Μάιος 2026
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

imaik

Ἀπό τήν Μ.Δευτέρα μέχρι καί τήν Μ.Τετάρτη

Πρωτ. Αλεξάνδρου Σμέμαν

_1_~4Αὐτὲς οἱ τρεῖς ἡμέρες, τὶς ὁποῖες ἡ Ἐκκλησία ὀνομάζει Μεγάλες καὶ Ἅγιες, ἔχουν, μέσα στὸ λειτουργικὸ κύκλο τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδας, ἕναν καθοριστικὸ σκοπό. Τοποθετοῦν ὅλες τὶς ἱερὲς ἀκολουθίες στὴν προοπτική του Τέλους· μᾶς ὑπενθυμίζουν τὸ ἐσχατολογικὸ νόημα τοῦ Πάσχα. Συχνὰ ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα χαρακτηρίζεται σὰν περίοδος γεμάτη μὲ «ὡραιότατες παραδόσεις» καὶ «ἔθιμα», σὰν ξεχωριστὸ τμῆμα τοῦ ἑορτολογίου μας. Τὰ ζοῦμε ὅλα αὐτὰ ἀπὸ τὴν παιδική μας ἡλικία σὰν ἕνα ἐλπιδοφόρο γεγονὸς ποὺ γιορτάζουμε κάθε χρόνο, θαυμάζουμε τὴν ὀμορφιὰ τῶν ἀκολουθιῶν, τὶς ἐπιβλητικὲς πομπὲς καὶ προσβλέπουμε μὲ κάποια ἀνυπομονησία στὸ Πασχαλινὸ τραπέζι… Καὶ ὑστέρα, ὅταν ὅλα αὐτὰ τελειώσουν, ξαναρχίζουμε τὴν κανονική μας ζωή.

Ἀλλὰ ἄραγε καταλαβαίνουμε πὼς ὅταν ὁ κόσμος ἀρνήθηκε τὸν Σωτήρα του, ὅταν ὁ Ἰησοῦς «ἤρξατο ἀδημονεῖν» καὶ ἔλεγε: «περίλυπος ἐστὶν ἡ ψυχή μου ἕως θανάτου», καὶ ὅταν πέθανε στὸ Σταυρό, τότε ἡ «κανονικὴ ζωὴ» σταμάτησε; Δὲν εἶναι πιὰ δυνατὸν νὰ ὑπάρξει «κανονικὴ ζωὴ» γιατί ἀκριβῶς αὐτοὶ ποὺ φώναζαν «Σταὺρωσον Αὐτόν!», αὐτοὶ ποὺ Τὸν ἔφτυναν καὶ Τὸν κάρφωναν στὸ Σταυρὸ ἦταν… «κανονικοὶ ἄνθρωποι». Τὸν μισοῦσαν καὶ Τὸν σκότωσαν ἀκριβῶς γιατί τοὺς τάραξε, τοὺς χάλασε τὴν «κανονικὴ» ζωή τους. Καὶ ἦταν πραγματικὰ ἕνας τέλεια «κανονικὸς» κόσμος αὐτὸς ποὺ προτίμησε τὸ σκοτάδι καὶ τὸ θάνατο ἀπὸ τὸ φῶς καὶ τὴ ζωή… Μὲ τὸ θάνατο ὅμως τοῦ Χριστοῦ ὁ «κανονικὸς» κόσμος καὶ ἡ «κανονικὴ» ζωὴ καταδικάστηκαν ἀμετάκλητα. Ἢ μᾶλλον, θὰ λέγαμε ὅτι ἀποκαλύφθηκε ἡ ἀληθινή, ἡ ἀνώμαλη φύση τους, ἡ ἀνικανότητά τους νὰ δεχθοῦν τὸ Φῶς· ἀποκαλύφθηκε ἡ τρομερὴ δύναμη τοῦ κακοῦ μέσα τους. «Νῦν κρίσις ἐστὶν τοῦ κόσμου τούτου· νῦν ὁ ἄρχων τοῦ κόσμου τούτου ἐκβληθήσεται ἔξω» (Ἰω. 12, 31).

Τὸ Πάσχα σημαίνει τὸ τέλος «αὐτοῦ τοῦ κόσμου». Μὲ τὸν Θάνατο καὶ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ συντελέστηκε αὐτὸ τὸ τέλος, ποὺ μπορεῖ νὰ διαρκέσει ἑκατοντάδες αἰῶνες, χωρὶς νὰ ἀλλοιώνει τὴ φύση τοῦ χρόνου τὸν ὁποῖο ζοῦμε σὰν «ἔσχατο καιρό». «Καὶ οἱ χρώμενοι τῷ κόσμῳ τούτῳ ὡς μὴ καταχρώμενοι· παράγει γὰρ τὸ σχῆμα τοῦ κόσμου τούτου» (Α’ Κορ. 7, 31).

Ἡ λέξη Πάσχα σημαίνει πέρασμα, διάβαση. Ἡ γιορτὴ τῆς Διάβασης (Πάσχα) ἦταν γιὰ τοὺς Ἑβραίους ἡ ἐτήσια ἀνάμνηση ὅλης τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας τους  τῆς σωτηρίας σὰν πέρασμα ἀπὸ τὴ σκλαβιὰ τῶν Αἰγυπτίων στὴν ἐλευθερία, ἀπὸ τὴν ἐξορία στὴ γῆ τῆς ἐπαγγελίας. Ἦταν ἐπίσης ἡ προσδοκία τῆς τελικῆς διάβασης στὴ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Καὶ ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς ἔγινε ἡ ἐκπλήρωση αὐτοῦ τοῦ Πάσχα, ἔγινε τὸ Πέρασμα. Αὐτὸς πραγματοποίησε τὴν τελικὴ διάβαση ἀπὸ τὸ θάνατο στὴ ζωὴ ἀπὸ τοῦτο τὸν «παλαιὸ κόσμο» στὸν «καινὸ κόσμο», στὸν «καινὸ χρόνο» τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια

Ἀναστεναγμοὶ τῆς ἁμαρτωλῆς ψυχῆς

 Ἅγιος Τύχων Ζαγκόρσκ

«Ἐξάγαγε ἐκ φυλακῆς τὴν ψυχήν μου τοῦ ἐξομολογήσασθαι τῷ ὀνόματί σου». Ἰησοῦ Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησόν με. Ἔλξε με γιά νά σὲ πλησιάσω. Εἶμαι κρατούμενος στή φυλακή,

Κύριε, καὶ μὲ περιβάλλει τὸ σκοτάδι. Εἶμαι δεμένος μὲ πολλὰ δεσμὰ σιδερένια καὶ δέν ἔχω ἀνακούφιση. Λύσε τὰ δεσμά μου, γιά νά ἐλευθερωθῶ. Διῶξε τὸ σκοτάδι, γιά νά δῶ τὸ Φῶς σου.

Ἐξάγαγε μὲ ἀπὸ τή φυλακή γιά νά σὲ πλησιάσω. Δῶσε μου τὰ ὦτα νά σὲ ἀκούω. Δῶσε μου τοὺς ὀφθαλμοὺς νά σὲ βλέπω.  Δῶσε μου τή γεύση νά σὲ γευτῶ.  Δῶσε μου τὴν ὄσφρηση νά σὲ ὀσφραίνομαι. Δῶσε μου τὰ πόδια νά ἔρθω σ’ Ἐσένα. Δῶσε μου τὰ χείλη νά μιλάω γιά Σένα. Δῶσε μου τὴν καρδιά νά σὲ φοβᾶμαι καὶ νά σὲ ἀγαπῶ.

«Ὁδήγησόν με, Κύριε, ἐν τῇ ὁδῷ σου καὶ πορεύσομαι ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου». Ἐπειδὴ εἶσαι ἡ ὁδός, ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή. Πάρε ἀπὸ μένα τὸ δικό μου καὶ δῶσε μου τὸ θέλημά σου, νά ποιῶ τὸ θέλημά σου τὸ ἀγαθό. Πάρε ἀπὸ μένα τὸ παλαιὸ καὶ δῶσε μου τὸ καινούργιο. Πάρε ἀπὸ μένα τὴν καρδιά τὴν πέτρινη καὶ δῶσε μου τὴν καρδιά τὴν σαρκίνη, πού θὰ σὲ ἀγαπάει, θὰ σὲ τιμάει, θὰ σὲ ἀκολουθεῖ.

Δῶσε μου ὀφθαλμὸ νά δῶ τὴν ταπείνωσή σου,γιά νά τὴν ἀκολουθήσω. Δῶσε  μου ὀφθαλμὸ νά δῶ τὴν πραότητα καὶ τὴν ὑπομονή σου, γιά νά τὶς ἀκολουθήσω. Πές λόγο καὶ θὰ γίνουν τά πάντα. Ἐπειδὴ ὁ λόγος σου  εἶναι  πράξη.

Ὁ Χριστὸς προσκαλεῖ τὴν ἁμαρτωλὴ ψυχή.

  Ἅγιος Τύχων Ζαγκόρσκ

 Γιατὶ μὲ ἐγκατέλειψες, ἄνθρωπε; Γιατὶ ἀποστράφηκες ἀπὸ τὸν ἀγαπήσαντά σε; Γιατὶ πάλιν ἑνώθηκες μὲ τὸν ἐχθρό μου; Θυμήσου πώς κατέβηκα γιά σένα ἀπὸ τοὺς οὐρανούς. Θυμήσου πώς ἔγινα γιά σένα σάρκα. Θυμήσου πώς γεννήθηκα γιά σένα ἀπὸ τὴν Παρθένο. Θυμήσου πώς ἔγινα γιά σένα βρέφος. Θυμήσου πώς ταπεινώθηκα γιά σένα. Θυμήσου πώς ἐφτώχυνα γιά σένα. Θυμήσου πώς ἔζησα γιά σένα ἐπὶ τῆς γῆς. Θυμήσου πώς ὑπέμεινα γιά σένα διωγμούς.

Θυμήσου πώς ἀποδέχτηκα, γιά σένα, τὶς κακολογίες,τὶς ὕβρεις, τὶς ἀτιμώσεις, τὶς πληγές, τοὺς ἐμπτυσμούς,τοὺς κολαφισμούς, τὶς κοροϊδίες καὶ τὶς καταδίκες. Θυμήσου πώς γιά σένα «μετὰ ἀνόμων ἐλογίσθην». Θυμήσου πώς γιά σένα ἔλαβα τὸν ἀτιμωτικὸ θάνατο. Θυμήσου πώς γιά σένα ἐνταφιάστηκα. Κατέβηκα ἀπὸ τοὺς οὐρανοὺς γιά νά σὲ ἀνεβάσω στούς οὐρανούς. Ταπεινώθηκα γιά νά σὲ ὑψώσω. Ἐπτώχευσα γιά νά σὲ πλουτίσω. Ἀτιμάστηκα γιά νά σὲ δοξάσω. Πληγώθηκα γιά νά σὲ ζωντανέψω.

Ἐσὺ ἔκανες τὴν ἁμαρτία, καὶ Ἐγὼ πῆρα αὐτὴ τὴν ἁμαρτία ἐπάνω μου. Ἐσὺ φταῖς, καὶ Ἐγὼ ἐκτελέστηκα. Ἐσὺ εἶσαι ὀφειλέτης, καὶ Ἐγὼ πλήρωσα τὸ χρέος. Ἐσὺ καταδικάστηκες σὲ θάνατο, καὶ Ἐγὼ πέθανα γιά σένα.

Μὲ προσέλκυσε νά τὸ κάνω ἡ ἀγάπη μου καί ἡ εὐσπλαχνία μου. Δέν μπόρεσα νά ἀντέξω νά ὑποφέρεις, εὑρισκόμενος σὲ τόση δυστυχία. Καὶ ἐσὺ περιφρονεῖς αὐτὴν τὴν ἀγάπη μου; Ἀντὶ ἀγάπης μοῦ ἀνταποδίδεις τὸ μῖσος. Ἀντὶ Ἐμένα ἀγαπᾶς τὴν ἁμαρτία. Ἀντὶ νά μὲ ὑπηρετεῖς, λειτουργεῖς τὰ πάθη σου. Ἀλλὰ τὶ βρῆκες σὲ Μένα πού θὰ ἔπρεπε νά ἀποφύγεις;

Γιατὶ δέν θέλεις νά ἔρθεις σ΄ Ἐμένα; Ἀναζητᾶς καλὸ γιά τὸν ἑαυτὸ σου; Κάθε καλὸ τὸ ἔχω Ἐγώ. Ἀναζητᾶς τὴν μακαριότητα; Κάθε μακαριότητα τὴν ἔχω Ἐγώ. Ἀναζητᾶς τὴν ὀμορφιά; Τὶ ὑπάρχει πιὸ ὄμορφο ἀπὸ Μένα; Ἀναζητᾶς τὴν εὐγένεια; Ποιός εἶναι  πιὸ εὐγενὴς ἀπὸ τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν Παρθένο; Ἀναζητᾶς τὸ ὑψηλό; Τὶ  εἶναι  πιὸ ὑψηλὸ ἀπὸ τὸ Βασιλέα τῶν οὐρανῶν;

Ἀναζητᾶς τὴν δόξα; Ποιός  εἶναι  πιὸ ἔνδοξος ἀπὸ Μένα; Ἀναζητᾶς τὸν πλοῦτο; Ὅλα τὰ πλούτη βρίσκονται σὲ Μένα. Ἀναζητᾶς τή σοφίᾳ; Ἐγὼ εἶμαι ἡ Σοφία τοῦ Θεοῦ. Ἀναζητᾶς τὴν φιλία; Ποιός  εἶναι  φιλικότερος ἀπὸ Μένα, πού ἔδωσα τὴν ψυχή μου γιά ὅλους σας; Ἀναζητᾶς τὴν βοήθεια; Ποῖος μπορεῖ νά σὲ βοηθήσει ἐκτὸς ἀπὸ Μένα; Συνέχεια

ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ

 Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου

Ἀδελφοί καί Πατέρες Θά ἔπρεπε βέβαια νά μήν τολμῶ καθόλου νά ὁμιλῶ καί νά κρατῶ τή θέση τοῦ διδασκάλου καί καθοδηγητῆ ἐνώπιον τῆς ἀγάπης σας. Ἀλλά καί σεῖς γνωρίζετε ὅτι τό μουσικό ὄργανο, πού κατασκευάστηκε ἀπό τόν τεχνίτη, ἀποδίδει τόν ἦχο καί γεμίζει τά αὐτιά ὅλων μας μέ γλυκύτατη μελωδία, ὄχι ὅταν ἐκεῖνο θέλει, ἀλλά ὅταν γεμίσουν οἱ σωλῆνες του μέ ἀέρα καί τό κρούσουν ρυθμικά τά δάκτυλα τοῦ ὀργανοπαίκτη. Ἔτσι ἀκριβῶς πρέπει νά καταλάβετε ὅτι συμβαίνει καί μέ μένα.

Γι’ αὐτό νά μή σᾶς κάνει ἡ μηδαμινότητα καί ἡ εὐτέλεια τοῦ ὀργάνου νά κρατήσετε ἀρνητική στάση σέ ὅσα πρόκειται νά σᾶς πῶ. Ἀλλά νά ἔχετε στραμμένη τήν προσοχή σας πρός τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἐμπνέει ἄνωθεν καί γεμίζει τίς ψυχές τῶν πιστῶν· καί πρός τόν ἴδιο τό δάκτυλο τοῦ Θεοῦ (Λουκ. 11, 20), πού κρούει τίς χορδές τοῦ νοῦ καί μᾶς προτρέπει νά σᾶς ἀπευθύνουμε τό λόγο. Καί σάν νά ἠχεῖ ἡ δεσποτική σάλπιγγα ἤ, γιά νά τό πῶ πιό σωστά, νά μᾶς ὁμιλεῖ μέσω κάποιου ὀργάνου ὁ Βασιλέας τῶν ὅλων, μέ σύνεση καί πολλή προσήλωση, ἀκούσατε ὅσα ἔχω νά σᾶς πῶ: Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὀφείλουμε νά ἐξετάζουμε καί νά προτρέπουμε τούς ἑαυτούς μας -καί οἱ πιστοί καί οἱ ἄπιστοι καί οἱ μικροί καί οἱ μεγάλοι- ἔτσι ὥστε οἱ μέν ἄπιστοι νά φθάσουμε στήν ἐπίγνωση καί νά πιστέψουμε στόν Θεό πού μᾶς δημιούργησε, καί οἱ πιστοί μέ τήν ἐνάρετη βιοτή καί τά ἔργα μας νά Τόν εὐαρεστήσουμε.

Οἱ μικροί νά ὑποταχθοῦμε στούς μεγάλους χάριν τοῦ Κυρίου καί οἱ μεγάλοι νά συμπεριφερθοῦμε στούς μικρούς καί ἀσήμαντους σάν σέ γνήσια τέκνα μας, ὅπως τό ζητάει καί ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου πού λέει: «Καθετί πού κάνατε σέ ὁποιονδήποτε ἀπ’ αὐτούς τούς φτωχούς καί ἀσήμαντους ἀδελφούς μου, σέ μένα τό κάνατε» (Ματθ. 25, 40). Αὐτό τό λόγο δέν τόν εἶπε ὁ Κύριος μόνο γιά τούς φτωχούς, ὅπως νομίζουν μερικοί, καί γιά ὅσους στεροῦνται τά ὑλικά ἀγαθά, ἀλλά καί γιά ὅλους τούς ἄλλους ἀδελφούς μας πού χάνονται, ὄχι γιατί στεροῦνται τό ψωμί καί τό νερό, ἀλλά ἀπό τή μεγάλη καί βαριά πείνα πού δημιουργεῖ ἡ ἀνυπακοή καί ἡ περιφρόνηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Κυρίου (πρβλ. Ἀμώς 8, 11). Διότι ὅσο εἶναι ἡ ψυχή ἀνώτερη ἀπό τό σῶμα, τόσο εἶναι καί ἡ πνευματική τροφή ἀνώτερη ἀπό τή σωματική. Καί νομίζω ὅτι γι’ αὐτήν τήν τροφή λέει ὁ Κύριος «πείνασα καί μοῦ δώσατε νά φάγω, δίψασα καί μοῦ δώσατε νά πιῶ νερό» (Λουκ. 12, 23), παρά γιά τή φθαρτή ὑλική τροφή.

Πράγματι, πεινᾶ ὁ Χριστός καί διψᾶ τή σωτηρία τοῦ καθενός μας. Καί ἡ σωτηρία μας εἶναι ἡ ἀποχή ἀπό κάθε ἁμαρτία. Εἶναι ὅμως ἀδύνατον νά ἐπιτύχουμε τήν ἀποχή ἀπό κάθε ἁμαρτία χωρίς τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν καί τήν ἐφαρμογή καί ἐκπλήρωση ὅλων τῶν ἐντολῶν. Δηλαδή μέ τήν ἐφαρμογή καί ἐκπλήρωση τῶν ἐντολῶν τρέφεται ἀπό μᾶς ὁ Δεσπότης μας Θεός καί Κύριος τοῦ παντός! Διότι οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς λένε ὅτι ὅπως ἀκριβῶς οἱ δαίμονες τρέφονται ἀπό τίς πονηρές μας πράξεις καί παίρνουν δύναμη ἐναντίον μας -ὅταν ὅμως ἐμεῖς ἀπέχουμε ἀπό τήν ἁμαρτία ὑποφέρουν ἀπό ἀσιτία καί χάνουν τή δύναμή τους- ἔτσι σκέπτομαι ὅτι τρέφεται ἀπό μᾶς, ἤ καί τό ἀντίθετο, παραμελεῖται καί πεινᾶ καί Ἐκεῖνος πού «ἐπτώχευσε» (Β’ Κορ. 8, 9) γιά τή σωτηρία μας. Συνέχεια

ΚΑΤΗΧΗΣΙΣ ΠΕΡΙ EΓΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΚΑΙ ΠΕΡΙ ΤHΣ OΜΟΛΟΓΙΑΣ ΤΩΝ AΓΙΩΝ ΕIΚΟΝΩΝ

 

Ἁγίου Θεοδώρου τοῦ Στουδίτου

Ἀδελφοί καί Πατέρες, τίς ἡμέρες αὐτές πού διερχόμαστε οἱ περισσότεροι ἀπό τούς ἀνθρώπους τίς ὀνομάζουν ἑορτές ἐπειδή τρώγουν καί πίνουν κατ᾽ αὐτές ἀπρεπῶς καί μέ ἀκράτεια, μή γνωρίζοντας ὅτι ἀκριβῶς αὐτές τίς ἡμέρες μᾶς παραγγέλεται ἀποχή κρεάτων κι ὄχι νά καταγινώμαστε μέ μέθες κι ἀσωτεῖες πού εἶναι γνώρισμα εἰδωλολατρικῶν ἑορτῶν. Συνήθεια δέ καί γνώρισμα τῶν Χριστιανῶν εἶναι τό νά εἶναι ὀλιγαρκεῖς καί λιτοδίαιτοι, καί τῆς σαρκός πρόνοιαν μή ποιεῖσθαι εἰς ἐπιθυμίας (Ρωμ. ιγ′ 14), ὅπως διδάσκει ὁ Ἀπόστολος. Ἀλλ᾽ ὅμως τό κακό ἐπεκράτησε σάν νόμος, γι᾽ αὐτό ἄγει καί φέρει τόν κόσμο ὅπως θέλει.

Ἐμεῖς ὅμως ἀδελφοί ἄς ἀποφύγουμε τήν ἀκράτεια καί σ᾽ αὐτά ἀκόμη πού μᾶς ἐπιτρέπεται νά καταλύουμε, ἔχοντας ὑπ᾽ ὄψιν ὅτι ἡ ἀκράτεια εἶναι μητέρα τῆς ἁμαρτίας. Ἐπειδή βέβαια καί ὁ προπάτωρ μας Ἀδάμ, ὅσο ἐγκρατευόταν ἀπό τήν ἀπηγορευμένη βρῶσι στόν Παράδεισο, χαιρόταν καί εὐφραινόταν τρεφόμενος ἀπό τήν παρουσία καί τήν κοινωνία τοῦ Θεοῦ καί τήν μύησι στά μυστήριά Του. Ὅταν ὅμως νικήθηκε ἀπό τήν ἀκράτεια καί γεύθηκε τοῦ ξύλου τῆς παρακοῆς, ἀμέσως ἐξορίσθηκε ἀπό τήν τρυφή τοῦ Παραδείσου κι ἔγινε σ᾽ αὐτόν ἡ ἀκράτεια γεννήτρια τοῦ θανάτου.

Ἔτσι καί οἱ Σοδομίτες, πού ἀπό τήν πολυφαγία ζοῦσαν μέ ἀσέλγεια, ἐπέσυραν τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ πάνω τους, γι᾽ αὐτό καί τούς κατέκαυσε μέ φωτιά καί θειάφι. Μέ τόν ἴδιο τρόπο καί ὁ Ἠσαῦ, πού δελεάσθηκε ἀπό τά λαίμαργα μάτια του, ἀντί ἑνός γεύματος παρέδωσε τά πρωτοτόκιά του καί μισήθηκε καί ἀποδιώχθηκε. Ἀλλά καί ὁ λαός τοῦ Θεοῦ ἐκάθισε φαγεῖν καί πιεῖν καί ἀνέστησαν παίζειν (Ἔξ. λβ’ 6).

Τέτοια εἶναι κι αὐτά πού γίνονται αὐτές τίς ἡμέρες· διασκεδάσεις δηλαδή καί μέθες, κραυγές καί πηδήματα δαιμονικά, πού διαρκοῦν ὄχι μόνο κατά τήν ἡμέρα ἀλλά καί κατά τό μεγαλύτερο μέρος τῆς νύκτας. Τόσο μεγάλο κακό εἶναι λοιπόν ἡ ἀκράτεια καί ἀπό αὐτήν εἰσῆλθε στόν κόσμο ὁ θάνατος.

Ἐμεῖς ὅμως, ἀδελφοί ἀγαπημένοι ἀπό τόν Κύριο, ὀφείλουμε νά εὐχαριστοῦμε τόν Θεό πού μᾶς λύτρωσε ἀπό τέτοια μάταια πολιτεία καί διαγωγή καί μᾶς ἔφερε σ᾽ αὐτήν τήν μακαρία ζωή, ὅπου δέν ὑπάρχει ἀκράτεια ἀλλά συμμετρία· οὔτε μέθη ἀλλά νῆψις· οὔτε ταραχή ἀλλά εἰρήνη· οὔτε θόρυβος ἀλλά ἡσυχία· οὔτε αἰσχρολογία ἀλλά εὐχαριστία· οὔτε ἀσέλγεια ἀλλά ἁγνότητα καί ἁγιασμός καί σωφροσύνη.

Ἀπό αὐτήν τήν ζωή λοιπόν ἀνέτειλαν οἱ θεοφόροι Πατέρες μας, οἱ ὁποῖοι μέ τήν Χάρι τοῦ Θεοῦ κατεπάτησαν τά πάθη, ἔδιωξαν δαίμονες, συναγωνίσθηκαν μέ τούς ἀγγέλους, ἔκαναν θαύματα, ἐπέτυχαν οὐράνιο δόξα, ἔγιναν θαυμαστοί στόν κόσμο· ἕνας ἀπ᾽ αὐτούς εἶναι καί ὁ μακάριος Ἀντώνιος, τοῦ ὁποίου τόν βίο ἀναγνώσαμε καί μάθαμε πόσο ὁ Θεός τόν δόξασε σ᾽ αὐτόν τόν κόσμο, ὥστε καί οἱ βασιλεῖς τῆς γῆς νά θεωροῦν μεγάλο πρᾶγμα τό νά γράφουν σ᾽ αὐτόν καί νά λαμβάνουν ἀπ᾽ αὐτόν πάλι ἐπιστολές του. Συνέχεια

Ἡ καθαρότης τῆς Ὀρθοδοξίας

Ἅγ. Φώτιος ὁ Μέγας

 

Ἡ καθαρότης τῆς Ὀρθοδοξίας

 29. Αὐτὴ εἶναι ἡ καθαρὴ καὶ γνήσια ὁμολογία τῆς πίστεως ἡμῶν τῶν Χριστιανῶν· αὐτὴ εἶναι ἡ θεόσοφη μυσταγωγία τῆς ἄχραντης καὶ ἀληθινῆς θρησκείας μας καὶ τῶν σεπτῶν μυστηρίων της· ἔχοντας φρόνημα, πίστι καὶ διαγωγὴ σύμφωνα μὲ αὐτὴν τὴν ὁμολογία ἕως τὴν δύσι τοῦ βίου, βαδίζομε γρήγορα πρὸς τὴν ἀνατολὴ τοῦ νοητοῦ ἡλίου, γιὰ ν’ ἀπολαύσωμε δυνατώτερα καὶ τελειότερα τὴν ἀπὸ ἐκεῖ ἐρχόμενη ἀνέσπερη αὐγὴ καὶ λαμπρότητα. Αὐτὴν ταιριάζει ν’ ἀποδέχεται καὶ νὰ τιμᾶ καὶ ἡ θεοφρούρητη σύνεσίς σας, ποὺ ἤδη ἀτενίζει πρὸς τὴν ἰδική μας θρησκευτικὴ κληρονομιά, μὲ εἰλικρινῆ διάθεσι, εὐθύτητα γνώσεως καὶ ἀδίστακτη πίστι, καὶ νὰ μὴ ἀποκλίνη ἀπ’ αὐτὴν οὔτε στὸ ἐλάχιστο οὔτε πρὸς τὰ δεξιὰ οὔτε πρὸς τ’ ἀριστερά· διότι τοῦτο εἶναι τῶν ἀποστόλων τὸ κήρυγμα, τοῦτο εἶναι τὸ δίδαγμα τῶν πατέρων, τοῦτο εἶναι τὸ φρόνημα, τῶν οἰκουμενικῶν συνόδων.

Γι’ αὐτὸ ὄχι μόνο ἐσὺ ὁ ἴδιος πρέπει νὰ φρονῆς καὶ νὰ πιστεύης κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο, ἀλλὰ νὰ καθοδηγῆς στὸ ἲδιο φρόνημα τῆς ἀληθείας καὶ τοὺς ὑπηκόους σου καὶ νὰ τοὺς καταρτίζης στὴν ἴδια πίστι, καὶ τίποτε ἄλλο νὰ μὴ θεωρῆς πολυτιμότερο ἀπὸ τέτοια σπουδὴ καὶ ἐπιμέλεια. Διότι τοῦ ἀληθινοῦ ἄρχοντος καθῆκον εἶναι νὰ μὴ φροντίζη μόνο γιὰ τὴ δική του σωτηρία, ἀλλὰ ν’ ἀξιώνη παρόμοιας προνοίας καὶ τὸν λαὸ ποὺ τοῦ ἔχει ἀνατεθῆ, νὰ τὸν χειραγωγῆ καὶ νὰ τὸν προσκαλῆ στὴν ἴδια τελειότητα τῆς θεογνωσίας.

Μὴ λοιπὸν κάμης νὰ διαψευσθοῦν οἱ ἐλπίδες μας, τὶς ὁποῖες ἐπέτρεψε νὰ σχηματίσωμε ἡ πρὸς τὰ καλὰ ροπὴ καὶ προσοχή σου, μήτε νὰ καταστήσης ματαίους τοὺς κόπους καὶ ἀγῶνες, ποὺ μὲ χαρὰ ἀναλάβαμε χάριν τῆς σωτηρίας σας, μήτε νὰ δεχθῆς ὅτι ἄρχισες μὲν μὲ προθυμία νὰ δέχεσαι τοῦ θείου κηρύγματος τοὺς λόγους, μετέβαλες δὲ τὴν προθυμία σὲ ραθυμία· ἀλλὰ διατήρει ἀνεξάλειπτη τὴν χαρὰ κι εὐφροσύνη μου γιὰ σένα, παρέχοντας ὅμοιο μὲ τὴν ἀρχὴ τὸ τέλος, σύμφωνο τὸν βίο μὲ τὴν πίστι, καὶ τὴν ἐξουσία σου νὰ φαίνεται καὶ νὰ ὀνομάζεται κοινὸ ἀγαθό τοῦ γένους καὶ τῆς πατρίδος. Συνέχεια

Ἡ σιωπή καί ὁ λόγος τοῦ ἁγ. Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ,

Μαντζαρίδης Γεώργιος

Δυό μέρες τοῦ ἔτους ἀφιερώνονται στή μνήμη τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Ἀρχιεπισκόπου Θεσσαλονίκης. Ἡ δεύτερη Κυριακή τῶν Νηστειῶν τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς καί ἡ 14η Νοεμβρίου. Τή δεύτερη Κυριακή τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς, πού ἔρχεται ὡς προέκταση τῆς Κυριακῆς τῆς Ὀρθοδοξίας, γιορτάζεται ἡ νίκη τῆς διδασκαλίας του ἐναντίον τῶν αἱρετικῶν ἀντιλήψεων τῶν ἀντιπάλων του.

Στίς 14 Νοεμβρίου, τιμᾶται ἡ πρός τόν Κύριον ἐκδημία του. Ἡ δεύτερη Κυριακή τῶν Νηστειῶν μᾶς θυμίζει περισσότερο τό λόγο τοῦ ἁγίου Γρηγορίου. Ἡ 14η Νοεμβρίου μᾶς θυμίζει περισσότερο τή σιωπή του.Στίς 14 Νοεμβρίου τοῦ 1359 ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, πού λάμπρυνε γιά δωδεκάμισι χρόνια τόν ἀρχιεπισκοπικό θρόνο τῆς Θεσσαλονίκης καί καθοδήγησε μέ σοφία καί αὐταπάρνηση τούς πιστούς της σιώπησε ὁριστικά. Φορέας τῆς σιωπῆς του εἶναι τά ἱερά λείψανά του, πού ἀποτελοῦν μίαν ἀνεκτίμητη παρακαταθήκη γιά τήν Ἐκκλησία τῆς Θεσσαλονίκης. Ἀλλά καί ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, πού διατηρεῖται ὡς σήμερα μέ τά πολυάριθμα συγγράμματά του, συχνά ἀναφέρεται στή σιωπή καί τήν ἡσυχία, πού μέ τόση ἐπιμέλεια ἄσκησε καί ὁ ἴδιος στή ζωή του ὡς ἡσυχαστής μοναχός.

Ἡ σιωπή καί ὁ λόγος εἶναι πράγματα ἀντίθετα στήν καθημερινή μας ζωή. Ὁ λόγος διαλύει τή σιωπή. Καί ἡ σιωπή διακόπτει τό λόγο. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς ὡς ἡσυχαστής ἦταν βασικά ἄνθρωπος τῆς σιωπῆς. Ἀπέφευγε τό λόγο, ὅπως ἄλλωστε καί τή συγγραφή. Ὁ ἴδιος σημειώνει ὅτι πολλοί μεγάλοι πατέρες τῆς ἐρήμου, μολονότι θά μποροῦσαν νά γράψουν σπουδαῖα καί ὠφέλιμα πράγματα, δέν τό ἔκαναν, γιά νά μή διακόψουν τήν σιωπή καί τήν κοινωνία τους μέ τό Θεό. Κατακρίνει μάλιστα τόν ἑαυτό του καί λέει ὅτι ὁ ἴδιος συνήθιζε νά γράφει, ὅταν ὑπῆρχε κάποια ἐπείγουσα ἀνάγκη. Καί γνωρίζουμε πόσο πολλά καί δυνατά κείμενα ἔγραψε, ὅταν ἡ ἀνάγκη αὐτὴ ἦταν ὁ κίνδυνος νά παραχαραχθεῖ ἡ ὀρθόδοξη διδασκαλία.

Ὁ λόγος τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, ὁ προφορικός καί ὁ γραπτός, εἶχε πάντοτε πλούσιο ἀντίκρυσμα στή σιωπή του. Καί ἡ σιωπή του δέν ἦταν συνέπεια παραιτήσεως ἤ ἀδιαφορίας, ἀλλά καρπός ἔντονης σπουδῆς καί κοινωνίας μέ τό Θεό Λόγο. Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος γράφει: «Ἄμεινόν ἐστι σιωπᾶν καί εἶναι ἤ λαλοῦντα μή εἶναι». Συνέχεια

Ἐξηγήση τῆς Δ΄ Ὠδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου

 Ἀνδρέας Θεοδώρου

Ὠδὴ Δ’. Ὁ Εἱρμὸς

«Ὁ καθήμενος ἐν δόξῃ, ἐπὶ θρόνου θεότητος, ἐν νεφέλῃ κούφῃ, ἦλθεν Ἰησοῦς ὁ ὑπέρθεος, τή  ἀκηράτῳ παλάμῃ καὶ διέσωσε, τοὺς κραυγάζοντας· Δόξα, Χριστέ, τή  δυνάμει σου».

Αὐτός πού κάθεται στήν Τριαδικὴ δόξα τῆς θεότητος, ἦλθε μέσα σὲ κούφη (ἐλαφριά) νεφέλη, ὁ Ἰησοῦς ὁ ὑπέρθεος, ὁ ὁποῖος μὲ τή δύναμη τῆς ἀκήρατης παλάμης του ἔσωσε (ἀπὸ τὴν ἁμαρτία) αὐτούς πού κραυγάζουν δόξα, Χριστέ, στήν θεία σου δύναμη.

Ἡ δόξα πού ἀποῤῥέει ἀπὸ τή Θεία οὐσία εἶναι κοινὴ καὶ εἰς τὰ τρία πρόσωπα τῆς Ἁγίας Τριάδος. Κάθε Θεία ὑπόσταση εἶναι σὲ ἴσο μέτρο φορέας ὁλόκληρης τῆς Θείας δόξας, ὅπως καὶ οἱ ἄλλες δύο ὑποστάσεις τοῦ τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁ Πατὴρ δοξάζεται ἀπαράλλακτα ὅπως ὁ Υἱὸς καὶ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Ἡ ὅποια μείωση τῆς Θείας δόξας συνεπιφέρει μείωση καὶ τοῦ τριαδικοῦ τῶν προσώπων ἀξιώματος, ὑποβάθμιση καὶ κατάργηση τῆς τάξεως καὶ τῆς ἰσοτιμίας στήν Τριάδα.

Ὁ Χριστὸς ἦλθε στή γῆ χωρὶς νά χάσει τίποτε ἀπὸ τὸ τριαδικὸ του ἀξίωμα. Ἦλθε ντυμένος ὁλόκληρη τή  δόξα του, ἂν καὶ αὐτὴ κρυβόταν πίσω ἀπὸ τὸ παραπέτασμα τῆς σάρκας, τὴν ὁποίαν αὐτοβούλως προσέλαβε. Αὐτὴ τὴν ἔννοια εἶχε ἡ κένωση τοῦ Λόγου στό πεδίο τῆς Θείας ἐνανθρωπήσεως: ἀπόκρυψη τῆς τριαδικῆς δόξας καὶ παράλληλα ἀμφίεση τῆς ταπεινώσεως τῆς φτωχῆς καὶ ἐπίκηρης ζωῆς. Σ’ αὐτὸ τὸ θεοδύναμο πλέγμα ἀνυψώνεται ἡ ταπείνωση τῆς γῆς, ἐγκεντρίζεται στήν ἄφθινη δόξα τοῦ Θεοῦ, ὁ φτωχὸς ἄνθρωπος γίνεται ὁμόθεος, ἐξυψώνεται καὶ λαμπρύνεται ἡ κτίση, ἀνακεφαλαιώνεται ἡ πλάση ὁλόκληρη.

Ὁ Χριστός, ὁ ἔνδοξος Λόγος τοῦ Πατρός, ἦλθε στή  γῆ ἐπιβαίνων στήν κούφη (ἐλαφριά) νεφέλη τῆς Παρθένου. Τὸ ὄχημά του ἦταν  ἡ ταπεινὴ Κόρη τῆς Ναζαρέτ, τὴν Ὁποία δέν βάρυνε κανένα στοιχεῖο τῆς φθορᾶς. Μὲ αὐτὴν ἔκαμε τὴν εἴσοδό του στόν κόσμο ὁ ἄϋλος καὶ ἀναφὴς Θεός, ὁ πληρῶν καὶ συνέχων “παλάμῃ” τὰ σύμπαντα. Καὶ ἦλθε μὲν κατὰ τὰ φαινόμενα ὡς ἕνας ταπεινὸς καὶ ἄσημος ἄνθρωπος, ντυμένος τή  στέρηση καὶ τὴν κακοπάθεια τοῦ ἀνθρωπίνου πλάσματος· ὅμως παράλληλα ἦταν  καὶ ὁ κραταιὸς δυνάστης καὶ Κύριος, ὁ Ὁποῖος μὲ τή  ζωαρχικὴ παλάμη του συνέτριψε τὰ κλεῖθρα τῆς φθορᾶς, χαρίζοντας στόν ἄνθρωπο, ποὺ ἀναγνωρίζει καὶ ἀνυμνεῖ τὴν ἄπειρη δόξα του, λύτρωση ἀψευδῆ, σώζοντάς τον ἀπὸ τὸ θανατερὸ τῆς ἁμαρτίας ἀγκάλιασμα. Συνέχεια

Ὁριοθέτηση Ὀρθοδοξίας καὶ αἱρέσεως – Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς

Καθηγητὴς Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

imagesCA9IXRQ1Τὴν πρώτη Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν τῆς Μ. Τεσσαρακοστῆς γιορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τὴν νίκη τῆς Ὀρθοδοξίας ἐναντίον τῶν αἱρέσων. Τὸ ἰδιαίτερο ἱστορικὸ γεγονός, ποὺ ἀποτέλεσε τὴν βάση καὶ τὴν ἀπαρχὴ τοῦ ἑορτασμοῦ αὐτοῦ, ἦταν ἡ νίκη τῆς Ἐκκλησίας ἐναντίον τῆς εἰκονομαχίας. Οἱ εἰκονομάχοι πρέσβευαν ὅτι ἡ χρήση τῶν εἰκόνων εἶναι ἀντιχριστιανική. Δὲν δέχονταν τὴν προσκύνηση τῆς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, ὅπως καὶ τὴν τιμὴ τῶν εἰκόνων καὶ τῶν ἱερῶν λειψάνων τῶν ἁγίων. Ἡ τοποθέτησή τους αὐτὴ δὲν ἦταν ἐπιφανειακή, ἀλλὰ προχωροῦσε βαθύτερα ὡς τὴν ἄρνηση τῆς ἀπεικονίσεως τοῦ Χριστοῦ, πράγμα ποὺ ὁδηγεῖ τελικὰ στὴν ἄρνηση τῆς σαρκώσεώς του καὶ τῆς παρουσίας του ὡς ἀληθινοῦ ἀνθρώπου μέσα στὸν κόσμο. Ἡ ἀπόληξη αὐτὴ τῆς εἰκονομαχίας φανερώνει καὶ τὸν αἱρετικὸ χαρακτήρα της· μαρτυρεῖ ὅτι ἦταν πραγματικὴ αἵρεση.

Αἵρεση δὲν ἡ κάθε λανθασμένη θεολογικὴ ἀντιληψη· δὲν εἶναι ἀκόμα ἡ παρερμηνεία κάποιων σημείων τῆς Ἁγίας Γραφῆς ἡ τῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας. Αἵρεση, ὅπως δηλώνει καὶ ἡ ἐτυμολογία τῆς λέξεως, εἶναι ἡ ἐπιλογὴ κάποιου μέρους τῆς θεολογικῆς ἀλήθειας καὶ ἡ ἀπολυτοποίησή του. Ἡ αἵρεση δηλαδὴ τεμαχίζει τὴν ἀλήθεια, ἐπιλέγει κάποιο μέρος της, τὸ ἀπολυτοποιεῖ, καὶ μὲ τὸν τρόπο αὐτὸν παραποιεῖ καὶ προσβάλλει ὁλόκληρη τὴν ἀλήθεια. Ὅταν π.χ. ὁ Ἄρειος δίδασκε ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν ἕνας τέλειος ἄνθρωπος, δὲν ἔλεγε ψέματα· ἀλήθεια ἔλεγε. Δὲν ἔλεγε ὅμως ὅλη τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ μόνο ἕνα μέρος της· δὲν ἔλεγε ὅτι ὁ Χριστὸς ἦταν καὶ τέλειος Θεός. Ἔτσι παραποιοῦσε καὶ προσέβαλλε ὁλόκληρη τὴν χριστιανικὴ ἀλήθεια. Δὲν ἀναγνώριζε τὴν ἕνωση τῆς θείας καὶ τῆς ἀνθρώπινης φύσεως στὸ πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιό της ἑνώσεως τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸν Θεό, δηλαδὴ τῆς σωτηρίας καὶ τῆς θεώσεώς του. Προσέβαλλε τὰ θεμέλια τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ δημιουργοῦσε αἵρεση.

Ἡ οὐσία λοιπὸν τῆς αἱρέσεως γιὰ τὸν Χριστιανισμὸ ἔγκειται ἀκριβῶς στὴν προσβολὴ τῆς ἑνώσεως τοῦ Θεοῦ μὲ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ θεμελιώνεται στὸ πρόσωπο τοῦ Θεανθρώπου Χριστοῦ. Ἡ αἵρεση δηλαδὴ προσβάλλει τὴν δυνατότητα τῆς σωτηρίας τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ὁποία ταυτίζεται μὲ τὴν θέωσή του. Συνέχεια

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ E΄ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

 Ἅγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς

Ἰδού ἡ πέμπτη Κυριακή τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, ἡ Κυριακή [πού σφραγίζει τήν ἑβδομάδα] τῶν μεγάλων ἀγρυπνιῶν καί τῶν μεγάλων ἀσκήσεων, τήν ἑβδομάδα τῶν μεγάλων θρήνων καί ἀναστεναγμῶν, ἡ Κυριακή τῆς πιό μεγάλης μεταξύ τῶν ἁγίων γυναικῶν Ἁγίας, τῆς ὁσίας μητρός ἡμῶν Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας…

Σαράντα ἑπτά χρόνια ἔκανε στήν ἔρημο, καί ὁ Κύριος τῆς ἔδωσε ἐκεῖνο πού σπάνια δίνει σέ κάποιον ἀπό τούς Ἁγίους. Χρόνια ὁλόκληρα δέν γεύθηκε ψωμί καί νερό. Στήν ἐρώτησι τοῦ ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ἐκείνη ἀπάντησε: «Οὐκ ἐπ’ ἄρτῳ μόνῳ ζήσεται ἄνθρωπος» (Ματθ. δ΄ 4). Ὁ Κύριος τήν ἔτρεφε μέ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο καί τήν ὡδηγοῦσε στήν ἐρημητική ζωή, στούς ἐρημητικούς της ἀγῶνες. Καί ποιό ἦταν τό ἀποτέλεσμα; Ἡ Ἁγία μετέτρεψε τήν κόλασί της σέ παράδεισο!

Νίκησε τόν διάβολο καί ἀνέβηκε ψηλά στόν Θεό! Πῶς, μέ τί; Μέ τήν νηστεία καί τήν προσευχή, μέ νηστεία καί προσευχή! Διότι ἡ νηστεία, ἡ νηστεία μαζί μέ τήν προσευχή, εἶναι δύναμις πού νικᾶ τά πάντα. Ἕνας θαυμάσιος ὕμνος τῆς Μεγ. Τεσσαρακοστῆς λέγει: «ἀκολουθήσωμεν τῷ διά νηστείας ἡμῖν, τήν κατά τοῦ διαβόλου νίκην ὑποδείξαντι, Σωτῆρι τῶν ψυχῶν ἡμῶν». Μέ τήν νηστεία μᾶς ἔδειξε τήν νίκη κατά τοῦ διαβόλου… Δέν ὑπάρχει ἄλλο ὅπλο, δέν ὑπάρχει ἄλλο μέσον. Νηστεία! Ἰδού τό μέσον γιά νά νικήσῃς τόν διάβολο, τόν κάθε διάβολο. Παράδειγμα νίκης, ἡ ἁγία Μαρία ἡ Αἰγυπτία.

Τί θεία δύναμις ἡ νηστεία! Νηστεία δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς τό σῶμα, νά σταυρώνῃς ὁ ἴδιος τόν ἑαυτό σου. Ἐφ’ ὅσον ὑπάρχει σταυρός, ἡ νίκη εἶναι σίγουρη. Τό σῶμα τῆς πρώην πόρνης τῆς Ἀλεξανδρείας, τῆς Μαρίας, μέ τήν ἁμαρτία παραδόθηκε στήν δουλεία τοῦ διαβόλου. Ἀλλά ὅταν ἀγκάλιασε τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, ὅταν πῆρε αὐτό τό ὅπλο στά χέρια της, νίκησε τόν διάβολο.

Νηστεία εἶναι ἡ ἀνάστασις τῆς ψυχῆς ἐκ νεκρῶν. Ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή ἀνοίγουν τά μάτια τοῦ ἀνθρώπου, ὥστε νά ἀντικρύσῃ καί νά καταλάβῃ πραγματικά τόν ἑαυτό του, νά ἰδῇ τόν ἑαυτό του. Βλέπει τότε ὅτι κάθε ἁμαρτία στήν ψυχή του εἶναι ὁ τάφος του, ὁ τάφος, ὁ θάνατός του. Καταλαβαίνει ὅτι ἡ ἁμαρτία μέσα στήν ψυχή του δέν κάνει τίποτε ἄλλο ἀπό τό νά μετατρέπῃ σέ πτώματα ὅλα ὅσα ἀνήκουν στήν ψυχή: τούς λογισμούς της, τά συναισθήματά της καί τίς διαθέσεις της· σειρά ἀπό τάφους. Καί τότε…, τότε ξεχύνεται θρηνητική κραυγή ἀπό τήν ψυχή: «Πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσον με».

Αὐτή εἶναι ἡ κραυγή μας κατά τήν ἁγία αὐτή ἑβδομάδα: Κύριε, προτοῦ χαθῶ τελείως, σῶσε με. Ἔτσι προσευχηθήκαμε αὐτή τήν ἑβδομάδα στόν Κύριο, τέτοιες προσευχητικές ἀναβοήσεις μᾶς παρέδωσε στόν Μεγάλο Κανόνα του ὁ μεγάλος ἅγιος πατήρ ἡμῶν Ἀνδρέας Κρήτης. «Κύριε, πρίν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με». Αὐτή ἡ κραυγή μᾶς ἀφορᾶ ὅλους, ὅλους ὅσους ἔχουμε ἁμαρτίες. Ποιός δέν ἔχει ἁμαρτίες; Συνέχεια

Η κλειστή πόρτα τῆς ψυχῆς μας

     Metr. ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ

Ι. Καθώς ἡ πορεία μας στή Μεγάλη Τεσσαρακοστή μᾶς ὁδηγεῖ ἀπό δόξης εἰς δόξαν, γιά νά φθάσουμε βῆμα βῆμα νά ἀντικρύσουμε τήν ὑπέρτατη δόξα τῆς ᾿Εσταυρωμένης Θείας ᾿Αγάπης, τῆς θυσιαστικῆς ἀγάπης τῆς ῾Αγίας Τριάδος, τιμοῦμε σήμερα τή μνήμη τῆς ῾Οσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας.

῾Η ῾Οσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία ἦταν μία ἁμαρτωλή, μία γυναίκα τῆς ὁποίας ἡ ἁμαρτωλότητα ἦταν γνωστή σέ ὅλους καί ὄχι μόνο στόν Θεό· ἴσως τή μικρότερη ἐπίγνωση αὐτῆς τῆς ἁμαρτωλότητας νά τήν εἶχε ἡ ἴδια, καθώς ἡ ἁμαρτία ἦταν ἡ ζωή της. Καί ὅμως, θέλησε κάποια μέρα νά προσκυνήσει τήν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου σέ μία ἐκκλησία.

Τό ὑπέρτατο κάλλος τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ ἔφθασε στήν καρδιά της καί τήν ἄγγιξε. ῞Οταν ὅμως ἔφθασε στήν πύλη τῆς ἐκκλησίας ἐκείνης, μιά δύναμη τήν ἐμπόδιζε νά διαβεῖ τό κατώφλι. ῾Ο Τελώνης δέν εἶχε ἐμποδιστεῖ νά σταθεῖ ἐκεῖ, ἐπειδή ἡ καρδιά του ἦταν συντετριμμένη· ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία δέν εἶχε συντετριμμένη καρδιά καί ἡ εἴσοδος στόν Ναό ἦταν ἀπαγορευμένη γι’ αὐτήν.

 Στεκόταν λοιπόν ἐκεῖ καί ἔνιωθε ὅτι ἡ κατάστασή της ἦταν ἀσύμβατη μέ τήν ἁγιότητα τῆς Παρουσίας τοῦ Θεοῦ καί τῆς Θεοτόκου, πού εἶναι ὅ,τι ἱερότερο ὑπάρχει στή γῆ καί στόν οὐρανό. ῾Η ἐμπειρία αὐτή τή συγκλόνισε τόσο βαθιά, ὥστε ἐγκατέλειψε ὅλα αὐτά πού ἦταν ταυτισμένα μέ τήν ὕπαρξή της, ἀποσύρθηκε στήν ἔρημο καί μέ μία ἄσκηση πού τά λειτουργικά μας βιβλία χαρακτηρίζουν ὡς «ἀκραία» ἀγωνίστηκε νά νικήσει τή σάρκα της, τήν ψυχή της, τίς ἀναμνήσεις της· ὅ,τι ἦταν ἁμαρτία, ἀλλά καί καθετί πού θά μποροῦσε νά τήν ὁδηγήσει μακριά ἀπό τόν Θεό. Καί ξέρουμε τώρα πόσο ἔνδοξη ὑπῆρξε ἡ ζωή της, τί ἄνθρωπος ἔγινε.

Τί μάθημα δίνει σ’ ἐμᾶς; Πόσες φορές ἔχει συμβεῖ νά χτυπήσουμε καί ἐμεῖς τήν πόρτα τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἴδιο τρόπο πού ἐπιχείρησε καί ἡ Μαρία νά μπεῖ στόν χῶρο τῆς Παρουσίας Του; Πόσες φορές προσπαθήσαμε νά προσευχηθοῦμε, νά Τόν πλησιάσουμε ἐν σιωπῇ; Πόσες φορές λαχταρήσαμε τόν Θεό καί πόσες φορές νιώσαμε ὅτι ἀνάμεσα στήν προσευχή μας καί σ’ Αὐτόν, ἀνάμεσα στή σιωπή μας καί σ’ Αὐτόν, ἀνάμεσα στή λαχτάρα μας καί σ’ Αὐτόν ὑπῆρχε ἕνα ἐμπόδιο πού δέν μπορούσαμε νά ὑπερπηδήσουμε; Φωνάξαμε, προσευχηθήκαμε σ’ ἕναν ἄδειο οὐρανό, στραφήκαμε πρός τίς εἰκόνες, κι αὐτές ἔμειναν σιωπηλές. Τό μόνο πού συναντούσαμε ἦταν ἡ ἀπουσία τοῦ Θεοῦ, μιά ἀπουσία τόσο τρομακτική, ὄχι μόνον ἐπειδή δέν μπορούσαμε νά Τόν πλησιάσουμε, ἀλλά γιατί συνειδητοποιούσαμε ὅτι ἄν δέν Τόν πλησιάσουμε, ἡ ψυχή μας κείτεται ἄχρηστη, μέσα μας βασιλεύει τό κενό, ἕνα κενό πού ἄν συνεχιστεῖ, ἄν γίνει ἡ μόνιμη κατάστασή μας, θά σημάνει κάτι παραπάνω ἀπ’ τόν θάνατο· θά σημάνει τόν ἀπόλυτο χωρισμό. ᾿Αλλά καί πόσες φορές ἔχει χτυπήσει ὁ Θεός τήν πόρτα τῆς καρδιᾶς μας! Συνέχεια

῾Ο ῞Αγιος ᾿Ιωάννης τῆς Κλίμακος

 ΑΝΤΗΟΝΥ ΒLΟΟΜ

῾Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι περίοδος μετανοίας, περίοδος κατά τήν ὁποία ἡ πέτρινη καρδιά μας πρέπει, μέ τή χάρη τοῦ Θεοῦ νά γίνει σάρκινη, καί ἀπό ἀναίσθητη νά γίνει αἰσθαντική, ἀπό ψυχρή καί σκληρή νά γίνει ζεστή καί ἀνοιχτή πρός τούς ἄλλους καί, κυρίως, πρός τόν ῎Ιδιο τόν Θεό16.

῾Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή εἶναι καιρός ἀνανέωσης, ὅπου καθετί -ὅπως γίνεται τήν ἄνοιξη- κάνει μία καινούρια ἀρχή· καί ἡ ἀνήλια ζωή μας ζωντανεύει καί πάλι μέ ὅλη τήν ἔνταση τήν ὁποία ὁ Θεός μπορεῖ νά δώσει σ’ ἐμᾶς τούς ἀνθρώπους, κάνοντάς μας διά τῶν ᾿Αχράντων Μυστηρίων καί τῶν πλούσιων δωρεῶν Του κοινωνούς τοῦ ῾Αγίου Του Πνεύματος, κοινωνούς θείας φύσεως.

Εἶναι ἐποχή συμφιλίωσης καί ἡ συμφιλίωση εἶναι χαρά· ἡ χαρά τοῦ Θεοῦ καί ἡ δική μας χαρά· ἕνα νέο ξεκίνημα!

Σήμερα εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ ῾Αγίου ᾿Ιωάννου τῆς Κλίμακος καί θέλω νά σᾶς διαβάσω μερικές δικές του φράσεις, τόσο σχετικές μέ τήν ἰδιαιτερότητα τῆς περιόδου πού διάγουμε·

«῾Η μετάνοια, δηλαδή ἡ ἐπιστροφή μας στόν Θεό, εἶναι ἀνανέωση τοῦ βαπτίσματός μας· εἶναι ἀνανέωση τῆς συνθήκης μας μέ τόν Θεό, τῆς ὑπόσχεσής μας νά ἀλλάξουμε τή ζωή μας. Εἶναι περίοδος κατά τήν ὁποία μποροῦμε νά ἀποκτήσουμε τήν ταπείνωση, ἡ ὁποία εἶναι εἰρήνη· εἰρήνη μέ τόν Θεό, εἰρήνη μέ τόν ἑαυτό μας, εἰρήνη μέ ὅλο τόν κτιστό κόσμο. ῾Η μετάνοια γεννιέται ἀπό τήν ἐλπίδα, ὅταν δηλαδή ἀπορρίψουμε τήν ἀπόγνωση. Καί ἐκεῖνος πού μετανοεῖ, εἶναι κάποιος πού ἀξίζει τήν καταδίκη -ὡστόσο ἀναχωρεῖ ἀπό τό δικαστήριο χωρίς ντροπή, ἐπειδή ἡ μετάνοια εἶναι ἡ εἰρήνη μας μέ τόν Θεό. Κι αὐτό ἐπιτυγχάνεται μέσα ἀπό μία ζωή ἀντάξια, πού ἀποξενώθηκε ἀπό τίς ἁμαρτίες πού διαπράτταμε στό παρελθόν. Μετάνοια εἶναι τό καθάρισμα τῆς συνειδήσεώς μας. Μετάνοια σημαίνει ὁλοκληρωτική ἀπαλλαγή ἀπό τή λύπη καί τόν πόνο». Συνέχεια

ΑΚΑΘΙΣΤΟΣ ΥΜΝΟΣ

Ἰωάννης Φουντούλης

Τό Σάββατο τῆς Ε’ ἑβδομάδος τῶν Νηστειῶν χαρακτηρίζεται στό ἑορτολόγιο τῆς Ἐκκλησίας ὡς «Σάββατον τοῦ Ἀκαθίστου». Ἐπίσης ὁ ὕμνος αὐτός ψάλλεται τμηματικῶς κατά τά ἀπόδειπνα τῶν τεσσάρων πρώτων Παρασκευῶν τῆς Τεσσαρακοστῆς. Τήν πέμπτη ἑβδομάδα γίνεται ἡ ἀνακεφαλαίωσις….

Δέν πιστεύω νά ὑπάρχῃ ἄλλο ὑμνολογικό κείμενο τῆς Ἐκκλησίας μας, πού νά χρησιμοποιήθηκε τόσες φορές ὅσες ὁ Ἀκάθιστος. Στά Μοναστήρια τόν διαβάζουν κάθε ἡμέρα καί ὅλοι οἱ μοναχοί τόν γνωρίζουν ἀπό στήθους. Στίς ἐνορίες εἶναι μία ἀπό τίς προσφιλέστερες στόν λαό ἀκολουθίες, πού συγκεντρώνουν κάθε Παρασκευή βράδυ κατά τήν περίοδο τῆς Τεσσαρακοστῆς ἕνα πλῆθος κόσμου…..

Ἡ Παναγία τήν ὁποία ὑμνολογεῖ ὁ Ἁκάθιστος, σ᾿ ὅλη τήν μακραίωνη ζωή τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τό κέντρο τῆς εὐλαβείας τῶν χριστιανῶν, τό πρόσωπο πού μακαρίζουν, κατά τήν πρόρρησί της, «πᾶσαι αἱ γενεαί» (Λουκ. 1, 48). Θά παρατρέξωμε τό διαφιλονικούμενο θέμα τοῦ χρόνου τῆς συντάξεως καί τοῦ ποιητοῦ τοῦ Ἀκαθίστου….Ὅποιος καί ἄν ἦταν ὁ ποιητής καί μέ ὁποιοδήποτε ἱστορικό γεγονός καί ἄν συνεδέθη πρωταρχικά ὁ Ἀκάθιστος, ἕνα εἶναι τό ἀδιαμφισβήτητο στοιχεῖο, πού μᾶς δίνουν οἱ σχετικές πηγές, ὅτι ὁ ὕμνος ἐψάλλετο ὡς εὐχαριστήριος ᾠδή πρός τήν ὑπέρμαχο στρατηγό τοῦ Βυζαντινοῦ κράτους … Συνέχεια

Ἐξήγηση τῆς Γ΄ Ὠδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου

Ἀνδρέας Θεοδώρου

 Ὠδὴ Γ’.

Ὁ Εἱρμὸς

 «Τοὺς σούς ὑμνολόγους, Θεοτόκε, ὡς ζῶσα καὶ ἄφθονος πηγή, θίασον συγκροτήσαντας πνευματικὸν στερέωσον καὶ ἐν τῇ θείᾳ δόξῃ σου στεφάνων δόξης ἀξίωσον».

Αὐτῶν πού σὲ ὑμνολογοῦν, Θεοτόκε, σὰν πλούσια καὶ ζωντανὴ πηγὴ δωρεῶν, στερέωσε τὸν πνευματικὸ θίασο πού ἔχουν συγκροτήσει· καὶ στή θεία δόξα σου ἀξίωσέ τους νά λάβουν στεφάνια δόξας ἀμάραντης.

Τὸ σῶμα τῶν πιστῶν πού προσκυνοῦν εὐλαβικὰ τὸ ὄνομα τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ, εἶναι εὐλογημένο ἀπὸ τὴν ὑπεραγία Θεοτόκο. Διότι ἡ Θεοτόκος εἶναι ἀέναη πηγὴ πνευματικῶν δωρημάτων. Ἀπὸ τὸ θεομητορικὸ της μυστήριο ἀναβλύζουν χάρες πολλές. Καὶ εἶναι φυσικὸ ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ νά προστατεύει τὸ πνευματικὸ σῶμα τοῦ Υἱοῦ της καὶ νά τὸ στερεώνει στή χαρισματικὴ του αὔξηση καὶ προκοπή.

Ὁ ποιητὴς τοῦ Εἱρμοῦ διατυπώνει τὸ αἴτημα αὐτὸ στήν ἁγνὴ Θεοτομήτορα, μὲ αἰσθήματα εὐλαβικῆς ἱεροπρέπειας. Καὶ ὄχι μόνον αὐτό. Ζητᾶ παράλληλα καὶ δόξα γιά τὰ παιδιὰ της ἀπὸ τή δοξασμένη Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ἀπὸ τὴν ἀρχόντισσα τῆς Θείας Βασιλείας, ποὺ εἶναι τόσο ἁπλόχερα γενναιόδωρη καὶ μεταδοτική.

Ἡ ἄυλη δόξα τῆς Τριάδος, τὸ ἄκτιστο φῶς τοῦ Χριστοῦ, εἶναι οὐσιοποιημένα στή φύση πού ἁγίασε ὁ Θεὸς μὲ τὸν ἐρχομὸ του στόν κόσμο. Τὸ ἐργαστήριο τῆς Παρθένου ἀνακράθηκε ὁλοκληρωτικὰ μὲ τή θεόμορφη ἐνέργειᾳ τοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ, πιὸ πολὺ καὶ πέρα ἀπὸ κάθε ἄλλη κτιστή φύση. Γι’ αὐτὸ ἡ Παναγία εἶναι πραγματικὰ «χαριτωμένη». Ἡ χάρη της διαχέεται παντοῦ, λάμπει στό πνευματοφόρο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, ἀστράφτει στό φωτοβόλο χῶρο τῆς Θείας Βασιλείας καὶ λαμπρύνει, στεφανώνοντας μὲ τή δόξα της ὅλους ἐκείνους πού ἀποδέχονται τὸ ἄῤῥητο μυστήριο τοῦ Τόκου της καὶ μὲ συγκίνηση ψάλλουν τὰ ἄφθιτα μεγαλεῖα της! Συνέχεια

Ἐξηγήσῃ τῆς Α΄ Ὠδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.

 Ἀνδρέα Θεοδώρου

 Ἦχος δ΄

Ὁ Εἱρμός

«Ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ πληρωθήσεται πνεύματος καὶ λόγον ἐρεύξομαι, τῇ βασιλίδι Μητρί· καὶ ὀφθήσομαι, φαιδρῶς πανηγυρίζων καὶ ᾄσω γηθόμενος ταύτης τὰ θαύματα».

Θ’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου καὶ θὰ γεμίσει ἀπὸ Πνεῦμα ἅγιο καὶ θ’ ἀπευθύνω λόγο πρὸς τή βασίλισσα Μητέρα τοῦ Θεοῦ· καὶ θὰ μὲ δοῦν νά πανηγυρίζω μὲ φαιδρότητα, ψάλλοντας μὲ εὐφρόσυνη χαρὰ τὰ θαυμαστὰ μεγαλεῖα της.

                    *

Ὁ προφορικὸς λόγος εἶναι ἡ ἐξωτερίκευση τοῦ μυστικοῦ ἐνδιάθετου λόγου. Ἐκφράζεται μὲ τὰ ὄργανα ὁμιλίας· εἶναι λόγος στοματικός. Καὶ οἱ δύο λόγοι -ἐνδιάθετος καὶ προφορικὸς- εἶναι ἐκδηλώματα τῆς πνευματικῆς ὑποστάσεως τοῦ ἀνθρώπου, τῆς εἰκόνας τοῦ Θεοῦ, ἡ ὁποία ἔχει τὴν ἱκανότητα νά διαλέγεται ἐσωτερικὰ μὲ τὸν ἑαυτὸ της καὶ τὸν Θεὸ καὶ νά ἐπικοινωνεῖ ἐξωτερικὰ μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους. Τὰ ὑπόλοιπα ζῶα δέν ἔχουν λόγους. Ἔχουν μοναχὰ ἔνστικτα, φυσικὲς κινήσεις καὶ ὁρμές.

Οἱ λόγοι πού βγαίνουν ἀπὸ τὸ στόμα τοῦ ἀνθρώπου ἐξωτερικεύουν τὸ ἐσωτερικὸ περιεχόμενο τῆς καρδιᾶς του. Ἡ ποιότητα τοὺς ἐκφράζει τὴν ποιότητα τοῦ ἐσωτερικοῦ ἤθους τῆς ψυχῆς. Ἔτσι ἀπὸ μία ἀγαθὴ καρδία θὰ προέλθουν λόγοι καλοί καὶ ἀγαθοί, λόγοι ἤπιοι καὶ εἰρηνικοί, καθαροὶ καὶ ἅγιοι· ἐνῶ ἀπὸ μία πονηρὴ καὶ σαλεμένη καρδία θὰ προέλθουν λόγοι ἀγριεμένοι καὶ σκληροί, βρωμεροὶ καὶ ἀναίσχυντοι. Ἀπὸ τὴν εὐλογημένη ἀπὸ τὸν Θεὸ ψυχὴ θ’ ἀκουστοῦν λόγια οἰκοδομῆς, παρακλήσεως καὶ ἀγάπης, λόγια σεμνὰ καὶ εὔφημα. Ὅσα ἁγνὰ καὶ προσφιλῆ, «εἰ τὶς ἀρετὴ καὶ εἰ τὶς ἔπαινος»· ἐνῶ ἀπὸ μία ψυχὴ κυριαρχημένη ἀπὸ τὰ πνεύματα τῆς ἀκαθαρσίας, ποὺ ζεῖ μακριὰ ἀπὸ τὸν Θεό, θ’ ἀκουστοῦν κατάρες καὶ βλαστήμιες, λόγια ὑβριστικὰ καὶ συκοφαντικά, λόγια δόλια, πικρὰ καὶ μοχθηρά, ποὺ τόσα κακὰ συσσωρεύουν στήν κοινωνικὴ συμβιώση τῶν ἀνθρώπων.

Ὁ ποιητὴς τοῦ Εἱρμοῦ νιώθει κι αὐτὸς βαθιὰ τὴν ἀνάγκη ν’ ἀνοίξει τὸ στόμα του καὶ νά μιλήσει. Ἡ καρδιά του κατακλύζεται ἀπὸ πλῆθος ἐνδιάθετα λόγια, ποὺ συνωθοῦνται, ζητώντας νά βροῦν διέξοδο ἀπὸ τὸ στόμα του. Ἐπιθυμεῖ νά ἐκφράσει τοὺς ἐσωτερικοὺς του διαλογισμούς. Οἱ διαλογισμοὶ του ὅμως δέν εἶναι τυχαῖοι καὶ κοινοί. Εἶναι διαλογισμοὶ καρδιᾶς στήν ὁποία κυριαρχεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ. Προτίθεμαι -λέει- ν’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου, τὸ ὁποῖο θὰ γεμίσει ἀπὸ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ (ὅπως γεμάτη ἀπὸ τὸ αὐτὸ Πνεῦμα εἶναι ἐσωτερικὰ καὶ ἡ ψυχὴ του).

Προτίθεμαι δὲ νά πῶ λόγια ἀνυμνητικὰ πρὸς τή Μητέρα τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, ἀλλὰ καὶ μητέρα τῶν πιστῶν, τῆς Ἐκκλησίας καὶ ὁλόκληρης τῆς κτίσεως. Θά πῶ κι ἐγὼ λόγια ἀνυμνητικά, σὰν κι αὐτά πού λέγουν οἱ ἄγγελοι στήν ὁλόφωτη Κόρη τῆς Θείας Βασιλείας! Θὰ εἶναι δὲ τόση ἡ πνευματικὴ εὐφορία τῆς καρδιᾶς μου, τόσος ὁ συνεπαρμὸς τῆς ψυχῆς μου, ὥστε οἱ ἄνθρωποι θὰ διαπιστώσουν πάραυτα τὸ σκίρτημα τῆς χαρᾶς μου, βλέποντάς με νά πανηγυρίζω μὲ φαιδρότητα καὶ μὲ εὐχαρίστηση νά συνθέτω ὕμνους γιά νά τραγουδήσω τὰ πολλὰ θαύματα πού τὴν στεφανώνουν, νά μελωδήσω τίς χάρες της στό πεδίο τοῦ χριστολογικοῦ μυστηρίου, στό ὁποῖο ὁ Υἱὸς ἄξια τοποθέτησε τὴν περίσεμνη Μητέρα! Συνέχεια

«Σταυρωθέντα καί ταφέντα…»

Ἁγίου ΚΥΡΙΛΛΟΥ Ἱεροσολύμων

led-1(ἀποσπάσματα ἀπό τήν ΙΓ’ Κατήχηση) 

 Α’. Εἶναι καύχημα τῆς Καθολικῆς Ἐκκλησίας βέβαια τό καθετί πού ἔπραξε ὁ Ἰησοῦς, ἀλλά τό καύχημα τῶν καυχημάτων εἶναι ὁ Σταυρός Του. Τοῦτο ἀσφαλῶς γνωρίζοντας ὁ Παῦλος, λέει: «ὅσο γιά μένα, ἄς μή γίνει νά καυχηθῶ γιά τίποτε ἄλλο, παρά μόνο γιά τό Σταυρό τοῦ Κυρίου μας, Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. 6, 14). Ἦταν πραγματικά θαυμαστό πού ἀνέβλεψε ὁ ἐκ γενετῆς τυφλός στήν κολυμβήθρα τοῦ Σιλωάμ (πρβλ. Ἰωάν. 9, 7), ἀλλά τί εἶναι αὐτό μπροστά στήν ἀνάβλεψη τῶν πνευματικά τυφλῶν ὅλης τῆς οἰκουμένης; Θεωρεῖται μέγα θαῦμα καί ὑπερφυσικό πού ἀναστήθηκε ὁ Λάζαρος, ἐνῶ ἦταν τετραήμερος νεκρός, ἀλλά τότε ἡ χάρη τῆς Ἀναστάσεως σταμάτησε σ᾽ αὐτόν. Τί εἶναι ὅμως αὐτό μπροστά στήν ἀνάσταση τῶν νεκρωμένων ἀπό τήν ἁμαρτία, σέ ὁλόκληρη τήν οἰκουμένη; Εἶναι θαυμαστό πού ἀπό τούς πέντε ἄρτους πήγασε τροφή γιά πέντε χιλιάδες (πρβλ. Ματθ. 14, 21), ἀλλά τί εἶναι αὐτό μπρός στό ὅτι χόρτασε αὐτούς «πού πέθαιναν ἀπό πνευματική πείνα, ἐξαιτίας τῆς ἄγνοιάς τους, σέ ὅλα τά μέρη τῆς γῆς»; (Πρβλ. Ἀμ. 8, 11). Εἶναι θαυμαστό πού ἐλευθέρωσε τή γυναίκα ἐκείνη, τή δεμένη ἀπό τό Σατανά δεκαοχτώ χρόνια, ἀλλά τί εἶναι αὐτό μπροστά στήν ἐλευθερία πού ἔδωσε σέ ὅλους ἐμᾶς, τούς σφιχτοδεμένους μέ βαριές ἁλυσίδες ἁμαρτημάτων; (πρβλ. Παρμ. 5, 22). Αὐτό λοιπόν, τό ὁλόφωτο στεφάνι τῆς δόξας τοῦ Σταυροῦ, ἀφενός φώτισε τούς τυφλωμένους ἀπό τήν ἀγνωσία καί ἀφετέρου ἐλευθέρωσε τούς δέσμιους τῆς ἁμαρτίας καί δυναμικά λύτρωσε ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅλων τῶν αἰώνων1.

 Β’. Καί μή σοῦ φαίνεται παράξενο σέ τέτοιο βαθμό, ὥστε νά δυσπιστεῖς, ἄν πραγματικά ἔδωσε τή λύτρωση δυναμικά σέ ὅλους τούς ἀνθρώπους ὅλων τῶν αἰώνων. Διότι δέν ἦταν ἄνθρωπος ἁπλός αὐτός πού πέθανε γιά μᾶς, ἀλλά ὁ «Υἱός τοῦ Θεοῦ» ὁ Μονογενής. Καί μπόρεσε βέβαια ἡ ἁμαρτία ἑνός ἄνδρα, τοῦ Ἀδάμ, νά κάνει θνητούς ὅλους τούς ἀνθρώπους, ὅλων τῶν αἰώνων. Ἀλλά, ἄν μέ τό παράπτωμα τοῦ ἑνός βασίλευσε ὁ θάνατος στόν κόσμο, πῶς, πολύ περισσότερο, δέν θά βασιλεύσει ἡ ζωή μέ τή δικαιοσύνη τοῦ Ἑνός; (Πρβλ. Ρωμ. 5, 17). Καί ἄν τότε, ἐπειδή ἔφαγαν ἀπό τό «ξύλο τῆς ζωῆς» οἱ Πρωτόπλαστοι διώχτηκαν ἀπό τόν Παράδεισο (πρβλ. Γέν. 3, 24), ἄραγε τώρα, χάρη στό ξύλο τοῦ Σταυροῦ τοῦ Ἰησοῦ, δέν θά μποῦν εὐκολότερα μέσα στόν Παράδεισο ὅσοι πιστέψουν; Ἄν ἐκεῖνος πού πρῶτος πλάστηκε ἀπό τό χῶμα τῆς γῆς ἐπέφερε οἰκουμενικό θάνατο, ἄραγε δέν θά φέρει ζωή αἰώνια «Ἐκεῖνος πού τόν ἔπλασε ἀπό τή γῆ» (Γέν. 2, 7), ἀφοῦ Αὐτός εἶναι ἡ Ζωή; (πρβλ. Ἰωάν. 14, 6). Ἄν ὁ Φινεές, δείχνοντας ζῆλο καί φονεύοντας τόν αἰσχροποιό ἐκεῖνον, κατέπαυσε τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ, ὁ Ἰησοῦς ‒ ὄχι μέ τό φόνο κάποιου ἄλλου, ἀλλά μέ τό νά θυσιάσει τόν ἑαυτό Του ὡς ἀντίλυτρο ‒ δέν μπορεῖ νά ἐξαλείψει τήν ὀργή τοῦ Θεοῦ πρός τούς ἀνθρώπους;2 Συνέχεια

«Ὁ πανάγαθος Θεός τόν Σταυρόν μᾶς ἐχάρισεν…»

                 Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ

Ὁ πανάγαθος Θεός τόν Σταυρόν μᾶς ἐχάρισεν. Μέ τόν Σταυρόν νά εὐλογοῦμεν καί τά Ἄχραντα Μυστήρια, μέ τόν Σταυρόν νά ἀνοίγωμεν καί τόν Παράδεισον, μέ τόν Σταυρόν νά κατακαίωμεν καί τούς δαίμονας. Πρῶτα ὅμως καί ἐμεῖς νά ἔχωμεν τό χέρι μας καθαρόν ἀπό ἁμαρτίες καί ἀμόλυντο. Καί τότε, ὡσάν κάνωμεν τόν σταυρόν, κατακαίεται ὁ διάβολος καί φεύγει. Εἰδέ καί εἴμασθε μεμολυσμένοι μέ ἁμαρτίες, δέν πιάνεται ὁ σταυρός ὁπού κάνομεν.

 Ὅθεν ἀδελφοί μου, ἤ τρῶτε ἤ πίνετε κρασί ἤ νερόν ἤ περιπατεῖτε ἤ δουλεύετε νά μή σᾶς λείπει αὐτός ὁ λόγος ἀπό τό στόμα σας καί ὁ σταυρός ἀπό τό χέρι σας. Καί ἄν ἠμπορῆτε τό ἡμερόνυκτο νά κάμετε καί πενῆντα καί ἑκατό κομποσχοίνια, καλόν καί ἅγιον εἶναι ἔργον. Καί νά προσεύχεσθε πάντοτε τήν αὐγήν καί τό βράδυ καί μάλιστα τό μεσονύκτιον ὅλον ὁπού εἶναι ἡσυχία.

Ἀκούσατε, Χριστιανοί μου, πῶς πρέπει νά γίνεται ὁ σταυρός καί τί σημαίνει. Μᾶς λέγει τό ἅγιον Εὐαγγέλιον πώς ἡ ἁγία Τριάς, ὁ Θεός, δοξάζεται εἰς τόν οὐρανόν περισσότερον ἀπό τούς Ἀγγέλους.

Τί πρέπει νά κάμης καί ἐσύ; Σμίγεις τά τρία σου δάκτυλα μέ τό δεξιόν τό χέρι σου καί μήν ἠμπορώντας νά ἀνεβῆς εἰς τόν οὐρανόν νά προσκυνήσης, βάνεις τό χέρι σου εἰς τό κεφάλι σου, διατί τό κεφάλι σου εἶναι στρογγυλό καί φανερώνει τόν οὐρανόν καί λέγεις μέ τό στόμα: Καθώς ἐσεῖς οἱ Ἄγγελοι δοξάζετε τήν ἁγίαν Τριάδα εἰς τόν οὐρανόν ἔτσι καί ἐγώ ὡς δοῦλος ἀνάξιος δοξάζω καί προσκυνῶ τήν ἁγίαν Τριάδα. Καί καθώς αὐτά εἶναι τρία, εἶναι ξεχωριστά εἶναι καί μαζί, ἔτσι εἶναι καί ἡ ἁγία Τριάς, ὁ Θεός, τρία πρόσωπα καί Ἕνας μόνος Θεός.

Κατεβάζεις τό χέρι σου ἀπό τό κεφάλι σου καί τό βάνεις εἰς τήν κοιλίαν σου καί λέγεις: Σέ προσκυνῶ καί σέ λατρεύω, Κύριέ μου, ὅτι κατεδέχθης καί ἐσαρκώθης εἰς τήν κοιλίαν τῆς Θεοτόκου διά τάς ἁμαρτίας μας.

 Τό βάζεις πάλιν εἰς τόν δεξιόν σου ὦμον καί λέγεις: Σέ παρακαλῶ, νά μέ συγχωρήσης καί νά μέ βάλης εἰς τά δεξιά Σου μέ τούς δικαίους. Βάνοντάς το πάλιν εἰς τόν ἀριστερόν ὦμον λέγεις: Σέ παρακαλῶ, Κύριέ μου, μή μέ βάλης εἰς τά ἀριστερά μέ τούς ἁμαρτωλούς.

 Ἔπειτα κύπτοντας κάτω εἰς τήν γῆν: Σέ δοξάζω, Θεέ μου, Σέ προσκυνῶ καί Σέ λατρεύω, ὅτι, καθώς ἐβάλθηκες εἰς τόν τάφον, ἔτσι θά βαλθῶ καί ἐγώ.

Καί ὅταν σηκώνεσαι ὀρθός, φανερώνεις τήν Ἀνάστασιν καί λέγεις: Σέ δοξάζω, Κύριέ μου, Σέ προσκυνῶ καί Σέ λατρεύω, πώς ἀναστήθηκες, ἀπό τούς νε κρούς διά νά μᾶς χαρίσης τήν ζωήν τήν αἰώνιον.

Αὐτό σημαίνει ὁ πανάγιος Σταυρός.

 

ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ Γ΄ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ

Ἅγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς

«Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθήτω μοι» (Μάρκ. η΄ 34). Αἴροντες τόν σταυρό, εὐαρεστοῦμε τόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, Τόν ἀκολουθοῦμε.

 Ἄν ἀκολουθοῦμε τόν ἑαυτό μας, δέν μποροῦμε νά ἀκολουθοῦμε Ἐκεῖνον. Ὅποιος δέν ἀπαρνηθῇ τόν ἑαυτό του, δέν μπορεῖ νά Μέ ἀκολουθήσῃ (Ματθ. ι΄ 38). Ἄν ἀκολουθήσῃς τόν δικό σου νοῦ καί ὄχι τόν νοῦ τοῦ Χριστοῦ, ἄν ἀκολουθήσῃς τό θέλημά σου καί ὄχι τό θέλημα τοῦ Χριστοῦ, ὅπως ἀναφέρεται στό ἅγιο Εὐαγγέλιο, ἡ ψυχή σου δέν εἶναι καθαρή, δέν εἶναι ἁγιασμένη, εἶναι χαμένη στήν ζούγκλα τῶν ψυχοφθόρων καί φρικτῶν πλανῶν. Διότι ἡ ἁμαρτία, τό κακό, κατόρθωσε νά χτίσῃ μέσα μας, δίπλα σέ ἐκείνη τήν θεοειδῆ ψυχή πού ἐλάβαμε ἀπό τόν Θεό, τήν δική της ψυχή.

Ἄν ἡ ἁμαρτία μᾶς γίνῃ ἕξις, δημιουργεῖ μέσα μας τήν δική της ψυχή. Ἄν πράττομε τήν ἁμαρτία, ἐκείνη σταδιακά μορφώνεται στήν ψυχή μας. Κοντά σέ ἐκείνη τήν θεοειδῆ ψυχή, τήν ὁποία ὁ Θεός σοῦ ἔδωσε, ἐσύ φέρνεις ἕναν ξένο, ὁ ὁποῖος σέ αἰχμαλωτίζει. Αὐτός διαφεντεύει, ἐνῶ ὅ,τι θεϊκό εἶναι μέσα σου εἶναι σάν κοιμισμένο, σάν μουδιασμένο. Τό ἀπέρριψες, καί ἐκεῖνο δέν ζῆ μέσα σου, πεθαίνει.

Ἡ ἁμαρτία δημιουργεῖ μέσα μας δικό της κόσμο, δημιουργεῖ μέσα μας δική της φιλοσοφία, δική της ἀντίληψι γιά τόν κόσμο. Ἡ ἁμαρτία ἐπιδιώκει νά καταλάβῃ τήν θέσι τοῦ Θεοῦ στήν ψυχή σου, τήν θέσι τοῦ Προσώπου τοῦ Θεοῦ. Αὐτό θέλει νά κάνῃ ἡ ἁμαρτία. Ἡ ἁμαρτία στήν πραγματικότητα θέλει νά στερήσῃ τόν ἄνθρωπο ἀπό ἐκεῖνες τίς θεϊκές ὡραιότητες πού ἔχει στήν ψυχή του. Ναί, αὐτός ὁ διάβολος ἀγωνίζεται διά μέσου τῆς ἁμαρτίας νά δημιουργήσῃ μέσα σου καί μέσα μου τήν δική του εἰκόνα. Διότι ἡ ἁμαρτία πάντοτε ὁμοιάζει στόν διάβολο. Πάντοτε, ὅταν τήν ἐναγκαλιζώμαστε, τυπώνει σιγά-σιγά στήν ψυχή μας τήν δική του σκοτισμένη μορφή.

Ἔτσι, μέ τήν ἁμαρτία, μέ τήν ἕξι στήν ἁμαρτία, μορφώνεται μέσα μας ἕνα ἄλλο ἐγώ, μία ἄλλη ψυχή, ἕνας ἄλλος ἑαυτός, ἐκεῖνος ὁ ἑαυτός, τόν ὁποῖο ζητεῖ ὁ Κύριος νά ἀπαρνηθοῦμε: «οὐ γάρ ὅ θέλω ποιῶ ἀγαθόν, ἀλλ’ ὅ οὐ θέλω κακόν τοῦτο πράσσω» (Ρωμ. ζ΄ 19). Τό κακό τό δημιουργήσαμε ἐμεῖς οἱ ἴδιοι, ἐνῶ τό καλό εἶναι ἀπό τόν Θεό, λέγει ὁ ἀπόστολος Παῦλος (Α΄ Τιμ. δ΄ 4). Ἐγώ θέλω νά ζῶ σωστά, ἀλλά τήν δύναμι νά τό κάνω δέν τήν ἔχω. Δέν βρίσκω τήν δύναμι γι’ αὐτό, δέν βρίσκω τήν δύναμι μέσα μου.

Νά, τό σημερινό Εὐαγγέλιο μᾶς ἀποκαλύπτει τόν τρόπο, γιά νά πραγματοποιήσουμε στήν ζωή μας τό καλό πού ἐπιθυμοῦμε. Αὐτός εἶναι ἡ ἀπάρνησι τοῦ ἑαυτοῦ σου, τῆς ἁμαρτίας σου, αὐτῆς τῆς ἁμαρτωλῆς ψυχῆς πού δημιουργήθηκε, χτίστηκε, μορφώθηκε μέσα σου. Συνέχεια

Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΟΥ ΚΑΘΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

      Ἁγίου Ἰγνατίου Μπριαντσιανίνωφ

Ὁ Κύριος εἶπε στούς μαθητές Του: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι» (Ματθ. ιστ’ 24). Τί σημαίνει «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου»; Καί γιατί αὐτός «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», δηλαδή ὁ ἰδιαίτερος σταυρός τοῦ καθενός μας, ὀνομάζεται συνάμα καί «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ»;

«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι οἱ θλίψεις καί τά βάσανα τῆς γήινης ζωῆς, πού γιά τόν καθένα μας εἶναι δικά του. «Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι ἡ νηστεία, ἡ ἀγρυπνία καί ἄλλα εὐλαβῆ κατορθώματα, μέ τά ὁποῖα ταπεινώνεται ἡ σάρκα καί ὑποτάσσεται στό πνεῦμα. Τά κατορθώματα αὐτά πρέπει νά εἶναι ἀνάλογα μέ τίς δυνάμεις τοῦ καθενός καί στόν κάθε ἄνθρωπο εἶναι δικά του.

«Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» εἶναι τά ἁμαρτωλά ἀσθενήματα, ἤ πάθη, πού – στόν κάθε ἄνθρωπο – εἶναι δικά του! Μέ ἄλλα ἀπ᾽ αὐτά τά πάθη γεννιόμαστε καί μ᾽ ἄλλα μολυνόμαστε στήν πορεία τοῦ γήινου βίου μας.

 «Ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ» εἶναι ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ. Μάταιος καί ἄκαρπος εἶναι «ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» – ὅσο βαρύς καί ἄν εἶναι – ἐάν δέν μεταμορφωθεῖ σέ «Σταυρό τοῦ Χριστοῦ» μέ τό ν᾽ ἀκολουθοῦμε τόν Χριστό.

 «Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου», γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ γίνεται «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ μαθητής τοῦ Χριστοῦ εἶναι στερρά πεπεισμένος, ὅτι πάνω ἀπ᾽ αὐτόν (τόν μαθητή) ἀγρυπνάει ἀκοίμητος ὁ Χριστός. Πιστεύει ὅτι ὁ Χριστός ἐπιτρέπει νά τοῦ ἔρθουν θλίψεις σάν μιά ἀναγκαία καί ἀναπόφευκτη προϋπόθεση τῆς Χριστιανικῆς πίστεως. Καμιά θλίψη δέν θά τόν πλησίαζε, ἄν δέν τό εἶχε ἐπιτρέψει ὁ Χριστός, καί ὅτι μέ τίς θλίψεις πού τοῦ συμβαίνουν, ὁ Χριστιανός γίνεται οἰκεῖος τοῦ Χριστοῦ καί καθίσταται κοινωνός τῆς μοίρας Του στή γῆ καί – γιά τόν λόγο αὐτό – καί στόν οὐρανό.

 «Ὁ σταυρός τοῦ κάθε ἀνθρώπου» γίνεται γιά τόν μαθητή τοῦ Χριστοῦ «Σταυρός τοῦ Χριστοῦ», γιατί ὁ ἀληθινός μαθητής Του σέβεται καί θεωρεῖ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ σάν τόν μόνο σκοπό τῆς ζωῆς του. Αὐτές οἱ πανίερες ἐντολές γίνονται γι᾽ αὐτόν σταυρός, πάνω στόν ὁποῖο συνεχῶς σταυρώνει τόν παλαιό του ἄνθρωπο «σύν τοῖς παθήμασι καί ταῖς ἐπιθυμίαις» του (Γαλ. ε’ 24). Συνέχεια

ΣΤΑΥΡΟΣ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΣΤΗ ΖΩΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΟΥ

Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Ρωμαῖος

img158Στόν σύγχρονο κόσμο ἡ ἐλευθερία δέν εἶναι μόνο ἀναζήτηση καί ἐπιδίωξη. Εἶναι κοινωνικοπολιτικό σύνθημα. Γίνεται ἀντικείμενο φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ. Προβάλλει σάν ὑπαρξιακή ἀνάγκη. Χαρακτηρίζει ὁρισμένα οἰκονομικά συστήματα. Γιά πολλούς εἶναι χαμένος θησαυρός. Γιά ἄλλους ἀνεπίτρεπτη οὐτοπία.

Μερικοί τή νομίζουν σάν τό ὕψιστο ἀγαθό καί ἄλλοι τή λατρεύουν σάν θεό ἤ σάν ἡμίθεο. Ἡ ἐλευθερία τροφοδοτεῖ τίς ἐπαναστάσεις καί τρέφεται ἀπ᾽ αὐτές. Γιά μᾶς τούς Ἕλληνες εἶναι ταυτισμένη μέ τήν ὑπόσταση τῆς πατρίδας μας. Ἄνετα τήν πληρώνουμε μέ τήν αὐτοθυσία μας καί συχνά τή μονοπωλοῦμε στήν πολιτικολογία.

Γιά τούς Χριστιανούς ἡ ἐλευθερία εἶναι κλήση καί προορισμός. Ἕνα ξέχωρο δῶρο τοῦ Θεοῦ σέ κάθε πιστό. Ὑπαρξιακή καρποφορία σέ ὅσους ἔχουν ἐγκεντρισθῆ στήν καλλιέλαιο. Στή θεολογία τοῦ Παύλου ἡ ἐλευθερία παρουσιάζεται μέ θεμελιακή σημασία καί οἱ διαστάσεις της ξεκινοῦν ἀπό τήν ἁπλή καθημερινότητα καί φθάνουν στήν ἐσχατολογική προβολή τῆς «καινῆς κτίσης» καί τοῦ «νέου Ἀδάμ».

 Ὅποιο νόημα καί ἄν δώσουμε στήν ἐλευθερία δέν μποροῦμε νά ἀρνηθοῦμε τό ἰδίωμά της νά ἠλεκτρίζει τά «φιλελεύθερα» πνεύματα. Εἶναι ἰδιαίτερα προσφιλής στούς καταδυναστευομένους καί καταπιεσμένους. Ὄνειρο τῶν σκλάβων καί παρηγοριά τῶν φτωχῶν. Ἔρωτας τῶν μεγάλων ἐθνικῶν ἡρώων καί πολεμική τους ἰαχή. Ἀκόμη ἀποτελεῖ ἀπαραίτητη πρϋπόθεση γιά τήν ὀρθή ἠθική ἀποτίμηση τῶν πράξεων καί τῶν ἐνεργημάτων τοῦ ἀνθρώπου, στή σκέψη τῶν ἀσκητῶν καί τῶν ἐκκλησιαστικῶν συγγραφέων. Ὑπάρχει ὅμως  καί μιά ἄλλη, βασικά ἀντίθετη πραγματικότητα.

Εἶναι αὐτή πού, ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ, ἀποτελεῖ «σκάνδαλο» γιά τούς Ἰουδαίους καί «μωρία» γιά τούς Ἕλληνες. Παράλληλα καί ἀντίθετα πρός τό «ἐπ᾽ ἐλευθερίᾳ ἐκλήθητε, ἀδελφοί» (Γαλ. ε´, 13), τοῦ Ἀποστολικοῦ καλάμου, ὑπάρχει ἡ αὐθεντική σάλπιγγα τοῦ Κυρίου πού μᾶς καλεῖ μέ τά γνωστά συγκλονιστικά λόγια, «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν καί ἀράτω τόν σταυρόν αὐτοῦ καί ἀκολουθείτω μοι» (Μαρκ. η´, 34).

Ἀπό τή μιά μεριά ἔχουμε τήν προτροπή, «τῇ ἐλευθερίᾳ οὖν ᾗ Χριστός ἡμᾶς ἐλευθέρωσε στήκετε, καί μή πάλιν ζυγῷ δουλείας ἐνέχεσθε» (Γαλ. ε´, 1)· καί ἀπό τήν ἄλλη καλούμαστε στή ζωή τῆς «ἐν Χριστῷ» δουλείας. Καλούμαστε νά στέρξουμε τήν ὑπαρξιακή μας ἐξόντωση χάριν τοῦ Χριστοῦ καί τοῦ Εὐαγγελίου Του, ὡς τήν μοναδική προϋπόθεση τῆς σωτηρίας μας. Μέ ἁπλά λόγια καί ἡ ἐλευθερία μας καί ἡ σταύρωσή μας —ἡ «ἐν Χριστῷ» δουλεία μας— θεωροῦνται ἀπαραίτητες καί ἀποκλειστικές προϋποθέσεις τῆς σωτηρίας μας, μέ τήν ἴδια σημασία καί σπουδαιότητα.

 Πῶς εἶναι δυνατόν νά ἐξηγηθεῖ αὐτή ἡ φαινομενική ἀντίθεση; Ξεκινοῦμε ἀπό τήν ἀνάγκη νά προσδιορισθοῦν οἱ ὅροι ἐλευθερία-δουλεία καί Σταυρός-Σταύρωση. Πρέπει νά προσδιορίσουμε τουλάχιστον, πῶς ἐννοοῦμε τούς ὅρους αὐτούς.

 Ἐλευθερία εἶναι ἡ ἐξασφάληση ὅλων τῶν ὅρων καί τῶν ἐσωτερικῶν καί ἐξωτερικῶν προϋποθέσεων γιά μιά ἀπρόσκοπτη καί ὁλοκληρωμένη ἀνάπτυξη τῆς ἐντελέχειας —τοῦ σπερματικοῦ ὑπαρξιακοῦ δυναμισμοῦ— πού ἔχει μέσα του κάθε ἔμβιο δημιούργημα. Δουλεία εἶναι ἡ μερική ἤ καθολική ὑποτέλεια κάποιου δημιουργήματος σέ ἕνα ἄλλο μέ καταφανή περιορισμό τῆς ἐντελέχειάς του καί μάλιστα στό θέμα τοῦ αὐτοορισμοῦ καί τῆς αὐτοδιαθέσεως. Συνέχεια