«Μεγαλειότατε νικηθήκαμε» Ὁ Βασίλειος εἶναι Μέγας
Στυλιανοῦ Γ. Παπαδόπουλου
Ἡ ὀρθοδοξία τῆς Καππαδοκίας ἔμοιαζε λίγο πολὺ μὲ νησίδα στὴν Ἀνατολή. Ὁ Οὐάλης ἀπέλυσε τοὺς ἀσκοὺς τῆς αἱρέσεως παντοῦ. Συνδυασμένες ἡ βία καὶ ἡ πονηρία τοῦ ἔδωσαν ἀποτελέσματα μεθυστικά. Σάρωσε τὴν Ὀρθοδοξία καὶ ἔσφιγγε τώρα σὰν τανάλια τὴν Καισάρεια. Εἶναι ἀλήθεια πὼς οἱ Καππαδόκες δὲν εἶχαν γνωρίσει καλὰ τὴ βάναυση σκληρότητα τοῦ Οὐάλη. Ἄκουγαν ὅ,τι συνέβαινε ἀλλοῦ. Τοὺς κοβόταν τὸ αἷμα.
Τὰ διάφορα κέντρα τῆς αὐτοκρατορίας ὑποτάχθηκαν πράγματι στὴν πολιτικὴ τοῦ ἀρειανόφρονα. Μὰ τοῦτο ἔγινε γιατί διώχθηκαν οἱ ὀρθόδοξοι, δημεύθηκαν οἱ περιουσίες τους, ἐξαναγκάσθηκαν, πιέσθηκαν μὲ βίαια μέσα. Καὶ ὅσοι ἀντιστέκονταν ἀντικαταστάθηκαν.
Ἡ θηριωδία καὶ τὸ μίσος δὲν εἶχαν ὅρια. Ἔφθασαν στὸ σημεῖο νὰ κάψουν… στὴν Νικομήδεια ὀρθόδοξους πρεσβυτέρους μέσα σὲ πλοῖο. Ὅσο πλησίαζαν μάλιστα στὴν Καισάρεια τόσο πιὸ ἄγρια γινόταν ἡ θηριωδία τους. Ὄργανα τοῦ αὐτοκράτορα βεβήλωναν ναούς Σὲ κάποια πόλη μπῆκαν στὸν ναό, ἀνέβηκαν στὴν ἁγία Τράπεζα καὶ χόρευαν πάνω σ’ αὐτήν. Σὲ ἄλλο ναό, ποὺ ὁ ὀρθόδοξος ἱερέας προσπάθησε νὰ ἐμποδίσει τοὺς βέβηλους, σκότωσαν καὶ ἔχυσαν ἀνθρώπινο αἷμα ἐπάνω στὴν ἴδια τὴν ἁγία Τράπεζα. Θῦμα ὁ ἱερέας.
Τὰ φοβερὰ τοῦτα σφυροκοποῦσαν κάθε μέρα τ’ αὐτιὰ τῆς ὀρθόδοξης Καισάρειας…Πρέπει νὰ ἦταν Νοέμβριος-Δεκέμβριος. Οἱ πιέσεις στὸ Βασίλειο διαδέχονταν ἡ μία τὴν ἄλλη. Σήμερα τὸν προσέβαλαν. Αὔριο τοῦ ὑπόσχονταν πολλά. Πρὶν ἀποφασίσει ὁ Οὐάλης τὴν ὥρα τῆς τελικῆς ἑφόδου δοκίμασε πολλοὺς τρόπους γιὰ νὰ φέρει στὰ νερὰ του τὸ Βασίλειο. Ἔνοιωθε μάλιστα ὅτι καὶ μόνο τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Βασίλειος παραμένει ὀρθόδοξος Μητροπολίτης Καισαρείας ἀποτελεῖ γι’ αὐτὸν ἀποτυχία τῆς πολιτικῆς του, γελοιοποίηση τοῦ Βασιλικοῦ του κύρους… Σημαντικὸ ρόλο στὶς πιέσεις ἔπαιζαν οἱ δικαστικοί, ποὺ εἶχαν κιόλας γίνει πέρα γιὰ πέρα ὄργανα τοῦ αὐτοκράτορα. Δὲν ὑστέρησαν ὅμως καὶ οἱ στρατιωτικοί… Συνέχεια
«Ἐπεθύμησε πόρνη …»
Ἅγ. Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Πόρνη ἐπιθυμοῦσε ὁ Θεός; Ναὶ πόρνη. Ἐννοῶ τὴ δική μας φύση. Ἦταν τρανὸς καὶ αὐτὴ ταπεινή. Τρανὸς ὄχι στὴ θέση ἀλλὰ στὴ φύση. Πεντακάθαρος ἦταν, ἀνερμήνευτη ἡ οὐσία του, ἄφθαρτη ἡ φύση του. Ἀχώρητος στὸ νοῦ, ἀόρατος, ἄπιαστος ἀπὸ τὴ σκέψη, ὑπάρχοντας παντοτεινά, μένοντας ἀπαράλλακτος. Πάνω ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους, ἀνώτερος ἀπὸ τὶς δυνάμεις τῶν οὐρανῶν. Νικώντας τὴ λογικὴ σκέψη, ξεπερνώντας τὴ δύναμη τοῦ μυαλοῦ, ἀδύνατο νὰ τὸν δεῖς, μόνο νὰ τὸν πιστέψεις. Τόν ἔβλεπαν ἄγγελοι καί τρέμανε. Τά χερουβείμ σκεπάζονταν μέ τά φτερά τους, ὅλα στέκονταν μέ φόβο.
Ἔριχνε τὸ βλέμμα του στὴ Γῆ καὶ τὴν ἔκανε νὰ τρέμει. Στρεφόταν στή θάλασσα καί τήν ἔκανε στεριά Ποτάμια ἔβγαζε στὴν ἔρημο. Στ’ ἀναμέτρημά του ἔστηνε βουνά καί ζύγιζε λαγκάδια. Πῶς νά τό πῶ; Πῶς νά τό παραστήσω; Τό μεγαλεῖο του ἀπέραντο, ποῦ νά πιαστεῖ ἡ σοφία του μέ ἀριθμούς; Ἀνεξιχνίαστες οἱ ἀποφάσεις πού παίρνει κι οἱ δρόμοι του ἀνεξερεύνητοι.
Κι αὐτὸς ὁ τόσο μέγας καὶ τρανὸς πεθύμησε πόρνη. Γιατί; Γιὰ νὰ τὴν ἀναπλάσει ἀπὸ πόρνη σὲ παρθένα. Γιὰ νὰ γίνει ὁ νυμφίος της.
Τί κάνει; Δὲν τῆς στέλνει κάποιον ἀπὸ τοὺς δούλους του, δὲν στέλνει ἄγγελο στὴν πόρνη, δὲν στέλνει ἀρχάγγελο, δὲν στέλνει τὰ χερουβείμ, δὲν στέλνει τὰ σεραφείμ. Ἀλλὰ καταφθάνει αὐτὸς ὁ ἴδιος ὁ ἐρωτευμένος.
Ἐπεθύμησε πόρνη. Καὶ τί κάνει; Ἐπειδὴ δὲν μποροῦσε νὰ ἀνέβει ἐκείνη στὰ ψηλά, κατέβηκε Ἐκεῖνος στὰ χαμηλά. Ἔρχεται στὴν καλύβα της. Τὴ βλέπει μεθυσμένη. Καὶ μὲ ποιὸ τρόπο ἔρχεται; Ὄχι μὲ ὁλοφάνερη τὴ θεότητά του, ἀλλὰ γίνεται ἐντελῶς ἴδιος μαζί της, μήπως βλέποντάς τον τρομοκρατηθεῖ, μήπως λαχταρήσει καὶ τοῦ φύγει. Τὴ βρίσκει καταπληγωμένη, ἐξαγριωμένη, ἀπὸ δαίμονες κυριευμένη. Καὶ τί κάνει; Τὴν παίρνει καὶ τὴν κάνει γυναίκα του. Καὶ τί δῶρα τῆς χαρίζει; Δαχτυλίδι. Ποιὸ δαχτυλίδι; Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Ἔπειτα λέγει. Δὲν σὲ φύτεψα στὸν Παράδεισο;
-Τοῦ λέγει, ναί.
-Καὶ πῶς ξέπεσες ἀπὸ ἐκεῖ;
-Ἦλθε καὶ μὲ πῆρε ὁ Διάβολος ἀπὸ τὸν Παράδεισο.
-Φυτεύτηκες στὸν Παράδεισο καὶ σὲ ἔβγαλε ἔξω. Νά, σὲ φυτεύω μέσα μου. Δὲν τολμᾶ νὰ μὲ πλησιάσει ἐμένα. Ὁ ποιμένας σὲ κρατάει καὶ ὁ λύκος δὲν ἔρχεται πιά.
-Ἀλλὰ εἶμαι, λέγει, ἁμαρτωλὴ καὶ βρώμικη.
-Μὴ μοῦ σκοτίζεσαι, εἶμαι γιατρός.
Δῶσε ἐδῶ μεγάλη προσοχή. Κοίταξε τί κάνει. Ἦλθε νὰ πάρει τὴν πόρνη, ὅπως αὐτὴ -τὸ τονίζω- ἦταν βουτηγμένη στὴ βρῶμα. Γιὰ νὰ μάθεις τὸν ἔρωτα τοῦ Νυμφίου. Αὐτὸ χαρακτηρίζει τὸν ἐρωτευμένο: τὸ νὰ μὴ ζητάει εὐθύνες γιὰ ἁμαρτήματα, ἀλλὰ νὰ συγχωρεῖ λάθη καὶ παραπατήματα.
Πιὸ πρὶν ἦταν κόρη τῶν δαιμόνων, κόρη τῆς Γῆς, ἀνάξια γιὰ τὴ Γῆ. Καὶ τώρα ἔγινε κόρη τοῦ βασιλιᾶ. Καὶ αὐτὸ γιατί ἔτσι θέλησε ὁ ἐρωτευμένος μαζί της. Γιατί ὁ ἐρωτευμένος δὲν πολυνοιάζεται γιὰ τὴ συμπεριφορά του. Ὁ ἔρωτας δὲν βλέπει ἀσχήμια. Γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάζεται ἔρωτας, ἐπειδὴ πολλὲς φορὲς ἀγαπᾶ καὶ τὴν ἄσχημη.
Ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Χριστός. Ἄσχημη εἶδε καὶ τὴν ἐρωτεύτηκε καὶ τὴν ἀνακαινίζει.
Τὴν πῆρε ὡς γυναίκα, καὶ ὡς κόρη του τὴν ἀγαπᾶ, καὶ ὡς δούλα του τὴν φροντίζει, καὶ ὡς παρθένα τὴν προστατεύει, καὶ ὡς παράδεισο τὴν τειχίζει, καὶ ὡς μέλος τοῦ σώματός του τὴν περιποιεῖται. Τὴ φροντίζει ὡς κεφαλή της ποὺ εἶναι, τὴ φυτεύει ὡς ρίζα, τὴν ποιμαίνει ὡς ποιμένας. Ὡς νυμφίος τὴν παίρνει γυναίκα του, καὶ ὡς ἐξιλαστήριο θύμα τὴν συγχωρεῖ, ὡς πρόβατο θυσιάζεται, ὡς νυμφίος τὴ διατηρεῖ μέσα στὴν ὀμορφιά, ὡς σύζυγος φροντίζει νὰ μὴν τῆς λείψει τίποτα.
Ὤ, Σὺ Νυμφίε, ποὺ ὀμορφαίνεις τόσο τὴν ἀσχήμια τῆς νύφης!
ΟΜΙΛΙΑ ΣΤΗ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Μεγάλου Ἀθανασίου
Βλέπω ἕνα παράδοξο μυστήριο, δηλαδὴ ἀντὶ γιὰ τὸν ἥλιο βλέπω τὸν ἥλιο τῆς δικαιοσύνης μὲ ἀπερίγραπτο τρόπο νὰ ἔχει χωρέσει στὴν Παρθένο. Μὴ ρωτᾶς πῶς ἔγινε αὐτό, «ἀφοῦ ὅπου θέλει ὁ Θεὸς ὑποχωρεῖ ἡ τάξη τῆς φύσης». Γιατί θέλησε ὁ Θεός, μπόρεσε, κατέβηκε ἀπὸ τὸν οὐρανό, μᾶς ἔσωσε. Ὅλα ἂς συντρέχουν. Ὁ Θεὸς πού ὑπάρχει τώρα καὶ πού προϋπῆρχε, σήμερα γίνεται ὅπως δὲν ἦταν. Γιατί, ἐνῶ εἶναι Θεός, γίνεται ἄνθρωπος, χωρὶς νὰ παύει νὰ εἶναι Θεός.
Οὔτε πάλι ἔγινε ἄνθρωπος χάνοντας τὴ θεότητα, οὔτε ὅμως ἔγινε προοδευτικὰ Θεὸς ξεκινώντας ἀπὸ ἄνθρωπος, ἀλλά ὄντας ὁ Λόγος, γι’ αὐτό ἔγινε ἀναμάρτητος ἄνθρωπος μὲ ἀμετάβλητη τὴ Θεία του φύση. Ἀφοῦ εἶχε μιὰ παράδοξη καὶ τέλεια πορεία, γεννήθηκε ἀπὸ μιὰ ἄσπορη κοιλιά, οὔτε ἄφησε τοὺς ἄγγελους του μόνους χωρὶς νὰ τοὺς ἐπιβλέπει, οὔτε ἔχασε τὴ θεότητά του μὲ τὸ νὰ γίνει ἄνθρωπος καὶ νὰ ἔλθει κοντά μας. Ὅμως ἦλθαν βασιλιάδες γιὰ νὰ προσκυνήσουν τὸν ἐπουράνιο βασιλιά, αὐτόν πού γεννήθηκε μὲ ἄρρητο τρόπο ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ πού σήμερα·γεννιέται ἀπὸ τὴν Παρθένο γιὰ μένα. Τότε βέβαια γεννήθηκε σύμφωνα μὲ τὴ Θεία φύση, σήμερα ὅμως μὲ τὴν ἀνθρώπινη φύση.
Γεννήθηκε πρὸ αἰώνων ἀπὸ τὸν Πατέρα μὲ τρόπο πού ὁ ἴδιος ὁ Πατέρας γνωρίζει, σήμερα γεννήθηκε ἀπὸ τὴν Παρθένο μὲ ὑπερφυσικὸ τρόπο, ὅπως ἡ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος γνωρίζει. Ὁ Παλαιὸς τῶν ἡμερῶν, δηλαδὴ ὁ προαιώνιος Θεός, ἔγινε παιδί. Αὐτός πού κάθεται σὲ ὑψηλό θρόνο, τοποθετεῖται σὲ φάτνη. Ὁ ἄυλος καὶ ἀσώματος ἀπὸ ἀνθρώπινα χέρια σπαργανώνεται. Αὐτός πού σπάει τὰ δεσμὰ τῆς ἁμαρτίας, τυλίγεται σὲ σπάργανα, ἐπειδὴ αὐτό ἐπιθυμεῖ. Συνέχεια
ΣΤΗΝ ΑΓΙΑ ΓΕΝΝΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Μεγάλου Βασιλείου
… Τί νὰ σοῦ κάνω ἄνθρωπέ μου; Ἐνῶ ὁ Θεὸς κατοικοῦσε στὰ ὕψη, δὲν προσπάθησες νὰ τὸν συναντήσεις· ὅταν συγκατατέθηκε νὰ κατεβεῖ σὲ σένα καὶ μὲ σάρκα νὰ σοῦ ὁμιλεῖ, δὲν τὸν παραδέχτηκες, ἀλλά ψάχνεις νὰ βρεῖς τὸν τρόπο πῶς θὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν Θεό. Νὰ ξέρεις ὅτι γι’ αὐτόν τὸν λόγο ὁ Θεὸς ἔλαβε ἀνθρώπινη σάρκα, ἐπειδὴ ἔπρεπε αὐτή ἡ καταραμένη σάρκα νὰ ἁγιασθεῖ, αὐτή πού ἐξασθένησε νὰ ἐνδυναμωθεῖ, αὐτή πού ἀποξενώθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ συμφιλιωθεῖ μ’ αὐτόν, αὐτή πού διώχτηκε ἀπὸ τὸν παράδεισο νὰ ἀνεβεῖ στὸν οὐρανό.
Ποιὸς εἶναι ὁ χῶρος ὅπου πραγματοποιεῖται τὸ σωτήριο αὐτό σχέδιο; Τὸ σῶμα τῆς ἁγίας Παρθένου. Ποιὰ εἶναι τὰ στοιχεῖα τῆς γεννήσεως; Τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου, πού κάλυψε τὴ Θεοτόκο. Μᾶλλον ἄκουσε αὐτά τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου πού λένε: «Ἡ μητέρα του ἡ Μαρία ἀρραβωνιάστηκε μὲ τὸν Ἰωσήφ. Προτοῦ ὅμως νὰ συνευρεθοῦν ἔμεινε ἔγκυος μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁίου Πνεύματος». Ἐνῶ ἦταν παρθένος καὶ ἀρραβωνιασμένη μὲ κάποιον, κρίθηκε κατάλληλη νὰ διακονήσει τὸ μυστήριο τῆς Θείας οἰκονομίας, ὥστε καὶ ἡ παρθενία νὰ τιμηθεῖ καὶ ὁ γάμος νὰ μὴν ἐξευτελιστεῖ. Ἡ παρθενία διαλέχτηκε σὰν κατάλληλη γιὰ ἁγιασμό, μὲ τὴ μνηστεία συμπεριλήφθηκαν τὰ στοιχεῖα τοῦ γάμου. Συγχρόνως γιὰ νὰ εἶναι καὶ ὁ Ἰωσὴφ ὁ ἀνάλογος μάρτυρας τῆς ἁγνότητας τῆς Μαρίας καὶ γιὰ νὰ μὴν εἶναι ἐκτεθειμένος στοὺς συκοφάντες, ὅτι τάχα αὐτή βεβήλωσε τὴν παρθενία, τὸν εἶχε μνηστήρα φύλακα τῆς ζωῆς της.
Ἔχω καὶ κάποιον ἄλλο λόγο νὰ πῶ ἐφάμιλλο μ’ αὐτούς πού εἰπώθηκαν, ὅτι ὁ κατάλληλος γιὰ τὴν ἔνανθρωπιση τοῦ Κυρίου χρόνος, ἀπὸ παλιὰ ὁρισμένος καὶ διαταγμένος πρὶν ἀπὸ τὴν ἀρχή τοῦ κόσμου, ἐκείνη τὴ στιγμὴ εἶχε φτάσει· τότε ἔπρεπε τὸ Ἅγιο Πνεῦμα καὶ ἡ δύναμη τοῦ Ὑψίστου νὰ δώσουν ὑπόσταση σὲ ἐκείνη τὴ θεοφόρο σάρκα. Ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε σὲ ἐκείνη τὴ γενιὰ τῶν ἀνθρώπων κάποια ἰσότιμη στὴν καθαρότητα μὲ τὴ Μαρία, ὥστε νὰ ὑποδεχτεῖ τὴν ἐνέργεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος −εἶχε βέβαια ἐξασφαλισθεῖ προηγουμένως μὲ τὴ μνηστεία− διαλέχτηκε ἡ μακαρία Παρθένος χωρὶς νὰ βλαφτεῖ κάτι ἀπὸ τὴν παρθενία της ἐξαιτίας τῆς μνηστείας της. Συνέχεια
Ὑπόμνημα εἰς τόν εὐαγγελιστή Ματθαῖο- Δ΄ ΟΜΙΛΙΑ (Ἀπόσπασμα)
Ἁγίου Ἰωάννου Χρυσοστόμου
Ἀφοῦ λοιπὸν ὀνόμασε ὅλους τούς προγόνους καὶ ἔφτασε στὸν Ἰωσήφ, δὲν σταμάτησε σ’ αὐτό τὸ σημεῖο, ἀλλά πρόσθεσε: «Ὁ Ἰωσήφ, ὁ ἄνδρας τῆς Μαρίας», ἀποδεικνύοντας ἔτσι ὅτι ἐξαιτίας της τὸν περιέλαβε στὸ γενεαλογικὸ δέντρο πού ἔκανε. Ἔπειτα ἀκούγοντας τὴ φράση «ἄνδρα Μαρίας», γιὰ νὰ μὴ νομίσεις ὅτι γεννήθηκε σύμφωνα μὲ τὸν κοινὸ νόμο τῆς φύσης, πρόσεξε πῶς τὸ διορθώνει αὐτό μὲ τὰ παρακάτω πού λέει. Ἄκουσες, λέει, τὴ λέξη ἄνδρας, ἄκουσες τὴ λέξη μητέρα, ἄκουσες τὸ ὄνομα πού ὁρίσθηκε γιὰ τὸ παιδί, ἄκουσε λοιπὸν καὶ τὸ πῶς γεννήθηκε αὐτό: «Ἡ γέννηση τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἔγινε ἔτσι». Γιὰ ποιὰ γέννηση μοῦ μιλᾶς; Πές μου, ἂν καὶ ἀνέφερες τοὺς προγόνους. Θέλω ὅμως νὰ μοῦ μιλήσεις καὶ γιὰ τὸ πῶς ἔγινε ἡ γέννηση. Εἶδες πῶς ἀνέβασε ψηλὰ τὸν ἀκροατή; Καθὼς ἐπρόκειτο κάτι πιὸ καινούργιο νὰ πεῖ, ὑπόσχεται νὰ μιλήσει καὶ γιὰ τὸν τρόπο.
Πρόσεξε τὴν ἄριστη συμφωνία τῶν λεγομένων. Δὲν πηγαίνει ὁ συγγραφέας κατευθείαν στὴ γέννηση, ἀλλά πρῶτα μᾶς θυμίζει σὲ ποιὰ σειρὰ βρισκόταν ἂν ἀρχίσουμε νὰ μετρᾶμε ἀπὸ τὸν Ἀβραάμ, σὲ ποιὰ σειρὰ ἀπὸ τὸν Δαβίδ, σὲ ποιὰ ἀπὸ τὴ μετανάστευση ἀπὸ τὴ Βαβυλώνα, καὶ μ’ ὅλα αὐτά ἀναγκάζει τὸν ἀκριβολόγο ἀκροατὴ νὰ ἐρευνήσει τὸν ἀριθμό τῶν ἐτῶν, ἀποδεικνύοντας ἔτσι ὅτι αὐτός ἀκριβῶς εἶναι ὁ Χριστός, γιὰ τὸν ὁποῖο προφήτευσαν οἱ προφῆτες. Ἂν μετρήσεις τὶς γενιὲς καὶ πεισθεῖς ἀπὸ τὸ μέτρημα τῶν χρόνων ὅτι αὐτός ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνος γιὰ τὸν ὁποῖο μιλοῦν οἱ προφῆτες, εὔκολα θὰ παραδεχτεῖς καὶ τὸν θαυματουργικὸ τρόπο τῆς γεννήσεώς του. Ἐπειδὴ λοιπὸν ἐπρόκειτο νὰ πεῖ κάτι πάρα πολὺ σπουδαῖο, ὅτι δηλαδὴ γεννήθηκε ἀπὸ παρθένο, προτοῦ νὰ λογαριάσει τὸν χρόνο, συγκαλύπτει αὐτό πού εἰπώθηκε «τὸν ἄνδρα τῆς Μαρίας», μᾶλλον συντομεύει τὴν ἴδια τὴ διήγηση τῆς γεννήσεως. Ἀπαριθμεῖ λοιπὸν ἀπὸ δῶ καὶ πέρα τὰ χρόνια, θυμίζοντας στὸν ἀκροατή, ὅτι αὐτός ἀκριβῶς εἶναι ἐκεῖνος, τὸν ὁποῖο ὁ πατριάρχης Ἰακὼβ εἶπε ὅτι θὰ ἔλθει ἀφοῦ ἐξέλιπαν στὸ μέλλον οἱ ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων. Συνέχεια
“Λόγος στὴν Γέννηση τοῦ Σωτῆρος”
Ἅγιος Νεόφυτος ὁ Ἔγκλειστος
Γνωρίζουμε βεβαίως ὅλοι, ὅτι ὁ αἰσθητὸς αὐτὸς ἥλιος ἀποστέλλει τὸ φῶς του σὲ ὅλη τὴν ὑφήλιο, «καὶ οὐκ ἔστιν (οὐδεὶς) ὡς ἀποκρυβήσεται τῆς θέρμης αὐτοῦ» καὶ ἀπὸ τῆς διαυγέστατης λαμπρότητός του. Πολλὲς φορὲς ὅμως οἱ ὁλόλαμπρες ἀκτίνες του καλύπτονται ἀπὸ νέφη καὶ ὁμίχλη ἢ ἀπὸ τὸ φύλλωμα τῶν δένδρων, ἀλλὰ καὶ πάλι, ἡ πνοὴ κάποιου ἀνέμου διαλύει τὸ νεφικὸ ἐπικάλυμμα καὶ τὴν ὁμίχλη ἐκείνη καὶ ἐπιτρέπει στὶς φεγγοβόλες ἀκτίνες νὰ ἐξαπλωθοῦν τρανῶς σὲ ὅλη τὴν κτίση. Τὸν δὲ πρὸ ἡλίου «ἥλιον τῆς δικαιοσύνης» τὸν νοητό, ὁ ὁποῖος ἐγεννήθη σήμερα ἀπὸ τὴν «κούφη νεφέλη», ἀπὸ τὴν φωτοφόρο καὶ ἡλιακὴ καὶ πάναγνο κοιλία παραδόξως, καλύπτει ἡ τοῦ «δούλου μορφή», τὰ νηπιώδη σπάργανα καὶ τὸ σπήλαιο τὸ φτωχὸ καὶ συμφώνως μὲ τὴν οἰκονομία καὶ ὁρισμένα ἄλλα, τὰ ὁποῖα συμβολίζουν τὴν πτωχεία καὶ τὴν ταπεινότητα.
Καθὼς ὅμως ἤδη ἐλέχθη, ἡ πνοὴ καὶ ἡ ὁρμὴ τοῦ ἀνέμου διασκορπίζει τὸ κάλυμμα τοῦ νέφους καὶ τῆς ὁμίχλης καὶ φανερώνει καθαρὰ τὶς ἡλιακὲς ἀκτίνες· ἔτσι συμβαίνει καὶ ἐδῶ, μὲ τὸν «ἥλιον τῆς δικαιοσύνης», τὸν Θεὸ καὶ Δεσπότη ὁ Ὁποῖος καλύπτεται μὲ σπάργανα καὶ κρύπτεται σὲ σπήλαιον καὶ φάτνη ἀλόγων ζώων γιὰ τὴν πολλή του συγκατάβαση καὶ «δι’ ὑπερβολὴν ἀγαθότητος»· τὸ συνεργὸν Πανάγιον Πνεῦμα καὶ ἡ εὐδοκία τοῦ Πατρὸς τὸν φανερώνει καθαρά, αὐτὸν τὸν κρυπτόμενον στὴν φάτνη ἥλιον καὶ Θεὸν καὶ κινεῖ ὅλη τὴν κτίση, τὴν ὁρατὴ καὶ τὴν ἀόρατη, νὰ προστρέξει καὶ νὰ κηρύξει τὸν Βασιλέα τῆς δόξης καὶ Δημιουργὸ τῶν ὅλων, ὁ Ὁποῖος κρύπτεται σὲ σπήλαιο καὶ φάτνη, περιτυλιγμένος μὲ τὰ σπάργανα. Ἐκεῖ ὅπου ἦλθαν ἀδιστάκτως καὶ «οἱ μάγοι ἐξ ἀνατολῶν» μετὰ δώρων πολυτελῶν νὰ δωροφορήσουν καὶ νὰ τὸν προσκυνήσουν πιστῶς. Καὶ ὄχι μόνον αὐτοί, ἀλλὰ καὶ ἄγγελοι κατῆλθαν ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ ἀνακραύγαζαν μελωδικὰ, πρὸς τὸν «ἐν ὑψίστοις Θεὸν καὶ ἐπὶ γῆς» εἰρηνάρχην, γιὰ τὴν καταλλαγὴ τοῦ Θεοῦ πρὸς τοὺς ἀνθρώπους, ποὺ πραγματοποίησε μὲ τὴν εὐδοκία τοῦ Πατρός· τοῦ ἀπένειμαν ὡς Βασιλέα τους τὴν ὀφειλόμενη ἐπευφημία καὶ ἀπεκάλυψαν τρανῶς τὸν κρυπτόμενον ἀκόμη Βασιλέα καὶ τὸν ἀνήγγειλαν στοὺς πλησιοχώρους ποιμένες ὅπως ἤρμοζε σὲ αὐτούς, ὡς «ποιμένα τῶν προβάτων τὸν μέγαν». «Ὅτι ἐτέχθη», λέγει, «ὑμῖν σήμερον Σωτήρ, ὡς ἔστι Χριστὸς Κύριος ἐν πόλει Δαυΐδ. Καὶ τοῦτο ὑμῖν τὸ σημεῖον εὑρήσετε βρέφος ἐσπαργανωμένον καὶ κείμενον ἐν φάτνη». Συνέχεια
ΣΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΜΑΣ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΑ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ,ΚΑΙ ΣΤΟΝ ΘΕΟΔΟΧΟ ΣΥΜΕΩΝΑ
Ἁγίου Κυρίλλου Ἱεροσολύμων
«Νοιῶσε μεγάλη χαρά, θυγατέρα Σιών, διαλάλησε τὴ χαρά σου, θυγατέρα Ἱερουσαλὴμ». Χόρευε, λαὲ τῆς πόλεως τοῦ Θεοῦ. Σκιρτᾶτε οἱ πύλες καὶ τὰ τείχη τῆς Σιών καὶ ὁλόκληρη ἡ γῆ. Φωνάξτε σεῖς τὰ ὄρη καὶ τὰ βουνὰ σκιρτήσατε πολύ. Τὰ ποτάμια, χειροκροτεῖστε καὶ τὰ πλήθη περικυκλῶστε τήν Σιών, βλέποντας τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ μέσα σ’ αὐτήν. Ἂς ὁμονοήσουν σήμερα τὰ οὐράνια μὲ τὰ ἐπίγεια καὶ ἂς ἀναπέμπει ὕμνους ἡ ἄνω μαζὶ μὲ τὴν κάτω Ἱερουσαλήμ, γιὰ τὸν Χριστὸ πού βρίσκεται σʼ αὐτήν, τὸν οὐράνιο καὶ τὸν ἐπίγειο. Γύρω ἀπὸ τὸν οὐράνιο χορέψτε οἱ νοερὲς δυνάμεις, καὶ τὸν ἐπίγειο ἀνυμνεῖστε τον οἱ ἄνθρωποι μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους.
Διότι σήμερα ἐμφανίστηκε ὁ Θεὸς τῶν θεῶν στὴ Σιών. Σήμερα εἰπώθηκαν λόγια δόξης γιὰ σένα, πόλη τοῦ Θεοῦ Ἱερουσαλήμ, πόλη τοῦ μεγάλου βασιλιᾶ. Ἄνοιξε τὶς πύλες πρὸς τιμὴν αὐτοῦ πού ἄνοιξε σὲ ὅλους τὶς πύλες τοῦ παραδείσου, καὶ ἐπίσης ἄνοιξε τὶς πύλες τῶν τάφων πάνω ἀπὸ τὸν Σταυρό, συνέτριψε τὶς πύλες τοῦ ἅδη πού ἦταν γιὰ αἰῶνες κλειστές, καὶ ἔκλεισε κατὰ τρόπο παράδοξο τὶς πύλες τῆς παρθενίας. Σὴμερα, ἐκεῖνος πού τὰ παλιὰ χρόνια μίλησε μὲ τὸν Μωυςῆ πάνω στὺ ὄρος Σινᾶ κατὰ τρόπον θεοπρεπῆ, ἐκπληρώνει τὸν νόμο, ὑποτασσόμενος στὸν νόμο σὰν δοῦλος. Σήμερα ἔρχεται ὁ Θεὸς ἀπὸ τὴ θαιμάν στὴ Σιών. Σήμερα ὁ οὐράνιος Νυμφίος, μαζὶ μὲ τὴ Θεομήτορα παστάδα, ἔρχεται στὸν ναό. Θυγατέρες τῆς Ἱερουσαλήμ, βγεῖτε πρὸς προϋπάντησή του. Ἀνᾶψτε γεμάτες χαρὰ τὶς λαμπάδες στὸ ἀληθινὸ φῶς. Περιποιηθεῖτε τοὺς χιτῶνες τῶν ψυχῶν σας γιὰ χάρη τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ.
Μαζὶ μὲ τὴ Σιών καὶ οἱ λαοὶ τῶν ἐθνῶν, κρατώντας λαμπάδες, ἂς τὸν προϋπαντήσουμε. Ἂς μποῦμε στὸν ναὸ μαζὶ μὲ τὸν ναὸ καὶ Θεὸ καὶ Χριστό. Μαζὶ μὲ τοὺς ἀγγέλους ἂς ψάλουμε δυνατὰ τὸν ὕμνο τῶν ἀγγέλων, «Ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος ὁ Κύριος Σαβαώθ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ εἶναι γεμάτα ἀπὸ τὴ δόξα του». Εἶναι γεμάτα τὰ πέρατα τοῦ κόσμου ἀπὸ τὴν καλωσύνη του. Εἶναι γεμάτη ὅλη ἡ κτίση ἀπὸ τὴ δοξολογία του. Εἶναι γεμάτη ἡ ἀνθρωπότητα ἀπὸ τὴ συγκατάβασή του. Τὰ οὐράνια, τὰ ἐπίγεια καὶ τὰ καταχθόνια εἶναι γεμάτα ἀπὸ τὴν εὐσπλαγχνία του, γεμάτα ἀπὸ τὰ ἐλέη του, γεμάτα ἀπὸ τὶς δωρεές του, γεμάτα ἀπὸ τὶς εὐεργεσίες του. Συνέχεια
ΣΤΗΝ ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ ΚΑΙ ΣΩΤΗΡΑ ΜΑΣ ΙΗΣΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
Ἁγίου ‘Ἠσυχίου Ἱεροσολύμων
Ἡ γιορτὴ λέγεται γιορτὴ τοῦ καθαρισμοῦ, ἀλλά δὲν θὰ κάνει λάθος κανείς, ἂν τὴν ὀνομάσει ἑορτή τῶν ἑορτῶν, Σάββατο τῶν Σαββάτων, ἅγια τῶν ἁγίων. Γιατί περιλαμβάνει ὅλο τὸ μυστήριο τῆς σάρκωσης τοῦ Χριστοῦ, περιγράφει ὅλο τὸ μυστήριο τοῦ Μονογενοῦς Κυρίου. Στὴ γιορτὴ αὐτὴ ὁ Χριστὸς κρατήθηκε ὡς βρέφος καὶ ὁμολογήθηκε ὅτι εἶναι Θεός, καὶ προσφέρθηκε στὴν ἀγκαλιά, καθισμένος σὰν σὲ θρόνο, ὁ Δημιουργός τῆς δικῆς μας φύσεως, καὶ πρόσφερε ἕνα ζευγάρι τρυγόνια λογικὰ στὸν Συμεὼν καὶ τὴν Ἄννα. Ἀλλά, ἂν συμφωνεῖτε, ἂς παρεμβάλουμε τὰ ἴδια τὰ εὐαγγελικὰ λόγια, γιατί ἐκεῖ θὰ δοῦμε τὴν παρεμβολὴ τοῦ Θεοῦ. Νὰ λοιπὸν πῶς διηγεῖται τὴν ἱστορία τῆς γιορτῆς ὁ εὐαγγελιστής Λουκᾶς: «Καὶ ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ, σύμφωνα μὲ τὸν μωσαϊκὸ νόμο, τὸν πῆγαν στὰ Ἱεροσόλυμα, γιὰ νὰ τὸν παρουσιάσουν στὸν Κύριο, ὅπως εἶναι γραμμένο στὸν νόμο τοῦ Κυρίου, ὅτι κάθε ἀρσενικὸ πού ἀνοίγει μήτρα, πρέπει νὰ θεωρεῖται ἀφιερωμένο στὸν Κύριο, καὶ νὰ προσφέρουν θυσία, σύμφωνα μ’ ἐκεῖνο πού λέγει ὁ νόμος τοῦ Κυρίου, ἕνα ζευγάρι τρυγόνια, ἡ δύο μικρὰ περιστέρια». Ἔπρεπε Ἐκεῖνος, πού γιὰ χάρη μας ἔγινε δοῦλος, νὰ προσφέρει γιὰ μᾶς καθάρσια δῶρα· Ἐκεῖνος πού δὲν λυπήθηκε τὸ αἷμα του, νὰ μὴ λυπηθεῖ ἕνα ζευγάρι τρυγόνια. Νὰ λοιπὸν πού, σύμφωνα μὲ τὸν νόμο, ἐργάζεται ὑπὲρ τοῦ νόμου σὰν νομοθέτης. Καὶ μολονότι αὐτός δίνει τὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος, ὡστόσο δὲν ἀποφεύγει τὴ δουλεία (τὴν πιστὴ τήρηση) τοῦ γράμματος. Δὲν παραβαίνει τὸν νόμο τοῦ Μωυσῆ, γιὰ νὰ γίνει στὸν κατάλληλο καιρὸ μάρτυρας ἀξιόπιστος.
«Καὶ ὅταν συμπληρώθηκαν οἱ ἡμέρες τοῦ καθαρισμοῦ αὐτῶν, σύμφωνα μὲ τὸν νόμο τοῦ Μωυσῆ». Αὐτῶν. Ποιῶν; Γιατί ὁ Ἰωσὴφ οὔτε πατέρας ἦταν, οὔτε ὑποχρεωμένος γιὰ καθαρισμό, ἀλλ’ οὔτε καὶ ἡ Μαρία οὔτε καὶ τὸ βρέφος εἶχαν ἀνάγκη καθαρισμοῦ. Γιατί λέγεται τὸ ἑξῆς: «Μιὰ γυναίκα, ἐὰν μείνει ἔγκυος καὶ γεννήσει ἀρσενικό, θὰ εἶναι ἑπτά ἡμέρες ἀκάθαρτη». ‘Ἀλλὰ ἡ Μαρία δὲν δέχθηκε σπέρμα, ἑπομένως δὲν χρειαζόταν καθαρισμό. «Μιὰ γυναίκα ἐὰν δεχθεῖ σπέρμα καὶ γεννήσει ἀρσενικὸ παιδί, θὰ εἶναι ἑπτά ἡμέρες ἀκάθαρτη». Γιατί; Ἐπειδὴ ἔφερε στὸν κόσμο δεύτερο Ἀδάμ. «Ἐὰν ὅμως γεννήσει θηλυκό, θὰ εἶναι ἀκάθαρτη δεκατέσσερις ἡμέρες». Συνέχεια
ΚΗΡΥΓΜΑ ΣΤΗΝ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΟΡΤΗΣ ΤΗΣ ΥΠΑΠΑΝΤΗΣ
Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου
Εἶναι γιὰ μένα χαρὰ πού βρίσκομαι πάλι ἀνάμεσά σας καί συλλειτουργῶ μαζί σας. Εἶναι πολὺ σημαντικὸ πού ὁρίσθηκε ἡ τέλεση τῆς Θείας Λειτουργίας σήμερα, τὴν ἡμέρα τῆς ἀποδόσεως τῆς ἑορτῆς τῆς Ὑπαπαντῆς, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ στὴν πραγματικότητα τὴν ἑορτή τῆς βασιλικῆς Ἱερωσύνης τοῦ Χριστοῦ. Ἡ «παράσταση» τοῦ Κυρίου, δηλαδὴ ἡ ἱερουργία τῆς σωτηρίας μας, ἀρχίζει ἀπὸ τὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ. Τὴν τελευταία φορὰ πού μὲ προσκαλέσατε στὸ συνέδριο τῶν κληρικῶν σας, μιλήσαμε γιὰ τὴ διπλὴ παράσταση τοῦ Χριστοῦ ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων. Ὁ Χριστὸς δικαίωσε τοὺς ἀνθρώπους ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ μὲ τὸ ἀληθινὸ καὶ τέλειο ὑπόδειγμά Του. Καὶ ἐμεῖς ἂν τὸ ἀκολουθήσουμε, ὄχι ἁπλῶς δὲν θὰ καταισχυνθοῦμε ποτέ, ἀλλά θὰ γίνουμε δεκτοὶ ἀπὸ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Πνεῦμα ὡς υἱοί Θεοῦ. Ὁ Χριστὸς δικαίωσε ἐπίσης τὸν Θεὸ ἐνώπιον τῶν ἀνθρώπων, διότι μᾶς ἀγάπησε εἰς τέλος, ἕως θανάτου, καί μὲ αὐτό τὸν τρόπο ἐργάσθηκε τὴ σωτηρία μας. Ἀλλὰ ἡ παράστασή Του συνιστᾶ ἀκόμη τὴν ἔναρξη τῆς ἐμφανίσεως τῆς ἱερωσύνης Του, γεγονὸς πολὺ σημαντικὸ γιὰ μᾶς πού μετέχουμε σὲ αὐτήν. Ὑπάρχει μία μόνο ἱερωσύνη, τὸ βασίλειο ἱεράτευμα τοῦ Κυρίου, πού εἶναι κλῆρος ὅλων τῶν χριστιανῶν· ἐμεῖς ὅμως, ὡς χειροτονημένοι ἱερεῖς, ἔχουμε διπλὴ μετοχή.
Θὰ ἤθελα νὰ σταθῶ γιὰ λίγο σὲ ἐκείνους τούς δύο ἀνθρώπους πού ἦταν στὸν ναὸ καὶ ὑποδέχθηκαν τὸν Χριστό: τὸν ἅγιο Συμεών, ἄνθρωπο «δίκαιο καὶ εὐλαβῆ», ὅπως τὸν περιγράφει ἡ Γραφή, καὶ τὴν προφήτιδα Ἄννα. Καί οἱ δύο ἦταν περασμένης ἡλικίας, ἀλλά διατηροῦσαν στὴν καρδιὰ τους πολὺ ἰσχυρὴ τὴν προσδοκία γιὰ τὴν ἐπερχόμενη λύτρωση, προσμένοντας τὴν ἄφθαρτη «παράκληση τοῦ Ἰσραήλ», πού ἦταν ὁ Χριστὸς (Λουκ. 2, 25). αὐτό σημαίνει ὅτι ἀναζωπύρωναν μέσα στὴν καρδιὰ τους ἀδιάλειπτα τὸ προφητικὸ χάρισμα, ἔχοντας γίνει μέτοχοι τοῦ προφητικοῦ Πνεύματος τοῦ Θεοῦ. Συνέχεια
Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΙ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΜΟΝΑΧΙΚΟΥ ΣΧΗΜΑΤΟΣ
Τῆς μελλούσης λαμβάνειν τὸ Μέγα καὶ ᾿Αγγελικὸν Σχῆμα, μεταφέρονται ἀφ᾿ ἑσπέρας καὶ ἀποτίθενται ἐν τῷ ἁγίῳ Βήματι ἅπαντα τὰ διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον προοριζόμενα ἄμφια (ἐνδύματα).
Εἰς δὲ τὸν ῎Ορθρον
᾿Αναγινώσκει, ἢ ψάλλει, ἡ ὑποψηφία τὸν ἑπόμενον Κανόνα οὗ ἡ ἀκροστιχίς·
«Εὐδόκιμον τέλος εὐδοκίμῳ μοι Χριστὲ παράσχου»
᾿ῼδὴ Α´. ῏Ηχος Β´. Δεῦτε λαοί…
Ἐπὶ τὴν σήν, φιλανθρωπίαν δραμοῦσαν Χριστέ, τὴν τῷ ἁγίῳ Σχήματι, νῦν προσερχομένην, ψυχικῇ διαθέσει, καὶ γνώμῃ φιλαρέτῳ, Σῶτερ ὑπόδεξαι.
Ὑπεισελθεῖν, τὸν σὸν χρηστόν με ζυγὸν ᾿Αγαθέ, καὶ τὸ φορτίον Δέσποτα αἴρειν ἀξίωσον, τῶν πολλῶν μου πταισμάτων, τὸν φόρτον ἀφανίζων, ὡς πολυέλεος.
Ὁ δι᾿ ἡμᾶς, σάρκα φορέσας καὶ θάνατον, ὑπὲρ ἡμῶν ὡς εὔσπλαγχνος καταδεξάμενος, σαρκικῶν μολυσμάτων, καθάρισον, Οἰκτίρμον τὴν προσιοῦσάν σοι.
Θεοτοκίον
Καταφυγήν, καὶ προστασίαν καὶ σκέπην τε, περιφανῆ πλουτήσαντες, οἱ Θεοτόκον σε, Παναγία φρονοῦντες, τῆς Θείας ἐποπτείας καταξιούμεθα.
᾿ῼδὴ Γ´. Στερέωσον ἡμᾶς…
Ἱλάσθητι Χριστὲ τῇ Σοὶ προστρεχούσῃ οἰκέτιδι, καὶ ταύτην τὴν πολιτείαν, τῶν ῾Οσίων καταξίωσον, εὐσεβῶς καὶ δικαίως πολιτεύεσθαι.
Μετάθεσιν ζωῆς καὶ μεταποίησιν, τὸ Σχῆμα τὸ Θεῖον τοῦτο παράσχου, καὶ πταισμάτων καθαρτήριον, τῇ Σοὶ προσερχομένη πιστῇ δούλῃ Σου.
Ὁ μόνος ἀγαθὸς ὁ μὴ βουλόμενος, ἀνθρώπων τὸν θάνατον ᾿Ελεῆμον, τὴν σὴν δούλην Σοὶ προσπίπτουσαν, τῷ χορῷ τῶν ῾Αγίων συναρίθμησον.
Νῦν θέλουσαν τὴν σὴν ὁδὸν πορεύεσθαι, καὶ βίον ἑλέσθαι τὸν σταυροφόρον, προσδεξάμενος καθάρισον, τῶν προτέρων πταισμάτων με Φιλάνθρωπε.
Θεοτοκίον
Τῆς Εὔας τὴν ἀρὰν ῾Αγνὴ διέλυσας, τεκοῦσα τὸν πᾶσι τὴν εὐλογίαν, ἀδαπάνητον πηγάσαντα, τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου Μητροπάρθενε.
Κάθισμα ῏Ηχος Δ´. Ταχύ προκατάλαβε..
Οἱ θέλοντες ἔρχεσθαι, φησὶν ὀπίσω μου, προθύμως ἀρνήσασθε τὰς κοσμικὰς ἀφορμάς, γονεῖς τοὺς γεννήσαντας, τέκνα τε καὶ γυναῖκας, ἀδελφούς τε καὶ φίλους, χρήματα καὶ οἰκίας, συγγενεῖς τε καὶ δούλους, καὶ δέξασθε ἀξίωμα τῶν ᾿Αποστόλων μου.
᾿ῼδὴ Δ´. Εἰσακήκοα Κύριε…
Ἐπιστρέφουσαν δέξαι με, Λόγε Θεοῦ, τὸν ῎Ασωτον ὡς πάλαι, καὶ ὡς τὸν Τελώνην, μόνε Φιλάνθρωπε.
Λυτρωτὴς ἡμῶν γέγονας, διὰ Σταυροῦ τὸν κόσμον ἀγοράσας· διό Σοι προσπίπτω, ῥῦσαί με Δέσποτα.
Ὁ ἐγείρας τὸν Λάζαρον, ἐκ τῶν νεκρῶν κἀμὲ τὴν νεκρωθεῖσαν, ἁμαρτίας κέντρῳ, ζώωσον Δέσποτα.
Σημειωθεῖσαν χάριτι, καὶ φωτισμῷ τῆς Σῆς Θεογνωσίας, λογικῆς Σου ποίμνης, δεῖξόν με πρόβατον.
Θεοτοκίον
Εὐλογημένη πάναγνε, Μῆτερ Θεοῦ, τῇ σῇ με προστασίᾳ, καὶ τῇ Θείᾳ σκέπῃ, φρούρησον Δέσποινα.
᾿ῼδὴ Ε´. ῾Ο τοῦ φωτὸς χορηγός…
‘Υπακοῇ Σου Χριστέ, τὴν ἡμετέραν ὡς Θεὸς ἔλυσας, παρακοήν, καὶ τῆς Βασιλείας, τὴν εἴσοδον ἡμῖν, διὰ μετανοίας, καὶ πίστεως ἔδειξας.
Διατελέσασαν, ἐν ἀμελείᾳ τὴν ζωὴν βλέπων με, τῇ προσοχῇ, τῆς ἐπιμελείας, ἐπίστησον Χριστέ, τῆς δικαιοσύνης ἐνδύσας με θώρακα.
Ὁ διὰ πίστεως, παλιντοκίας τε λουτροῦ πλύνας με, προγονικῆς ἀρᾶς, νῦν δακρύων ἀπόπλυνον πηγαῖς, καταρρυπωθεῖσαν δεινοῖς παραπτώμασι.
Κατακαμπτομένην, καὶ νενευκυῖάν με πρὸς γῆν Δέσποτα, τῷ ἐπαχθεῖ, καὶ θανατηφόρῳ πταισμάτων φορτίῳ, τῇ Σῇ ζωηφόρῳ χειρὶ ἐπανόρθωσον.
Θεοτοκίον
Ἴσος ὑπάρχων Πατρί, κατὰ τὴν ἄναρχον μορφὴν γέγονας ἴσος ἡμῖν, ἐξ ἀπειρογάμου γενόμενος Μητρός· ἧς ταῖς ἱκεσίαις Θεάνθρωπε σῶσόν με.
᾿ῼδὴ ΣΤ´. ᾿Εν ἀβύσσῳ πταισμάτων..
Μὴ παρίδῃς τὸ πλάσμα Σου Δέσποτα· ἀλλὰ τοῦ Σταυροῦ Σου τῇ χάριτι σῶσόν με, καὶ τῷ τιμίῳ Αἵματι, ὃ ἐκ Θείας πλευρᾶς Σου ἐκένωσας.
Ὡς μὴ οὖσαν τὸ πρότερον ἔπλασας, οὕτως ἀπολλυμένην ταῖς ἁμαρτίαις μου, ἀναζητήσας σῶσόν με, ὡς ποιμὴν ἀγαθός τε καὶ εὔσπλαγχνος.
Θεοτοκίον
Ὁ χερσὶν ἀκηράτοις μορφώσας με, πάλιν ἀνεμόρφωσεν ἀχρειωθεῖσαν δεινῶς, ἐκ τῆς γαστρός Σου Δέσποινα, προσλαβών με τελείως ὡς εὔσπλαγχνος.
Κοντάκιον ῏Ηχος Α´. Τὸν τάφον σου Σωτήρ…
Ἀγκάλας πατρικάς, διανοῖξαί μοι σπεῦσον, ἀσώτως τὸν ἐμόν, κατηνάλωσα βίον εἰς πλοῦτον ἀδαπάνητον, ἀφορῶν τῶν οἰκτιρμῶν σου Σωτήρ, νῦν πτωχεύουσαν, μὴ ὑπερίδῃς καρδίαν· Σοὶ γὰρ Κύριε, ἐν κατανύξει κραυγάζω. ῞Ημαρτον Πάτερ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν Σου.
᾿ῼδή Ζ´. Εἰκόνος χρυσῆς..
Ἰθύνασα πρὸς Σέ, τὰς ὁδούς μου ᾿Αγαθὲ καὶ τὴν καρδίαν, ἀνακαινώσει Θείου Πνεύματος, παλαιωθεῖσαν ἀνάπλασον, τῆς ἁγιωσύνης τῷ κάλλει, καλλωπίσας βοῶσά Σοι· Εὐλογητὸς εἶ ὁ Θεός, ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.
Θεοτοκίον
Σωτῆρα Θεόν, καὶ τοῦ κόσμου λυτρωτὴν Πάναγνε τέτοκας· Ὃν νῦν δυσώπει τὴν εὐπρέπειαν, τῶν ἀρετῶν καὶ φαιδρότητα, καὶ τὴν τῆς ἀσκήσεως χάριν, ἀμφιάσαι τοὺς ψάλλοντας· Εὐλογημένη ἡ Θεόν, σαρκὶ κυήσασα.
᾿ῼδή Η´. Κάμινος ποτέ…
Τρόπαιον ἡμῖν, κατὰ τοῦ διαβόλου, τὸν τοῦ Σταυροῦ Σου τύπον δέδωκας, ἐν ᾧ καταβάλλομεν, τὰ ἐκείνου μηχανήματα, καὶ πονηρὰ φρυάγματα κράζοντες· Εὐλογεῖτε πάντα τὰ ἔργα τὸν Κύριον.
Πάθη τῆς σαρκός, τῷ νῷ καθυποτάξαι, δι᾿ ἐγκρατείας καὶ ἀσκήσεως, παράσχου τοῖς δούλοις Σου, διὰ τρόπων βελτιώσεως, δι᾿ ἀποχῆς τοῦ χείρονος, καὶ τῆς ἀδιαλείπτου, τῶν ἐντολῶν Σου τηρήσεως.
Θεοτοκίον
᾿ῼδή Θ´. ᾿Ανάρχου Γεννήτορος…
Σωτὴρ ὡς καλούμενος, διάσωσόν με δέομαι, καθαρᾷ Σοι καρδίᾳ τὴν προσερχομένην, καὶ τὸ τῆς κακίας μου βάρος, περιελὼν ὡς μόνος Οἰκτίρμων, συμπαθῶς ἀνάπαυσον, ὡς ὑπέσχου Παντοδύναμε.
Θεοτοκίον
Υἱόν σου τὸν εὔσπλαγχνον, Πανάμωμε δυσώπησον, τὴν πιστῶς προσιοῦσαν τῷ Θείῳ Σχήματι, πρὸς τὸ τῆς ἀσκήσεως φθάσαι, πανευλαβῶς πολύευκτον τέλος· Σὲ γὰρ τὴν Πανάχραντον, ἀντιλήπτορα κεκτήμεθα.
Εἶτα Στιχηρὰ Προσόμοια.
῏Ηχος Β´. ῞Οτε ἐκ τοῦ ξύλου Σε νεκρόν…
Δόξα…
Τεῖχος ὑπερβήσομαι ἐν Σοί, τὸ τῆς ἁμαρτίας μου Σῶτερ, καὶ λυτρωθήσομαι, Σὺ γὰρ ἀνταπέδωκας, τὸ ἐμὸν ὄφλημα, καὶ τιμῆς με ἠγόρασας, αἰχμαλωτισθέντα, τὸν τῆς ἀγαθότητος ἐπιδεικνύμενος, πλοῦτον, καὶ τὴν τῆς εὐσπλαγχνίας, ἄβυσσον πηγάσαι θελήσας, πᾶσι τοῖς ὑμνοῦσί σε Φιλάνθρωπε.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον
Πάντων προστατεύεις ᾿Αγαθή, τῶν καταφευγόντων ἐν πίστει, τῇ κραταιᾷ Σου χειρί· ἄλλην γὰρ οὐκ ἔχομεν, ἁμαρτωλοὶ πρὸς Θεόν, ἐν κινδύνοις καὶ θλίψεσιν, ἀεὶ μεσιτείαν, οἱ κατακαμπτόμενοι, ὑπὸ πταισμάτων πολλῶν. Μῆτερ τοῦ Θεοῦ τοῦ ὑψίστου· ὅθεν Σοὶ προσπίπτομεν· ῾Ρῦσαι, πάσης περιστάσεως τοὺς δούλους Σου.
Εἰς δὲ τὴν Θείαν Λειτουργίαν
Μετὰ τὴν εἴσοδον τοῦ ἁγίου Εὐαγγελίου τοποθετεῖ τοῦτο ὁ ῾Ιερεὺς πρὸ τῆς ὡραίας Πύλης ἀπέναντι ἀκριβῶς τῆς ἱερᾶς Εἰκόνος τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, θέτων ἐπάνω αὐτοῦ καὶ ψαλίδιον· ἡ δὲ μέλλουσα λαμβάνειν τὸ ἅγιον Σχῆμα ἱσταμένη πρὸ τῶν θυρῶν τοῦ Ναοῦ, ἀποβάλλει τὸ κάλυμμα τῆς κεφαλῆς της καὶ τὰ ὁποῖα φορεῖ ἐνδύματα, μένουσα μόνον μετὰ τοῦ ὑποκαμίσου, καὶ τῶν τσουραπίων· ἐκεῖθεν δὲ παραλαμβάνει αὐτὴν ἡ ῾Ηγουμένη, καὶ κρατοῦσα αὐτήν ἐκ τῆς χειρὸς καὶ προπορευομένη ὑποδεικνύει αὐτῇ ἵνα ποιήσῃ καὶ ποιεῖ μετάνοιαν μίαν ἅμα τῇ εἰσόδῳ εἰς τὸν Ναόν, μίαν εἰς τὸ μέσον αὐτοῦ, μίαν πρὸ τῶν ὡραίων Πυλῶν, ἀνὰ μίαν εἰς τοὺς χοροὺς δεξιὰ καὶ ἀριστερά, ἀνὰ τρεῖς εἰς τὰς ἁγίας Εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας καὶ τοῦ ῾Αγίου τῆς Μονῆς, καὶ μίαν εἰς τὴν ῾Ηγουμένην, τῆς ὁποίας καὶ ἀσπάζεται τὴν δεξιάν, καὶ ἵσταται ἐξ ἀριστερῶν αὐτῆς ἔχουσα ἐσταυρωμένας τὰς χεῖρας πρὸ τοῦ στήθους της.
Τούτων γενομένων, ἀφοῦ ψαλῶσι τὰ συνήθη ᾿Απολυτίκια τοῦ ῾Αγίου τῆς ἡμέρας καὶ τοῦ ῾Αγίου τῆς Μονῆς, ψάλλονται ὑπὸ τῶν ψαλτῶν ἑκατέρων τῶν χορῶν τὰ ἑπόμενα ᾿Αντίφωνα.
᾿Αντίφωνον Α´. ῏Ηχος Δ´.
Τίς χειμαζόμενος καὶ προστρέχων, τῷ λιμένι τούτῳ οὐ διασώζεται; ἢ τίς ὀδυνώμενος καὶ προσπίπτων τῷ ἰατρείῳ τούτῳ οὐ θεραπεύεται; Δημιουργὲ τῶν ἁπάντων, καὶ ἰατρὲ τῶν νοσούντων, Κύριε πρὶν εἰς τέλος ἀπόλωμαι, σῶσόν με.
Πρόβατόν εἰμι τῆς λογικῆς Σου ποίμνης, καὶ πρὸς Σὲ καταφεύγω τὸν Ποιμένα τὸν καλόν· ζήτησόν με τὸν πλανηθέντα ὁ Θεός, καὶ ἐλέησόν με.
Δόξα, καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Ἐκ παντοίων κινδύνων τοὺς δούλους Σου, φύλαττε εὐλογημένη Θεοτόκε, ἵνα Σὲ δοξάζωμεν, τὴν ἐλπίδα τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
᾿Αντίφωνον Β´. ῏Ηχος Δ´.
Ζάλη ἁμαρτημάτων περιέχει με Σωτήρ, καὶ μηκέτι φέρων τὸν κλύδωνα, Σοὶ προσπίπτω τῷ μόνῳ Κυβερνήτῃ. ῾Ως τῷ Πέτρῳ τὴν χεῖρά μοι ἔκτεινον, τῆς φιλανθρωπίας Σου, καὶ σῶσόν με.
Δόξα, καὶ νῦν. Θεοτοκίον
᾿Αντίφωνον Γ´. ῏Ηχος Δ´.
Ποῦ ἐστιν ἡ τοῦ κόσμου προσπάθεια; ποῦ ἐστιν ἡ τῶν προσκαίρων φαντασία; οὐκ ἰδοὺ ταῦτα βλέπομεν γῆν καὶ σποδόν; τί οὗν κοπιῶμεν εἰς μάτην; τί δὲ οὐκ ἀρνούμεθα κόσμον, καὶ ἀκολουθῶμεν τῷ κράζοντι. ῾Ο θέλων πορευθῆναι ὀπίσω μου, ἀναλαβέτω τὸν σταυρόν μου, καὶ ζωὴν κληρονομήσει τὴν αἰώνιον.
Στίχ. Δεῦτε τέκνα ἀκούσατέ μου, φόβον Κυρίου διδάξω ὑμᾶς.
Δεῦτε πάντες οἱ κοπιῶντες καὶ πεφορτισμένοι, κἀγὼ ἀναπαύσω ὑμᾶς· ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ᾿ ὑμᾶς, καὶ μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾶός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν.
Στίχ. ᾿Επλανήθην ὡς πρόβατον ἀπολωλός, ζήτησον τὸν δοῦλόν Σου, ὅτι τὰς ἐντολάς Σου οὐκ ἐπελαθόμην.
Πρόβατόν εἰμι τῆς λογικῆς Σου ποίμνης, καὶ πρὸς Σὲ καταφεύγω τὸν Ποιμένα τὸν καλόν· ζήτησόν με τὸν πλανηθέντα ὁ Θεός, καὶ ἐλέησόν με.
Δεῦτε προσκυνήσωμεν, καὶ προσπέσωμεν, καὶ κλαύσωμεν ἐναντίον Κυρίου τοῦ ποιήσαντος ἡμᾶς.
Κύριε, Κύριε, ἐπίβλεψον ἐξ οὐρανοῦ καὶ ἴδε, καὶ ἐπίσκεψαι τὴν ἄμπελον ταύτην, καὶ κατάρτισαι αὐτήν, ἣν ἐφύτευσεν ἡ δεξιά Σου.
Δόξα, καὶ νῦν. Θεοτοκίον
Ἡ μόνη ῾Αγνὴ καὶ ἄχραντος Παρθένος, ἡ Θεὸν ἀσπόρως κυήσασα πρέσβευε, τοῦ σωθῆναι τὰς ψυχὰς ἡμῶν.
Κάθισμα ῏Ηχος Α´. Τόν τάφον Σου Σωτήρ…
Τοῦτο ψάλλεται ἐκ τρίτου
Εἶτα κατηχεῖ τὴν ὑποψηφίαν ὁ ῾Ιερεὺς λέγων οὕτως·
Εἶτα ἐπερωτᾷ αὐτὴν ὁ ῾Ιερεὺς, λέγων·
᾿Ερώτησις: Τί προσῆλθες ἀδελφή, προσπίπτουσα τῷ ἁγίῳ θυσιαστηρίῳ, καὶ τῇ ἁγίᾳ Συνοδίᾳ ταύτῃ;
᾿Απόκρισις: Ποθοῦσα τὸν βίον τῆς ἀσκήσεως, τίμιε Πάτερ.
᾿Ερώτησις: Ποθεῖς ἀξιωθῆναι τοῦ ᾿Αγγελικοῦ Σχήματος, καὶ καταταγῆναι ἐν τῷ χορῷ τῶν Μοναζουσῶν;
᾿Απόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, τίμιε Πάτερ.
Ο ῾Ιερεύς: ῎Οντως καλὸν ἔργον καὶ μακάριον ἐξελέξω ἀλλ᾿ ἐὰν καὶ τελειώσῃς αὐτό· τὰ γὰρ καλὰ κόπῳ κτῶνται, καὶ πόνῳ κατορθοῦνται.
᾿Ερώτησις: ῾Εκουσίᾳ σου τῇ γνώμῃ προσέρχῃ τῷ Κυρίῳ;
᾿Απόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, Τίμιε Πάτερ.
Ἐρώτησις: Μὴ ἔκ τινος ἀνάγκης, ἢ βίας;
᾿Απόκρισις: Οὐχί, Τίμιε Πάτερ.
᾿Ερώτησις: ᾿Αποτάσσῃ τῷ κόσμῳ, καὶ τοῖς ἐν τῷ κόσμῳ, κατὰ τὴν ἐντολήν τοῦ Κυρίου;
᾿Απόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, Τίμιε Πάτερ.
᾿Ερώτησις: Παραμένεις τῷ Μοναστηρίῳ καὶ τῇ ἀσκήσει, ἕως ἐσχάτης σου ἀναπνοῆς;
᾿Απόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, Τίμιε Πάτερ.
᾿Ερώτησις: Σώζεις μέχρι θανάτου τὴν ὑπακοὴν τῇ Προεστώσῃ καὶ πάσῃ τῇ ἐν Χριστῷ ᾿Αδελφότητι;
᾿Απόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, Τίμιε Πάτερ.
᾿Ερώτησις: ῾Υπομένεις πᾶσαν θλῖψιν καὶ στενοχωρίαν τοῦ μονήρους βίου διὰ τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν;
᾿Απόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, Τίμιε Πάτερ.
᾿Ερώτησις: Φυλάττεις σεαυτὴν ἐν παρθενίᾳ καὶ σωφροσύνῃ καὶ εὐλαβείᾳ;
᾿Απόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, Τίμιε Πάτερ.
Καὶ εὐθύς ἄρχεται ὑπὸ τοῦ ῾Ιερέως ἡ Κατήχησις ὡς ἑξῆς·
Γίνωσκε οὖν ἀπὸ τῆς παρούσης ἡμέρας σταυροῦσθαι, καὶ νεκροῦσθαι τῷ κόσμῳ, διὰ τῆς τελειοτάτης ἀποταγῆς· ἀποτάσσῃ γὰρ γονεῦσιν, ἀδελφοῖς, ἀνδρὶ τέκνοις, πατράσι, συγγενείαις, ἑταιρείαις, φίλοις, συνήθεσι, τοῖς ἐν κόσμῳ θορύβοις, φροντίσι, κτήσεσιν, ὑπάρξεσι, τῇ κενῇ καὶ ματαίᾳ ἡδονῇ τε καὶ δόξῃ· καὶ ἀπαρνεῖσαι οὐ μόνον τὰ προειρημένα, ἀλλ᾿ ἔτι καὶ τὴν σεαυτῆς ψυχήν, κατὰ τὴν φωνὴν τοῦ Κυρίου, τὴν λέγουσαν· «ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ, καὶ ἀκολουθείτω μοι». Εἰ οὖν ἀληθῶς ἀκολουθεῖν αὐτῷ ᾑρετήσω, καὶ εἰ ἀψευδῶς κληθῆναι αὐτοῦ μαθήτρια ἐπιποθεῖς, ἑτοιμάσθητι ἀπὸ τοῦ παρόντος, μὴ πρὸς ἄνεσιν, μὴ πρὸς ἀμεριμνίαν, μὴ πρὸς τρυφάς, μὴ πρὸς ἄλλο τι τῶν ἐπὶ γῆς τερπνῶν τε καὶ ἀπολαυστικῶν· ἀλλὰ πρὸς ἀγῶνας πνευματικούς, πρὸς ἐγκράτειαν σαρκός, πρὸς κάθαρσιν ψυχῆς, πρὸς πτωχείαν εὐτελῆ, πρὸς πένθος ἀγαθόν, πρὸς πάντα τὰ λυπηρὰ καὶ ἐπίπονα τῆς χαροποιοῦ κατὰ Θεὸν ζωῆς· καὶ γὰρ πεινάσαι ἔχεις, καὶ διψῆσαι, καὶ γυμνητεῦσαι, ὑβρισθῆναι τε καὶ χλευασθῆναι, ὀνειδισθῆναί τε καὶ διωχθῆναι, καὶ πολλοῖς περιαχθῆναι λυπηροῖς, οἷς ἡ κατὰ Θεὸν ζωὴ χαρακτηρίζεται. Καὶ ὅταν ταῦτα πάντα πάθῃς, Χαῖρε, φησίν, ὅτι πολὺς ὁ μισθός σου ἐν τοῖς οὐρανοῖς ὑπάρχει.
Χαρᾷ οὗν χαῖρε, καὶ ἀγαλλιάσει ἀγαλλιῶ, ὅτι σήμερον ἐξελέξατό σε, καὶ διεχώρισε Κύριος ὁ Θεός, ἀπὸ τῆς ἐν κόσμῳ ζωῆς, καὶ ἔθετό σε, ὡς ἐν προσώπῳ αὐτοῦ, ἐν τῇ παραστάσει τῆς Μοναχικῆς τάξεως, ἐν τῇ στρατείᾳ τῆς ᾿Αγγελοειδοῦς ζωῆς, ἐν τῷ ὕψει τῆς οὐρανομιμήτου πολιτείας· Αὐτῷ ἀγγελικῶς λατρεύειν. Αὐτῷ ὁλοκλήρως δουλεύειν, τὰ ἄνω ζητεῖν· ἡμῶν γὰρ τὸ πολίτευμα, κατὰ τὸν ᾿Απόστολον, ἐν οὐρανοῖς ὑπάρχει.
Ὢ τῆς καινῆς κλήσεως! ὢ τῆς δωρεᾶς τοῦ μυστηρίου! Δεύτερον Βάπτισμα λαμβάνεις σήμερον ᾿Αδελφὴ τῇ περιουσίᾳ τῶν τοῦ φιλανθρώπου Θεοῦ δωρεῶν, καὶ τῶν ἁμαρτιῶν σου καθαίρῃ, καὶ θυγάτηρ φωτὸς γίνη, καὶ αὐτὸς Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν συγχαίρει μετὰ τῶν ἁγίων ᾿Αγγέλων αὐτοῦ ἐπί τῇ σῇ μετανοίᾳ, θύων σοι τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. ᾿Αξίως λοιπὸν τῆς κλήσεως περιπάτησον· ἀπαλλάγηθι τῆς τῶν ματαίων προσπαθείας· μίσησον τὴν πρὸς τὰ κάτω ἕλκουσάν σε ἐπιθυμίαν· ὅλον σεαυτῆς τὸν πόθον μετάθες πρὸς τὰ οὐράνια· μηδόλως στραφῇς εἰς τὰ ὀπίσω, ἵνα μὴ γένῃ στήλη ἁλός, ὡς ἡ γυνὴ τοῦ Λώτ, ἢ ὥσπερ κύων ἐπὶ τὸν ἴδιον ἔμετον ἐπιστρέφων, καὶ πληρωθῇ ἐπὶ σὲ ὁ λόγος τοῦ Κυρίου. ῞Οτι· οὐδεὶς βαλὼν τὴν χεῖρα αὑτοῦ ἐπ᾿ ἄροτρον, καὶ στραφεὶς εἰς τὰ ὀπίσω, εὔθετός ἐστιν εἰς τὴν Βασιλείαν τῶν Οὐρανῶν. Καὶ γὰρ οὐκ ἔστι σοι μικρὸς ὁ κίνδυνος, ἐπαγγελλομένῃ νῦν πάντα τὰ προειρημένα φυλάττειν, ἔπειτα κατολιγωρῆσαι τῆς ἐπαγγελίας· καὶ ἢ πρὸς τὸν πρότερον βίον ἐπαναδραμεῖν, ἢ τῆς Μητρὸς χωρισθῆναι καὶ τῶν συνασκουμένων ᾿Αδελφῶν, ἤ, μένουσα καὶ καταφρονητικῶς ζῆσαι τὰς ἡμέρας σου· ἐπεὶ βαρυτέρας ἕξεις τὰς εὐθύνας παρὰ τὸ πρὶν, ἐπὶ τοῦ φοβεροῦ καὶ ἀπαραλογίστου Βήματος τοῦ Χριστοῦ, ὅσῳ πλείονος χάριτος ἀπολαύεις ἄρτι· καὶ καλόν σοι ἦν, ὡς τὸ λόγιον, μὴ εὔξασθαι ἢ εὔξασθαι καὶ μὴ ἀποδοῦναι. Μηδὲ πάλιν νομίσῃς, ὡς διὰ τοῦ προλαβόντος χρόνου τῆς ἐνταῦθά σου διατριβῆς, ἱκανῶς ἠγωνίσω πρὸς τὰς ἀοράτους δυνάμεις τοῦ ἐχθροῦ, ἀλλὰ γίνωσκε, ὅτι μᾶλλον ἀπὸ τοῦ δεῦρο διαδέξονταί σε μείζονες ἀγῶνες τῆς πρὸς αὐτὸν πάλης. ᾿Ισχύει δὲ κατὰ σοῦ οὐδαμῶς, πεφραγμένην σε εὑρίσκων, τῇ τε πρὸς τὸν ὁδηγοῦντά σε κραταιᾷ πίστει καὶ ἀγάπῃ, καὶ τῇ πρὸς πᾶσαν ὑπακοὴν καὶ ταπείνωσιν εὐθύτητι.
Διὰ τοῦτο ἀπέστω ἀπὸ σοῦ ἀνηκοΐα, ἀντιλογία, ὑπερηφανία, ἔρις, ζῆλος, φθόνος, θυμός, κραυγή, βλασφημία, λαθροφαγία, παρρησία, μερική φιλία, περπερεία, φιλονεικία, γογγυσμός, ψιθυρισμός, ἐπίκτησις ἰδιάζουσα οἰκτροῦ πράγματος, καὶ τὰ ἄλλα πάντα τῆς κακίας εἴδη, δι᾿ ἃ ἔρχεται ἡ ὀργὴ τοῦ Θεοῦ ἐπὶ τοὺς τὰ τοιαῦτα πράσσοντας, καὶ ῥιζοῦν ἄρχεται ἐν αὐτοῖς ὁ τῶν ψυχῶν φθορεύς. Μᾶλλον δέ, ἀντ᾿ αὐτῶν, κτῆσαι τὰ πρέποντα ῾Αγίοις· φιλαδελφίαν, ἡσυχίαν, ἐπιείκειαν, εὐλάβειαν, μελέτην τῶν Θείων λογίων, ἀνάγνωσιν, τήρησιν καρδίας ἐκ ῥυπαρῶν λογισμῶν, ἐργασίαν τὴν κατὰ δύναμιν, ἐγκράτειαν, ὑπομονὴν μέχρι θανάτου, ἐφ᾿ ᾗ Μητρὶ τὰς συνθήκας σου ἔδωκες πρῶτον· καὶ τελευταῖον ἐξαγγελίαν τῶν τῆς καρδίας σου κρυπτῶν, καθὼς αἱ θεῖαι ὑποθῆκαι διαγορεύουσιν· ᾿Εβαπτίζοντο γάρ, φησίν, ἐξομολογούμενοι τὰς ἁμαρτίας αὐτῶν.
᾿Ερώτησις: Ταῦτα πάντα οὕτω καθομολογεῖς, ἐπ᾿ ἐλπίδι τῆς δυνάμεως τοῦ Θεοῦ, καὶ ἐν ταύταις ταῖς ὑποσχέσεσι διακαρτερεῖν συντάσσῃ μέχρι τέλους ζωῆς, χάριτι Χριστοῦ;
᾿Απόκρισις: Ναί, τοῦ Θεοῦ συνεργοῦντος, Τίμιε Πάτερ.
Εἶτα λέγει ὁ ἱερεὺς τὴν εὐχὴν ταύτην·
Ὁ πανοικτίρμων οὖν Θεὸς καὶ πολυέλεος, ὁ τὰ ἄχραντα σπλάγχνα τῆς αὐτοῦ ἀνεξιχνιάστου ἀγαθότητος ὑπανοίγων παντὶ τῷ προσερχομένῳ αὐτῷ, πόθῳ καὶ ἀγάπῃ θερμῇ, ὁ εἰπών· ὅτι ἐπιλήσεται γυνὴ τὰ ἔκγονα αὐτῆς, ἢ ἐγώ ἐπιλήσομαί σου· ὁ καὶ τὸν σὸν πόθον εἰδώς, καὶ τῇ προθέσει σου ἐπιβάλλων τὴν παρ᾿ ἑαυτοῦ δύναμιν πρὸς ἐκπλήρωσιν τῶν αὐτοῦ ἐντολῶν, ἐπιλάβοιτο, καὶ ἐπαγκαλίσαιτο, καὶ ὑπερασπίσαι σου, καὶ γένοιτό σοι τεῖχος ὀχυρὸν ἀπὸ προσώπου ἐχθροῦ, πέτρα ὑπομονῆς, παρακλήσεως ἀφορμή, εὐτονίας χορηγός, εὐψυχίας πορισμός, ἀνδρείας συναγωνιστής, συγκοιταζόμενος, συνανιστάμενος, γλυκαίνων καὶ εὐφραίνων σου τὴν καρδίαν, τῇ παρακλήσει τοῦ ῾Αγίου αὐτοῦ Πνεύματος, ἀξιῶν σε καὶ τῆς μερίδος τῶν ἁγίων καὶ ὁσίων Πατέρων ἡμῶν ᾿Αντωνίου, Εὐθυμίου, Σάββα καὶ τῶν σὺν αὐτοῖς· μεθ᾿ ὧν καὶ κληρονομήσεις τὴν Βασιλείαν τῶν οὐρανῶν, ἐν Χριστῷ ᾿Ιησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν. ῟ῼ ἡ δόξα καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ Βασιλεία καὶ ἡ δύναμις, σὺν τῷ Πατρὶ καὶ τῷ ῾Αγίῳ Πνεύματι.
Εἶτα σφραγίζει ὁ ῾Ιερεὺς εὐλογῶν σταυροειδῶς, ἐκ τρίτου τὴν κεφαλὴν τῆς Κατηχουμένης,
καὶ στραφεὶς κατὰ ἀνατολὰς λέγει τὴν ἀκόλουθον Εὐχήν·
Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ὁ Ὤν Δέσποτα Παντοκράτωρ, ὕψιστε Βασιλεῦ τῆς δόξης, ὁ μετὰ τοῦ ζῶντος καὶ ἐνυποστάτου Σου Λόγου, καὶ τοῦ παρὰ Σοῦ ἐκπορευομένου Πνεύματος τῆς ἀληθείας, κυριεύων πάσης κτίσεως ὁρατῆς τε καὶ ἀοράτου· ὁ Θεὸς ὁ καθήμενος ἐπὶ τῶν Χερουβίμ, καὶ τῇ τρισαγίῳ φωνῇ ὑπὸ τῶν Σεραφὶμ ἀνυμνούμενος ἀκαταπαύστως· ῟ῼ παρεστήκασι χίλιαι χιλιάδες, καὶ μύριαι μυριάδες ἁγίων ᾿Αγγέλων καὶ ᾿Αρχαγγέλων στρατιαί. Σὺ εἶ τὸ φῶς, τὸ φωτίζον πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τὸν κόσμον, δυσωπούμενος ὑπό τῆς ἁγίας Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, καὶ πάσης ἐπουρανίου σου ᾿Εκκλησίας τῶν πρωτοτόκων ἐν ῾Ιερουσαλήμ, ἐπίβλεψον ἱλέῳ ὄμματι ἐπί τὴν ταπείνωσιν τῆς δούλης Σου (τῆς δε), ἥτις συνέθετο καὶ καθωμολόγησεν ἐνώπιον πολλῶν μαρτύρων· σύναψον τῷ δωρηθέντι αὐτῇ ἐκ προγόνων χαρίσματι τῆς υἱοθεσίας, καὶ τῆς Βασιλείας σου διὰ τοῦ ῾Αγίου Βαπτίσματος, τὸ μοναδικὸν τοῦτο καὶ ᾿Αγγελοειδὲς ἐπάγγελμα ἀκατάσειστον, τεθεμελιωμένον ἐπὶ τὴν ἀκρότομον καὶ πνευματικὴν πέτραν τῆς εἰς Σὲ πίστεως.
᾿Ενδυνάμωσον αὐτὴν ἐν τῷ κράτει τῆς ἰσχύος σου, καὶ ἔνδυσον αὐτὴν τὴν πανοπλίαν τοῦ ᾿Αγίου σου Πνεύματος, ὅτι οὐκ ἔστιν αὐτῇ ἡ πάλη πρὸς αἷμα καὶ σάρκα, ἀλλὰ πρὸς τὰς ἀρχάς, πρὸς τὰς ἐξουσίας, πρὸς τοὺς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρὸς τὰ πνευματικὰ τῆς πονηρίας. Περίζωσον τὴν ὀσφὺν αὐτῆς δύναμιν ἀληθείας, καὶ ἔνδυσον αὐτὴν θώρακα δικαιοσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως, καὶ ὑπόδυσον τοὺς πόδας αὐτῆς ἐν ἑτοιμασίᾳ τοῦ Εὐαγγελίου τῆς εἰρήνης. Σόφισον αὐτὴν ἀναλαβεῖν τὸν θυρεὸν τῆς Πίστεως, ἐν ᾧ δυνήσεται πάντα τὰ βέλη τοῦ πονηροῦ τὰ πεπυρωμένα σβέσαι, καὶ τὴν περικεφαλαίαν τοῦ σωτηρίου δέξασθαι, καὶ τὴν μάχαιραν τοῦ Πνεύματος, ὅ ἐστι ῥῆμά σου, ἀντιλαμβανόμενος τοῖς ἀλαλήτοις τῆς καρδίας αὐτῆς στεναγμοῖς. Συναρίθμησον αὐτὴν τοῖς ἐκλεκτοῖς σου, ἵνα γένηται σκεῦος ἐκλογῆς σου, θυγάτηρ καὶ κληρονόμος τῆς Βασιλείας σου, θυγάτηρ φωτὸς καὶ ἡμέρας, σοφίας, δικαιοσύνης, ἁγιασμοῦ, ἀπολυτρώσεως. Κατασκεύασον αὐτὴν ὄργανον ἐναρμόνιον, ψαλτήριον τερπνὸν τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος· ὅπως ἐντεῦθεν μετὰ προκοπῆς ἀπεκδυσαμένη τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, τὸν φθειρόμενον κατὰ τὴν φιλήδονον ἀπάτην τοῦ πολυμόρφου ὄφεως, ἐνδύσηται τὸν νέον ᾿Αδάμ, τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ. Στερέωσον αὐτήν, πάντοτε τὰ στίγματα καὶ τὸν Σταυρὸν τοῦ ᾿Ιησοῦ βαστάζειν ἐν τῷ σώματι αὐτῆς, δι᾿ ὧν αὐτῇ ὁ κόσμος ἐσταύρωται, καὶ αὐτὴ τῷ κόσμῳ. Μόρφωσον ἐν αὐτῇ ἀρετὴν ἀληθινὴν ἄγειν, καὶ μὴ ἀρέσκειαν ἀνθρώπων, ἢ αὐταρέσκειαν, ἐν τῇ ὑπομονῇ τὴν εὐσέβειαν, ἐν δὲ τῇ εὐσεβείᾳ, τὴν φιλαδελφίαν καὶ τὴν ὑπακοήν. Χαρίτωσον αὐτὴν ἀγρυπνοῦσαν, ἐργαζομένην, καθεύδουσαν, ἀνισταμένην, ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς, ἀγγελικῶς ἐνοπτρίζεσθαί Σε ἐν καθαρᾷ καρδίᾳ, καὶ προσκυνεῖν Σὲ τὸν μόνον ζῶντα καὶ ἀληθινὸν Θεόν, εἰς χαρὰν αὐτῆς ἀνεκλάλητον. Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία καὶ τὸ κράτος καὶ ἡ ἐξουσία, καὶ Σοὶ πρέπει πᾶσα δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, τῷ Πατρί, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ῾Αγίῳ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.
Καί στρεφόμενος ὁ ῾Ιερεύς, λέγει τὴν ἑτέραν ταύτην Εὐχὴν ἐπὶ τῆς κεφαλῆς τῆς ὑποψηφίας·
Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
Ἅγιε, Κύριε τῶν δυνάμεων, ὁ Πατὴρ τοῦ Κυρίου ἡμῶν ᾿Ιησοῦ Χριστοῦ, εὐλόγησον τὴν δούλην σου (τήν δε) ἣν προσεκαλέσω εἰς τὸν πνευματικόν σου νυμφῶνα, καὶ καταξίωσον αὐτὴν εἶναί σου ὁσίαν δούλην. Σόφισον αὐτήν, καὶ ἐπίχεε αὐτῇ τὴν παρὰ τοῦ ἡγεμονικοῦ σου Πνεύματος χάριν καὶ σύνεσιν. ᾿Ενίσχυσον αὐτὴν εἰς τὸν κατὰ τοῦ ἀοράτου ἐχθροῦ πόλεμον· τὰς ἐκ τῆς σαρκὸς ἐπαναστάσεις, τῇ κραταιᾷ δυνάμει σου κατάβαλε. Δὸς αὐτῇ εὐαρεστεῖν Σοι εἰς αἴνεσιν καὶ δοξολογίαν ἀδιάλειπτον, εἰς ὕμνους εὐκαίρους, εἰς εὐχὰς εὐπροσδέκτους, εἰς βουλὴν ὀρθήν, εἰς καρδίαν ταπεινήν, εἰς πρᾶξιν ζωῆς καὶ πραότητος καὶ ἀληθείας. Καταξίωσον αὐτὴν εὐαρεστεῖν σοι ἐν πραότητι, ἐν ἀγάπῃ, ἐν τελειότητι, ἐν ἐπιστήμῃ, ἐν ἀνδρείᾳ, καὶ προσφέρειν Σοι ὕμνους, καὶ δοξολογίας, καὶ εὐχὰς εἰς ὀσμὴν εὐωδίας. Τελείωσον αὐτῆς τὴν ζωὴν ἐν ὁσιότητι καὶ δικαιοσύνῃ, ἵνα, ἀδιάστατον καὶ ἀκηλίδωτον τὴν εἰς Σὲ ἔχουσα ἕνωσιν, καταξιωθῇ τῆς ἐπουρανίου σου Βασιλείας. Χάριτι καὶ οἰκτιρμοῖς καὶ φιλανθρωπίᾳ τοῦ Μονογενοῦς σου Υἱοῦ, μεθ᾿ οὗ εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ παναγίῳ καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.
Εἶτα ἐκτείνας τὴν χεῖρα αὐτοῦ ὁ ῾Ιερεύς πρὸς τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον, καὶ ἀποτεινόμενος πρὸς τὴν Μοναχοποιουμένην, λέγει·
᾿Απόκρισις: Ναί, Τίμιε Πάτερ, ἐκ προθέσεως.
Καὶ μετὰ τὸ συντάξασθαι λέγει πρὸς αὐτὴν ὁ ῾Ιερεύς·
Λάβε τὸ ψαλίδιον καὶ ἐπίδος μοι αὐτό.
Αὕτη δὲ λαμβάνει τὸ ψαλίδιον ἀπὸ τὸ ἅγιον Εὐαγγέλιον καὶ δίδει αὐτὸ εἰς τὰς χεῖρας τῆς ῾Ηγουμένης, ἡ ὁποία δίδει τοῦτο εἰς τὰς χεῖρας τοῦ ῾Ιερέως, ὅστις ἀφίησι τοῦτο ἐπὶ τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελίου, ὁπόθεν λαμβάνει πάλιν τοῦτο ἡ ἀδελφή.
Καὶ τούτου γενομένου ἐκ τρίτου, λέγει ὁ ῾Ιερεύς·
Καὶ λαβὼν ὁ ῾Ιερεὺς τὸ ψαλίδιον ἐκ τῆς χειρὸς τῆς ῾Ηγουμένης, λέγει·
λέγων οὕτως·
Καὶ ψάλλεται παρὰ τῶν ἀδελφῶν τὸ Κύριε ἐλέησον (γ´).
Εἶτα ἡ Τυπικάρισσα εἰσελθοῦσα εἰς τὸ ἅγιον Βῆμα παραλαμβάνει τὰ ἐκεῖ ἀφ᾿ ἑσπέρας εὑρισκόμενα ἐνδύματα, καὶ δίδει ἕνα πρὸς ἕνα τῷ ῾Ιερεῖ· οὗτος δὲ παραλαμβάνων ἕκαστον τούτων καὶ εὐλογῶν δίδει τῇ ᾿Αναδόχῳ, ἥτις καὶ ἐνδύει τὴν νεόκουρον, τῶν ψαλτῶν ψαλλόντων εἰς ἕν ἕκαστον ἐξ αὐτῶν τὸ Κύριε ἐλέησον (τρίς).
Δίδων ὁ ῾Ιερεὺς τὸ ἱμάτιον (ζωστικὸν) λέγει·
Α´. ῾Η ᾿Αδελφὴ ἡμῶν (ἡ δεῖνα) ἐνδύεται χιτῶνα δικαιοσύνης καὶ ἀγαλλιάσεως τοῦ Μεγάλου καὶ ᾿Αγγελικοῦ Σχήματος, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Εἴπωμεν ὑπὲρ αὐτῆς τὸ Κύριε ἐλέησον.
Εἶτα δίδων τὸ Σχῆμα ὁ ῾Ιερεύς, λέγει·
Β´. ῾Η ᾿Αδελφὴ ἡμῶν (ἡ δεῖνα) λαμβάνει τὸ σουδάριον τοῦ μεγάλου καὶ ᾿Αγγελικοῦ Σχήματος, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν. Εἴπωμεν καὶ ὑπὲρ αὐτῆς τό, Κύριε ἐλέησον.
Εἶτα δίδων τὸ Πολυσταύριον λέγει·
Γ´. ῾Η ᾿Αδελφὴ ἡμῶν (ἡ δεῖνα) λαμβάνει τὸν ᾿Ανάλαβον ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, ἀναλαμβάνων τὸν σταυρὸν αὐτῆς ἐπὶ τῶν ὤμων καὶ ἀκολουθοῦσα τῷ Δεσπότῃ Χριστῷ. Εἴπωμεν ὑπὲρ αὐτῆς τὸ Κύριε ἐλέησον.
Εἶτα δίδων τὴν ζώνην ὁ ῾Ιερεύς, λέγει·
Δ´. ῾Η ᾿Αδελφὴ ἡμῶν (ἡ δεῖνα) περιζώννυται τὴν ὀσφὺν αὐτῆς δύναμιν ἀληθείας, ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Εἴπωμεν ὑπὲρ αὐτῆς τὸ Κύριε ἐλέησον.
Εἶτα δίδων τὸ παλλίον (ράσο) ὁ ῾Ιερεύς, λέγει·
Ε´. ῾Η ᾿Αδελφὴ ἡμῶν (ἡ δεῖνα) λαμβάνει τὸ Παλλίον τοῦ Μεγάλου καὶ ᾿Αγγελικοῦ Σχήματος εἰς στολὴν ἀφθαρσίας καὶ σεμνότητος, ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Εἴπωμεν ὑπὲρ αὐτῆς τὸ Κύριε ἐλέησον.
Δίδων τὰ ὑποδήματα ὁ ῾Ιερεύς, λέγει·
ΣΤ´. ῾Η ᾿Αδελφὴ ἡμῶν (ἡ δεῖνα) ὑποδύεται τὰ σανδάλια εἰς ἑτοιμασίαν τοῦ Εὐαγγελίου τῆς εἰρήνης, ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος. Εἴπωμεν ὑπὲρ αὐτῆς τὸ Κύριε ἐλέησον.
Εἶτα δίδει τὸ Κάλυμμα, λέγων·
Ζ´. ῾Η ᾿Αδελφὴ ἡμῶν (ἡ δεῖνα) καλύπτεται τὸ κάλυμμα τῆς ἀκακίας, εἰς περικεφαλαίαν καὶ ἐλπίδα σωτηρίας, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν. Εἴπωμεν καὶ ὑπὲρ αὐτῆς τό, Κύριε ἐλέησον
Εἶτα τὸ κουκούλιον, λέγων·
Η´. ῾Η ᾿Αδελφὴ ἡμῶν (ἡ δεῖνα) ἐνδύεται τὸ κουκούλιον τῆς ἀκακίας, εἰς περικεφαλαίαν καὶ ἐλπίδα σωτηρίου, εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν. Εἴπωμεν καὶ ὑπὲρ αὐτῆς τό, Κύριε ἐλέησον.
Εἶτα δίδει τὸν Μανδύαν ὁ ῾Ιερεύς, λέγων·
Θ´. ῾Η ᾿Αδελφὴ ἡμῶν (ἡ δεῖνα) λαμβάνει τὸν Μανδύαν τοῦ Μεγάλου καὶ ᾿Αγγελικοῦ Σχήματος, ἐν ὀνόματι τοῦ Πατρός, καὶ τοῦ Υἱοῦ, καὶ τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν. Εἴπωμεν καὶ ὑπὲρ αὐτῆς τὸ Κύριε ἐλέησον.
Μετὰ ταῦτα ψάλλονται τὰ ἑπόμενα Τροπάρια ὑπὸ τῶν ψαλτῶν
῏Ηχος Δ´.
Ἀγαλλιάσεται ἡ ψυχή μου ἐπὶ τῷ Κυρίῳ· ἐνέδυσε γάρ με ἱμάτιον σωτηρίου, καὶ χιτῶνα εὐφροσύνης περιέβαλέ με· ὡς νυμφίῳ περιέθηκέ μοι μίτραν, καὶ ὡς νύμφην κατεκόσμησέ με κόσμῳ.
῾Ο δὲ ῾Ιερεύς λέγει τὰς ἑπομένας Εὐχάς·
Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Ο ῾Ιερεύς·
Εἰρήνη πᾶσι. Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν.Καὶ ἐν συνεχείᾳ
τὴν Εὐχήν·
Εἰ δὲ οὐκ ἔστι Θεία Λειτουργία λέγονται τὰ ἑπόμενα
Εἰρηνικά·
᾿Εν εἰρήνῃ τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
῾Ο χορός: Κύριε ἐλέησον.
ΥΠΕΡ τῆς ἄνωθεν εἰρήνης καὶ τῆς σωτηρίας τῶν ψυχῶν ἡμῶν, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
ΥΠΕΡ τῆς εἰρήνης τοῦ σύμπαντος κόσμου, εὐσταθείας τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ ᾿Εκκλησιῶν καὶ τῆς τῶν πάντων ἑνώσεως, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
ΥΠΕΡ τοῦ ἁγίου Οἴκου τούτου καὶ τῶν μετὰ πίστεως, εὐλαβείας καί φόβου Θεοῦ εἰσιόντων ἐν αὐτῷ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
ΥΠΕΡ τοῦ ᾿Αρχιεπισκόπου ἡμῶν……, τοῦ τιμίου πρεσβυτερίου τῆς ἐν Χριστῷ διακονίας, παντὸς τοῦ κλήρου καὶ τοῦ λαοῦ, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
ΥΠΕΡ τῆς ᾿Αδελφῆς ἡμῶν (τῆς δεῖνα), καὶ τῆς παρὰ Θεοῦ σκέπης καὶ βοηθείας αὐτῆς, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
ΥΠΕΡ τοῦ ἀμέμπτως, ἀκατακρίτως καὶ ἀνεμποδίστως διανύσαι αὐτὴν τὸν σκοπὸν τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
ΥΠΕΡ τοῦ φωτισθῆναι τὴν ψυχὴν αὐτῆς ἐν ἐγκρατείᾳ καὶ ἀσκήσει, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
ΥΠΕΡ τοῦ ἀπαλλαγῆναι αὐτὴν πάσης κοσμικῆς ἐπιθυμίας, καὶ τῆς πρὸς τοὺς κατὰ σάρκα συγγενεῖς προσπαθείας, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
ΥΠΕΡ ἀφέσεως τῶν ἁμαρτιῶν, καὶ συγχωρήσεως τῶν πλημμελημάτων αὐτῆς, καὶ τοῦ γενέσθαι αὐτὴν ὑψηλοτέραν τῶν τοῦ κόσμου φρονημάτων, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
ΥΠΕΡ τοῦ διάγειν αὐτὴν ἐν πάσῃ εὐσεβείᾳ καὶ εὐλαβείᾳ καὶ σεμνότητι, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
ΥΠΕΡ τοῦ ἀποθέσθαι αὐτὴν τὸν παλαιὸν ἄνθρωπον, καὶ ἐνδύσασθαι τὸν νέον τὸν κατὰ Θεὸν κτισθέντα, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
ΥΠΕΡ τοῦ ῥυσθῆναι αὐτήν τε καὶ ἡμᾶς ἀπὸ πάσης θλίψεως, ὀργῆς, κινδύνου καὶ ἀνάγκης, τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν.
᾿Αντιλαβοῦ, σῶσον, ἐλέησον, καὶ διαφύλαξον ἡμᾶς ὁ Θεὸς τῇ σῇ χάριτι. Τῆς Παναγίας, ἀχράντου, ὑπερευλογημένης, ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, μετὰ πάντων τῶν ῾Αγίων μνημονεύσαντες, ἑαυτοὺς καὶ ἀλλήλους, καὶ πᾶσαν τὴν ζωὴν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα.
Εἶτα μεταφέρεται ἡ νεόκουρος καὶ τοποθετεῖται εἰς ἕν τῶν στασιδίων τοῦ ἀριστεροῦ χοροῦ,
ψαλλομένου ἐν τῷ μεταξὺ τοῦ ἁρμοδίου Κοντακίου· μεθ᾿ ὅ ἀντὶ τοῦ Τρισαγίου, ψάλλεται τό·
῾Ο ᾿Απόστολος
Προκείμενον: Κύριος φωτισμὸς καὶ σωτήρ μου.
Στίχ. Κύριος ὑπερασπιστὴς τῆς ζωῆς μου.
Πρὸς ᾿Εφεσίους ᾿Επιστολῆς Παύλου τὸ ᾿Ανάγνωσμα. (Κεφ. ΣΤ´. 10)
᾿Αλληλούια.
Στίχ. Οὗτος ὁ πτωχὸς ἐκέκραξε, καὶ ὁ Κύριος εἰσήκουσεν αὐτοῦ.
Τὸ Εὐαγγέλιον
᾿Εκ τοῦ κατὰ Ματθαῖον… (Κεφ. Ι´ 37).
Εἶπεν ὁ Κύριος· ῾Ο φιλῶν πατέρα, ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμέ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὁ φιλῶν υἱόν, ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμέ, οὐκ ἔστι μου ἄξιος· καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος. ῾Ο εὑρὼν τὴν ψυχὴν αὑτοῦ, ἀπολέσει αὐτήν· καὶ ὁ ἀπολέσας τὴν ψυχὴν αὑτοῦ ἕνεκεν ἐμοῦ, εὑρήσει αὐτήν. ῾Ο δεχόμενος ὑμᾶς, ἐμὲ δέχεται· καὶ ὁ ἐμὲ δεχόμενος, δέχεται τὸν ἀποστείλαντά με. ῾Ο δεχόμενος προφήτην εἰς ὄνομα προφήτου, μισθὸν προφήτου λήψεται· καὶ ὁ δεχόμενος δίκαιον, εἰς ὄνομα δικαίου, μισθὸν δικαίου λήψεται. Καὶ ὃς ἐὰν ποτίσῃ ἕνα τῶν μικρῶν τούτων ποτήριον ψυχροῦ μόνον, εἰς ὄνομα μαθητοῦ, ἀμὴν λέγω ὑμῖν, οὐ μὴ ἀπολέσῃ τὸν μισθὸν αὐτοῦ. Καὶ ἐγένετο, ὅτε ἐτέλεσεν ὁ ῾Ιησοῦς διατάσσων τοῖς δώδεκα Μαθηταῖς αὐτοῦ, μετέβη ἐκεῖθεν, τοῦ διδάσκειν καὶ κηρύσσειν ἐν ταῖς πόλεσιν αὐτῶν.
Εἶτα δίδωσιν ὁ῾Ιερεύς τῇ νεοκούρῳ τὸν Σταυρὸν μετὰ τοῦ κομβοσχοινίου, λέγων·
Εἶπεν ὁ Κύριος· Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν, καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι.
Εἶτα δίδωσιν αὐτῇ ὁ ῾Ιερεύς τὴν λάμπάδα ἅπτουσαν (ἀναμμένην) λέγων·
῾Ο ἱερεύς· ᾿Ελέησον ἡμᾶς ὁ Θεὸς κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου, δεόμεθά σου ἐπάκουσον καὶ ἐλέησον.
Κύριε ἐλέησον (τρίς)
Κύριε ἐλέησον (τρίς)
Σημείωσις:
Εἰς τὸν καιρὸν τῆς Θείας Μεταλήψεως πρῶτον μεταλαμβάνει ἡ νεόκουρος, προσαγομένη ὑπὸ τῆς ᾿Αναδόχου αὑτῆς, καὶ χωρὶς νὰ ἐκβάλῃ τὸ κάλυμμα τῆς κεφαλῆς της.
Εἰς δὲ τὸν ἀσπασμὸν ψάλλεται τὸ ἑπόμενον ᾿Ιδιόμελον.
῏Ηχος Α´.
Ἐπιγνῶμεν ᾿Αδελφοὶ τοῦ μυστηρίου τὴν δύναμιν· τὸν γὰρ ἐκ τῆς ἁμαρτίας πρὸς τὴν πατρικὴν ἑστίαν ἐπαναδραμόντα ῎Ασωτον Υἱόν, ὁ πανάγαθος Πατὴρ προϋπαντήσας ἀσπάζεται· καὶ πάλιν τῆς ἰδίας δόξης χαρίζεται τὰ γνωρίσματα, καὶ μυστικὴν τοῖς ἄνω ἐπιτελεῖ εὐφροσύνην, θύων τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν· ἵνα ἡμεῖς ἀξίως πολιτευσώμεθα, τοῦ τε θύσαντος φιλανθρώπου Πατρός, καὶ τοῦ ἐνδόξου θύματος, τοῦ Σωτῆρος τῶν ψυχῶν ἡμῶν.
῾Ο δὲ ἀσπασμὸς γίνεται ὡς ἐξῆς·
Μετὰ τὴν διανομὴν τοῦ ᾿Αντιδώρου, πλησιάζουσιν αἱ ᾿Αδελφαὶ μία, μία τὴν νεόκουρον, ἱσταμένην ἐπὶ τοῦ στασιδίου, καὶ ἀσπαζόμεναι τὸν ἐν τῇ δεξιᾷ χειρὶ αὐτῆς βασταζόμενον Σταυρὸν μετὰ τῆς ἀναμμένης λαμπάδος, ἐρωτῶσι· Πῶς ἐκλήθης, ᾿Αδελφή; ᾿Εκείνη ἀπαντᾷ λέγουσα τὸ ὅπερ ἐκλήθη Μοναχικὸν ὅνομα. Καὶ ἡ ᾿Αδελφὴ εὔχεται αὐτῇ λέγουσα· Νὰ ζήσῃς, νὰ εὐαρεστήσῃς τὸν Θεόν, τοὺς ᾿Αγγέλους, τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὴν Γερόντισσάν σου. Καλὴν ὑπομονὴν καὶ ὑπακοὴν νὰ ἔχῃς, καὶ τέλος ἀγαθόν. ᾿Εκείνη δὲ ἀπαντᾷ λέγουσα. ᾿Αμήν, ἡ εὐχή Σου νὰ μὲ βοηθήσῃ.
Εὐχὴ εἰς τὸ ᾿Αποκουκουλίσαι τὴν ὁποίαν λέγει ὁ ῾Ιερεύς·
Τοῦ Κυρίου δεηθῶμεν
Πολυέλεε Κύριε, ὁ δωρησάμενος τῇ δούλῃ Σου (τῇ δεῖνα), διὰ τῆς ἀναλήψεως τοῦ Μοναχικοῦ Σχήματος τὸ Κουκούλιον, εἰς περικεφαλαίαν ἐλπίδος σωτηρίου, ἀναφαίρετον ἐκ τῆς αὐτῆς κεφαλῆς, τὴν τοιαύτην χάριν Σου διατήρησον, συνέχων καὶ συνθάλπων τὸ τῆς διανοίας αὐτῆς ἡγεμονικόν ἐξ ἐναντίων προσβολῶν ἀπαρασάλευτον· ὅπως, τὴν τοῦ πονηροτάτου ὄφεως, τοῦ τηρεῖν αὐτοῦ τὴν πτέρναν συγχωρηθέντος, καταπατοῦσα κάραν, πρὸς σέ, τὴν φοβερὰν καὶ μόνην κεφαλὴν τῶν ἁπάντων, τοὺς νοητοὺς αὐτῆς ὀφθαλμοὺς αἴρῃ. Ὅτι Σὺ εἶ ὁ φωτισμὸς καὶ ὁ ἀγιασμὸς τῶν ψυχῶν ἡμῶν, καὶ Σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ῾Αγίῳ Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.
Εἰρήνη πᾶσι
Τὰς κεφαλὰς ἡμῶν τῷ Κυρίῳ κλίνωμεν.
Καὶ τὴν εὐχὴν μυστικῶς·
᾿Εκφώνως·
Ὅτι Σοῦ ἐστιν ἡ βασιλεία, καὶ ἡ ἐξουσία, καὶ ἡ δύναμις, καὶ Σοὶ πρέπει δόξα, τιμὴ καὶ προσκύνησις, τῷ Πατρὶ καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ ῾Αγίῳ Πνεύματι, νῦν καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. ᾿Αμήν.
Δόξα, καὶ νῦν. Κύριε ἐλέησον (τρίς).
Εὐλόγησον. Καὶ ᾿Απόλυσις
***
Κείμενον μετατραπέν εἰς τὸ θηλυκὸν γένος.
Ἀδελφότης Τιμίου Προδρόμου Καρέα
Εὐχὴ Μυστικὴ
Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος
ἔλα, ἡ αἰώνια ζωή,
ἔλα, τὸ ἀπόκρυφο μυστήριο,
ὁ ἀνώνυμος θησαυρός,
τὸ ἀνεκφώνητο πράγμα,
τὸ ἀκατανόητο πρόσωπο,
ἡ παντοτινὴ ἀγαλλίαση, τὸ ἀνέσπερο φῶς,
ἔλα, ἡ ἀληθινὴ προσδοκία
αὐτῶν ποὺ μέλλουν νὰ σωθοῦν.
Ἔλα, τῶν πεσμένων ἡ ἔγερση,
ἔλα, τῶν νεκρῶν ἡ ἀνάσταση.
Ἔλα, Δυνατέ, ποὺ δημιουργεῖς,
μεταπλάθεις κι ἀλλοιώνεις τὰ πάντα
μὲ μόνη τὴ θέλησή σου!
Ἔλα, ἀόρατε, ἀνέγγιχτε κι ἀψηλάφητε.
Ἔλα, σὺ ποὺ μένεις πάντα ἀμετακίνητος,
μὰ κάθε στιγμὴ μετακινεῖσαι ὁλόκληρος,
γιὰ νὰ ‘ρθεις σέ μᾶς, ποὺ κειτόμαστε στὸν ἅδη,
ὁ ὑπεράνω πάντων τῶν οὐρανῶν.
Ἔλα, πολυπόθητο καὶ πολυθρύλητο ὄνομα,
πού ὅμως ἀδυνατοῦμε νὰ περιγράψουμε
τί ἤσουν ἀκριβῶς,
ἢ νὰ γνωρίσουμε τὴν οὐσία καὶ τὶς ἰδιότητές σου.
Ἔλα, παντοτινὴ χαρά,
ἔλα, ἁμαράντινο στεφάνι,
ἔλα, πορφύρα τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ βασιλιά μας. Συνέχεια
Ἐπιθανάτια Προσευχή τῆς ἁγίας Μακρίνας
Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης
«Ἐσύ, Κύριε, διέλυσας τό φόβο μας γιά τό θάνατο.
Ἐσύ ἔκανες ἀρχή τῆς ἀληθινῆς ζωῆς τό τέλος τῆς ἐπίγειας βιοτῆς μας.
Ἐσύ γιά λίγο ἀναπαύεις μέ ὕπνο τά σώματά μας, γιά νά τά ξυπνήσεις πάλι μέ τόν ἦχο τῆς ἔσχατης σάλπιγγας.
Ἐσύ δίνεις ὡς παρακαταθήκη στή δική σου γῆ, τή γῆ τοῦ σώματός μας, αὐτή πού ἔχεις πλάσει μέ τά ἴδια σου τά χέρια καί παίρνεις πάλι πίσω ὅ,τι μᾶς ἔχεις χαρίσει, μεταμορφώνοντας μέ τή Χάρη Σου τή θνητή καί ἄμορφη φύση μας, σέ ἄφθαρτη καί αἰώνια.
Ἐσύ μᾶς ἔσωσες ἀπό τήν κατάρα καί τήν ἁμαρτία, ἀφοῦ γιά χάρη μας, ἔγινες καί τά δύο.
Ἐσύ συνέτριψες τά κεφάλια τοῦ Δράκοντα, αὐτοῦ πού ἄνοιξε τό πελώριο στόμα του καί κατάπιε τόν ἄνθρωπο.
Ἐσύ μᾶς ἄνοιξες τό δρόμο γιά τήν ἀνάσταση, ἀφοῦ συνέτριψες τίς πύλες τοῦ ἅδη καί ἔδεσες τόν κύριο τοῦ θανάτου.
Ἐσύ χάρισες, στά παιδιά Σου πού τά διακατέχει φόβος, τό σημεῖο τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, γιά νά συντρίβουμε ἔτσι τόν ἐχθρό καί νά νιώθουμε ἀσφάλεια γιά τή ζωή μας.
Ἐσύ, ὁ προαιώνιος Θεός, στά χέρια τοῦ Ὁποίου ἀφέθηκα ἀπό τότε πού βρισκόμουν ἀκόμα στήν κοιλιά τῆς μητέρας μου,
Ἐσένα πού ἀγάπησε ἡ ψυχή μου μέ ὅλη τή δύναμή της καί πού Σοῦ ἀφιέρωσα ἀπό τή νεότητα ὥς τώρα καί τήν ψυχή καί τό σῶμα μου,
Ἐσύ, στεῖλε τώρα δίπλα μου Ἄγγελο φωτεινό, γιά νά μέ χειραγωγήσει σέ τόπο ἀναψυχῆς, ὅπου ρέουν οἱ ποταμοί τῆς ἀνάπαυσης, στούς κόλπους τῶν ἁγίων Πατέρων μας.
Ἐσύ πού κομμάτιασες τή φλογίνη ρομφαία καί ξανάβαλες στόν Παράδεισο, τόν ἄνθρωπο -πού σταυρώθηκε μαζί Σου καί ἕλκυσε ἔτσι τούς οἰκτιρμούς Σου-
Ἐσύ, Κύριέ μου, παράλαβε καί ᾿μένα στή Βασιλεία Σου· καί ἐγώ σταυρώθηκα μέ Σένα καί καθήλωσα ὅ,τι σαρκικό ἀπό τήν ἀγάπη καί τό φόβο τῆς Κρίσης Σου.
Ἄς μή μέ χωρίσει ἀπό τούς ἐκλεκτούς Σου, Κύριέ μου, χάσμα φοβερό, ἄς μή σταθεῖ ὁ φθονερός Ἐχθρός ἐμπόδιο στήν πορεία μου κι ἡ ἁμαρτία μου, ἄς μήν μοῦ ἀποκλείσει τό δρόμο πρός Ἐσένα.
Ἄν ἔσφαλα σέ κάτι στή ζωή μου καί ἄν ἔχω, ἀπό ἀνθρώπινη ἀδυναμία, ἁμαρτήσει, μέ λόγο, μέ ἔργο ἤ κατά διάνοια,
Ἐσύ πού ἔχεις ἐξουσία πάνω στή γῆ νά συγχωρεῖς τούς ἀνθρώπους,
Συγχώρεσε καί ἐμένα, Κύριε μου.·
Θά πάρει ἔτσι, θάρρος ἡ ψυχή μου·γιά νά σταθεῖ ἐνώπιόν Σου, ὅταν πιά ἀποθέσω τό σῶμα μου· καί ὄντας ἀπαλλαγμένη ἀπό κάθε ρύπο ἡ ψυχή μου, καθάριο καί εὐωδιαστό θυμίαμα, νά προσφερθεῖ σέ Σένα.
«Εἰς τόν βίον τῆς Ὁσίας Μακρίνας»
Ἑρμηνευτική ἀπόδοσις:
Ἀδελφότης Ἱερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου, Καρέα
Eὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου, Κύριε!
Eὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου, Κύριε! Ἀκόμη κι ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.
Οἱ ἐχθροί μέ ἔχουν ὁδηγήσει στήν ἀγκάλη Σου περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι οἱ φίλοι μου. Οἱ φίλοι μου μέ ἔχουν προσδέσει στή γῆ, ἐνῶ οἱ ἐχθροί μέ ἔχουν λύσει ἀπό τή γῆ καί ἔχουν συντρίψει ὅλες τίς φιλοδοξίες μου στόν κόσμο.
Οἱ ἐχθροί μέ ἔχουν ἀποξενώσει ἀπό τίς ἐγκόσμιες πραγματικότητες καί μέ ἔκαναν ξένο καί ἀπισυσχετισμένον ἀπό τή ζωή τοῦ κόσμου. Ὅπως ἀκριβῶς ἕνα κυνηγημένο ζῶο βρίσκει πιό ἀσφαλές καταφύγιο ἀπό ἕνα ἄλλο πού ζῆ στήν ἡσυχία, ἔτσι κι ἐγώ. Καταδιω-γμένος ἀπό τούς ἐχθρούς, ἔχω ἀνακαλύψει τό ἀσφαλέστερο καταφύγιο καί προφυλάσσομαι κάτω ἀπό «τή σκιά τῶν πτερύγων Σου», ὅπου οὔτε φίλοι οὔτε ἐχθροί μποροῦν νά ἀπωλέσουν τήν ψυχήν μου.
Εὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου, Κύριε! Ἀκόμα καί ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.
Αὐτοί μᾶλλον, παρά ἐγώ, ἔχουν ὁμολο-γήσει τίς ἁμαρτίες μου ἐνώπιον τοῦ κόσμου. Αὐτοί μαστίγωναν κάθε φορά πού ἐγώ δίσταζα νά τιμωρήσω τόν ἑαυτόν μου. Μέ βασάνιζαν, κάθε φορά πού ἐγώ προσπαθοῦσα νά ἀποφύγω τά βάσανα. Αὐτοί μέ ἐπέπλη ταν, κάθε φορά πού ἐγώ κολάκευα τόν ἑαυτόν μου. Αὐτοί μέ κτυποῦσαν κάθε φορά πού ἐγώ εἶχα παραφουσκώσει ἀπό τήν ἀλαζονεία.
Εὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου, Κύριε. ‘Ακόμη καί ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.
Κάθε φορά πού εἶχα κάνει τόν ἑαυτόν μου σοφό, αὐτοί μέ ἀποκάλεσαν ἀνόητο. Κάθε φορά πού εἶχα κάνει τόν ἑαυτόν μου δυνατό, αὐτοί μέ περιγέλασαν σάν νά εἴμουνα νάνος. Κάθε φορά πού θέλησα νά καθοδηγήσω ἄλλους, οἱ ἐχθροί μέ ἔσπρωξαν στό περιθώριο. Κάθε φορά πού ἔσπευδα νά πλουτίσω, αὐτοί μέ ἐμπόδισαν μέ σιδερένια χέρια. Κάθε φορά πού εἶχα σκεφθεῖ ὅτι θά κοιμόμουν πιά εἰρηνικά, αὐτοί ἄγρια μέ ξύπνησαν. Κάθε φορά πού προσπάθησα νά κτίσω ἑνα σπίτι γιά νά ζήσω ἐκεῖ χρόνια πολλά καί εἰρηνικά, αὐτοί τό κατε-δάφισαν καί μέ ἔβγαλαν ἔξω.
Στ’ ἀλήθεια, Κύριε, οἱ ἐχθροί μου μέ ἔχουν ἀποσυνδέσει ἀπό τόν κόσμο καί ἅπλωσαν τά χέρια μου στό κράσπεδο τοῦ ἱματίου Σου.
Εὐλόγησε τούς ἐχθρούς μου, Κύριε! Ἀκόμη κι ἐγώ τούς εὐλογῶ καί δέν τούς καταριέμαι.
Εὐλογησέ τους καί πλήθυνέ τους!
Πλήθυνέ τους καί κάνε τους ἀκόμα πιό σκληρούς ἐναντίον μου!
Ὥστε ἡ καταφυγή μου σέ Σένα νά μήν ἔχει ἐπιστροφή. Νά διαλυθεῖ ἡ κάθε ἐλπίδα μου στούς ἀνθρώπους σάν ἱστός ἀράχνης. Ν’ ἀρχίσει ἀπόλυτη γαλήνη νά βασιλεύει στήν ψυχή μου. Νά γίνει ἡ καρδιά μου τάφος τῶν δύο κακῶν διδύμων ἀδελφῶν μου: τοῦ θυμοῦ καί τῆς ἀλαζονείας. Νά μπορέσω νά ἀποθη-κεύσω ὅλους τούς θησαυρούς μου «ἐν τοῖς οὐρανοῖς». Νά μπορέσω γιά πάντα νά ἐλευθερωθῶ ἀπό τήν αὐταπάτη, ἡ ὁποία μέ περιέπλεξε στό θανατηφόρο δίκτυ τῆς ἀπατηλῆς ζωῆς.
Οἱ ἐχθροί μέ δίδαξαν νά μάθω αὐτό πού δύσκολα μαθαίνει κανείς, ὅτι δηλαδή, ὁ ἄνθρωπος δέν ἔχει ἐχθρούς στόν κόσμο, ἐκτός ἀπό τόν ἑαυτό του!…
Εἶναι πράγματι δύσκολο γιά μένα νά πῶ ποιός μοῦ ἔκανε περισσότερο καλό καί ποιός περισσότερο κακό: Οἱ ἐχθροί ἤ οἱ φίλοι μου;
Γι’ αὐτό, εὐλόγησε Κύριε, καί τούς φίλους μου καί τούς ἐχθρούς μου…
Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς
Η ΥΠΑΠΑΝΤΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ
(†)Αντωνίου Bloom
Νῦν ἀπολύεις τὸν δοῦλόν σου, δέσποτα, κατὰ τὸ ρῆμα σου ἐν εἰρήνῃ ὅτι εἶδον οἱ ὀφθαλμοί μου τὸ σωτήριόν σου, ὃ ἡτοίμασας κατὰ πρόσωπον πάντων τῶν λαῶν, φῶς εἰς ἀποκάλυψιν ἐθνῶν καὶ δόξαν λαοῦ σου Ἰσραήλ» (Λκ. 2. 29 32)
Tὰ λόγια τοῦ Ἁγίου Συμεών σημειώνουν τὸ τέλος μιᾶς μακρᾶς περιόδου, χιλιάδων χρόνων κατὰ τὴ διάρκεια τῶν ὁποίων οἱ ἄνθρωποι ζοῦσαν χωρὶς τὸν Θεό· εἶχαν περάσει χιλιάδες χρόνια ἀπὸ τότε ποὺ ὁ Ἀδὰμ εἶχε χύσει τὸ πρῶτο του δάκρυ, ἀπὸ τότε ποὺ εἶχε θρηνήσει γιὰ πρώτη φορὰ πάνω στὴ γῆ ἐκείνη στὴν ὁποία δὲν εὕρισκες πιὰ τὸν Θεὸ ἀνάμεσα στὰ πλάσματά Του.
Ὁλόκληρη ἡ γῆ, ὅλο τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ποθοῦσε τὴν ἡμέρα ἐκείνη ποὺ ἐπιτέλους θὰ συναντοῦσε γιὰ μιὰ ἀκόμη φορὰ τὸν Θεό του πρόσωπο μὲ πρόσωπο. Νά λοιπὸν ποὺ ἡ μέρα ἐκείνη εἶχε φτάσει: ὁ Θεὸς ἔγινε ἄνθρωπος μέσα σὲ μιὰ φάτνη στὴ Βηθλεέμ· ὁ Αἰώνιος μπῆκε μέσα στὸ χρόνο· ὁ Ἀπεριχώρητος καὶ Ἀτελεύτητος ὑπάχθηκε στοὺς περιορισμοὺς τῆς κτιστῆς μας κατάστασης.
Αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ ἴδια ἡ ἁγιότητα μπῆκε στὸν κόσμο τῆς ἁμαρτίας τὴ μέρα τοῦ βαπτίσματός Του μὲ τὸ νὰ βυθιστεῖ στὰ φοβερὰ νερὰ τοῦ Ἰορδάνη μέσα στὰ ὁποῖα οἱ ἄνθρωποι εἶχαν ἀποπλύνει τὰ ἁμαρτήματά τους· βυθίστηκε στὰ νερὰ τοῦ ποταμοῦ σὰν μέσα στὰ νεκρὰ νερὰ τῆς μυθολογίας καὶ τῶν παραμυθιῶν καὶ βγῆκε φορτισμένος μὲ τὴ νέκρα καὶ τὴ θνητότητα τῶν ἀνθρώπων τοὺς ὁποίους εἶχε ἔλθει νὰ σώσει.
Σήμερα θυμόμαστε τὴν Ὑπαπαντὴ τοῦ Κυρίου, τὴ συνάντησή Του μὲ τὸ πρῶτο πρόσωπο, ἐκτὸς ἀπὸ τὴ Μητέρα Του, τὸ ὁποῖο μὲ τὴ βοήθεια τοῦ Ἁγίου Πνεύματος Τὸν εἶχε διαισθανθεῖ ὡς Θεό. Ἡ τραγωδία τῆς ἀποστέρησης τοῦ Θεοῦ τὴν ὁποία βρίσκουμε στὴν Παλαιὰ Διαθήκη καὶ τὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο ἔχει τελειώσει· ὁ Κύριος εἶναι μαζὶ μὲ τὸ λαό Του· ἡ πληρότητα τῆς Θεότητας κατοικεῖ πάνω στὴ γῆ αὐτή.
Μιὰ νέα ὅμως τραγωδία ἀρχίζει, ἡ πορεία τοῦ Θεανθρώπου πρὸς τὸ Σταυρό. Ὁ Χριστὸς γεννήθηκε στὴ χώρα τοῦ θανάτου καὶ μὲ σκοπό Του νὰ πεθάνει. Γεννήθηκε μὲ σκοπό Του νὰ πεθάνει γιὰ χάρη μας. Ἂν προσέξατε τὰ ἀναγνώσματα τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὰ ὁποῖα διαβάζονται γιὰ τὴ γιορτὴ αὐτὴ εἶναι πιθανὸ νὰ καταλάβατε τοὺς λόγους γιὰ τοὺς ὁποίους θεσπίστηκε. Συνέχεια
Ἐν ὕμνοις

Τῆς Μετανοίας ἄνοιξόν μοι…

Παράκλησις Τιμίου Προδρόμου

Μὴ ἀποστρέψῃς τὸ πρόσωπό σου ἀπὸ τοῦ παιδός σου, ὅτι θλίβομαι…

Ἔδωκας κληρονομίαν τοῖς φοβουμένοις σοι, Κύριε…

Εὐλόγει ἡ ψυχή μου τόν Κύριο...

Δ΄Μακάριος ἀνήρ…

Τῆ Ὑπερμάχῳ…..

Ἄξιον ἐστιν…

Ὕμνος τῶν Τριῶν Παίδων

Eἰσελεύσομαι εἰς τόν οἶκον σου...

Εἴη τό Ὄνομα Κυρίου εὐλογημένον…

Ὅταν οἱ μάγοι ἔφθασαν στά Ἱεροσόλυμα
Ἁγίου Ἐφραίμ τοῦ Σύρου
Ὅταν ὁ ὁδοιπόρος βρεῖ κάποιον ἄλλο, καλό συνοδοιπόρο, χαίρεται τόν κόπο τῆς μακρινῆς ὁδοιπορίας, ἐπειδή ξεγελιέται ἀπό τή συντροφιά· καθώς στηρίζεται δηλαδή, σάν σέ ραβδί, στήν εὐχάριστη συζήτηση, ἔχει τήν αἴσθηση ὅτι συνοδοιπορεῖ μέ σκονισμένα τά πόδια, ἀλλά μέ ἀκούραστο τό στόμα. Μοιράζει ἔτσι τόν κόπο τῶν ποδιῶν καί ἐλαφρύνει μέ τή συνομιλία τήν κούραση τῆς μεγάλης πορείας.
Ἔτσι λοιπόν καί οἱ μάγοι, ὅταν γεννήθηκε ὁ Χριστός, καθώς εἶδαν τό ἄστρο, καί τό ἔλαβαν αὐτό συνοδοιπόρο, ξεγελοῦσαν −ὅταν κουράζονταν− μέ τήν ἐρώτηση, «ποῦ εἶναι ὁ νεογέννητος Βασιλιάς», τήν ταλαιπωρία τῆς ὁδοιπορίας· ἀνέκριναν δηλαδή μέ τό λόγο τούς Ἑβραίους σάν κλέφτες Ἐκείνου πού γεννήθηκε.
Σ’ αὐτούς λοιπόν πού ρωτοῦσαν γιά τόν Βασιλιά, εὔλογα ἀπαντοῦν οἱ Ἰουδαῖοι, λέγοντας: «Τί λοιπόν τολμᾶτε, ξένοι, τί λέτε, ἄνθρωποι; Γιατί ἔχετε ἔρθει, φέρνοντας ἐπικίνδυνη εἴδηση; Γιατί διακηρύσσετε τόν καινούριο βασιλιά στήν πόλη πού ἔχει ἤδη βασιλιά; Γιατί διακινδυνεύετε τόν ἑαυτό σας σέ πρόωρο τέλος; Γιατί μπήγετε στούς τραχήλους σας τή γλώσσα σάν μάχαιρα; Γιατί ἀνοίγετε τόν τάφο σας μέ τό στόμα, καί τό θάνατο πού κοιμᾶται τόν ξυπνᾶτε γιά νά σᾶς ἁρπάξει; Δέν εἶχε μνήματα ἡ Περσία, ὥστε, νά ἔρθετε ἐδῶ καί, ἐνῶ ἀκόμη ζεῖ ὁ Ἡρώδης, νά ρωτᾶτε γιά ἄλλο βασιλιά; Ὅταν τό ἀκούσει, θά ὁμολογήσει σ’ ἐσᾶς πολλή εὐγνωμοσύνη καί θά σᾶς ἀνταμείψει μέ μεγάλα δῶρα»!.
Ἀλλά ἡ ἀπάντηση σ’ αὐτά ἀπό τούς μάγους ἦταν σύντομη: «Εἴδαμε, λένε, τό ἄστρο του στήν ἀνατολή καί ἤρθαμε νά τόν προσκυνήσουμε». Δέν ἀρκέσθηκαν νά ρωτήσουν μόνο, ἀλλά καί νά ποῦν γιά προσκύνηση· φανερώνοντας μ’ αὐτή τή φράση ὅτι Αὐτός πού γεννήθηκε εἶναι Θεός. Συνέχεια
“Ἁγιασμένες μέρες”
Φώτης Κόντογλου
Τὴν πνευματικὴ χαρὰ καὶ τὴν οὐράνια ἀγαλλίαση ποὺ νοιώθει ὁ χριστιανὸς ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα, δὲν μπορεῖ νὰ τὴ νοιώσει, μὲ κανέναν τρόπο, ὅποιος τὰ γιορτάζει μοναχὰ σὰν μία συγκινητικὴ συνήθεια, ποὺ εἶναι δεμένη περισσότερο μὲ τὶς συνηθισμένες χαρὲς τοῦ κόσμου, μὲ τὸν χειμώνα, μὲ τὰ χιόνια, μὲ τὸ ζεστὸ τζάκι.
Μοναχὰ ὁ ὀρθόδοξος χριστιανὸς γιορτάζει τὰ Χριστούγεννα πνευματικά, κι ἀπὸ τὴν ψυχὴ του περνᾶνε ἁγιασμένα αἰσθήματα, καὶ τὴ ζεσταίνουνε μὲ κάποια θέρμη παράδοξη, ποὺ ἔρχεται ἀπὸ ἕναν ἄλλο κόσμο, τὴ θέρμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, κατὰ τὸν ἀναβαθμὸ ποὺ λέγει:
«Ἁγίῳ Πνεύματι πάσα ψυχὴ ζωοῦται, καὶ καθάρσει ὑψοῦται, λαμπρύνεται τῇ τριαδικῇ μονάδι, ἱεροκρυφίως».
Ψυχὴ καὶ σῶμα γιορτάζουν μαζί, εὐφραίνουνται μὲ τὴ θεία εὐφροσύνη, ποὺ δὲν τὴν ἀπογεύεται ὅποιος βρίσκεται μακριὰ ἀπὸ τὸν Χριστό. Ἐνῶ ἡ καρδιὰ τοῦ χριστιανοῦ, αὐτὲς τὶς ἁγιασμένες μέρες, εἶναι γεμάτη ἀπὸ τὴν εὐωδία τῆς ὑμνωδίας, γεμάτη ἀπὸ μία γλυκύτατη πνευματικὴ φωτοχυσία, ποὺ σκεπάζει ὅλη τὴν κτίση, τὰ βουνά, τὴ θάλασσα, τὸν κάθε βράχο, τὸ κάθε δέντρο, τὴν κάθε πέτρα, τὸ κάθε πλάσμα. Ὅλα εἶναι ἁγιασμένα, ὅλα γιορτάζουνε, ὅλα ψέλνουνε, ὅλα εὐφραίνονται, ὅλη ἡ φύση εἶναι «ὡς ἐλαία κατάκαρπος ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ». Κανεὶς δὲν νοιώθει στὴν καρδιὰ του τέτοια χαρά, παρὰ μονάχα ἐκεῖνος ποὺ ἀγαπᾶ τὸν Θεὸ καὶ ποὺ ζεῖ τὶς μέρες τῆς ζωῆς του μαζὶ μὲ τὸν Θεό, γιατί κανένας ἄλλος ἀπὸ τὸν Θεὸ δὲν μπορεῖ νὰ δώσει τέτοια χαρά, τέτοια εἰρήνη, κατὰ τὸν λόγο ποὺ εἶπε ὁ Κύριος στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο: «Τὴ δική μου τὴν εἰρήνη σᾶς δίνω, δὲν σᾶς δίνω ἐγὼ τὴν εἰρήνη ποὺ δίνει ὁ κόσμος».
Ἡ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ κ’ ἡ εἰρήνη εἶναι ἀλλιώτικη ἀπὸ τὴ χαρὰ κι ἀπὸ τὴν εἰρήνη τούτου τοῦ κόσμου. Γιὰ τοῦτο ὁ ἄνθρωπος ποὺ χαίρεται νὰ πηγαίνει στὴν ἐκκλησία, γιὰ νὰ πιεῖ ἀπ’ αὐτὴ τὴν ἀθάνατη βρύση τῆς ἀληθινῆς χαρᾶς καὶ τῆς εἰρήνης, λέγει μαζὶ μὲ τὸν Δαβίδ:
«Ἐξαπόστειλον, Κύριε, τὸ φῶς σου καὶ τὴν ἀλήθειάν σου· αὐτὰ μὲ ὡδήγησαν καὶ ἤγαγόν με εἰς ὄρος ἅγιόν σου καὶ εἰς τὰ σκηνώματά σου· καὶ εἰσελεύσομαι πρὸς τὸ θυσιαστήριον τοῦ Θεοῦ, πρὸς τὸν Θεὸν τὸν εὐφραίνοντα τὴν νεότητά μου».
Ἂς γιορτάσουμε λοιπὸν κι ἐμεῖς, ἀδελφοί μου, τὴ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ «ἐν πνεύματι καὶ ἀληθείᾳ, ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ὠδαῖς πνευματικαῖς», καὶ τότε καὶ τ’ ἄλλα «προστεθήσεται ἡμῖν», θὰ μᾶς δοθοῦνε, ἤγουν ἡ χαρὰ τοῦ σπιτιοῦ, τῆς οἰκογένειας, τῆς φύσης, τῆς συναναστροφῆς, τῆς ἁγνῆς διασκέδασης, γιατί ὅλα θὰ τὰ γλυκαίνει ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, καὶ θὰ τὰ ζεσταίνει ἡ θέρμη Ἐκείνου ποὺ εἶναι ὁ ζωοδότης.
Μέγα μάθημα τῆς ταπείνωσης εἶναι γιά μᾶς, ἀδελφοί μου, ἡ Γέννηση τοῦ Χριστοῦ. Ποῦ γεννήθηκε; Μέσα σὲ μία φάτνη, σ’ ἕνα παχνὶ νὰ ποῦμε καλύτερα, γιὰ νὰ νοιώσουμε βαθύτερα τὴν ἀνείπωτη συγκατάβαση τοῦ Θεοῦ, γιατί τ’ ἀρχαῖα λόγια κάνουνε νὰ φαίνουνται στὰ μάτια μας πλούσια καὶ τὰ φτωχὰ πράγματα. Ἡ μητέρα του, ἡ Ὑπεραγία Θεοτόκος, μακριὰ ἀπὸ τὸ σπίτι της, ξένη σὲ ξένον τόπο, πῆγε καὶ τὸν γέννησε μέσα σ’ ἕνα μαντρί. Τὸ βόδι καὶ τὸ γαϊδούρι τὸν ζεστάνανε μὲ τὴν ἀνασαμιά τους. Τσομπάνηδες τὸν συντροφέψανε. Μαζὶ μὲ τὰ νιογέννητα ἀρνιὰ λογαριάστηκε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο γιὰ νὰ σώσει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ τὴν κατάρα τοῦ Ἀδάμ. Ποιὸς ἄνθρωπος γεννήθηκε μὲ μεγαλύτερη ταπείνωση;
Ὁ Ἅγιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος γράφει, στὸν Λόγο του γιὰ τὴν Ταπεινοφροσύνη, τὰ παρακάτω ἐξαίσια λόγια: «Θέλω ν’ ἀνοίξω τὸ στόμα μου, ἀδελφοί μου, καὶ νὰ λαλήσω γιὰ τὴν ὑψηλὴ ὑπόθεση τῆς ταπεινοφροσύνης, κ’ εἶμαι γεμάτος φόβο, σὰν ἐκεῖνον τὸν ἄνθρωπο ποὺ ξέρει πὼς θὰ μιλήσει γιὰ τὸν Θεό. Γιατί ἡ ταπεινοφροσύνη εἶναι στολὴ τῆς θεότητας. Γιατί ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ποὺ ἔγινε ἄνθρωπος, αὐτὴ ντύθηκε, κ’ ἦρθε σὲ συνάφεια μαζί μας μ’ αὐτή, παίρνοντας σῶμα σὰν τὸ δικό μας. Κι ὅποιος τὴ ντύθηκε, ἀληθινὰ ἔγινε ὅμοιος μ’ Ἐκεῖνον, ποὺ κατέβηκε ἀπὸ τὸ ὕψος Του, καὶ ποὺ σκέπασε τὴν ἀρετὴ τῆς μεγαλωσύνης Του καὶ τὴ δόξα Του μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη. Κι αὐτὸ ἔγινε γιὰ νὰ μὴν κατακαεῖ ἡ κτίση ἀπὸ τὴ θωριά Του. Γιατί ἡ κτίση δὲν μποροῦσε νὰ τὸν κοιτάξει, ἂν δὲν ἔπαιρνε ἕνα μέρος ἀπ’ αὐτὴ (τὸ σῶμα), κ’ ἔτσι μίλησε μ’ αὐτή. Σκέπασε τὴ μεγαλωσύνη Του μὲ τὴ σάρκα, καὶ μ’ αὐτὴ ἦρθε σὲ συνάφεια μαζί μας, μὲ τὸ σῶμα ποὺ ἐπῆρε ἀπὸ τὴν Παρθένο καὶ Θεοτόκο Μαρία. Ὥστε, βλέποντάς τον ἐμεῖς πὼς εἶναι ἀπὸ τὸ γένος μας καὶ πὼς μᾶς μιλᾶ σὰν ἄνθρωπος, νὰ μὴν τρομάξουμε ἀπὸ τὴ θωριά Του. Γι’ αὐτό, ὅποιος φορέσει τὴ στολὴ ποὺ φόρεσε ὁ Κτίστης (δηλαδὴ τὴν ταπεινοφροσύνη), τὸν ἴδιον τὸν Χριστὸ ντύθηκε».
Ἡ φάτνη εἶναι ἡ ταπεινὴ καρδιά, ποὺ μοναχὰ σ’ αὐτὴ πηγαίνει καὶ γεννιέται ὁ Χριστός.
Ἡ Ἐκκλησία μας φωτοβολᾶ μέσα στὸ χειμωνιάτικο σκοτάδι, γιορτάζοντας τὴ Γέννηση τοῦ Κυρίου. Ἀπὸ μέσα της ἀκούγεται μία ὑπερκόσμια ὑμνωδία, σὰν ἐκείνη ποὺ ψέλνανε οἱ ἄγγελοι τὴ νύχτα ποὺ γεννήθηκε ὁ Κύριος, «ἦχος καθαρὸς ἑορταζόντων». Ποιὸς λαὸς ἄλλος, παρεκτὸς ἀπό μᾶς, ἔχει αὐτὴ τὴν εὐλογία; Ποιὸ ἄλλο ἔθνος τέρπεται κ’ εὐφραίνεται κι ἁγιάζεται μὲ τέτοια οὐράνια ἀπηχήματα;
Καὶ ποιὰ εἶναι ἡ ἀρχαγγελικὴ σάλπιγγα πού ἀκούγεται σήμερα πού γεννιέται ὁ Χριστός; Εἶναι τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Ποιητοῦ. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη μεριά, ἀκούγεται μία ἄλλη γλυκύτατη φωνή, ἡ φωνὴ τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ. Δύο κόρδες τῆς ἴδιας οὐράνιας κιθάρας! Ὁ Κοσμᾶς ἔχει γράψει τὸν Κανόνα τῶν Χριστουγέννων σὲ πιὸ ἁπλὴ ἀρχαία γλώσσα, στὸ πεζό. Ὁ Δαμασκηνὸς ἔχει γράψει τὸν δεύτερο Κανόνα τῆς ἴδιας γιορτῆς σὲ πιὸ ἀρχαία γλώσσα καὶ σὲ στίχο ἰαμβικόν. Ὁ ἐνθουσιασμὸς τοῦ ἑνὸς συνταιριάζεται μὲ τὴ μεγαλοπρέπεια τοῦ ἄλλου.
Λοιπόν, ἂς εὐχαριστήσουμε τὸν Κύριο μὲ χαροποιὰ δάκρυα, κι ἂς ψάλουμε μὲ γλυκόφονα στόματα τὸν ἐπινίκειον ὕμνο:
«Ἔθνη τὰ πρόσθεν τῇ φθορὰ βεβυσμένα,
ὄλεθρον ἄρδην δυσμενοῦς πεφευγότα,
ὑψοῦτε χείρας σὺν κρότοις ἐφυμνίοις,
μόνον σέβοντα Χριστὸν ὡς εὐεργέτην
ἐν τοῖς καθ’ ἡμᾶς συμπαθῶς ἀφιγμένον».
«Ὢ ἔθνη, ποὺ εἴσαστε πρὶν βουτηγμένα στὴ φθορὰ καὶ στὸν θάνατο, καὶ ποὺ ξεφύγατε ὁλότελα ἀπὸ τὴν καταστροφὴ τοῦ πονηροῦ διαβόλου, ὑψώσετε τὰ χέρια σας μὲ χαρὰ καὶ μὲ ἀγαλλίαση, λατρεύοντας μοναχὰ τὸν Χριστό, τὸν εὐεργέτη σας, ποὺ ἦρθε στὸν κόσμο μας ἀπὸ συμπόνεση, γιὰ νὰ μᾶς σώσει».
Ἡ Ἑορτή τῶν Θεοφανείων
Ι. Μ. ΦΟΥΝΤΟΥΛΗ
Τήν 6η Ἰανουαρίου ἑορτάζει ἡ Ἐκκλησία μας τήν μεγάλη δεσποτική ἑόρτη τῶν «Θεοφανείων» ἤ «Ἐπιφανείων» ἤ «τά ἅγια Φῶτα». Τά προεόρτιά της ἄρχιζουν τήν ἑπομένη τῆς πρωτοχρονιᾶς, τήν 2α Ἰανουαρίου. Μέσα στήν προπαρασκευαστική αὐτή περίοδο εὑρίσκεται καί ἡ «Κυριακή πρό τῶν φώτων». Καί αὐτή ἐντάσσεται μέσα στή προεόρτιο λειτουργική ἑτοιμασία. Στά ἀναγνώσματα τῆς θείας λειτουργίας τῆς Κυριακῆς αὐτῆς ἀκοῦμε τήν «Ἀρχή τοῦ Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ,Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ» ἀπό τόν πρόλογο τοῦ Κατά Μάρκον Εὐαγγελίου, πού ἀφηγεῖται τήν ἐμφάνισι τοῦ Προδρόμου στήν ἔρημο τοῦ Ἰορδάνου, τό κήρυγμά του καί τήν προφητεία του περί τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Ἰωάννης ἐβάπτισεν «ἐν ὕδατι», ὁ «ἰσχυρότερός» του ὅμως, πού ἔρχεται «ὀπίσω» του, θά βαπτίσῃ τόν λαό «ἐν Πνεύματι ἁγίῳ» (Μάρκ. 1, 1-8).
Στήν τετραήμερο προεόρτιο περίοδο, ἀπό τῆς 2ας μέχρι τῆς 5ης
Ἰανουαρίου στιβάζονται οἱ κανόνες, τά τριῴδια καί τά ἄλλα προεόρτια ἱερά ᾄσματα. Ἔχομε καί ἐδῶ τήν «Μεγάλη Ἑβδομάδα» τῶν Φώτων, ὅπως τήν εἴδαμε καί στά Χριστούγεννα, μέ τήν διαφορά ὅτι ὁ χρόνος τῆς προπαρασκευῆς ἐδῶ εἶναι μικρότερος, λόγῳ τῆς παρατάσεως τῶν μεθεόρτων τῶν Χριστουγέννων μέχρι τῆς 31ης Δεκεμβρίου καί τῆς ἑορτῆς τῆς Περιτομῆς τοῦ Χριστοῦ τῆς 1ης Ἰανουαρίου. Καί πάλι ἡ ἐπίδρασις τῶν ἀκολουθιῶν τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος εἶναι ἔκδηλος, λόγῳ ἀκριβῶς τῆς προσπαθείας παραλληλισμοῦ τῆς ἑορτῆς τῶν Θεοφανείων πρός τό Πάσχα. Καί πάλι ἡ προπαρασκευή κορυφοῦται τήν παραμονή μέ τήν λαμπρά ἀκολουθία τῶν μεγάλων ὡρῶν καί τοῦ μεγάλου ἑσπερινοῦ τῆς ἑορτῆς.
Τά μεθέορτα ἐξ ἄλλου παρατείνονται ἐπί ὀκτώ ἡμέρες μετά τήν ἑορτή, μέ τρεῖς ἡμέρες ἰδιαιτέρως ἐξαιρομένας, τήν ἑπομένη τῶν Θεοφανείων μέ τήν ἑορτή τῆς Συνάξεως τοῦ Προδρόμου καί Βαπτιστοῦ τοῦ Χριστοῦ, 7η Ἰανουαρίου, τήν «Κυριακή μετά τά Φῶτα», καί τήν τελευταία ἡμέρα τῆς ἑορτῆς, τήν ἀπόδοσί της 14η Ἰανουαρίου, κατά τήν ὁποία ψάλλεται καί πάλι ὁλοκληρος ἡ ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς. Συνέχεια
![03[1]](http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/031.jpg)

