦ ταυτόχρονα καὶ ἀποκλείεται καὶ προτείνεται. Ἀποκλείεται, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι ἀκατάληπτος κατὰ τὴν οὐσία του. Ἀλλὰ καὶ προτείνεται, γιατί προσεγγίζει τὸν κόσμο καὶ γίνεται προσιτὸς μὲ τὶς ἐνέργειές του. Ἔτσι τὰ δύο αὐτὰ πράγματα δὲν εἶναι ἀντίθετα μεταξύ τους, ἀλλὰ ἐναρμονίζονται καὶ συμβαδίζουν.
Τὸ ἀπρόσιτό τοῦ Θεοῦ δὲν ἀποκλείει τὴ θεοπτία. Καὶ ἡ θεοπτία ἢ ἡ θέα τοῦ Θεοῦ δὲν ἀναιρεῖ τὸ ἀπρόσιτό τῆς θείας οὐσίας. Ὁ Μωυσῆς, ποὺ ὡς κτίσμα ἀδυνατεῖ νὰ δεῖ τὸ πρόσωπο τοῦ ἄκτιστου Θεοῦ, τοποθετεῖται «εἰς ὀπὴν τῆς πέτρας», σκεπάζεται μὲ τὸ χέρι τοῦ Θεοῦ, ὅσο παρέρχεται ἡ δόξα του, καὶ ὕστερα βλέπει τὰ ὀπίσω του. Καὶ ὁ Προφήτης Ἠλίας, μόλις αἰσθάνεται τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ, καλύπτει μὲ τὴ μηλωτὴ του τὸ πρόσωπό του. Ἀλλὰ καὶ κατὰ τὴν Μεταμόρφωση τοῦ Χριστοῦ οἱ παρευρισκόμενοι Ἀπόστολοι φοβήθηκαν πολὺ καὶ «ἔπεσαν ἐπὶ τὸ πρόσωπον αὐτῶν».
ΣυνέχειαἩ πρώτη γέννηση τοῦ Χριστοῦ
Στέργιου Ν. Σάκκου
Ἡ θεία ἀποκάλυψη, ὅπως μᾶς τὴν παραδίδει ἡ ἁγία Γραφὴ καὶ μᾶς τὴν ἑρμηνεύουν οἱ ἅγιοι πατέρες καὶ διδάσκαλοι τῆς Ἐκκλησίας, δὲν μιλᾶ μόνο γιὰ μία γέννηση τοῦ Χριστοῦ, ἀλλὰ γιὰ τρεῖς γεννήσεις.
Γιὰ τὴν ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησή του ἀπὸ τὸν Πατέρα,
γιὰ τὴν ἐν χρόνω ἐνανθρώπησή Του ἀπὸ τὴν παρθένο Μαρία,
καὶ γιὰ τὴν ἐν Πνεύματι ἁγίω γέννησή Του στὴ ζωὴ τῶν ἀναγεννημένων πιστῶν.
Κάθε γέννηση ἀποτελεῖ καὶ μία σπουδαία δογματικὴ ἀλήθεια, ποὺ δημιουργεῖ ἀνάλογες ἠθικὲς ὑποχρεώσεις σ’ αὐτὸν ποὺ θὰ τὴν ἐγκολπωθεῖ. Ἔτσι ὁ πιστὸς μελετώντας τὶς τρεῖς γεννήσεις τοῦ Χριστοῦ ἀφ’ ἑνὸς γνωρίζει καλύτερα τὸ πρόσωπο τοῦ Κυρίου καὶ ἀφ’ ἕτερου μαθαίνει ἀκριβέστερα τὸ θέλημά του, ὥστε νὰ τὸ ἐφαρμόσει γιὰ τὴ σωτηρία του.
Η ΠΡΩΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ
Ἐν ἀρχῇ ἧν ὁ Λόγος
1. Τὸ μυστήριο τῆς ἁγίας Τριάδος
Ἡ πρώτη γέννηση τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἡ ἄχρονη καὶ ἀΐδια γέννησή Του ἀπὸ τὸ Πατέρα. Στὴν ἁγία Γραφὴ ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται Υἱὸς Θεοῦ. Γιὰ νὰ εἶναι Υἱός, σημαίνει ὅτι γεννήθηκε καὶ ὅτι ἔχει Πατέρα. Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστὰ στὸ μυστήριο τῆς τριαδικότητας τοῦ Θεοῦ· Πατήρ, Υἱὸς καὶ ἅγιο Πνεῦμα τρία πρόσωπα, ἀλλὰ ἕνας Θεός. Πῶς συμβαίνει αὐτό, εἶναι ἀδύνατο νὰ τὸ ἐννοήσει ἀνθρώπινος νοῦς, ἀλλὰ οὔτε ὑπάρχει καὶ παράλληλο παράδειγμα στὴ φύση. Οἱ πατέρες τῆς Ἐκκλησίας μας, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ πλησιάσουμε τὸ μυστήριο, χρησιμοποιοῦν τὰ παραδείγματα τοῦ ἥλιου καὶ τοῦ νοῦ. Ὅπως ὁ ἥλιος γεννᾶ τὸ φῶς καὶ ἐκπορεύει τὴ θερμότητα, ἀλλὰ δὲν παύει νὰ ἀποτελεῖ ἕνα σῶμα· ὅπως ὁ νοῦς γεννᾶ τὸ λόγο καὶ ἐκπορεύει τὴ σκέψη, ἀλλὰ δὲν παύουν νὰ εἶναι καὶ τὰ τρία ἀξεχώριστα· ἔτσι ὁ Πατὴρ γεννᾶ τὸν Υἱὸ καὶ ἐκπορεύει τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιο, ἀλλὰ δὲν παύουν οὔτε στιγμὴ τὰ τρία πρόσωπα ν’ ἀποτελοῦν μία οὐσία καὶ μία φύση.
Ἐν τούτοις, κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ κατανοήσουμε πῶς ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνος, μποροῦμε εὔκολα νὰ καταλάβουμε γιατί ὁ Θεὸς δὲν εἶναι μόνος. Ἡ κοινὴ λογικὴ βεβαιώνει ὅτι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι εὐτυχισμένος, ἔστω καὶ ἂν βρίσκεται στὸ ὡραιότερο μέρος, καὶ μὲ τὶς ἰδανικότερες συνθῆκες, ὅταν τοῦ λείπει ἡ συντροφιά. Εἶναι δυνατόν, λοιπόν, νὰ φαντασθοῦμε ποτὲ τὸ μακάριο καὶ τέλειο Ὅν πού λέγεται Θεός, νὰ εἶναι μόνο; Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἀγάπη νὰ ἀπολαμβάνει μόνος στοὺς ἄπειρους αἰῶνες ὅλα ὅσα ἡ πανσοφία καὶ ἡ παντοδυναμία Του προσφέρει; Τουλάχιστον ἀπὸ αὐτή τὴν ἄποψη τὸ δόγμα τῆς ἁγίας Τριάδος ἱκανοποιεῖ πλήρως τὸ λογικό μας. Κι ἂν δὲν μποροῦμε νὰ καταλάβουμε τὸ πῶς, μποροῦμε ὅμως νὰ τὸ παραδεχθοῦμε· «ἡ μονὰς ἐν τριάδι καὶ ἡ τριὰς ἐν μονάδι», κατὰ τὴν ἔκφραση ἀρχαίου διδασκάλου.
Συνέχεια“Τί ποιήσω…”
Ἐπίσκοπος Ἀθανάσιος Γιέφτιτς
Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι στὸ Εὐαγγέλιο, ἀπὸ τόσους ποὺ μνημονεύονται καὶ ἀναφέρονται, κανεὶς δὲν ἔχει θέσει τέτοια ριζική, ὁριακή, θὰ ἔλεγα, ἐρώτηση στὸν Χριστό, ὅσον ἕνας νέος. Σημειώνουν οἱ Εὐαγγελιστὲς ὅτι προσῆλθε στὸν Χριστὸ ἕνας νέος καὶ τοῦ ἔθεσε τὴν πιὸ μεγάλη, τὴν πιὸ ριζική, τὴν πιὸ ὁριακὴ ἐρώτηση:
«Διδάσκαλε ἀγαθέ, τί ποιήσω ἵνα ζωὴν αἰώνιον κληρονομήσω;» Τί νὰ κάνω νὰ κερδίσω, νὰ ἔχω τὴ ζωὴ τὴν αἰώνια; Βέβαια προσῆλθε πρὸς τὸν Χριστὸ ὡς ἕνα μεγάλο σοφὸ διδάσκαλο, γι’ αὐτὸ ὁ Χριστὸς τοῦ ἀπάντησε: «Γιατί μὲ λέγεις ἀγαθόν, μόνον ὁ Θεὸς εἶναι ἀγαθός». Τοῦ ὑπενθυμίζει τὴν ἰδιότητα τοῦ Θεοῦ καὶ μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σὰν νὰ τοῦ λέει, «μήπως θέλεις νὰ πιστέψεις ὅτι εἶμαι καὶ πάρα πέρα ἀπὸ σοφὸς διδάσκαλος;». Ἐν πάσει περιπτώσει, ἡ ἐρώτηση αὐτὴ εἶναι ἡ πιὸ ριζικὴ ἐρώτηση σ’ ὅλη τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος. Καὶ ὁ νεαρὸς δὲν ρώτησε ἀπὸ ἐγωισμό, «Κύριε, τί νὰ κάνω γιὰ νὰ ζήσω αἰώνια», ἀλλὰ διότι εἶναι τὸ πιὸ φυσικὸ πράγμα στὸ νέο ἄνθρωπο νὰ ζητήσει πλῆρες νόημα καὶ περιεχόμενο τῆς ζωῆς.
Ἡ ζωὴ αὐτὴ στὸν κόσμο καὶ κυρίως ὅπως τὴν ζεῖ ὁ νέος ἄνθρωπος, σὰν νὰ ἀνοίγει μόνον τὶς ὀρέξεις γιὰ τὴ ζωή. Καὶ στὴν συνέχεια ἔρχεται ἡ ζοφερὴ πραγματικότητα καὶ σὰν νὰ δηλητηριάζει αὐτὲς τὶς ἁγνὲς ὀρέξεις, ἐφέσεις, ἐπιθυμίες, προσδοκίες, νοσταλγίες, ἐλπίδες ποὺ ἔχει ὁ ἄνθρωπος. Ὅλα αὐτὰ σὰν νὰ τὸν ἐρεθίζουν, σὰν νὰ αὐξάνουν τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα του, σὲ σημεῖο ποὺ ὅλος ὁ κόσμος δὲν φθάνει νὰ τὶς χορτάσει. Γι’ αὐτό, εἶναι φυσικὴ ἡ ἐρώτηση τοῦ νέου, «τί νὰ κάνω γιὰ νὰ ἔχω ζωὴν αἰώνιον;». Διότι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργημένος γιὰ τὴ ζωὴ τὴν αἰώνιο. Γι’ αὐτὸ ὁ θάνατος εἶναι τόσο τραγικὸς γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ἀνεξαιρέτως. Καὶ οἱ Χριστιανοί, ὅταν παραδέχονται τὸν βίαιο θάνατο γιὰ τὸν Χριστό, ὅπως οἱ Μάρτυρες, ἢ τὸν ἑκούσιο θάνατο, ὅπως οἱ Ὅσιοι, τὸν παραδέχονται ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχουν μεταβεῖ ἤδη ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωὴ στὴν αἰώνια ζωή. Ὁ θάνατος εἶναι μία μετάβαση, θλιβερὴ ὅμως καὶ αὐτή, διότι μᾶς ὑπενθυμίζει τὴ δυνατότητα ὅτι μποροῦμε νὰ πεθάνουμε, ὅτι μποροῦμε νὰ χάσουμε καὶ τὸ Θεὸ καὶ τὴν αἰώνια ζωὴ καὶ τὸν ἑαυτό μας καὶ τοὺς συνανθρώπους μας.
Ἴσως δὲν εἶναι αὐτὴ ἡ ὥρα κατάλληλη νὰ μιλήσω περισσότερο, ἀλλά, ἐν πάσει περιπτώσει, καὶ στὴν ψυχανάλυση τοῦ Φρόυντ καὶ στὴν κοινωνιολογία τοῦ Μαρκουζέ, διαπιστώνεται ὅτι ὁ θάνατος εἶναι ἕνα παράλογο, διότι κατ’ ἀρχὴν κόβει τὶς δημιουργημένες σχέσεις μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων, καὶ κυρίως τὴν ἀγάπη. Κόβει καὶ ἀπονοηματοποιεῖ.
Ἡ ἀγάπη, ὡς ἡ πιὸ δυνατὴ σχέση στὴν ἀνθρώπινη ζωὴ καὶ ὕπαρξη, διεκδικεῖ γιὰ τὸν ἑαυτὸν τῆς ἀθανασία, αἰωνιότητα. Γι’ αὐτὸ καὶ θλίβεται ὁ ἄνθρωπος ὅταν ἔρχεται ὁ θάνατος, ποὺ ἀπειλεῖ αὐτὴ τὴ σχέση, ἂν ὄχι καὶ τὴν κόβει, γιὰ ἐκείνους ποὺ δὲν πιστεύουν. Ἑπομένως, ἂν ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα του καὶ δύναμη καὶ ἔφεση ἀγαπητική, καὶ αὐτὴ ἡ ἀγάπη διεκδικεῖ ἀπὸ τὴ φύση της αἰωνιότητα, τὴν μὴ διακοπή, τὴν ἀφθαρσία, τὴν ἀθανασία δηλαδή, αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος εἶναι δημιουργημένος γιὰ αἰωνιότητα. Συνέχεια
Ὅσιος Συμεὼν ὁ Στυλίτης
Ἰ.Μ. Φουντούλη
Ὁ ὅσιος πατὴρ ἡμῶν Συμεὼν ὁ Στυλίτης εἶναι ἀναμφιβόλως μιὰ μεγάλη καὶ ἰδιόρρυθμη ἐκκλησιαστικὴ προσωπικότητα. Τὰ δυὸ αὐτὰ χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του, ἡ μεγαλοσύνη καὶ ἡ ἰδιορρυθμία, ἔφεραν σὲ δυσχερή θέση τοὺς κατὰ καιροὺς βιογράφους του καὶ τοὺς ἐγκωμιαστές του. Καὶ τοῦτο, πρῶτο, γιατὶ ἦταν καὶ εἶναι στοὺς πολλοὺς ἀπίστευτα τὰ ἀσκητικά του κατορθώματα καί, δεύτερο, γιατὶ εἶναι δύσκολος ὁ τρόπος τῆς ἀντιμετωπίσεως τοῦ μεγάλου θέματος τῆς προβολῆς του ὡς παραδείγματος πρὸς μίμηση στὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Πράγματι ἡ ἀσκητικὴ πολιτεία τοῦ Συμεὼν ξεπερνᾶ κάθε μέτρο ὄχι μόνο της κοινῆς ἀνθρώπινης φύσεως, ἀλλὰ καὶ τοῦ πιὸ ἀπολύτου τρόπου ἀρνήσεως τοῦ κόσμου καὶ τῶν ἀγαθῶν του γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ. Παρὰ ταῦτα, ἢ ἀκριβῶς γι᾿ αὐτά, ἡ Ἐκκλησία ποτὲ δὲν ἔπαψε νὰ προβάλλει τὸ παράδειγμα του, τοποθετώντας μάλιστα τὴ μνήμη του στὴν ἀρχή, στὴν πρώτη ἡμέρα τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους σὰν ἀφετηρία καὶ ὑψηλὸ δείκτη τῆς κατὰ Χριστὸν πολιτείας, ποὺ μπορεῖ μὲ ἐπιτυχία νὰ συναγωνισθεῖ μὲ τὴν ἀγγελικὴ τελειότητα.
Τὸν βίο, τὴν πολιτεία καὶ τὴν ὑπὲρ φύσιν ἄσκηση τοῦ ὁσίου Συμεών μᾶς διηγοῦνται ὄχι μόνο μεταγενέστερες πηγὲς καὶ συναξάρια, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ ὑποθέσει κανεὶς ὅτι ἡ χρονικὴ ἀπόσταση καὶ ἡ φήμη εὐνόησαν τὴν ἀλλοίωση τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητας καὶ μεγαλοποίησαν τὰ γεγονότα, ἀλλὰ καὶ ἀπόλυτα ἀξιόπιστες πηγές, ποὺ γράφηκαν ὅταν ἀκόμα ζοῦσε ὁ ἅγιος ἢ ἀμέσως μετὰ τὸ θάνατό του. Συγγραφεῖς τους εἶναι σοβαροὶ αὐτόπτες καὶ αὐτήκοοι μάρτυρες, ὁ ἐπίσκοπος Κύρου Θεοδώρητος καὶ ὁ μαθητὴς τοῦ ὁσίου Συμεὼν μοναχὸς Ἀντώνιος. Ὁ πρῶτος τοῦ ἀφιερώνει εἰδικὸ κεφάλαιο στὴν «Φιλόθεο Ἱστορία» του, πρὶν ἀκόμα κοιμηθεῖ ὁ Συμεών, καὶ ὁ δεύτερος, ἔγραψε τὸ Βίο του λίγο μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ὁσίου. Οἱ πληροφορίες καὶ τῶν δυὸ συμπίπτουν ἀπόλυτα. Εἶδαν μὲ τὰ ἴδια τους τὰ μάτια τὸν ὅσιο, ἔζησαν μαζί του, ἄκουσαν τὴ διδασκαλία του, μίλησαν μαζί του, γνώρισαν τὰ ἀσκητικά του παλαίσματα καὶ χρημάτισαν αὐτόπτες μάρτυρες τῶν πολλῶν θαυμάτων ποὺ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ τελοῦσε. Ἂν ὅλα αὐτὰ φαινόταν τότε καὶ φαίνονται καὶ σήμερα ἀπίστευτα καὶ ὑπεράνθρωπα, ἡ ἱστορία, βασισμένη στὴν αὐτοψία τῶν μαρτύρων, βεβαιώνει πὼς εἶναι ἀληθινά. Κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητήσει τὴν ἱστορικότητά τους. Τὸ παράδοξο στὴν περίπτωση τοῦ Συμεὼν εἶναι αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ Συμεών, ὁ «οὐράνιος ἄνθρωπος» καὶ ὁ «ἐπίγειος ἄγγελος» (αὐτόμελο στιχηρὸ τοῦ ἑσπερινοῦ της 1ης Σεπτεμβρίου), ὁ ἀσώματος ἄνθρωπος καὶ ὁ ἔνσαρκος ἄγγελος.
Συνέχεια«Αὐτὸς τὰς ἀσθενείας ἡμῶν ἔλαβε»
π. Ἀλέξανδρος Σμέμαν
Γιατί ὁ Ἰησοῦς , ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο νὰ θεραπεύσει τὴν ἁμαρτία μὲ τὴν ἀναμαρτησία Του καὶ νὰ ὁδηγήσει τοὺς ἀνθρώπους σὲ κοινωνία μὲ τὴ θεία ζωή, ἐπιθύμησε καὶ ἀπαίτησε νὰ βαπτισθεῖ ἀπὸ τὸν Ἰωάννη; Γνωρίζουμε ἀπὸ τὸ Εὐαγγέλιο πὼς τὸ ἴδιο ἐρώτημα βρισκόταν στὸ κέντρο τῆς καρδιᾶς τοῦ Ἰωάννη. «Ἐγὼ χρείαν ἔχω ὑπό σοῦ βαπτισθῆναι, καὶ σὺ ἔρχη πρὸς με;» ( Ματθ. 3, 14). Ἡ ἀπάντηση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἡ ἑξῆς:
Ὁ Χριστὸς δεχόμενος τὸ βάπτισμα ταυτίζεται μὲ τοὺς ἀνθρώπους, μὲ ὅλους τούς ἁμαρτωλοὺς ἀνεξαιρέτως. Ταυτίζεται μὲ κάθε ἁμαρτωλὸ ποὺ χρειάζεται συγχώρηση, σωτηρία καὶ ἀναγέννηση… Ταυτίζεται μὲ ὅλους καὶ μὲ τὸν καθένα μας. Μὲ τὸ Βάπτισμά Του δείχνει πὼς δὲν ἦρθε γιὰ νὰ κρίνει ἢ νὰ καταδικάσει, οὔτε γιὰ νὰ φέρει ἀντικειμενικοὺς νόμους καὶ κανόνες, ἀπὸ τὸ ὕψος τῆς τελειότητας καὶ Θεότητάς Του, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἑνωθεῖ μαζί μας ἔτσι, ὥστε γινόμενος ἕνας ἀπὸ μᾶς νὰ μᾶς καταστήσει μετόχους τῆς τέλειας καὶ ἀναμάρτητης ζωῆς Του. Ὁ Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς ἔλεγε γι’ Αὐτόν, “ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτία τοῦ κόσμου!” (Ἰωάν. 1,29) . Ὁ Χριστὸς εἰσῆλθε στὸν κόσμο μας ὡς παιδί, καὶ μὲ τὴ γέννησή Του ἀνέλαβε καὶ οἰκειώθηκε τὴν ἀνθρώπινη φύση. Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ἔγινε Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου. Καὶ τὸ ἔκανε αὐτὸ ὄχι γιὰ τοὺς δικαίους, ἀλλὰ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλούς, γιὰ τοὺς ἀπολωλότες. Τοὺς ἀγαπᾶ μὲ θυσιαστικὴ ἀγάπη, τοὺς προσφέρει τὸν Ἑαυτό Του καὶ ὁλόκληρη τὴ ζωή Του. Ἐδῶ στὸ βάπτισμα τοῦ Ἰωάννου, Αὐτός, ὁ ἀναμάρτητος ἑνώνεται μὲ τοὺς χαμένους, ἐπειδὴ δὲν ὑπάρχει καμιὰ ἁμαρτία ποὺ μπορεῖ νὰ ὑπερβεῖ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιά μᾶς. Μὲ τὸ βάπτισμά Του ἑνώνεται μὲ τὴ ζωὴ τῶν ἁμαρτωλῶν ἀνθρώπων, ὅπως ἀκριβῶς ἀργότερα, στὸ τέλος Αὐτός, ὁ ἀθάνατος, ἑνώνεται ἐπίσης ἐλεύθερα μὲ τοὺς ἀνθρώπους στὸ θάνατο. Ὅλα αὐτὰ μαρτυροῦν πὼς ὁ Χριστὸς ἐπιθυμεῖ νὰ μᾶς σώσει μὲ τὴν ἀγάπη· ἀγάπη ὅμως πάνω ἀπὸ ὅλα σημαίνει ἕνωση μ’ αὐτὸν ποὺ ἀγαπᾶς. Σύμφωνα μὲ τὸν προφήτη Ἡσαΐα, “οὗτος τὰς ἁμαρτίας ἡμῶν φέρει καὶ περὶ ἡμῶν ὀδυνᾶται… τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν” (Ἡσ. 53, 4-5) .
ΣυνέχειαΣκέψεις στὴν ἀκροθαλασσιά
ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ
Μέ ποιόν μοιάζει ὁ χριστιανός, πού σηκώνει τὶς θλίψεις τῆς ἐπίγειας ζωῆς μὲ ἀληθινὴ πνευματικὴ σύνεση; Μ’ ἕναν ὁδοιπόρο, πού στέκεται στὴν ἀκροθαλασσιὰ σὲ ὥρα τρικυμίας.
Τὰ ἀγριεμένα ἄσπρα κύματα πλησιάζουν τὸν ὁδοιπόρο καί, ἀφοῦ σπάσουν στὴν ἄμμο, διαλύονται πάνω στὰ πόδια του σὲ ἀναρίθμητες μικρὲς σταγόνες. Ἡ θάλασσα, φιλονικώντας μὲ τὸν ἄνεμο, βρυχιέται, ὑψώνει κύματα σὰν βουνά, βράζει, παφλάζει. Τὸ ἕνα κύμα γεννᾶ καὶ στὴ συνέχεια καταβροχθίζει τὸ ἄλλο. Οἱ κορυφὲς τους εἶναι στεφανωμένες μὲ κάτασπρο ἀφρό. Ὅλη ἡ θάλασσα εἶναι καλυμμένη ἀπ’ αὐτὰ τὰ κύματα, πού μοιάζουν μὲ τεράστιο λάρυγγα φοβεροῦ τέρατος δίχως δόντια.
Ὁ ὁδοιπόρος παρατηρεῖ τὸ φοβερὸ θέαμα μὲ ἤρεμο λογισμό. Τὰ μάτια του εἶναι στὴ θάλασσα. Ποῦ εἶναι, ὅμως, ἡ σκέψη του; Καὶ ποῦ ἡ καρδιά του; Ἡ σκέψη του εἶναι στὶς πύλες τοῦ θανάτου. Καὶ ἡ καρδιά του στὴν κρίση τοῦ Θεοῦ. Ἐκεῖ εἶναι ἤδη μὲ τὸν νοῦ του· ἐκεῖ εἶναι μὲ τὸ αἴσθημά του· ἐκεῖ εἶναι οἱ φροντίδες του· ἐκεῖ εἶναι ὁ φόβος του.
Ἀπὸ τὸν φόβο τοῦτο φεύγει μακριὰ ὁ φόβος τῶν ἐπίγειων πειρασμῶν, θὰ κοπάσουν οἱ ἄνεμοι, θὰ γαληνέψει ἡ θάλασσα. Ἐκεῖ πού πρῶτα μάνιαζαν τὰ τεράστια ὀργισμένα κύματα, δὲν θὰ βλέπει κανεὶς παρὰ μίαν ἐπίπεδη ἐπιφάνεια ἀπὸ νερὰ ἀκίνητα, νερὰ κουρασμένα ἀπὸ τὴ θύελλα. Μετὰ τὴ μεγάλη θαλασσοταραχή, τὰ νερὰ θὰ καταπέσουν σὲ μία νεκρικὴ ἀκινησία. Στὸν διάφανο καθρέφτη τους θὰ ἀντανακλᾶ ὁ βραδινὸς ἥλιος, ὅταν θὰ σταθεῖ πάνω ἀπὸ τὴν Κρονστάνδη, θὰ σκορπίσει τὶς ἀκτίνες του σ’ ὅλον τὸν Φιννικὸ Κόλπο καὶ θὰ συναντήσει τὸν ποταμὸ Νιέβα πρὸς τὴν Πετρούπολη. Θέαμα σὰν ζῶ-γράφημα, γνωστὸ στοὺς κατοίκους τῆς ἐρήμου τοῦ Ἁγίου Σεργίου. Αὐτὸν τὸν οὐρανό, αὐτὴ τὴν ἀκροθαλασσιά, αὐτὰ τὰ κτίρια πόσοι τὰ εἶδαν; Πόσοι εἶδαν τὰ ἀφροστεφανωμένα, τὰ περήφανα, τὰ ἄγρια κύματα; Πάρα πολλοί. Καὶ ὅλοι αὐτοὶ ἔφυγαν. Ὅλοι βρίσκονται τώρα στὴν ἡσυχία τοῦ τάφου. Ἐκεῖ θὰ βρεθοῦν καὶ ὅσοι σήμερα τὰ ἀντικρίζουν. Πόσο ἄστατα, πόσο φευγαλέα εἶναι τὰ ἐπίγεια ὅσο τῶν κυμάτων τὰ ἀφροστέφανα!
Κοιτάζοντας ἀπὸ τὸν ἥσυχο ἀρσανὰ τὴ θάλασσα τοῦ βίου νὰ φουσκώνει ἀπὸ τὰ κύματα τῶν παθῶν, Σὲ εὐγνωμονῶ, Βασιλιὰ καὶ Θεέ μου! Μ’ ἔφερες σ’ ἐτούτη τὴν ἅγια Μονή. Μ’ ἔκρυψες «στὸ ἀπόκρυφο καταφύγιο τῆς θείας Σου παρουσίας ἀπὸ τὶς ἄδικες ἐπιθέσεις τῶν ἀνθρώπων» καὶ μὲ φύλαξες «ἀπὸ συκοφαντικὲς γλῶσσες» (Ψαλμ. 30:21). Γιὰ τοῦτο μόνο πονάει ἡ ψυχή μου, γιὰ τοῦτο συνταράζεται τὸ ἄγνωστο: Θὰ περάσω, ἄραγε, ἀπὸ δῶ, ἀπὸ τὴν ἀκροθαλασσιὰ τοῦ ἄστατου καὶ ψεύτικου βίου, «στὸν τόπο τῆς σκηνῆς τῆς θαυμαστῆς, στὸν οἶκο τοῦ Θεοῦ, μὲ φωνὲς χαρᾶς καὶ δοξολογίας, μέσα σὲ ἤχους γιορτινοὺς» (Ψαλμ. 41:5); Θὰ κατοικήσω, ἄραγε, ἐκεῖ αἰώνια; Τί κι ἂν ἔχω θλίψεις στὸν κόσμο; «Ἐγὼ στήριξα τὶς ἐλπίδες μου στὸν Θεό, κι ἔτσι δὲν ἔχω νὰ φοβηθῶ ὅτι κι ἄν μοῦ κάνει ἄνθρωπος» (Ψαλμ. 55:12).
Ἀπό τό βιβλίο:ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ
Ἐκδ. Ι.Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.
Ο ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ Ο ΑΘΩΝΙΤΗΣ
π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης
α) Ἡ ἄπειρη ἀγάπη τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ γιὰ ὁλόκληρη τὴν ἀνθρωπότητα ἀποκαλύπτεται πάντοτε, ἔστω κι ἂν αὐτὸ ἀμφισβητεῖται καὶ δὲν γίνεται εὔκολα ἀντιληπτό.
Οἱ Πατέρες διδάσκουν ὅτι ἡ δημιουργική, προνοητικὴ καὶ συνεκτικὴ ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ ἐξακτινώνεται σὲ ὅλο τὸν κόσμο καὶ τὴν κτίση. Ἐνῶ ἡ ἁγιαστικὴ καὶ θεοποιὸς θεία ἐνέργεια ἐκχέεται ἁπλόχερα στὴν Ἐκκλησία διὰ τῶν μυστηρίων. Ἔτσι, κάθε μέλος της δὲν ἐγκαταλείπεται μόνο καὶ ἀπαράκλητο. Ἐνθαρρύνεται καὶ ἐμπνέεται στὴ ζωὴ τοῦ Πνεύματος μὲ διάφορους τρόπους.
β) Στὶς μέρες μας, παρὰ τὴ γιγάντωση τοῦ κοινωνικοῦ κακοῦ καὶ τὴν ἀλλοτρίωση, ἀναδεικνύονται νέοι ἅγιοι, φανερώνονται χαρισματικοὶ γέροντες καὶ δίδονται εὐκαιρίες ἐπανευαγγελισμοῦ καὶ ἀναζωπύρωσης τῶν θείων χαρισμάτων. Κατὰ τὸν εἰκοστὸ αἰώνα ἐντάχθηκαν στὸ ἁγιολόγιο τῆς ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας πολλοὶ ἅγιοι, οἱ ὁποῖοι διὰ τοῦ παραδείγματος καὶ τῶν συγγραφῶν τους συνέβαλαν στὴν ἀναγέννηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς. Μεταξὺ αὐτῶν συναριθμεῖται καὶ ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς Ἀθωνίτης, ρῶσος τὴν καταγωγή, ποὺ τιμᾶται στὶς 24 Σεπτεμβρίου.
γ) Πρόκειται γιὰ μία ξεχωριστὴ προσωπικότητα, ποὺ δόθηκε ὁλοκληρωτικὰ στὴν ἐμπειρικὴ ἀναζήτηση τοῦ Θεοῦ. Σὲ ἡλικία τεσσάρων ἐτῶν ἐμφυτεύθηκε στὴν καρδιά του ἡ ἀμφιβολία γιὰ τὴν ὕπαρξη τοῦ Θεοῦ ἀπὸ κάποιον πλανόδιο βιβλιοπώλη, ποὺ φιλοξένησε στὸ σπίτι τοὺς ὁ πατέρας του. Ἐκείνη τὴν ὥρα σκέφθηκε: «Ὅταν μεγαλώσω θὰ περιέλθω ὅλην τὴν γῆν πρὸς ἀναζήτησιν τοῦ Θεοῦ» (βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, «Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης», Ἔσεξ Ἀγγλίας 1995).
δ) Σὲ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν, ἐνῶ ἐργαζόταν σὲ συνεργεῖο ὡς ξυλουργός, ἔλαβε τὴν ἀπάντηση ποὺ ζητοῦσε. Ἡ οἰκονόμος τοῦ συνεργείου, ἐπιστρέφοντας ἀπὸ προσκύνημα στὸν τάφο τοῦ ἐγκλείστου Ἰωάννου Σεζένωφ, διηγοῦνταν στοὺς ἐργάτες τὰ θαύματά του. Ὁρισμένοι ἀπὸ αὐτοὺς ἐπιβεβαίωσαν τὰ λεγόμενα τῆς οἰκονόμου. Ὅταν τὰ ἄκουσε αὐτὰ ὁ Συμεὼν (δὲν εἶχε λάβει ἀκόμη τὸ ὄνομα Σιλουανός), σκέφθηκε: «Ἐὰν οὗτος εἶναι ἅγιος, ἄρα ὁ Θεὸς εἶναι μεθ’ ἡμῶν, καὶ δὲν εἶναι ἀναγκαῖο νὰ περιοδεύσω ὅλον τὸν κόσμον πρὸς ἀναζήτησιν αὐτοῦ».
ε) Μὲ τὴ σκέψη αὐτὴ ἡ καρδιὰ του πυρώθηκε ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ἡ χαρά του ποὺ ξαναβρῆκε τὴν πίστη ἦταν μεγάλη, ἀφοῦ γιὰ δεκαπέντε χρόνια ἀμφέβαλλε. Τὸν ἐντυπωσίαζαν οἱ βίοι τῶν ἁγίων, ἀλλὰ ζοῦσε ἀκόμη κοσμικὴ ζωή. Τελικὰ τὸ ἀνήσυχο πνεῦμα του τὸν ὁδήγησε στὸ Ἅγιον Ὅρος, ὅπου ἐπιδόθηκε μὲ ἔνταση στὴν ἄσκηση καὶ τὴν καρδιακὴ προσευχή. Πάλευε κυριολεκτικὰ μὲ τοὺς πειρασμούς, ἀλλὰ μὲ τὴν ἐπίσκεψη τῆς χάριτος καὶ τὴν ἐμπειρία τοῦ θείου φωτὸς ἀναδεικνυόταν νικητής. Βίωνε τὴν ὀδύνη τῆς ἀπουσίας τῆς χάριτος ἀλλὰ καὶ τὴ γλυκύτητα τῆς θείας ἐπίσκεψης.
ΣυνέχειαΠΡΟΣΕΥΧΗ ΕΝΟΣ ΗΛΙΚΙΩΜΕΝΟΥ
π. Εὐσεβίου Βίττη
Κύριε, τὸ ξέρεις πὼς μπῆκα ἤδη στὰ γηρατειά.
Βοήθησέ με νὰ συνειδητοποιῶ ὅλο καὶ βαθύτερα αὐτὴν τὴν πραγματικότητα, ὥστε νὰ μὴ γίνωμαι τὺ ραννικὸς ἢ βαρετὸς ἢ ἐπαχθής ἢ ἀσυμπαθὴς καὶ σιχαμερὸς στοὺς γύρω μου καὶ ἰδιαίτερα στοὺς τυχὸν σὺνεργάτες μου.
Ἀπάλλαξέ με ἀπὸ τὸ νὰ ἐπιμένω στὶς παλαιωμὲνες ἰδέες μου μὲ πεῖσμα γεροντικό. Δὲν σοῦ ζητῶ νὰ βελτιήσης τὴν κρίση ἢ τὴ μνήμη μου. Μοῦ ἔδωσες τὰ ἀνεκτίμητα αὐτὰ δῶρα σ’ ἕνα βαθμὸ στὴ γόνιμη ἡλικία μου. Σὲ εὐχαριστῶ γιὰ τὸ πολύτιμο αὐτὸ δῶρο τῆς ἀγαθωσύνης Σου. Τώρα πιὰ καθὼς ὑποβαθμίζεται ἡ ὃλη μου βιολογική, ψυχολογικὴ καὶ πνευματικὴ ὕπαρξη, συνακολουθεῖ νομοτελῶς καὶ τῆς κρίσης καὶ τῆς μνήμης μου ἡ ὑποβάθμιση. Συχνὰ αὐτὴ ἡ κατάσταση μὲ μειώνει, μὲ λυπεῖ, μὲ ταπεινώνει ἀφάνταστα καὶ ὄχι σπάνια μὲ ἐξευτελίζει στὰ ἴδιά μου τὰ μάτια ἀναγκὰζοντάς με νὰ ζητῶ ὁλοένα συγγνώμη γιὰ τὶς μικρὲς ἢ τὶς μεγάλες γκάφες μου. Δὲν κατανοῶ βέβαια πλήρως αὐτὴν τὴν ἀλλοίωση. Ὅμως Ἐσύ, Κύριε, ξέρεις πόσο καὶ ἡ σμίκρυνση καὶ συρρίκνωσή μου καὶ στὸ σημεῖο αὐτό μοῦ χρειάζεται. Τὴν ἀποδέχομαι ταπεινά, γιατί Ἐσὺ ξέρεις. Καὶ ἀφοῦ Ἐσὺ ξέρεις, δὲν χρειάζεται νὰ ξέρω ἐγὼ τὸ βαθύτερο γιατί. Ἄλλωστε δὲν μπορῶ νὰ τὴν κατανοήσω. Γιατί λοιπὸν νὰ θλίβωμαι καὶ νὰ πονῶ καὶ γι’ αὐτό; Δὲν πρέπει νὰ ἀποδέχωμαι ταπεινὰ τὴ φθαρτότητα τῆς φύσης μου; Καὶ δὲν πρέπει νὰ ὑποτάσσομαι κι ἐγὼ ταπεινὰ στὴν τάξη, ποὺ Ἐσὺ μὲ τὸση ἀγαθότητα γιὰ τὰ πλάσματά Σου, ἑπομένως καὶ γιὰ μένα, καθώρισες;
Σφράγισε μὲ ἀπαραβίαστη σφραγίδα τὰ φλύαρα χείλη μου γιὰ νὰ μὴν καταπονῶ τοὺς ἄλλους μὲ βαρετές, ἀνούσιες καὶ χωρὶς κανένα ἐνδιαφέρον ἢ νόημα πιὰ χιλιοειπωμένες διηγήσεις παρωχημένων γεγονὸτων κάποιων μακρινῶν καὶ λησμονημένων χρόνων μίας ἀσήμαντης ἐποχῆς. Παράλληλα ὅμως ἁπάλυνε τὶς ἀντιδράσεις καὶ τὶς κρίσεις μου γιὰ τὴν κρίση καὶ τὴ μνήμη τῶν ἄλλων. Καὶ μὴν ἐπιτρέψεις ποτὲ νὰ νιώσω νυγμοὺς ζήλειας γιὰ τὴ φρεσκάδα τῆς μνήμης καὶ τὴ δύναμη τῆς κρίσης τῶν ἄλλων. Κάνε, ἀντίθετα, νὰ χαίρωμαι γι’ αὐτὸ καὶ νὰ Σὲ εὐχαριστῶ ὁλόψυχα γιὰ τὰ ἄνθη τῆς νεότητος, ὅταν τυχαίνη νὰ βρίσκωμαι ἀνάμεσά τους καὶ νὰ ὀσφραίνομαι τὸ ἄρωμά τους.
Δίδαξέ με τὴ σημασία τῶν λόγων τοῦ Ἀποστόλου Σου: «Εἰ καὶ ὁ ἔξω ἡμῶν ἄνθρωπος διαφθείρεται, ἀλλ’ ὁ ἔσωθεν ἀνακαινοῦται ἡμέρα καὶ ἡμέρα» (Β’ Κόρ. δ’ 16). Καὶ νὰ ἀγωνίζωμαι νὰ ζῶ αὐτὴν τὴν πραγματικὸτητα.
Τέλος στήριξε τὰ παραπαίοντα καὶ ἀσταθῆ βήματά μου μὲ τὸν «βραχίονά Σου τὸν ὑψηλόν», ὥστε νὰ μὴν κυλιέμαι πιὰ στὴ γῆ καὶ νὰ φρονῶ τὰ «γεώδη», ἀλλὰ ἀντίθετα νὰ ἔχω στραμμένα τὰ βλέμματά μου στὸν οὐρανὸ καὶ νὰ φρονῶ τὰ οὐράνια, ἕως ὅτου ἀναπαυθῶ στὴ στοργική Σου θεία ἀγκάλη.
Κύριέ μου, Κύριε, Σὲ εὐχαριστῶ. Ἀμήν.