Ἀντίφωνα τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Πέμπτης
Ἀντίφωνον Θ΄
«Ἔστησαν τά τριάκοντα ἀργύρια τήν τιμήν τοῦ τετιμημένου, ὅν ἐτιμήσαντο ἀπό υἱῶν Ἰσραήλ. Γρηγορεῖτε καί προσεύχεσθε, ἵνα μή εἰσέλθητε εἰς πειρασμόν· τό μέν πνεῦμα πρόθυμον, ἡ δέ σάρξ ἀσθενής· διά τοῦτο γρηγορεῖτε!»
Τοποθέτησαν τά τριάκοντα ἀργύρια σάν ἀντίτιμο τοῦ ἀνεκτίμητου (Κυρίου), τοῦ ὁποίου τήν τιμή καθώρισαν οἱ ἀπόγονοι τοῦ Ἰσραήλ. Ἐσεῖς νά μένετε ἄγρυπνοι καί νά προσεύχεσθε, γιά νά μήν μπεῖτε σέ πειρασμό· διότι ἡ μέν ψυχή εἶναι πρόθυμη, ἡ σάρκα ὅμως εἶναι ἀδύνατη καί εὔκολα μπορεῖ νά ὑποκύψει. Γιά τοῦτο νά ἐπαγρυπνεῖτε.
Τό ἀντίφωνο ἐπανέρχεται στήν ἀνάγκη ἐπαγρυπνήσεως καί προσευχῆς. Εἶναι τά δύο μεγάλα ὅπλα, τά ὁποῖα καθορίζουν τή νίκη τοῦ πνευματικοῦ ἀγώνα κατά τοῦ διαβόλου καί τῶν σκοτεινῶν δυνάμεων τῆς ἁμαρτίας. Εἶναι ὅμως καί δυνάμεις στηρίξεως τοῦ συνεκτικοῦ ἱστοῦ τῆς πνευματικῆς ὑπάρξεως, ρυθμιστικές τῆς διαπάλης ὅπου ὑπάρχει, μεταξύ σώματος καί ψυχῆς. Καί ἡ μέν ψυχή ἀγαπᾶ τά θεῖα καί τά ἐπουράνια καί εἶναι πρόθυμη νά παλέψει γιά τή σωτηρία της. Ἡ σάρκα ὅμως, δηλαδή ἡ ὑλική φύση, εἶναι ἀσθενής, εὐκόλως ὑποκύπτουσα στά πάθη καί τήν ἁμαρτία. Γιά τοῦτο οἱ πιστοί πρέπει νά εἶναι συνεχῶς ἄγρυπνοι, νά ἀντικρούουν τίς ἐπιθέσεις τοῦ ἐχθροῦ καί νά προσεύχονται στό Θεό νά τούς ἐνδυναμώνει στόν πνευματικό ἀγώνα τους. Ἡ ἀγρυπνία καί ἡ προσευχή βρίσκονται στήν καρδιά τῆς ὀρθόδοξης ἀσκητικῆς. Χωρίς αὐτές κανένας πνευματικός ἀγώνας δέν κερδίζεται.
«Ἔδωκαν εἰς τό βρῶμά μου χολήν καί εἰς τήν δίψαν μου ἐπότισάν με ὄξος· σύ δέ, Κύριε, ἀνάστησόν με, καί ἀνταποδώσω αὐτοῖς».
Μοῦ ἔδωσαν (λέγει ὁ Χριστός) ἀντί φαγητοῦ χολή καί, ὅταν διψοῦσα, μέ πότισαν ξύδι· σύ δέ, Κύριε, ἀνάστησέ με (ἀπό τόν τάφο) καί θ᾽ ἀνταποδώσω σ᾽ αὐτούς (σύμφωνα μέ τά ἀπάνθρωπα ἔργα τους).
Ἡ κακουργία τῶν σταυρωτῶν ἦταν εἰδεχθής καί ἀποτρόπαιος. Στό στόμα, πού γέμισε τήν Παλαιστίνη μέ τή θεσπέσια διδασκαλία του, στό μεγάλο θαυματοποιό, πού γέμισε στήν ἔρημο τά πεινασμένα στομάχια χιλιάδων λαοῦ, ὅταν πείνασε τοῦ ἔδωσαν ἀντί φαγητοῦ χολή· καί ὅταν δίψασε, τοῦ ἔδωσαν νά πιεῖ ξύδι. Σύ Κύριε ὅμως, λέγει ὁ Χριστός στόν οὐράνιο Πατέρα του, μέ κάποιον τόνο «ἐκδικητικότητας», ἀνάστησέ με ἀπό τόν τάφο καί, σάν δίκαιος κριτής, θά ἀνταποδώσω σ᾽ αὐτούς σύμφωνα μέ τά ἄνομα ἔργα τους. Ἡ δίκαιη τιμωρία εἶναι πάντοτε ἡ κατάληξη τῆς παρανομίας. Συνέχεια
ΤΟ ΠΟΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ἁγίου Ἰγνατίου Brianchaninov
Δύο ἀγαπημένοι μαθητές ζήτησαν ἀπό τόν Κύριο θρόνους δόξης
– Αὐτός τούς ἔδωσε τό Ποτήριό Του (Μτ. κ΄, 23).
Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι οἱ ὀδύνες.
Σέ ὅσους τό πίνουν ἐδῶ στή γῆ, τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ ὑπόσχεται μετοχή στή Βασιλεία τῆς χάρης τοῦ Χριστοῦ· προετοιμάζει γι’ αὐτούς τίς καθέδρες τῆς ἐπουράνιας αἰώνιας δόξης.
Στεκόμαστε σιωπηλοί μπροστά στό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ , δέν μπορεῖ κανείς οὔτε νά παραπονεθεῖ γι’ αὐτό, οὔτε νά τό ἀπορρίψει· γιατί Αὐτός πού μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά τό γευτοῦμε, πρῶτος ὁ Ἴδιος τό ἤπιε.
Ὦ, δέντρο τῆς γνώσης τοῦ καλοῦ καί τοῦ κακοῦ ! Σκότωσες τούς προγόνους μας στόν Παράδεισο, τούς ἐξαπάτησες μέ τήν πλάνη τῆς σαρκικῆς ἀπόλαυσης καί τήν πλάνη τῆς λογικῆς.
Ὁ Χριστός, ὁ Λυτρωτής τῶν πεπτωκότων, ἔφερε τό Ποτήριο τῆς σωτηρίας σ’ αὐτόν τόν κόσμο, στούς πεπτωκότες καί ἐξόριστους ἀπό τόν Παράδεισο. Ἡ πίκρα αὐτοῦ τοῦ Ποτηρίου καθαρίζει τήν καρδιά ἀπό τήν ἀπαγορευμένη, καταστροφική καί ἁμαρτωλή ἀπόλαυση · μέσω τῆς ταπείνωσης πού ρέει ἀπ’ αὐτό μέ ἀφθονία, νεκρώνεται ἡ ἔπαρση ἀπό τή γνώση σέ σαρκικό ἐπίπεδο. Γι’ αὐτόν πού πίνει ἀπό τό Ποτήριο μέ πίστη καί ὑπομονή, ἡ αἰώνιος ζωή, πού ἔχασε δοκιμάζοντας τόν ἀπαγορευμένο καρπό, ἐπανακτᾶται.
«Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι»(Ψ. 115, 4)
Ὁ χριστιανός ἀποδέχεται τό Ποτήριο ὅταν ὑπομένει τίς ἐπίγειες δοκιμασίες μέ πνεῦμα ταπείνωσης, ὅπως διδάσκεται ἀπό τό Εὐαγγέλιο.
Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἔβγαλε τό μαχαίρι του γιά νά ὐπερασπιστεῖ τόν Θεάνθρωπο, πού ἦταν περικυκλωμένος ἀπό τόν ὄχλο· ἀλλά ὁ πρᾶος Ἰησοῦς εἶπε στόν Πέτρο: «βάλε τήν μάχαιραν εἰς τήν θήκην· τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μή πίω αὐτό;» (Ἰω. ιη΄ 11)
Ἔτσι κι ἐσύ, ὅταν σέ περικυκλώνουν συμφορές, θά πρέπει νά παρακαλεῖς καί νά ἐνισχύεις τήν ψυχή σου λέγοντας : «Τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μή πίω αὐτό ; »
Οἱ Φαρισαῖοι σκέπτονται μοχθηρά, ὁ ‘Ιούδας προδίδει, ὁ Πιλᾶτος διατάσσει τήν παράνομη θανάτωση, οἱ στρατιῶτες τῆς ἐξουσίας ἐκτελοῦν τήν ἐντολή του. Μέσω τῶν ἄνομων πράξεών τους ὅλοι αὐτοί ἑτοίμασαν τή δική τους ἀληθινή καταδίκη. Μήν ἑτοιμάζεις γιά τον ἑαυτό σου τήν ἴδια καταδίκη, ὄντας μνησίκακος, ζητώντας καί σχεδιάζοντας ἐκδίκηση, ἀγανακτώντας μέ τούς ἐχθρούς Του.
Ὁ ἐπουράνιος Πατήρ εἶναι παντοδύναμος καί παντογνώστης: βλέπει τήν ὀδύνη σου καί ἄν τό ἔβρισκε ἀπαραίτητο καί συμφέρον νά ἀποσύρει τό Ποτήριο ἀπό σένα, σίγουρα θά τό ἔκανε.
Ὁ Κύριος – ὅπως οἱ Γραφές καί ἡ ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας μαρτυροῦν –συχνά ἐπέτρεψε θλίψεις στούς ἀγαπημένους Του καί συχνά ἀπέτρεψε θλίψεις ἀπό αὐτούς, σύμφωνα μέ τούς ἀκατάληπτους δρόμους τῆς Θείας Προνοίας.
Ὅταν ἔρχεσαι ἀντιμέτωπος μέ τό Ποτήριο, ἀπόστρεψε τό βλέμμα σου ἀπό τούς ἀνθρώπους πού σοῦ τό δίνουν·σήκωσε τά ματια σου στόν Οὐρανό καί πές : «Τό Ποτήριον ὅ δέδωκέ μοι ὁ Πατήρ, οὐ μη πίω αὐτό;»
«Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι». Δέν μπορῶ νά ἀρνηθῶ τό Ποτήριο, τήν ὑπόσχεση τοῦ ἐπουρανίου καί αἰωνίου ἀγαθοῦ. Ὁ ἀπόστολος τοῦ Χριστοῦ μοῦ διδάσκει τήν ὑπομονή ὅταν λέει : «… διά πολλῶν θλίψεων δεῖ ἡμᾶς εἰσελθεῖν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Πρ. ιδ΄ 22). Πῶς μπορεῖ κανείς νά ἀρνηθεῖ τό Ποτήριο πού εἶναι ὁ τρόπος νά κερδίσεις τήν Βασιλεία καί νά αὐξηθεῖς μέσα σ’ αὐτήν; Ποτήριον σωτηρίου λήψομαι – τή δωρεά τοῦ Θεοῦ.
Τό Ποτήριο τοῦ Χριστοῦ εἶναι τό δῶρο τοῦ Θεοῦ. Ὁ μέγας Παῦλος γράφει πρός τούς Φιλιππησίους, «ὅτι ἡμῖν ἐχαρίσθη τό ὑπέρ Χριστοῦ, οὐ μόνο τό εἰς αὐτόν πιστεύειν, ἀλλά καί τό ὑπέρ αὐτοῦ πάσχειν» (Φιλ. α’, 29).
Λαμβάνεις τό Ποτήριο τό ὁποῖο φαινομενικά προέρχεται ἀπό ἀνθρώπινα χέρια. Τί σέ νοιάζει ἐσένα ἄν αὐτός πού σοῦ τό δίνει ἐνεργεῖ δίκαια ἤ ἄδικα ; Ὡς ἀκόλουθος τοῦ Ἰησοῦ, ἡ ἔγνοια σου εἶναι νά φέρεσαι ἐνάρετα· νά λάβεις τό Ποτήριο μέ εὐγνωμοσύνη πρός τό Θεό καί μέ ζωντανή πίστη καί γενναῖα νά τό πιεῖς ὡς τόν πάτο. Συνέχεια
ΜΕΓΑΛΗ ΤΕΤΑΡΤΗ-Κοντάκιο-Στιχηρά Αἴνων
«Ὑπέρ τήν πόρνην, ἀγαθέ, ἀνομήσας, δακρύων ὄμβρους οὐδαμῶς σοι προσῆξα· ἀλλά σιγῇ δεόμενος προσπίπτω σοι, πόθῳ ἀσπαζόμενος τούς ἀρχάντους σου πόδας, ὅπως μοι τήν ἄφεσιν, ὡς Δεσπότης, παράσχῃς τῶν ὀφλημάτων κράζοντι, Σωτήρ· Ἐκ τοῦ βορβόρου τῶν ἔργων μου ῥῦσαί με».
Ἀγαθέ Κύριε, ἄν καί ἁμάρτησα πιό πολύ ἀπό τήν πόρνη ὅμως δέ σοῦ πρόσφερα (ὅπως ἐκείνη) βροχή δακρύων μετανοίας ἀλλά πέφτω στά πόδια σου, σιωπηλά δεόμενος καί ἀσπαζόμενος τά ὁλοκάθαρα πόδια σου, νά μοῦ χορηγήσεις συγχώρηση τῶν πταισμάτων μου, κράζοντας Σωτήρα μου: Λύτρωσέ με ἀπό τόν ἠθικό βόρβορο τῶν ἁμαρτημάτων μου καί σῶσε με.
Ὁ πιστός στό Κοντάκιο παραβάλλει τόν ἑαυτό του πρός τήν πόρνη γυναίκα, πού ἄλειψε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ μέ μύρο. Ἡ γυναίκα πληγωμένη ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ, στρέφεται μετανιωμένη στόν Κύριο καί ἐκφράζει τή μεγάλη ἀγάπη, πού ἄρχισε νά φεγγίζει στή σκοτισμένη της ψυχή, μέ τρόπο ἄκρως συγκινητικό· μύρισε τά πόδια τοῦ Χριστοῦ, ἐκδήλωση τῆς μεγάλης τρυφερότητας πού ἔτρεφε στό Σωτήρα της, κλαίοντας συγχρόνως καί βρέχοντας μέ τά δάκρυά της τά ἄχραντα πόδια του. Ἐνῶ αὐτός (ὁ πιστός) ἄν καί πολύ ἁμαρτωλότερος, οὔτε ἕνα δάκρυ δέν ἔχυσε, ἐκφραστικό τῆς μετάνοιας τῆς καρδιᾶς του. Εἶναι λιγοστός μπροστά στό πλάσμα ἐκεῖνο, πού τράπηκε ξαφνικά στήν ἀγάπηση Ἐκείνου!
Τό μόνο πού μπορεῖ νά κάνει εἶναι νά σωπαίνει καί νά προσεύχεται. Στή σιγή τῆς ψυχῆς του νά νιώθει τόν ἄπειρο Θεό του. Τί χρειάζονται τάχα τά λόγια στό ἀχανές μυστήριο τῆς θείας ἀπειρίας, πού ὅλα τά περιλαμβάνει καί ὅλα τά γνωρίζει; Ὡς ἄνθρωπος ὅμως δέν μπορεῖ παρά νά ἐκφράζεται. Δέν ἔχει ἄλλη δυνατότητα. Στή βασιλεία τοῦ Θεοῦ μόνο δέ θά ὑπάρξει ἀνάγκη προσευχῆς. Οἱ Ἄγγελοι καί οἱ μάκαρες δέν προσεύχονται στό Θεό. Τόν ζοῦν καί τόν δοξάζουν. Ἡ προσευχή εἶναι ἀναφορά, πού προϋποθέτει ἀπόσταση. Εἶναι σχῆμα τοῦ κόσμου καί τῆς γῆς. Ὁ οὐρανός εἶναι βίωση, ἕνωση, ἀνάχυση πνευματική, ἄυλη ἀμεσότητα. Ἐκεῖ δέν προσευχόμαστε, ἀγαπᾶμε.
Ὁ πιστός, λοιπόν, πέφτει νοερά στά ἄχραντα πόδια τοῦ Κυρίου καί τά ἀσπάζεται μέ πόθο, ζητῶντας ἄφεση τῶν ἁμαρτιῶν του καί κράζοντας: Ἀπό τό βόρβορο τῶν ἔργων μου λύτρωσέ με, Κύριε. Συνέχεια
Ὁ θάνατος σὰν νίκη
π. Κάλλιστος Ware, Ἐπίσκοπος Διοκλείας
«…Ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ ὑπέφερε «ἕως θανάτου», ὄχι γιὰ ν’ ἀπαλλαγοῦμε ἐμεῖς ἀπ’ τὴν ὀδύνη, ἀλλὰ γιὰ νὰ εἶναι ἡ ὀδύνη μας σὰν τὴ δική του. Ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς προσφέρει ἕνα δρόμο ποὺ παρακάμπτει τὴν ὀδύνη, ἀλλὰ ἕνα δρόμο μέσα ἀπ’ αὐτήν· ὄχι ὑποκατάσταση, ἀλλὰ λυτρωτικὴ συμπόρευση…».
Η ΣΤΑΥΡΩΣΗ ΝΙΚΑ ΤΟΝ ΘΑΝΑΤΟ
Ὁ θάνατος τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸ Σταυρὸ δὲν εἶναι μία ἀποτυχία ποὺ ἀποκαταστάθηκε κάπως μετὰ τὴν Ἀνάστασή του. Ὁ ἴδιος ὁ θάνατος πάνω στὸ Σταυρὸ εἶναι μία νίκη. Νίκη τίνος πράγματος; Μόνο μία ἀπάντηση μπορεῖ νὰ ὑπάρξει: Ἡ νίκη τῆς ὀδυνώμενης ἀγάπης. «Κραταιὰ ὡς θάνατος ἀγάπη…ὕδωρ πολὺ οὐ δυνήσεται σβέσαι τὴν ἀγάπην» (Ἆσμα Ἀσμ. 8, 6-7). Ὁ Σταυρὸς μᾶς δείχνει μίαν ἀγάπη ποὺ εἶναι δυνατὴ σὰν τὸ θάνατο, μίαν ἀγάπη ἀκόμη πιὸ δυνατή.
Ὁ ἅγ. Ἰωάννης κάνει τὴν εἰσαγωγὴ τῆς διήγησής του γιὰ τὸ Μυστικὸ Δεῖπνο καὶ τὸ Πάθος μ’ αὐτὰ τὰ λόγια: «…ἀγαπήσας τοὺς ἰδίους τούς ἐν τῷ κόσμω, εἰς τέλος ἠγάπησεν αὐτοὺς» (Ἰω. 13, 1). Τὸ ἑλληνικὸ κείμενο λέει εἰς τέλος, ποὺ σημαίνει «ὡς τὸ τέλος», «ὡς τὸ ἔσχατο σημεῖο». Κι αὐτὴ ἡ λέξη τέλος ἐπαναλαμβάνεται ἀργότερα στὴν τελευταία κραυγὴ τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸ Σταυρό: «Τετέλεσται» (Ἰω. 19, 30). Αὐτὸ πρέπει νὰ ἐννοηθεῖ ὄχι σὰν κραυγὴ αὐτοεγκατάλειψης ἢ ἀπόγνωσης, ἀλλὰ σὰν κραυγὴ νίκης: Τελείωσε, κατορθώθηκε, ἐκπληρώθηκε!
Τί ἐκπληρώθηκε; Ἀπαντᾶμε: Τὸ ἔργο τῆς ὀδυνώμενης ἀγάπης, ἡ νίκη τῆς ἀγάπης πάνω στὸ μίσος. Ὁ Ἰησοῦς, ὁ Θεός μας, ἀγάπησε τοὺς δικούς του ὡς τὸ ἔσχατο σημεῖο. Ἀπὸ ἀγάπη δημιούργησε τὸν κόσμο, ἀπὸ ἀγάπη γεννήθηκε σὰν ἄνθρωπος μέσα σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο, ἀπὸ ἀγάπη πῆρε πάνω του τὴ διασπασμένη ἀνθρώπινη φύση μας καὶ τὴν ἔκανε δική του.
Ἀπὸ ἀγάπη ταυτίστηκε μ’ ὅλη μας τὴν ἀπελπισία. Ἀπὸ ἀγάπη πρόσφερε τὸν ἑαυτὸ του θυσία, διαλέγοντας στὴ Γεθσημανῆ νὰ πάει ἑκούσια πρὸς τὸ Πάθος του: «…τήν ψυχήν μου τίθημι ὑπὲρ τῶν προβάτων… οὐδεὶς αἴρει αὐτὴν ἀπ’ ἐμοῦ, ἀλλ’ ἐγὼ τίθημι αὐτὴν ἀπ’ ἐμαυτοῦ» (Ἰω. 10: 15, 18).
Ἦταν θεληματικὴ ἀγάπη κι ὄχι καταναγκασμὸς αὐτὸ ποὺ ἔφερε τὸν Ἰησοῦ στὸ θάνατό του. Στὴν ἀγωνία του μέσα στὸν κῆπο καὶ στὴ Σταύρωσή του οἱ σκοτεινὲς δυνάμεις τοῦ ἐπιτίθενται μ’ ὅλη τους τὴν ὁρμή, ἀλλὰ δὲν μποροῦν ν’ ἀλλάξουν τὴ συμπόνια του σὲ μίσος· δὲν μποροῦν νὰ ἐμποδίσουν τὴν ἀγάπη του νὰ συνεχίσει νὰ εἶναι ἡ ἴδια. Ἡ ἀγάπη του δοκιμάζεται ὡς τὸ ἔσχατο σημεῖο, ἀλλὰ δὲν καταπνίγεται. «Τὸ φῶς ἐν τῇ σκοτία φαίνει, καὶ ἡ σκοτία αὐτὸ οὐ κατέλαβεν» (Ἰω. 1, 5. Στὴ νίκη τοῦ Χριστοῦ πάνω στὸ Σταυρὸ θὰ μπορούσαμε νὰ ἐφαρμόσουμε τὰ λόγια ποὺ εἰπώθηκαν ἀπὸ κάποιο Ρῶσο ἱερέα, ὅταν ἀπελευθερώθηκε ἀπὸ τὸ στρατόπεδο συγκεντρώσεως: «Ὁ πόνος ἔχει καταστρέψει τὰ πάντα. Ἕνα μόνο πράγμα ἔχει μείνει σταθερό, ἡ ἀγάπη» . Συνέχεια
ΤΟ ΜΥΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΘΕΟΛΟΓΙΑ
π. Βασίλειος Ἰ. Καλλιακμάνης
1. Ἡ ἔλευση τοῦ θανάτου στόν κόσμο
Σύμφωνα μέ τή διδασκαλία τῆς Ἁγίας Γραφῆς καί τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας ὁ θάνατος δέν προέρχεται ἀπό τήν ἀγαθή θεία βούληση. «Ὁ Θεός θάνατον οὐκ ἐποίησεν οὐδέ τέρπεται ἐπ᾿ ἀπωλείᾳ ζώντων»[1] ἀναφέρει τό βιβλικό λόγιο.
Ὁ Θεός ἔπλασε τόν ἄνθρωπο δεκτικό τῆς θνητότητας καί τῆς ἀθανασίας γράφει ὁ Καθηγητής Γ. Μαντζαρίδης στηριζόμενος στήν πατερική παράδοση. Τόν τοποθέτησε στό μεθόριο τῆς θνητῆς καί τῆς ἀθάνατης φύσης ʺδεκτικόν ἀμφοτέρωνʺ. Ἀκόμα καί ἡ ψυχή τοῦ ἀνθρώπου δέν ἔχει φυσική ἀλλά κατά χάριν καί μετοχήν ἀθανασία. Δέν εἶναι δηλαδή ἀφ’ ἑαυτῆς ἀθάνατη, ἀλλά κτίσθηκε νά γίνει ἀθάνατη. Μόνο ὁ Θεός εἶναι ἀπό τή φύση του ἀθάνατος, ὡς αὐτοζωή καί πηγή τῆς ζωῆς. Ἡ φυσική ζωή, στήν ὁποία μετέχει ὁ ἄνθρωπος, εἶναι ἀποτέλεσμα τῆς δημιουργικῆς ἐνέργειας τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἔνθεη ὅμως ζωή εἶναι μετοχή στή θεοποιό ἐνέργειά του. Ἡ τελείωση στή ζωή αὐτήν, πού θά πραγματοποιοῦνταν μέ τήν τήρηση τῆς θείας ἐντολῆς, δηλαδή μέ τή διατήρηση τῆς μετοχῆς του στή θεία ἐνέργεια, ματαιώθηκε μέ τήν παρακοή[2].
Ἡ αἰτία τῆς ἔλευσης τοῦ θανάτου στόν κόσμο βρίσκεται στόν ἄνθρωπο καί εἰδικότερα στήν κακή χρήση τοῦ αὐτεξουσίου του. «Δι’ ἑνός ἀνθρώπου ἡ ἁμαρτία εἰς τόν κόσμον εἰσῆλθε καί διά τῆς ἁμαρτίας ὁ θάνατος, καί οὕτως εἰς πάντας ἀνθρώπους ὁ θάνατος διῆλθεν»[3]. Ὁ Θεός δέν δημιούργησε ἐξαρχῆς τό θάνατο, ἐμπόδισε μάλιστα καί τή γένεσή του, χωρίς ὡστόσο νά παραβιάζει τήν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου.
Μέ ποιόν ὅμως τρόπο ὁ Θεός ἐμπόδισε τήν ἔλευση τοῦ θανάτου; Στό ἐρώτημα αὐτό δίνει ἀπάντηση ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς λέγοντας ὅτι, ὁ Θεός φανέρωσε πρίν τήν πτώση τό θέλημά του, πού ὁδηγοῦσε στήν ἀθανασία. Καί προεῖπε φανερά καί ἀπείλησε ὅτι ἡ ἀθέτηση τῆς ζωοποιοῦ θείας ἐντολῆς θά ἦταν θάνατος. Τρεῖς δρόμους θά μποροῦσαν νά ἀκολουθήσουν οἱ πρωτόπλαστοι γιά νά ἀποφύγουν τό θάνατο. Τόν πόθο κοινωνίας μέ τόν Θεό, πού ὁδηγοῦσε στό δεύτερο δρόμο, τήν ἀληθινή θεογνωσία, ἤ ἀκόμη καί τόν δρόμο πού ἐμπνέει ὁ θεῖος φόβος,[4] γιά τήν ἀπώλεια τῶν θείων χαρισμάτων. Συνέχεια
Τά Καθίσματα τοῦ Ὄρθρου τῆς Μεγάλης Τετάρτης
«Ὁ λίμνας καί πηγάς καί θαλάσσας ποιήσας, ταπείνωσιν ἡμᾶς ἐκπαιδεύων ἀρίστην, λεντίῳ ζωννύμενος ὑπερβολῇ εὐσπλαγχνίας καί ὑψῶν ἡμᾶς ἀπό βαράθρων κακίας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος».
Αὐτός πού δημιούργησε τίς λίμνες, τίς πηγές καί τίς θάλασσες, θέλοντας νά μᾶς διδάξει τήν τέλεια ταπείνωση, ἀφοῦ ζώστηκε τό λέντιο (ποδιά), ἔνιψε τά πόδια τῶν μαθητῶν, ταπεινούμενος ἀπό ὑπερβολική εὐσπλαχνία, καί ἀνυψώνοντας ἐμᾶς ἀπό τά βάραθρα τῆς κακίας, ὁ μόνος φιλάνθρωπος.
Ἡ ταπείνωση εἶναι θεϊκή ἀρετή· γι᾽ αὐτό κι ὁ Θεός ἀγαπᾶ καί μακαρίζει τούς ταπεινούς. Ἀντίθετα ἡ ὑπερηφάνεια εἶναι κακία σατανική, τήν ὁποία ἀποστρέφεται ὁ Κύριος, ὁ ὁποῖος «ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δέ δίδωσι χάριν». Βεβαίως ἡ ταπείνωση ἔχει τήν ἀξία της μόνο στό πλέγμα τῆς ἁμαρτωλότητας τῶν ἀνθρώπων. Ἄν δέν ὑπῆρχε ἡ ἁμαρτία, ἡ ταπείνωση δέ θά εἶχε νόημα. Εἶναι φαινόμενο μεταπτωτικό, πού πλήττει θανάσιμα τήν ἁμαρτία.
Ἡ ταπείνωση ξεκίνησε ἀπό τήν οἰκονομική Τριάδα. Ὅταν τό πλάσμα ἁμάρτησε, ὁ Θεός, ὡς εὔσπλαχνος Πατέρας, θέλησε νά τό σώσει. Ὄχι βέβαια μέ μιά τελεσίδικη ἀπόφασή του, γιατί αὐτό θά ἦταν ἀνάρμοστο στή δικαιοσύνη, τό ἦθος καί τήν ἀρετή τοῦ Θεοῦ, καί θά συνέτριβε παράλληλα καί τήν οὐσία τῆς προσωπικότητας τοῦ ἀνθρώπου, ὡς λογικοῦ καί ἐλεύθερου δημιουργήματος. Ἔπρεπε ὁ ἴδιος νά συναντήσει στή γῆ τόν παραπλανηθέντα ἄνθρωπο καί νά τόν ἐλευθερώσει πραγματικά ἀπό τή δύναμη τῆς ἁμαρτίας.
Αὐτό ἔκανε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ καί τή διαδικασία αὐτή ἀποκαλοῦμε «κένωση» τοῦ Λόγου. Μέ αὐτή ὁ Λόγος ταπεινώθηκε. Ἄφησε τήν ἐνδοτριαδική δόξα του (χωρίς νά τή χάσει φυσικά) καί μπῆκε σέ μιά νέα κατάσταση ζωῆς, τήν ὁποία χαρακτήριζαν ἡ φτώχεια καί ἡ ταπείνωση, ὁ πόνος καί ἡ ὀδύνη, καί ἡ ὁποία ἀποκορυφώθηκε στόν ἄδοξο θάνατο ἐπί σταυροῦ.
Ἡ ἐπίγεια ζωή τοῦ θεανθρώπου ἦταν ἡ ζωή ἑνός ταπεινωμένου ἀνθρώπου. Ἀπέφευγε τίς ἐπιδείξεις καί τήν ἀποδοχή τῶν ἀνθρώπων, δέν εἶχε δικό του σπίτι νά μείνει, ἔζησε σάν ἕνας φτωχός μαραγκός καί συναναστρεφόταν μέ τούς φτωχούς ἀνθρώπους, τούς ταπεινούς, τούς ἀνθρώπους τοῦ πόνου καί τῆς δυστυχίας. Θέλοντας δέ νά δείξει τή μεγάλη ἀξία τῆς ταπεινοφροσύνης, λίγο πρό τοῦ πάθους του ἔνιψε τούς πόδας τῶν μαθητῶν του.
Τό τροπάριο μᾶς τονίζει μέ λιτό καί μεγαλόπρεπο λόγο, ὅτι ὁ Κύριος, ὁ ποιητής τῶν θαλάσσιων συστημάτων, ὁ παντοδύναμος Θεός, θέλοντας νά μᾶς δείξει ὅτι ἡ ταπείνωση εἶναι ὁ ἄριστος τρόπος νά πλησιάσει κανείς τό Θεό καί νά νικήσει τήν ἁμαρτία, ζώστηκε τό λέντιο καί ἔπλυνε τά πόδια τῶν μαθητῶν του, ταπεινούμενος ἀπό ὑπερβολική καλοσύνη καί θέλοντας νά μᾶς σηκώσει ἀπό τά βάραθρα τῆς κακίας καί νά μᾶς ἀνυψώσει στό φωτεινό ὕψος τοῦ οὐρανοῦ. Συνέχεια
Ἀντίφωνα Μ.Τετάρτης
(Ἰωάν.18, 1-28)
Ἀντίφωνον Δ’
«Σήμερον ὁ Ἰούδας καταλιμπάνει τόν Διδάσκαλον καί παραλαμβάνει τόν διάβολον· τυφλοῦται τῷ πάθει τῆς φιλαργυρίας, ἐκπίπτει τοῦ φωτός ὁ ἐσκοτισμένος∙ πῶς γάρ ἠδύνατο βλέπειν ὁ τόν φωστῆρα πωλήσας τριάκοντα ἀργυρίων; ἀλλ᾽ ἡμῖν ἀνέτειλεν ὁ παθών ὑπέρ τοῦ κόσμου∙ πρός ὅν βοήσωμεν∙ Ὁ παθών καί συμπαθῶν ἀνθρώποις, δόξα σοι».
Σήμερα ὁ Ἰούδας ἐγκαταλείπει τό Διδάσκαλο καί παίρνει σάν φίλο τό διάβολο· τυφλώνεται (ἡ ψυχή του) ἀπό τό πάθος τῆς φιλαργυρίας, ξεπέφτει ἀπό τό φῶς ὁ σκοτισμένος νοῦς του· διότι, πῶς μποροῦσε νά βλέπει (ὁ ὀφθαλμός τῆς ψυχῆς του) αὐτός, πού πούλησε τον Ἥλιο (τό Χριστό) ἀντί τριάκοντα ἀργυρίων; Γιά μᾶς ὅμως ἀνέτειλε αὐτός πού ἔπαθε ὑπέρ τοῦ κόσμου, πρός τόν ὁποῖο ἄς φωνάξουμε δυνατά: Δόξα ἀνήκει σ᾽ ἐσένα, Κύριε, πού ἔπαθες καί τρέφεις συμπάθεια στούς ἀνθρώπους.
Ἡ ἁμαρτία εἶναι τό σκοτάδι τῆς ψυχῆς. Τό πάθος, ὡς στίγμα τῆς ἁμαρτίας, τυφλώνει τά πνευματικά αἰσθήματα τῶν ἀνθρώπων, ὥστε νά μή διακρίνει τά πράγματα, νά μή βλέπει τήν ἀλήθεια καί ὅ,τι πραγματικά τόν συμφέρει καί νά φέρεται ἀλόγιστα πρός τήν καταστροφή. Εἶναι πήρωση τοῦ πνεύματος, νόσος πρός θάνατο. Τήν κατάσταση αὐτή στήν πιό ὠμή της ἔκφραση, τή βλέπουμε στήν περίπτωση τοῦ Ἰούδα. Ἐγκατέλειψε τόν Διδάσκαλο, πού μέ τόση στοργή τόν δέχτηκε στόν ὅμιλο τῶν μαθητῶν, καί προσχώρησε στό διάβολο, τόν ἐφευρέτη τῆς κακίας. Τυφλωμένος ἀπό τήν φιλαργυρία, τήν ἀνίερη ἀγάπη πρός τό χρῆμα, ἀποκόπηκε ἀπό τό φῶς, παρέμεινε σκοτισμένος.
Ἀλήθεια, πῶς μποροῦσε νά βλέπει αὐτός, πού μίσησε τό φῶς καί τό πούλησε βάναυσα γιά τριάντα εὐτελή ἀργύρια; Ναί, ὁ Ἰούδας μέ τή φιλαργυρία του νέκρωσε τά πνευματικά του αἰσθητήρια, ντυμένος τήν ἀπελπισία τοῦ θανάτου. Σέ μᾶς ὅμως, ἀνέτειλε τό σωτήριο φῶς τοῦ Χριστοῦ, πού μᾶς συμπαθεῖ γιά τήν κατάντια μας καί ἔπαθε γιά τήν σωτηρία μας. Σ᾽ αὐτόν ἀνήκει ἡ δόξα!
«Τήν φιλαδελφίαν κτησώμεθα, ὡς ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, καί μή τό ἀσυμπαθές πρός τούς πλησίον ἡμῶν, ἵνα μή ὡς ὁ δοῦλος κατακριθῶμεν ὁ ἀνελεήμων διά τά δηνάρια, καί ὡς ὁ Ἰούδας μεταμεληθέντες μηδέν ὠφελήσωμεν».
Ἄς ἀποκτήσουμε, ἐν Χριστῷ ἀδελφοί, τή φιλαδελφία καί ὄχι τήν ἀσπλαχνία πρός τούς πλησίον μας, γιά νά μήν κατακριθοῦμε, ὅπως ὁ δοῦλος (τῆς παραβολῆς) γιά τά δηνάρια· καί ἀφοῦ μεταμεληθοῦμε, ὅπως ὁ Ἰούδας, σέ τίποτα νά ὠφεληθοῦμε.
Ἡ περίπτωση τοῦ κακοῦ δούλου τῆς παραβολῆς, ὁ ὁποῖος γιά ἕνα μηδαμινό ποσό (ἑκατό δηναρίων) κακοποίησε τό σύνδουλό του, πάει χέρι χέρι μέ τήν περίπτωση τοῦ Ἰούδα. Καί στίς δύο περιπτώσεις στό παρασκήνιο εἶναι ὁ ἔρωτας τῶν χρημάτων. Καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ ἴδια ἐκδήλωση σκληρότητας καί ἀπανθρωπιᾶς. Στήν παραβολή ὁ δοῦλος πνίγει τό σύνδουλο γιά λίγα χρήματα, τόν ρίχνει στή φυλακή καί βάναυσα τόν κακοποιεῖ. Ὁ Ἰούδας γιά λίγα ἀργύρια παραδίδει στό θάνατο τό Διδάσκαλό του καί φτύνει ἄνανδρα στόν κύκλο τῶν μαθητῶν. Συνέχεια
Ὁ θάνατος τοῦ θανάτου
Metr.Anthony Bloom
Ἡ ἰδέα τοῦ θανάτου καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς διαπερνᾶ σὰν ἕνα κατακόκκινο νῆμα ὁλόκληρη τὴ Γραφή, τόσο τὴν Παλαιὰ ὅσο καὶ τὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ ὁ θάνατος μᾶς παρουσιάζεται σὰν κάτι τὸ παράλογο, τὸ ἄσκοπο, κάτι τὸ ὁποῖο δὲ θὰ ἔπρεπε νὰ ὑπάρχει. Ὁ Ἀπ. Παῦλος μᾶς λέει (Α΄ Κορ.15. 26) ὅτι ὁ τελευταῖος ἐχθρὸς ὁ ὁποῖος θὰ καταργηθεῖ ἀπὸ τὸν Κύριο εἶναι ὁ θάνατος. Ὁμολογοῦμε ὅτι κατὰ τὴν ἔσχατη μέρα θὰ γίνει ἡ ἀνάσταση τῶν νεκρῶν καὶ ἀναμένουμε τὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου. Καὶ πραγματικά, ὁ Χριστὸς δὲν μᾶς δίδαξε πὼς θὰ ἀγωνιζόμαστε γενναῖα ἐναντίον τοῦ θανάτου, οὔτε καὶ μᾶς δίδαξε ἁπλῶς πῶς νὰ τὸν ἀντιμετωπίζουμε ἄφοβα: μᾶς ἔδειξε τὴ νίκη κατὰ τοῦ θανάτου.
Ὁ θάνατος δὲν ἀρχίζει ἀπὸ τὴ στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ἡ ψυχὴ χωρίζεται ἀπὸ τὸ σῶμα· μπορεῖ κατὰ τὴ διάρκεια μιᾶς ζωῆς νὰ ὑπάρξει ἕνας ὁποιοσδήποτε ἀριθμὸς θανατηφόρων, φονικῶν στιγμῶν εἶναι πάρα πολλὲς ζωὲς ποὺ βρῆκαν τὸ τέλος τους ἐνῶ τὸ πρόσωπο ἐξακολούθησε τὴ ζωὴ πάνω στὴ γῆ: φτάνει κάποιος νὰ συνειδητοποιήσει ἤ νὰ φανταστεῖ ὅτι ἡ ζωὴ του εἶναι ἄσκοπη, ὅτι κανεὶς δὲν τὸν χρειάζεται, φτάνει νὰ αἰσθανθεῖ ὅτι ὅλοι τὸν ἔχουν ἀποστραφεῖ, παραμελήσει, γιὰ νὰ βρεθεῖ στὴ χώρα τοῦ θανάτου. Ὁ θάνατος στὴν πιὸ τρομακτικὴ καὶ ἀληθινὰ τελειωτικὴ μορφή του δὲν εἶναι ἡ σωματικὴ νέκρωσή μας ἀλλὰ ὁ χωρισμὸς ἀνάμεσα στὶς ἀποξενωμένες καρδιές: «εἶσαι ἀνεπιθύμητος, ἄχρηστος· εἶναι σὰν νὰ μὴν ὑπάρχεις πιά». Αὐτὴ εἶναι ἴσως ἡ πιὸ τρομακτικὴ ἁμαρτία τὴν ὁποία ἕνας ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ διαπράξει ἔναντι κάποιου ἄλλου, νὰ τὸν κάνει νὰ αἰσθανθεῖ μὲ λόγια ἤ ἐνέργειες ὅτι εἶναι περιττὸς καὶ ἀνεπιθύμητος, ὅτι ἁπλῶς ὑπάρχει καὶ θὰ ἔκανε τὸ ἴδιο ἂν δὲν ἦταν ἐκεῖ. Συνέχεια
Τό Κοντάκιον καί τά Ἀπόστιχα ἰδιόμελα τῆς Μεγάλης Τρίτης
«Τήν ὥρα, ψυχή, τοῦ τέλους ἐννοήσασα καί τήν ἐκκοπήν τῆς συκῆς δειλιάσασα, τό δοθέν σοι τάλαντον φιλοπόνως ἔργασαι, ταλαίπωρε, γρηγοροῦσα καί κράζουσα· Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».
Ἀφοῦ σκεφτεῖς, ψυχή μου, τήν ὥρα τοῦ τέλους (τῆς ἐπίγειας ζωῆς, δηλαδή τό θάνατο) καί φοβηθεῖς ἀπό τό πάθημα τῆς ἐκκοπῆς τῆς συκῆς, μέ φιλοπονία δούλεψε, ταλαίπωρη τό τάλαντο πού σοῦ ἐμπιστεύτηκε ὁ Θεός, μένοντας ἄγρυπνη καί κράζοντας· νά μή μείνουμε ἔξω ἀπό τό νυμφώνα τοῦ Χριστοῦ.
Τό κοντάκιο εἶναι πολύ κατανυκτικό. Παρουσιάζει τόν πιστό, πού μέ εὐλάβεια γιορτάζει τά πάθη τοῦ Χριστοῦ, νά ἀνοίγει διάλογο μέ τήν ψυχή του. Ψυχή μου, τῆς λέγει, σκέψου καλά τό ἐπικείμενο τέλος τῆς ζωῆς σου, τήν κρίσιμη ἐκείνη ὥρα, πού θ᾽ ἀπορρίψεις νεκρωμένο τό σῶμα σου στό μνῆμα. Θ᾽ ἀποκολληθεῖς ἀπό τίς σωματικές αἰσθήσεις σου, καί θά βρεθεῖς σ᾽ ἕνα καινούργιο κόσμο, πού ὥς τώρα ἀγνοοῦσες. Καί μάλιστα ὅτι θά λογοδοτήσεις σέ πρώτη φάση στόν Πλάστη σου καί θά κριθεῖς. Ὧρες πραγματικά κρίσιμες καί φοβερές!
Τρόμαξε κατόπιν γιά τό κατάντημα τῆς συκῆς, πού ἄκαρπη δέχτηκε τήν κατάρα τοῦ Θεοῦ καί νεκρώθηκε. Ὅτι ἕνα τέτοιο ἐνδεχόμενο εἶναι ἀνοικτό καί γιά σένα, ἄν δέν ἔχεις καρπούς πνευματικούς, ἔργα ἀγαθά· ὅταν τό δέντρο τῆς ψυχῆς σου εἶναι ἄγονο, σκεπασμένο μόνο ἀπό φύλλα καί ἀγκάθια ἔργα δηλαδή σκοτεινά καί ἐπαίσχυντα.
Ξύπνα, λοιπόν, ἀπό τόν ὕπνο τῆς ἀδιαφορίας καί τῆς πνευματικῆς ραστώνης, βρές τό τάλαντο πού σοῦ ἔδωσε ὁ Θεός καί καλλιέργησέ το, ὁποιοδήποτε κι ἄν εἶναι, ὁπουδήποτε κι ἄν βρίσκεσαι. Νά τό δουλέψεις μέ φιλοπονία κι ἐπιμέλεια, ξάγρυπνη, στήν ἔπαλξη τοῦ χρέους. Ἔτσι πού τελικά νά μή μείνεις ἔξω τοῦ νυμφώνα τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά μέ ἀναμμένη τή λαμπάδα σου ν᾽ ἀξιωθεῖς νά εἰσέλθεις στήν ὑπέρτατη χαρά τοῦ Κυρίου σου!
Ὁ Οἶκος.
«Τί ῥαθυμεῖς, ἀθλία ψυχή μου; τί φαντάζῃ ἀκαίρως μερίμνας ἀφελεῖς; Τί ἀσχολῇ πρός τά ῥέοντα; ἐσχάτη ὥρα ἐστίν ἀπάρτι καί χωρίζεσθαι μέλλομεν τῶν ἐνταῦθα· ἕως καιρόν κεκτημένη, ἀνάνηψον κράζουσα· Ἡμάρτηκά σοι, Σωτήρ μου· μή ἐκκόψῃς με, ὥσπερ τήν ἄκαρπον συκῆν, ἀλλ᾽ ὡς εὔσπλαγχνος, Χριστέ, κατοικτείρησον, φόβῳ κραυγάζουσαν· Μή μείνωμεν ἔξω τοῦ νυμφῶνος Χριστοῦ».
Γιατί εἶσαι ὀκνηρή καί ἀδιάφορη, ἀθλία μου ψυχή; Γιατί φαντάζεσαι ἄκαιρα μέριμνες ἀνόητες καί μάταιες; Γιατί ἀσχολεῖσαι μέ πράγματα πού ρέουν καί χάνονται; Σέ λίγο φθάνει ἡ τελευταία ὥρα τῆς ζωῆς μας καί πρόκειται νά χωριστοῦμε ἀπό τά πράγματα τοῦ κόσμου τούτου. Ὅσο ἀκόμη ἔχεις καιρό, σύνελθε ἀπό τήν ἀδιαφορία, κράζουσα· Ἁμάρτησα ἐνώπιόν σου, Σωτήρα μου· μή μέ κόψεις ὅπως τήν ἄκαρπη συκή, ἀλλά ὡς σπλαχνικός Πατέρας, Χριστέ, δεῖξε συμπάθεια σέ μένα, πού κραυγάζω· νά μή μείνουμε ἔξω ἀπό τό Νυμφώνα τοῦ Χριστοῦ. Συνέχεια
Ἀπὸ τὴν Ὑμνολογία τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος
Μεγάλη Δευτέρα
«Ἐκ νυκτὸς ὀρθρίζει τὸ πνεῦμά μου πρὸς σὲ ὁ Θεός, διότι φῶς τὰ προστάγματά σου ἐπὶ τῆς γῆς». Ἀλληλούϊα.
Ἀπὸ τὴν προχωρημένη νύχτα εἶναι ξάγρυπνο τὸ πνεῦμα μου, στραμμένο σ’ ἐσένα ὁ Θεός, γιατί τὰ προστάγματά σου εἶναι φῶς καθοδηγητικὸ γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ ζοῦν ἐπάνω στὴ γῆ. Δοξολογεῖτε τὸ Θεό.
***
«Ἰδοὺ ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός καὶ μακάριος ὁ δοῦλος, ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα· ἀνάξιὸς δὲ πάλιν, ὅν εὑρήσει ραθυμοῦντα. Βλέπε, οὗν ψυχή μου μὴ τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς, ἵνα μὴ τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καὶ τῆς Βασιλείας ἔξω κλεισθῆς· ἀλλὰ ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶ ὁ Θεὸς ἡμῶν, προστασίαις τῶν Ἀσωμάτων, σῶσον ἡμᾶς».
Νά, ὁ Νυμφίος ἔρχεται στὸ μέσο τῆς νύχτας, κι εὐτυχισμένος θὰ εἶναι ὁ δοῦλος ποὺ θὰ τὸν βρεῖ (ὁ Νυμφίος) ξάγρυπνο νὰ τὸν περιμένει· ἀνάξιος ὅμως πάλι θὰ εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ θὰ τὸν βρεῖ ράθυμο καὶ ἀπροετοίμαστο. Βλέπε, λοιπόν, ψυχή μου νὰ μὴ βυθιστεῖς στὸν πνευματικὸ ὕπνο, γιὰ νὰ μὴν παραδοθεῖς στὸ θάνατο (τῆς ἁμαρτίας) καὶ νὰ μείνεις ἔξω τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀλλὰ ἀνάνηψε κράζοντας· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶσαι ἐσὺ ὁ Θεὸς· σῶσε μας διὰ τῆς προστασίας τῶν ἐπουρανίων ἀσωμάτων δυνάμεων (τῶν Ἀγγέλων). Συνέχεια
Ἡ Ὁσία Μαρία ἡ Αἰγυπτία
Τὸν Βίο τῆς Ὁσίας Μαρίας τῆς Αἰγυπτίας συνέγραψε ὁ Ἅγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ἱεροσολύμων († 11 Μαρτίου), ὁ ὁποῖος συνέγραψε διάφορα ἀσκητικὰ καὶ ὑμνογραφικὰ κείμενα ποὺ διαποτίζονται ἀπὸ τὸ πνεῦμα τῆς Ὀρθοδόξου θεολογίας καὶ τῆς ἀσκητικῆς παραδόσεως.
Ἡ Ὁσία Μαρία γεννήθηκε στὴν Αἴγυπτο καὶ ἔζησε κατὰ τοὺς χρόνους τοῦ αὐτοκράτορος Ἰουστινιανοῦ (527 – 565 μ.Χ.). Ἀπὸ τὰ δώδεκα χρόνια της πέρασε στὴν Αἴγυπτο μία ζωὴ ἀσωτίας, ἀφοῦ ἀπὸ τὴν μικρὴ αὐτὴ ἡλικία διέφθειρε τὴν παρθενία της καὶ εἶχε ἀσυγκράτητο καὶ ἀχόρταγο τὸ πάθος τῆς σαρκικῆς μείξεως. Ζώντας αὐτὴν τὴν ζωὴ δὲν εἰσέπραττε χρήματα, ἀλλὰ ἁπλῶς ἱκανοποιοῦσε τὸ πάθος της. Ἡ ἴδια ἐξαγορεύθηκε στὸν Ἀββᾶ Ζωσιμᾶ ὅτι διετέλεσε: «δημόσιον προκείμενη τῆς ἀσωτίας ὑπέκκαυμα, οὐ δόσεώς τινος, μὰ τὴν ἀλήθειαν, ἕνεκεν», κάνοντας δηλαδὴ τὸ ἔργο της δωρεάν, «ἐκτελοῦσα τὸ ἐν ἐμοὶ καταθύμιον». Καὶ ὅπως τοῦ ἀπεκάλυψε, εἶχε ἀκόρεστη ἐπιθυμία καὶ ἀκατάσχετο ἔρωτα νὰ κυλιέται στὸ βόρβορο ποὺ ἦταν ἡ ζωή της καὶ σκεπτόταν ἔτσι ντροπιάζοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση.
Λόγω τῆς ἄσωτης ζωῆς καὶ τῆς σαρκικῆς ἐπιθυμίας ποὺ εἶχε, κάποια φορὰ ἀκολούθησε τοὺς προσκυνητὲς ποὺ πήγαιναν στὰ Ἱεροσόλυμα γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν Τίμιο Σταυρό. Καὶ αὐτὸ τὸ ἔκανε, ὄχι γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸν Τίμιο Σταυρό, ἀλλὰ γιὰ νὰ ἔχει πολλοὺς ἐραστὲς ποὺ θὰ ἦταν ἕτοιμοι νὰ ἱκανοποιήσουν τὸ πάθος της. Περιγράφει δὲ καὶ ἡ ἴδια ρεαλιστικὰ καὶ τὸν τρόπο ποὺ ἐπιβιβάστηκε στὸ πλοιάριο. Καί, ὅπως ἡ ἴδια ἀποκάλυψε, κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ της δὲν ὑπῆρχε εἶδος ἀσέλγειας ἀπὸ ὅσα λέγονται καὶ δὲν λέγονται, τοῦ ὁποίου δὲν ἔγινε διδάσκαλος σὲ ἐκείνους τοὺς ταλαίπωρους ταξιδιῶτες. Καὶ ἡ ἴδια ἐξέφρασε τὴν ἀπορία της γιὰ τὸ πῶς ἡ θάλασσα ὑπέφερε τὶς ἀσωτίες της καὶ γιατί ἡ γῆ δὲν ἄνοιξε τὸ στόμα της καὶ δὲν τὴν κατέβασε στὸν ἅδη, ἐπειδὴ εἶχε παγιδεύσει τόσες ψυχές. Κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ ταξιδιοῦ αὐτοῦ δὲν ἀρκέστηκε στὸ ὅτι διέφθειρε τοὺς νέους, ἀλλὰ διέφθειρε καὶ πολλοὺς ἄλλους ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς πόλεως καὶ τοὺς ξένους ἐπισκέπτες. Καὶ στὰ Ἱεροσόλυμα ποὺ πῆγε κατὰ τὴν ἑορτὴ τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, περιφερόταν στοὺς δρόμους «ψυχὰς νέων ἀγρεύουσα».
Αἰσθάνθηκε ὅμως, βαθιὰ μετάνοια ἀπὸ ἕνα θαυματουργικὸ γεγονός. Ἐνῷ εἰσερχόταν στὸ ναὸ γιὰ νὰ προσκυνήσει τὸ Ξύλο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, κάποια δύναμη τὴν ἐμπόδισε νὰ προχωρήσει. Στὴν συνέχεια στάθηκε μπροστὰ σὲ μία εἰκόνα τῆς Παναγίας, ἔδειξε μεγάλη μετάνοια καὶ ζήτησε τὴν καθοδήγηση καὶ βοήθεια τῆς Παναγίας. Μὲ τὴν βοήθεια τῆς Θεοτόκου εἰσῆλθε ἀνεμπόδιστα αὐτὴ τὴν φορὰ στὸν ἱερὸ ναὸ καὶ προσκύνησε τὸν Τίμιο Σταυρό. Στὴν συνέχεια, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὴν Παναγία, ἄκουσε φωνὴ ποὺ τὴν προέτρεπε νὰ πορευθεῖ στὴν ἔρημο, πέραν τοῦ Ἰορδάνου. Ἀμέσως ζήτησε τὴν συνδρομὴ καὶ τὴν προστασία τῆς Θεοτόκου καὶ πῆρε τὸν δρόμο της πρὸς τὴν ἔρημο, ἀφοῦ προηγουμένως πέρασε ἀπὸ τὴν ἱερὰ μονὴ τοῦ Βαπτιστοῦ στὸν Ἰορδάνη ποταμὸ καὶ κοινώνησε τῶν Ἀχράντων Μυστηρίων. Στὴν ἔρημο ἔζησε σαράντα ἑπτὰ χρόνια, χωρὶς ποτὲ νὰ συναντήσει ἄνθρωπο. Συνέχεια
Περί τῆς Ὁσίας ΤΑΪΣΙΑΣ, τῆς πρότερον πόρνης
“Ἐκ τοῦ ρύπου σμηχθεῖσα τῆς ἀσωτίας φαιδρά πρόσεισι τῷ Θεῷ Ταϊσία.”
Ἡ
μακαριωτάτη Ταϊσία ἦτο καλή εἰς τήν ὄψιν, χαριεστάτη καί πολύ ὡραία, ὅτε δέ ἦτο δέκα ἑπτά περίπου χρόνων, λαβοῦσα ταύτην ἡ μήτηρ της, ἡ ὁποία ἀπό μικράν τήν ἐξώθει εἰς τό κακόν, τήν ὡδήγησεν εἰς τόν τόπον τῆς ἀπωλείας, ἤτοι εἰς τόπον πορνείας. Ἐπειδή δέ ἦτο ὡραία, διέδραμε πανταχοῦ ἡ φήμη τοῦ κάλλους τοῦ προσώπου της, ὡς φλόγα δέ κατέκαιεν ἡ μανία τῆς ἀγάπης της τάς καρδίας τῶν ἐραστῶν της. Πλεῖστοι δέ ἄλλοι ἀκούοντες τά περί τοῦ κάλλους της, ἐπώλουν πάντα τά ὑπάρχοντά των, προκειμένου νά ἀπολαύσουν τῆς ἀγάπης της.
Ἀκούσας ὁ ἀββᾶς Σεραπίων περί αὐτῆς, προσηυχήθη πρός τόν Θεόν ὑπέρ αὐτῆς λέγων: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ὁ Θεός ἡμῶν, ὁ θέλων πάντας σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν, οὕτω καί νῦν ἐμφύτευσον τόν φόβον σου εἰς τήν καρδίαν αὐτῆς, διά νά ἐπιστρέψῃ, μετανοήσῃ καί σωθῇ». Μετά ταῦτα ἐφόρεσε ροῦχα κοσμικά, ἔλαβε μεθ᾽ ἑαυτοῦ ἕν νόμισμα καί ἀπῆλθε πρός αὐτήν, ὡς δῆθεν στρατιώτης. Ἐλθών δέ εἰς τόν τόπον εἰς τόν ὁποῖον διέμενεν, ἔδωκεν εἰς αὐτήν τό νόμισμα, τό ὁποῖον λαβοῦσα μετά χαρᾶς ἡ Ταϊσία εἶπε πρός αὐτόν: «Ἄς εἰσέλθωμεν εἰς τόν κοιτῶνα μου». Λέγει δέ καί ὁ Ἀββᾶς Σεραπίων· «ἄς εἰσέλθωμεν». Εἰσελθών δέ ὁ ὅσιος βλέπει κλίνην ἐστρωμένην ὑψηλοτάτην, ἀνελθοῦσα δέ ἡ κόρη εἰς τήν κλίνην ἐκάλει καί τόν γέροντα νά ἀνέλθῃ εἰς αὐτήν. Ὁ δέ Γέρων εἶπεν εἰς αὐτήν· «δέν ὑπάρχει ἕτερον κελλίον ἐνταῦθα;» Λέγει του ἡ κόρη· «ὑπάρχει». Λέγει πρός αὐτήν ὁ Γέρων «Ἄς ὑπάγωμεν νά καθίσωμεν ὀλίγον ἐκεῖ». Λέγει ἡ Ταϊσία: «Ἐφ᾽ ὅσον οὐδείς ἄνθρωπος βλέπει ἡμᾶς εἰς τόν τόπον τοῦτον, καλόν εἶναι νά συνομιλήσωμεν καί νά ποιήσωμεν ἐδῶ τήν ἐπιθυμίαν μας, διότι ὅπου καί ἄν ἀπέλθωμεν βλέπει ἡμᾶς ὁ Θεός».
Ἀκούσας ὁ Γέρων τό λόγον τοῦτον εἶπε πρός αὐτήν: «Γνωρίζεις ὅτι ὑπάρχει Θεός καί κρίσις καί ἀνταπόδοσις καί Βασιλεία καί Κόλασις»; Λέγει ἐκείνη· «Ναί, γνωρίζω». Τῆς ἀπεκρίθη ὁ Γέρων: «Ἐφ᾽ ὅσον λοιπόν γνωρίζεις, διατί καταστρέφεις τούς υἱούς τῶν ἀνθρώπων»; Ταῦτα καί ἄλλα πολλά εὑρών τήν εὐκαιρίαν νά τῆς ἀναπτύξῃ ὁ Γέρων, τῆς ἔδειξεν ὕστερον καί τό μοναχικόν Σχῆμα, τό ὁποῖον ἐφόρει ἐσωτερικῶς, ἀποκαλύψας εἰς αὐτήν καί τήν αἰτίαν διά τήν ὁποίαν ἦλθεν εἰς τό κελλί της. Συνέχεια
ΑΠΟ ΤΗΝ ΥΜΝΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΔΕΥΤΕΡΑΣ
Ἀπόστιχα ἰδιόμελα.
«Δεῦτε, πιστοί, ἐπεργασώμεθα προθύμως τῷ Δεσπότῃ· νέμει γάρ τοῖς δούλοις τόν πλοῦτον καί ἀναλόγως ἕκαστος, πολυπλασιάσωμεν τό τῆς χάριτος τάλαντον· ὁ μέν σοφίαν κομιείτω δι᾽ ἔργων ἀγαθῶν· ὁ δέ λειτουργίαν λαμπρότητος ἐπιτελείτω· κοινωνείτω δέ τοῦ λόγου πιστός τῷ ἀμυήτῳ καί σκορπιζέτω τόν πλοῦτον πένησιν ἄλλος· οὕτω γάρ τό δάνειον πολυπλασιάσομεν καί ὡς οἰκονόμοι πιστοί τῆς χάριτος δεσποτικῆς χαρᾶς ἀξιωθῶμεν· αὐτῆς ἡμᾶς καταξίωσον, Χριστέ ὁ Θεός, ὡς φιλάνθρωπος».
Ἐλᾶτε, πιστοί, νά δουλέψουμε πρόθυμα στό Δεσπότη· διότι μοιράζει ἀπό ἀγαθότητα τόν πλοῦτο στούς δούλους, καί ὁ καθένας ἀνάλογα μέ τίς δυνατότητές του ἄς πολλαπλασιάσουμε τό τάλαντον τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἕνας ἄς παρουσιάσει σοφία μέ ἔργα ἀγαθά, ὁ ἄλλος ἄς προσφέρει (στό σύνολο) ὑπηρεσίες λαμπρές· ὁ πιστός ἄς μεταδίδει τό θεῖο λόγο σ᾽ αὐτόν πού τόν ἀγνοεῖ καί ὁ ἄλλος ἄς σκορπίζει τόν ὑλικό πλοῦτο του στούς φτωχούς. Διότι ἔτσι, ὡς πιστοί οἰκονόμοι τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ, θ᾽ ἀξιωθοῦμε νά λάβουμε τή δεσποτική θεία χαρά. Αὐτή ἀξίωσέ μας ν᾽ ἀποκτήσουμε, Χριστέ ὁ Θεός, ὡς φιλάνθρωπος.
Ἡ καλλιέργεια τῶν ταλάντων πού δίνει ὁ Θεός στούς ἀνθρώπους, γίνεται κατά πολλούς τρόπους ἀνάλογα μέ τήν προθυμία, τίς ἰδιαίτερες συνθῆκες καί τίς δυνατότητες πού διαθέτουν οἱ ἄνθρωποι. Ὅλοι δέν εἴμαστε τό ἴδιο. Ὁ καθένας μας φέρει τή δική του ἀτομικότητα, τό δικό του χαρακτήρα, τίς δικές του δεξιοτεχνίες καί τίς ἰδιαίτερες κοινωνικές συνθῆκες, στίς ὁποῖες βρίσκεται καί λειτουργεῖ. Συνέχεια
Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται
Τό Τροπάριον
«Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται ἐν τῷ μέσῳ τῆς νυκτός καί μακάριος ὁ δοῦλος, ὅν εὑρήσει γρηγοροῦντα·ἀνάξιος δέ πάλιν, ὅν εὑρήσει ῥαθυμοῦντα. Βλέπε οὖν ψυχή μου, μή τῷ ὕπνῳ κατενεχθῇς, ἵνα μή τῷ θανάτῳ παραδοθῇς, καί τῆς Βασιλείας ἔξω κλεισθῇς· ἀλλά ἀνάνηψον κράζουσα· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶ ὁ Θεός ἡμῶν, προστασίαις τῶν ἀσωμάτων, σῶσον ἡμᾶς.»
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Νά, ὁ Νυμφίος ἔρχεται στό μέσο τῆς νύχτας, κι εὐτυχισμένος θά εἶναι ὁ δοῦλος πού θά τόν βρεῖ (ὁ Νυμφίος) ξάγρυπνο νά τόν περιμένει· ἀνάξιος ὅμως πάλι θά εἶναι ἐκεῖνος, πού θά τόν βρεῖ ράθυμο καί ἀπροετοίμαστο. Βλέπε, λοιπόν, ψυχή μου νά μή βυθιστεῖς στόν πνευματικό ὕπνο, γιά νά μήν παραδοθεῖς στό θάνατο (τῆς ἁμαρτίας) καί νά μείνεις ἔξω τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ἀνάνηψε κράζοντας· Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος εἶσαι ἐσύ ὁ Θεός· σῶσε μας διά τῆς προστασίας τῶν ἐπουρανίων Ἀσωμάτων Δυνάμεων (τῶν Ἀγγέλων).
Μετά τήν ψαλμωδία τοῦ Ἀλληλουϊαρίου, στό ὁποῖο ἀπευθύνεται αἶνος πρός τό Θεό, ἀφοῦ προηγηθεῖ ἡ αἴτηση τιμωρίας τῶν ἐχθρῶν Του (τοῦ ἀπαίδευτου λαοῦ καί τῶν ἐνδόξων τῆς γῆς), τό τροπάριο εἰσέρχεται στήν καθαρή ὑπόθεση τῶν πιστῶν Χριστιανῶν.
Ἡ σχέση τους μέ τό Χριστό παρομοιάζεται μέ γάμο, γεγονός εὐφρόσυνο καί φαιδρό. Ἡ ὥρα ὅμως τῶν γάμων εἶναι ἄγνωστη. Οἱ πιστοί πρέπει ξάγρυπνοι νά περιμένουν τήν ἔλευση τοῦ Νυμφίου. Καί νά, ξαφνικά, στό μέσο τῆς νύχτας, σέ χρόνο δηλαδή ἀπρόσμενο, ἀκούγεται ἡ ἰαχή: Ἰδού ὁ Νυμφίος ἔρχεται! Τότε πραγματικά καλότυχος θά εἶναι ὁ δοῦλος, τόν ὁποῖο Νυμφίος θά βρεῖ ἄγρυπνο, ἕτοιμο νά τόν ὑποδεχτεῖ, μέ λαμπρό καί στολισμένο μέ ἔργα ἀγαθά τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς του. Μέ αὐτόν τόν ἄξιο ὀπαδό Του, ὁ Χριστός θά δεθεῖ πνευματικά μέ μιά ἕνωση αἰώνια καί ἀδιάσπαστη, θά τόν ὁδηγήσει στό Νυμφώνα του καί θά τόν κάνει κοινωνό τῶν γλυκασμῶν καί τῆς εὐωχίας τῆς Θείας Βασιλείας Του.
Ἀντίθετα, θά εἶναι ἄθλιος καί δυστυχής ὁ δοῦλος ἐκεῖνος, τόν ὁποῖο ὁ Νυμφίος θά βρεῖ ἀνύποπτο νά κοιμᾶται. Δηλαδή τόν ἄνθρωπο, πού, παραδομένος στίς ἡδονές καί τούς περισπασμούς τῆς ἐπίγειας ζωῆς, ζεῖ ἀδιάφορος καί ἀμέριμνος, χωρίς αἴσθηση τῆς πραγματικῆς του ὑποθέσεως, τῆς σχέσεως του μέ τό Θεό καί τῆς τύχης του στήν ἀπέραντη αἰωνιότητα. Καί ὁ ὁποῖος ἔχοντας τό ἔνδυμα τῆς ψυχῆς του ἀκάθαρτο καί λερωμένο ἀπό ἁμαρτίες, θά κριθεῖ ἀνάξιος τῆς θείας βασιλείας, ἀποκομμένος ἀπό τό πανηγύρι τῆς χαρᾶς τοῦ οὐρανοῦ!
Αὐτά ἔχοντας κατά νοῦ ἡ ψυχή, προτρέπεται νά μένει ἄγρυπνη, νά μήν παραδοθεῖ στή ραθυμία καί τή ραστώνη τοῦ πνευματικοῦ ὕπνου, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ προθάλαμος τοῦ αἰώνιου ὕπνου τοῦ θανάτου καί τῆς ἀπώλειας, πού ἰσοδυναμεῖ μέ τόν ἀποκλεισμό της ἀπό τή Θεία Βασιλεία καί τήν ἔκπτωσή της στό πυκνό σκοτάδι τῆς κολάσεως! Ἀντίθετα μάλιστα, προτρέπεται, κράζοντας τόν τρισάγιο ὕμνο, νά ζητᾶ τό θεῖο ἔλεος μέ τήν προστασία τῶν Ἀσωμάτων Δυνάμεων. Συνέχεια
ΑΓ. ΙΩΑΝΝΟΥ “ΤΗΣ ΚΛΙΜΑΚΟΣ”
Σύντομος βίος
Ἐπί κλίμαξι κλίμακας πυκνῶς, Πάτερ, Τάς σάς ἀρετάς θείς, ἔφθασας πόλου μέχρι.
Ἔθεσες, Πάτερ, τίς ἀρετές σου κλιμακωτά καί πυκνά σέ κλίμακες καί ἔφτασες μέχρι τόν οὐρανό.
Ὁ ὅσιος Ἰωάννης, ὁ συγγραφέας τοῦ βιβλίου πού τιτλοφορεῖται «Κλῖμαξ» ὄντας εὐφυέστατος καί γνώστης τῆς ἐγκυκλίου σοφίας ἀνέβη, σέ ἡλικία δεκαέξι ἐτῶν, στό ὄρος Σινᾶ, ὅπου ἔγινε μοναχός καί προσέφερε ὁλόψυχα τόν ἑαυτό του θυσία στήν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ, διάγοντας ἐν ἄκρᾳ ὑποταγῇ καί ἄκρᾳ ταπεινοφροσύνη στούς κανόνες τῆς μοναστικῆς πολιτείας. Ἔπειτα, σέ ἡλικία δεκαεννέα ἐτῶν, σηκώθηκε καί ἔφυγε γιά τό στάδιο τῆς ἡσυχίας. Πῆγε, λοιπόν καί ἐγκα ταστάθηκε στή θεία μονή τῆς ἀσκητικῆς παλαίστρας, σέ ἕνα τόπο πού ὀνομαζόταν Θωλᾶς καί ἀπεῖχε πέντε μίλια ἀπό τό Μοναστήρι.
Στόν τόπο ἐκεῖνο διέμεινε ὁ Ὅσιος σαράντα ὁλόκληρα χρόνια, πυρπολούμενος ἀπό διακαή ἔρωτα καί ἀγάπη πρός τό Θεό. Ἔτρωγε ἀπό ὅλα ὅσα ἐπιτρέπονταν ἀπό τίς μοναστικές διατάξεις ἔτρωγε ὅμως πολύ λίγο καί ποτέ χορταστικά. Καί νομίζω πώς αὐτό τό ἔκανε σοφότατα, προκειμένου νά κατά βάλλει καί νά νικᾶ κάθε ἔπαρση καί ἐγωϊσμό πού θά προερχόταν ἀπό τή νηστεία.
Ποιός ὅμως λόγος ρητορικός θά μποροῦσε νά περιγράψει τήν ἀστείρευτη πηγή τῶν δακρύων του; Κοιμόταν τόσο ἐλάχιστα, ὅσο δηλαδή χρειαζόταν νά μήν ὑποστεῖ βλάβη ἡ λειτουρ γία τοῦ νοῦ του, ἐξ αἰτίας τῆς ὑπερβολικῆς ἀγρυπνίας, ὁ δέ δρόμος τῆς ζωῆς του ἦταν ἀδιάλειπτη προσευχή καί ἀπερίγραπτος ἔρω τας πρός τό Θεό. Ὁ ὅσιος Ἰωάννης λοιπόν ἄσκησε κάθε ἀρετή, πολιτεύτηκε καλῶς καί ἔλαβε πλουσιο πάροχα ἀπό τόν Κύριο τόν οὐράνιο φωτισμό. Συνέχεια
Ο ΑΓΙΟΣ ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ Ο ΠΑΛΑΜΑΣ
Σύντομος βίος
Ὁ Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους Πατέρες καί διδασκάλους τῆς μυστικῆς καί νηπτικῆς θεολογίας καί τῆς δογματικῆς ἀλήθειας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας. Καταγόταν ἀπό ἀριστοκρατική καί πλούσια γενιά. Οἱ γονεῖς του προέρχονταν ἀπό τήν Μ. Ἀσία. Μέ τήν προσπέλαση ὅμως τῶν Τούρκων στά Βυζαντινά ἐδάφη, ἀναγκάστηκαν νά ἐγκαταλείψουν τήν πατρίδα τους καί νά ἐγκατασταθοῦν στήν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ὁ πατέρας τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου ἔφτασε σέ μεγάλα ἀξιώματα καί ἔγινε Συγκλητικός. Ἀλλά ἡ πίστη του καί ἡ ἀγάπη του γιά τό Θεό, δέν τόν ἄφηναν νά προσφερθεῖ ὁλοκληρωτικά στά κοσμικά ἀξιώματα καί στίς τιμές.
Ἀντίθετα πολλές φορές λειτουργοῦσαν εἰς βάρος τῶν πολιτειακῶν του ὑποχρεώσεων. Διηγοῦνται χαρακτηριστικά οἱ βιογράφοι ὅτι κάποτε, σέ μιά συνεδρίαση τῆς Συγκλήτου, ἦταν βυθισμένος σέ βαθιά προσευχή, ἐνῶ τό θέμα ἦταν πολύ σοβαρό καί ἡ συζήτηση ὀξεία. Ὁ αὐτοκράτορας, πού ἰδιαίτερα ὑπολόγιζε τή γνώμη του, στράφηκε πρός τό μέρος του γιά νά ζητήσει τή γνώμη του. Ὁ Συγκλητικός ὅμως προσευχόταν καί βρισκόταν σέ ἄλλους κόσμους. Ὁ αὐτοκράτορας συγκινήθηκε ἀπό τό θέαμα καί δέν τόλμησε «νά τόν κατεβάσει ἀπό τόν οὐρανό».
Ὁ Γρηγόριος γεννήθηκε τό 1296 μ.Χ. καί μεγάλωσε στήν αὐτοκρατορική αὐλή. Πολύ νωρίς, σέ ἡλικία μόλις ἑπτά ἐτῶν, ἔμεινε ὀρφανός ἀπό πατέρα, ἀλλά παρέμεινε κάτω ἀπό τήν προστασία καί τήν προσωπική ἐπίβλεψη τοῦ αὐτοκράτορα. Ὅταν τελείωσε τή βασική ἐκπαίδευση, ὁ αὐτοκράτορας τοῦ ἔδωσε τή δυνατότητα νά παρακολουθήσει στό Πανεπιστήμιο φιλοσοφικές σπουδές. Ἐδῶ ὁ Γρηγόριος διακρίθηκε τόσο γιά τή μεγάλη διάνοιά του, ὅσο καί γιά τή βαθιά ἐπιμέλεια καί ἐπίδοσή του στό φιλοσοφικό καί θεολογικό χῶρο. Ἀναφέρεται ὅτι κάποτε τοῦ ἀνέθεσαν νά κάνει μιά διάλεξη στά ἀνάκτορα, ἐνώπιον τοῦ αὐτοκράτορα καί ὅλων τῶν ἐπισήμων καί τῶν ἐκπροσώπων τῶν τεχνῶν καί τῶν γραμμάτων, μέ θέμα τή ζωή καί τή σκέψη τοῦ Ἀριστοτέλη. Ἡ ἐπιτυχία του ἦταν τόσο μεγάλη, ὥστε ὁ δάσκαλός του εἶπε, μπροστά σ᾽ ὅλο τό πλῆθος, πώς ἄν παρευρισκόταν στή διάλεξη ὁ ἴδιος ὁ Ἀριστοτέλης, ἀσφαλῶς θά τόν χειροκροτοῦσε γιά τήν παρουσίαση πού τοῦ ἔκανε. Συνέχεια
Ἐξήγηση τῆς Ζ΄ὠδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου
Ἀνδρέα Θεοδώρου
«Οὐκ ἐλάτρευσαν τῇ κτίσει οἱ θεόφρονες παρὰ τὸν Κτίσαντα· ἀλλὰ πυρὸς ἀπειλὴν ἀνδρείως πατήσαντες, χαίροντες ἔψαλλον· Ὑπερύμνητε, ὁ τῶν Πατέρων Κύριος καὶ Θεός, εὐλογητὸς εἶ».
Οἱ θεόφρονες (Τρεῖς Παῖδες) δὲν θέλησαν νὰ λατρεύσουν τὰ κτίσματα ἀντὶ τοῦ Κτίσαντος· ἀλλὰ ἀψηφίσαντες μὲ ἀνδρεία τὴν ἀπειλὴ τοῦ τυράννου, μὲ χαρὰ ἔψαλλαν· Ὑπερύμνητε Πατέρα, Κύριε καὶ Θεέ, εἶσαι εὐλογημένος.
Ὁ ποιητὴς ἀνατρέχει στὴν Π. Διαθήκη γιὰ νὰ συναντήσει ἐκεῖ τούς ἁγίους Τρεῖς Παῖδες καὶ νὰ δείξει τὴ δύναμη τῆς πίστεως στὸν ἀληθινὸ Θεό, ποὺ κατακόβει καὶ συντρίβει τὴν εἰδωλικὴ μανία ἐκείνων ποὺ εἰδωλοποιοῦν τὸν ἑαυτό τους, καταφρονώντας καὶ βρίζοντας τὸν ἅγιο Θεό. Οἱ τρεῖς ἐκεῖνοι Ἰσραηλίτες νέοι, ὁ Σεδράχ, ὁ Μισὰχ καὶ ὁ Ἀβδεναγώ (Ἀνανίας, Μισαὴλ καὶ Ἀζαρίας), ἦσαν οἱ μόνοι ποὺ δὲν γονάτισαν σὲ μία δεδομένη στιγμὴ νὰ προσκυνήσουν τὴν εἰκόνα τὴ χρυσή τοῦ Ναβουχοδονόσορα. Εἶχαν παραβεῖ τὸ πρόσταγμα τοῦ τυράννου, πιστεύοντας καὶ λατρεύοντας τὸν μόνον ἀληθινὸ Θεὸ τῶν Πατέρων τους. Ὁ ὑπερφίαλος βασιλιᾶς γέμισε ἀπὸ θυμὸ γιὰ τὴν αὐθάδεια τῶν Νέων. Καὶ θέλησε νὰ ἐφαρμόσει τὸ νόμο ποὺ ὁ ἴδιος ἔφτιαξε, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖον κάθε ἕνας ποὺ θὰ παρέβαινε τὴν προσταγή του νὰ τὸν λατρεύσει ὡς Θεό, ἀρνούμενος νὰ προσκυνήσει τὴν εἰκόνα του, νὰ ρίχνεται σὲ πυρωμένο καμίνι ζωντανός. Οἱ Παῖδες ρίχτηκαν «στὴν κάμινο τοῦ πυρὸς τὴν καιομένη». Ὁ ἀνόητος βασιλιᾶς εἶχε τὴ δύναμη νὰ τὸ κάνει. Ἐκεῖνο ὅμως ποὺ δὲν μποροῦσε νὰ πετύχει ἦταν νὰ βλάψει τὴ ζωὴ τῶν εὐσεβῶν Νέων. Ἡ φωτιὰ ἄναβε, ἀνέβαινε πέρα ἀπὸ τὸ στόμιο τῆς καμίνου· τὰ παιδιὰ ὅμως μέσα δὲν κατακαίονταν. Ἡ φωτιὰ δὲν τὰ ἔβλαπτε. Ἄγγελος Κυρίου κατέβηκε στὸ καμίνι καὶ μετέτρεπε τὴ φλόγα του σὲ πνεῦμα δροσιᾶς, σὲ δροσερὴ αὔρα, ἡ ὁποία δρόσιζε τοὺς γενναίους ἀθλητές, ποὺ πλημμυρισμένοι ἀπὸ χαρὰ ἔψαλλαν καὶ δοξολογοῦσαν τὸν ὑπερύμνητο καὶ εὐλογημένο Θεὸ τῶν Πατέρων τους. Τὸ θαῦμα ἦταν συντριπτικὸ γιὰ τὸν ἀνόητο ἡγεμόνα, ὁ ὁποῖος τελικὰ ἀναγνώρισε τὴν ἀνωτερότητα τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ τοῦ Ἰσραήλ. Συνέχεια
Ἐξήγηση τῆς Ε΄ Ὠδῆς τοῦ Κανόνος τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου.
Ἀνδρέα Θεοδώρου
«Ἐξέστη τὰ σύμπαντα ἐπὶ τῇ θείᾳ δόξῃ σου· σύ γάρ, ἀπειρόγαμε Παρθένε, ἔσχες ἐν μήτρᾳ τὸν ἐπὶ πάντων Θεὸν καὶ τέτοκας ἄχρονον Υἱόν, πᾶσι τοῖς ὑμνοῦσι σε, σωτηρίαν βραβεύοντα».
Ὅλος ὁ κόσμος ἔμεινε ἔκπληκτος γιά τή θεία δόξα σου· διότι σύ, ἀπειρόγαμε Παρθένε, ἀξιώθηκες νά δεχτεῖς στή μήτρα σου τὸν Θεό πού βρίσκεται πάνω σὲ ὅλα τὰ κτίσματα (καὶ τὰ ἐξουσιάζει), καὶ ἔχεις γεννήσει τὸν ἄχρονο Υἱὸ τοῦ Πατρός, ὁ ὁποῖος χαρίζει τή σωτηρία σὰν βραβεῖο σὲ ὅσους μὲ εὐλάβεια σὲ ἀνυμνοῦν.
Ἡ ἔκσταση εἶναι ὁ συνεπαρμὸς τῆς ψυχῆς πού γεννιέται μπροστὰ στό θαῦμα. Βλέποντας ὁ ἄνθρωπος κάτι μεγάλο, τὸ ὁποῖο ὑπερβαίνει τὰ κοινὰ μέτρα καὶ τοὺς νόμους τῆς φύσεως, κάτι πού δέν μπορεῖ νά ἐξηγήσει μὲ τὸ λογικὸ ὁπλισμὸ τῆς φύσεώς του, κάτι ἀκατανόητο καὶ ἀκατάληπτο, μένει ἄφωνος, πέφτει σὲ ἔκσταση, καταπλήσσεται. Ἰδιαίτερα μάλιστα, ὅταν βλέπει τὸ θαῦμα τοῦ Θεοῦ, κυριεύεται ἀπὸ ἱερὸ τρόμο καὶ θαυμασμὸ καὶ ξεσπᾶ σὲ ἀνύμνηση τῆς θείας μεγαλειότητας καὶ παντοδυναμίας.
Στή σειρὰ τῶν Θείων θαυμάτων, πρωτεύουσα θέση καταλαμβάνει ἀσφαλῶς τὸ θαῦμα τῆς Παρθένου. Πῶς, δηλαδὴ, ἡ ἀπειρόγαμος Κόρη, χωρὶς νά λειτουργήσουν σ’ αὐτὴν οἱ νόμοι τῆς φυσικῆς συλλήψεως καὶ τῆς κυήσεως, μπόρεσε νά συλλάβει καὶ νά γεννήσει. Ἡ μεγάλη ὅμως στιγμὴ τοῦ θαύματος ἦταν, τό πῶς μπόρεσε νά χωρήσει στή μήτρα της τὴν ἄπειρη οὐσία τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀκατάληπτη, ἀκατάσχετη, καὶ τὴν ἀνέφικτη σὲ κάθε κτιστή δυνατότητα. Πῶς μπόρεσε, ἀλήθεια, νά χωρέσει ὁ ἀχώρητος καὶ ἀκατάσχετος Θεὸς στό στενὸ χωρίο τῆς Παρθένου; Μήπως εἶναι λῆρος (παραμύθια) αὐτὰ τὰ πράγματα; γιά κείνους πού κυριαρχοῦνται μοναχὰ ἀπὸ τὸ λογικό, μπορεῖ νά εἶναι. Αὐτοὶ μένουν πίσω. Δέν ἔχουν δύναμη καὶ ἀντοχή. Ἐγκλωβίζονται στά στεγανὰ διαμερίσματα τοῦ κριτικοῦ λόγου, τῆς διανοίας. Πνευστιοῦν, πεθαίνουν. Ἀνεβαίνουν ὅμως ἐκεῖνοι πού πιστεύουν στό θαῦμα τοῦ Θεοῦ, ὅσοι ἀποδέχονται μὲ ταπείνωση καὶ ἀφελότητα καρδίας ἐκεῖνο πού ἐπίμονα ἀρνεῖται ὁ λογικὸς νοῦς καὶ ἡ διάνοια. Αὐτοὶ παθαίνουν τή θεοποιὸ ἔκπληξη, ἐναγκαλίζονται τὸν ἄπειρο Θεό! Συνέχεια
Ἡ ὁδὸς τῆς Σταύρωσης
Metr.Anthony Bloom
Ἑβδομάδα μ’ ἑβδομάδα νοιώθουμε ὅτι πλησιάζουμε ὁλοένα τὴν ἔνδοξη Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Καὶ μᾶς φαίνεται ὅτι κινούμαστε γρήγορα, ἀπὸ Κυριακὴ πρὸς Κυριακή, πρὸς τὴν ἡμέρα ποὺ κάθε φόβος, κάθε φρίκη θὰ χαθεῖ.
Κι ὅμως τόσο εὔκολα ξεχνᾶμε ὅτι πρὶν φτάσουμε τὴν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, πρέπει μαζὶ μὲ τὸν Χριστό, μαζὶ μὲ τοὺς Ἀποστόλους Του, νὰ βαδίσουμε τὴν ὁδὸ τῆς Σταύρωσης. «Ἰδού, ἀναβαίνομεν εἰς Ἱεροσόλυμα καὶ ὁ Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου θὰ παραδοθῆ εἰς χεῖρας ἀνθρώπων, καὶ θὰ Τὸν σταυρώσουν, καὶ τὴν τρίτην ἡμέραν θὰ ἀναστηθεῖ». Ὅλοι ξέρουμε ὅτι θὰ ἀναστηθεῖ, ἀλλὰ ἔχουμε πότε ἀναρωτηθεῖ πῶς γύρισαν οἱ μαθητές Του στὴν Ἱερουσαλήμ, ξέροντας ὅτι ἡ Σταύρωση ἦταν κοντά; Κινοῦνταν φοβισμένοι. Δὲν εἶχαν ὡριμάσει τόσο, ὥστε νὰ εἶναι ἐκεῖνοι ποὺ καὶ τὴν ζωή τους θὰ ἔδιναν γιὰ νὰ διαδοθεῖ τὸ μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου. Κινοῦνταν μὲ φόβο. Ὅταν ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε νὰ γυρίσουν στὴν Ἱερουσαλήμ, τὴν πόλη ποὺ εἶχε ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, βάζοντας τὴν ζωή Του σὲ κίνδυνο, ἐκεῖνοι Τοῦ εἶπαν: «ἂς μὴν πᾶμε..», καὶ μόνον ἕνας μαθητής, ὁ Θωμᾶς, εἶπε: «Ὄχι. Ἂς πᾶμε μαζί Του, κι ἂς πεθάνουμε μαζί Του».
Ὁ μαθητὴς εἶναι ἐκεῖνος, ποὺ ἀνόητα πιστεύω, ὀνομάσαμε Ἄπιστο: ὁ μόνος ποὺ δὲν ἦταν ἕτοιμος νὰ δώσει τὴν ἐμπιστοσύνη του, τὴν πίστη, τὴν ζωή του, τὸ αἷμα του, χωρὶς βεβαιότητα. Ἀλλὰ ἡ καρδιὰ του ἦταν ἀνεπιφύλακτα δοσμένη στὸν Χριστό. Πόσο ὑπέροχο νὰ εἶναι κάποιος ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος! Ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιποι μαθητὲς δὲν θὰ ἐγκαταλείψουν τὸν Χριστό. Θὰ βαδίσουν μαζί Του πρὸς τὴν Ἱερουσαλήμ.
Ἔχουμε σήμερα ἀκόμα τὸ παράδειγμα ἑνὸς ἀνθρώπου ποὺ ζοῦσε μιὰ τραγωδία πρὶν συναντήσει τὸν Χριστό. Εἶναι ἡ Μαρία ἡ Αἰγυπτία. Ἦταν ἁμαρτωλή. Ἦταν πόρνη. Δὲν πίστευε στὸν Θεό, οὔτε μὲ τὴν ψυχή, οὔτε μὲ τὸ σῶμα. Δὲν εἶχε σεβασμὸ σὲ αὐτὸ τὸ σῶμα ποὺ ὁ Θεὸς ἔχει δημιουργήσει, οὔτε σ’ αὐτὴ τὴν ψυχή. Κι ὅμως ἦρθε, μὲ τραγικὸ τρόπο, ἀντιμέτωπη μὲ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ὑπῆρχε τρόπος νὰ τῆς ἐπιτραπεῖ ἡ εἴσοδος στὸν Ναὸ ἐκτὸς ἂν ἀπέρριπτε τὸ κακὸ καὶ διάλεγε τὴν ἁγνότητα, τὴν μετάνοια, τὴν νέα ζωή.
Ἂς συλλογιστοῦμε τοὺς μαθητὲς ποὺ σχεδὸν ἱκέτεψαν τὸν Χριστὸ νὰ μὴν ἐπιστρέψει στὴν Ἱερουσαλήμ, ἐπειδὴ ἡ Ἱερουσαλὴμ ἦταν μιὰ πόλη ὅπου ὅλοι οἱ προφῆτες εἶχαν πεθάνει, δὲν ἤθελαν νὰ πεθάνει ὁ Χριστός, καὶ φοβόντουσαν. Ἂς ἀναρωτηθοῦμε πόσο τοὺς μοιάζουμε. Ἂς ἀναρωτηθοῦμε εἰλικρινὰ σήμερα κατά πόσο μοιάζουμε ἢ ὄχι στὴν ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία· τὴν Μαρία ποὺ εἶχε ζήσει τὴν ζωὴ της σύμφωνα μὲ τοὺς τρόπους καὶ τὶς ἐπιθυμίες της, παρασυρόμενη ἀπ’ ὅλους τοὺς πειρασμοὺς τοῦ σώματος καὶ τῆς ψυχῆς· καὶ μία μέρα συνειδητοποίησε ὅτι στὴν κατάσταση ποὺ ἦταν δὲν μποροῦσε νὰ εἰσέλθει στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Ἀπό τόν κανόνα τοῦ Άκαθίστου Ὕμνου – Ὠδή θ’
Ἅπας γηγενής σκιρτάτῳ τῷ πνεύματι λαμπαδουχούμενος· πανηγυριζέτω δέ ἀύλων Νόων φύσις γεραίρουσα τήν ἱεράν πανήγυριν τῆς Θεομήτορος καί βοάτω: Χαίροις, παμμακάριστε Θεοτόκε, ἁγνή, ἀειπάρθενε.
Ὅλος ὁ πληθυσμός τῆς γῆς φωτισμένος ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα ἄς σκιρτᾶ ἀπό χαρά· ἄς πανηγυρίζουν τά τάγματα τῶν ἀσωμάτων, πνευματικῶν ἀγγέλων, ἐγκωμιάζοντας τήν ἱερή πανήγυρη τῆς Μητέρας τοῦ Θεοῦ καί ἄς ἀναφωνοῦν σ᾽ αὐτήν: «Μακάρι νά χαίρεις, εὐλογημένη ἀπ᾽ ὅλους, Θεοτόκε ἁγνή, ἀειπάρθενε».
Ἵνα σοι πιστοί τό «χαῖρε» κραυγάζωμεν, οἱ διά σοῦ τῆς χαρᾶς μέτοχοι γενόμενοι τῆς ἀιδίου, ρύσαι ἡμᾶς πειρασμοῦ, βαρβαρικῆς ἁλώσεως καί πάσης ἄλλης πληγῆς διά πλῆθος, Κόρη, παραπτώσεων ἐπιούσης βροτοῖς ἁμαρτάνουσιν.
Γιά νά φωνάζουμε δυνατά μέ πίστη σέ σένα τό «Χαῖρε», οἱ ὁποῖοι μέ σένα γίναμε μέτοχοι τῆς αἰώνιας χαρᾶς, σέ παρακαλοῦμε, Κόρη, νά μᾶς προφυλάξεις ἀπό τόν πειρασμό, ἀπό βαρβαρική ἅλωση καί ἀπό κάθε ἄλλη συμφορά, ἡ ὁποία ἐπέρχεται στούς ἀνθρώπους, πού ἁμαρτάνουν, ἀπό τίς πολλές παραβάσεις τους.
Ὥφθης φωτισμός ἡμῶν καί βεβαίωσις· ὅθεν βοῶμέν σοι: Χαῖρε, ἄστρον ἄδυτον εἰσάγον κόσμῳ τόν μέγαν Ἥλιον χαῖρε, Ἐδέμ ἀνοίξασα τήν κεκλεισμένην, Ἁγνή· χαῖρε, στῦλε πύρινε, εἰσάγουσα εἰς τήν ἄνω ζωήν τό ἀνθρώπινον.
Σέ εἴδαμε σάν φωτισμό μας καί σιγουριά μας. Γι᾽ αὐτό σοῦ φωνάζουμε δυνατά: Χαῖρε, ἀστέρι πού δέν δύεις, πού εἰσάγεις στόν κόσμο τόν μεγάλο ἥλιο, τόν Χριστό· χαῖρε, Ἁγνή, πού ἄνοιξες τόν κλεισμένο παράδεισο τῆς Ἐδέμ. Χαῖρε, πύρινη στήλη, πού ὁδηγεῖς τούς ἀνθρώπους στήν οὐράνια ζωή.
Στῶμεν εὐλαβῶς ἐν οἴκῳ Θεοῦ ἡμῶν καί ἐκβοήσωμεν: Χαῖρε, κόσμου Δέσποινα χαίρε, Μαρία, Κυρία πάντων ἡμῶν· χαῖρε, ἡ μόνη ἄμωμος ἐν γυναιξί καί καλή· χαῖρε, σκεῦος μύρον τό ἀκένωτον ἐπί σέ κενωθέν εἰσδεξάμενον.
Ἄς σταθοῦμε μέ εὐλάβεια στό σπίτι τοῦ Θεοῦ μας καί ἄς φωνάξουμε δυνατά: «Χαῖρε, Δέσποινα τοῦ κόσμου, χαῖρε, Μαρία, Κυρία ὅλων μας, χαῖρε, ἡ μόνη ἀνάμεσα στίς γυναῖκες ἄψογη καί ἐκλεκτή. Χαῖρε, θεῖο σκεῦος, πού δέχτηκες μέσα σου τό ἀκένωτο μύρο, τόν Χριστό, πού ἄδειασε πάνω σου.
Ἡ περιστερά ἡ τόν ἐλεήμονα ἀποκυήσασα, χαῖρε, Ἀειπάρθενε Ὁσίων πάντων, χαῖρε, τό καύχημα, τῶν Ἀθλητῶν στεφάνωμα χαῖρε, ἁπάντων τε τῶν Δικαίων θεῖον ἐγκαλλώπισμα καί ἡμῶν τῶν πιστῶν τό διάσωσμα.
Χαῖρε, Ἀειπάρθενε, ἡ περιστερά πού γέννησες τόν φιλεύσπλαχνο Θεό· χαῖρε τό καύχημα ὅλων τῶν ὁσίων καί τό στεφάνωμα τῶν ἀθλητῶν (μαρτύρων)· χαῖρε, τό θεῖο κόσμημα ὅλων τῶν δικαίων καί ἡ σωτηρία γιά μᾶς τούς πιστούς. Συνέχεια