Ἰωάννης ὁ Βαπτιστὴς καὶ Πρόδρομος τοῦ Κυρίου
Γεωργίου Π. Πατρώνου,
- Σκιαγράφηση τῆς προσωπικότητας τοῦ Βαπτιστῆ
Οἱ Εὐαγγελιστὲς Μάρκος καὶ Ἰωάννης, ἐκφραστὲς δύο διαφορετικῶν παραδόσεων, τῆς συνοπτικῆς καὶ τῆς ’Iωάννειας, προτάσσουν στὰ Εὐαγγέλια καὶ τὶς διηγήσεις τους γιὰ τὴν ἱστορία τῆς ζωῆς καὶ τῆς δημόσιας δράσης τοῦ Ἰησοῦ, τὴ συνάντησή του μὲ τὸν Ἰωάννη τὸν Βαπτιστὴ (Μάρκ.1, 2-6· Ἰωάν.1,19-23). Ἀλλὰ καὶ οἱ ἄλλοι δύο Εὐαγγελιστές, Ματθαῖος καὶ Λουκᾶς, ἀναφέρονται μὲ ἔμφαση στὸ πρόσωπο τοῦ Ἰωάννη τοῦ Βαπτιστῆ καὶ τὸν τοποθετοῦν ὡς γέφυρα γιὰ τὴ μετάβαση ἀπὸ τὴν παιδικὴ ἡλικία τοῦ Ἰησοῦ στὴ δημόσια δράση του, ὕστερα ἀπὸ τὴ γνωστὴ συνάντηση τῶν δύο ἀνδρῶν καὶ τὴν πραγματοποίηση τῆς βάπτισης στὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη (Ματθ.3,1-6, Λουκ.3,1-6).
Εἶναι ἐνδεικτικό, ἐπίσης, ὅτι γιὰ τὴν κατανόηση τοῦ προσώπου τοῦ Ἰωάννη καὶ τὴ σημασία τοῦ ρόλου του στὴν ὅλη ὑπόθεση τῆς προπαρασκευῆς γιὰ τὴν ἔλευση τοῦ Μεσσία Χριστοῦ, οἱ τέσσερις Εὐαγγελιστὲς ἀναφέρουν πολλὰ στοιχεῖα ὄχι μόνο γιὰ τὴ συνάντηση Ἰησοῦ καὶ Ἰωάννη, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴ θαυμαστὴ γέννηση τοῦ δευτέρου, τὸν ἀσκητικὸ τρόπο ζωῆς του, τὸ μεσσιανικὸ κήρυγμά του, τὸ μαρτυρικὸ θάνατο καὶ τὴν ἐν γένει προσωπικότητά του. Ὁ Ἰωάννης ἦταν, πράγματι, μία ἡγετικὴ φυσιογνωμία μὲ τεράστια πνευματικὴ ἀπήχηση στοὺς ἀνθρώπους τῆς ἐποχῆς του.
Ὁ Εὐαγγελιστὴς Λουκᾶς μᾶς ὁμιλεῖ, ἀκόμη, γιὰ τὴν «προκαθορισμένη» μορφὴ τῆς ἀποστολῆς τοῦ Ἰωάννη «ἐκ κοιλίας μητρὸς» καὶ γιὰ τὰ χρόνια της προετοιμασίας καὶ προπαρασκευῆς του πρὸς ἐπίτευξη αὐτοῦ τοῦ σκοποῦ, ὅπως ἀναδειχθεῖ ἕνας ἀληθινὸς «πρόδρομος» τοῦ Χριστοῦ. Γι’ αὐτὸν εἶχε προαναγγείλει ὁ Ἄγγελος πρὶν τὴ γέννησή του, ὅτι «ἔσται μέγας ἐνώπιον τοῦ Κυρίου» (Λουκ.1,15). Ὁ ἴδιος δέ, ὅπως ὑπονοεῖται στὰ κείμενα, ἀπὸ μικρὸ παιδὶ εἶχε ὁδηγηθεῖ «ἐν ταῖς ἐρήμοις» καὶ ἐκεῖ μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου «ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι» (Λουκ.1, 80). Στὴν ἔρημο ὁ Ἰωάννης ἔμεινε «ἕως ἡμέρας ἀναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραὴλ» (Λουκ.1,80) καὶ μετὰ ἐξῆλθε ὡς «προφήτης Ὑψίστου» στὴν περιοχὴ τοῦ Ἰορδάνη, μὲ σκοπὸ νὰ κηρύξει μετάνοια καὶ «ἐτοιμᾶσαι ὁδοὺς Κυρίου» (Λουκ.1,76). Θαυμάσια, ἑπομένως, γεγονότα συνόδευσαν τὸν Ἰωάννη ἀπὸ τὴν πρώτη στιγμὴ τῆς σύλληψης καὶ γέννησής του ὡς τὴν τελευταία του μαρτυρικοῦ θανάτου του, ὅπως θὰ δοῦμε καὶ πιὸ κάτω.
Ἡ μητέρα τοῦ Ἰωάννη, ἡ Ἐλισάβετ, ποὺ ἦταν καὶ συγγενής τῆς Παρθένου Μαρίας, ὅπως εἴδαμε στὸ πέμπτο κεφάλαιο τοῦ βιβλίου αὐτοῦ, «συνείληφεν υἱὸν ἐν γήρει αὐτῆς» κατὰ θαυμαστὸ τρόπο (Λουκ.1, 36). Κατὰ τὴ συνάντηση δὲ ἐκείνη τῶν δύο ἐγκύων γυναικῶν, ὅπως γράφει τὸ κείμενο, «ἐσκίρτησεν ἐν ἀγαλλιάσει τὸ βρέφος ἐν τὴ κοιλία αὐτῆς» καὶ ἡ Ἐλισάβετ «ἐπλήσθη Πνεύματος ἁγίου» καὶ ἀπεκάλυψε μετὰ τὸν ἀσπασμό, ὅτι ἡ Μαρία θὰ γίνει μὲ τὴν κύηση καὶ γέννηση «ἡ μήτηρ τοῦ Κυρίου» (Λουκ.1, 43-44). Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ὁ πατέρας τοῦ Ἰωάννη, ὁ Ζαχαρίας, ἱερέας τοῦ Ναοῦ τὴν περίοδο ἐκείνη, βεβαιώνεται ὕστερα ἀπὸ ὁραματικὴ ἐμπειρία, ὅτι ἡ γέννηση τοῦ υἱοῦ του θὰ πραγματοποιηθεῖ κάτω ἀπὸ θαυμαστὲς συνθῆκες καὶ «χεὶρ Κυρίου» θὰ τὸν συνοδεύει συνεχῶς γιὰ νὰ φέρει σὲ πέρας τὴν ὑψηλὴ ἀποστολή του. Τὸ ὄνομα δὲ Ἰωάννης ποὺ θὰ πάρει, καὶ ἡ ὅλη μετέπειτα ζωή του θὰ εἶναι μία ἀληθινὴ μαρτυρία αὐτῆς ἀκριβῶς τῆς θαυμαστῆς κλήσης τοῦ (Λουκ.1, 60 ἐξ.).
Αὐτός, λοιπόν, ὁ Ἰωάννης, ἡ μετέπειτα «φωνὴ βοῶντος ἐν τὴ ἐρήμω», σύντομα θὰ ἀναδειχθεῖ ἕνα εἶδος «ἐνσάρκου Ἀγγέλου» καὶ προδρόμου γιὰ νὰ ἑτοιμάσει «τὴν ὁδὸν Κυρίου» (πρβλ. Ἠσ.40, 3) καὶ «ἵνα μαρτυρήση περὶ τοῦ φωτὸς» (Ἰωάν.1,7). Χαρακτηριστικό τῆς «προδρομικότητάς» του αὐτῆς θὰ εἶναι τὸ κήρυγμα μετανοίας καὶ τὸ βάπτισμα ὕδατος «εἰς ἄφεσιν ἁμαρτιῶν», σύμφωνα καὶ μὲ πρόρρηση τοῦ Ἠσαΐα, ποὺ λέει «φωνὴ βοῶντος ἐν τὴ ἐρήμῳ, ἑτοιμάσατε τὴν ὁδὸν Κυρίου, εὐθείας ποιεῖτε τὰς τρίβους αὐτοῦ» (Λουκ.3, 3-4· Ἠσ.40, 3-5). Μὲ ἀποκορύφωση στὸ τέλος τὴν ἴδια τὴ βάπτιση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Ἡ ἐμφάνιση τοῦ Βαπτιστῆ ἦταν ἀσκητικὴ καὶ ἡ ζωὴ τοῦ ἐντελῶς λιτή, ἀφοῦ, «τὸ ἔνδυμα αὐτοῦ ἀπὸ τριχῶν καμήλου καὶ ζώνην δερματίνην περὶ τὴν ὀσφὺν αὐτοῦ· ἡ δὲ τροφὴ αὐτοῦ ἦν ἀκρίδες καὶ μέλι ἄγριον» (Ματθ.3,4). Ἐπὶ πλέον διέθετε τεράστια πνευματικὴ αἴγλη καὶ ἐπιρροή, καθ’ ὅσον «ἐξεπορεύετο πρὸς αὐτὸν πᾶσα ἡ Ἰουδαία χώρα καὶ οἱ Ἱεροσολυμῖται πάντες ἐβαπτίζοντο ἐν τῷ Ἰορδάνῃ ποταμῷ ὑπ’ αὐτοῦ ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν» (Μάρκ.1, 5). Ὅλα αὐτά, καθὼς καὶ ἡ γενικότερη χαρισματική του φύση, κατέστησαν τὸν Ἰωάννη τὴ μεγαλύτερη θρησκευτικὴ καὶ πνευματικὴ προσωπικότητα τῆς ἐποχῆς του. Αὐτὸν τὸν εἰδικὰ ἀπεσταλμένο ἄνθρωπο τοῦ Θεοῦ σεβάστηκαν βαθύτατα οἱ δίκαιοι καὶ οἱ ταπεινοί τοῦ Ἰσραήλ, ταυτόχρονα ὅμως ἡ παρουσία τοῦ προκαλοῦσε φόβο καὶ τρόμο στοὺς ἄδικους καὶ μοιχούς. Συνέχεια