Προσευχή
Ἁγίου Νεκταρίου Πενταπόλεως
Τὸ κύριο ἔργο τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ προσευχή. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιὰ νὰ ὑμνεῖ τὸ Θεό. Αὐτὸ εἶναι τὸ ἔργο ποὺ τοῦ ἁρμόζει. Αὐτὸ μόνο ἐξηγεῖ τὴν πνευματική του ὑπόσταση. Αὐτὸ μόνο δικαιώνει τὴν ἐξέχουσα θέση τοῦ μέσα στὴ δημιουργία. Ὁ ἄνθρωπος πλάστηκε γιὰ νὰ λατρεύει τὸ Θεὸ καὶ νὰ μετέχει στὴ θεία Τοῦ ἀγαθότητα καὶ μακαριότητα. Ὡς εἰκόνα τοῦ Θεοῦ ποὺ εἶναι, λαχταράει γιὰ τὸ Θεὸ καὶ τρέχει μὲ πόθο νὰ ἀνυψωθεῖ πρὸς Αὐτόν.
Μὲ τὴν προσευχὴ καὶ τὴν ὑμνωδία εὐφραίνεται. Τὸ πνεῦμα τοῦ ἀγάλλεται καὶ ἡ καρδιὰ τοῦ σκιρτάει. Ὅσο περισσότερο προσεύχεται, τόσο ἡ ψυχὴ τοῦ ἀπογυμνώνεται ἀπὸ τὶς κοσμικὲς ἐπιθυμίες καὶ γεμίζει ἀπὸ τὰ οὐράνια ἀγαθά. Καὶ ὅσο ἀποχωρίζεται τὰ γήινα καὶ τὶς ἡδονὲς τοῦ βίου, τόσο περισσότερο ἀπολαμβάνει τὴν οὐράνια εὐφροσύνη. Ἡ δοκιμὴ καὶ ἡ πείρα μᾶς ἐπιβεβαιώνουν τὴν ἀλήθεια αὐτή.
Ὁ Θεὸς εὐαρεστεῖται στὶς προσευχὲς ἐκεῖνες ποὺ προσφέρονται μὲ τὸν πρέποντα τρόπο, δηλαδὴ μὲ συναίσθηση τῆς ἀτέλειας καὶ τῆς ἀναξιότητός μας. Γιὰ νὰ ὑπάρξει ὅμως τέτοια συναίσθηση, ἀπαιτεῖται τέλεια αὐταπάρνηση τοῦ κακοῦ μας ἑαυτοῦ καὶ ὑποταγὴ στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἀπαιτεῖται ταπείνωση καὶ ἀδιάλειπτη πνευματικὴ ἐργασία.
Ἀναθέστε ὅλες τὶς φροντίδες σας στὸ Θεό. Ἐκεῖνος προνοεῖ γιὰ σᾶς. Μὴ γίνεστε ὀλιγόψυχοι καὶ μὴν ταράζεστε. Αὐτὸς ποὺ ἐξετάζει τὰ ἀπόκρυφα βάθη τῆς ψυχῆς τῶν ἀνθρώπων, γνωρίζει καὶ τὶς δικές σας ἐπιθυμίες καὶ ἔχει τὴ δύναμη νὰ τὶς ἐκπληρώσει ὅπως Αὐτὸς γνωρίζει. Ἐσεῖς νὰ ζητᾶτε ἀπὸ τὸ Θεὸ καὶ νὰ μὴ χάνετε τὸ θάρρος σας. Μὴ νομίζετε ὅτι, ἐπειδὴ ὁ πόθος σᾶς εἶναι ἅγιος, ἔχετε δικαίωμα νὰ παραπονιέστε, ὅταν οἱ προσευχές σας δὲν εἰσακούονται. Ὁ Θεὸς ἐκπληρώνει τοὺς πόθους σας μὲ τρόπο ποὺ ἐσεῖς δὲν γνωρίζετε. Νὰ εἰρηνεύετε λοιπὸν καὶ νὰ ἐπικαλεῖστε τὸ Θεό.
Οἱ προσευχὲς καὶ οἱ δεήσεις ἀπὸ μόνες τους δὲν μᾶς ὁδηγοῦν στὴν τελειότητα. Στὴν τελείωση ὁδηγεῖ ὁ Κύριος, ποὺ ἔρχεται καὶ κατοικεῖ μέσα μας, ὅταν ἐμεῖς ἐκτελοῦμε τὶς ἐντολές Του. Καὶ μία ἀπὸ τὶς πρῶτες ἐντολὲς εἶναι νὰ γίνεται στὴ ζωή μας τὸ θέλημα ὄχι τὸ δικό μας, ἀλλὰ τοῦ Θεοῦ. Καὶ νὰ γίνεται μὲ τὴν ἀκρίβεια ποὺ γίνεται στὸν οὐρανὸ ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους. Γιὰ νὰ μποροῦμε κι ἐμεῖς νὰ λέμε: «Κύριε, ὄχι ὅπως ἐγὼ θέλω, ἀλλ’ ὅπως Ἐσύ, «γεννηθήτω τὸ θέλημά Σου, ὡς ἐν οὐρανω καὶ ἐπὶ τῆς γής»». Χωρὶς λοιπὸν τὸ Χριστὸ μέσα μας, οἱ προσευχὲς καὶ οἱ δεήσεις ὁδηγοῦν στὴν πλάνη.
Ἐπιστροφὴ ἀπὸ τὴν ἐξορία, (Τοῦ Ἀσώτου)
Fr. Alexander Schmemann
Τὴν τρίτη Κυριακή τῆς προετοιμασίας μας γιὰ τὴ Μεγάλη Σαρακοστὴ διαβάζουμε τὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ (Λουκ. 15, 11-32). Ἡ παραβολὴ τούτη μαζὶ μὲ τοὺς ὕμνους τῆς ἡμέρας αὐτῆς μᾶς παρουσιάζουν τὴ μετάνοια σὰν ἐπιστροφὴ τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἐξορία.
Ὁ ἄσωτος γιός, λέει τὸ Εὐαγγέλιο, πῆγε σὲ μία μακρινὴ χώρα καὶ κεῖ σπατάλησε ὅ,τι εἶχε καὶ δὲν εἶχε. Μία μακρινὴ χώρα! Εἶναι ὁ μοναδικὸς ὁρισμὸς τῆς ἀνθρώπινης κατάστασης πού θὰ πρέπει νὰ ἀποδεχτοῦμε καὶ νὰ τὸν οἰκειοποιηθοῦμε καθὼς ἀρχίζουμε τὴν προσέγγισή μας στὸν Θεό. Ἕνας ἄνθρωπος πού ποτὲ δὲν εἶχε αὐτὴ τὴν ἐμπειρία, ἔστω καὶ γιὰ λίγο, πού ποτὲ δὲν αἰσθάνθηκε ὅτι εἶναι ἐξόριστος ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωή, αὐτὸς ποτὲ δὲ θὰ καταλάβει τί ἀκριβῶς εἶναι ὁ Χριστιανισμός. Καὶ αὐτὸς πού νιώθει «σὰν στὸ σπίτι του» σ’ αὐτὸν τὸν κόσμο καὶ στὴ ζωὴ τοῦ κόσμου τούτου, πού ἔμεινε ἄτρωτος ἀπὸ τὴ νοσταλγία γιὰ μία ἄλλη πραγματικότητα, αὐτὸς δὲν θὰ καταλάβει τί εἶναι μετάνοια.
Ἡ μετάνοια συχνὰ ταυτίζεται μὲ μία «ψυχρὴ καὶ ἀντικειμενικὴ» ἀπαρίθμηση ἁμαρτιῶν καὶ παραβάσεων, ὅπως μία πράξη «ὁμολογίας ἐνοχῆς» ὕστερα ἀπὸ μία νόμιμη μήνυση. Ἡ ἐξομολόγηση καὶ ἡ ἄφεση ἁμαρτιῶν θεωροῦνται σὰν νὰ ἦταν δικαστικῆς φύσεως. Ἀλλὰ παραβλέπεται κάτι πολὺ οὐσιαστικὸ χωρὶς τὸ ὁποῖο οὔτε ἡ ἐξομολόγηση οὔτε ἡ ἄφεση ἔχει κάποιο πραγματικὸ νόημα ἢ κάποια δύναμη. Αὐτὸ τὸ «κάτι» εἶναι ἀκριβῶς τὸ αἴσθημα τῆς ἀποξένωσης ἀπὸ τὸν Θεό, ἀπὸ τὴ μακαριότητα τῆς κοινωνίας μαζί Του, ἀπὸ τὴν ἀληθινὴ ζωὴ ὅπως τὴ δημιούργησε καὶ μᾶς τὴν ἔδωσε Ἐκεῖνος.
Ἀλήθεια, εἶναι πολὺ εὔκολο νὰ ἐξομολογηθῶ ὅτι δὲν νήστεψα τὶς καθορισμένες γιὰ νηστεία μέρες, ἢ ὅτι παράλειψα τὴν προσευχή μου ἢ ὅτι θύμωσα. Ἀλλὰ εἶναι ἐντελῶς διαφορετικὸ πράγμα νὰ παραδεχτῶ ξαφνικὰ ὅτι ἔχω ἀμαυρώσει καὶ ἔχω χάσει τὴν πνευματική μου ὀμορφιά, ὅτι εἶμαι πολὺ μακριὰ ἀπὸ τὸ πραγματικό μου σπίτι, τὴν ἀληθινὴ ζωὴ καὶ ὅτι κάτι πολύτιμο καὶ ἁγνὸ καὶ ὄμορφο ἔχει ἀνέλπιστα καταστραφεῖ στὴ δομὴ τῆς ὕπαρξής μου. Παρ’ ὅλα αὐτὰ ὅμως, αὐτὸ καὶ μόνο αὐτό, εἶναι μετάνοια καί, ἐπὶ πλέον, εἶναι μία βαθιὰ ἐπιθυμία ἐπιστροφῆς, ἐπιθυμία νὰ γυρίσω πίσω, νὰ ἀποκτήσω ξανὰ τὰ χαμένο σπίτι. Συνέχεια
ΠΕΡΙ ΠΡΟΣΕΥΧΗΣ
Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος
Στήν προηγούμενη ὁμιλία μας ἀναπτύξαμε στήν ἀγάπη σας τά σχετικά μέ τή νηστεία καί σύμφωνα μέ τή δύναμή μας σᾶς ἀναφέραμε τά πλεονεκτήματα της. Ἐπίσης σέ μιά ἄλλη προηγούμενη ὁμιλία μας, ἀναπτύξαμε στή φιληκοΐα σας τά σχετικά μέ τό βάπτισμα, καί τώρα ἐπιθυμοῦμε νά σᾶς μιλήσουμε καί περί προσευχῆς. Ποιά δηλαδή εἶναι ἡ δύναμή της καί ποιά ὠφέλεια ἀποκομίζουν ὅσοι εἶναι συνδεδεμένοι μέ τήν προσευχή.
Σᾶς παρακαλῶ λοιπόν νά ἀκούσετε μέ καλή διάθεση καί εὐλάβεια, ἔχοντας τεταμένη τήν προσοχή σας στά λεγόμενα. Διότι ἡ προσευχή, ἐπειδή τυχαίνει νά εἶναι ἡ πιό μεγάλη καί ἡ πιό ἀνώτερη ἀπ᾿ ὅλες τίς ἐντολές, καί θά λέγαμε εἶναι ἡ μητέρα τῶν ἐντολῶν, ἀπό αὐτή πηγάζουν ὅλα τά θεϊκά προστάγματα. Διότι ποιός ἀπό αὐτούς πού προσεύχονται μπορεῖ νά παραβλέψει τόν πλησίον του πού τόν δέρνει ἡ φτώχεια, ὥστε νά πηγαίνει ὁ κόπος τῆς προσευχῆς του χαμένος; Ποιός μπορεῖ νά ἐπιθυμεῖ ἕναν τέτοιο πλοῦτο καί μιά τέτοια περιουσία ὥστε νά ἐπιφορτίζει μόνο τό σῶμα του μέ μάταιο κόπο, ἐνῶ ἡ ψυχή του θά εἶναι δοσμένη κάπου ἀλλοῦ; Διότι ἡ ἀρρώστια τῆς φιλοχρηματίας μοιάζει μέ κάποια ἀθεράπευτη καί μόνιμη ἀσθένεια πού οὔτε ὁδηγεῖ σύντομα στό θάνατο οὔτε πάλι τήν τέλεια ὑγεία παρέχει στό σῶμα, ἀλλά λίγο-λίγο τό κάνει νά ἀτονεῖ μέχρις ὅτου, ἀφοῦ καταρρεύσει πρῶτα ἀπό τίς ἐπερχόμενες ταλαιπωρίες καί τούς ἀναρίθμητους πόνους, τό παραπέμπει στό τέλος στόν κοινό θάνατο.
Ποιός δέ ἐραστής τῆς προσευχῆς εἶναι δυνατόν νά παραβλέψει τή νηστεία, ἀφοῦ διδάσκεται ἀπ᾿ αὐτή τήν Ἁγία Γραφή ὅτι «ἡ νηστεία καί ἡ προσευχή λυτρώνουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τό θάνατο»; (Τωβίτ 12, 8, 9.) Ἄλλωστε δέν εἶναι δυνατόν νά ἐπικαλεῖται κανείς τόν Κύριο ἀπό βαθείας καρδίας, ὅταν ἔχει σύντροφο ἀχώριστο τήν πολυφαγία καί τή μέθη, πράγμα πού τό παρήγγειλε ὁ Κύριος στούς μαθητές του στό Εὐαγγέλιο: «Προσέχετε», λέει, «μήπως οἱ καρδιές σας γίνουν βαριές καί δυσκίνητες στά πνευματικά ἀπό τό ἄσωτο φαγ0πότι καί τή μέθη» (Λουκ. 21, 4). Διότι ὅπως οἱ μυρωδιές ἀπό τό πολλά φαγητά πού βάζουμε μέσα μας ἐπιδρᾶ στόν ἐγκέφαλο καί θολώνει τό λογισμό καί ἀναστατώνει τήν καρδιά μας, ὥστε νά μή μπορεῖ νά παίρνει σωστές ἀποφάσεις, ἔτσι καί ἡ πραγματική προσευχή ἀποτελεῖ ἀφετηρία ὅλων τῶν ἐντολῶν καί ἀναγκάζει μέ τή δική της χάρη ὅλες τίς ἄλλες ἐντολές νά συμβαδίζουν. Συνέχεια
Περὶ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου
Ἁγίου Ἀνδρέου Κρήτης
Τό περιεχόμενον τῆς παραβολῆς τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου (Λουκ. ιη’ 10-14) ἀποτελεῖ κάτι σὰν προγύμνασμα καὶ προετοιμασία γιʼ αὐτοὺς πού θέλουν νὰ πλησιάσουν τὴν ἱερὰ ταπείνωσι, πού περιέχεται σὲ ὅλες τὶς ἀρετές ἐπάνω στὶς ὁποῖες στηρίζεται πράγματι ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, καὶ νὰ ἀπέχουν ἀπὸ τὴν θεομίσητον ἀλαζονείαν, ἡ ὁποία ἀποτρέπει τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε φιλόχριστη ἀρετή. Ποιός λοιπὸν δὲν θὰ ποθήση νὰ μιμηθῆ τὸν τελώνη καὶ τὴν ἐπιστροφὴ καὶ τὴν μετάνοιά του καὶ δὲν θὰ ἀποστραφῆ τὴν ἔπαρσι τοῦ Φαρισαίου, ἀφοῦ ἡ μὲν ταπείνωσις συνδέεται μὲ τὸν Χριστόν, ἡ δὲ ἀλαζονεία μὲ τὸν ὑπερήφανο δαίμονα;
Ἡ ἀλαζονεία εἶναι χωρὶς ἀμφιβολία αὐτὴ πού ἔκανε τὸν πρῶτο ἀπό τούς ἀγγέλους, πού ὀνομαζόταν καὶ ἑωσφόρος, διάβολον. Αὐτὴ ἐξεδίωξε τὸν γενάρχη Ἀδὰμ ἀπὸ τὸν Παράδεισο. «Καθεῖλε δυνὰστας ἀπὸ θρόνων καὶ ὕψωσε ταπεινούς». «Κύριος ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν». Αὐτή καταδικάζει τὸν Φαραώ: «Εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ, οὐκ ἔστι Θεός». Αὐτή κατέβαλε τὸν Ναβουχοδονόσορα, διότι «Κυρὶῳ Θεῷ σου προσκυνήσεις καὶ αὐτῷ μόνῳ λατρεύσεις»· καὶ «οὐ ποιήσεις οὐδέν ὁμοίωμα».
Ἂν καὶ τοῦ ἑνὸς ἡ ἀρρώστια ἐθεραπεύθη, ἐνῶ τοῦ ἄλλου τὸ πάθος κατήντησεν ἕξις. Ἀληθῶς, πυρετὸς εἶναι ἡ ὑπερηφάνεια πού ἀδρανοποιεῖ τὴν εὐαισθησία τοῦ ἄρρωστου, ψυχασθένεια φοβερή ποὺ ἐρεθίζει τὸν ἄνθρωπο πρὸς πτῶσιν, ὑδρωπικία εἶναι, γεμάτη ἀπὸ ὑγρὸ καὶ ἀέρα. «Τὶς γὰρ ἀναβήσεται εἰς τὸ ὄρος Κυρίου; Ἀθῶος χερσὶ καὶ καθαρὸς τῇ καρδίᾳ, ὅς οὐκ ἔλαβε ἐπὶ ματαὶῳ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ». Τοιαύτη ἦταν ἡ ματαιότης καὶ ἡ ἀγερωχία τοῦ Τύρου, ἡ ὁποία ἀφαιρώντας του καὶ τὴν τελευταία ἰκμάδα χάριτος, τὸν ἄφησε σὰν ξηραμένη γῆ. Ὁπωσδήποτε τὸ γνωρίζετε αὐτό καὶ μὲ τὸν λόγο καὶ μὲ τὴν πεῖρα· ὁ ἀλαζών δὲν αἰσθάνεται τὴν ἀνάγκη τῆς τελειοποιητικῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ καὶ γι’ αὐτό εἶναι ἄνυδρος καὶ ξηρός, ἀφοῦ τοῦ λείπει ἡ ζωτικὴ θερμότης καὶ ἡ ζωογόνος ὑγρασία. Σʼ αὐτόν, ὅπως στὸ ἀπογυμνωμένο δένδρο, φτιάχνει τὴν φωλιὰ τοῦ ὁ νυκτοκόρακας διάβολος. Συνέχεια
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΕΛΕΗΜΟΣΥΝΗΣ
Ἁγίου Συμεών τοῦ Νέου Θεολόγου
Περί ἐλεημοσύνης καί ποιός εἶναι αὐτός πού τρέφει τόν Θεό ὅταν πεινᾶ καί τόν ποτίζει ὅταν διψᾶ κτλ. Καί πῶς μπορεῖ κανείς νά ἐπιτύχει κάτι τέτοιο. Ἐπίσης ἄν κάποιος δέν κάνει ἐφαρμογή ὅλων αὐτῶν καί στόν ἑαυτό του καί δέν θρέψει καί δέν ποτίσει τόν Χριστό (πού ζεῖ μέσα του), δέν θά ὠφεληθεῖ ἀπό τό ὅτι τά ἐφαρμόζει ὅλα αὐτά στούς φτωχούς, ἐνῶ παραμελεῖ καί ἀφήνει τόν ἑαυτό του πεινασμένο καί γυμνό ἀπό τή Χάρη τοῦ Θεοῦ.
Ἀδελφοί καί Πατέρες
Θά ἔπρεπε βέβαια νά μήν τολμῶ καθόλου νά ὁμιλῶ καί νά κρατῶ τή θέση τοῦ διδασκάλου καί καθοδηγητῆ ἐνώπιον τῆς ἀγάπης σας. Ἀλλά καί σεῖς γνωρίζετε ὅτι τό μουσικό ὄργανο, πού κατασκευάστηκε ἀπό τόν τεχνίτη, ἀποδίδει τόν ἦχο καί γεμίζει τά αὐτιά ὅλων μας μέ γλυκύτατη μελωδία, ὄχι ὅταν ἐκεῖνο θέλει, ἀλλά ὅταν γεμίσουν οἱ σωλῆνες του μέ ἀέρα καί τό κρούσουν ρυθμικά τά δάκτυλα τοῦ ὀργανοπαίκτη. Ἔτσι ἀκριβῶς πρέπει νά καταλάβετε ὅτι συμβαίνει καί μέ μένα. Γι αὐτό νά μή σᾶς κάνει ἡ μηδαμινότητα καί ἡ εὐτέλεια τοῦ ὀργάνου νά κρατήσετε ἀρνητική στάση σέ ὅσα πρόκειται νά σᾶς πῶ. Ἀλλά νά ἔχετε στραμμένη τήν προσοχή σας πρός τή Χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἐμπνέει ἄνωθεν καί γεμίζει τίς ψυχές τῶν πιστῶν·καί πρός τόν ἴδιο τό δάκτυλο τοῦ Θεοῦ (Λουκ. 11, 20), πού κρούει τίς χορδές τοῦ νοῦ καί μᾶς προτρέπει νά σᾶς ἀπευθύνουμε τό λόγο. Καί σάν νά ἠχεῖ ἡ δεσποτική σάλπιγγα ἤ, γιά νά τό πῶ πιό σωστά, νά μᾶς ὁμιλεῖ μέσω κάποιου ὀργάνου ὁ Βασιλέας τῶν ὅλων, μέ σύνεση καί πολλή προσήλωση, ἀκούσατε ὅσα ἔχω νά σᾶς πῶ:
Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ὀφείλουμε νά ἐξετάζουμε καί νά προτρέπουμε τούς ἑαυτούς μας -καί οἱ πιστοί καί οἱ ἄπιστοι καί οἱ μικροί καί οἱ μεγάλοι- ἔτσι ὥστε οἱ μέν ἄπιστοι νά φθάσουμε στήν ἐπίγνωση καί νά πιστέψουμε στόν Θεό πού μᾶς δημιούργησε, καί οἱ πιστοί μέ τήν ἐνάρετη βιοτή καί τά ἔργα μας νά Τόν εὐαρεστήσουμε. Οἱ μικροί νά ὑποταχθοῦμε στούς μεγάλους χάριν τοῦ Κυρίου καί οἱ μεγάλοι νά συμπεριφερθοῦμε στούς μικρούς καί ἀσήμαντους σάν σέ γνήσια τέκνα μας, ὅπως τό ζητάει καί ἡ ἐντολή τοῦ Κυρίου πού λέει: «Καθετί πού κάνατε σέ ὁποιονδήποτε ἀπ αὐτούς τούς φτωχούς καί ἀσήμαντους ἀδελφούς μου, σέ μένα τό κάνατε» (Ματθ. 25, 40). Συνέχεια
Ὁμιλία εἰς τὴν ἁγίαν ἑορτὴν τῶν Βαΐων καὶ εἰς τὸν πῶλον
Ἅγιος Εὐλόγιος Ἀλεξανδρείας
Ἑορτάζουμε σήμερα οἱ πιστοὶ ἐπίσκεψι βασιλικὴ ἂς ὑποδεχθοῦμε τὸν Βασιλέα θεοπρεπῶς. Ἦλθε λοιπὸν ἡ ὥρα, ἂς μὴ κοιμώμεθα, ἂς ὑψώσωμε τὸν νοῦ πρὸς τὸν Θεόν, μὴ σβύσωμε τὸ πνεῦμα, ἂς ἀνάψωμε χαρμόσυνες λαμπάδες, ἂς ἀνανεώσωμε τὸν χιτώνα τῆς ψυχῆς, ἂς βαστάσωμε νικηφόρως τὰ βαΐα καὶ ἂς βοήσωμε μαζὶ μὲ τὸν ὄχλον, ἂς ὑμνήσωμε ὅπως τὰ παιδιά, μαζί τους: «Ὡσαννά, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».
Ἰδοὺ ὅτι ἦλθεν, ἰδοὺ ἐφανερώθη, ἰδοὺ ἔφθασε. Πάλιν εἰσέρχεται στὴν Ἱερουσαλήμ, πάλι σταυρὸς ἑτοιμάζεται, πάλι σχίζεται τὸ χειρόγραφό του Ἀδάμ, πάλιν ὁ Παράδεισος ἀνοίγεται, πάλι γίνεται ἔνοικός του ὁ ληστής, πάλιν ἡ ἐκκλησία χορεύει, πάλιν ἡ πονηρὰ Συναγωγὴ χηρεύει, πάλιν οἱ δαίμονες αἰσχύνονται, πάλιν οἱ Ἰουδαῖοι μαίνονται, πάλιν οἱ πιστοὶ διασώζονται.
Ὅλα συμμετέχουν στὴν ἑορτή, ὅλα ὑμνοῦν τὸν Δεσπότη, οἱ οὐρανοὶ εὐφραίνονται, τὰ ὅρη ἀγάλλονται. Ποταμοὶ κροτήσετε, προσέλθετε, βοήσετε, βλέποντας τοὺς λόγους τῶν Προφητῶν μας νὰ πραγματοποιοῦνται· τὰ ὅρη ἀλαλάξετε, νήπια ὑμνήσετε, μαθηταὶ κηρύξετε, ἱερεῖς λαλήσετε, ἔθνη συναχθῆτε· τὰ οὐράνια, τὰ ἐπίγεια, τὰ καταχθόνια, κάθε ἡλικία καὶ ἀξίωμα.
Διότι ἔρχεται ὅλους νὰ τοὺς εὐεργετήση· ἐφανερώθη γιὰ νὰ τοὺς ἐλεήση ὅλους, γιὰ νὰ χαρίση σὲ ὅλους τὴν ἀγαλλίασι. Ἐνῶ εἶναι Θεός, ἔγινεν ἄνθρωπος καὶ «ἐπὶ τῆς γῆς ὄφθη καὶ τοῖς ἀνθρώποις συνανεστράφη»· μαζὶ μὲ τοὺς δούλους ὁ Δεσπότης, μὲ τοὺς χρεωφειλέτες ὁ πληρωτής, μὲ τοὺς ἀσώτους ἡ σωτηρία, μὲ τοὺς καταδίκους ὁ ἐλευθερωτής, μὲ τοὺς ἀπεγνωσμένους ἡ ἐλπίς, μὲ τοὺς κατακειμένους ἡ ἀνάστασις, μὲ τοὺς ἀγνώμονες ὁ ἐλεήμων, μὲ τοὺς δραπέτες ὁ δίκαιος, μὲ τοὺς ὑπευθύνους ὁ ἀνεύθυνος, μὲ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ὁ ἀναμάρτητος, μὲ τοὺς ἀχαρίστους αὐτὸς ποὺ πάντα χαρίζει ἀφθόνως.
ΣυνέχειαΕἰς τὴν Δ΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
ὅπου γίνεται λόγος καὶ γιὰ τὴν ἐπιμέλεια τῶν ἐσωτερικῶν λογισμῶν
1. Πολλὲς φορὲς ὡμίλησα πρὸς τὴν ἀγάπη σας περὶ νηστείας καὶ προσευχῆς, ἰδιαιτέρως μάλιστα αὐτὲς τὶς ἱερὲς ἡμέρες· ἐναπέθεσα ἀκόμη στὶς φιλοθέες ἀκοὲς καὶ ψυχὲς σας ποιὰ δῶρα προσφέρουν στοὺς ἐραστές των καὶ πόσων ἀγαθῶν πρόξενοι γίνονται σʼ αὐτοὺς ποὺ τὶς ἀσκοῦν, πράγμα ποὺ ἐπιβεβαιώνεται γιʼ αὐτὲς κυρίως ἀπὸ τὴν φωνὴ τοῦ Κυρίου ποὺ ἀναγινώσκεται σήμερα στὸ εὐαγγέλιο.
Ποιὰ δὲ εἶναι αὐτά; Εἶναι μεγάλα, τὰ μεγαλύτερα ὅλων θὰ λέγαμε· διότι ἐκτὸς ἀπὸ τὰ ἄλλα μποροῦν νὰ παράσχουν καὶ ἐξουσία κατὰ πονηρῶν πνευμάτων, ὥστε νὰ τὰ ἐκβάλλουν καὶ νὰ τὰ ἀπελαύνουν, καὶ τοὺς δαιμονισμένους νὰ τοὺς ἐλευθερώνουν ἀπὸ τὴν ἐπήρειά τους. Ὅταν πραγματικὰ οἱ μαθηταὶ εἶπαν πρὸς τὸν Κύριο περὶ τοῦ ἀλάλου καὶ κωφοῦ δαιμονίου, ὅτι «ἐμεῖς δὲν μπορέσαμε νὰ τὸ ἐκβάλουμε», εἶπε πρὸς αὐτοὺς ὁ Κύριος· «τοῦτο τὸ γένος δὲν ἐκδιώκεται, παρὰ μὲ προσευχὴ καὶ νηστεία».
2. Ἴσως γιʼ αὐτό, μετὰ τὴν προσευχὴ ἐπάνω στὸ ὅρος καὶ τὴν κατʼ αὐτὴν ἐμφάνισι τῆς θεϊκῆς αὐγῆς, κατέβηκε ἀμέσως καὶ ἦλθε στὸν τόπο, ὅπου εὑρισκόταν ὁ κατεχόμενος ἀπὸ τὸν δαίμονα ἐκεῖνον. Λέγει δηλαδὴ ὅτι, ἀφοῦ παρέλαβε τοὺς ἐγκρίτους μαθητάς, ἀνέβηκε στὸ ὅρος νὰ προσευχηθῆ καὶ ἔλαμψε σὰν ὁ ἥλιος, καὶ ἰδοὺ ἐφάνηκαν νὰ συνομιλοῦν μὲ αὐτὸν ὁ Μωυσῆς καὶ ὁ Ἠλίας, οἱ ἄνδρες ποὺ περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλον ἄσκησαν τὴν προσευχὴ καὶ τὴ νηστεία, δεικνύοντας καὶ διὰ τῆς παρουσίας των στὴν προσευχὴ τὴν συμφωνία καὶ ἐναρμόνισι μεταξὺ προσευχῆς καὶ νηστείας, ὥστε κατὰ κάποιον τρόπο ἡ νηστεία νὰ συνομιλῆ μὲ τὴν προσευχὴ ὁμιλώντας πρὸς τὸν Κύριο. Ἐὰν ἡ φωνὴ αἵματος τοῦ φονευθέντος Ἄβελ βοᾶ πρὸς τὸν Κύριο, καθὼς λέγει αὐτὸς πρὸς τὸν Κάιν, ὅπως ἐμάθαμε ἀπὸ τὰ λόγια τοῦ Μωυσέως, πάντως καὶ ὅλα τὰ μέρη καὶ μέλη τοῦ σώματος, κακοπαθοῦντα μὲ τὴν νηστεία, θὰ βοήσουν πρὸς τὸν Κύριο καί, συνομιλώντας μὲ τὴν προσευχὴ τοῦ νηστεύοντος καὶ περίπου συμπροσευχόμενα, δικαίως θὰ τὴν καταστήσουν εὐπροσδεκτικώτερη καὶ θὰ δικαιώσουν αὐτὸν ποὺ ὑφίσταται ἑκουσίως τὸν κόπο τῆς νηστείας. Συνέχεια
ΟΜΙΛΙΑ ΕΙΣ ΤΗΝ Δ΄ ΚΥΡΙΑΚΗΝ ΤΩΝ ΝΗΣΤΕΙΩΝ
Ἅγ. Ἰουστίνου Πόποβιτς
Γιατί ἡ Ἐκκλησία τοποθετεῖ αὐτόν τόν Ἅγιο στό μέσον τῆς νηστείας, ὡσάν τήν πιό ἅγια εἰκόνα, ὥστε νά ἀτενίζουν ὅλοι σέ Αὐτόν;
Ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κλίμακος. Ποιός εἶναι αὐτός; Εἶναι ὁ ἄνθρωπος πού ἐβίωσε καί ἔγραψε τήν Κλίμακα τοῦ Παραδείσου, πού ἐβίωσε τήν ἀνάβασι τοῦ ἀνθρώπου ἀπό τήν κόλασι μέχρι τόν Οὐρανό, μέχρι τόν Παράδεισο. Αὐτός ἐβίωσε τήν κλίμακα ἀπό τήν γῆ μέχρι τόν Οὐρανό, τήν κλίμακα πού ἐκτείνεται ἀπό τόν πυθμένα τῆς κολάσεως τοῦ ἀνθρώπου μέχρι τήν κορυφή τοῦ παραδείσου.
Ἐβίωσε καί ἔγραψε. Ἄνθρωπος πολύ μορφωμένος, πολύ σπουδαγμένος. Ἄνθρωπος πού ὡδήγησε τήν ψυχή του εἰς τάς ὁδούς τοῦ Χριστοῦ, πού τήν ὡδήγησε ὁλόκληρη ἀπό τήν κόλασι στόν παράδεισο, ἀπό τόν διάβολο στόν Θεό, ἀπό τήν ἁμαρτία στήν ἀναμαρτησία, καί πού θεόσοφα μᾶς περιέγραψε ὅλη αὐτή τήν πορεία, τί δηλαδή βιώνει ὁ ἄνθρωπος πολεμώντας μέ τόν κάθε διάβολο πού βρίσκεται πίσω ἀπό τήν ἁμαρτία. Μέ τήν ἁμαρτία μᾶς πολεμάει ὁ διάβολος, καί μένα καί σένα, ἀδελφέ μου καί ἀδελφή μου. Σέ πολεμάει μέ κάθε ἁμαρτία.
Μήν ἀπατᾶσαι, μή νομίζῃς πώς κάποια μικρή καί ἀσθενής δύναμις σοῦ ἐπιτίθεται. Ὄχι! Αὐτός σοῦ ἐπιτίθεται! Ἀκόμη κι’ ἄν εἶναι ἕνας ρυπαρός λογισμός, μόνο λογισμός, γνώριζε ὅτι αὐτός ὁρμᾶ κατεπάνω σου. Λογισμός ὑπερηφανείας, κακῆς ἐπιθυμίας, φιλαργυρίας,… ἕνα ἀναρίθμητο πλῆθος λογισμῶν ἔρχεται κατεπάνω σου ἀπό ὅλες τίς πλευρές. Καί σύ, τί εἶσαι ἐσύ; Ὤ, Κλίμακα τοῦ Παραδείσου! Πῶς, πάτερ Ἰωάννη, μπόρεσες νά στήσῃς αὐτή τήν κλίμακα τοῦ Παραδείσου ἀνάμεσα στήν γῆ καί στόν Οὐρανό;
Δέν τήν ἔσχισαν οἱ δαίμονες, δέν τήν ἔκοψαν, δέν τήν ἔσπασαν; Ὄχι!… Ἡ νηστεία του ἦταν μιά φλόγα, μιά φωτιά, μιά πυρκαϊά. Ποιός διάβολος θά τήν ἄντεχε; Ὅλοι ἔφυγαν πανικοβλημένοι, ὅλοι οἱ δαίμονες ἔφυγαν κινηγημένοι ἀπό τήν ἔνδοξη καί θεία του προσευχή, ὅλοι οἱ δαίμονες ἔφυγαν τρομοκρατημένοι ἀπό τήν νηστεία του, ὅλοι οἱ δαίμονες ἐξαφανίσθηκαν ἀπό τήν πύρινη, τήν φλογερή, προσευχή του. Ἡ Κλίμακα τοῦ Παραδείσου! Τί εἶναι αὐτή; Εἶναι οἱ ἅγιες ἀρετές, οἱ ἅγιες εὐαγγελικές ἀρετές: ἡ ταπείνωσις, ἡ πίστις, ἡ νηστεία, ἡ πραότης, ἡ ὑπομονή, ἡ ἀγαθότης, ἡ καλωσύνη, ἡ εὐσπλαχνία, ἡ φιλαλήθεια, ἡ ἀγάπη στόν Χριστό, ἡ ὁμολογία τοῦ Χριστοῦ, τά παθήματα χάριν τοῦ Χριστοῦ. Συνέχεια
ΛΟΓΟΣ ΠΕΡΙ ΔΙΑΚΡΙΣΕΩΣ
Ἁγίου Ἰωάννου «Τῆς Κλίμακος»
1.-.Ἡ βεβαία πίστις εἶναι μητέρα τῆς ἀποταγῆς. Καί τό ἀντίθετο εἶναι ἐξ ἴσου φανερό. Ἡ ἀκλόνητη ἐλπίδα εἶναι ἡ θύρα τῆς ἀπροσπαθείας. Καί τό ἀντίθετο εἶναι ἐξ ἴσου φανερό. Ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεόν εἶναι αἰτία τῆς ξενιτείας. Καί τό ἀντίθετο εἶναι ἐξ ἴσου φανερό.
2.-. Τήν ὑποταγή τήν ἐγέννησε ἡ καταδίκη τοῦ ἑαυτοῦ μας καί ἡ ὄρεξις τῆς πνευματικῆς ὑγείας. Μητέρα τῆς ἐγκρατείας εἶναι ἡ σκέψις τοῦ θανάτου καί ἡ διαρκής μνήμη τῆς χολῆς καί τοῦ ὄξους τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ. Προϋπόθεσις καί συνεργός τῆς σωφροσύνης καί καθαρότητος εἶναι ἡ ἡσυχία. Θραῦσις τῆς σαρκικῆς πυρώσεως εἶναι ἡ νηστεία. Καί ἀντίπαλος τῶν αἰσχρῶν λογισμῶν εἶναι ἡ συντριβή τοῦ νοῦ.
3.-. Ἡ πίστις καί ἡ ξενιτεία εἶναι ὁ θάνατος τῆς φιλαργυρίας. Ἡ εὐσπλαγχνία καί ἡ ἀγάπη παρέδωσαν τό σῶμα σέ θυσία. Ἡ ἐκτενής προσευχή εἶναι ὄλεθρος τῆς ἀκηδίας. Ἡ μνήμη τῆς Κρίσεως εἶναι πρόξενος τῆς πνευματικῆς προθυμίας. Θεραπεία τοῦ θυμοῦ εἶναι ἡ ἀγάπη τῆς ἀτιμίας, ἡ ὑμνωδία καί ἡ εὐσπλαγχνία.
4.-. Ἡ ἀκτημοσύνη καταπνίγει τήν λύπη. Ἡ ἀπροσπάθεια πρός τά αἰσθητά πράγματα ὁδηγεῖ στήν θεωρία τῶν νοερῶν. Ἡ σιωπή καί ἡ ἡσυχία καταπολεμοῦν τήν κενοδοξία ― ἐάν ὅμως εὑρίσκεσαι σέ ἀνθρώπους, χρησιμοποί ησε τήν ἀτιμία.
5.-. Τήν ἐξωτερική καί ὁρατή ὑπερη φάνεια τήν ἐθεράπευσαν ἡ πτωχεία, ἡ θλῖψις καί οἱ παρόμοιες καταστάσεις. Τήν δέ ἐσωτερική καί ἀόρατη Ἐκεῖνος πού εἶναι προαιωνίως Ἀόρατος. Ὅλα τά αἰσθητά ἐρπετά τά φονεύει τό ἐλάφι καί ὅλα τά νοητά ἡ ταπείνωσις. Εἶναι δυνατόν μέ παραδείγματα ἀπό τήν φύσι νά διδασκώμεθα καλῶς ὅλα τά πνευματικά.
6.-. Ὅπως εἶναι ἀδύνατο νά ἀποβάλη ὁ ὄφις τό παλαιό του δέρμα, ἐάν δέν εἰσχωρήση σέ στενή τρύπα, ἔτσι καί ἐμεῖς δέν θά άποβάλωμε τίς παλαιές προλήψεις καί τήν ψυχική παλαιότητα καί τόν χιτῶνα τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ἐάν δέν περάσωμε ἀπό τήν στενή καί τεθλιμμένη ὁδό τῆς νηστείας καί τῆς ἀτιμίας. Συνέχεια
Ἡ Φαντασία
π. Εὐσέβιος Βίττης
Στὴ διαδικασία ἡδονῆς-ὀδύνης σπουδαῖο ρόλο παίζει καὶ ἡ φαντασία. Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ ἡ φαντασία εἶναι “νοῦ καὶ αἰσθήσεως μεθόριον”. Ἡ φαντασία εἶναι ψυχικὴ λειτουργία ποὺ βρίσκεται ἀνάμεσα στὸ νοῦ καὶ στὴν αἴσθηση. Οἱ αἰσθήσεις δημιουργοῦν στὸν ἄνθρωπο “μορφώσεις”, ἐντυπώσεις, μέσα του. Οἱ ἐντυπώσεις αὐτὲς ὀφείλονται μὲν σὲ ὑλικὰ πράγματα καὶ σώματα, μὲ τὰ ὁποῖα ἔρχονται σὲ ἐπαφὴ οἱ αἰσθήσεις, ἀλλὰ δὲν εἶναι σώματα οἱ ἴδιες (οἱ ἐντυπώσεις), ἂν καὶ εἶναι σωματικές.
Οἱ ἐντυπώσεις προέρχονται οὐσιαστικὰ ὄχι ἀπὸ τὰ σώματα ἁπλῶς, ἀλλὰ ἀπὸ τὴ μορφὴ (τὸ “εἶδος”) ποὺ ἔχουν τὰ σώματα. Οἱ ἐντυπώσεις ὅμως αὐτὲς τῶν αἰσθήσεων στὴν ψυχὴ δὲν εἶναι οἱ μορφὲς τῶν σωμάτων καθʼ ἑαυτές, ἀλλὰ “ἐκτυπώματα αὐτῶν” καὶ “ἐκμαγεῖα”. Εἶναι, ἂν μποροῦμε νὰ ἐκφραστοῦμε ἔτσι, μορφὲς μορφῶν ἢ εἰκόνες μορφῶν, “οἶὸν τινες εἰκόνες ἀχωρίστως χωριζόμεναι τῶν κατὰ τὰ σώματα εἰδῶν”.
Οἱ εἰκόνες τῆς μορφῆς τῶν σωμάτων ὑπάρχουν μὲν καθʼ ἐαυτὲς μέσα στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ ταυτόχρονα εἶναι ἀδιάσπαστα καὶ ἀχώριστα ἑνωμένες μὲ τὶς μορφὲς ποὺ ἐξεικονίζουν γιατί ἀναφέρονται πάντα σʼ αὐτές. Γιὰ τὴν κατανόηση αὐτοῦ τοῦ φαινομένου μᾶς βοηθάει τὸ πῶς βλέπουμε καὶ μάλιστα οἱ εἰκόνες ποὺ βλέπουμε στὸν καθρέφτη. Ἐκεῖ ἔχουμε μία κατʼ ἀντιστοιχία αἰσθητοποίηση αὐτῶν ποὺ συμβαίνουν στὴ διαδικασία ποὺ μᾶς ἀπασχολεῖ ἐδῶ, γιατί ἔχουμε τὸ ἴδιο περίπου φαινόμενο. Συνέχεια
Εἰς τὴν Ε΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν
Ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
ὅπου γίνεται καὶ λόγος περὶ ἐλεημοσύνης
1. Ὑπάρχουν μερικὰ θαλάσσια μέρη ποὺ τρέφουν μεγάλα κητώδη θηρία. Ὅσοι λοιπὸν πλέουν σʼ αὐτὰ τὰ μέρη κρεμοῦν κώδωνες στὰ πλευρὰ τῶν πλοίων, ὥστε τὰ θηρία τρομαγμένα ἀπὸ τὸν ἦχο τους νὰ φεύγουν. Καὶ τοῦ δικοῦ μας βίου ἡ θάλασσα τρέφει πολλὰ καὶ φοβερώτερα θηρία, τὰ πονηρὰ πάθη δηλαδὴ καὶ τοὺς ἐφόρους τῶν παθῶν δαίμονες ποὺ εἶναι πονηρότεροι.
Ἐπιπλέει σʼ αὐτὴ τὴ θάλασσα σὰν πλοῖο ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ κι ἀντὶ γιὰ κώδωνες ἔχει τοὺς πνευματικοὺς διδασκάλους, ὥστε μὲ τὸν ἱερὸ ἦχο τῆς διδασκαλίας τούτων νʼ ἀπομακρύνη τὰ νοητὰ θηρία. Αὐτὸ προφανῶς προτυπώνοντας ἡ στολὴ τοῦ Ἀαρών, εἶχε εὔηχους κώδωνες ραμμένους στὰ ἄκρα της καὶ σύμφωνα μὲ τὰ θέσμια ἔπρεπε νʼ ἀκούεται ὁ ἦχος τους, ὅταν λειτουργοῦσε ὁ Ἀαρών.
2. Ἐμεῖς δέ, μεταφέροντας καλῶς τὸ γράμμα στὸ πνεῦμα, ἂς ἠχήσουμε τώρα σὲ σᾶς πνευματικά, καὶ μάλιστα κατὰ τὸν καιρὸ τῆς νηστείας, ὁπότε ἐπιτίθενται ἀγρίως φανερὰ καὶ ἀφανῆ θηρία· φανερὰ μὲν ἡ γαστριμαργία, ἡ μέθη καὶ τὰ παρόμοια, ἄλλα δὲ ἀφανῶς ἐνεδρεύοντα, ἡ κενοδοξία καὶ ἡ ὑπερηφάνεια, ἡ ὑπεροψία καὶ ἡ ὑπόκρισις. Ὁ ἴδιος δὲ ἦχος εἶναι καὶ φυγαδευτήριο τῶν τοιούτων θηρίων καὶ φυλακτήριο τῶν ἀσκούντων τὴ νηστεία.
3. Εἶναι λοιπὸν ἡ νηστεία καὶ ἡ ἀκρασία ἀντίθετα μεταξύ τους, ὅπως ἡ ζωὴ καὶ ὁ θάνατος. Ἡ νηστεία εἶναι ἐντολὴ ζωῆς, ποὺ εἶναι συνομήλικη τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, ἀφοῦ ἐδόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν Ἀδὰμ κατὰ τὴν ἀρχὴ στὸν παράδεισο, γιὰ διαφύλαξι τῆς ζωῆς καὶ τῆς θείας χάριτος ποὺ εἶχε δοθῆ σʼ αὐτὸν ἀπὸ τὸν Θεό. Ἡ δὲ ἀκρασία εἶναι συμβουλὴ γιὰ τὸν θάνατο σώματος καὶ ψυχῆς, ποὺ ἐδόθηκε δολίως ἀπὸ τὸν Διάβολο στὸν Ἀδὰμ διὰ τῆς Εὔας γιὰ ἔκπτωσι τῆς ζωῆς καὶ ἀπαλλοτρίωσί της ἀπὸ τὸν Θεὸ θείας χάριτος· διότι ὁ Θεὸς θάνατο δὲν ἐδημιούργησε οὔτε εὐχαριστεῖται μὲ τὴν ἀπώλεια τῶν ζώντων. Ποιὸς ἄνθρωπος λοιπὸν θέλει νὰ εὕρη ζωὴ καὶ χάρι στὸν Θεὸ ἀπὸ τὸν Θεό; Ἂς ἀποφύγη τὴν θανατηφόρο ἀκρασία κι ἂς προστρέξη στὴ θεοποιὸ νηστεία καὶ ἐγκράτεια, γιὰ νὰ ἐπανέλθη χαρούμενος στὸν παράδεισο. Συνέχεια
Λόγος εἰς τὸν Ἀπόστολο καὶ Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη
Ἅγ. Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς
Γίνεται λόγος καὶ γιὰ τὴν ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὸν πλησίον
Σήμερα τελοῦμε τὴν ἑορτὴ ἑνὸς ἀπὸ τοὺς προκρίτους Ἀποστόλους τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπευφημοῦμε αὐτὸν ὡς πατέρα ὅλων ἐκείνων πού φέρουν τὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, ἢ καλύτερα ὡς πατριάρχη ἐκείνων «πού γεννήθηκαν ὄχι ἀπὸ αἵματα οὔτε ἀπὸ θέλημα σαρκικό, οὔτε ἀπὸ θέλημα ἄνδρα, ἀλλὰ ἀπὸ τὸν Θεό».
Γιατί, ὅπως ὁ Ἰακὼβ προέβαλε δώδεκα πατριάρχες κατὰ σάρκα, ἀπὸ τοὺς ὁποίους προῆλθαν οἱ δώδεκα φυλὲς τοῦ Ἰσραήλ, ἔτσι καὶ ὁ Χριστὸς προέβαλε πνευματικά τούς δώδεκα μύστες· γιατί τὸν ἀριθμὸ ἐκείνου πού ἐλεεινὰ ἐξέπεσε τὸν συμπλήρωσε ὁ Παῦλος, πρὸς τὸν ὁποῖο ἔσκυψε ἀπὸ τὸν οὐρανὸ ὁ Χριστός. Ἂν ὅμως δὲν ὑπάρχουν καὶ ἐδῶ φανερὰ φυλὲς ἰσάριθμες δὲν εἶναι καθόλου ἀξιοθαύμαστο· γιατί τὰ πνευματικὰ διαιροῦνται ἀδιαίρετα· γι’ αὐτὸ καί, ἐνῶ οἱ φαινόμενες σωματικὲς αἰσθήσεις εἶναι πέντε, μία εἶναι ἡ αἴσθηση τῆς ψυχῆς διαιρούμενη ἀδιαίρετα. Ἀλλὰ καὶ οἱ δώδεκα πηγὲς τῶν ὑδάτων, στὶς ὁποῖες στρατοπέδευσαν οἱ Ἰσραηλίτες κάτω ἀπὸ τὴν ἀρχηγία τοῦ Μωυσῆ καὶ ἔσβησαν τὴν ἀπὸ τὴν ὁδοιπορία στὴν ἔρημο δίψα, αὐτοὺς τοὺς δώδεκα προτύπωναν. Γιατί αὐτοὶ εἶναι ἐκεῖνοι πού μὲ τὰ πνευματικὰ ποτίσματα ἀπάλλαξαν τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τὸν καύσωνα τῆς εἰδωλομανίας, τὸ ὁποῖο προηγουμένως πορευόταν μέσω τῶν ἀδιάβατων ἐρήμων τῆς ἀθεΐας. Ἐπίσης καὶ οἱ δώδεκα λίθοι, τοὺς ὁποίους ἔστησε σὰν σημάδι στὰ Γάλγαλα ὁ Ἰησοῦς τοῦ Ναυῆ, ἀφοῦ πέρασαν κατὰ τρόπο παράδοξο πεζοὶ τὸν Ἰορδάνη, αὐτοὺς τοὺς δώδεκα προτύπωναν. Γιατί αὐτοὶ εἶναι γιὰ μᾶς σὰν αἰώνιο σημάδι, ὅτι ὁ ἀληθινὸς Ἰησοῦς ἀνεχαίτισε τὸ ποτάμι τῆς ἁμαρτίας πού κατέκλυζε τὴν οἰκουμένη καὶ ἔδωσε στοὺς πιστούς του τὴ δυνατότητα νὰ διαβαίνουν ἀναμάρτητοι τὴν ὁδὸ τοῦ βίου, ὅπως κατέστησε τότε δυνατὸ στοὺς Ἰσραηλίτες νὰ περάσουν χωρὶς νὰ βραχοῦν τὸν Ἰορδάνη. Συνέχεια
Θεολογικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ γνωσιολογία
Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης
Ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ θεολογία διακρίνει πάντοτε δύο εἴδη γνώσεως: τὴν κοσμικὴ καὶ τὴν θεία. Ἡ κοσμικὴ γνώση κινεῖται στὸ ἐπίπεδό του κτιστοῦ καὶ ἀδυνατεῖ νὰ προσεγγίσει τὸ ἄκτιστο, τὸ θεῖο. Ἡ θεία γνώση ἀναφέρεται στὸ ἐπίπεδό τοῦ ἀκτίστου, δηλαδὴ τοῦ θείου, καὶ ἀποκαλύπτει στὸν κόσμο τὸν κατὰ Θεὸν σκοπό του.
Ἡ κοσμικὴ ἐπιστήμη ἔχει ἐμπειρικὸ χαρακτήρα. Ἀντικειμενοποιεῖ τὸν κόσμο καὶ ἐπιδιώκει παντοῦ καὶ πάντοτε τὴν ἀντικειμενικότητα. Μολονότι στηρίζεται στὸ ὑποκείμενο καὶ πραγματοποιεῖ τὰ ἅλματά της μὲ προσωπικὲς ἐμπνεύσεις, ἀποφεύγει τὴν ὑποκειμενικότητα. Ὡς γνώση τρεπτῶν καὶ σχετικῶν πραγμάτων ἡ ἐπιστημονικὴ γνώση εἶναι τρεπτὴ καὶ σχετική. Ἀλλὰ καὶ ὡς προσπάθεια κατανοήσεως τοῦ πεπερασμένου κόσμου μὲ τὴν ἀπειρία τῶν διαστάσεων καὶ τῶν φαινομένων του, παραμένει πάντοτε πεπερασμένη καὶ ἀτέρμονη.
Ἡ θεία γνώση ἔχει προσωπικὸ χαρακτήρα. Δὲν κινεῖται στὸ ἐπίπεδο τῶν ἀντικειμενοποιήσεων οὔτε γίνεται ἀντικειμενική. Ὁδηγεῖ βέβαια καὶ σὲ ἀντικειμενοποιήσεις, ἀλλὰ αὐτὲς δὲν συνιστοῦν τὴν οὐσία της. Ἡ θεία γνώση εἶναι καρπὸς ὑπαρξιακῆς κοινωνίας, κοινωνίας ἀγάπης. Καὶ αὐτὴ ἔχει ἐμπειρικὸ χαρακτήρα. Ἡ ἐμπειρία της ὅμως δὲν κινεῖται στὸ ἐπίπεδο τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων ἀλλὰ τῶν πνευματικῶν αἰσθήσεων καὶ τῆς πνευματικῆς κοινωνίας. Ὡς κοινωνία καὶ ἐμπειρία τοῦ ἄπειρου καὶ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ ἡ γνώση αὐτὴ εἶναι ἄπειρη καὶ ὑπερβατική. Καὶ ἔχει τὰ γνωρίσματα αὐτὰ ὄχι ἐξαιτίας ἀβεβαιότητας ἡ σχετικότητας, ἀλλὰ ἐξαιτίας μεγέθους καὶ ἀπειρότητας. Συνέχεια
Η Μεταμόρφωση του Σωτήρος.
Γεώργιος Μαντζαρίδης
Η ΜΕΤΑΜΟΦΩΣΗ τοῦ Σωτῆρος ἔχει κεντρικὴ θέση στὴν ᾿Ορθόδοξη ᾿Εκκλησία καὶ Θεολογία. Εἶναι τὸ γεγονός, ποὺ ἀποκαλύπτει τὴν δόξα τῆς ᾿Εκκλησίας καὶ τῶν πιστῶν. Εἶναι ἡ μαρτυρία τῆς νέας καταστάσεως, ποὺ εἰσάγεται μὲ τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ στὴν ἱστορία.
Κατὰ τὴν Μεταμόρφωση, ὁ Χριστὸς φανερώνει μέσα ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φύση Του τὴν ἄκτιστη δόξα τῆς θεότητός Του. Ταυτόχρονα προσλαμβάνει στὴν ἄκτιστη θεϊκὴ δόξα τοὺς ἀνθρώπους ποὺ τὸν περιβάλλουν.
῾Ο Μωϋσῆς καὶ ὁ ᾿Ηλίας μετέχουν στὴν ἴδια λαμπρότητα μὲ τὸν Χριστό. ῾Η μόνη διαφορὰ εἶναι ὅτι ὁ Χριστὸς ἀποτελεῖ τὴν πηγή, ἐνῶ αὐτοὶ τοὺς δέκτες τῆς θείας λαμπρότητας. ῾Ο λόγος, γιὰ τὸν ὁποῖο μεταμορφώθηκε ὁ Χριστὸς ἐνώπιον τῶν Μαθητῶν, ἦταν ἡ προσέγγιση τῆς ἡμέρας τῆς Σταυρώσεώς Του: «῞Ινα ὅταν σὲ ἴδωσι σταυρούμενον, τὸ μὲν πάθος νοήσωσιν ἑκούσιον» .
Μὲ τὴν Μεταμόρφωση ὁ Χριστὸς ἀπὸ τὴν μιὰ μεριὰ βεβαιώνει τὴ θεότητά Του, ποὺ λίγο νωρίτερα εἶχαν ὁμολογήσει οἱ Μαθητὲς μὲ τὸ στόμα τοῦ ᾿Αποστόλου Πέτρου, ἐνῶ ἀπὸ τὴν ἄλλη προσφέρει μιὰ πρώτη ἐμπειρία τῆς ἐλεύσεως τῆς Βασιλείας Του. ῾Ο ἑορτασμὸς τῆς Μεταμορφώσεως στὶς 6 Αὐγούστου δὲν μᾶς βοηθεῖ ἴσως νὰ θυμηθοῦμε τὸν ἄμεσο σύνδεσμό της μὲ τὸν Σταυρὸ τοῦ Χριστοῦ. Μόνο ἂν σκεφθοῦμε ὅτι μετὰ μερικὲς ἑβδομάδες, στὶς 14 Σεπτεμβρίου, γιορτάζεται ἡ Παγκόσμιος ῞Υψωσις τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ποὺ θυμίζει τὴν Μ. Παρασκευή, βρίσκουμε τὴν ἱστορικὴ συνάφεια τῆς ῾Εορτῆς. Συνέχεια
Ἡ ἀφύπνιση τῆς καρδιᾶς μὲ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ
Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου
Ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ὡς συνάντηση μὲ τὴ ζῶσα αἰωνιότητα τοῦ Θεοῦ, πλήττει ἀποφασιστικὰ τὸν ὅλο ἄνθρωπο, γιατί φανερώνει τὸν ἅδη τῆς ἀπουσίας τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τὴν καρδιά του καὶ ἀποκαλύπτει τὴν πνευματικὴ πτώχεια καὶ ἐρήμωση τοῦ νοῦ.
Ἡ ὀδυνηρὴ αὐτὴ ἐμπειρία γεννᾶ τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἀρχίζει νὰ περιβάλλει τὴν καρδιὰ καὶ νὰ ἀλλάζει τὸ φρόνημά του. Ὅπως ἡ μνήμη τοῦ θανάτου, ἔτσι καὶ ὁ Θεῖος φόβος ποὺ τὴν διαδέχεται, δὲν εἶναι ψυχολογικὸ συναίσθημα ἀλλὰ πνευματικὴ κατάσταση, δῶρο τῆς Xάριτος.
Κάθε εἴδους ἐπαφὴ μὲ τὴν αἰωνιότητα, καὶ μάλιστα στὰ ἀρχικὰ στάδια, προξενεῖ φόβο στὴν ψυχή, γιατί ἡ αἰωνιότητα βρίσκεται ἔξω ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο. Ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ἡ μνήμη τοῦ θανάτου προκαλεῖ τὴ χαρισματικὴ ἀπόγνωση στὸν ἄνθρωπο, χάρη στὴν ὁποία ἐλευθερώνεται ἀπὸ τὴν ἕλξη τῶν παθῶν καὶ τῶν κτισμάτων.
Ὁμοίως καὶ ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ, προερχόμενος ἀπὸ ἄνωθεν ἔλλαμψη, βοηθεῖ τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀνανήψει ἀπὸ τὸν μακραίωνα ὕπνο τῆς ἁμαρτίας καὶ τὸν ὁδηγεῖ σὲ ἐγκράτεια. Ἐνισχύει τὴν καρδιά του, ὥστε μὲ σταθερὴ βούληση νὰ προτιμᾶ «τὰ μὴ βλεπόμενα» καὶ «αἰώνια» ἀντὶ τῶν «βλεπομένων» καὶ «πρόσκαιρων». Ἀκριβῶς στὴν προτίμηση αὐτή ἔγκειται τὸ νόημα καὶ ἡ ἀλήθεια τοῦ λόγου «ἀρχὴ σοφίας φόβος Κυρίου».
Ἔχοντας ὁ ἄνθρωπος τὴ σοφὴ αὐτὴ στάση πρὸς τὸν Θεὸ καὶ τὰ χαρίσματά Του συνάπτει, κατὰ κάποιον τρόπο, μαζί Του μία πνευματικὴ διαθήκη. Προκρίνει ἀποφασιστικὰ νὰ μὴν παραδοθεῖ στὴ φθορὰ καὶ στὸν αἰώνιο θάνατο ποὺ τὸν κυκλώνουν, ἀλλὰ νὰ ἐκζητήσει διὰ παντὸς τὸ Πρόσωπο τοῦ Ὑψίστου, φιλοτιμούμενος νὰ ἐκπληρώσει «τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον». Γιὰ τὴν ἀγαθὴ αὐτὴ προαίρεσή του ὁ ἄνθρωπος δέχεται τὸν φωτισμὸ τοῦ Προσώπου τοῦ Χριστοῦ ποὺ ἀναζωπυρώνει τὴν καρδιά του.
Μὲ τὸν ἐσωτερικὸ φωτισμὸ τοῦ φόβου τοῦ Θεοῦ ὁ ἄνθρωπος ἀποκτᾶ γνώση τῆς ἀληθινῆς καταστάσεώς του. Ἀρχίζει νὰ βλέπει τὸν ἑαυτό του, ὅπως τὸν βλέπει ὁ Θεός. Πείθεται ὅτι γύρω του βασιλεύει τὸ ἀπαράδεκτο κράτος τοῦ θανάτου καὶ ὅτι μέσα του ἑδρεύει τὸ σκότος τῆς φθορᾶς καὶ τῆς ἄγνοιας, σὲ βαθμὸ μάλιστα ποὺ προκαλεῖ μαρτυρικὴ βάσανο στὸ πνεῦμα του. Συνέχεια
Τιμωρεῖ ὁ Θεός;
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης
α) Λέμε συχνὰ στὴν καθημερινὴ ζωή, ὅταν προκύπτει ἕνα πρόβλημα ὑγείας ἢ ἕνα ἀτυχὲς γεγονὸς ἢ μία στενοχώρια, ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς τιμωρεῖ. Τὴν τιμωρία αὐτὴ τὴ συνδέουμε μὲ κάποιο ἁμάρτημα. Ἡ ἐν λόγω ἀντίληψη ἔχει ἑδραιωθεῖ στὴ λαϊκὴ θρησκευτικότητα καὶ σχετίζεται μὲ τὴν ποιότητα τῆς πίστης μας. Δηλαδή, σὲ ποιὸν Θεὸ καὶ πῶς πιστεύουμε. Διότι πράγματι στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ἀπαντοῦν πολλὲς περιπτώσεις ὅπου οἱ ἄνθρωποι τιμωροῦνται γιὰ τὴν παράβαση τοῦ θελήματός Του.
β) Ὁ προφήτης Μωυσῆς, λ.χ., μὲ τιμωρίες στὸ ὄνομα τοῦ Θεοῦ συγκρατοῦσε τὸν λαὸ ποὺ ἔρεπε πρὸς τὴν εἰδωλολατρία. Ὅσοι ἀντιστάθηκαν σ’ αὐτὸν ὑπέφεραν ἢ θανατώθηκαν. Ὁ γέροντας Σωφρόνιος Σαχάρωφ γράφει σχετικὰ μὲ τὸ θέμα ὅτι εἶναι ἀδύνατο γιὰ τοὺς χριστιανοὺς νὰ μὴν τρομάξουν διαβάζοντας τὰ πρῶτα βιβλία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
γ) Στὴν Καινὴ Διαθήκη συχνὰ ἐπαναλαμβάνεται ὅτι “ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι” (Α΄ Ἰωάν. 4, 8). Ὁ Χριστὸς δὲν τιμωρεῖ τοὺς ἀνθρώπους γιὰ νὰ σώσει τὸν κόσμο. Θυσιάζεται ὁ ἴδιος καὶ δίνει τὴν ψυχὴ του “λύτρον ἀντὶ πολλῶν” (Ματθ. 20, 28). Ἡ παρουσία Του δὲν στηρίζεται σὲ καμιὰ πολιτικὴ δύναμη, κοσμικὴ ἢ καὶ θρησκευτικὴ ἀκόμη αὐθεντία, ἀλλὰ στὴν ἀλήθεια ζωῆς ποὺ προσκομίζει.
δ) Τὸ θέμα τῆς θείας τιμωρίας ἀπαντᾶ καὶ στὸ συναξάρι τῆς ἁγίας Βαρβάρας. Ἐκεῖ ἀναφέρεται: “Αὕτη σεβομένη κρυφίως, δὲν ἠδυνήθη νὰ κρυφθῆ ἀπὸ τὸν ἀσεβῆ πατέρα της. Ἐγνώρισε γὰρ ἐκεῖνος τὰ περὶ αὐτῆς, ὅταν, αὐτὸς μὲν εἶπε νὰ γένουν δύω παράθυρα εἰς τὸ παρ’ αὐτοῦ κτισθὲν λουτρόν, ἡ δὲ Ἁγία ἐπρόσταξε νὰ γένουν τρία παράθυρα. Ἐρωτήσας δὲ αὐτήν, διὰ ποίαν αἰτίαν τρία παράθυρα κατεσκεύασεν; ἔμαθεν ἀπὸ αὐτήν, ὅτι τὰ ἐποίησεν εἰς τὸ ὄνομα τοῦ Πατρὸς καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος”. Συνέχεια
Ἡ Ἁγία Παρασκευὴ καὶ ὁ Γέρων Δαμασκηνὸς
«Εἶμαι ἡ Παρασκευή!»
Ὁ Παπποῦς αἰσθανόταν τὴν ἀγάπη τῶν Ἁγίων νὰ τὸν διαπερνᾶ σὰν ζεστὸ ρεῦμα, ὅπως εἶχε ὁμολογήσει ὁ ἴδιος. Καὶ οἱ λόγοι του διαβεβαιώνουν ὅτι ἡ τάσις αὐτοῦ τοῦ ρεύματος ἦταν ὑψηλή: «Ἔχουμε συγχορευτάς καὶ συνεορτάζοντας καὶ συνεορταζομένους τοὺς Ἁγίους καὶ ὅλον τὸν οὐράνιο κόσμο. Οἱ Ἅγιοι μὲ τὴν ἀγάπη τους μᾶς παίρνουν τὰ μυαλά, ἐδῶ ποὺ τὰ λέμε… Ἀνὰ πᾶσα στιγμὴ ἐπικοινωνοῦν μαζί μας, γιατί εὑρίσκονται μέσα στὸ φῶς τοῦ Θεοῦ καὶ δὲν ἐμποδίζονται ἀπὸ τὴν ὕλη. Λοιπόν, μᾶς παρακολουθοῦν ἐμᾶς συνεχῶς ἀπὸ κοντὰ καί, ὅταν τοὺς παρακαλοῦμε, ἀμέσως μᾶς ἐπισκέπτονται καὶ μᾶς σώζουν ἀπὸ πολλοὺς πειρασμοὺς καὶ μᾶς εὐφραίνουν τὸν νοῦ…
»Οἱ Ἅγιοι, εἴδατε, πηδοῦν καὶ ἔρχονται πρὸς ἐμᾶς καὶ θέλουν νὰ πηδήσωμε καὶ ἐμεῖς πρὸς αὐτούς, γιὰ νὰ εἴμαστε φίλοι. Νὰ τοὺς ἀνταποδίδωμε τὴν ἐπίσκεψι, γιατί τὴν ποθοῦν ἀφάνταστα. Τί καὶ ἂν μᾶς χωρίζει ὁ ὁρατὸς κόσμος ἀπὸ τὸν ἀόρατο; Ἐμεῖς νὰ ἐνστερνιστοῦμε τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ κάνωμε τὸ βῆμα!…»
Τὴν ἄνοιξη τοῦ 1988 (17 Μαρτίου), ὁ Γέροντας μαζὶ μὲ τὶς ἀδελφὲς Θ, Θ. καὶ Θ ξεκίνησαν μὲ τὸν αὐτοκίνητο, γιὰ νὰ ἐπισκευάσουν τὸν τότε χωματόδρομο, ποὺ εἶχε γίνει ἄβατος ἀπὸ τὶς βροχές.
Μὲ τὴν εὐκαιρία αὐτὴ θὰ ἔκοβαν καὶ χορτάρι γιὰ τὶς ἀγελάδες τῆς Μονῆς. Λίγο πρὶν φθάσουν στὸν προσκυνητάρι τῆς ἁγίας Παρασκευῆς, στὸν χωράφι τοῦ Σταμπόλα, τὸ ὁποῖο ἦταν κατάσπαρτο ἀπὸ ἀγριολούλουδα, εἶδαν μία γυναίκα, μαντηλοφορεμένη καὶ ντυμένη μὲ σκούρα ροῦχα, νὰ βαδίζει ἀργὰ-ἀργὰ καὶ σκυφτή. Ἐφαινόταν σὰν νὰ ἀναζητοῦσε κάτι. Ξαφνικά, σήκωσε τὸν κεφάλι της καὶ προσήλωσε ἐπίμονα τὸν ἔντονο βλέμμα της ἐπάνω στὸν Γέροντα, σὰν νὰ ἤθελε νὰ τοῦ μιλήσει.
Σ’ ὅλους ἔκανε μεγάλη ἐντύπωση τὸ ὁλοφώτεινο καὶ κατάλευκο πρόσωπό της, καθὼς καὶ τὰ μεγάλα ἀμυγδαλωτὰ μάτια της. Ἀποροῦσαν, λοιπόν, ποιὰ νὰ ἦταν ἡ ἄγνωστη αὐτὴ γυναίκα. Τὴν προσπέρασαν, ὅμως, χωρὶς νὰ τῆς ὁμιλήσουν.
Μετὰ ἀπὸ μία ὥρα περίπου, καθὼς ἐπέστρεφαν, ξανασυνάντησαν τὴν παράδοξη αὐτὴ ὕπαρξη νὰ βηματίζει μὲ ἀπαράλλακτο τρόπο, στὸ ἴδιο σημεῖο. Ἀπόρησαν οἱ ἀδελφὲς καὶ ἐρώτησαν:
-Παπποῦ, τί παράξενο πράγμα! Τί κάνει αὐτή ἡ γυναίκα τόση ὥρα μόνη της ἐδῶ; Δὲν φαίνεται νὰ μαζεύει χόρτα.
-Ἔτσι ἐμφανίζονται οἱ Ἅγιοι, ἀπήντησε μὲ ἁπλότητα ὁ Παπποῦς. Συνέχεια
Ἡ σιωπὴ τοῦ Ἰωσὴφ
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης
α) Ἐὰν εἶναι ἀληθὲς ὅτι ἡ γλώσσα τοῦ μέλλοντος αἰῶνος θὰ εἶναι ἡ σιωπή, τότε ὁ Ἰωσήφ, ὁ Μνήστωρ τῆς Παρθένου, εἶναι τύπος τοῦ ἀνθρώπου τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Στὰ εὐαγγέλια δὲν διασώζεται κανένας λόγος του, δὲν ἀναφέρεται καμιὰ συνομιλία του. Περιγράφονται μόνο οἱ σκέψεις του καὶ οἱ ἐνέργειές του. Προσεγγίζει τὸ μυστήριο τῆς ἄφατης κένωσης τοῦ Υἱοῦ καὶ Λόγου τοῦ Θεοῦ μὲ δέος, περίσκεψη καὶ σιωπή. Κι ὅταν λογισμοὶ ἀμφιβολίας τὸν κατακλύζουν, κι ὅταν ἡ ταραχὴ τοῦ προξενεῖ ἀνυπόφορο ψυχικὸ πόνο, τότε μιλάει ὁ οὐρανός.
β) Ἀλλὰ ἂς πάρουμε τὰ πράγματα ἀπὸ τὴν ἀρχή. Ὁ Ἰωσὴφ ἐπιλέχθηκε στὸ κατώφλι τοῦ γήρατός του νὰ γίνει προστάτης καὶ φύλαξ τῆς Παρθένου. Ὅμως στὴ διάρκεια τῆς μνηστείας, Ἐκείνη βρέθηκε ἔγκυος «ἐκ Πνεύματος Ἁγίου». Τὸ γεγονὸς αὐτὸ τοῦ προκάλεσε ἀμφιβολίες καὶ τὴν θεώρησε «κλεψίγαμο». Σύμφωνα μὲ τὸν ποιητὴ τοῦ Ἀκαθίστου Ὕμνου: «Ζάλην ἔνδοθεν ἔχων λογισμῶν ἀμφιβόλων, ὁ σώφρων Ἰωσὴφ ἐταράχθη». Συνέχεια
Ὁ παιδομάρτυς Μάμας
π. Βασίλειος Καλλιακμάνης
Στὰ συναξάρια τῆς Ἐκκλησίας μας καὶ στὸ ἁγιολόγιό της εἶναι γνωστοὶ ἔξι μάρτυρες μὲ τὸ ὄνομα Μάμας. Ὁ πρῶτος καὶ σπουδαιότερος καταγόταν ἀπὸ τὴ Γάγγρα τῆς Παφλαγονίας καὶ μαρτύρησε στὴν Καισάρεια τῆς Παφλαγονίας ἐπὶ αὐτοκράτορος Αὐρηλιανοῦ τὸ 275 μ.Χ.. Πρόκειται γιὰ τὸν ἅγιό μας, τοῦ ὁποίου ἡ μνήμη γιορτάζεται στὶς 2 Σεπτεμβρίου.
«Οἱ διαφορετικὲς ἐκδοχὲς γιὰ τὴν καταγωγὴ καὶ τὴν οἰκογένεια τοῦ ἁγίου μᾶς ὑποχρεώνουν νὰ ἔχουμε ἀμφιβολίες γύρω ἀπὸ τὸ πρόσωπο τοῦ μάρτυρα… Τὸ πρόσωπο τοῦ ἁγίου Μάμα ἔχει συγκροτηθεῖ ἀπὸ διάφορες παραδόσεις καὶ δὲν ὑπάρχει τρόπος νὰ καθοριστεῖ σὲ ποιὸ πραγματικὸ πρόσωπο ἀνήκουν οἱ παραδόσεις αὐτές», γράφει ἡ Ἄννα Μαραβὰ-Χατζηνικολάου. «Ἕνας ἁπλὸς βοσκός, ἕνα παιδὶ μεγαλωμένο ἀπὸ κάποιον ἐπίσκοπο, ποὺ ζοῦσε στὸ βουνὸ τῆς Καισάρειας ἀνάμεσα στὰ ἄγρια θηρία, ἕνας ἀριστοκράτης ἀπὸ καταγωγή, μὲ γονεῖς μάρτυρες τῆς πίστης, ποὺ ἔγινε βοσκὸς ἀπὸ θέλημα Θεοῦ… ὅλα αὐτὰ συγκεντρωμένα στὸ ἴδιο πρόσωπο». Ἡ ἀλήθεια εἶναι πὼς ἴσως ἐδῶ νὰ συνενώθηκαν διάφοροι βίοι τῶν ἁγίων ποὺ φέρουν τὸ ὄνομα Μάμας. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ὅμως τὸ βέβαιο εἶναι πὼς ὁ ἅγιος Μάμας ἀνήκει στὴν κατηγορία τῶν μαρτύρων. Ἂς δοῦμε τώρα ἀκροθιγῶς ποῦ τιμήθηκε ὁ ἅγιος Μάμας: Συνέχεια
Ὁ θεσμὸς τῶν Διακονισσῶν ἐν τὴ Ὀρθοδόξω Ἐκκλησία
Εὐάγγελος Δ. Θεοδώρου
Ἡ ἱστορία τοῦ θεσμοῦ τῶν διακονισσῶν.
Κατὰ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς αἰώνας ὑφίστατο «πλουραλισμὸς» εἰς τὴν κατὰ περιοχὰς καὶ χρονικάς περιόδους ἀπόδοσιν πρωτείου εἰς μίαν ἐκ τῶν εἰς τὴν Ἐκκλησίαν ἀφιερωμένων γυναικείων τάξεων (διακονισσῶν, χηρῶν, παρθένων)[1]. Παρὰ ταῦτα, εὐθὺς ἐξ ἀρχῆς καὶ ἤδη ἐκ τῶν ἀποστολικῶν χρόνων φαίνεται ὅτι τὸ πρωτεῖον ἀποδίδεται εἰς τὴν τάξιν τῶν «διακόνων γυναικῶν (2)». Αὐτὸ ἐν συνέχεια γίνεται ὁλοὲν καὶ περισσότερον αἰσθητόν.
Ὡς πρώτη μαρτυρία περὶ τῆς τάξεως τῶν «διακόνων γυναικῶν» θεωρεῖται τὸ χωρίον Ρωμ. 16, 1-2, ἐν τῷ ὁποίῳ μνημονεύεται ἡ Φοίβη, ἥτις ἑορτάζεται ὑπὸ τῆς Ἐκκλησίας τὴν 3ην Σεπτεμβρίου καὶ ἀναφέρεται ὑπὸ τῶν ὀρθοδόξων λειτουργικῶν κειμένων ὡς πρότυπον διακονίσσης. Γράφει δι’ αὐτὴν ὁ Ἀπ. Παῦλος: «Συνίστημι δὲ ὑμῖν Φοίβην τὴν ἀδελφὴν ἡμῶν, οὗσαν διάκονον τῆς ἐκκλησίας τῆς ἐν Κεγχρεαῖς, ἵνα αὐτὴν προσδέξησθε ἐν Κυρίῳ ἀξίως τῶν ἁγίων… καὶ γὰρ προστάτις πολλῶν ἐγενήθη καὶ ἐμοῦ αὐτοῦ».
Καὶ τὸ χωρίον Α΄ Τιμ. 3, 11 («γυναίκας ὡσαύτως σεμνάς, μὴ διαβόλους, νηφαλίας, πιστάς ἐν πᾶσι») πιθανῶς ἀναφέρεται εἰς γυναίκας διακόνους, ὡς ἀποδεικνύεται ἐκ τῆς φιλολογικῆς συναφείας καὶ τῶν λογικῶν συναρτήσεων καὶ πλαισίων τοῦ χωρίου. Ὡς ἐτόνιζεν ἤδη ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, «τινὲς ἁπλῶς περὶ γυναικῶν εἰρῆσθαι τοῦτο φασιν, οὐκ ἔστι δὲ• τί γὰρ ἐβούλετο μεταξὺ τῶν εἰρημένων παρεμβαλεῖν τί περὶ γυναικῶν; Ἀλλὰ περὶ τῶν τὸ ἀξίωμα τῆς διακονίας ἐχουσῶν λέγει(3)». Συνέχεια
