ΟΙ ΚΥΡΙΩΤΕΡΕΣ ΕΝΤΟΛΕΣ
Τοῦ Ὁσίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου
1. Κάθε χριστιανός ὀφείλει ν᾽ ἀγαπᾶ τό Θεό. Ὀφείλεις ν᾽ ἀγαπᾶς τόν Κύριο καί Θεό σου μ᾽ ὅλη σου τήν καρδιά καί μ᾽ ὅλη σου τήν ψυχή καί μ᾽ ὅλο σου τό νοῦ. Αὐτή εἶναι ἡ πρώτη καί μεγάλη ἐντολή (Ματθ. 22, 37). Ἄν μ᾽ ἀγαπᾶτε, τηρῆστε τίς ἐντολές μου (Ἰω. 14, 15). Ὅποιος ἐγκολπώθηκε τίς ἐντολές μου καί τίς ἐκτελεῖ, ἐκεῖνος εἶναι πού μ᾽ ἀγαπᾶ. Καί ὅποιος ἀγαπᾶ ἐμένα, θ᾽ ἀγαπηθεῖ ἀπό τόν Πατέρα μου καί θά τόν ἀγαπήσω κι ἐγώ καί θά φανερώσω μέσα του μυστικά τόν ἑαυτό μου (Ἰω. 14, 21). Ὅποιος δέν μ᾽ ἀγαπᾶ, δέν τηρεῖ τίς ἐντολές μου (Ἰω. 14, 24). Ἀγαπᾶτε τό Χριστό, ἄν καί δέν τόν ἔχετε γνωρίσει (Α’ Πέτρ. 1, 8). Ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Πατέρα, ἀγαπᾶ καί τόν Υἱό, πού γεννήθηκε ἀπό τόν Πατέρα (Α’ Ἰω. 5, 1).
2. Κάθε χριστιανός ὀφείλει ν᾽ ἀγαπᾶ τόν ἀδελφό του (τόν συνάνθρωπό του). Δεύτερη ἐντολή, ὅμοια μέ τήν πρώτη, εἶναι τό ν᾽ ἀγαπήσεις τόν συνάνθρωπό σου ὅπως ἀγαπᾶς τόν ἑαυτό σου (Ματθ. 22, 39). Σᾶς δίνω μιά νέα ἐντολή: Ν᾽ ἀγαπᾶτε ὁ ἕνας τόν ἄλλον. Ὅπως σᾶς ἀγάπησα ἐγώ, ἔτσι ν᾽ ἀγαπᾶτε κι ἐσεῖς ὁ ἕνας τόν ἄλλον (Ἰω. 13, 34). Ἀπ᾽ αὐτό τό γνώρισμα θά μάθουν ὅλοι οἱ ἄπιστοι πώς εἶστε μαθητές μου, ἄν δηλαδή ἔχετε ἀγάπη μεταξύ σας (Ἰω. 13, 35). Χρέος ἄλλο νά μήν ἀφήνετε σέ κανένα, ἐκτός ἀπό τήν ἀγάπη πού ὀφείλετε ὁ ἕνας στόν ἄλλον. Ἐπειδή ἐκεῖνος πού ἀγαπᾶ τόν ἀδελφό του, ἔχει ἐκπληρώσει ὅλο τό νόμο τοῦ Θεοῦ. Κι αὐτό, γιατί τό «μή μοιχεύσεις», «μή φονεύσεις», «μήν κλέψεις», [«μήν ψευδομαρτυρήσεις»], «μήν ἐπιθυμήσεις», κι ὅλες οἱ ἄλλες ἐντολές, σ᾽ αὐτή τήν ἐντολή συνοψίζονται καί περιλαμβάνονται: Στό ν᾽ ἀγαπήσεις τόν συνάνθρωπό σου σάν τόν ἑαυτό σου (Ρωμ. 13, 8-9). Ἀγαπῆστε μέ καθαρή καρδιά ὁ ἕνας τόν ἄλλον (Α’ Πέτρ. 1, 22). Νά ἀγαπᾶτε τούς ἀδελφούς σας (Α’ Πέτρ. 2, 17). Ἄν τόσο πολύ μᾶς ἀγάπησε ὁ Θεός, ὀφείλουμε κι ἐμεῖς νά ἀγαποῦμε ὁ ἕνας τόν ἄλλον (‘’ Ἰω. 4, 11). Ὅποιος δέν ἀγαπᾶ τόν ἀδελφό του, αὐτός βρίσκεται σέ κατάσταση πνευματικοῦ θανάτου (Α’ Ἰω. 23, 14). Νά πῶς μάθαμε τί εἶναι ἀγάπη: Ὅπως ὁ Χριστός πρόσφερε τή ζωή Του στό θάνατο γιά χάρη μας, ἔτσι κι ἐμεῖς ὀφείλουμε νά προσφέρουμε καί τή ζωή μας ἀκόμη γιά τούς ἀδελφούς μας (Α’ Ἰω. 3, 16). Παιδιά μου, ἄς μήν ἀγαποῦμε μέ τά λόγια μόνο καί μέ τή γλώσσα, ἀλλά ἔμπρακτα καί ἀληθινά (Α’ Ἰω. 3, 18). Ὅποιος ἀγαπᾶ τό Θεό, αὐτός ἀγαπᾶ καί τόν ἀδελφό του (Α’ Ἰω. 4, 21).
3. Οἱ χριστιανοί ὀφείλουν νά μήν ἔχουν διαμάχες οὔτε νά νιώθουν μνησκακία καί μίσος κατά τῶν ἀδελφῶν τους, ἀλλά κι ἄν ἀκόμα παρεξηγηθοῦν μεταξύ τους, ὀφείλουν γρήγορα νά συμφιλιωθοῦν. Ὅποιος χριστιανός ὀργίζεται ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του χωρίς εὔλογη ἀφορμή, εἶναι ὑπόδικος στό τοπικό δικαστήριο. Καί ὅποιος πεῖ τόν ἀδελφό του «ρακά», δηλαδή «ἀνόητε», εἶναι ὑπόδικος στό ἀνώτατο δικαστήριο. Καί ὅποιος πεῖ τόν ἀδελφό του «βλάκα», αὐτός θά καταδικαστεῖ στή φωτιά τῆς κολάσεως (Ματθ. 5, 22). Ἄν πᾶς στήν ἐκκλησία γιά νά δώσεις κάποια προσφορά, καί ἐκεῖ θυμηθεῖς ὅτι ὁ ἀδελφός σου εἶναι λυπημένος μαζί σου, ἄφησε ἐκεῖ, μπροστά στήν Ἐκκλησία, τήν προσφορά σου, πήγαινε νά συμφιλιωθεῖς πρῶτα μέ τόν ἀδελφό σου καί ὕστερα ἔλα νά προσφέρεις τό δῶρο σου (Ματθ. 5, 23-24). Κοίταξε νά συμφιλιωθεῖς γρήγορα μέ τόν ἀδελφό σου μέ τόν ὁποῖο βρίσκεται σέ ἀντιδικία, ὅσο ἀκόμα εἶστε στή στράτα τῆς ἐδῶ ζωῆς (Ματθ. 5, 25). Ὅποιος νομίζει πώς μπορεῖ νά εἶναι φιλόνικος, ἄς ξέρει πώς οὔτε ἐγώ οὔτε οἱ Ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ ἔχουν τέτοια συνήθεια, δηλαδή νά φιλονικοῦμε (Α’ Κορ. 11, 16). Ὁ δοῦλος τοῦ Θεοῦ δέν πρέπει νά φιλονικεῖ, ἀλλά πρέπει νά εἶναι ἤπιος ἀπέναντι σέ ὅλους, διδακτικός, ἀνεξίκακος (Β’ Τιμ. 2, 24). Ἡ δύση τοῦ ἡλίου νά μή σᾶς βρίσκει ποτέ ὀργισμένους (Ἐφεσ. 4, 26). Ὅποιος μισεῖ τόν ἀδελφό του βρίσκεται στό σκοτάδι, καί πορεύεται μέσα στό σκοτάδι, καί ποῦ πάει δέν ξέρει, γιατί τό σκοτάδι ἔχει τυφλώσει τά μάτια του (Α’ Ἰω. 2, 11). Καθένας πού μισεῖ τόν ἀδελφό του εἶναι φονιάς. Καί ξέρετε πώς κανένας φονιάς δέν ἔχει συμμετοχή στήν αἰώνια ζωή (Α’ Ἰω. 3, 15). Συνέχεια
Ἐπιστολή τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς
Σέ πνευματικό του παιδί (Πίστις)
Ἕνας συνάδελφός σου σού ἐπαναλαμβάνει συνεχῶς: “ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΘΕΟΣ!” Καί αἰσθάνεσαι σά νά σέ χτυπᾶ μέ μαστίγιο. Κι ἐσύ ἀγωνιᾶς γιά τήν ψυχή του καί τή ζωή του. Καί καλά σκέφτεσαι.
Ἄν δέν ὑπάρχει ὁ Ζῶν κι ὁ Παντοδύναμος Θεός κι ἄν δέν εἶναι ἰσχυρότερος ἀπό τό θάνατο, τότε ὁ θάνατος εἶναι ὁ μοναδικός κυρίαρχος. Καί ἡ κάθε ζωντανή ὕπαρξη δέν εἶναι παρά ἕνα κλωτσοσκούφι τοῦ θανάτου. Ἕνα ποντικάκι στό στόμα τῆς γάτας. Μία φορά, ἀντικρούοντάς τον, τοῦ εἶπες: “Ὁ Θεός ὑπάρχει. Γιά σένα δέν ὑπάρχει”.
Καί δέν ἔσφαλες. Γιατί ἐκεῖνοι πού ἀποκόπτονται ἀπό τόν Αἰώνιο καί Ζωοδότη Κύριο ἐδῶ στήν γῆ, ἀποκόπτονται ἀπό τή ζωή τήν πραγματική. Καί ἔτσι οὔτε ἐδῶ, οὔτε στήν ἄλλη ζωή θά γευθοῦν τό μεγαλεῖο του Θεοῦ καί τῆς πλάσης Του. Καί καλύτερα νά μήν εἴχαμε γεννηθεῖ, παρά νά εἴμαστε ἀποκομμένοι ἀπό τόν Θεό.
Ἄν ἤμουν στή θέση σου, θά τοῦ ἔλεγα τά ἑξῆς:
* Κάνεις λάθος, φίλε μου! Ὀρθότερο θά ἦταν, ἄν ἔλεγες: “Ἐγώ δέν ἔχω Θεό”. Διότι τό βλέπεις, ὅτι ὑπάρχουν τόσοι ἄνθρωποι γύρω σου, πού ἔχουν Θεό καί γι’ αὐτό διακηρύττουν ὅτι ὑπάρχει Θεός. Λοιπόν, μή λές: “Δέν ὑπάρχει Θεός”! Περιορίσου νά λές: “Ἐγώ δέν ἔχω Θεό”!
* Κάνεις λάθος! Μιλᾶς σάν τόν ἄρρωστο, πού λέει ὅτι δέν ὑπάρχει πουθενά ὑγεία!
* Κάνεις λάθος! Μοιάζεις μέ τόν τυφλό πού λέει: “Δέν ὑπάρχει φῶς στόν κόσμο”. Ὅμως φῶς ὑπάρχει. Καί εἶναι διάχυτο παντοῦ. Αὐτός ὁ δυστυχής δέν ἔχει τό φῶς του. Καί θά μιλοῦσε σωστά ἄν ἔλεγε: “Ἐγώ δέν ἔχω μάτια καί δέν βλέπω φῶς”.
* Κάνεις λάθος! Μιλᾶς σάν τό ζητιάνο, πού λέει: “Δέν ὑπάρχει χρυσάφι στή γῆ”. Μά χρυσάφι ὑπάρχει! Καί ἐπάνω στή γῆ! Καί μέσα στή γῆ! Αὐτός δέν ἔχει χρυσάφι! Τό σωστό θά ἦταν νά ἔλεγε: “Ἐγώ δέν ἔχω χρυσό”!
* Κάνεις λάθος! Μοιάζεις μέ τόν παλιάνθρωπο πού λέει: “Δέν ὑπάρχει καλωσύνη στόν κόσμο”. Ἐνῶ θά ἔπρεπε νά πεῖ: “Ἐγώ δέν ἔχω ἴχνος καλοσύνης μέσα μου”.
Αὐτό νά τοῦ πεῖς κι ἐσύ:
* Συνάδελφε, κάνεις λάθος! Λάθος διακηρύττεις ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός! Γιατί, ὅταν κάτι δέν τό ἔχεις ἐσύ καί δέν τό γνωρίζεις ἐσύ, δέν σημαίνει ὅτι δέν ὑπάρχει πουθενά κι ὅτι δέν τό ἔχει κανείς! Ποιός σου ἔδωσε τό δικαίωμα νά μιλᾶς ἐκ μέρους ὅλου του κόσμου; Ποιός σου ἔδωσε τήν ἄδεια νά διακηρύττεις, ὅτι τήν δική σου ἀρρώστια τήν ἔχουν ὅλοι; Ὅτι ὅλοι ἔχουν τήν δική σου πλάνη; Φωνάζεις ὅτι δέν ὑπάρχει Θεός!
Τό διακηρύττεις σέ ὅλον τόν κόσμο! Πολεμᾶς τήν ἀλήθεια! Ἐκεῖνοι πού δέν θέλουν νά ζοῦν μέ τόν Θεό εἶναι ἐλάχιστοι. Ἀλλά καί γι’ αὐτούς ὁ Θεός ὑπάρχει! Τούς περιμένει. Μέχρι τήν τελευταία πνοή σ’ αὐτή τή γῆ! Καί μόνο ἄν δέν φροντίσουν νά μετανοήσουν, ἔστω στήν τελευταία τους στιγμή, μόνο τότε ὁ Θεός στήν ἄλλη ζωή θά πάψει νά ὑπάρχει γι’ αὐτούς. Καί θά τούς διαγράψει ἀπό τό βιβλίο τῆς ζωῆς.
Γι’ αὐτό πές του, σέ παρακαλῶ φίλε μου. Γιά τό καλό της ψυχῆς σου. Γιά τά ἐπουράνια ἀγαθά. Γιά τά δάκρυα πού ἔχυσε ὁ Χριστός καί τίς πληγές πού δέχθηκε γιά ὅλους μας. Ἄλλαξε μυαλό! Μετανόησε! Διορθώσου! Καί γύρισε στήν Ἐκκλησία μας!
ΑΝΑΒΑΣΕΙΣ
Metr. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ
Σέ ἕναν ἀπό τούς Ψαλμούς διαβάζουμε τόν παρακάτω στίχο· «Οἱ σπείροντες ἐν δάκρυσιν, ἐν ἀγαλλιάσει θεριοῦσι..» (Ψαλμ. 125, 5)12. ῎Αν στίς ἑβδομάδες τῆς προετοιμασίας πού πέρασαν, ἀντικρύσαμε νά καθρεφτίζεται στίς παραβολές ὅ,τι εἶναι ἄσχημο καί ἀνάξιο γιά μᾶς, ἄν σταθήκαμε μπροστά στό κριτήριο τῆς συνειδήσεώς μας καί τοῦ Θεοῦ, τότε ὄντως ἔχουμε σπείρει τή σωτηρία μας ἐν δάκρυσι. Καί ὅμως, ὑπάρχει ἀκόμη χρόνος, διότι ἀκόμη κι ὅταν μπαίνουμε στόν καιρό τῆς συγκομιδῆς, ὁ Θεός μᾶς δίνει ἕνα περιθώριο· προχωρώντας πρός τή Βασιλεία, πρός τήν ῾Ημέρα τῆς ᾿Αναστάσεως, μποροῦμε ἀκόμη, κάθε στιγμή, μέ τήν προοπτική τῆς σωτηρίας, ἐνώπιον τῆς νίκης τοῦ Θεοῦ, νά στρεφόμαστε πρός αὐτόν μέ εὐγνωμοσύνη καί συντριβή μαζί καί νά λέμε, «῎Οχι, Κύριε! Μπορεῖ νά εἶμαι ὁ ἐργάτης τῆς ἑνδεκάτης ὥρας, ἀλλά δέξου με, ὅπως τό ἔχεις ὑποσχεθεῖ!».
Τήν περασμένη Κυριακή ἑορτάσαμε τόν θρίαμβο τῆς ᾿Ορθοδοξίας, τήν ἡμέρα κατά τήν ὁποία ἡ ᾿Εκκλησία διακήρυξε ὅτι νομιμοποιεῖται καί ἔχει τό δικαίωμα νά ἀπεικονίζει τή μορφή τοῦ Χριστοῦ· ἡ διακήρυξη δέν ἀφοροῦσε τήν τέχνη, ἀλλά ἦταν μιά βαθιά θεολογική ὁμολογία τῆς ᾿Ενσαρκώσεως. ῾Η Παλαιά Διαθήκη μᾶς ἔλεγε ὅτι ὁ Θεός δέν ἀπεικονίζεται μέ κανένα τρόπο διότι εἶναι ἕνα ἀπύθμενο μυστήριο· δέν ἔχει οὔτε ὄνομα ἐκτός ἀπό τό μυστηριῶδες ὄνομα τό ὁποῖο γνωρίζει ὁ ῞Υψιστος ᾿Αρχιερεύς. Στήν Καινή Διαθήκη ὅμως μάθαμε, καί γνωρίζουμε ἀπό ἐμπειρία, ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ῎Ανθρωπος, ὅτι τό πλήρωμα τῆς Θεότητος κατοίκησε καί ἐξακολουθεῖ νά κατοικεῖ γιά πάντα ἐν σαρκί· ἄρα ὁ Θεός ἔχει ἕνα ἀνθρώπινο ὄνομα (᾿Ιησοῦς) καί ἕνα ἀνθρώπινο πρόσωπο, πού μπορεῖ νά ἀναπαρασταθεῖ σέ εἰκόνες. Συνεπῶς, κάθε εἰκόνα εἶναι μία ὁμολογία τῆς βεβαιότητάς μας ὅτι ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος· καί ἔγινε ἄνθρωπος γιά νά ἐπιτύχει -μέ τρόπο τραγικό καί ἔνδοξο μαζί- τήν ὑπέρτατη ἀλληλεγγύη μ’ ἐμᾶς, νά γίνει ἕνας ἀπό μᾶς ὥστε νά γίνει ὁ καθένας μας ἕνα ἀπό τά παιδιά τοῦ Θεοῦ. «Αὐτός ἐνηνθρώπισεν ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν», ὅπως λέει καί ἡ Γραφή. Γι’ αὐτό ἤδη ἀπό τήν ἑβδομάδα πού μᾶς πέρασε μπορούσαμε νά εὐφραινόμαστε· καί ἐνῶ, μιά ἑβδομάδα πρίν, ἤδη προετοιμαζόμαστε νά συναντήσουμε αὐτό τό θαῦμα, αὐτό τό θάμβος τῆς ᾿Ενσάρκωσης, ἡ ᾿Εκκλησία μας, χαμηλόφωνα, σχεδόν ψιθυριστά, ἔψαλλε τόν Κανόνα τοῦ Πάσχα· Χριστός ᾿Ανέστη ἐκ νεκρῶν· διότι δέν πρόκειται γιά μία μελλοντική ὑπόσχεση, ἀλλά γιά μία παρούσα βεβαιότητα, μία ἀνοικτή πόρτα γιά νά εἰσέλθουμε διά τοῦ Χριστοῦ, διά τῆς Θύρας, ὅπως ὀνομάζει τόν ῾Εαυτό Του, στήν αἰωνιότητα.
Σήμερα, μνημονεύουμε τόν ῞Αγιο Γρηγόριο τόν Παλαμᾶ, ἕναν ἀπό τούς μεγάλους ῾Αγίους τῆς ᾿Ορθοδοξίας, ὁ ὁποῖος ἀπέναντι στήν αἵρεση καί τήν ἀμφιβολία, διακήρυξε ἐκ τῶν ἔσω τήν ἐμπειρία τῶν ἀσκητῶν καί ὅλων τῶν πιστῶν· ὅτι δηλαδή ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ δέν εἶναι ἕνα κτιστό δῶρο· ὁ ἴδιος ὁ Θεός εἶναι πού ἐκφράζει τόν ῾Εαυτό Του σέ μᾶς, ὥστε πλημμυρισμένοι ἀπό τήν παρουσία Του καί ἔχοντας ὡς μοναδική προϋπόθεση τήν ἀποδοχή Του μέσα μας, νά ἀνοιχτοῦμε σταδιακά πρός Αὐτόν καί νά γίνουμε κάπως διαφανεῖς σ’ αὐτό τό Φῶς, καί σιγά σιγά, ὅλο καί πιό πολύ νά μετέχουμε στή Θεία φύση Του. Συνέχεια
Λόγος για τὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξιας
Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας
Τὴν πρώτη Κυριακὴ τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἡ Ἁγία μας Ἐκκλησία πανηγυρίζει τὸ θρίαμβο τῆς Ὀρθοδοξίας, τῆς ὀρθῆς πίστεως, ἡ ὁποία καταπάτησε ὅλες τίς αἱρέσεις καὶ στερεώθηκε γιά πάντα. Γι’ αὐτὸ ἡ Κυριακὴ αὐτὴ καλεῖται Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας.
Οἱ αἱρέσεις φάνηκαν ἤδη ἀπαρχῆς τοῦ χριστιανισμοῦ. Οἱ ἴδιοι οἱ Ἀπόστολοι τοῦ Χριστοῦ προειδοποιοῦσαν τοὺς συγχρόνους τους, καὶ μαζὶ μ’αὐτοὺς καὶ ἐμᾶς, γιά τὸν κίνδυνο ἀπὸ τοὺς ψευδοδιδασκάλους.
Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Πέτρος στή Β’ Καθολικὴ ἐπιστολὴ γράφει τὸ ἑξῆς: «Ἐγένοντο δὲ καὶ ψευδοπροφῆται ἐν τῷ λαῷ, ὡς καὶ ἐν ὑμῖν ἔσονται ψευδοδιδάσκαλοι, οἵτινες παρεισάξουσιν αἱρέσεις ἀπωλείας, καὶ τὸν ἀγοράσαντα αὐτοὺς δεσπότην ἀρνούμενοι ἐπάγοντες ἑαυτοῖς ταχινὴν ἀπώλειαν· καὶ πολλοὶ ἐξακολουθήσουσιν αὐτῶν ταῖς ἀσελγείαις, δι᾿ οὓς ἡ ὁδὸς τῆς ἀληθείας βλασφημηθήσεται» (Β’ Πετ. 2, 1-2).
Ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος, ἐπιστρέφοντας στήν Παλαιστίνη ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, σταμάτησε στήν Ἔφεσο. Ἐκεῖ στούς χριστιανοὺς κατοίκους τῆς πόλεως ἔλεγε: «Ἐγὼ γὰρ οἶδα τοῦτο, ὅτι εἰσελεύσονται μετὰ τὴν ἄφιξίν μου λύκοι βαρεῖς εἰς ὑμᾶς μὴ φειδόμενοι τοῦ ποιμνίου· καὶ ἐξ ὑμῶν αὐτῶν ἀναστήσονται ἄνδρες λαλοῦντες διεστραμμένα τοῦ ἀποσπᾶν τοὺς μαθητὰς ὀπίσω αὐτῶν.» (Πράξ. 20, 29-30).
Πολλοὶ τέτοιοι ψευδοδιδάσκαλοι καὶ σχισματικοὶ ὑπῆρχαν στούς πρώτους αἰῶνες τοῦ χριστιανισμοῦ. Μερικὲς αἱρέσεις τάραζαν τὴν Ἐκκλησία ὁλόκληρους αἰῶνες, ὅπως γιά παράδειγμα οἱ αἱρέσεις τοῦ Ἀρείου, τοῦ Μακεδονίου, τοῦ Εὐτυχοῦς, τοῦ Διοσκόρου, τοῦ Νεστορίου καὶ ἐπίσης ἡ αἵρεση τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ αἱρέσεις αὐτὲς προκάλεσαν πολλὲς διαταραχὲς στήν Ἐκκλησία καὶ τὴν βασάνισαν πολύ. Συνέχεια
ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗΝ
ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ
π. Ἰουστίνου Πόποβιτς
Εἰς τό ὄνομα τοῦ Πατρός καί τοῦ Υἱοῦ καί τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἀμήν.
Σήμερα, ἀδελφοί καί ἀδελφές, εἶναι ἡ ἁγία Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας, μία ἀπό τίς πενήντα δύο Κυριακές τοῦ ἔτους πού ὀνομάζεται Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας. Μεγάλη καί ἁγία Κυριακή. Κυριακή, κατά τήν ὁποία ἑορτάζεται ἡ νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψεύδους, ἐναντίον κάθε ἀναλήθειας, ἐναντίον κάθε αἱρέσεως, ἐναντίον κάθε ψευδοθεοῦ· νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον κάθε ψευδοῦς διδασκαλίας, ἐναντίον κάθε ψευδοῦς φιλοσοφίας, ἐπιστήμης, πολιτισμοῦ, εἰκόνος. Ἁγία νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί αὐτό σημαίνει ἁγία νίκη τῆς Παναληθείας.
Ποιός ὅμως εἶναι ἡ Παναλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Ποιός εἶναι ἡ Ἀλήθεια σέ αὐτόν τόν κόσμο; Αὐτός πού εἶπε γιά τόν ἑαυτό Του: Ἐγώ εἰμί ἡ ἀλήθεια! Ὁ Ἰησοῦς Χριστός. Ὁ Θεός ἐν σαρκί. Νά, αὐτή εἶναι ἡ Ἀλήθεια στόν γήινο κόσμο μας, αὐτή εἶναι ἡ ἀλήθεια γιά τόν ἄνθρωπο. «Θεός ἐφανερώθη ἐν σαρκί». Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός ἔλαβε σῶμα, ὥστε μέ τό σῶμα μας νά εἰπῇ σέ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τί εἶναι ἀλήθεια, πῶς ζῆ κανείς ἐν ἀληθείᾳ, πῶς πεθαίνει γι’ αὐτήν, καί πῶς δι’ αὐτῆς ζῆ αἰωνίως.
Ὁ Χριστός συνεκέντρωσε ὅλες τίς ἀλήθειες καί μᾶς ἔδωσε τήν Παναλήθεια τῆς Ὀρθοδοξίας. [σελ. 81-82] Ὅταν ὁ Θεός κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, Αὐτός ἔγινε ὁρατός γιά μᾶς τούς ἀνθρώπους. Ὁ Θεός ἔγινε ὁρατός. Καί ἐμεῖς βλέποντάς Τον, στήν πραγματικότητα βλέπουμε τόν Ζῶντα Θεό. Αὐτός εἶναι ἡ ζῶσα Εἰκών τοῦ Θεοῦ στόν κόσμο.
Διαφυλάσσοντας τήν ζῶσα Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία διεφύλαξε τόν ἄνθρωπο, διεφύλαξε τόν Χριστό ὡς ἄνθρωπο. Ὁ ἴδιος ὁ Θεός ἔγινε ἄνθρωπος, γιά νά βρῆ σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους τήν θεία Εἰκόνα, τήν ζῶσα θεία Εἰκόνα, τήν ὁποία ἐμεῖς ἀμαυρώσαμε μέ τίς ἁμαρτίες καί τά πάθη, τήν παραμορφώσαμε, τήν καταξέσαμε ὅλη μέ τήν ἁμαρτωλή ζωή μας. Ὅπως λέγεται στούς θαυμάσιους ἐκκλησιαστικούς ὕμνους, ὁ Κύριος κατέβηκε σέ αὐτόν τόν κόσμο, ἔγινε ἄνθρωπος, «ἵνα τήν ἑαυτοῦ ἀναπλάσῃ Εἰκόνα», νά ἀνακαινίσῃ τήν Ἰδική Του Εἰκόνα στόν ἄνθρωπο· «φθαρεῖσαν τοῖς πάθεσι», πού ἐφθάρη δηλαδή μέ τά ἐλαττώματά μας καί μέ τίς ἁμαρτίες μας, καί ὁ ἄνθρωπος ἔγινε μία παραμορφωμένη, μία δύσμορφη, εἰκόνα τοῦ Θεοῦ. Καί ὁ Θεός, κατεβαίνοντας σέ αὐτόν τόν κόσμο σάν καθαρή, ὁλοκάθαρη Εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, ὡς Θεός, ἔδειξε τί εἶναι ὁ ἄνθρωπος, τί εἶναι ὁ τέλειος ἄνθρωπος, πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο. [σελ. 83]
Πῶς πρέπει νά εἶναι ὁ ἄνθρωπος σέ αὐτόν τόν κόσμο; Ἐμεῖς σέ αὐτόν τόν κόσμο πραγματικά πολεμᾶμε, συνέχεια πολεμᾶμε γι’ αὐτήν τήν θεία Εἰκόνα πού εἶναι μέσα στήν ψυχή μας. Ποιός μᾶς τήν κλέβει; Ὅλοι οἱ εἰκονομάχοι. Πρῶτος εἰκονομάχος εἶναι ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία δέν θέλει τόν Θεό. Δέν θέλει τόν Θεό οὔτε μέσα στόν ἄνθρωπο, οὔτε μέσα στόν κόσμο γύρω ἀπό τόν ἄνθρωπο. Καί διά τῆς ἁμαρτίας κατεξοχήν εἰκονομάχος εἶναι ὁ Σατανᾶς καί οἱ ἄγγελοί του, οἱ ἀπαίσιοι δαίμονες. Συνέχεια
ΤΙ ΞΕΡΕΙΣ ΕΣΥ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΙΚΟΝΕΣ;
Ποιά διαφορά ἔχει τό εἴδωλο ἀπό τήν εἰκόνα;
Ἡ βασική διαφορά τοῦ εἰδώλου ἀπό τήν εἰκόνα ἔγκειται σ᾿ αὐτό πού ὑπογραμμίζει ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης, ὅτι ἡ εἰκόνα εἶναι «ὁμοίωση» μέ τό ὑπαρκτό, ἐνῶ τό εἴδωλο εἶναι «ὁμοίωση» μέ τό ἀνύπαρκτο. Ἑπομένως εἶναι πλάσμα, φαντασία, ἀπάτης ὁμοίωμα. «…ψεύδους καί ἀπάτης ὁμοίωμα…, ψευδές τό εἴδωλον ἀνειποῦσιν μίμημα· τήν δ᾿ αὖ εἰκόνα, τοῦ ἀληθοῦς ἀφομοίωμα». Δηλαδή, μέ ἄλλα λόγια, τό ἀρχέτυπο τοῦ εἰδώλου εἶναι ἀνύπαρκτο, εἶναι φανταστικό εἴδωλο, δέν εἶναι πραγματικό πρόσωπο, ἐνῶ ἡ εἰκόνα ἔχει συγκεκριμένο ὑπαρκτό ἀρχέτυπο, εἶναι ὁμοίωμα τοῦ ἀληθινοῦ καί ὑπάρχοντας Θεοῦ. Ἡ εἰκόνα ἀπεικονίζει αὐτό πού ὑπάρχει πραγματικά, ἐνῶ τό εἴδωλο δέν ἔχει μιά τέτοια δυνατότητα, δηλαδή δέν ἀπεικονίζει μιά πραγματική Θεότητα. Ἐνῶ π.χ. ἡ εἰκόνα τοῦ Χριστοῦ ἀπεικονίζει τό πρωτότυπο, τόν Σαρκωμένο Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, τό ἄγαλμα τοῦ Δία τί ἀπεικονίζει; Ἕνα ξόανο πού λατρεύεται καθεαυτό.
Γι᾿ αὐτό τό λόγο τά εἴδωλα ἀπαγορεύονται ἀπό τό Νόμο τοῦ Μωυσῆ στήν Παλαιά Διαθήκη. Μετά τή Σάρκωση ὅμως τοῦ Λόγου τοῦ Θεοῦ ἔχουμε τή δυνατότητα τῆς περιγραφῆς Του. Ἡ εἰκόνα τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ δέν ἀποτελεῖ εἰδωλική κατασκευή, ἀλλά ἀπόδειξη καί ὁμολογία τῆς ἐνανθρωπήσεώς Του. Ἄν ἐπιχειροῦσε νά περιγράψει κανείς σέ εἰκόνα τόν Υἱό καί Λόγο τοῦ Θεοῦ, πρίν ἀπό τή Σάρκωσή Του, κάτι τέτοιο θά ἀποδεικνυόταν, «ὄχι μόνον φαῦλον, ἀλλά καί ἔκτοπον, τόν μή Σαρκωθέντα Λόγον σάρκα τοπάζειν». Καί αὐτό διότι ἐφόσον δέν ὑπῆρχε πρωτότυπο, θά ἐλεγχόταν ἡ πράξη του αὐτή ἀπό τό Νόμο τοῦ Θεοῦ πού λέει: «Τίνι ὁμοιώματι, ὁμοιώσατέ με»; (Ἡσ. 40, 18). Ἀλλά οἱ εἰκόνες τῆς Ἐκκλησίας μας, τῆς Θεοτόκου καί τῶν Ἁγίων, ἀποτελοῦν ἀπεικονίσεις πραγματικῶν ἱστορικῶν προσώπων, τά ὁποῖα βρίσκονται σέ ἄμεση σχέση, προσωπική καί οὐσιαστική, σχέση κοινωνίας μέ τόν Ἕνα καί Μόνο ἀληθινό Θεό.
Εἴπατε ὅτι τά εἴδωλα ἀπαγορεύονται ἀπό τό Νόμο τοῦ Μωυσῆ στήν Παλαιά Διαθήκη.
Πῶς ὅμως ὁ Θεός φαίνεται νά ἐπιτρέπει τήν κατασκευή δυό γλυπτῶν ἀνθρωπόμορφων Χερουβίμ καί τήν τοποθέτησή τους στή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου; Δέν ἦταν αὐτά εἴδωλα;
Τά ἀνθρωπόμορφα Χερουβίμ πού κατασκευάστηκαν καί τοποθετήθηκαν ἐπάνω στή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου δέν ἦταν εἴδωλα, δηλαδή ἀπεικονίσεις φανταστικῶν ὁμοιωμάτων μέ ἀνύπαρκτο ἀρχέτυπο, ἀλλά ἀπεικονίσεις ἀσωμάτων Ἀγγέλων, ἔτσι ὅπως εἶχαν ἐμφανιστεῖ στούς πατριάρχες τοῦ Ἰσραήλ (Γεν. 3, 24. 16, 11. 19, 1. Ἑβρ. 1, 14). Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης καί ὅλοι οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὀνομάζουν τά ὁμοιώματα αὐτά «ἐκτυπώματα» καί «μορφώματα» καί τονίζουν ὅτι ὁ Ἴδιος ὁ Θεός φαίνεται νά ἐπιτρέπει τήν κατασκευή τῶν ἱερῶν αὐτῶν συμβόλων, δηλαδή τά ὁμοιώματα τῶν Χερουβίμ ἤ τήν Κιβωτό ἤ τή σκηνή τοῦ Μαρτυρίου κ.λ.π. Διότι τά ἱερά αὐτά σύμβολα παιδαγωγοῦσαν τόν περιούσιο λαό τοῦ Ἰσραήλ ὥστε νά συνειδητοποιεῖ ἀφ᾿ ἑνός τή διαρκή παρουσία τοῦ Θεοῦ στή ζωή του καί ἀφ᾿ ἑτέρου τό χρέος του στό νά ἀποδίδει λατρεία πρός τόν Ἕνα καί Μόνο ἀληθινό Θεό. Ὁ ἅγιος Θεόδωρος ὁ Στουδίτης ἀναφέρεται στά «ἐκτυπώματα» αὐτά καί λέει ὅτι γιά τόν παιδαγωγούμενο ἄνθρωπο τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ἦταν ἱερά σύμβολα, τά ὁποῖα «ἤ εἰς τύπον Χριστοῦ αἰνιγματωδῶς παραλαμβάνεται» (χάλκινος ὄφις) ἤ γενικῶς ἀποτελοῦν «προχάραγμα ἐναργές… τῆς ἐν πνεύματι λατρείας». Καί σέ ἄλλο σημεῖο: «Δι᾿ ἐκτυπωμάτων καί μορφωμάτων τινων συμβολικῶς ἀνάγεσθαι τόν Ἰσραήλ, ἐπί τήν τοῦ Ἑνός Θεοῦ, ὡς ἐφικτόν θεωρίαν καί λατρείαν». Συνέχεια
ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΙ ΣΥΜΒΟΛΗ
Ἀναστασίου Γιαννουλάτου
Ἀρχιεπισκόπου Ἀλβανίας
Δυναμική τοῦ Θρησκευτικοῦ βιώματος.
1.-. Στίς διορθωτικές ἐπεμβάσεις, πού πρέπει νά γίνουν γιά τή θεραπεία πολλῶν ἀρνητικῶν συνεπειῶν τῆς παγκοσμιοποιήσεως, ἡ συμβολή τοῦ ὑγιοῦς θρησκευτικοῦ βιώματος εἶναι καθοριστική καί ἀναντικατάστατη. Διότι ἡ θρησκευτική πίστη ἐπηρεάζει τό βάθος τῆς ἀνθρώπινης συνειδήσεως καί βουλήσεως, διαμορφώνει τή σκέψη, τό ἦθος, τόν χαρακτήρα τῶν ἀνθρώπων. Τήν οἰκουμένη μποροῦν νά ὁδηγήσουν σέ τραγικές περιπέτειες τά ἐγωκεντρικά ἄτομα πού συνήθως συγκροτοῦν διάφορα ἀλαζονικά σύνολα. Αὐτό τόν θανατηφόρο ἰό τοῦ ἐγωισμοῦ, μόνο τό γνήσιο θρησκευτικό βίωμα εἶναι σέ θέση νά τόν ἐξουδετερώσει. Γιά νά ἀντιμετωπισθοῦν λοιπόν οἱ ἀρνητικές συνέπειες τῆς παγκοσμιοποιήσεως, χρειάζονται σέ ὅλα τά ἐπίπεδα λήψεως ἀποφάσεων προσωπικότητες πού θά ἐμπνέονται ἀπό ὀρθή καί δίκαιη κρίση, ἀγαθή συνείδηση, ἀπό τόν πόθο γιά μιά εἰρηνική οἰκουμένη μέ σεβασμό στήν ἐλευθερία καί στήν ἰδιαιτερότητα τοῦ κάθε ἀνθρώπινου προσώπου καί λαοῦ. Ὅσο πιό αὐθεντικό καί καθαρό εἶναι τό θρησκευτικό βίωμα, τόσο πιό ἀποφασιστικά συμβάλλει -μέ τήν ἀφύπνιση καί τό ἀγωνιστικό φρόνημα ὀργανωμένων ὁμάδων καί λαῶν- σέ μιά θετική προσφορά στό παγκόσμιο γίγνεσθαι.
Οἰκουμενικότητα, ὁ πνευματικός χῶρος τῆς Ὀρθοδοξίας.
2.-. Οἱ χριστιανοί, καί μάλιστα οἱ Ὀρθόδοξοι, δέν αἰσθανόμαστε ἀμηχανία οὔτε αἰφνιδιαζόμαστε ἀπό τή διαδικασία τῆς παγκοσμιοποιήσεως. Ἡ οἰκουμενικότητα ὑπῆρξε ὁ αὐτονόητος πνευματικός μας χῶρος. Ἡ διάσταση τῆς παγκοσμιότητος ἀποτελεῖ βασικό συστατικό τῆς Ὀρθοδοξίας. Ἀπό τό πρῶτο κεφάλαιο τῆς Ἁγίας Γραφῆς (Γεν. 1:1), τονίζεται ὅτι οὐρανός, γῆ, ἀνθρώπινο γένος, τά πάντα, δημιουργήθηκαν ἀπό τόν Θεό· ἐνῶ τά τελευταῖα κεφάλαιά της (Ἀποκ. Ἰω. 21-22) ἀφιερώνονται στό ὅραμα τοῦ καινοῦ οὐρανοῦ καί τῆς καινῆς γῆς (Ἀποκ. 21:1). Μέ τή Σάρκωσή Του ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσέλαβε ὁλόκληρη τήν ἀνθρώπινη φύση καί καλεῖ στή Βασιλεία Του τούς πάντες, χωρίς ἐξαίρεση, χωρίς διάκριση φυλῆς, γλώσσας, καταγωγῆς. Τελικά, ἡ παγκοσμιότητα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ὑπερβαίνει ἀκόμα καί τή σφαίρα τοῦ πανανθρώπινου, ἐπεκτείνεται σέ ὅλη τήν κτίση, στήν ὁποία ὀργανικά ὁ ἄνθρωπος μετέχει. Ἡ χριστιανική διδασκαλία πρωτακούσθηκε σέ συγκεκριμένο τόπο καί χρόνο, ἀλλά εἶχε ἀπό τήν ἀρχή καί διατηρεῖ σταθερά τόν παγκόσμιο καί ἐσχατολογικό χαρακτήρα της. Στίς Ἐπιστολές τοῦ ἀποστόλου Παύλου τονίζεται ἰδιαιτέρως ἡ παγκοσμιότητα σέ συσχέτιση μέ τό μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας. Τό καθολικό αὐτό ὅραμα φθάνει στό κορύφωμά του ὅταν ὁ Παῦλος ἀναφέρεται στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, εἰς τό «μυστήριον τοῦ θελήματος αὐτοῦ», πού πρόκειται νά πραγματοποιηθεῖ «εἰς οἰκονομίαν τοῦ πληρώματος τῶν καιρῶν, ἀνακεφαλαιώσασθαι τά πάντα ἐν τῷ Χριστῷ, τά ἐπί τοῖς οὐρανοῖς καί τά ἐπί τῆς γῆς ἐν αὐτῷ» (Ἐφεσ. 1:9-10). Γιά τήν καταγραφή τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος, κατά τήν πρώτη φάση τῆς διαδόσεώς του στόν κόσμο, χρησιμοποιήθηκε ἡ ἑλληνική γλώσσα καί ὁ ἑλληνικός πολιτισμός, ἕνα ἀπό τά βασικά χαρακτηριστικά τοῦ ὁποίου ὑπῆρξε ἡ οἰκουμενικότητα1. Κυρίως αὐτή διαπότισε τήν ἑλληνική φιλοσοφία, τήν ἐπιστήμη, τήν τέχνη καί τή γλώσσα πού διεκόλυνε τήν πολύμορφη ἐπικοινωνία ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους καί τούς λαούς. Ἡ οἰκουμενική συνείδηση καλλιεργήθηκε μέ νέα δύναμη ἀπό τούς μεγάλους Ἱεράρχες καί οἰκουμενικούς Διδασκάλους τοῦ τετάρτου αἰώνα, οἱ ὁποῖοι πραγματοποίησαν τή σύνθεση ἀρχαιοελληνικῆς οἰκουμενικῆς σκέψεως καί χριστιανικῆς πίστεως. Καί ἀργότερα, στή συνάντησή της μέ τούς λαούς τῆς Ν.Α. Εὐρώπης, «ἡ βυζαντινή αὐτοκρατορία θυσιάζει τόν οἰκουμενισμό τῆς ἑλληνικῆς γλώσσας γιά νά διατηρήσει τήν παγκοσμιότητα τοῦ πολιτισμοῦ της»2. Συνέχεια
ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΙΕΡΑΠΟΣΤΟΛΗ
Ἀρχιμ. Ἀντωνίου Ρωμαίου
Ἕνα μέρος ἀπό τήν ἀλήθεια τοῦ Εὐαγγελίου εἶναι, νομίζω, ὅτι ὁ Σταυρός δέν ἀποτελεῖ μόνο τό Ὄργανο τῆς Σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά συγχρόνως καί τήν μοναδική “ὁδόν ζωῆς” τοῦ πιστοῦ. Ἡ παραδοχή τῆς ἀνωτέρω ἀλήθειας ἔχει τρομακτικές καί συγκλονιστικές ἐπιπτώσεις στόν ἄνθρωπο. Ἔρχεται νά πραγματοποιήσῃ τήν πιό μυστική καί ἀπόκρυφη ὑπαρξιακή ἐπανάσταση μέσα του. Δημιουργεῖ τίς μοναδικές βιωματικές προϋποθέσεις γιά μιά “ἀναβίωσι” – ἀναγέννησι – καί ὁδηγεῖ σέ μιά διαρκῆ “μεταμόρφωσι”, ὅπως ὁ θεῖος Ἀπόστολος Παῦλος τήν κηρύττει καί τήν ἐπικυρώνει μέ τήν ὁλοκαυτωματική προσφορά του στό βωμό τῆς Ἀγάπης τοῦ “Ἐσφαγμένου Ἀρνίου”.
Ὅλοι γνωρίζουμε πώς ἡ ρίζα τοῦ κακοῦ, πού ξεκινάει μέ τήν “πτῶσι τῶν πρωτοπλάστων”, εἶναι ὁ ἐγωϊσμός, ἡ ἐγωκεντρική θεώρησις καί βίωσις τῶν ἀξιῶν τῆς ζωῆς. Τό κήρυγμα γιά τήν αὐταπάρνησι -πού εἶναι ἡ τελειοτέρα δυνατή στόν ἄνθρωπο ἐφαρμογή τοῦ “ἔκκλινον ἀπό κακοῦ” καί γιά τήν ἄρσι τοῦ σταυροῦ πού εἶναι ἡ ἀρίστη ἀπόδοσις τοῦ “ποίησον ἀγαθόν” ἔρχεται νά ζητήσῃ τήν ἄμεση ἀλλαγή στήν ὑπαρξιακή βάσι τοῦ ἀνθρώπου.
Ἀπό τίς πρῶτες ὧρες τῆς ζωῆς του, ὁ ἄνθρωπος ζητεῖ νά γίνῃ τό κέντρον τοῦ ἐνδιαφέροντος καί τῆς μητρικῆς στοργῆς, τῆς ὑπάρξεως πού τόν ἔφερε στόν κόσμο. Ἀργότερα, μέ τούς γνωστούς καί ἐν πολλοῖς ἐνστικτώδεις τρόπους μας, ἀγωνιζόμαστε νά κατακτήσουμε τίς καρδιές τοῦ στενοῦ οἰκογενειακοῦ περιβάλλοντος καί ἐν συνεχείᾳ τοῦ εὐρυτέρου κοινωνικοῦ.
Πάντοτε τό βίωμα τῆς εὐτυχίας μας ἔχει μιά ἐγωκεντρική ὑποδομή, πού εἶναι συνήθως ὑποσυνείδητη -πολλές φορές ὅμως καί συνειδητή. Ἀντιστρόφως καταθλιπτική ἐπεξεργασία χαρακτηρίζει τίς ἐμπειρίες μας κάθε φορά πού “ἡ ζωή” ἤ “οἱ συνθῆκες τῆς ζωῆς” δέν ἔχουν τήν δυνατότητα νά ἱκανοποιήσουν τίς ἐγωϊστικές ἀναζητήσεις μας. Ἔτσι μελαγχολοῦμε, χωρίς νά σκεπτώμαστε ὅτι τό θανατηφόρο δένδρο τῆς μελαγχολίας φυτρώνει μόνο στό ἔδαφος τῆς ἐγωλατρείας ἤ ἐγωπαθείας.
Τό παραπάνω φαινόμενο -αὐτό ἐπειδή μέ τό νηπιοβαπτισμό ἔχουμε ἀσυνείδητα, θεωρητικά καί προκαταβολικά δώσει τή βούλησί μας στό Χριστό- δέν λείπει δυστυχῶς καί ἀπό τήν Χριστιανική ζωή μας. Ἔτσι φθάνουμε στό ἀντιφατικό καί ὀξύμωρο σχῆμα τοῦ “ἐγωκεντρικοῦ Χριστιανοῦ”, πού εἶναι ἡ πιό δραματική contradictio in terminis, τήν ὁποία μπορεῖ νά ἀναζητήσῃ ὁ φιλόσοφος νοῦς τοῦ προσγειωμένου Χριστιανοῦ!
Κανείς μας -τοὐλάχιστον στά πρῶτα χρόνια τοῦ συνειδητοῦ χριστιανικοῦ ἀγῶνος γιά τήν κατανόησι τοῦ “ἐν Χριστῷ ζῆν” -δέν ξέφυγε μέχρι σήμερα ἀπό αὐτή τήν ἀδυναμία. Ἡ λυτρωτική χαρά, πού πηγάζει ἀπό τό βίωμα τῆς συγχωρήσεως τῆς ἐνοχῆς τῶν ἁμαρτιῶν μας, εἶναι πολλές φορές “ἐγωκεντρική”. Συνέχεια
Οἱ ἰδιότητες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας
π. ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Στανιλοάε
Ποιές εἶναι οἱ βασικώτερες ἰδιότητες τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας μας πού τήν ξεχωρίζουν ἀπό τίς ἄλλες ἐκκλησίες;
Ἀπάντηση τοῦ π. Δημητρίου Στανιλοάε:
Εἶναι ἐκεῖνες πού ἀναφέρονται στό Σύμβολο τῆς Πίστεως, ὅτι:
Ἡ Ἐκκλησία εἶναι ΜΙΑ, διότι εἶναι Σῶμα τοῦ Χριστοῦ ἤ τό σύνολο τῶν πιστῶν, βασιζόμενο στήν ἀληθινή πίστι καί ἰδιαίτερα στό ἱερό Μυστήριο τῆς ἐνσαρκώσεως τοῦ Μονογενοῦς Ἰησοῦ Χριστοῦ.
Εἶναι ΑΓΙΑ καί φορεύς τῆς ἁγιότητος, διότι ὁ Χριστός εἶναι Ἅγιος καί μᾶς ἁγιάζει διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.
Εἶναι ΚΑΘΟΛΙΚΗ, διότι τά μέλη της ἀγωνίζονται νά διατηροῦν ἄρρηκτο δεσμό ἑνότητος μεταξύ των ἐν Χριστῷ καί διότι συνεργάζονται μετά τῶν Ἱεραρχῶν γιά νά διαφυλάττουν, ἐπί τῇ βάσει τῶν Ἱ. Κανόνων, ἀπαράλλακτη τήν πίστι καί τήν παραδοσιακή ζωή τῆς Ἐκκλησίας διά μέσου τῶν αἰώνων.
Εἶναι ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ διότι διατηρεῖ ἀναλλοίωτη τήν διδασκαλία καί παράδοσι, πού παρέλαβε ἀπό τούς Ἀποστόλους, οἱ ὁποῖοι τίς διδάχθηκαν κατευθεῖαν ἀπό τόν Κύριόν μας Ἰησοῦ Χριστό.
Ἀπό τό βιβλίο|
ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΟΙ ΔΙΑΛΟΓΟΙ ΜΕ ΡΟΥΜΑΝΟΥΣ ΠΑΤΕΡΑΣ
Ἄνοιξα τὰ μάτια μπροστὰ σὲ μιὰ εἰκόνα
Georghiou Virgil
Τὸ πρῶτο πρόσωπο ποὺ ἀντίκρισαν τὰ μάτια μου, σὰν τὰ πρωτάνοιξα στὴ ζωή, ἦταν ὁ πατέρας μου. Πάντοτε φανταζόμουνα τὸ ἀνθρώπινο μνημονικὸ σὰν μία ταινία φωτογραφική, ποὺ ἀποτυπώνει ὅλες τὶς εἰκόνες τῆς ζωῆς, ἀπὸ τὴν κούνια ἴσαμε τὸν τάφο. Τὸ μάτι μοιάζει μὲ μιὰ φωτογραφικὴ μηχανή, ποὺ καταγράφει αὐτόματα ὅλα ὅσα ἀγκαλιάζει ὁ φακός της. Ἡ μνήμη δὲν κρατάει παρὰ τὶς εἰκόνες καὶ τὶς σκηνὲς ποὺ παρουσιάζουν ἐνδιαφέρον. Τὴν ὑπόλοιπη ταινία τὴν πετάει, σὰν ἄχρηστη, στῆς λησμονιᾶς τὸ ἀπόμερο. Ὅπως πετᾶμε τὰ σκουπίδια.
Στὴν ταινία λοιπὸν τῆς μνήμης μου, πρώτη τῆς ζωῆς μου εἰκόνα, σὰν μία μεγέθυνση ποὺ ἡ θύμησή μου εὐλαβικὰ διατήρησε, καὶ ποὺ ὁ χρόνος θαυμαστὰ ὀμόρφηνε, ἀντὶ νὰ τὴ σβήσει, ἡ εἰκόνα τοῦ πατέρα μου. Ἐγὼ θὰ βρισκόμουνα στὴν κούνια μου. Καὶ κεῖνος γερμένος ἀπὸ πάνω. Κοιταζόμασταν, ὁ πατέρας μου κι ἐγώ, γεμάτοι θαυμασμὸν ὁ ἕνας γιὰ τὸν ἄλλο. Μόλις εἶχα βγεῖ ἀπὸ τὴ νύχτα τῆς ἀνυπαρξίας κ’ ἡ περιέργειά μου, μπρὸς στὴν πρώτην εἰκόνα τοῦ κόσμου, ἤτανε δικαιολογημένη. Πρὶν ἀντικρίσω τὸν πατέρα μου δὲν εἶχα δεῖ τίποτε ἄλλο. Ἡ κόρη τῶν ματιῶν μου ἤτανε παρθένα. Κι ὅλα γύρω μου στὸν κόσμο ἤτανε καινούρια. Ἡ ἔκπληξη τοῦ πατέρα μου, μπρὸς στὴ μικρὴ κι ὁλοκαίνουρια ὑπαρξή μου, ἤτανε κι αὐτὴ δικαιολογημένη. Δὲν εἶχε κλείσει τὰ εἴκοσί του χρόνια. Βρισκόταν ἀκόμα στὰ μαγιάπριλα τῆς ζωῆς του. Τὸ κορμὶ του μέστωνε, τὰ κόκκαλά του ἀκόμα πήζανε, καλὰ-καλὰ δὲν εἶχε γίνει ἄντρας. Τοῦ φαινότανε λοιπὸν ἀπίστευτο πὼς γίνηκε κιόλας πατέρας. Μ’ ἔβλεπε σὰν κάτι τὸ ἀναπάντεχο, καὶ σὰν πεσμένο ἀπὸ τὸν οὐρανό. Κ’ οἱ δυό μας εἴμασταν λοιπὸν γεμάτοι ἔκπληξη.
Πόσο περήφανος εἶμαι στὴ σκέψη πὼς ἡ πρώτη μου εἰκόνα τοῦ ἐπίγειου σύμπαντος ἦταν ἒν’ ἀνθρώπινο πρόσωπο. Βλέποντας τὸ πρόσωπο ἑνὸς ἀνθρώπου, εἶδα τὸ Θεό. Κι ὅποιος βλέπει τὸ Θεό, βλέπει ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔγινε ἄνθρωπος γιὰ νὰ μᾶς δείξει τὴν ἀνθρώπινη ὄψη τοῦ Θεοῦ. Μᾶς τὸ λέει ὁλοκάθαρα: «Ὁ ἐωρακὼς ἐμὲ ἐώρακε τὸν Πατέρα» ( Ἰω. 14,9). Ἡ καλύτερη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ εἶναι πάντα ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι κι ἕνας δεύτερος λόγος ποὺ μὲ κάνει περήφανο γιατί τὸ πρῶτο πράγμα ποὺ εἶδα στὸν κόσμο ἤτανε ἡ ὄψη τοῦ πατέρα μου. Σὲ λίγο καιρὸ τὰ μάτια μου θὰ κλείσουν καὶ δὲν θὰ βλέπουν πιὰ τὶς εἰκόνες τῆς ζωῆς. Εἶναι τυφλοὶ στὰ ἐπίγεια οἱ νεκροί. Μ’ ἐπιμέλεια κάνω τὶς ἑτοιμασίες μου γιὰ τὸ μισεμό μου ἀπὸ τὴ γῆ. Τὰ περισσότερά μου χρόνια τὰ ἔζησα. Τἄχω ξοδέψει. Ὅπως ξοδεύεται ἕνα μάτσο χρήματα. Τὰ πολλὰ τἄχω σπαταλήσει, τἄχω ζήσει, κι ὅσα μοῦ μένουν εἶναι μετρημένα. Λοιπόν, σ’ ὅλη μου τὴ ζωή, δὲν εἶδα ποτέ, πουθενά, καὶ σὲ καμμιὰ εὐκαιρία, οὔτε κἄν στὰ ὄνειρά μου, μίαν εἰκόνα ὀμορφότερη ἀπὸ τὴν πρώτη ποὺ κατάγραψε ἡ μνήμη μου, τὴν εἰκόνα τοῦ πατέρα μου. Οὔτε τῶν ζωγράφων τὰ χρώματα, οὔτε τῆς φύσης τ’ ἀξιοθαύμαστα, οὔτε τῶν ὡραίων γυναικῶν ἡ ἀκτινοβολία, οὔτε τῶν παιδικῶν προσώπων ἡ ἀγγελικὴ ὀμορφιά, δὲν μπόρεσαν νὰ ξεπεράσουν στὰ μάτια μου τὴν ὀμορφιὰ τῆς πρώτης ἀνθρώπινης ὄψης ποὺ ἀντίκρισα στὴ γῆ: τὸ πρόσωπο τοῦ πατέρα μου. Συνέχεια
Ἰδιόμελον Ἀποστίχων Ἑσπερινοῦ Δευτέρας
Α΄Ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν
Νηστεύσωμεν νηστείαν δεκτήν εὐάρεστον τῷ Κυρίῳ· ἀληθής νηστεία, ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις, ἐγκράτεια γλώσσης, θυμοῦ ἀποχή, ἐπιθυμιῶν χωρισμός, καταλαλιᾶς, ψεύδους, καί ἐπιορκίας· ἡ τούτων ἔνδεια, νηστεία ἐστίν, ἀληθής καί εὐπρόσδεκτος.
Ἑρμηνευτική Ἀπόδοση
Ἄς νηστεύσουμε νηστεία δεκτή εὐάρεστη στόν Κύριο· ἀληθινή νηστεία εἶναι ἡ ἀποξένωση ἀπό τά κακά, ἡ ἐγκράτεια τῆς γλώσσας, ἡ ἀποχή ἀπό τό θυμό, ὁ χωρισμός ἀπό τίς ἀνάρμοστες ἐπιθυμίες, τήν καταλαλιά, τό ψέμα καί τήν ἐπιορκία· ἡ ἐγκράτεια ἀπ᾿ αὐτά εἶναι νηστεία ἀληθινή καί εὐσπρόσδεκτη.
Σοί, Κύριε
Ἁγίου .Νικολάου Βελιμίροβιτς,
Πρίν ἀπό τό τέλος κάθε δέησης, καί ὅταν ὁ ἱερεύς προτρέπει τόν λαό λέγοντας «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα», ὁ λαός ἀπαντάει: «Σοί, Κύριε». «Σέ σένα Κύριε».
Αὐτές οἱ λέξεις εἶναι πολύ γνωστές. Καί εὔκολα τίς θυμώμαστε.
Καί κάθε Χριστιανός μπορεῖ νά τίς χρησιμοποιεῖ σέ κάθε περίσταση τῆς ζωῆς του.
Ὅταν ἔχεις ὑγεία, καί πηγαίνουν καλά οἱ δουλειές σου, πές μέ ὅλη σου τήν καρδιά: «Σοί, Κύριε». «Σέ Σένα», Κύριε, ὀφείλουμε τήν εὐχαριστία.
Ὅταν οἱ ἄνθρωποι σέ τιμοῦν καί λένε καλά λόγια γιά σένα, πές ἀπό μέσα σου:«Αὐτά δέν ἀξίζουν νά ἀποδοθοῦν σέ μένα, ἀλλά Σοί, Κύριε». «Σέ Σένα», Κύριε, ὀφείλουμε τήν εὐχαριστία.
Καί ὅταν ὑποπέσεις στόν φθόνο τῶν ἀνθρώπων καί στήν προδοσία τῶν φίλων σου, νά μή παρεκκλίνει ἡ καρδιά σου καί τούς κρατήσεις κακία· ἀλλά πές: Ὅλα αὐτά τά ἀναθέτω στήν κρίση Σου καί στήν δικαιοσύνη Σου. «Σέ Σένα», Κύριε.
Καί ὅταν θά ξεπροβοδίζεις μέσα στό φέρετρο τήν πιό λατρευτή σου ἀγάπη, βάδιζε μέ γενναιότητα, σάν νά πηγαίνεις δῶρο στόν πιό καρδιακό σου φίλο. Καί πές: Αὐτή τήν ἀγαπημένη μου ψυχή, Σοῦ τήν προσφέρω σάν δῶρο. «Σοί, Κύριε».
Καί ὅταν σέ περικυκλώνουν σύννεφα δαιμονικά, θλίψεις, ἀρρώστειες καί δοκιμασίες, μήν ἀπελπίζεσαι. Ἀλλά πές: Στήν βοήθεια καί στό ἔλεός Σου καταφεύγω. «Σέ Σένα», Κύριε.
Καί ὅταν ὁ Ἄγγελος ἔλθει στήν ἐπιθανάτια κλίνη σου, μήν κλάψεις! Φίλος σου εἶναι! Ἀλλά φρόντισε νά συγχωρηθῆς μέ τούς δικούς σου. Καί πές: Τήν ψυχή μου τήν μετανοημένη, τήν παραδίδω στά χέρια Σου. «Σέ Σένα, Κύριε».
ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Ἁγίου Λουκᾶ ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας
Πάντα μὲ πολλὴ παρρησία πρέπει νά πλησιάζουμε τὸν Θεό, νά Τὸν ἱκετεύουμε σὰν τὰ μικρὰ παιδιὰ πού περιμένουν βοήθεια ἀπὸ τὴν μητέρα τους καὶ ἁπλώνουν πρὸς αὐτὴν τὰ μικρὰ χεράκια τους. Νά Τὸν ἱκετεύουμε σὰν ἕνας φτωχὸς πού πεθαίνει τῆς πείνας καὶ ἦρθε νά παρακαλέσει τὸν Ἄνθρωπο πού εἶναι γνωστὸς γιά τὴν εὐσπλαχνία Του νά τὸν βοηθήσει. Νά Τὸν ἱκετεύουμε σὰν τὴν Χαναναία γυναῖκα πού μὲ ἐπιμονὴ παρακαλεῖ τὸν Χριστὸ καὶ σηκώνει σ’ Αὐτὸν τὰ χέρια της. Τὸν ἱκετεύει μὲ παρρησία γιατὶ πιστεύει καὶ ξέρει ὅτι θὰ λάβει αὐτὸ πού ζητᾶ. Πιστεύει καὶ γι’ αὐτὸ παίρνει βοήθεια.
Βλέπουμε λοιπὸν ὅτι δύο προϋποθέσεις ὑπάρχουν γιά νά γίνει δεκτὴ ἡ προσευχὴ μας ἀπὸ τὸν Θεό. Πρώτ’ ἀπ’ ὅλα χρειάζεται βαθεῖα καὶ μεγάλη πίστη στόν Κύριο, μὲ ὅλη μας τὴν καρδιά νά πιστεύουμε σ’ Αὐτὸν πού ἱκετεύουμε. Καὶ τὸ δεύτερο, νά μὴν ὑπάρχει οὔτε ἴχνος ἀμφιβολίας, κανένας δισταγμὸς στήν καρδιά, ἀλλὰ μόνο ἡ πίστη, ἡ πίστη στό ἄπειρο ἔλεος τοῦ Θεοῦ.
Μόνο ἡ προσευχὴ πού βγαίνει ἀπὸ καρδιά πού εἶναι γεμάτη ἐλπίδα καὶ πίστη ἀκούγεται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἐκτὸς ἀπ’ αὐτὸ ἡ προσευχὴ θέλει ἐπιμονή. Πρέπει νά ξέρουμε ὅτι δέν θὰ λάβουμε ἀμέσως αὐτὸ πού ζητᾶμε. Πρέπει νά δείξουμε ὅτι εἶναι σταθερὴ ἡ ἐλπίδα πού ἔχουμε στόν Θεὸ καὶ ἡ ἐπιμονὴ σ’ αὐτὰ πού ζητᾶμε. Συνέχεια
Ἡ προσευχή τῆς Μ.Τεσσαροκοστῆς
“Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου…”
Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, πνεῦμα ἀργίας, περιεργίας, φιλαρχίας, καί ἀργολογίας μή μοι δῷς.
Πνεῦμα δέ σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης χάρισαί μοι τῷ σῷ δούλῳ.
Ναί, Κύριε Βασιλεῦ,δώρησαί μοι τοῦ ὁρᾶν τά ἐμά πταίσματα,καί μή κατακρίνειν τόν ἀδελφόν μου,
ὅτι εὐλογητός εἶ εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.»
Ἑρμηνευτική ἀπόδοση
“Κύριε καί Δέσποτα τῆς ζωῆς μου, μήν ἐπιτρέψεις νά μέ κυριεύσει τό πνεῦμα τῆς ἀργίας,
τῆς περιέργειας, τῆς φιλαρχίας, καί τῆς ἀργολογίας. Χάρισε Ἐσύ σέ μένα, τόν τιποτένιο δοῦλο Σου,
πνεῦμα σωφροσύνης, ταπεινοφροσύνης, ὑπομονῆς καί ἀγάπης.
Ναί, Κύριε, καί Βασιλιά μου,δός μου τό χάρισμα νά βλέπωμόνο τίς δικές μου ἁμαρτίες καί τά λάθη
καί νά μή κατακρίνω τόν ἀδελφό μου. Γιά Σένα πού εἶσαι ἄξιος κάθε τιμῆς καί δοξολογίας
στούς ἀτελεύτητους αἰῶνες. Ἀμήν.”
Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ
Alexander Schmemann
Ἀνάμεσα σ’ ὅλες τίς προσευχὲς καὶ τοὺς ὕμνους τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς μία σύντομη προσευχὴ μπορεῖ νά ὀνομαστεῖ ἡ προσευχὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Ἡ Παράδοση τὴν ἀποδίδει σ’ ἕναν ἀπὸ τοὺς μεγάλους δασκάλους τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τὸν ἅγιο Ἐφραὶμ τὸ Σύρο…
Τούτη ἡ προσευχὴ λέγεται δύο φορὲς στό τέλος κάθε ἀκολουθίας τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς ἀπὸ τή Δευτέρα ὡς τὴν Παρασκευὴ (δέν τή λέμε τὸ Σάββατο καὶ τὴν Κυριακή, ὅπως θὰ δοῦμε καὶ πιὸ κάτω, γιατὶ οἱ ἀκολουθίες αὐτές τίς δύο μέρες δέν ἔχουν τὸ τυπικὸ τῆς Σαρακοστῆς). Τὴν πρώτη φορὰ λέγοντας τὴν προσευχὴ κάνουμε μία μετάνοια σὲ κάθε αἴτηση. Ἔπειτα κάνουμε δώδεκα μετάνοιες λέγοντας: «ἐλέησόν με τὸν ἁμαρτωλόν». Ὁλόκληρη ἡ προσευχὴ ἐπαναλαμβάνεται μὲ μία τελικὴ μετάνοια στό τέλος τῆς προσευχῆς.
Γιατὶ αὐτὴ ἡ σύντομη καὶ ἁπλὴ προσευχὴ κατέχει μία τόσο σημαντικὴ θέση στήν ὅλη λατρεία τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς; Διότι ἀπαριθμεῖ, μ’ ἕνα μοναδικὸ τρόπο, ὅλα τὰ ἀρνητικὰ καὶ τὰ θετικὰ στοιχεῖα τῆς μετανοίας καὶ ἀποτελεῖ, θὰ λέγαμε, ἕνα «κανόνα ἐλέγχου» τοῦ προσωπικοῦ μας ἀγῶνα στήν περίοδο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Αὐτὸς ὁ ἀγῶνας σκοπεύει πρῶτα ἀπ’ ὅλα στήν ἀπελευθερώσή μας ἀπὸ μερικὲς βασικὲς πνευματικὲς ἀσθένειες πού διαμορφώνουν τή ζωή μας καὶ μᾶς κάνουν πραγματικὰ ἀνίσχυρους ἀκόμα καὶ γιά νά κάνουμε ἀρχὴ στροφῆς στόν Θεό. Συνέχεια
ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Η ΚΥΡΙΑΚΗ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
Ἁγίου Ἀμβροσίου, ἐπισκόπου Μεδιολάνων.
Οἱ ἅγιοι Ἀπόστολοι παρεκάλεσαν τὸν Χριστό: «Κύριε, δίδαξον ἡμᾶς προσεύχεσθαι, καθώς Ἰωάννης ἐδίδαξε τοὺς μαθητὰς αὐτοῦ» (Λουκ. ια΄, 1). Τότε ὁ Κύριος τοὺς παρέδωσε τὴν Κυριακὴ προσευχή (Ματθ. στ΄, 9-13).
Πάτερ ἡμῶν
Ἡ πρώτη λέξι, πόσο εἶναι γλυκειά! Μέχρι τώρα δὲν τολμούσαμε νὰ στρέψωμε τὸ βλέμμα πρὸς τὸν οὐρανό. Χαμηλώναμε τὰ μάτια στὴν γῆ καί, ξαφνικά, δεχθήκαμε τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ κι ὅλα τὰ ἁμαρτήματά μας συγχωρέθηκαν. Ἀπὸ πονηροὶ δοῦλοι, ποὺ ἤμασταν, ἐγίναμε καλοὶ «υἱοί». Μήν ὑπερηφανευώμεθα, ὅμως, γιὰ τὴν δική μας προσπάθεια, ἀλλὰ γιὰ τὴν χάρι τοῦ Χριστοῦ. «Χάριτί ἐστε σεσωσμένοι», λέγει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος (Ἐφεσ. β΄,5).
Τὸ νὰ ὁμολογήσωμε τὴν χάρι δὲν εἶναι οἴησι, δὲν εἶναι ἔπαρσι, ἀλλὰ πίστι. Τὸ νὰ διακηρύξωμε αὐτὸ ποὺ ἐλάβαμε δὲν εἶναι ὑπερηφάνεια, ἀλλὰ ἀφοσίωσι· ἂς ὑψώσωμε τὰ μάτια πρὸς τὸν Πατέρα, ποὺ μᾶς ἀναγέννησε μὲ τὸ λουτρὸ τοῦ Βαπτίσματος, πρὸς τὸν Πατέρα, ποὺ μᾶς «ἐξηγόρασε» μὲ τὸν Υἱό Του κι ἂς ποῦμε: «Πάτερ ἡμῶν». Εἶναι αὐτὴ μιὰ καλή, μιὰ ταπεινὴ καύχησι. Σάν ἕνα παιδί, τὸν ὀνομάζομε πατέρα. Ἀλλά, μὴ διεκδικοῦμε κάποιο προνόμιο. Μὲ τὸν εἰδικὸ κι ἀπόλυτο τρόπο δὲν εἶναι Πατέρας παρὰ τοῦ Χριστοῦ μονάχα· γιὰ μᾶς εἶναι ὁ κοινὸς Πατέρας. Γιατὶ μόνο Ἐκεῖνον τὸν ἐγέννησε, ἐνῶ ἐμᾶς μᾶς ἐδημιούργησε.
Ἄς λέμε λοιπὸν καὶ μεῖς, κατὰ χάριν, «Πάτερ ἡμῶν», γιὰ νὰ γίνωμε ἄξιοι νὰ εἴμαστε παιδιά Του. Ἄς κάνωμε δική μας τὴν εὔνοια καὶ τὴν τιμή, ποὺ ἐχάρισε στὴν Ἐκκλησία. Συνέχεια
ΕΥΧΗ
λεγομένη μετά τήν ἀπόλυσιν τῆς ἀκολουθίας
διά τάς ἐν τῷ μεταξύ τῆς δοξολογίας
συμβαινούσας παρατροπάς τοῦ νοός.
Φιλάνθρωπε καί ἐλεῆμον Κύριε, ὁ ἀξιώσας με καί κατά τήν παροῦσαν ὥραν, στῆναι ἐνώπιόν σου εἰς προσευχήν καί δοξολογίαν τοῦ κράτους σου, συγχώρησόν μοι, ὅσα ἀπό παιδικῆς ἡλικίας ἐν πάσαις μου ταῖς αἰσθήσεσιν ἥμαρτόν σοι, πανοικτίρμον καί πολυεύσπλαγχνε ˙ συγχώρησόν δέ μοι καί τά ἀρτίως ἐπιγεγονότα μοι πταίσματα, ἐν τῷ τῆς προσευχῆς ταύτης καιρῷ διά μετεωρισμοῦ καί πλάνης καί ρεμβασμοῦ, διά λογισμῶν ὑψηλοφροσύνης καί κενοδοξίας, διά θυμοῦ, ὀργῆς καί μνησικακίας, διά τῆς ἀναιδοῦς καί μιαρᾶς βλασφημίας, δι᾿ ὀλιγωρίας καί ὄκνου καί ραθυμίας, δι᾿ αἰχμαλωσίας καί ἀπαγωγῆς τοῦ νοός καί τῆς διανοίας εἰς ἀτόπους καί πονηράς ἐπιθυμίας, ἵνα μή καυχήσηται σατάν ὁ ἐχθρός κατ᾿ ἐμοῦ, ὅτι οὐδ᾿ ἐν αὐτῷ τῷ καιρῷ τῆς ἐξομολογήσεως καί προσευχῆς μου ἀναμάρτητος διετηρήθην· δεῖξον οὖν, ὑπεράγαθε Κύριε, ὅτι σύ εἶ ὁ ἐξουσιάζων τοῦ σοῦ πλάσματος, καί σοῦ ἐστι τό κράτος καί ἡ βασιλεία εἰς τούς ἀπεράντους αἰῶνας. Ἀμήν.
Εὐχαί,
κατά το μέτρον τῶν εἰκοσιτεσσάρων ὡρῶν τοῦ νυχθημέρου,
ἐπιγραφόμεναι Ἰωάννῃ τῷ Χρυσοστόμῳ.
Α΄. Κύριε, μή στερήσῃς με τῶν ἐπουρανίων σου καί αἰωνίων ἀγαθών.
Β΄. Κύριε, λύτρωσαί με τῶν αἰωνίων κολάσεων.
Γ΄. Κύριε, εἴτε λόγῳ εἴτε ἔργῳ εἴτε κατά νοῦν καί διάνοιαν ἥμαρτον, συγχώρησόν μοι.
Δ΄. Κύριε, λύτρωσαί με ἀπό πάσης ἀνάγκης καί ἀγνοίας καί λήθης καί ραθυμίας καί τῆς λιθώδους ἀναισθησίας.
Ε΄. Κύριε, λύτρωσαί με ἀπό παντός πειρασμοῦ καί ἐγκαταλείψεως.
Στ΄.Κύριε, φώτισον τήν καρδίαν μου, ἥν ἐσκότισεν ἡ πονηρά ἐπιθυμία.
Ζ΄. Κύριε, ἐγώ μέν ὡς ἄνθρωπος ἁμαρτάνω, σύ δέ ὡς Θεός ἐλέησόν με.
Η΄. Κύριε, ἴδε τήν ἀσθένειαν τῆς ψυχῆς μου, καί πέμψον τήν χάριν σου εἰς βοήθειάν μου, ἵνα ἐν ἐμοί δοξασθῇ τό ὄνομά σου τό ἅγιον.
Θ΄. Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, ἔγγραψον τό ὄνομα τοῦ δούλου σου ἐν βίβλῳ ζωῆς, χαριζόμενός μοι καί τέλος ἀγαθόν.
Ι΄. Κύριε ὁ Θεός μου, οὐκ ἐποίησα οὐδέν ἀγαθόν· ἀλλ᾿ ἀρξαίμην ποτέ τῇ εὐσπλαγχνίᾳ σου. Συνέχεια
ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΟΣΕΥΧΗ
‒ Ἄν δέν ἔχεις ταπείνωση πνευματική ἤ προσευχή πνευματική, ἀπόκτησε ἔστω σωματική. Κι ἀπ᾽ αὐτήν θά σοῦ ἔρθει καί ἡ πνευματική. ώτησε κάποιος ἕνα Γέροντα:
‒ Πῶς μπορεῖ κανείς νά προσεύχεται πάντοτε; Γιατί τό σῶμα δέν ἀντέχει νά στέκεται συνεχῶς στίς ἀκολουθίες. Καί ὁ Γέροντας ἀποκρίθηκε:
‒ Προσευχή δέν λέγεται μόνο τό νά προσεύχεσαι στίς τακτές ὧρες προσευχῶν, ἀλλά τό νά προσεύχεσαι ἀκατάπαυστα.
‒ Πῶς δηλαδή ἀκατάπαυστα; ἀπόρησε ὁ ἀδελφός. Καί εἶπε ὁ Γέροντας:
‒ Εἴτε τρῶς εἴτε πίνεις εἴτε περπατᾶς στό δρόμο εἴτε δουλεύεις, νά μήν ἀφήνεις τήν προσευχή.
‒ Ἄν ὅμως συζητάει κανείς μέ κάποιον, ξαναρώτησε ὁ ἀδελφός, πῶς μπορεῖ νά ἐκπληρώσει τήν ἀκατάπαυστη προσευχή;
‒ Μά γι᾽ αὐτό εἶπε ὁ ἀπόστολος, «διά πάσης δεήσεως» (Ἐφ. 6:18), ἀπάντησε ὁ Γέροντας. Ὅταν δηλαδή μιλᾶς μέ ἄλλον καί δέν μπορεῖς νά προσευχηθεῖς, τότε ἄς ἀρκεῖσαι στήν ἁπλή δέηση.
‒ Καί ποιά προσευχή νά προτιμάει κανείς;
‒ Τό «Πάτερ ἡμῶν». Ἐκεῖνος ὅμως πού θέλει νά φτάσει σ᾽ αὐτό τό κατόρθωμα, ὀφείλει νά βλέπει ὅλους τούς ἀνθρώπους τό ἴδιο καί νά μήν κατακρίνει. Συνέχεια
ΤΟ ΜΕΤΡΟ ΤΗΣ ΕΓΚΡΑΤΕΙΑΣ
Τοῦ ἀββᾶ Ἰωάννου τοῦ προφήτου
Ο
ἱ Πατέρες χαρακτηρίζουν ὡς μέτρο ἐγκράτειας «τό παραμικρόν», τό νά παίρνει κανείς πάντα «λιγότερο» ἀπ᾿ ὅσο χρειάζεται εἴτε γιά νά φάει εἴτε γιά νά πιεῖ, δηλαδή νά μήν ἔχει ποτέ τήν κοιλιά του γεμάτη ἐντελῶς. Αὐτό σημαίνει ὅτι πρέπει νά ἔχει μέτρο καί στό φαγητό καί στό ποτό. Ἰδίως δέ τό χειμώνα πού πίνουν οἱ ἄνθρωποι πολύ κρασί καί τότε ὀφείλει ὁ μοναχός νά πίνει λιγότερο ἀπό τό κανονικό. Τό ἴδιο καί στό τραπέζι ὅταν τρώει. Καί δέν ἐφαρμόζεται μόνο σ᾿ αὐτά τό μέτρο τῆς ἐγκράτειας, ἀλλά καί στό πόσο θά κουβεντιάσει, πόσο θά κοιμηθεῖ καί στά ἐνδύματα καί γενικῶς σέ ὅλα ὅσα ἔχουν σχέση μέ τίς αἰσθήσεις. Σ᾿ ὅλα αὐτά μπορεῖ νά ἐφαρμόσει κανείς τό μέτρο τῆς ἐγκρατείας.
ΣΧΟΛΙΟ
π.Αντωνίου Ρωμαίου:
Εἶναι ἀξιοπρόσεκτο ὅτι τό πνεῦμα τοῦ ἀββᾶ, καθώς καί ὅλων τῶν Γερόντων τῆς ἐρήμου σχετικά μέ τό μέτρο τῆς ἐγκράτειας, δέν εἶναι ἡ ἀκραία ἄσκηση. Ἀλλά εἶναι ἡ ἔμμετρη πού ἐμπνέεται ἀπό τή νήψη καί τή διάκριση καί κρατάει τό μοναχό μακριά ἀπό τήν κενοδοξία, στήν ἀσφάλεια τῆς ταπείνωσης. Καί ὁ ἀββάς Ἰωάννης, ὁ προφήτης, στήν παρούσα Ἀπόκριση, ἀλλά καί οἱ λοιποί Πατέρες, συνιστοῦν ὡς μέτρο ἐγκράτειας «τό εἶναι παραμικρόν». Δηλαδή τό νά κόβει κανείς λίγο ἀπό τό φαγητό του, λίγο ἀπό τό ποτό του καί ἀπό τήν ἀνάπαυσή του. Ὅλα συνετά μέ μέτρο, χωρίς θεαματικές ὑπέρμετρες ἀσκήσεις πού κουράζουν τόν ἀγωνιστή καί δημιουργοῦν συμπλέγματα ὑπερηφανείας. «Τά ὑπέρμετρα πάντα τῶν δαιμόνων εἰσίν». Ρώτησαν κάποτε τόν ἀββά Ποιμένα «πῶς χρή νηστεύειν», πῶς πρέπει νά νηστεύουμε. Καί ἔδωσε τήν ἑξῆς ἀπάντηση: «Ἐγώ θέλω τόν ἐσθίοντα καθ᾿ ἡμέραν, παρά μικρόν ἐσθίειν, ἵνα μή χορτάζηται».. Δηλαδή : Ἐγώ κρίνω σκόπιμο αὐτός πού τρώει κάθε μέρα, νά τρώει λίγο λιγότερο, ὥστε νά μή χορταίνει. Καί ὅταν ὁ ἀββάς Ἰωσήφ τόν ρώτησε γιατί, ὅταν ἦταν στόν κόσμο, ἔτρωγε κάθε δύο μέρες, ὁ Ὅσιος εἶπε : «Ταῦτα πάντα ἐδοκίμασαν οἱ Πατέρες ὡς δυνατοί· καί εὗρον ὅτι καλόν ἐστιν τό καθ᾿ ἡμέραν ἐσθίειν, παραμικρόν δέ». Δηλαδή ὅλα αὐτά τά δοκίμασαν οἱ Πατέρες ὡς δυνατοί καί κατέληξαν ὅτι εἶναι καλό νά τρώει κανείς κάθε μέρα ἀλλά νά κόβει λίγο ἀπό τό φαγητό του γιά τήν ἐγκράτεια. Ὁ σκοπός δηλαδή καί ἡ ἐπιδίωξη τῆς ἔμμετρης ἐγκράτειας καί ἄσκησης εἶναι τελικά ἡ ἀλλαγή τῆς καρδιᾶς καί ὄχι ἁπλῶς ἡ συμμόρφωση σέ κάποια φανταχτερά καί θεαματικά «κατορθώματα». Γι᾿ αὐτό χρειάζεται συνεχής νήψη καί διάκριση. Ὥστε ἐφαρμόζοντας τό μέτρο τῆς ἐγκράτειας πού ταιριάζει στήν ὕπαρξή μας, νά μπορέσουμε νά δρομολογηθοῦμε πρός τήν ὑπέρβαση τοῦ ἑαυτοῦ μας. Καί τελικά πρός τή μεταμόρφωσή μας, ἀποφεύγοντας «τόν παροξυσμό» τῶν ἀκροτήτων, πού εἶναι ἡ σατανική ἐκμετάλευση τῆς προαίρεσής μας. Συνέχεια
ΙΕ` ΔΙΔΑΣΚΑΛIΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΓΙΕΣ ΝΗΣΤΕΙΕΣ
Τοῦ ΑΒΒΑ ΔΩΡΟΘΕΟY
Mέ τό Μωσαϊκό Νόμο πρόσταξε ὁ Θεός τούς Ἰσραηλίτες, νά ξεχωρίζουν κάθε χρόνο τό ἕνα δέκατο ἀπό ὅσα θ᾽ ἀποκτοῦν (Ἀριθμ. 18) καί νά τ᾽ ἀφιερώνουν στό Θεό καί κάνοντας αὐτό νά παίρνουν εὐλογία γιά ὅλα τους τά ἔργα. Ἔχοντας ὑπόψη τους αὐτό, οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι σκέφτηκαν καί ἀποφάσισαν, γιά νά βοηθήσουν καί νά εὐεργετήσουν τίς ψυχές μας, νά μᾶς παραδώσουν κάτι ἀκόμα ὑψηλότερο καί τελειότερο, δηλαδή ν᾽ ἀφιερώνουμε στό Θεό τό ἕνα δέκατο τῶν ἡμερῶν τῆς ζωῆς μας, γιά νά εὐλογοῦνται ἔτσι τά ἔργα μας καί νά παίρνουμε συγχώρεση κάθε χρόνο γιά τίς ἁμαρτίες ὁλόκληρου τοῦ χρόνου.
Λογάριασαν λοιπόν καί χαρακτήρισαν σάν ἅγιες ἀπό τίς τριακόσιες ἑξήντα πέντε ἡμέρες τοῦ χρόνου, αὐτές τίς ἑπτά ἑβδομάδες τῶν νηστειῶν. Καί ἔτσι ξεχώρισαν ἑπτά ἑβδομάδες. Ἀλλά μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου, συμφώνησαν νά προστεθεῖ σ᾽ αὐτές καί ἄλλη μιά ἑβδομάδα. Αὐτό ἔγινε καί γιά νά προγυμνάζονται καί νά προετοιμάζονται ὅσοι πρόκειται νά μποῦν στό κοπιαστικό στάδιο τῶν νηστειῶν, καί γιά νά τιμήσουν τόν ἀριθμό τῶν ἡμερῶν τῆς ἁγίας Τεσσαρακοστῆς πού νήστεψε ὁ Κύριός μας. Γιατί, ἄν ἀφαιρέσουμε τά Σάββατα καί τίς Κυριακές, οἱ ὀκτώ ἑβδομάδες γίνονται σαράντα ἡμέρες1, τιμώντας ξεχωριστά τή νηστεία τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἐπειδή εἶναι πολύ ἱερή καί ἡ μόνη ἡμέρα νηστείας ἀνάμεσα σ᾽ ὅλα τά Σάββατα τοῦ χρόνου. Οἱ δέ ἑπτά ἑβδομάδες, χωρίς τά Σάββατα καί τίς Κυριακές, γίνονται τριάντα πέντε ἡμέρες. Ἄν προστεθεῖ, λοιπόν καί ἡ νηστεία τοῦ Μ. Σαββάτου καί ἡ μισή νύχτα τῆς Λαμπρῆς, γίνονται τριάντα ἕξι καί μισή ἡμέρες, πού εἶναι ἀκριβῶς τό ἕνα δέκατο ἀπό τίς τριακόσιες ἑξήντα ἡμέρες τοῦ χρόνου. Γιατί τό ἕνα δέκατο τοῦ τριακόσια εἶναι τό τριάντα, τοῦ ἑξήντα τό ἕξι καί τοῦ πέντε τό μισό. Συμπληρώνονται λοιπόν τριάντα ἕξι καί μισή ἡμέρες, ὅπως εἴπαμε. Αὐτή εἶναι ἡ “δεκάτη”, ὅπως θά ᾽λεγε κανείς, ὅλου τοῦ χρόνου, πού μᾶς καθιέρωσαν οἱ Ἅγ. Ἀπόστολοι, γιά νά γίνει ἀφορμή νά καθαριστοῦμε, ὅπως εἶπαν, ἀπό τίς ἁμαρτίες, πού κάναμε ὁλόκληρο τό χρόνο, καί γιά νά ὁδηγηθοῦμε στή μετάνοια. Συνέχεια
H ΔΥΝΑΜΗ ΤΗΣ ΝΗΣΤΕΙΑΣ
Ἀνέβασαν κάποτε στή σκήτη τῶν Πατέρων ἕνα δαιμονισμένο νέο, γιά νά τόν θεραπεύσουν μέ τήν προσευχή τους. Ἐκεῖνοι ὅμως ἀπό ταπείνωση ἀπέφευγαν. Πολύ καιρό βασανιζόταν ἔτσι ὁ δυστυχισμένος ἄνθρωπος, ὥσπου κάποιος Γέροντας τόν λυπήθηκε, τόν σταύρωσε μέ τόν ξύλινο σταυρό πού εἶχε στή ζώνη του, καί ἔδιωξε τό πονηρό πνεῦμα.
– Ἀφοῦ μέ βγάζεις ἀπό τήν κατοικία μου, τοῦ εἶπε ἐκεῖνο, θά μπῶ μέσα σου.
– Ἔλα, τοῦ ἀποκρίθηκε θαρραλέα ὁ Γέροντας. Ἔτσι μπῆκε μέσα του τό δαιμόνιο καί τόν βασάνιζε δώδεκα ὁλόκληρα χρόνια! Ὑπέμεινε μέ καρτερία τόν πόλεμο, ἀλλ᾿ ἀντιπολεμοῦσε κι ἐκεῖνος μέ τόν ἐχθρό μέ ὑπεράνθρωπη νηστεία καί ἀκατάπαυστη προσευχή. Ὅλα αὐτά τά χρόνια δέν ἔβαλε οὔτε μιά φορά στό στόμα του μαγειρευμένη τροφή. Νικημένο τέλος τό δαιμόνιο ἀπό τόν ἀκατάπαυστο ἀγώνα, ἀπομακρύνθηκε. – Γιατί φεύγεις; τό ρώτησε ὁ Γέροντας. Ἐγώ πάντως δέν σέ διώχνω.
– Μέ ἀφάνισε ἡ νηστεία σου! κραύγασε ἐκεῖνο καί ἔγινε ἄφαντο.
ΝΗΣΤΕΙΑ
Ἕνας ἀρχάριος μοναχός συμβουλεύτηκε κάποιο διακριτικό Γέροντα, ποιό μέτρο νά ἀκολουθήση στή νηστεία.
– Ἀπόφευγε τίς ὑπερβολές, τέκνον μου, τόν συμβούλεψε ἐκεῖνος. Πολλοί δοκίμασαν νά νηστέψουν πάνω ἀπό τίς δυνάμεις τους καί δέν ἄντεξαν γιά πολύ καιρό. Συνέχεια



