Μάιος 2026
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

imaik

Η ΚΟΙΜΗΣΙΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ

 

Ἰωάννου Φουντούλη

Ἡ ἑορτὴ τῆς Κοιμήσεως τῆς Θεοτόκου, πού ἑορτάζει στὶς 15 Αὐγούστου ὁ χριστιανικὸς κόσμος, εἶναι ἡ μεγαλυτέρα ἀπὸ τὶς ἑορτὲς ποὺ καθιέρωσε ἡ Ἐκκλησία πρὸς τιμὴν τῆς Μητρὸς τοῦ Κυρίου, τὶς θεομητορικὲς ἑορτές. Ἴσως εἶναι καὶ ἡ παλαιοτέρα ἀπὸ ὅλες. Τὶς πρῶτες μαρτυρίες ἔχουμε γι’ αὐτὴν κατὰ τὸν Ε΄αἰώνα, γύρω στὴν ἐποχὴ ποὺ συνεκλήθη ἡ Γ΄Οἰκουμενικὴ Σύνοδος τῆς Ἐφέσου (451 μ.Χ.), ποὺ καθώρισε τὸ θεομητορικὸ δόγμα καὶ ἔγινε αἰτία νὰ ἀναπτυχθῆ ἡ τιμὴ στὸ πρόσωπο τῆς Θεοτόκου.

Γιὰ πρώτη φορὰ φαίνεται ὅτι συνεστήθη στὰ Ἱεροσόλυμα τὴν 13 Αὐγούστου καὶ λίγο ἀργότερα μετετέθη στὶς 15 τοῦ ἰδίου μηνός. Εἶχε δὲ γενικώτερο θεομητορικὸ χαρακτήρα, χωρὶς εἰδικὴ ἀναφορὰ στὸ γεγονὸς τῆς Κοιμήσεως. Ὠνομάζετο «ἡμέρα τῆς Θεοτόκου Μαρίας». Κέντρο τοῦ πανηγυρισμοῦ ἀναφέρεται στὴν ἀρχὴ ἕνα «Κάθισμα», ναὸς ἐπ’ ὀνόματί της, ποὺ εὑρίσκετο ἔξω ἀπὸ τὰ Ἱεροσόλυμα στὸ τρίτο μίλιο τῆς ὁδοῦ ποὺ ὁδηγοῦσε στὴν Βηθλεέμ. Συνέχεια

Ἡ Κοίμησις τῆς Θεοτόκου

Χρήστου Γκότση

imagesCAIUKNJJἈπό τάς Θεομητορικάς ἑορτάς ξεχωρίζει ἡ ἑορτή τῆς Κοιμήσεως (15 Αὐγούστου). Κατ᾿ αὐτήν ἡ Ἐκκλησία μας ἑορτάζει τήν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου, πού περιλαμβάνει πρῶτον τόν θάνατον καί τήν ταφήν Της καί δεύτερον τήν ἀνάστασιν καί τήν μετάστασίν Της εἰς τούς οὐρανούς. Ὅπως λέγει τό Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς, «τάφος καί νέκρωσις οὐκ ἐκράτησε (τήν Θεοτόκον)· ὡς γάρ ζωῆς μητέρα, πρός τήν ζωήν μετέστησεν ὁ μήτραν οἰκήσας ἀειπάρθενον». Ὁ Κύριος δηλαδή, πού εἶναι ἡ πηγή τῆς ἀληθινῆς ζωῆς, προσέλαβε την ἀνθρωπίνην σάρκα εἰς τήν κοιλίαν τῆς Θεοτόκου καί ἐγεννήθη ἀπό αὐτήν. Ἔτσι κατέστησε τήν Παναγίαν Μητέρα Του, μητέρα τῆς ζωῆς. Ἐφ᾿ ὅσον δέ ὁ Κύριος μέ τόν σταυρικόν Του θάνατον ἐπάτησε καί κατήργησε τόν θάνατον, ἦτο φυσικόν νά ἀναβιβάσῃ εἰς τούς οὐρανούς τήν Μητέρα Του καί νά τῆς χαρίσῃ τήν δόξαν τῆς αἰωνιότητος.

Κατ᾿ αὐτόν τόν τρόπον πρώτη μεταξύ τῶν ἀνθρωπίνων πλασμάτων ἡ Παναγία ἐπραγματοποίησε τήν θεοποίησιν τοῦ ἀνθρώπου, διά τήν ὁποίαν ἐπιγραμματικῶς λέγουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας: «Ὁ Θεός ἐνηνθρώπησεν (= ἔγινεν ἄνθρωπος), ἵνα ἡμεῖς θεοποιηθῶμεν». Ὡραῖα παρετηρήθη διά τήν Θεοτόκον, ὅτι «αὐτή ἡ διέλευσις ἀπό τοῦ θανάτου εἰς τήν ζωήν, ἀπό τοῦ χρόνου εἰς τήν αἰωνιότητα, ἀπό τῆς γηΐνης καταστάσεως εἰς τήν οὐράνιον ὡραιότητα, τοποθετεῖ τήν Μητέρα τοῦ Θεοῦ πέρα τῆς γενικῆς ἀναστάσεως και τῆς τελικῆς κρίσεως, πέρα τῆςδευτέρας παρουσίας, ἡ ὁποία θα σημάνῃ τό τέλος τῆς ἱστορίας τοῦ κόσμου» (Βλαδίμηρος Λόσκυ). Συνέχεια

Εἰς τὴν Πάνδοξον Κοίμησιν τῆς Ὑπεραγίας Δεσποίνης ἡμῶν καὶ Παναχράντου Θεοτόκου

 

Ἅγιος Νικόλαος Καβάσιλας

Κανεὶς νομίζω δὲν ἀγνοεῖ ὅτι σπουδαιότερος ἀγώνας ρητορικῆς ἐγκωμιαστικοῦ λόγου δὲν μπορεῖ νὰ ὑπάρξη ἀπὸ αὐτὸν ἐδῶ, ἐὰν βέβαια ἤθελε προσπαθήσει κανεὶς νὰ τηρήση τὰ καθιερωμένα καὶ πρέποντα. Ἐγὼ προσωπικὰ δυσκολεύομαι τόσο περισσότερο νὰ ἐπιδιώξω στὴν προκειμένη περίσταση τὸν πρέποντα λόγο, ὅσο νομίζω ὅτι ὅλοι μὲν οἱ ἄνθρωποι ὀφείλουν ἀσφαλῶς αὐτὸ τὸν ἄθλο τῶν ἐγκωμίων πρὸς τὴν Παρθένο, πλὴν ὅμως οὔτε εἶναι κἄν δυνατὸν νὰ ἐλπίζουν ὅτι θὰ ἀνταποκριθοῦν μὲ τὰ ἐγκώμιά τους στὸ μεγαλεῖο της πραγματικότητας. Γι’ αὐτὸ ἀκριβῶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μᾶς κατηγορήσουν γιὰ τόλμη. Γιατί ποῦ ὑπάρχει τόλμη; Τὸ νὰ καταπιάνεται βέβαια κανεὶς μὲ ὑψηλὰ θέματα καὶ νὰ ἐγκαταλείπη τὴν προσπάθεια ἐμπρὸς στὸ ἐνδεχόμενο μίας ἥττας δὲν θὰ ἦταν λογικό. Πράγματι, κανεὶς ἀπολύτως δὲν θὰ μποροῦσε νὰ κατηγορήση ὅσους ὑστέρησαν στὸν ἀγώνα τὸν ὁποῖο κανεὶς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ κερδίση. Πῶς λοιπὸν εἶναι δυνατὸν νὰ χαρακτηρισθῆ ὑποχώρηση ἢ ἥττα ὅ,τι εἶναι ἐκτός εὐθύνης καὶ κατηγορίας; Συνέχεια

Ἐγκώμιο στην Κοίμηση τῆς Ἁγίας Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου

 

Θεοδώρου Στουδίτου

Φωνή κεράτινης σάλπιγγας, πού νά ἀντηχῆ δυνατώτερα ἀπό ἀνθρώπινη φωνή καί νά συγκλονίζη τά πέρατα, ἀπαιτεῖ ἕνας λόγος πρός τιμήν τῆς ἱερᾶς αὐτῆς ἡμέρας, ἀγαπητοί μου· γι᾿ αὐτό καί κινδυνεύει ν᾿ ἀποτύχη τώρα, καθώς ἀκούγεται προερχόμενος ἀπό τό ἀσθενές φωνητικό μου ὄργανο. Ἡ Κυρία ὅμως καί Βασίλισσα τοῦ παντός, ἔτσι καθώς εἶναι ἀφιλόδοξη, θά δεχτῆ νομίζω κι αὐτόν ἐδῶ τόν σύντομο καί πενιχρό λόγο πού τῆς προσφέρουμε οἱ δοῦλοι της, ὅμοια μέ ἐκείνους τούς διεξοδικούς καί ἀστραφτερούς τῶν σπουδαίων ὁμιλητῶν, μέ τό νά παρακινεῖται σέ συμπάθεια ἀπό τίς προσευχές αὐτοῦ πού μέ προστάζει νά ὁμιλήσω· ἐπειδή ἀκριβῶς καί ἕνα μόνο πράγμα προσέχει ἡ φιλάγαθη: τήν πρόθεσι.

Ἐμπρός λοιπόν, συνάξου ὁλόκληρη ἡ οἰκουμένη, ἱεράρχες καί ἱερεῖς, μοναχοί καί κοσμικοί, βασιλεῖς καί ἄρχοντες, ἄνδρες καί γυναῖκες, ἀγόρια καί κορίτσια, φυλές καί γλῶσσες, μέ ὅλο μαζί τό ἔθνος καί τό πλῆθος, καί ἀφοῦ ἀλλάξης τά φορέματα τῶν ἀρετῶν σου, «ντυμένη» κι ἐσύ «στά κρόσσια τά χρυσά καί στολισμένη» (Ψαλμ. μδ´ 14), πρόβαλε μέ πρόσωπο φαιδρό καί ὅλο χαρά γιόρτασε τῆς Κυριοτόκου Μαρίας τήν ἑορτή, τήν ἐπικήδεια συγχρόνως καί διαβατήρια· διότι φεύγει ἀπό ἐδῶ κάτω καί πηγαίνει κοντά στά ὄρη τά αἰώνια, τό ὄρος ὄντως τό Σιών, στό ὁποῖο εὐδόκησε ὁ Θεός νά κατοικῆ, ὅπως ψάλλει ἡ λύρα τοῦ ψαλμωδοῦ. Σήμερα λοιπόν ὁ ἐπίγειος οὐρανός περιβαλλόμενος τήν στολή τῆς ἀφθαρσίας ἀποκτᾶ νέα διαμονή, τήν καλύτερη καί αἰώνια. Συνέχεια

ἩΚοίμησις τῆς Θεοτόκου

Ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής

Tώρα μὲ τὴν Χάριν της θὰ ὁμιλήσωμε περὶ τῆς ἐξόδου καὶ τῆς Μεταστάσεως αὐτῆς ἀπὸ τὸν παρόντα κόσμον εἰς τὴν αἰώνιον Βασιλείαν τοῦ Υἱοῦ της. Εἶναι ὄντως φαιδρὰ καὶ χαρμόσυνος γιὰ τὴν ἀκοὴν τῶν φιλοθέων ἡ τοιαύτη διήγησις.

Ὅταν, λοιπόν, ὁ Χριστός, ὁ Θεός μας, εὐδόκησε νὰ μεταθέση τὴν παναγίαν καὶ πανάμωμον μητέρα του ἀπὸ τὸν κόσμον αὐτὸν εἰς τὴν Βασιλείαν του, προκειμένου νὰ λάβη τὸν ἄφθαρτον στέφανον τῶν ὑπερφυῶν ἀγώνων καὶ ἀρετῶν της, νὰ τὴν τοποθετήση θεομητροπρεπῶς «ἐκ δεξιῶν του, περιβεβλημένην μὲ πορφύραν καὶ πεποικιλμένην ἐν ἱματισμῷ διαχρύσῳ» (Ψαλμ. μδ΄, 12) καὶ νὰ τὴν ἀνακηρύξη Βασίλισσαν πάντων τῶν κτισμάτων, ὁδηγῶν αὐτὴν εἰς τὸ ἐσώτερον τοῦ καταπετάσματος καὶ ἐγκαθιστῶν εἰς τὰ ἐπουράνια Ἅγια τῶν Ἁγίων, τῆς ἐγνωστοποίησε ἐκ τῶν προτέρων τὴν ἔνδοξον αὐτῆς μετάστασιν.

Ἀπέστειλε πάλιν εἰς αὐτὴν τὸν ἀρχάγγελον Γαβριὴλ γιὰ νὰ τῆς ἀναγγείλη τὴν ἔνδοξον ἐκδημίαν της, καθὼς ἄλλοτε τὴν θαυμαστὴν αὐτῆς σύλληψιν. Συνέχεια

Ἐγκώμιο στὴν Κοίμηση τῆς Θεοτόκου

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός

Τί εἶναι αὐτὸ τὸ μυστήριο τὸ μέγα, ποὺ συντελεῖται γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπό σου, ἱερὴ Μητέρα καὶ Παρθένε; «Εὐλογημένη σὺ ἐν γυναιξὶ καὶ εὐλογημένος ὁ καρπὸς τῆς κοιλίας σου». Ὅσο ὑπάρχουν ἄνθρωποι θὰ σὲ μακαρίζουν, γιατί μονάχα Σὺ εἶσαι ἄξια γιὰ μακαρισμό!

Καὶ νὰ ποὺ ὅλες οἱ γενιὲς Σὲ μακαρίζουν. Ἐσένα εἶδαν οἱ θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ, δηλαδὴ τῆς Ἐκκλησίας, καὶ σὲ μακάρισαν οἱ βασίλισσες, δηλαδὴ οἱ ψυχὲς τῶν δικαίων, καὶ θὰ σὲ ὑμνοῦν αἰώνια. Γιατί Σὺ εἶσαι ὁ θρόνος ὁ βασιλικός, στὸν ὁποῖον παραστέκονται Ἄγγελοι κοιτάζοντας τὸν Βασιλέα καὶ Δημιουργὸ νὰ κάθεται ἐπάνω του.

Σὺ ἔγινες Ἐδὲμ νοητή, πιὸ ἱερὴ καὶ πιὸ θεϊκὴ ἀπὸ τὴν παλιά. Γιατί σὲ ἐκείνη τὴν Ἐδὲμ ἔμεινε ὁ Ἀδὰμ ὁ γήινος, ἐνῶ σ’ Ἐσένα ὁ Κύριος τοῦ οὐρανοῦ.

Ἐσένα προεικόνισε ἡ κιβωτός, γιατί Σὺ γέννησες τὸν Χριστό, τὴ σωτηρία τοῦ κόσμου, ποὺ καταπόντισε τὴν ἁμαρτία καὶ κατασίγησε τὰ κύματά της. Συνέχεια

Ἑρμηνεία εἰς το πρῶτον Κανόνα τῆς ἑορτῆς τῆς Κοιμήσεως

Ἁγίου Νικοδήμου ἁγιορείτου

                                                                Ὠδή θ´. Ὁ Εἱρμός

Νενίκηνται τῆς φύσεως οἱ ὅροι, ἐν σοί, Παρθένε ἄχραντε· παρθενεύει γάρ τόκος, καί ζωήν προμνηστεύεται θάνατος· Ἡ μετά τόκον Παρθένος, καί μετά θάνατον ζῶσα, σώζοις ἀεί, Θεοτόκε τήν κληρονομίαν Σου.

Ἑρμηνεία

Στοχαζόμενος ὁ Ἱερός Μελωδός, ὅτι εἰς τό ὑποκείμενον τῆς Παρθένου Μαρίας πολλοί νόμοι τῆς φύσεως ἐνικήθησαν, καί τρόπον τινά ἰλιγγιάσας, καί περαιτέρω μή δυνάμενος νά ἐννοήσῃ, θαυμαστικῶς ἀνεβόησεν· Ὦ Παρθένε καθαρωτάτη καί ἄσπιλε! Εἰς Σέ ἐνικήθησαν οἱ νόμοι τῆς φύσεως· φύσεως δέ νόμος εἶναι, ὁποία γυνή γεννήσῃ, νά μή μένῃ πλέον παρθένος· Σύ δέ Παρθένος οὖσα συνέλαβες ἀσπόρως, καί Παρθένος οὖσα, ἐγέννησας ἀφθόρως (τοῦτο γάρ δηλοῖ τό, Παρθενεύει τόκος)· ὅθεν εἶπεν ὁ Θεοφόρος Μάξιμος· Ὅν (Θεόν λόγον) Παρθένος ὑπερφυῶς τεκοῦσα παρέλυσεν οὐδέν τῆς παρθενίας τεκμήριον· ὡς γάρ αὐτός ἄνθρωπος γέγονεν, οὐκ ἀλλοιώσας τήν φύσιν, οὐδ᾿ ἀμείψας τήν δύναμιν· οὕτω τήν τεκοῦσαν καί Μητέρα ποιεῖ, καί Παρθένον διατηρεῖ· θαύματι θαῦμα κατά ταυτόν διερμηνεύων ἅμα, καί θατέρῳ κρύπτων τό ἕτερον· τοσοῦτον Μητέρα τήν Παρθένον ποιούμενος, ὅσον διά τῆς κυήσεως ἄλυτα τά τῆς παρθενίας δεσμά ἀπεργάσασθαι» (Κεφάλαιον θ´ τῆς γ´ ἑκατοντάδος τῶν γνωστικῶν). Συνέχεια

Λόγος εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου

 

Ἠλίας Μηνιάτης

«Παρέστη ἡ βασίλισσα ἐκ δεξιῶν σου, ἐν ἰματισμῶ

διαχρύσω περιβεβλημένη, πεποικιλμένη».

Αὐτὴ εἶναι ἡ πλέον ζωντανὴ καὶ πρεπώδης εἰκὼν τῆς μεταστάσης εἰς οὐρανὸν Θεομήτορος.ὁπού ἐζωγράφισε μὲ θεοκίνητον κάλαμον ὁ Προφητάναξ· καὶ πρὸς τὴν θεωρίαν τῆς εἰκόνος ταύτης προσκαλῶ σήμερον τὰ ὄμματα τῆς εὐλαβοῦς σας διανοίας, ὢ φιλέορτον σύστημα.

Μὴ στοχασθῆτε ἐδῶ κάτω τὰ θλιβερὰ ἐκεῖνα σύμβολα τοῦ θανάτου· ἐκεῖ, δηλαδή, ὁπού φαίνεται ἕνα σῶμα νεκρὸν ἁπλωμένον ἐπάνω εἰς ἕνα κράββατον, κηδευόμενον σεπτῶς παρὰ τῶν ἱερῶν Ἀποστόλων, παραδόξως συνηγμένων ἐκ τῶν περάτων τῆς γῆς. Εἰς τὴν ἁγιωτάτην Παρθένον ὅλα ἐστάθησαν ὑπὲρ ἄνθρωπον· εἰς τοῦτο μόνον ἔδειξε πὼς ἦτον φύσεως ἀνθρωπίνης, διατὶ σήμερον φαίνεται, πὼς εἶναι φύσεως θνητῆς· ἀλλὰ καὶ εἰς τοῦτο ἐφάνησαν τὰ προνόμια τῆς θείας χάριτος· διατί, καθὼς ὅταν ἡ πανάμωμος Μαρία συνέλαβεν, ἡ σύλληψις ἐστάθη ἄσπορος, καὶ ὅταν ἐγέννησεν, ἡ κύησις ἐστάθη ἀδιάφθορος,ἔτζι ὅταν ἀπέθανεν, ἡ νέκρωσις ἐστάθη ἀθάνατος. Συνέχεια

Λόγος εἰς τὴν Κοίμησιν τῆς Θεοτόκου

Ἁγίου Λουκᾶ Ἀρχιεπισκόπου Κριμαίας

Τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς τὸν βασανίζει τὸ ἐρώτημα: τί θὰ γίνει μέ μᾶς καὶ τί μᾶς περιμένει μετὰ τὸ θάνατο; Μία σαφῆ ἀπάντηση σ’ αὐτὸ τὸ ἐρώτημα μόνοι μας δὲν μποροῦμε νὰ τὴν βροῦμε. Ἀλλὰ ἡ Ἁγία Γραφὴ καὶ πρῶτα ἀπ’ ὅλα ὁ λόγος τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ μᾶς ἀποκαλύπτουν αὐτὸ τὸ μυστικό.

Μᾶς τὸ ἀποκαλύπτουν ἐπίσης τὸ ἀπολυτίκιο καὶ τὸ κοντάκιο τῆς μεγάλης αὐτῆς γιορτῆς τῆς Κοιμήσεως τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ οἱ ἐκκλησιαστικοὶ ὕμνοι ποὺ ψάλλονται σ’ αὐτὴ τὴ γιορτή.

Θέλω ὅλοι σας νὰ καταλάβετε, γιατί ὁ θάνατος τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου καὶ Παρθένου Μαρίας λέγεται Κοίμησή της. Ὁ μέγας ἀπόστολος Ἰωάννης ὁ Θεολόγος στὸ 20ο κεφάλαιο τῆς Ἀποκαλύψεως μιλάει γιὰ τὸν πρῶτο καὶ τὸ δεύτερο θάνατο. Ὁ πρῶτος μόνο θάνατος, ὁ ὁποῖος εἶναι ἀναπόφευκτος γιὰ ὅλους τούς ἀνθρώπους, περιμένει καὶ τοὺς ἁγίους καὶ τοὺς δικαίους. Ἀλλὰ ὁ δεύτερος, ὁ φοβερὸς καὶ αἰώνιος θάνατος, περιμένει τοὺς μεγάλους καὶ ἀμετανόητους ἁμαρτωλούς, οἱ ὁποῖοι ἀρνήθηκαν τὴν ἀγάπη καὶ τὴν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ καὶ εἶναι καταδικασμένοι νὰ βρίσκονται αἰωνίως σὲ κοινωνία μὲ τὸ διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του.

Στὸ Εὐαγγέλιο τοῦ ἴδιου μεγάλου ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστοῦ Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου διαβάζουμε τὰ λόγια τοῦ Χριστοῦ, τὰ ὁποῖα εἶναι πολὺ στενὰ συνδεδεμένα μὲ ὅσα γράφει ἡ Ἀποκάλυψη: «ἀμὴν ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι ὁ τὸν λόγον μου ἀκούων καὶ πιστεύων τῷ πέμψαντί με ἔχει ζωὴν αἰώνιον καὶ εἰς κρίσιν οὐκ ἔρχεται, ἀλλὰ μεταβέβηκεν ἐκ τοῦ θανάτου εἰς τὴν ζωὴν» (Ἰωάν. 5, 24). Συνέχεια

Αὐγή ἡμέρας μυστικῆς

 

Schmemann Alexander

 Τόν Αὔγουστο ἡ Ἐκκλησία ἑορτάζει τό τέλος τῆς ἐπίγειας ζωῆς τῆς Παναγίας, τό θάνατό της, γνωστό ὡς Κοίμηση, μιά λέξη ὅπου τό ὄνειρο, ἡ μακαριότητα, ἡ εἰρήνη,ἡ ἠρεμία καί ἡ χαρά ἑνώνονται.

Τίποτε δέν γνωρίζουμε γιά τίς συνθῆκες ποὺ περιβάλλουν τό θάνατο τῆς Παναγίας, τῆς μητέρας τοῦ Χριστοῦ. Διάφορες ἱστορίες, διανθισμένες μέ παιδική τρυφεράδα, ἔχουν φθάσει ὥς ἐμᾶς ἀπό τόν πρώιμο Χριστιανισμό, ἀλλά, ἀκριβῶς λόγῳ τῆς ποικιλίας τους, δέν νιώθουμε ὑποχρέωση νά ὑπερασπιστοῦμε τήν «ἱστορικότητα» καμιᾶς ἀπ’ αὐτές.

Στήν Κοίμηση, ἡ ἀγάπη καί ἡ μνημόνευση τῆς Ἐκκλησίας δέν ἐπικεντρώνονται στό ἱστορικό καί πραγματικὸ πλαίσιο, οὔτε στήν ἡμερομηνία καί στόν τόπο ὅπου αὐτή ἡ μοναδική γυναίκα, αὐτή ἡ Μητέρα ὅλων τῶν μητέρων, ὁλοκλήρωσε τήν ἐπίγεια ζωή της. Ὁποτεδήποτε καί ὁπουδήποτε κι ἄν αὐτό συνέβη,ἡ Ἐκκλησία, ἀντ’ αὐτοῦ, παρατηρεῖ τὴν οὐσία καί τό νόημα τοῦ θανάτου της, μνημονεύοντας τό θάνατο αὐτῆς ποὺ ὁ Υἱός της, σύμφωνα μέ τήν πίστη μας, κατέβαλε τό θάνατο, ἀνέστη ἐκ νεκρῶν, καί μᾶς ὑποσχέθηκε τήν τελική ἀνάσταση καί τὴ νίκη τῆς ἀθάνατης ζωῆς. Συνέχεια

Η ΕΙΚΟΝΑ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΩΣ

 

 Χρήστου Γκότση

img492Ἕνα ἀπὸ τὰ θαύματα τοῦ Κυρίου, πού δείχνει τὴν θεότητά Του, τὴν μεγαλειότητα καὶ τὴν δύναμίν Του, εἶναι ἡ Μεταμόρφωσίς Του. Δι’ αὐτὴν ὁμιλοῦν οἱ τρεῖς πρῶτοι Εὐαγγελισταί, ὁ Ματθαῖος, ὁ Μάρκος καὶ ὁ Λουκᾶς, καθὼς καὶ ἕνας ἀπὸ τοὺς αὐτόπτες Μαθητές τοῦ  Κυρίου, ὁ Πέτρος.

Τὰ ὅσα λέγουν, ἀκούονται κατὰ τὴν Θείαν Λειτουργίαν τῆς ἑορτῆς (6 Αὐγούστου) καὶ μᾶς μεταφέρουν εἰς τὸ ὅρος Θαβώρ, ἐπί τοῦ ὁποίου κατὰ τὴν παράδοσιν ἔλαβε χώραν τὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως. «Καί μεθ᾿ ἡμέρας ἓξ παραλαμβάνει ὁ ᾿Ιησοῦς τὸν Πέτρον καὶ ᾿Ιάκωβον καὶ ᾿Ιωάννην τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ καὶ ἀναφέρει αὐτοὺς εἰς ὄρος ὑψηλὸν κατ᾿ ἰδίαν· καὶ μετεμορφώθη ἔμπροσθεν αὐτῶν, καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπον αὐτοῦ ὡς ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ἱμάτια αὐτοῦ ἐγένετο λευκὰ ὡς τὸ φῶς. καὶ ἰδοὺ ὤφθησαν αὐτοῖς Μωσῆς καὶ ᾿Ηλίας μετ᾿ αὐτοῦ συλλαλοῦντες. ἀποκριθεὶς δὲ ὁ Πέτρος εἶπε τῷ ᾿Ιησοῦ· Κύριε, καλόν ἐστιν ἡμᾶς ὧδε εἶναι· εἰ θέλεις, ποιήσωμεν ὧδε τρεῖς σκηνάς, σοὶ μίαν καὶ Μωσεῖ μίαν καὶ μίαν ᾿Ηλίᾳ. ἔτι αὐτοῦ λαλοῦντος ἰδοὺ νεφέλη φωτεινὴ ἐπεσκίασεν αὐτούς, καὶ ἰδοὺ φωνὴ ἐκ τῆς νεφέλης λέγουσα· οὗτός ἐστιν ὁ υἱός μου ὁ ἀγαπητός, ἐν ᾧ εὐδόκησα· αὐτοῦ ἀκούετε»· (Μάτθ. 17,1-6).

Μὲ τρόπον ἁπλοῦν καὶ ἀνεπιτήδευτον, χωρὶς περιττές φράσεις, ὁ ἱερός Εὐαγγελιστὴς ἀναφέρεται εἰς ἕνα περιστατικὸν τῆς ζωῆς τοῦ Κυρίου, τὸ Ὁποῖον εἶδαν μὲ τὰ μάτια τους τρεῖς Ἀπόστολοι, ὁ Πέτρος, ὁ Ἰάκωβος καὶ ὁ Ἰωάννης, πού ὑπερεῖχαν τῶν ἄλλων εἰς τὴν πίστιν, τὴν ἀφοσίωσιν καὶ τὴν ἀγάπην πρὸς τὸν Κύριον. Ὅπως λέγει ἕνα τροπὰριο τῆς ἑορτῆς, «ὃ πρὸ αἰώνων ὑπάρχων Θεὸς Λόγος, ὁ φῶς ὡς ἱμάτιον περιβαλλόμενος, μεταμορφούμενος ἔμπροσθεν τῶν μαθητῶν Του, ὑπὲρ τὸν ἥλιον ἔλαμψε» (Στιχηρὸν Αἴνων).

Ἔλαμψε τὸ πρόσωπον τοῦ Κυρίου ἀπὸ τὴν λαμπρότητα τῆς ἀπροσίτου θεϊκῆς Του δόξης, τὰ δὲ ἐνδύματά Του ἔγιναν λευκὰ ὡς τὸ φῶς. Δύο ἐξέχοντα πρόσωπα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ὁ Μωϋσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, ἐνεφανίσθησαν κατὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνη τῆς θεϊκῆς λαμπρότητος. Συνομιλοῦσαν μὲ τὸν Κύριον διὰ τὰ μέλλοντα νὰ συμβοῦν εἰς Αὐτόν, δηλαδὴ διὰ τὸν λυτρωτικόν Του θάνατον, ὁ ὁποῖος ἔμελλε νὰ πραγματοποιηθῆ στὴν Ἱερουσαλήμ.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐξηγεῖ διατὶ ἐπελέγησαν αἱ δύο αὐτές προσωπικότητες τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης νὰ πλαισιώσουν τὸν Κύριον κατὰ τὴν ὥραν τῆς Μεταμορφώσεως. Πρῶτον, ἀντιπροσώπευαν τὸ Νόμο καὶ τοὺς προφήτες. Δεύτερον, ἀμφότεροι εἶχαν ἀπολαύσει μίας μυστικῆς θέας τοῦ Θεοῦ, ὁ ἕνας εἰς τὸ ὅρος Σινᾶ καὶ ὁ ἄλλος εἰς τὸ ὅρος Καρμήλιον. Τρίτον, ὁ Μωϋσῆς ἀντιπροσώπευε τοὺς νεκρούς, ἐνῶ ὁ Ἠλίας, πού ἀνελήφθη εἰς τὸν οὐρανό ἐποχούμενος ἐπὶ πυρίνου ἅρματος, ἀντιπροσώπευε τοὺς ζῶντες. «Ἵνα μάθωσιν, ὅτι καὶ θανάτου καὶ ζωῆς ἐξουσίαν ἔχει, καὶ τῶν ἄνω καὶ τῶν κάτω κρατεῖ». (Βλέπε π.χ. τὸ Στιχηρὸν τοῦ Ἑσπερινοῦ  τῆς ἑορτῆς: «Συλλαλοῦντες δὲ τῷ Χριστῷ, Μωϋσῆς καὶ Ἠλίας ἐδείκνυον, ὅτι ζώντων καὶ νεκρῶν κυριεύει…»).

Ἡ παρουσία τοῦ Μωϋσέως και τοῦ Ἠλία κατὰ τὴν Μεταμόρφωσιν ὑπεγράμμισεν ἐπί πλέον τὴν ἑνότητα Παλαιᾶς καί Καινῆς Διαθήκης. Τὸν Χριστόν, πού μὲ τύπους, σύμβολα καὶ προφητεῖες προανήγγειλεν ἡ πρώτη, Τὸν παρουσίασε κηρύττοντα καὶ θαυματουργοῦντα ἡ δευτέρα.

Κατὰ τὴν Μεταμόρφωσιν ἔχουμε καὶ τὴν ἐμφάνισιν τῆς Ἁγίας Τριάδος. Ὁ Πατήρ, πού ὀνομάζει τὸν Κύριον υἱόν Του ἀγαπητόν, ὁ Θεάνθρωπος Κύριος, πού μεταμορφώνεται καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, πού λάμπει μαζὶ μὲ τὸν Κύριο διὰ τῆς φωτεινῆς νεφέλης.

Ἐρωτᾶται τώρα πῶς εἶδαν τὸ θαυμαστὸ γεγονὸς τῆς Μεταμορφώσεως οἱ συνοδεύσαντες τὸν Σωτήρα Μαθηταί. Περὶ αὐτοῦ μᾶς πληροφορεῖ τὸ Κοντάκιον τῆς ἑορτῆς: «Ἐπὶ τοῦ ὅρους μετεμορφώθης, καὶ ὡς ἐχώρουν οἱ Μαθηταί σου τὴν δόξαν σου, Χριστὲ ὁ Θεός, ἔθεασαντο· ἵνα ὅταν σὲ ἴδωσι σταυρούμενον, τὸ μὲν πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον, τῷ δὲ κόσμω κηρύξωσιν, ὅτι σὺ ὑπάρχεις ἀληθῶς τοῦ Πατρὸς τὸ ἀπαύγασμα».

Ὁ ὕμνος αὐτὸς τῆς Ἐκκλησίας μας συμπληρώνει μὲ σύντομο καὶ ἐπιγραμματικὸ τρόπο ὅσα οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελισταὶ ἐξιστοροῦν διὰ τὴν Μεταμόρφωσιν τοῦ Σωτῆρος. Μᾶς λέγει πρῶτον, ὅτι οἱ Μαθηταὶ εἶδαν τὴν θεϊκὴν δόξαν τοῦ Κυρίου «ὡς ἐχώρουν», δηλαδὴ «καθὼς ἠδύναντο», διὰ νὰ μεταχειρισθοῦμε τὴν φράσιν τοῦ Ἀπολυτίκιου τῆς ἑορτῆς. Δὲν ἦτο δυνατὸν οἱ Ἀπόστολοι, ἐφ’ ὅσον ἤσαν ἄνθρωποι, νὰ δοῦν ὁλόκληρη τὴν θεϊκὴν λαμπρότητα τοῦ Κυρίου.

Δεύτερον, μανθάνομεν ἀπὸ τὸ Κοντάκιον, καθὼς καὶ ἀπὸ ἄλλους ὕμνους τῆς ἑορτῆς, τὸν σκοπὸ τῆς Μεταμορφώσεως. Ὁ Κύριος δηλαδὴ μετεμορφώθη, διὰ νὰ ἀντιληφθοῦν οἱ Μαθηταί Του, ὅταν θὰ Τὸν δοῦν ἐπὶ τοῦ σταυροῦ, ὅτι τὸ Πάθος Του ἦτο ἑκούσιον, μὲ τὴν θέλησίν Του. Ἔτσι γεμάτοι ἀπὸ πίστιν καὶ βεβαιότητα θὰ διεσάλπιζον στὸν κόσμο τὴ θεότητά Του. Ἔπρεπε, ὅπως λέγει ἕνας ὕμνος τοῦ Ἐσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς, «νὰ δοῦν τὰ θαυμάσια τοῦ Κυρίου, διὰ νὰ μὴ δειλιάσουν ἐμπρὸς στὰ παθήματά Του», («…ἵνα θεωρήσαντες τὰ θαυμάσια σου, μὴ δειλιάσωσι τὰ παθήματά σου», α’ Στιχηρὸν Ἐσπερινοῦ).

Δὲν εἶναι ἄσκοπο νὰ ἐπαναλάβουμεν ἐδῶ, ὅτι οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας μας συνοψίζουν τίς ἀλήθειες τῆς πίστεως, ὅπως τίς ἀνέπτυξαν καὶ τίς διετύπωσαν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ἔτσι συμπληρώνουν τὴν Ἁγία Γραφή, διότι διαφυλάσσουν μὲ τίς φράσεις τῶν, τίς ποιητικές βεβαίως, τὴν Ἱεράν μας Παράδοσιν.

Τὰ ὅσα ἀνωτέρω ἐλέχθησαν, ἤσαν ἀπαραίτητα διὰ νὰ ἐννοήσωμεν τὴν βυζαντινὴ εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως, ἡ ὁποία εἶναι πιστὴ ἀπεικόνισις τῶν ὅσων οἱ ἱεροὶ Εὐαγγελισταὶ ἀναφέρουν.

 

Περιγραφὴ τῆς εἰκόνος

«Τὸ ὅρος Θαβὼρ τρικόρυφον. Ἐπάνω στὴν ψηλότερη κορυφή του, εἰς τὸ μέσον τῆς εἰκόνος ἵσταται ὁ Κύριος ὄρθιος καὶ κατενώπιον, ἐντὸς φωτεινῆς δόξης ὅπου παριστάνεται μὲ φωτοειδὴ κύκλον, μέσο στὸ ὁποῖο εἶναι γραμμένο ροδόχρουν τετράγωνον. Τὰ ἱμάτια αὐτοῦ εἶναι λευκὰ μὲ ἐλαφρές ραβδώσεις. Διὰ τῆς δεξιᾶς εὐλογεῖ, καὶ στὴν ἀριστερὰν κρατεῖ εἰλητάριον…

Μὲ ὅλον ὅπου στὴ Μεταμόρφωσιν ἐφανερώθη ἡ Θεϊκὴ ἐξουσία Του, ἐν τούτοις καὶ στὴν εἰκόνα ταύτην παρίσταται, ὡς πάντοτε, μὲ ταπεινὸν σχῆμα.

Ἐκ δεξιῶν εἰκονίζεται ὁ προφήτης Ἠλίας καὶ ἐξ ἀριστερῶν ὁ προφήτης Μωϋσῆς ἡ καὶ τανάπαλιν, ἱστάμενοι ἐπάνω στὰς δύο χαμηλότερες κορυφές, καὶ προσκλίνοντες μὲ σεβασμόν, ὁ μὲν Ἠλίας συνομιλῶν μετὰ τοῦ Χρίστου, ὁ δὲ Μωϋσῆς κρατῶν τὰς πλάκας τοῦ Νόμου.

Ὑποκάτωθεν αὐτῶν, ἐν τῷ μέσω βράχων, κατάκεινται χαμαὶ οἱ τρεῖς μαθηταί, Πέτρος, Ἰάκωβος καὶ Ἰωάννης, εἰς βιαίας στάσεις, ὁ μὲν Πέτρος καλύπτων τὸ πρόσωπον ἐκ τοῦ θάμβους καὶ κράζων πρὸς τὸν Χριστόν, ὁ δὲ Ἰωάννης πρηνής, ὁ δὲ Ἰάκωβος ἀνεστραμμένος καὶ οἰονεί ἐκσφενδονισθείς ὑπὸ ὑπερφυοῦς δυνάμεως. Ἐπὶ τῶν προσώπων αὐτῶν εἶναι ἀποτυπωμένος ὁ τρόμος καὶ ἡ ἔκστασις. Ταῦτα δέ, κατὰ τὰ ἐν τῷ ἱερῷ Εὐαγγελίῳ ἱστορούμενα·«Καὶ ἀκούσαντες οἱ μαθηταὶ ἔπεσον ἐπὶ πρόσωπον αὐτῶν καὶ ἐφοβήθησαν σφόδρα» (Ματθ. ιζ’, 6), ὡς ἐπίσης καὶ κατὰ τὰ ψαλλόμενα κατὰ τὴν ἑορτήν τῆς Μεταμορφώσεως τροπάρια

ὅπου λέγουν «οἵτινες τὴν ἀκτίνα τοῦ προσώπου σου μὴ φέροντες καί τὴν λαμπρότητα τῶν χιτώνων σου ἐπὶ πρόσωπον εἰς γῆν κατεβαρύνοντο», καθὼς καὶ τὰ ἀκόλουθα· «οἱ μαθηταί σου, Λόγε, ἔρριψαν ἑαυτοὺς ἐν τῷ ἐδάφει τῆς γῆς, μὴ φέροντες ὁρᾶν τὴν ἀθέατον μορφήν».

«Σέ πολλές εἰκόνες τῆςΜεταμορφώσεως, ὅταν ὑπάρχη πολὺς τοῖχος διὰ νὰ σκεπασθῆ ἀπὸ τὴν τοιχογραφίαν, ζωγραφίζονται ὄπισθεν τοῦ βουνοῦ, ἀπὸ τὸ ἓν μὲν μέρος ὁ Χριστὸς ὅπου ἀναβαίνει εἷς τὸ ὄρος μαζὶ μὲ τοὺς τρεῖς μαθητές Του, καὶ πάλιν ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ βουνοῦ παριστάνονται οἱ ἴδιοι ὅπου κατεβαίνουν, καὶ ὁ Χριστὸς τοὺς εὐλογεῖ, λέγοντας τους νὰ μὴ εἰποῦν σέ κανένα αὐτὰ ὅπου εἶδαν, ὅπως ἱστοροῦνται στὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον…» (Φ. Κόντογλου).

Ἡ σημασία τῆς εἰκόνας διὰ τὸν πιστόν.

Ὅπως κάθε βυζαντινὴ εἰκόνα, ἔτσι καὶ ἡ εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως γίνεται ἀφορμὴ ἱερῶν στοχασμῶν διὰ τὸν πιστόν, πού τὴν βλέπει καὶ τὴν ἀσπάζεται. Σ’ αὐτὸ βοηθοῦν τὰ τροπάρια τῆς ἑορτῆς τῆς Μεταμορφώσεως, διότι τονίζεται σ’ αὐτά, ἐκτὸς τοῦ κυρίου σκοποῦ τοῦ γεγονότος, πού εἶναι τὸ προάγγελμα τῆς ἐνδόξου καὶ σωτηρίου διὰ τοῦ Σταυροῦ ἀναστάσεως καὶ ὁ δευτερεύων σκοπός: ἡ δόξα τῶν πιστῶν στὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. Ἔτσι σ’ ἕνα τροπάριο ἀναφέρεται, ὅτι ὁ Κύριος μετεμορφώθη, «διὰ νὰ δηλώση ὅτι ὅσοι θὰ διαπρέψουν εἰς τὰς ἀρετάς, θὰ ἀξιωθοῦν τῆς ἐνθέου δόξης» (γ’ Στιχηρὸν Ἑσπερινοῦ). Σ’ ἄλλα δὲ τροπάρια παρακαλεῖται ὁ μεταμορφωθείς Κύριος νὰ φωτίση τίς ψυχές μας μὲ τὸ Θαβώριον φῶς, τοῦ ὁποίου οἱ ἀκτίνες κατηύγασαν τοὺς Ἀποστόλους. («Λάμψον καὶ ἡμῖν τοῖς ἁμαρτωλοῖς τὸ φῶς σου τὸ ἀϊδιον»).

Ὁ πιστός, καθὼς ἐνατενίζει τὴν ἅγια εἰκόνα τῆς Μεταμορφώσεως, φέρει εἰς τὸν νοῦν του τὴν γνωστὴν εὐχὴ τῆς Ἐκκλησίας μας:

«Χριστέ, τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν, τὸ φωτίζον καὶ ἁγιάζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, σημειωθήτω ἐφ’ ἡμᾶς τὸ φῶς τοῦ προσώπου σου, ἵνα ἐν αὐτῷ ὀψόμεθα φῶς τὸ ἀπρόσιτον καὶ κατεύθυνον τὰ διαβήματα ἡμῶν πρὸς ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν σου· πρεσβείαις τῆς παναχράντου σου μητρὸς καὶ πάντων σου τῶν ἁγίων. Ἀμήν».

 

ΚΑΝΟΝΑΣ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

AΓΙΟΥ ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ

                            Ὠδή α΄

                          Ἦχος πλ. Δ΄.

Ὁ Μωϋσῆς, σάν εἶδε σέ χρόνους παλαιούς,

στήν θάλασσα, σέ στύλο πύρινο καί σέ νεφέλη

τήν δόξα τοῦ Κυρίου, προφητικῶς ἀναφώνησε·

«Ἄς τραγουδήσουμε στόν λυτρωτή καί Θεό μας!».

                                 ***

Κρύβοντας τό θεωμένο σῶμα του

μέσα σέ βράχο ὁ θεόπτης Μωϋσῆς

ἔβλεπε τόν ἀόρατο κι ἀναφωνοῦσε·

«Ἄς τραγουδήσουμε στόν λυτρωτή καί Θεό μας!».

                                 ***

Σύ πάνω στό ὄρος τό νομικό

καί στό Θαβώριο φάνηκες στόν Μωϋσῆ,

τότε μέσα σέ γνόφο,

τώρα στό ἀπρόσιτο φῶς τῆς θεότητας.

                      Ὠδή γ΄

Ἡ δόξα πού σκίαζε τήν σκηνή πρωτύτερα

καί στόν Μωϋσῆ μιλοῦσε, τόν δοῦλο Σου,

τύπος ἔγινε τῆς μεταμόρφωσής Σου,

πού ἄστραψε, Δέσποτα, στό Θαβώρ ἄρρητα.

                                ***

Ἀνέβηκαν μαζί Σου, Λόγε Μονογενές, ὕψιστε,

τῶν ἀποστόλων οἱ ἔγκριτοι στό ὄρος Θαβώρ.

Καί κοντά στάθηκαν ὁ Μωϋσῆς καί ὁ Ἠλίας

ὡς Θεοῦ ὑπηρέτες μόνε φιλάνθρωπε.

                                  ***

Ὄντας Θεός τέλειος, ἔγινες τέλειος ἄνθρωπος,

μέ τήν Θεότητα ὅλη ἕνωσες τήν ἀνθρωπότητα

στήν ὑπόστασή Σου, αὐτήν πού εἶδαν

στίς δύο της φύσεις ὁ Μωϋσῆς καί ὁ Ἠλίας

πάνω στό ὄρος Θαβώρ. Συνέχεια

Στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Σωτῆρος

 ΙΩΑΝΝΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Ἐμπρός, φίλοι μου, ἂς ἁπλώσουμε σήμερα χωρὶς δισταγμὸ τὸ χέρι στοὺς θησαυροὺς τοῦ Εὐαγγελίου, γιὰ νὰ ἀντλήσουμε ἀπὸ ἐκεῖ κατὰ τὴν συνήθειά μας πλοῦτο, πού ἄφθονα σὲ ὅλους διαμοιράζεται καὶ οὔτε στὸ ἐλάχιστο ποτὲ δὲν ξοδεύεται. Ἐλᾶτε, τὸν πάνσοφο καὶ πάλι ἂς ἀκολουθήσουμε, τὸν ὡραῖο ὁδηγό μας, τὸν Λουκᾶ, νὰ δοῦμε τὸν Χριστὸ νὰ ἀνεβαίνει σὲ ὄρος ὑψηλὸ καὶ τὸν Πέτρο καὶ τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη νὰ παίρνει μάρτυρες τῆς θεϊκῆς Μεταμορφώσεως. Διότι «πῆρε μαζί Του», λέει, «αὐτοὺς πού ἀποτελοῦσαν τὴν συντροφιὰ τοῦ Πέτρου καὶ σὲ ὄρος ὑψηλὸ ἀνέβηκε» ὁ Δεσπότης. Ὄρος ὑψηλό, στὸ ὁποῖο ἡ δυάδα Μωυσῆς καὶ Ἠλίας συζητοῦσε μὲ τὸν Χριστό.

Ὄρος ὑψηλό, ἐπάνω στὸ ὁποῖο ὁ Νόμος καὶ οἱ Προφῆτες συνομιλοῦσαν μὲ τὴν Χάρη. Ὄρος ὑψηλό: σ’ αὐτὸ ὁ Μωυσῆς, πού ἔγινε σφαγέας τοῦ ἀμνοῦ γιὰ τὸ πάσχα τῶν Ἰσραηλιτῶν καὶ ἔτσι μὲ τὸ αἷμα τὰ ἀνώφλια τῶν Ἑβραίων ράντισε.

Ὄρος ὑψηλό, σ’ αὐτὸ ὁ Ἠλίας, πού κοντὰ σ’ ἐκείνους τὸ βόδι εἶχε τεμαχίσει, τὴν θυσία τὴν περιχυμένη μὲ νερὸ εἶχε ἀφανίσει μὲ φωτιά. Ὄρος ὑψηλό, ὅπου ὁ Μωυσῆς, ὁ ἄνθρωπος πού ἄνοιξε καὶ ἔκλεισε τῆς Ἐρυθρᾶς Θάλασσας τὰ πολλὰ καὶ πάντοτε ἀξεχώριστα νερά. Ὄρος ὑψηλό, γιὰ νὰ μάθουν ὅσοι ἀνῆκαν στὸν κύκλο τοῦ Πέτρου καὶ τοῦ Ἰακώβου ὅτι Αὐτὸς εἶναι τὸ πρόσωπο, ἐμπρὸς στὸ ὁποῖο κάθε γόνατο θὰ λυγίσει τῶν ἐπουρανίων καὶ ἐπιγείων καὶ καταχθονίων. Συνέχεια

ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ

ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ΠΑΛΑΜΑ

Ὅπου καί ἀπόδειξη ὅτι, ἄν καί εἶναι ἄκτιστο τό κατ᾽ αὐτήν θειότατο φῶς, ὅμως δέν εἶναι οὐσία τοῦ Θεοῦ.

Ὁ Προφήτης Ἠσαΐας προεῖπε γιά τό εὐαγγέλιο ὅτι «λόγο συντετμημένο θά δώσει ὁ Κύριος ἐπί τῆς γῆς» (Ἠσ. 10, 25). Συντετμημένος λόγος εἶναι ἐκεῖνος, πού μέσα σέ λίγες λέξεις περικλείει πλούσιο νόημα. Ἄς ἐπανεξετάσουμε λοιπόν σήμερα ὅσα ἔχουμε ἐκθέσει κι ἄς προσθέσουμε ὅσα ὑπολείπονται, γιά νά ἐμφορηθοῦμε ἀκόμη περισσότερο ἀπό τά ἐναποκείμενα ἄφθαρτα νοήματα καί ὁλόκληροι νά καταληφθοῦμε ἀπό τά θεῖα.

«Τόν καιρό ἐκεῖνο παραλαμβάνει ὁ Ἰησοῦς τόν Πέτρο, τόν Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη καί τούς ἀνεβάζει σέ ὄρος ὑψηλό κατ᾽ ἰδίαν. Ἐκεῖ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους καί ἔλαμψε τό πρόσωπό Του ὅπως ὁ ἥλιος» (Ματθ. 17, 1). Ἰδού τώρα εἶναι καιρός εὐπρόσδεκτος, σήμερα ἡμέρα σωτηρίας, ἀδελφοί, ἡμέρα θεία, νέα καί ἀΐδιος, πού δέν μετρεῖται μέ διαστήματα, δέν αὐξομειώνεται, δέν διακόπτεται ἀπό νύκτα. Διότι εἶναι ἡ ἡμέρα τοῦ Ἥλιου τῆς δικαιοσύνης, ὁ ὁποῖος δέν ὑφίσταται ἀλλοίωση ἤ σκιά ἕνεκα μετατροπῆς» (Ἰακ. 1, 7). Αὐτός, ἀφ᾽ ὅτου φιλανθρώπως ἔλαμψε σέ μᾶς μέ εὐδοκία τοῦ Πατρός καί συνεργία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καί μᾶς ἐξήγαγε ἀπό τό σκοτάδι στό θαυμαστό του φῶς, συνεχίζει γιά πάντα νά λάμπει πάνω ἀπό τά κεφάλια μας ὡς ἄδυτος ἥλιος. Συνέχεια

Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

 ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ ΑΝΤΙΟΧΕΙΑΣ

Ὁ φιλάνθρωπος Ἰησοῦς, ὅταν φανερώθηκε στὸν κόσμο ὡς διδάσκαλος ἀγαθός, ἐπειδὴ ἦταν καὶ Θεός, εἶπε στοὺς μαθητές του: «Ὅποιος θέλει νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του, ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ. Διότι ὅποιος θέλει νὰ σώσει τὴν ζωή του θὰ τὴν χάσει· ὅποιος ὅμως ἐξαιτίας μου χάσει τὴν ζωή του θὰ τὴν εὕρει. Διότι τί ὠφελεῖται ὁ ἄνθρωπος, ἂν κερδίσει ὁλόκληρο τὸν κόσμο, χάσει ὅμως τὴν ζωή του; Ἡ τί μπορεῖ νὰ δώσει ὁ ἄνθρωπος ὡς ἀντάλλαγμα γιὰ τὴν ζωή του; Ὁ Υἱός τοῦ Ἀνθρώπου θὰ ἔλθει μέσα στὴν δόξα τοῦ Πατέρα Του μαζὶ μὲ τοὺς ἁγίους ἀγγέλους Του, καὶ τότε θὰ ἀποδώσει στὸν καθένα κατὰ τὰ ἔργα του».

«Ὅποιος θέλει, λοιπόν, νὰ μὲ ἀκολουθήσει, ἂς ἀπαρνηθεῖ τὸν ἑαυτό του», τουτέστι κάθε ἀνθρώπινο φρόνημα. Κι ὄχι μόνο αὐτό, ἀλλὰ καὶ «ὅμοια μ’ ἐμένα ἂς σηκώσει τὸν σταυρό του κι ἂς μὲ ἀκολουθεῖ».

Αὐτὸ λοιπὸν τὸ κατόρθωσε ὁ Παῦλος, ἂν κρίνουμε ἀπὸ τοὺς λόγους πού μᾶς παρέδωσε. Διότι ὄχι μόνο σταυρώθηκε γιὰ τὸν κόσμο, ἀλλά καὶ τὸν κόσμο σταύρωσε γιὰ τὸν ἑαυτὸ του. Ἀλλά καὶ αὐτὴν ἀκόμα τὴν ζωὴ του μετάλλαξε, ἀφοῦ δὲν ζοῦσε πλέον ὁ ἴδιος, κίνηση καὶ ἐνέργεια δὲν ἦταν δικά του. Ἀλλ’ ἡ ζωὴ του ἦταν ὁ Χριστός, πού ἐντός του ἐνεργοῦσε. Πράγματι, παρέδωσε ὁλοκληρωτικὰ τὸν ἑαυτό του κι ἀφοῦ νέκρωσε τὸ ἴδιον θέλημα, ταύτισε ὅλο του τὸ εἶναι μὲ τὸ θεῖο θέλημα. Ὥστε —τολμῶ νὰ ὀνοματοθετήσω— μᾶλλον Χριστὸς ἦταν τὸ ὄνομα πού ταιίριαζε στὸν Παῦλο παρὰ ζῶσα ὕπαρξη, ἀφοῦ ἡ ζωὴ του ἦταν ὁ Χριστός. Ἔτσι πρέπει νὰ πορεύονται πίσω ἀπὸ Αὐτὸν καὶ νὰ Τὸν ἀκολουθοῦν ὅσοι θέλουν νὰ εἶναι δικοί Του. Συνέχεια

Λόγος στὴν Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος μας Ἰησοῦ Χριστοῦ

ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΣΕΛΕΥΚΕΙΑΣ

29284_1229169984036_1672702547_448926_4257847_n[2]Ὁ ἥλιος, σὰν ἁπλώνει στὴν γῆ τὶς ἀκτίνες του, καλύπτει τοὺς χοροὺς τῶν ἄστρων καὶ σκοτίζει τὸ φέγγος τῆς σελήνης, ἀφαιρώντας τὴν θέα τῶν φωτεινῶν σωμάτων μὲ τὴν ἀσύγκριτη λαμπρότητά του. Σταματᾶ τὴν νύχτα διαλύοντας μὲ τὸ φῶς τὸ σκοτάδι, ἐνδύει τὰ πάντα μὲ τὴν χάρη τοῦ φωτὸς ἀφαιρώντας τὸ μαῦρο τους ἔνδυμα καὶ δείχνει τὶς μεγάλες πεδιάδες στεφανωμένες μὲ ἄνθη, πορφυρὴ τὴν θάλασσα, καὶ αὐτὸς μόνος του καταυγάζει τὸ πρόσωπο τῆς ὁρατῆς κτίσεως.

Ὡστόσο, ἂν καὶ εἶναι τόσο μεγάλος, δὲν ἔφθασε ἀκόμη στὴν ἀκρότητα τοῦ φέγγους. Διότι ὀφθαλμοὶ θνητοὶ τολμοῦν καὶ τὸν βλέπουν, καὶ πολλὲς φορὲς ὁ δρόμος τοῦ σύννεφου ἀναχαίτισε τὶς μαρμαρυγές του, καὶ ὁ βαθὺς ἴσκιος τῶν δένδρων κάλυψε τὴν αὐγή, κι ἡ νύχτα, παίρνοντας θάρρος ἀπὸ τὸν νόμο τοῦ Δημιουργοῦ, μοιράζεται ἴσα τὸν χρόνο μαζί του. Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ὁ ἀνθρώπινος βίος εἶναι πλήρης κόπων καὶ πόνων, γι’ αὐτὸ ὁ Κτίστης ἅπλωσε τὴν ἡμέρα πρὸς ἐργασίαν, ἡ δὲ νύχτα, ὅταν ἔλθει καὶ βρεῖ τὸν κουρασμένο, δίνει μὲ τὸ πλάγιασμα τὴν ξεκούραση, χαλαρώνει μὲ τὸν ὕπνο τὰ μέλη τοῦ σώματος, παρέχει χρόνο στὴν φύση νὰ συγκεντρώσει λίγο-λίγο τὴν δύναμή της.

Μέγα λοιπὸν καὶ λαμπρὸ τὸ φῶς τοῦ ἥλιου καὶ σύμμετρο πρὸς τὶς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων. Ἄλλα δὲν εἶναι τέτοιας λογῆς τὸ φῶς τοῦ Δεσπότου —καὶ δὲν εἶναι βεβαίως σωστὸ νὰ παραβάλλεται τὸ κτίσμα πρὸς τὸν Κτίστη— οὔτε ἐκτιμᾶται μὲ σύγκριση πρὸς τὶς ἡλιακὲς ἀκτίνες τὸ φῶς πού δὲν καλύπτεται ἀπὸ τὶς διαδοχὲς τῆς νύχτας, ἀλλά εἶναι ἐκθαμβωτικὸ στοὺς ἀνθρώπους καὶ ἀπρόσιτο στοὺς ἀγγέλους. Μὲ αὐτὸ τὸ φῶς περιβαλλόμενος ὁ Δεσπότης Χριστός, ὡς νικητὴς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ θὰ ἔλθει κατὰ τὴν Δευτέρα Παρουσία του πρὸς τοὺς ἀνθρώπους. Συνέχεια

Ἁγ.ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗΝ ΘΕΙΑ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ

ΑΓ.ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ

Αὐτοί πού καλά γνωρίζουν νά ἀγωνίζονται γιά ἕνα βραβεῖο κατά τούς ἀθλητικούς ἀγῶνες, εὐχαριστιοῦνται ἀπό τά χειροκροτήματα τῶν θεατῶν καί μέ τῶν ἐπάθλων τήν ἐλπίδα ἔντονα παρακινοῦνται πρός τήν νίκη, πού ἁρμόζει σ᾽ αὐτά. Ἀσφαλῶς ὅμως καί ὅσοι ἔχουν σφοδρή ἐπιθυμία νά ἐπιτύχουν τά θεῖα χαρίσματα καί διψοῦν νά γίνουν μέτοχοι τῆς ἐλπίδας πού ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιά τούς ἁγίους, ἀφενός ἀναλαμβάνουν μετά χαρᾶς τούς ἀγῶνες χάριν τῆς εὐσέβειας πρός τόν Χριστό.

Ἀφετέρου τήν τιμημένη καί ἔνδοξη ζωή κατορθώνουν ὄχι μέ τό νά προτιμοῦν τήν τεμπελιά, πού εἶναι στερημένη ἀπό μισθό, οὔτε βέβαια ἀγαπώντας τήν ἄνανδρη δειλία, ἀλλά πιό πολύ κινούμενοι μέ ἀνδρεία ἐναντίον κάθε πειρασμοῦ καί συνεπῶς μέ τό νά κρίνουν σχεδόν ὡς ἀνάξεις λόγου τίς ἐπιθέσεις πού προέρχονται ἀπό τούς διωγμούς. Ἔτσι θεωροῦν πλοῦτο τό νά ὑποστοῦν παθήματα γιά χάρη Του. Διότι ἀνακαλοῦν στήν μνήμη τους τόν μακάριο Παῦλο, πού ἔγραφε ὅτι δέν ἔχουν ἀξία τά παθήματα τῆς ἐδῶ ζωῆς ἐμπρός στήν δόξα πού πρόκειται νά φανερωθεῖ σ᾽ ἐμᾶς.

Πρόσεχε, λοιπόν, οἰκονομία ἐξαίρετη πού χρησιμοποιεῖ καί τώρα ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστός, πρός ὠφέλειαν καί οἰκοδομή τῶν ἁγίων ἀποστόλων. Εἶπε σ᾽ αὐτούς: «Ἄν κανείς θέλει νά μέ ἀκολουθήσει, ἄς ἀπαρνηθεῖ τόν ἑαυτό του καί ἄς σηκώσει τόν δικό του σταυρό καί ἄς μέ ἀκολουθεῖ. Διότι αὐτός πού θέλει νά σώσει τήν ζωή του θά τήν χάσει· αὐτός ὅμως πού θά χάσει τήν ζωή του γιά χάρη μου, θά τήν βρεῖ» (Ματθ. 16, 24-25). Συνέχεια

Ἑρμηνεία εἰς τόν πρῶτον κανόνα τῆς Μεταμορφώσεως

 Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

Ὠδή α´

Σήμερον Χριστός ἐν Ὄρει Θαβώρ, λάμψας ἀμυδρῶς, θεϊκῆς αὐγῆς ὡς ὑπέσχετο, Μαθηταῖς παρεγύμνου χαρακτῆρας· σελασφόρου δέ πλησθέντες, θείας αἴγλης, ἐν ἀγαλλιάσει ἔμελπον· Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν ὅτι δεδόξασται.

Σήμερον, λέγει, ὁ Δεσπότης Χριστός, ἐπειδή ἔλαμψεν εἰς τό Ὄρος Θαβώρ, παρεγύμνωσεν: ἤτοι ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του κάποιους ἀμυδρούς καί ὀλίγους τινάς χαρακτῆρας τῆς Θεϊκῆς του αὐγῆς, ἡ ὁποία ἦτον κεκρυμμένη μέσα εἰς τό πρόσλημμα τῆς ἀνθρωπότητος, καί ἕως τότε δέν ἐβλέπετο ἀπό τούς Μαθητάς του· τοῦτο γάρ δηλοῖ τό Παρεγύμνου, κατά τόν θεῖον Χρυσόστομον λέγοντα «Ἐν τῷ Θαβώρ μεταμορφωθείς ὁ Δεσπότης Χριστός, ἔδειξε τῆς ἀθεάτου Βασιλείας τήν δόξαν καί οὐκ ἐπέδειξε, τουτέστι μικρόν παρήνοιξε τήν Θεότητα καί οὐχί τελείως». Ἀκολούθως δέ λέγει ὁ Χρυσορρήμων καί τήν αἰτίαν διά τήν ὁποίαν παρήνοιξε τήν Θεότητα, καί οὐχί τελείως τήν ἔδειξε· «Τό μέν, πληροφορῶν, τό δέ, φειδόμενος· πληροφορῶν μέν γάρ, ἔδειξεν αὐτοῖς τῆς ἀθεάτου Βασιλείας τήν Θεϊκήν δόξαν, οὐχ ὅση τις ἦν, ἀλλ᾿ ὅσον ἠδύναντο φέρειν οἱ σωματικούς ὀφθαλμούς περιφέροντες· φειδόμενος δέ, καί οὐχί φθονῶν, οὐκ ἔδειξεν αὐτοῖς τήν πᾶσαν δόξαν, ἵνα μή σύν τῇ ὁράσει καί τήν ζωήν ἀπολέσωσιν».

Φέρει δέ καί ὁμοίωμα ὁ τῶν Κανόνων ἑρμηνεύς Θεόδωρος, ὅτι ὡς διά μέσου ὑαλίνων τινῶν λύχνων τάς ἀκτῖνας τοῦ θείου φωτός ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του ὁ Κύριος, καθώς ὑπεσχέθη. Ποῦ δέ ὑπεσχέθη νά δείξῃ ὁ Κύριος τό θεῖον του φῶς; Ἀποκρινόμεθα ὅτι ὑπεσχέθη τοῦτο ὀλίγον πρό τῆς Μεταμορφώσεώς του, ὅταν ἔλεγε εἰς τούς Ἀποστόλους «Εἰσί τινες τῶν ὧδε ἑστηκότων, οἵτινες οὐ μή γεύσονται θανάτου, ἕως ἄν ἴδωσι τήν Βασιλείαν τοῦ Θεοῦ ἐληλυθεῖαν ἐν δυνάμει» (Ματθ. ιστ´ 28).

Μέ τήν λέξιν δέ «Τινάς» ἐννοεῖ ἐδῶ τόν Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην, καί μέ τήν «Βασιλείαν», τήν ἐν τῇ Μεταμορφώσει δόξαν· ὅθεν αὐτό τό ρητόν ὁ Χρυσόστομος ἑρμηνεύων λέγει· «Ἐνταῦθα οὐ περί τῆς δευτέρας αὐτοῦ παρουσίας τῆς ἐνδόξου λέγει, ἀλλά περί τῆς ἐν τῷ ὄρει Μεταμορφώσεως». Καί ὁ Θεσσαλονίκης θεῖος Γρηγόριος· «Πaνταχοῦ ἐστιν ὁ τοῦ Παντός Βασιλεύς, καί πανταχοῦ ἐστιν ἡ Βασιλεία αὐτοῦ· ὥστε τό ἔρχεσθαι τήν αὐτοῦ Βασιλείαν οὐ τό ἄλλοθεν ἀλλαχόσε παραγίνεσθαι δηλοῖ, ἀλλά τό φανεροῦσθαι ταύτην τῇ δυνάμει τοῦ θείου Πνεύματος· διά τοῦτο ἔλεγεν ἐληλυθεῖαν ἐν δυνάμει· ἥτις δύναμις οὐχ ἁπλῶς τοῖς τυχοῦσιν ἐγγίνεται, ἀλλά τοῖς ἑστηκόσι μετά τοῦ Κυρίου, τουτέστι τοῖς ἐστηριγμένοις ἐν τῇ πίστει αὐτοῦ, καί τοῖς κατά Πέτρον καί Ἰάκωβον καί Ἰωάννην, καί τούτοις ἀναφερομένοις ὑπό τοῦ λόγου πρότερον εἰς ὄρος ὑψηλόν, δηλονότι τῆς φυσικῆς ἡμῶν ταπεινότητος ὑπεραναβιβαζομένοις» (Λόγος οὗ ἡ ἀρχή «Ἐπαινοῦμεν καί ἡμεῖς»). Ὁ μέν οὖν Σωτήρ οὕτω κατά τήν ὑπόσχεσίν του ἔδειξεν εἰς τούς Μαθητάς του ὀλίγον τι τό φῶς τῆς ἰδίας Θεότητος· οἱ δέ Μαθηταί, γεμώσαντες ἀπό τήν ὀλίγην λαμπρότητα ἐκείνου τοῦ φωτός καί τῆς θείας αἴγλης, ἔμελπον ἐν ἀγαλλιάσει ψυχῆς καί καρδίας· «Ἄσωμεν τῷ Θεῷ ἡμῶν, ὅτι δεδόξασται» Συνέχεια

Στή Μεταμόρφωση τοῦ Κυρίου καί Θεοῦ

Θεολήπτου Φιλαδελφείας

1. – Ἡ σημερινή λαμπρή ἡμέρα τῆς Μεταμόρφωσης, ἀπαιτεῖ νά ἐξηγήσω στήν ἀγάπη σας -ἀνάλογα μέ τή Χάρη πού μοῦ δόθηκε ἀπό τόν Χριστό πού μεταμορφώθηκε- τό μυστήριο τῆς ἑορτῆς. Καί ἔτσι, ἀφοῦ μάθουμε τή δύναμη τοῦ μυστηρίου πού κρύβεται μέσα της, νά ἑορτάζουμε ἀπό δῶ καί πέρα ὄχι μόνο ψάλλοντας ἱερούς ὕμνους, ἀλλά καί μέ σωστή ζωή. Ἐπειδή αὐτό ἀκριβῶς, δηλαδή ἡ προκοπή μας στά καλά ἔργα, ἀποδεικνύει καί ὅτι ἔχουμε ἐπίγνωση τῆς δωρεᾶς πού ἀξιωθήκαμε καί ὅτι ἔχουμε ἀνακαλύψει τό θησαυρό της, τιμώντας ἔτσι σεβαστικά τήν ἑορτή καί μέ τά λόγια καί μέ τά ἔργα μας.

2. – Ἐκεῖνος πού βαδίζει σέ πεδιάδα περπατάει εὔκολα, ἐπειδή ὁ τόπος εἶναι ὁμαλός καί διευκολύνει τήν ὁδοιπορία. Ὅποιος ὅμως ἀνεβαίνει σέ βουνό κοπιάζει καί λούζεται στόν ἱδρώτα, ἐξαιτίας τῆς ἀνηφοριᾶς, τῆς σωματικῆς πίεσης καί τῆς κόπωσης πού ἐκείνη προκαλεῖ.

Μέ ἴσια, ὁμαλή καί εὐκολοπερπάτητη γῆ, παρομοίασε τό βίο μέσα στίς ἡδονές, τήν ἄνεση καί τήν τρυφή τῆς “κατά σάρκαν” ζωῆς. ᾿Eπειδή ἡ ζωή αὐτή περνάει μέσα στήν ἄνεση καί τήν εὐκολία τῶν μάταιων ἡδονῶν.

Μέ βουνό πάλι, παρομοίασε τήν ἐνάρετη ζωή, ἐξαιτίας τῆς ἐγκράτειας σέ ὅλα, τῆς ἀγριάδας τῆς ἄσκησης καί τοῦ πόνου πού ὑποφέρουμε ἀπ’ ὅσα θλιβερά μᾶς ἀπαντοῦν στή ζωή.

3. – Ὅποιος συζεῖ μέ τήν ἐγκράτεια καί πορεύεται σύμφωνα μέ τίς ἐντολές τοῦ Χριστοῦ καί ὅποιος καταμαραίνει τίς σωματικές ἡδονές, ἐκεῖνος ἀποδεικνύεται, σάν τόν ἀπόστολο Πέτρο, πιστός καί θερμός μαθητής τοῦ Κυρίου. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, θανατώνει τό κοσμικό φρόνημα, καταργεῖ τούς σαρκικούς λογισμούς, ἑτοιμάζεται γιά τήν κακοπάθεια πού συνεπάγεται τό κήρυγμα τοῦ Εὐαγγελίου, ἐλέγχει ἐκείνους πού ζοῦν ἄσχημη καί ἁμαρτωλή ζωή καί ὑπομένει γιά χάρη τῆς ἀλήθειας τίς κακώσεις πού αὐτοί τοῦ προκαλοῦν, ἐπιδεικνύοντας ἔτσι τό ζῆλο τοῦ ἀποστόλου Ἰακώβου. Συνέχεια

Λόγος στὴν Θεία Μεταμόρφωση

 ΑΓ.ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ

 Ἀπὸ τοὺς ἀγροὺς τέρψεις συγκομιδῆς καὶ ἀπὸ τὰ ἀμπέλια τρύγος ἐδεσμάτων. Καὶ ἀπὸ τὶς Γραφὲς διδαχὴ ζωοποιός.Ὁ ἀγρὸς μία φορὰ ἔχει τὴν συγκομιδὴ καὶ τὸ ἀμπέλι μιὰ φορὰ ἔχει τὸν τρύγο. Ἡ Γραφή, ὅμως, πάντοτε ἀναβλύζει διδαχὴ ζωοποιό.Ὁ ἀγρός, ὅταν θεριστεῖ, μένει ἔρημος. Καὶ τὸ ἀμπέλι, ὅταν τρυγηθεῖ, ταπεινώνεται. Ἡ Γραφή, ὅμως, ἂν καὶ θερίζεται καθημερινά, τὰ στάχυα τῶν ἑρμηνειῶν τῶν λόγων της δὲν ἐκλείπουν. Καθημερινὰ τρυγᾶται καὶ τὰ σταφύλια τῆς ἐλπίδας πού κρύβει δὲν δαπανῶνται.

Ἂς πλησιάσουμε λοιπὸν τὸν ἀγρό τοῦτο κι ἂς ἀπολαύσουμε τὰ ζωοποιό του ρεῖθρα καὶ ἂς θερίσουμε ἀπ’ αὐτὸν στάχυα ζωῆς, τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος εἶπε: «βρίσκονται ἐδῶ κάποιοι, οἱ ὁποῖοι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν Υἱὸ τοῦ Θεοῦ ἐρχόμενο στὴν δόξα Του».

Καὶ μετὰ ἀπὸ ἔξι ἡμέρες παρέλαβε τὸν Σίμωνα Πέτρο, τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν ἀδελφό του Ἰωάννη καὶ τοὺς ἀνέβασε σὲ πολὺ ψηλὸ βουνὸ καὶ μεταμορφώθηκε ἐνώπιόν τους. Καὶ ἔλαμψε τὸ πρόσωπό του ὅπως ὁ ἥλιος, τὰ δὲ ροῦχα του ἔγιναν λευκὰ σὰν τὸ φῶς.

Πράγματι, οἱ ἄνδρες γιὰ τοὺς ὁποίους εἶπε ὅτι δὲν θὰ γευθοῦν θάνατο, ἕως νὰ δοῦν τὸν τύπο τῆς ἐλεύσεώς Του, αὐτοὶ οἱ τρεῖς ἀπόστολοι εἶναι, τοὺς ὁποίους πῆρε κοντά Του καὶ ἀνέβηκαν στὸ βουνό, ὅπου τούς ἔδειξε πῶς πρόκειται νὰ ἔλθει κατὰ τὴν ἐσχάτη ἡμέρα στὴν δόξα τῆς θεότητάς Του καὶ μὲ τὸ σῶμα τῆς ἀνθρωπότητάς Του. Τοὺς ἀνέβασε στὸ βουνό, γιὰ νὰ τοὺς δείξει Ποιὸς εἶναι καὶ Ποίου Υἱός. Διότι, ὅταν τοὺς ρωτοῦσε «ποιὸς λένε οἱ ἄνθρωποι ὅτι εἶμαι ἐγώ, ὁ υἱός τοῦ ἀνθρώπου;» ἐκεῖνοι ἀποκρίθηκαν: «ἄλλοι, πώς εἶσαι ὁ Ἠλίας ἄλλοι, ὁ Ἱερεμίας ἡ ἕνας ἀπό τούς προφῆτες». Γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς ἀνεβάζει στὸ βουνὸ καὶ τοὺς ἀποκαλύπτει, ὅτι δὲν εἶναι ὁ Ἠλίας, ἀλλά ὁ Θεὸς καὶ Πλάστης τοῦ Ἠλία.

Οὔτε πάλι ὁ Ἱερεμίας, ἀλλ’ αὐτὸς πού ἁγίασε τὸν Ἱερεμία ἐκ κοιλίας. Οὔτε ἕνας ἀπό τούς προφῆτες, ἀλλ’ ὁ Κύριος τῶν προφητῶν, ὁ Ὁποῖος καὶ τοὺς ἔστειλε. Ἀλλά καὶ τοῦτο ὑποδηλώνει σ’ αὐτούς, ὅτι Αὐτὸς εἶναι ὁ ποιητὴς τοῦ οὐρανοῦ καὶ τῆς γῆς, καὶ ὁ κύριος ζωντανῶν καὶ νεκρῶν. Διότι διέταξε τὸν οὐρανό, καὶ εὐθὺς ἀμέσως κατέβασε τὸν Ἠλία. Ἔκαμε νεῦμα στὴν γῆ καὶ τὸν Μωϋσῆ παρέστησε. Καὶ σ’ αὐτοὺς πάλι τοὺς κορυφαίους τῶν προφητῶν ἀπέδειξε ὅτι Κύριος εἶναι τῶν ζώντων, ἐφόσον τὸν Ἠλία ἀπό τούς ζωντανοὺς κατέβασε. Καὶ ὅτι εἶναι Αὐτὸς πού ἐγείρει τοὺς νεκρούς, ἐφόσον ἤγειρε τὸν Μωϋσῆ ἐκ τῶν νεκρῶν. Ἡ δὲ ἀνάβαση στὸ βουνὸ τοὺς βεβαίωσε ὅτι εἶναι Υἱός τοῦ Θεοῦ. Τί κι ἂν ἔλεγε σ’ αὐτοὺς ὅτι «ἐγὼ εἶμαι Θεὸς ἐκ Θεοῦ»; Δὲν θὰ πείθονταν εὔκολα, ἐξ αἰτίας τοῦ σώματος, πού εἶχε περιβληθεῖ, καὶ διότι συναναστρεφόταν μαζί τους σὰν ὅμοιός τους. Ἔβλεπαν τὴν Μαριάμ, πού Τὸν γέννησε, καὶ τὸν Ἰωσήφ, πού Τὸν ἀνέθρεψε, καὶ πώς ὁ πατέρας Του εἶχε ἕνα κοινὸ ὄνομα. Παιδιὰ τοῦ Ἰωσὴφ ἤσαν οἱ ἀδελφοί Του. Καὶ ὅπως αὐτοὶ πείνασε καὶ ἔλαβε τροφή, καὶ δίψασε καὶ τὴν δίψα ἔσβησε μὲ νερό, καὶ στὸν κόπο βρῆκε παρηγοριὰ τὴν ἀνάπαυση, καὶ στὴν νύστα ἔδωσε ὕπνο.

Καὶ τὸν φόβο ἀκολούθησαν σταλαγμοὶ ἱδρῶτα. Ἔχοντας, λοιπόν, ὅλα τὰ δικά μας παρεκτὸς τὴν ἁμαρτία, πῶς θὰ γινόταν πιστευτός, ἐὰν ἔλεγε ὅτι «ἐγώ εἶμαι Θεὸς ἐκ Θεοῦ;» Διότι αὐτὰ δὲν ἤσαν ἁρμόδια στὴν θεϊκὴ φύση. Συνέχεια