Νοέμβριος 2013
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Αρχεία ανά ημέρα: 25 Νοεμβρίου 2013

Οἱ δικές μας γιορτὲς

 

Φώτης Κόντογλου

Τὰ Χριστούγεννα, τὰ Φῶτα, ἡ Πρωτοχρονιά, κι ἄλλες γιορτές, γιὰ πολλοὺς ἀνθρώπους δὲν εἶναι καθόλου γιορτὲς καὶ χαρούμενες μέρες, ἀλλὰ μέρες ποὺ φέρνουνε θλίψη καὶ δοκιμασία. Δοκιμάζονται οἱ ψυχὲς ἐκείνων ποὺ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ χαροῦνε, σὲ καιρὸ ποὺ οἱ ἄλλοι χαίρουνται. Παρεκτὸς ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους ποὺ εἶναι πικραμένοι ἀπὸ τὶς συμφορὲς τῆς ζωῆς, τοὺς χαροκαμένους, τοὺς ἀρρώστους, οἱ περισσότερο, πικραμένοι, εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ τοὺς στενεύει ἡ ἀνάγκη νὰ γίνουνε τοῦτες τὶς χαρμόσυνες μέρες ζητιάνοι, διακονιαρέοι. Πολλοὶ ἀπ’ αὐτοὺς μπορεῖ νὰ μὴ δίνουνε σημασία στὴ δική τους εὐτυχία, μὰ γίνουνται ζητιάνοι γιὰ νὰ δώσουνε τὴ χαρὰ στὰ παιδιά τους καὶ στ’ ἄλλα πρόσωπα ποὺ κρέμουνται ἀπ’ αὐτούς. Οἱ τέτοιοι κρυφοκλαῖνε ἀπὸ τὸ παράπονό τους κι’ αὐτοὶ εἶναι οἱ πιὸ μεγάλοι μάρτυρες, ποὺ καταπίνουνε τὴν πίκρα τοὺς μέρα νύχτα, σὰν τὸ πικροβότανο.

Ἴσα-ἴσα αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες μέρες ποὺ θὰ ’πρεπε νὰ σμίξουνε πιὸ κοντὰ οἱ ἄνθρωποι συναμεταξύ τους, «νὰ περιπτυχθῶσιν ἀλλήλους», ἴσια ἴσια αὐτὲς τὶς μέρες ἀποξενώνουνται περισσότερο ὁ ἕνας ἀπὸ τὸν ἄλλον, χωρίζουνται σὲ δύο στρατόπεδα ὁλότελα ξένα τό ʼνα στ’ ἄλλο, σχεδὸν ἐχθρικά. Ἀπὸ τὴ μία μεριὰ εἶναι οἱ εὐτυχισμένοι οἱ καλοπερασμένοι, οἱ καλότυχοι, κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριὰ εἶναι οἱ δυστυχισμένοι κι οἱ παραπεταμένοι. Ἀνάμεσά τους «χάσμα μέγα ἐστήρικται» κατὰ τὶς γιορτές. Κανένα γεφύρι δὲν ἑνώνει τὶς δύο ἀκροποταμιές, ἐνῶ τὶς ἄλλες μέρες ἔρχουνται σὲ περισσότερη συνάφεια. Οἱ πλούσιοι κι ὅσοι ἔχουνε τὸν τρόπο τοὺς κάνουνε, ἀλλοίμονο! τὸ πᾶν γιὰ νὰ ἐπιδείξουνε τὰ πλούτη καὶ τὰ ἀγαθά τους στοὺς λιμασμένους. Κι’ αὐτὸ γίνεται στ’ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ γεννήθηκε πάμφτωχος μέσα στὸ παχνί! Γιὰ τὴν γέννηση τοῦ φτωχοῦ Χριστοῦ δὲν γιορτάζουνε οἱ φτωχοὶ σὰν καὶ Κεῖνον, μὰ γιορτάζουνε οἱ πλούσιοι, ποὺ παίρνουνε γιὰ ἀφορμὴ τὴν πτώχεια του γιὰ νὰ δείξουνε τὰ πλούτη τους.

Μὰ ἄραγε, ἀνάμεσα σὲ δυστυχισμένους μπορεῖ νὰ νοιώση κανένας εὐτυχισμένον τὸν ἑαυτό του; Συνέχεια

Ἡ Βασιλόπιτa στὴν ὀρθόδοξη παράδοση.

293635-βασιλόπιταΑ[1]

Ἡ ἱστορία τῆς βασιλόπιτας, εἶναι μία ἱστορία ποὺ συνέβηκε πρὶν ἀπὸ ἑκατοντάδες χρόνια, πρὶν ἀπὸ 1500 χρόνια περίπου, στὴν πόλη Καισάρεια τῆς Καππαδοκίας, στὴ Μικρὰ Ἀσία. Ὁ Μέγας Βασίλειος ἦταν δεσπότης τῆς Καισαρείας.

Κάποια μέρα ὅμως, ἕνας ἀχόρταγος στρατηγὸς, τύραννος τῆς περιοχῆς, ζήτησε νὰ τοῦ δοθοῦν ὅλοι οἱ θησαυροὶ τῆς πόλης τῆς Καισαρείας, ἀλλιῶς θὰ πολιορκοῦσε τὴν πόλη γιὰ νὰ τὴν κατακτήσει καὶ νὰ τὴ λεηλατήσει.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ὁλόκληρη τὴ νύχτα προσευχόταν νὰ σώσει ὁ Θεὸς τὴν πόλη. Ξημέρωσε ἡ νέα μέρα καὶ ὁ στρατηγὸς ἀποφασισμένος μὲ τὸ στρατὸ του περικύκλωσε ἀμέσως τὴν Καισάρεια. Μπῆκε μὲ τὴν ἀκολουθία του καὶ ζήτησε νὰ δεῖ τὸν Δεσπότη, ὁ ὁποῖος βρισκόταν στὸ ναὸ καὶ προσευχόταν. Μὲ θράσος καὶ θυμὸ ὁ ἀδίστακτος στρατηγὸς ἀπαίτησε τὸ χρυσάφι τῆς πόλης καθὼς καὶ ὅτι ἄλλο πολύτιμο ὑπῆρχε στὴν πόλη.

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀπάντησε ὅτι οἱ ἄνθρωποι τῆς πόλης του δὲν εἶχαν τίποτε ἄλλο πέρα ἀπὸ πείνα καὶ φτώχεια, δὲν εἶχαν νὰ δώσουν τίποτε ἀξιόλογο στὸν ἅρπαγα στρατηγό. Ὁ στρατηγὸς μὲ τὸ ποὺ ἄκουσε αὐτὰ τὰ λόγια θύμωσε ἀκόμα περισσότερο καὶ ἄρχισε νὰ ἀπειλεῖ τὸν Μέγα Βασίλειο ὅτι θὰ τὸν ἐξορίσει πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὴν πατρίδα του ἢ κι ἀκόμη μπορεῖ νὰ τὸν σκοτώσει.

Οἱ χριστιανοὶ τῆς Καισαρείας ἀγαποῦσαν πολὺ τὸ Δεσπότη τους καὶ θέλησαν νὰ τὸν βοηθήσουν. Μάζεψαν λοιπὸν ἀπὸ τὰ σπίτια τους ὅτι χρυσαφικὰ εἶχαν καὶ τοῦ τὰ πρόσφεραν, ὥστε δίνοντας τὰ στὸ σκληρὸ στρατηγὸ νὰ σωθοῦν. Στὸ μεταξὺ ὁ ἀνυπόμονος στρατηγὸς κόντευε νὰ σκάσει ἀπὸ τὸ κακό του. Διέταξε ἀμέσως τὸ στρατό του νὰ ἐπιτεθεῖ στὸ φτωχὸ λαὸ τῆς πόλης.

Ὁ Δεσπότης, ὁ Μέγας Βασίλειος, ποὺ ἤθελε νὰ προστατέψει τὴν πόλη του προσευχήθηκε καὶ μετὰ παρουσίασε στὸ στρατηγὸ ὅτι χρυσαφικὰ εἶχε μαζέψει μέσα σὲ ἕνα σεντούκι. Τὴ στιγμὴ ὅμως ποὺ ὁ στρατηγὸς πῆγε νὰ ἀνοίξει τὸ σεντούκι καὶ νὰ ἁρπάξει τοὺς θησαυρούς, μὲ τὸ ποὺ ἀκούμπησε τὰ χέρια τοῦ πάνω στὰ χρυσαφικὰ ἔγινε τὸ θαῦμα!

‘Όλοι οἱ συγκεντρωμένοι εἶδαν μία λάμψη καὶ ἀμέσως μετὰ ἕναν λαμπρὸ καβαλάρη νὰ ὁρμάει μὲ τὸ στρατὸ τοῦ ἐπάνω στὸν σκληρὸ στρατηγὸ καὶ τοὺς δικούς του. Σὲ ἐλάχιστο χρόνο ὁ κακὸς στρατηγὸς καὶ οἱ δικοί του ἀφανίστηκαν. Ὁ λαμπρὸς καβαλάρης ἦταν ὁ Ἅγιος Μερκούριος καὶ στρατιῶτες τοῦ οἱ ἄγγελοι.

Ἔτσι σώθηκε ἡ πόλη τῆς Καισαρείας.

Τότε ὅμως, ὁ δεσπότης της, ὁ Μέγας Βασίλειος, βρέθηκε σὲ δύσκολη θέση! Θὰ ἔπρεπε νὰ μοιράσει τὰ χρυσαφικὰ στοὺς κατοίκους τῆς πόλης καὶ ἡ μοιρασιὰ νὰ εἶναι δίκαιη, δηλαδὴ νὰ πάρει ὁ καθένας ὅ,τι ἦταν δικό του. Αὐτὸ ἦταν πολὺ δύσκολο.

Προσευχήθηκε λοιπὸν ὁ Μέγας Βασίλειος καὶ ὁ Θεὸς τὸν φώτισε τί νὰ κάνει.

Κάλεσε τοὺς διακόνους καὶ τοὺς βοηθούς του καὶ τοὺς εἶπε νὰ ζυμώσουν ψωμάκια, ὅπου μέσα στὸ καθένα ψωμάκι θὰ ἔβαζαν καὶ λίγα χρυσαφικά.

Ὅταν αὐτὰ ἑτοιμάστηκαν, τὰ μοίρασε σὰν εὐλογία στοὺς κατοίκους τῆς πόλης τῆς Καισαρείας.

Στὴν ἀρχὴ ὅλοι παραξενεύτηκαν, μὰ ἡ ἔκπληξή τους ἦταν ἀκόμη μεγαλύτερη ὅταν κάθε οἰκογένεια ἔκοβε τὸ ψωμάκι αὐτὸ κι ἔβρισκε μέσα τὰ χρυσαφικά της.

Ἦταν λοιπὸν ἕνα ξεχωριστὸ ψωμάκι, ἡ βασιλόπιτα. Ἔφερνε στοὺς ἀνθρώπους χαρὰ κι εὐλογία μαζί. Ἀπὸ τότε φτιάχνουμε κι ἐμεῖς τὴ βασιλόπιτα μὲ τὸ φλουρὶ μέσα, τὴν πρώτη μέρα τοῦ χρόνου, τὴ μέρα τοῦ Ἁγίου Βασιλείου.