Μάιος 2026
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

imaik

Τό χριστιανικόν ἑορτολόγιον,

Παναγιώτη Σκαλτσή,

 

Ἡ ἑορτή τοῦ Πάσχα εἶναι ἡ ἀρχαιότατη, ἐπιφανέστατη καί πανηγυρικώτατη ἀπ’ ὅλες τίς ἐτήσιες ἑορτές τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας (1). Οἱ ρίζες της βρίσκονται στήν Ἰουδαϊκή παράδοση. Στόν ἐνιαύσιο ἀμνό τῆς ἐξόδου καί στήν ἐτήσια ἀνάμνηση τῆς διάβασης ἀπό τή γῆ τῆς δουλείας στή χώρα τοῦ φωτός καί τῆς ἐλευθερίας (2). Ἡ εἰκόνα τοῦ ἀμνοῦ τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης ὁλοκληροῦται στό Χριστό, τόν ἀμνό τοῦ Θεοῦ (3), ὁ ὁποῖος ἑκουσίως θυσιάζεται καί προσφέρεται καί προσφέρει ὡς μέγας ἀρχιερεύς τήν ὑπέρτατη θυσία πρός τό Θεό Πατέρα τόν ἑαυτό Του (4). Ὁ μυστικός Δεῖπνος, ὅπου ὁ ἀμνός τοῦ Θεοῦ γίνεται πασχάλιος βρώση καί πόση τῶν πιστῶν, συνδύασε τό Πάσχα τοῦ Νόμου καί τό καινό Πάσχα, τό Πάσχα τῆς Παλαιός καί τό Πάσχα τῆς Καινῆς Διαθήκης (5). Ἔτσι, σημειώνεται σ’ ἕνα πολύ σημαντικό γιά τήν ἱστορία καί τή θεολογία τῆς ἑορτῆς κείμενο τοῦ δευτέρου μ.Χ. αἰώνα, στό περί Πάσχα ἔργο τοῦ Μελίτωνος Σάρδεων, ὅτι εἶναι «καινόν καί παλαιόν, ἀΐδιον καί πρόσκαιρον, φθαρτόν καί ἄφθαρτον, θνητόν καί ἀθάνατον τό τοῦ Πάσχα μυστήριον· παλαιόν μέν κατά τόν νόμον, καινόν δέ κατά τόν λόγον, πρόσκαιρον διά τόν τύπον ἀΐδιον διά τήν χάριν, φθαρτόν διά τήν τοῦ προβάτου σφαγήν, ἄφθαρτον διά τήν τοῦ Κυρίου ζωήν, θνητόν διά τήν «εἰς γῆν» ταφήν, ἀθάνατον διά τήν ἐκ νεκρῶν ἀνάστασιν. Παλαιός μέν ὁ νόμος, καινός δέ ὁ λόγος, πρόσκαιρος ὁ τόπος, ἀΐδιος ἡ χάρις, φθαρτόν τό πρόβατον, ἄφθαρτος ὁ Κύριος, μή συντριβίις ὡς ἀμνός, ἀναστᾶς ὡς θεός» (6 ).

Αὐτό ἀκριβῶς τό καινούριο Πάσχα κατά τό ὁποῖο, σύμφωνα μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο, «ὑπέρ ἡμῶν ἐτύθη Χριστός» (7) καί ἔγινε σύμβολο τῆς νέας περιόδου τῆς ἱστορίας τῆς σωτηρίας (8), οἱ πρῶτοι χρισιιανοί τό διακήρυσσαν καί ὁμολογοῦσαν ἐορτάζοντάς το κατά τήν ἑβδομαδιαία «ἐν τῇ Κυριακῇ ἡμέρᾳ» (9) εὐχαριστιακές συνάξεις.

Ἡ θεία Εὐχαριστία ἀπό τήν ἀποστολική ἐποχή μέχρι καί σήμερα εἶναι τό κατ’ ἐξοχήν πασχάλιο μυστήριο πού τελεῖται κυρίως τήν Κυριακή, τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ (10). Ἡ ἡμέρα αὐτή, ἡ μία των Σαββάτων (11), θυμίζει στούς χρισιιανούς τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, τούς ἑνώνει μαζί του στό μυστήριο τῆς Εὐχαριστίας καί τούς στρέφει πρός τήν ἀναμονή τῆς παρουσίας του (12).

Ἡ κατ’ ἐξοχήν βεβαίως ἀναπαράσταση καί ἀανέωση τοῦ Πάσχα γίνεται κατά τήν ἐτήσια ἱστορική ἐπέτειο τοῦ γεγονότος αὐτοῦ. Ἡ παλαιότερη μαρτυρία γιά τόν ἐτήσιο αὐτόν ἑορτασμό εἶναι ἀπό ἕνα ἀπόκρυφο κείμενο τοῦ δευτέρου αἰώνα, τήν «Ἐπιστολή τῶν Ἀποστόλων» (13).

Μέ δεδομένο ὅμως ὅτι

α) οἱ πρῶτοι χριστιανοί ὡς Ἰουδαιοι γνώριζαν τό Ἰουδαϊκό ἑορτολόγιο, στό ὁποῖο, ὁπωσδήποτε, εἶχαν κατορθώσει νά προβάλουν τά γεγονότα τοῦ Πάθους καί τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ, ἀφοῦ αὐτά συνέβησαν σέ μίαν ἐποχή κατά τήν ὁποίαν τελοῦσαν τό ἐτήσιο Πάσχα (14),

β) ὁ ἀπόστολος Παῦλος εἶναι ὁ πρῶτος πού διέκρινε τό Χριστιανικό Πάσχα ἀπό τό Νομικό λέγοντας ὅτι δέν πρέπει νά ἑορτάζομε «ἐν ζύμη παλαιά, μηδέ ἐν ζύμη κακίας καί πονηρίας, ἀλλ’ ἐν ἀζύμοις εἰλικρίνειας καί ἀληθείας» (15) καί συνέδεσε τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα μέ τό Πάθος καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου, προκαλώντας, ὅπως εἶναι γνωστόν, τήν ἀντίδραση τῶν Ἰουδαιοχριστιανῶν, καί

γ) ὅτι, ὅπως ἤδη ἀναφέραμε, ἀπό πολύ ἐνωρίς ἡ Ἀνάσταση συνδέθηκε μέ τή θεία Εὐχαριστία καί τήν Κυριακή, ὅλα αὐτά δείχνουν ὅτι τό Πάσχα ἑορταζόταν ἀπό τήν ἀποστολική ἐποχή (16).

Στό ἐρώτημα τώρα ἄν οἱ πρῶτοι Χριστιανοί ἑόρταζαν τό Πάσχα τήν ἡμέρα τοῦ Πάθους (Παρασκευή) ἤ τήν ἡμέρα τῆς Ἀναστάσεως (Κυριακή) φαίνεται ὅτι ἀρχικά, πρίν μάλιστα τήν ἀποστολική Σύνοδο, ὑπῆρχε συνεορτασμός τοῦ Πάσχα μέ τούς Ἰουδαίους. Οἱ μεταγενέστερες μάλιστα ἔριδες γύρω ἀπό τή μεγάλη αὐτή ἑορτή μαρτυροῦν ὅτι τό Πάσχα ἀρχικά ἑορταζόταν τήν ἡμέρα τοῦ Πάθους τοῦ Κυρίου (17).

Σέ κείμενα τοῦ δευτέρου μ.Χ. αἰώνα ἀπηχεῖται ἔντονα ὁ σταυρικός χαρακτήρας τοῦ Πάσχα καί τονίζεται ἰδιαίτερα ἡ σύνδεση τῆς ἑορτῆς αὐτῆς μέ τά ἰουδαϊκά της πρότυπα. Ἔτσι στήν ἀπόκρυφη π.χ. «Ἐπιστολή τῶν Ἀποστόλων», ἔργο Μικρασιατικῆς προέλευσης, τό Πάσχα ἀναφέρεται ὡς ἀνάμνηση τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ (18). Ὁ Ἰουστίνος ὁ φιλόσοφος καί μάρτυρας ἀναφέρει ὅτι «τό μυστήριον τοῦ προβάτου, ὅ τό Πάσχα θύειν ἐντέταλται ὁ Θεός, τύπος ἦν τοῦ Χριστοῦ» (19). Τό Ἰουδαϊκό δηλαδή Πάσχα θεωρεῖται προτύπωση τῆς σταυρικῆς θυσίας. Γι’ αὐτό καί οἱ χριστιανοί ἀκολουθοῦσαν τό Ἰουδαϊκό Πάσχα καί ἑόρταζαν ἀνάλογα τό σωτήριο πάθος τοῦ Χριστοῦ. Μέ τήν ἔννοια αὐτή ὑποστήριζαν ὅτι ὁ Κύριος τέλεσε τό Μυστικό Δεῖπνο κατά τή 14 ἥ του μηνός Νισᾶν, στηριζόμενοι μάλιστα σέ μαρτυρίες τῶν Συνοπτικῶν εὐαγγελίων, καί κυρίως στό κατά Ματθαῖον εὐαγγέλιο, ὁ ὅποιος λέγει ὅτι τό τελευταῖο δεῖπνο τοῦ Κυρίου ἔγινε τήν ὀψία τῆς πρώτης μέρας τῶν ἀζύμων (20).

Στήν ἴδια γραμμή ἐκινεῖτο καί ὁ Μελίτων Σάρδεων (166180), τίς θέσεις τοῦ ὁποίου ἀκολούθησαν οἱ ἐκκλησίες τῆς Μικρῆς Ἀσίας · «Τῆς Ἀσίας ἁπάσης αἱ παροικίαι- γράφει ὁ ἱστορικός Εὐσέβιος Καισαρείας – ὡς ἐκ παραδόσεως ἀρχαιοτέρας σελήνηs τήν τεσσαρεσκαιδεκάτην ὤοντο δεῖν ἐπί τοῦ σωτηρίου Πάσχα ἑορτῆς παραφυλάττειν, ἐν ἡ θύειν τό πρόβατον Ἰουδαίοις προηγορεύοντο» (21).

Σ’ ἀντίθεση μέ τούς Μικρασιάτες «Τεσσαρεσκαιδεκατίτες», ὅπως ἐλέγοντο, οἱ ὁποῖοι ἑόρταζαν τό Πάσχα κατά τήν ἡμέρα τοῦ θανάτου τοῦ Χριστοῦ, τήν 14 ἡ Νισᾶν ὁποιαδήποτε ἡμέρα τῆς ἑβδομάδος κι ἄν τύχαινε, «οἱ ἄλλες ἐκκλησίες τόσο τῆς Ἀνατολῆς, ὅσο καί τῆς Δύσεως ἑορτάζουν ὄχι μόνο τόν σταυρικό θάνατο, ἀλλά καί τήν ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ κατά τήν πρώτη Κυριακή μετά τή 14 ἥ του μήνα Νισᾶν» (22). Στήν ἐπιλογή αὐτή συνέβαλε τό ὅτι, σύμφωνα μέ τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη, ἡ σταύρωση τοῦ Κυρίου ἔγινε τήν προηγούμενη ἡμέρα ἀπό τό Ἰουδαϊκό Πάσχα, ἡ δέ Ἀνάσταση τήν ἑπομένη τοῦ Σαββάτου, δηλαδή τήν Κυριακή (23).

Παρά δέ τίς διαφοροποιήσεις ὡς πρός τήν ἐπιλογή τῆς ἡμερομηνίας ἑορτασμοῦ τοῦ Πάσχα καί τίς κατά τούς δεύτερο καί τρίτο αἰῶνες ἔριδες, οἱ ὁποῖες σύν τοῖς ἄλλοις ὀφείλοντο καί στήν διάφορον μέθοδον καθορισμοῦ τῆς πανσελήνου γιά νά μήν εἶναι τό Πάσχα κοινό μέ τούς Ἑβραίους (24), πό τόν τρίτο αἰώνα ἐπικράτησε ἡ Κυριακή ὡς ἡμέρα τοῦ Πάσχα σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες. Στήν εἰρήνευση μάλιστα τῶν Χριστιανῶν καί τῶν Ἐκκλησιῶν στίς ὁποῖες ἀνῆκαν συνέβαλαν τά μέγιστα σπουδαῖες προσωπικότητες, ὅπως ὁ Πολύκαρπος Σμύρνης καί ὁ Εἰρηναῖος Λυῶνος.

Τό πρόβλημα ὅμως τελικά λύθηκε ἀπό τήν Α’ Οἰκουμενική Σύνοδο (325), ἡ ὁποία ἐέπεβαλε ὁμοιομορφία ἑορτασμοῦ σέ ὅλες τίς Ἐκκλησίες ὁρίζοντας ὅτι τό Πάσχα θά τελεῖται «τήν Κυριακήν ἥτις ἕπεται τή πρώτη πανσελήνω τοῦ ἔαρος » (25). Ὁ ὑπολογισμός αὐτός ἔγινε βάσει τοῦ Ἀλεξανδρινοῦ ἡμερολογίου (26). Ὡς πρώτη δέ πανσέληνος τοῦ ἔαρος θεωρεῖται ἐκείνη πού ἀκολουθεῖ τήν 20 ἡ Μαρτίου (27).

Στό σημεῖο αὐτό καί μέ βάση τίς ἄμεσες καί ἔμμεσες λειτουργικές πηγές τῆς ἀρχαϊκῆς Ἐκκλησίας θά δώσουμε μίαν εἰκόνα τοῦ ἐορτολογικοῦ περιεχομένου καί τῆς τάξεως τῆς ἀκολουθίας τοῦ Πάσχα μέχρι τόν τέταρτο μ.Χ. αἰώνα.

Ἀναφέραμε ἤδη ὅτι τήν παλαιότερη πληροφορία περί τῆς καθιερώσεως τοῦ Πάσχα ὡς ἑορτῆς τῆς Χριστιανικῆς Ἐκκλησίας τήν ἔχουμε ἀπό τό ἀπόκρυφο κείμενο τοῦ δευτέρου μ.Χ. αἰώνα, τήν «Ἐπιστολή τῶν Ἀποστόλων», ὅπου δίδονται καί οἱ πρῶτες πληροφορίες περί τῆς ἀγρυπνίας τῆς ἑορτῆς, ἡ ὁποία διαρκοῦσε μέχρι τήν ἀλεκτοροφωνία καί ὁλοκληρωνόταν μέ τήν εὐχαριστιακήν σύναξη (28). Τήν ἴδια ἐοχή, μέσα δηλαδή τοῦ δευτέρου μ.Χ. αἰώνα, ἀπό τό περίφημο ποίημα τοῦ Μελίτωνα Σάρδεων (166-180) «Περί Πάσχα» (29), διαπιστώνουμε ὅτι ἐκτός ἀπό αὐτοσχέδιους ὕμνους, ἀναγνώσματα, προσευχές καί τέλεση θείας Εὐχαριστίας ὑπάρχει καί συγκεκριμένη πασχάλιος ἀκολουθία. Κατά τούς εἰδικούς μελετητές τοῦ ἐν λόγω ἔργου σημειώνεται ὅτι αὐτό εἶναι ἀπόσπασμα ἀπό τήν ἀκολουθία τῆς ἑορτῆς (30).

Σημαντικές ἐπίσης πληροφορίες γιά τήν ἱστορία καί τή θεολογία τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα στήν ἀρχαϊκή Ἐκκλησία ἔχουμε καί ἀπό ἀξιόλογα κείμενα τοῦ τέλους τοῦ δευτέρου καί τῶν ἀρχῶν τοῦ τρίτου μ.Χ. αἰώνα. Σέ ψευδώνυμο κείμενο, Πασχάλια ὁμιλία, ἀποδιδόμενη στόν Ἰππόλυτο ( β΄ μ. Χ. αἱ.) τό Πάσχα χαρακτηρίζεται ὡς «κοινή των ὅλων πανήγυρις» καί «οὐρανοῦ καί γῆς ἱερά τελετή» (31). Ἀπό ἐκείνη μάλιστα τήν ἐποχή στή συνείδηση τῆς Ἐκκλησίας τό πασχαλινό μυστήριο, ὅπως σημειώνει χαρακτηριστικά καί ὁ Jean Danielou, ἐξέφραζε ὁλόκληρο τό χριστιανικό μυστήριο (32). Ἔτσι μέ βάση τό παραπάνω κείμενο φαίνεται ὅτι τήν τοῦ Πάσχα πνευματική ἑορτή τή θεωροῦσαν ὡς «ἀρχήν καί κεφαλήν καί πρώτην ἡγεμονίαν παντός του χρόνου καί αἰῶνος… ἵνα ὡς ὁ Κύριος των πάντων νοητῶν τέ καί ὁρατῶν πρωτόγονός ἐστι καί πρωτότοκος ἀπ’ ἀρχῆς, οὕτως καί ὅδε ὁ μήν ὁ τήν ἱερόν τετιμημένος τελετήν πρῶτος γεγένηται τοῦ ἐνιαυτοῦ καί παντός αἰῶνος ἀρχή» (33).

Μέ δεδομένο ὅτι ὁ μήνας Νισσᾶν στό Ἰουδαϊκό ἡμερολόγιο ἦταν ὁ πρῶτος μήνας τοῦ ἔτους, οὐσιαστικά μέ τήν ἑορτή τοῦ χριστιανικοῦ Πάσχα ἔχουμε μία νέα ἀρχή, ἀνάπλαση τοῦ χριστιανικοῦ ἔτους. Δέν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο ὅτι ἡ νέα αὐτή ἀρχή ἐκφράζεται μέ τό Βάπτισμα, πού τήν ἐποχή ἐκείνη ἐτελεῖτο τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, ἀλλά δηλώνεται καί μέ αὐτό πού ὀνομάζουμε Διακαινήσιμο Ἑβδομάδα καί Καινή Κυριακή, ἀπό τήν ὁποίαν γίνεται ὁ ὑπολογισμός τῶν Ἑβδομάδων (34).

Ἡ σύνδεση τοῦ Βαπτίσματος μέ τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα, στήν ὁποίαν πρίν λίγο ἀναφερθήκαμε, μνημονεύεται ἀπό αὐτήν τήν ἐποχή γιά τήν ὁποίαν κάνουμε λόγο, καί δή ἀπό τόν Τερτυλλιανό (155-222) (35). Τό βάπτισμα ὡς συμμετοχή στό θάνατο καί τήν Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου (36) δέν θά μποροῦσε παρά νά εἶναι συνδεδεμένο μέ τό Πάσχα, καθόσον «ἡ μέν γάρ ἡμέρα μνημόσυνον ἐστιν ἀναστάσεως τό δέ βάπτισμα δύναμίς ἐστι πρός τήν ἀνάστασιν» (37). Εἶναι μάλιστα χαρακτηριστικό ὅτι ἀκόμη καί ἡ διένεξη τοῦ δευτέρου αἰώνα πάνω στήν ἡμερομηνία τοῦ Πάσχα ἄφησε ἀνέπαφη αὐτή τή βαθύτερη σημασία πού ὑπογραμμίζει τό ὁριστικό ξεπέρασμα τῆς Ἰουδαϊκῆς ἑορτῆς (38).

Ὁ Τερτυλλιανός μᾶς πληροφορεῖ ἀκόμη γιά τόν ἀναστάσιμο ἀσπασμό τήν ἡμέρα τοῦ Πάσχα (39), γιά τήν ὁλονυκτία τοῦ Πάσχα (40), ἄλλα καί γιά τήν διήμερη νηστεία πού στήν ἐποχή τοῦ προηγεῖτο τῆς ἑορτῆς (41). Τό θέμα αὐτό, ἡ προπασχάλιος δηλαδή νηστεία, ἀπετέλεσε μέρος τῶν διαφωνιῶν καί ἐρίδων αὐτῆς τῆς περιόδου. Ἔτσι, ὅσοι συνέδεαν τό ἰουδαϊκό καί τό χριστιανικό Πάσχα νήστευαν μετά τόν πασχάλιο δεῖπνο, ἐνῶ, ὅσοι τά ξεχώριζαν, νήστευαν πρίν ἀπό τόν πασχάλιο δεῖπνο, δηλαδή ὁλόκληρη τήν ἥμερά του Πάσχα. Ὁ Εἰρηναῖος (140-202) παρατηρεῖ ὅτι «οὐδέ γάρ μόνον περί τῆς ἡμέρας ἐστίν ἡ ἀμφιοβήτηοις, ἀλλά καί περί τοῦ εἴδους αὐτοῦ τῆς νηστείας. Οἱ μέν γάρ οἴονται μίαν ἡμέραν δεῖν αὐτούς νηστεύειν, οἱ δέ δύο, οἱ δέ πλείονες, οἱ δέ τεσσαράκοντα ὥρας ἡμερινᾶς τε καί νυκτερινᾶς συμμετρούσιν τήν ἡμέραν αὐτῶν» (42). Ἡ ἐν λόγω πάντως νηστεία στά μέσα του Γ’ αἰώνα, κατά τή μαρτυρία τοῦ Διονυσίου Ἀλεξανδρείας, ἔγινε μία ἑβδομάδα (43), καί στίς ἀρχές τοῦ Δ’ αἰώνα αὐξήθηκε σέ 40 ἡμέρες κατά μίμηση τῆς νηστείας τοῦ Χριστοῦ (44).

Ἕνα ἄλλο τώρα Συριακό κείμενο τῶν ἀρχῶν τοῦ τρίτου αἰώνα, ἡ «Διδασκαλία τῶν Ἀποστόλων», μᾶς παραδίδει μία πληρέστερη εἰκόνα τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα. Προσδιορίζει μέ σαφήνεια τό περιεχόμενο τῆς νηστείας, κατά τήν ὁποίαν οἱ πιστοί ἀπό τή Δευτέρα πρό τοῦ Πάσχα μέχρι τήν Πέμπτη εἶχαν μονοφαγία καί ἔτρωγαν τήν ἐννάτη μόνο ψωμί, ἁλάτι καί νερό. Τήν Παρασκευή δέ καί τό Σάββατο «nihil gu stantes», δέν ἔτρωγαν δηλαδή τίποτε. Σύμφωνα μέ τήν ἐν λόγω πηγή, τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου γινόταν ὁλονυκτία καί μέχρι τήν τρίτη ὥρα τῆς νυκτός, τήν ἀλεκτοροφωνία, ἀνεπέμποντο εὐχές καί διαβάζονταν οἱ Προφῆτες, τό Εὐαγγέλιο καί οἱ Ψαλμοί μέ φόβο καί τρόμο, ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνεται στό κείμενο. Ἀκολούθως ἐτελεῖτο ἡ θεία Εὐχαριστία, στήν ὁποίαν ὅλοι συμμετεῖχαν ἐν χαρά καί ἀγαλλίασει μέ τήν αἴσθηση ὅτι ὁ ἀναστημένος Χριστός εἶναι ἡ ἐγγύηση καί τῆς ἀναστάσεως τοῦ ἀνθρώπου (45). Δέν εἶναι ἄλλωστε τυχαῖο ὅτι αὐτό τό ἀναστάσιμο, χαρούμενο καί ἐσχατολογικό βίωμα τῶν Χριστιανῶν κατά τή νύκτα τοῦ Πάσχα ἡ Ἐκκλησία ἀπό τότε τό ἐξεδήλωνε καί μέ τήν «διά κανδηλῶν» φωτοχυσία τοῦ Ναοῦ (46).

Ἀνάλογες πληροφορίες μᾶς δίδει καί ἡ «Ἀποστολική Παράδοση» τοῦ Ἰππολύτου (217), στήν ὁποίαν λέγονται τά ἑξῆς: «θά διέλθουν ἅπασαν τήν νύκτα ἀγρυπνοῦντες· θά τούς ἀναγνώσουν ἁγιογραφικᾶς περικοπᾶς καί θά τούς διδάξουν». Μετά δέ ἀπό λίγο, «κατά τήν ἀλεκτοροφωνίαν, θά προσευχηθοῦν κατ ‘ ἀρχάς ὕπερθεν τοῦ ὕδατος» καί θά ἀκολουθήσει τό βάπτισμα στά πλαίσια τῆς θείας Εὐχαριστίας (47). Τό κείμενο αὐτό τοῦ Ἰππολύτου ἔχει, νομίζουμε, ἰδιαίτερη σημασία διότι γιά πρώτη φορά τόν τρίτο μ.Χ. αἰώνα δίδονται τόσο πολλά στοιχεῖα γιά τόν τρόπο τελέσεως τοῦ Βαπτίσματος ἐνταγμένου στήν ὅλη τελετή τοῦ Πάσχα.

Ἔτσι π.χ. ἐνῶ δέν ἀναφέρεται ποιές ἁγιογραφικές περικοπές διαβάζονταν συγκεκριμένα κατά τήν ἀγρυπνία ἤ ποιό τό περιεχόμενο τῆς διδασκαλίας πού ἀκολουθοῦσε, γιά τό Βάπτισμα ἐπισημαίνονται ἡ τριετής προετοιμασία τῶν κατηχουμένων, οἱ ἐξορκισμοί κατά τίς τελευταῖες πρό τοῦ μυστηρίου ἡμέρες, ὁ καθαγιασμός τοῦ ὕδατος περί τήν ἀλεκτοροφωνίαν, ἡ πρό τῆς ἐνάρξεως τῆς τελετῆς τοῦ Βαπτίσματος εὐλογία ἀπό τόν Ἐπίσκοπό του ἐλαίου τοῦ Χρίσματος καί τοῦ ἐπορκιστοῦ Ἐλαίου, ἡ ὁμολογία τῆς πίστεως καί ἡ τριπλῆ κατάδυση, τό χρίσμα καί ἡ συμμετοχή τῶν νεοφώτιστων στό μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας (48).

Γιά τή λαμπρότητα καί μεγαλοπρέπεια τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα μιλοῦν μέ ἰδιαίτερη ἔμφαση καί τά κείμενα τοῦ τετάρτου μ.Χ. αἰώνα, μία περίοδο πού κατά τήν μαρτυρία τῆς Αἰθερίας ἔχουν διαμορφωθεῖ τόσο ἡ Μεγάλη Ἑβδομάδα, ὅσο καί ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή των ὀκτῶ ἑβδομάδων στήν Ἀνατολή καί τῶν τεσσάρων στή Δύση (49).

Ἔτσι, λοιπόν, βλέπουμε τόν δράσαντα στήν Ἀντιόχεια Ἀστέριο τό Σοφιστή (337-341) νά χαρακτηρίζει τή νύκτα τοῦ Πάσχα ὡς «φωτός πεπληρωμένη» καί «ἀστραπῆς φαεινοτέρα » (50). Ὁ ἴδιος δέ συγγραφέας μνημονεύει καί τό δωδέκατο ἀνάγνωσμα (περί τῶν τριῶν παίδων), τό τελευταῖο δηλαδή τῆς σειρᾶς πού διαβαζόταν τήν ἑσπέρα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου (51). Τοῦτο σημαίνει ὅτι ἀπό τήν ἐποχή αὐτή ἄρχισαν νά διαμορφώνονται τά ἀναγνώσματα πού μνημονεύονται ἀναλυτικά σέ πηγές τοῦ ἀμέσως ἑπόμενου αἰώνα καί διαβάζονταν γιά νά καλύψουν ἀφενός τή νυχτερινή ἀκολουθία καί ἀφ’ ἑτέρου «διά τήν διδαχήν των πρός τό βάπτισμα εὐτρεπιζομένων» (52). Ἀνάλογη πληροφορία μᾶς δίδει καί ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων (312-386), ὁ ὁποῖος στή σύντομη Κατήχηση πού ἀπηύθυνε στούς φωτιζομένους τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου μνημονεύει τό ἕκτο κατά σειράν ἀνάγνωσμα ἀπό τόν Ἠσαΐα «φωτίζου, ἡ νέα Ἱερουσαλήμ ἤκει γάρ σάν τό φῶς» (53). Σημειωτέον ὅτι, στή Βυζαντινή παράδοση, ὅπου ὑπάρχουν δεκαπέντε ἀναγνώσματα, τό κείμενο ἀπό τόν Ἠσαΐα εἶναι δεύτερο στή σειρά, ἐνῶ ὁ ὕμνος τῶν τριῶν παίδων εἶναι τό δέκατο πέμπτο ἀνάγνωσμα.

Γιά τή λαμπροφορία καί φωταγωγία τῆς πασχαλινῆς νύκτας μιλᾶ καί ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος στούς περίφημους περί τοῦ ἁγίου Πάσχα λόγους τοῦ (54). Κομμάτια δέ ὁλόκληρα ἀπό αὐτές τίς ὁμιλίες ἀξιοποιήθηκαν ἀπό τούς ὑμνογράφους, ὅπως π.χ. τόν Ἰωάννη τό Δαμασκηνό, προκειμένου νά ὑμνηθεῖ τό γεγονός τῆς ἀναστάσεως (55).

Περισσότερα λειτουργικά στοιχεῖα γιά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα μᾶς δίδουν δύο σπουδαία κείμενα τοῦ τέλους τοῦ Δ’ μ.Χ. αἰώνα. Πρόκειται γιά τίς «Διαταγές τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων» καί τό «Ὁδοιπορικό» της περιηγήτριας Αἰθερίας.

Τό πρῶτο, τό ὁποῖο διασώζει τήν μέχρι τότε Λειτουργική Παράδοση τῆς Ἀντιόχειας, ἐπαναλαμβάνει καί ἐμπλουτίζει μαρτυρίες πού ἔχουμε ἀπό τή «Διδασκαλία των Ἀποστόλων» καί τόν Ἰππόλυτο. Ξεκινᾶ μέ τήν παρατήρηση ὅτι τό χριστιανικό Πάσχα δέν ἔχει καμία σχέση μ’ αὐτό τῶν Ἰουδαίων καί προχωρᾶ στούς ὅρους τῆς προπασχάλιας ἑβδομαδιαίας νηστείας «ἀπό δευτέραν μέχρι τῆς Παρασκευῆς καί Σαββάτου, ἐξ ἡμέρας, μόνω χρώμενοι ἄρτω καί ἀλί καί λαχάνοις καί ποτῶ ὕδατι… Τήν μέντοι Παρασκευήν καί Σάββατον ὁλόκληρον νηστεύσατε… μηδενός γενόμενοι μέχρις ἀλεκτοροφωνίας· εἰ δέ τίς ἀδυνατεῖ τάς δύο συνάπτειν ὁμοῦ, φυλασσέσθω καν τό Σάββατον » (56).

Στή συνέχεια ἀναφέρεται στήν παννυχίδα τοῦ Πάσχα, κατά τήν ὁποίαν οἱ πιστοί διανυκτερεύουν προσευχόμενοι καί δεόμενοι καί «ἀναγινώσκοντες τόν Νόμον, τούς Προφήτας, τούς Ψαλμούς μέχρι ἀλεκτρυόνων κλαγγῆς». Ἀκολουθεῖ τό Βάπτισμα τῶν κατηχουμένων, ἡ ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου «ἐν φόβω καί ἐν τρόμω» καί τό κήρυγμα πρός τό λαό διά «τά πρός σωτηρίαν » (57). Ἡ ὅλη τελετή ὁλοκληροῦται μέ τή θεία Εὐχαριστία τίς πρωινές ὧρες τῆς Κυριακῆς, κατά τίς ὅποιες ἔγινε καί ἡ Ἀνάσταση. «Διά τοῦτο οὔν καί ὑμεῖς» γράφει ὁ συγγραφέας τῶν « Ἀποστολικῶν Διαταγῶν» « ἀναστάντος τοῦ Κυρίου προσενέγκατε τήν θυσίαν ὑμῶν, περί ἧς ὑμίν διετάξατο δι’ ἡμῶν λέγων: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν», καί λοιπόν ἀπονηστεύετε, εὐφραινόμενοι καί ἑορτάζοντες, ὅτι ἀρραβών τῆς ἀναστάσεως ὑμῶν Ἰησοῦς ὁ Χριστός ἐγήγερται ἐκ νεκρῶν » (58). Σημαντική εἶναι ἐπίσης καί ἡ μαρτυρία τῶν «Ἀποστολικῶν Διαταγῶν» γιά τήν μετά ἀπό ὀκτώ ἡμέρες ἑορτή τοῦ Θωμᾶ, ἀλλά καί μετά ἀπό σαράντα ἡμέρες ἑορτή τῆς ἀναλήψεως (59).

Τό δεύτερο κείμενο, αὐτό τῆς Αἰθερίας, ἀναφερόμενο στήν ἀγρυπνία τοῦ Πάσχα λέει ὅτι γίνεται ὅπως στή Δύση. Ἡ διαφορά βρίσκεται στό ὅτι οἱ νεωφώτιστοι μετά τή βάπτισή τους καί τήν ἔνδυσή τους μέ λευκά ἐνδύματα, ὁδηγοῦνται μέ τόν Ἐπίσκοπο στήν Ἀνάσταση. Ὁ Ἐπίσκοπος εἰσέρχεται πίσω ἀπό τό κιγκλίδωμα τῆς Ἀναστάσεως, ψάλλεται ἕνας ὕμνος, προσεύχεται ὁ Ἐπίσκοπος γιά τούς νεοφώτιστους καί μεταβαίνει μαζί τους στή μεγάλη Ἐκκλησία, τό Μαρτύριο, γιά τήν συνέχιση τῆς ἀγρυπνίας μέ τή συμμετοχή ὅλου του λαοῦ (60). Οἱ πληροφορίες αὐτές δείχνουν ὅτι ἡ βάπτιση δέν διέκοπτε τήν ὅλη ἀκολουθία, ἀλλά ἐνῶ γινόταν αὐτή οἱ πιστοί παρέμεναν στό Ναό τοῦ Μαρτυρίου συμμετέχοντες στήν ἀκολουθία (61).

Ἀκολούθως ἐτελεῖτο ἡ θεία Λειτουργία ( facta oblatione fit missa ) καί γινόταν ἀπόλυση. Μετά δέ τή θεία Λειτουργία καί τήν ἀπόλυση στή μεγάλη Ἐκκλησία, μέ ψαλμούς καί ὕμνους ἔρχονταν στήν Ἀνάσταση ὅπου διαβαζόταν ξανά τό ἀναστάσιμο εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (62). Ἐδῶ ἔχουμε τήν ἀρχαιότερη μαρτυρία γιά τά ὀρθρινά ἀναστάσιμα Εὐαγγέλια, τά λεγόμενα Ἑωθινά Εὐαγγέλια (63). Στό νέο αὐτό Ναό ἔκαναν μία προσευχή καί ὁ Ἐπίσκοπος τελοῦσε πάλι τήν θεία Λειτουργία ( fit oratio et denuo ibi offeret episcopus ). Ἐδῶ ἔχουμε ἐπίσης τήν παλαιότερη ἀναφορά τελέσεων δεύτερης θείας Λειτουργίας στήν ἴδια λειτουργική ἡμέρα, ἀλλά σέ διαφορετικό Ναό (64), χάριν τοῦ λαοῦ, ὅπως χαρακτηριστικά σημειώνει ἡ Αἰθερία (65). Ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες μᾶς δίδει ἡ Αἰθερία καί γιά τόν Ἑσπερινό της Κυριακῆς του Πάσχα, μετά τήν ἀπόλυση τοῦ ὁποίου ὅλοι λιτανευτικά μετέβαιναν στήν Σιῶν, ὅπου ἔψελναν ὕμνους, ἔκαναν μία προσευχή καί διάβαζαν ἀπό τόν εὐαγγελιστή Ἰωάννη τήν περικοπή «οὔσης ὀψίας τή ἡμέρα ἐκείνη…» (Ἰω. 20, 19-25) πού ἀναφέρεται στήν ἐμφάνιση τοῦ Ἰησοῦ στούς μαθητές (66) καί εἶναι ἡ ἴδια πού μέχρι καί σήμερα διαβάζεται στόν Ἑσπερινό της Ἀγάπης.

Ἡ εἰκόνα πού ἔχουμε γιά τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα στήν Ἱεροσολυμιτική λειτουργική παράδοση ὁλοκληρώνεται μέσα ἀπό τά στοιχεῖα πού μᾶς δίδουν πηγές μεταγενέστερές του τετάρτου μ.Χ. αἰώνα. Πρόκειται

α) γιά τό «Τυπικό των Ἀρμενίων» ἤ «Ἀρχαῖο Βιβλίο τῶν Περικοπῶν» (5 ου μ.χ, αἱ.), ποῦ διασώζει πανάρχαια Ἱεροσολυμιτικά στοιχεῖα σέ ἀρμενική μετάφραση (67),

β) τό «Μέγα Λεξιονάριο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων» ἤ «Μέγα Βιβλίο Περικοπῶν» (5 ου μ.Χ. αἱ., πού καί αὐτό μας παραδίδει τήν παλαιά Ἱεροσολυμιτική λειτουργική πράξη σέ γεωργιανή μετάφραση (68),

γ) τό «Ἱεροσολυμιτικό Κανονάριον (Τυπικόν)», 7 οὐ μ.Χ. αἱ., κατά Γεωργιανήν μετάφρασιν (69), καί

δ) τό «Τυπικόν της Ἀναστάσεως» τοῦ ἔτους 1122, σέ ἔκδοση τοῦ Παπαδόπουλου Κεραμέα (70).

Τά θέματα ἐκεῖνα πού ἀξίζει ἐδῶ κυρίως νά παρουσιάσουμε, μέ βάση τά παραπάνω κείμενα, στά ὁποῖα ἡ ἀκολουθία τοῦ Πάσχα, ἀλλά καί ὁλόκληρης τῆς Μεγάλης Ἑβδομάδος, εἶναι συγκροτημένη, ἀφοροῦν

α) στήν τελετή τῆς ἁφῆς τοῦ ἁγίου φωτός,

β) στή διαμόρφωση καί ἐξέλιξη τῶν ἀναγνωσμάτων κατά τό ἑσπέρας τοῦ Μ. Σαββάτου καί τήν τελετή τῆς Βαπτίσεως καί,

γ) στό ὑμνογραφικό στοιχεῖο μέ τό ὁποῖο ἐμπλουτίζεται ἡ τάξη τῆς Πασχαλινῆς Παννυχίδας.

Γιά τήν ἁφή τοῦ ἁγίου φωτός σαφῆ καί ἰδιαίτερη μνεία κάνει τό «Ἀρμενικό Τυπικό», τό ὁποῖο εἶναι πολύ κοντά στήν τάξη πού μᾶς διασώζει ἡ Αἰθερία, ἡ ὁποία ἄμεσα τουλάχιστον δέν κάνει λόγο γι’ αὐτό τό θέμα. Ἡ ἴδια βεβαίως ὅταν περιγράφει τόν Ἑσπερινό μιᾶς κοινῆς Κυριακῆς στό Ναό τῆς Ἀναστάσεως λέγει ὅτι οἱ πιστοί «ἀνάπτουν τούς λύχνους καί τά κηρία» ἀπό φῶς πού «προέρχεται ἐκ τοῦ ἐσωτερικοῦ του σπηλαίου, ἔνθα νύκτα καί ἡμέραν ἄνευ διακοπῆς καίει λύχνος ὄπισθέν του κιγκλιδώματος» (71). Δέν ἀποκλείεται ἡ συνήθης αὐτή πράξη πού ἔχει τίς ρίζες της σέ παλαιότερο ἔτος ἀνάμματος λύχνων ἤ κηρίων στούς τάφους τῶν μαρτύρων καί εἶναι δομικό στοιχεῖο τοῦ Ἑσπερινοῦ, νά ἐντάχθηκε καί στό τυπικό της παννυχίδας τοῦ Πάσχα μέ τόν ἴδιο ἀρχικά ἁπλό τρόπο (72).

Ἡ παλαιότερη πάντως ἀναφορά σε τελετή ἁφῆς τοῦ νέου φωτός κατά τό Πάσχα παραδίδεται ἀπό τόν Ἱερώνυμο στή Δύση τό 384, τήν ἴδια ἀκριβῶς ἐποχή πού ζεῖ καί ἡ Αἰθερία. «Τό γεγονός ὅτι ἡ ἐν λόγω τελετή, κατά κοινήν ὁμολογίαν τῶν ἐρευνητῶν, εἰσῆλθεν εἰς τήν Δύσιν ἐκ τῆς Ἀνατολῆς, ὁδηγεῖ ἠμᾶς εἰς τό συμπέρασμα, ὅτι ἡ πρώτη ἐμφάνισις αὐτῆς θά πρέπει νά ἀναζητηθῆ εἰς χρόνον ἱκανῶς προγενέστερόν του ἔτους 384» (73). Ὡς ἐκ τούτου ἡ πληροφορία τοῦ «Ἀρμενικοῦ Τυπικοῦ» γιά τήν ἀκολουθία τῶν φώτων στήν ἁγίαν Ἀνάστασιν τήν ἑσπέρα τοῦ Σαββάτου, ὁπότε καί ὁ Ἐπισκόπος «ἀνάπτει τρία κηρία καί μετ’ αὐτόν οἱ διάκονοι καί ἐν συνεχεία ἅπαν το ἐκκλησίασμα» (74) μᾶς διασώζει ἀρχαία πράξη γνωστή σ’ Ἀνατολή καί Δύση.

Γιά τήν τελετή αὐτή μιλᾶ καί τό «Μέγα Λεξιονάριο τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων» ἤ «Μέγα Βιβλίον τῶν Περικοπῶν». Ἐδῶ ἡ πράξη αὐτή γίνεται πρίν τό βάπτισμα τῶν νεοφώτιστων, κεκλεισμένων τῶν θυρῶν τοῦ Ναοῦ τῆς Ἀναστάσεως, μετά τό Ἀντίφωνα τοῦ Ἑσπερινοῦ · «Μετά ταῦτα ὁ Ἐπίσκοπος δίδει ἀσπασμόν εἰς τούς ἱερεῖς, διακόνους καί ὑπηρέτας τοῦ ναοῦ. Ἔπειτα ὁ Ἐπίσκοπος εὐλογεῖ καινουργές κηρίον, ἀνάπτουν τά κηρία καί ἀνοίγουν τάς θήρας, ἀρχόμενοι ψάλλοντες «Κύριε ἐκέκραξα» (75). Τήν ἴδια σχεδόν διάταξη γιά τό θέμα αὐτό ἔχει καί τό «Ἱεροσολυμιτικόν Κανονάριον» τοῦ ἑβδόμου μ.Χ. αἰώνα (76).

Πληρέστερη περιγραφή γιά τήν ἁφή τοῦ ἁγίου φωτός κάνει τό Τυπικό της Ἀναστάσεως (12 ὅς μ.Χ. αἱ.), ἀνάλογη περίπου μ’ αὐτή πού γίνεται σήμερα στόν Πανάγιο Τάφο. Τήν ὥρα τοῦ Ἑσπερινοῦ καί μετά τήν Εἴσοδο καί τά ἀναγνώσματα στό Ναό τῆς Ἀναστάσεως «πίπτει ὁ Πατριάρχης ἔμπροσθέν του Ἁγίου Βήματος ἐπί πρόσωπον, εἰς τό ἔδαφος, καί δεηθῆ μετά δακρύων ὑπέρ τῶν τοῦ λαοῦ ἁγνοημάτων καί ἐκτείνει τάς χείρας αὐτοῦ πρός τό ὕφος. Ποιεῖται οὕτως τρίς, καί οἱ σύν αὐτῶ ὁμοίως· καί ὁ λαός τό «Κύριε ἐλέησον» μέ φωνᾶς ἀδιαλείπτως. Καί τότε ἐν τῷ εἰσελθεῖν ὁ Πατριάρχης εἰς τόν Ἅγιον Τάφον καί οἱ μετ’ αὐτοῦ, πίπτει ἐπί πρόσωπον τρίς καί δεηθῆ καί παρακαλεῖ περί ἑαυτοῦ τέ καί τοῦ λαοῦ καί τότε ἄψει ἐκ τοῦ Ἁγίου Τάφου τό ἅγιον φῶς καί δίδει εἰς τόν ἀρχιδιάκονον, καί ὁ ἀρχιδιάκων τῷ λαῶ· καί μετά τοῦτο εὐγένει ὁ Πατριάρχης καί οἱ σύν αὐτῶ, ψάλλοντες στιχηρόν ἤχου α’. Εὐθύς λιτή εἰς τόν Ἅγιον Κωνσταντῖνον. Φωτίζου φωτίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ…» (77).

Σχετικά τώρα μέ τά πολλά ἀναγνώσματα πού λέγονταν στόν Ἑσπερινό του Μεγάλου Σαββάτου, ἄλλοτε πρίν τό βάπτισμα, ἄλλοτε μετά καί ἄλλοτε κατά τή διάρκεια τῆς τέλεσής του (78), εἴδαμε ὅτι ἡ διαμόρφωσή των εἶχε ἀρχίσει ἀπό παλαιότερα. Τό πρῶτο ὅμως κείμενο στό ὁποῖο διασώζεται ἡ πλήρης σειρά αὐτῶν τῶν περικοπῶν ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη εἶναι τό «Ἀρμένικο Τυπικό». Μετά ἀπό κάθε ἀνάγνωσμα διαβαζόταν μία εὐχή καί γινόταν γονυκλισία. Μετά τό τελευταῖο κείμενο ἀπό τόν προφήτη Δανιήλ γιά τούς τρεῖς παῖδες ὁ Ἐπίσκοπος εἰσόδευε τούς νεοφώτιστους στό καθολικό του Ναοῦ γιά τήν τέλεση προφανῶς τῆς θείας Λειτουργίας (79). Τά κείμενα αὐτά ἦταν α) Γέν. 1,13,24, β) Γέν. 22, 18, γ) Ἔξοδ. 12,1-24. δ) Ἰωνά 1,1-4,11, ε) Ἔξοδ. 14,24-15,21 στ) Ἡσ. 60,1-13, ζ) Ἰώβ 38,1-28, η) Δ’ Βασ. 2, 1-29, θ) Ἱερ. 31,31-4, ι) Ἰησοῦ Ναυή 1,1-9, ια) Ἰεζεκ. 37, 1-14 καί ιβ) Δᾶν. 3,1-90.

Τά ἀναγνώσματα τοῦ «Μεγάλου Λεξιοναρίου τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων» (80) καί τοῦ «Ἱεροοολυμιτικοῦ Κανό ναρίου» τοῦ Ζ’ αἰώνα εἶναι τά ἴδια (81) μέ μικρές μόνο παραλλαγές. Ἡ ἀνάγνωσή των δέν φαίνεται ὅτι γινόταν κατά τή διάρκεια τῆς βαπτίσεως τῶν φωτιζομένων. Ἀντιθέτως στό «Τυπικό της Ἀναστάσεως» τά ἀναγνώσματα εἶναι δεκαπέντε, τά ἴδια μ’ αὐτά πού ὑπάρχουν μέχρι σήμερα στό Τριώδιο (82), διαβάζονται πρίν τή Βάπτιση τῶν φωτιζομένων καί ὁρισμένα ἀπό αὐτά ἔχουν προκείμενα τά ὁποῖα ψάλλονται ἀντιφωνικά (83).

Τά δύο μεταγενέστερα Τυπικά της Ἱεροσολυμιτικῆς Λατρείας, δηλαδή τό «Κανονάριο» τοῦ Ζ’ αἰώνα καί τό «Τυπικό της Ἀναστάσεως» τοῦ IB ‘ αἰώνα, μᾶς δίδουν ἐνδιαφέροντα στοιχεῖα τόσο γιά τήν ὑμνογραφία τῆς ἑορτῆς, ὅσο καί γιά ἄλλες πτυχές τῆς τάξεως τῆς πασχαλίου ἀκολουθίας πού δυστυχῶς στήν πορεία τῶν αἰώνων ἀλλοιώθηκαν.

Ἔτσι, στό πρῶτο κείμενο μαρτυρεῖται τό Στιχηρό τοῦ Ἑσπερινοῦ « Φωτίζου, φωτίζου Ἱερουσαλήμ », ἡ ὑπακοή « Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε…» κατά τήν εἴσοδο τῶν νεοφώτιστων στήν ἐκκλησία γιά τήν ἔναρξη τῆς θείας Λειτουργίας, τό «Χριστός Ἀνέστη ἐκ νεκρῶν » μετά τήν ἔναρξη τῆς θείας Λειτουργίας καί πρίν τά ἀναγνώσματα καί τά τροπάρια «Κύριε, ὥσπερ νεκρός ἐν τάφω» καί «Ὁ ἄγγελός σου, Κύριε» στόν Ὄρθρο τοῦ Πάσχα (84).

Στό Τυπικό της Ἀναστάσεω ς ὁ ἑσπερινός κατά τήν παννυχίδα τοῦ Πάσχα ψάλλεται « ὄπισθέν του Ἁγίου Τάφου ἐν γαληνότητι », ἐνῶ προηγουμένως κατά τήν ἐνάτην ὥρα «καταβαίνει ὁ Πατριάρχης σύν τῷ κλήρω ἀλλαγμένοι ἄσπρα εἰς τήν Ἁγίαν Ἀνάστασιν». Μνημονεύονται τά στιχηρά ἀναστάσιμα στό «Κύριε ἐκέκραξα», «Τάς ἐσπερινᾶς ἡμῶν εὐχᾶς…» κ.λπ., τό  φωτίζου φωτίζου ἡ νέα Ἱερουσαλήμ » στή Λιτή, καί τά Ἀπόστιχα «Φῶς ἑσπερινόν ἐπέλαμψεν τοῖς ἐν σκότει πάοιν…», «Ἔλαμψεν «ἡμῖν ἡ πάμφωτος καί σεπτή ἑσπέρα…» καί « Ἱερουσαλήμ, φαιδρύνθητι· ἡ Σιῶν, εὐφραίνου…».

Ἀπό τήν πλούσια ὑμνογραφία πού διασώζει τό τυπικό αὐτό μνημονεύουμε ἀκόμη τά στιχηρά πού ψάλλονται εἰς τά ἅγια, ἀντί τοῦ χειρουβικοῦ, «τῆς λαμπρᾶς καί ἔνδοξου ἐορτασίμου ἀναστάσεως…», καί β) «Ἐξηγέρθης, Χριστέ, ἐκ τοῦ μνήματος…», ἐπίσης τόν Κανόνα «Ἀναστάσεως ἡμέρα…», ποίημα Ἰωάννου τοῦ Δαμασκηνοῦ, καί τό Κοινωνικόν «Ἄγγελοι, σκτιρτήσατε, ἀγαλλιάσθε, γηγενεῖς…» σέ ἦχο πλ. α’ (85).

Ὡς ξεχωριστά χαρακτηριστικά της ἀκολουθίας τοῦ Πάσχα, ὅπως τήν περιγράφει το ὡς ἄνω Τυπικό, μποροῦμε νά ἐπισημάνουμε

α) τόν τρόπο ἁφῆς τοῦ ἁγίου φωτός κατά τόν Ἑσπερινό της νύκτας τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, στόν ὁποῖον ἤδη ἀναφερθήκαμε,

β) τήν τέλεση τριῶν Λειτουργιῶν κατά τήν ἴδια μέρα, μία στό Ναό τοῦ Ἁγίου Κωνσταντίνου, τή Λειτουργία τοῦ ἁγίου Ἰακώβου ἀπό τόν Πατριάρχη «εἰς τόν Ἅγιον Τάφον, ἔσωθεν, ἐπί τόν ἅγιον λίθον» καί μία τρίτη μετά τόν ὄρθρο τοῦ Πάσχα στήν Ἁγίαν Ἀνάστασιν (86),

γ) τόν λιτανευτικό τρόπο εἰσόδου στό Ναό τῆς Ἀναστάσεως γιά τήν ἀκολουθία τοῦ ὄρθρου, τοῦ Πατριάρχη καί ὅλου του κλήρου ἐνδεδυμένων μέ «στολία λευκά» (87), τοῦ πρωτοπαπᾶ ἐκφωνοῦντος τό «Δόξα τή ἁγία καί ὁμοουσίω καί ζωοποιῶ τριάδι…» καί τοῦ Πατριάρχου λέγοντος «φωνή λαμπρά» το «Ἀναστάσεως ἡμέρα [καί ἡ ἀρχή δεξιά…]» (88). Τήν ὥρα ἐκείνη ἀκούγεται μπροστά στή Βασιλική Πύλη τῆς Ἁγίας Ἀναστάσεως τό « Χριστός Ἀνέστη…» ψαλλόμενο μέ στίχους πολλές φορές. «Εὐθύς ἀνοίγονται καί εἰσελεύσεται ὁ Πατριάρχης σύν τῷ κλήρω εἰς τόν ναόν, ψάλλοντες τό Χριστός Ἀνέστη…» (89),

δ) τήν ψαλμωδία στιχηρῶν τροπαρίων ἀντί χερουβικοῦ κατά τήν πρώτη Λειτουργία στόν ἅγιο Κωνσταντῖνο τό βράδυ τοῦ Μεγάλου Σαββάτου (90),

ε) τήν ἀνάγνωση τοῦ κατηχητικοῦ λόγου τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου ἀπό τόν ἀρχιδιάκονο «μεγάλη φωνή» στό τέλος τοῦ ὄρθρου τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα (91), καί

στ) τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου τῆς τρίτης Λειτουργίας, μετά δηλαδή τόν Ὄρθρο, ἀπό τόν Πατριάρχη «ἐν τῷ συνθρόνω αὐτοῦ» καί ἀπό τόν ἀρχιδιάκονο «ἐπί τόν ἄμβωνα· καί εἰ τί λέγει ὁ Πατριάρχης, λέγει αὐτό καί ὁ ἀρχιδιάκονος ἕως τέλους τοῦ Εὐαγγελίου» (92).

Ὅλος αὐτός ὁ περί τήν ἑορτήν τοῦ Πάσχα λειτουργικός πλοῦτος τῶν Ἱεροσολύμων γίνεται ἀκόμη μεγαλύτερος στήν ἐορτολογική παράδοση καί λατρευτική πράξη τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἐκεῖ ὅπου τα τοπικά ἔθιμα ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καί τῶν μεγάλων Πατριάρχων Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου καί Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου συνηνώθησαν μέ παραδόσεις τῆς Ἀντιοχείας καί ἀργότερα τῶν Ἱεροσολύμων. Ἔτσι, λοιπόν, ἑορτή τοῦ Πάσχα ἐτελεῖτο μέ πάσαν λαμπρότητα καί οἱ λαμπάδες πυρός ἐπί Μεγάλου Κωνσταντίνου φώτιζαν ὅλο τόν τόπο κατά τή νύκτα τοῦ Πάσχα· «ὡς λαμπάς ἡμέρας τηλαυγεοτέραν τήν μυστικήν διανυκτέρευσιν ἐπιτελεῖσθαι» (93).

Ἡ αὐτοκρατορική τελετουργία ἔθεσε τή δική της σφραγίδα στή μεγαλοπρέπεια τοῦ Πάσχα μέ τίς δοχές καί τά ἐξαίρετα ἄγνωστα τροπάρια πού ὑμνοῦν τῆς Ἀναστάσεως τό Μυστήριο (94). Λίγο ἀργότερα, τό 10 ὁ αἰώνα, τό ἀσματικό Τυπικό της Ἁγίας Σοφίας Κωνσταντινουπόλεως καταγράφει τήν ἀκολουθία τῆς Ἀναστάσεως μέ τά βαπτίσματα τῶν φωτιζομένων καί τά 15 Παλαιοδιαθηκικά ἀναγνώσματα ἴδια ἀκριβῶς μέ αὐτά τοῦ Τυπικοῦ της Ἀναστάσεως στά Ἱεροσόλυμα (95).

Τό 12 ὁ αἰώνα τό Τυπικό της Παναγίας τῆς Εὐεργέτιδος, τό ὁποῖο ἐπηρέασε κατά πολύ καί τά ἄλλα μοναστηριακά Τυπικά της ἐποχῆς αὐτῆς, δίδει τή δική του εἰκόνα ὅσον ἀφορᾶ τήν ἑορτή τοῦ Πάσχα. Ἐνδεικτικά μόνο μνημονεύομε τό χρόνο ἔναρξης τῆς πασχαλινῆς παννυχίδας (τήν ἡ’ ὥρα τῆς νυκτός, δηλαδή 2 περίπου τά μεσάνυχτα), τήν τελετή τῆς ἁφῆς τοῦ ἁγίου φωτός κατά τόν ἀρχαῖο τρόπο στό νάρθηκα τοῦ Ναοῦ καί ὄχι ὅπως γίνεται σήμερα, καί τή συνήθεια νά γονατίζουν ὅλοι, μέ τό πρῶτο «Χριστός Ἀνέστη», «δοξάζοντες τόν ἀναστάντα Χριστόν» (96).

Λίγους αἰῶνες μετά καί δή κατά τόν 16 ὁ αἰώνα στή λειτουργική πράξη τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας κυριαρχεῖ ἡ ἔντυπη μορφή τοῦ ἀναθεωρημένου «Τυπικοῦ» του Ἁγίου Σάββα (πρώτη ἐκτύπωση 1545), τό ὁποῖο κρατᾶ τήν παλαιό μοναστική τάξη ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀκολουθία τοῦ Πάσχα. «Στήν πραγματικότητα, ἡ ἔμφανιση ἔντυπων λειτουργικῶν κειμένων, καθ’ ὅλη τή διάρκεια τοῦ 16ου αἰώνα, στερέωσε τήν κυριαρχία τῆς μοναστικῆς λειτουργικῆς παράδοσης καί παράλληλα ἐπέφερε ὁμοιομορφία καί ἱερές ἀκολουθίες. Αὐτή ὡστόσο, ἡ ὁμοιομορφία ποτέ δέν ἦταν ἀπόλυτη.Παραλείψεις, συντμήσεις, ποικιλίες καί προσθῆκες ἦταν ἀναπόφευκτες κυρίως στήν ἐνοριακή χρήση. Αὐτή ἡ κατάσταση τῆς σχετικῆς ποικιλίας ὁδήγησε στή δημιουργία τῶν νέων Τυπικῶν του 1838 (Κωνσταντίνου) καί 1888 ( Βιολάκη ), ἐκ τῶν ὁποίων τό δεύτερο ἔπαιξε ἀποφασιστικό ρόλο στή δημιουργία νέου κανόνα γιά τή λειτουργική πράξη» (97).

Ἔτσι, λοιπόν, ἄν συγκρίνει κανείς τή σημερινή τάξη τῆς πασχαλινῆς ἀκολουθίας μέ αὐτήν πού διαμορφώθηκε παλαιότερα καί καταγράφηκε στά λειτουργικά Τυπικά της Παλαιστίνης καί τοῦ Βυζαντινοῦ χώρου θά διαπιστώσει σημαντικότατες ἀλλαγές, προσαρμογές καί διευθετήσεις.

Ὁ νηπιοβαπτισμός, ἡ ἀλλαγή στίς λειτουργικές συνήθειες, οἱ τροποποιήσεις στή νηστεία, ὁ ἐλαττούμενος ἀριθμός κληρικῶν κ.α. (98) ὁδήγησαν στή διάσπαση τῆς παννυχίδας τοῦ Πάσχα. Στό ἕνα μέρος μέ τόν Ἑσπερινό καί τή θεία Λειτουργία τοῦ Μεγάλου Βασιλείου πού μετακινήθηκε τό πρωί τοῦ Σαββάτου, ὡς προεόρτια οὐσιαστικά του Πάσχα καί στό δεύτερο μέρος μέ τό μεσονυκτικό, τήν τελετή τῆς Ἀναστάσεως καί τή θεία Λειτουργία πού στίς ἐνορίες διαρκεῖ ἀπό τίς 11 τό βράδυ μέχρι τίς δύο περίπου μετά τά μεσάνυχτα.

Ὁ ἀριθμός ἐπίσης τῶν 15 ἀναγνωσμάτων κατά τόν Ἑσπερινό του Πάσχα περιορίσθηκαν ἀπό τό Τυπικό του Βιολάκη σέ τρία (Γέν. 1,1-13· Ἰωνά 1-4, Δανιήλ 3,1-56) καί παρελείφθησαν ὅλα τά ἀσματικά στοιχεῖα ἀπό αὐτά. Δημιουργήθηκε ἀκόμη μία ἐνδιάμεση τελετή μεταξύ μεσονυκτικού καί ἄρθρου μέ τήν ἁφή τοῦ φωτός ἀπό τήν ὡραία πύλη (99), τήν ἀδόκιμη ψαλμωδία τοῦ Ζ’ δοξαστικοῦ ἑωθινοῦ « Ἰδού σκό τία καί πρωί…» (100 ), τήν ἀνάγνωση τοῦ Εὐαγγελίου «Ὀψέ Σαββάτων…» παλαιότερα ἀλλά καί στά νεώτερα ἁγιορειτικά Τυπικά ἤ «Διαγενομένου τοῦ σαββάτου…» κατά μεταγενέστερη τάξη πού ἰσχύει καί σήμερα (101), πρίν τήν εἴσοδο κλήρου καί λαοῦ στό Ναό. Ἐπιπλέον ἔγινε ἀλλαγή τῆς θέσης τοῦ ἀσπασμοῦ ἀπό τό τέλος τοῦ Δοξαστικοῦ «Ἀναστάσεως ἡ μέρα…» στήν ἀρχή τοῦ Κανόνα, καθώς καί μετάθεση τῆς ἀνάγνωσης τοῦ Κατηχητικοῦ λόγου τοῦ ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου (ἀπό τά Τυπικά Κωνσταντίνου καί Βιολάκη ) στό τέλος τῆς θείας Λειτουργίας ἀπό τό τέλος τοῦ Ὄρθρου πού εἶναι ἡ σωστή του θέση (102).

Παρά τήν ἐξέλιξη αὐτή τό ἀναστάσιμο μήνυμα τῆς Ἐκκλησίας μέσα ἀπό ὁποιαδήποτε μορφή Ἀκολουθίας, σύντομης ἤ ἐκτενοῦς, γιά τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο εἶναι τό ἴδιο «μέχρι τερμάτων αἰῶνος». Εἶναι ἡ ἐκ θανάτου πρός τήν ζωήν διάβαση τοῦ ἀνθρώπου καί ἡ πρόγευση τῆς χαρᾶς τοῦ ὁριστικοῦ συμποσίου «ἐν τῇ βασιλεία τοῦ Πατρός» (103). Μέσα ἀπό τήν κοινωνία τῶν μυστηρίων τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως γίνεται καθημερινό βίωμα καί ἀπαρχή τῆς ἄλλης βιοτῆς τῆς αἰωνίου.

ΕΙΣ ΤΟΝ ΜΑΚΑΡΙΟΝ ΚΑΙ ΘΕΟΔΕΓΜOΝΑ ΤΑΦΟΝ

 ἱερομ. Ἰουστίνου

 

…Ὦ λίθε στό ἄνοιγμα τοῦ ἱεροσολυμιτικοῦ Τάφου, σάν τόν λίθο στό ἄνοιγμα τοῦ βαβυλωνιακοῦ λάκκου! Στή Βαβυλώνα ἔριξαν τόν Δανιήλ στόν λάκκο τῶν λεόντων «καί ἤνεγκαν λίθον καί ἐπέθηκαν ἐπί τό στόμα τοῦ λάκκου, καί ἐσφραγίσατο ὁ Βασιλεύς ἐν τῷ δακτυλίῳ αὐτοῦ»(Δαν. 6. 17). Στήν Ἱερουσαλήμ ἀφοῦ προσκύλισαν «λίθον μέγαν τῇ θύρᾳ τοῦ μνημείου …ἠσφαλίσαντο τόν τάφον σφραγίσαντες τόν λίθον μετά τῆς κουστωδίας» (Ματθ. 27.60. 66) τοῦ Ρωμαίου ἑκατόνταρχου πού ἔφερε στή χλαμύδα του τά σύμβολα καί τήν προσωπογραφία τοῦ βασιλιᾶ του.

Στή Βαβυλώνα ἔβαλαν τόν Δανιήλ ζωντανό στόν λάκκο σάν σέ τάφο, γιά νά μή βγεῖ ποτέ ἀπό κεῖ, παρά μόνο σάν ὑπολείμματα, ἀποφάγια θηρίων. Στήν Ἱερουσαλήμ ἔβαλαν τόν προκαταγγελμένο ἀπό τόν Δανιήλ – εἶναι ὁ «ὡς υἱός ἀνθρώπου» (7.13). Τόν ἔβαλαν νεκρό στόν Τάφο σάν σέ λάκκο, γιά νά μή βγεῖ ποτέ ἀπό κεῖ παρά μόνο σάν λείψανα τῆς φθορᾶς, ἀποφάγια τοῦ ἀρχαίου δράκοντα καί θηρίου, τοῦ θανάτου. Ὡστόσο γελάσθηκαν ἐπειδή δέν ἔβαλαν «υἱόν ἀνθρώπου» ἀλλά ἔβαλαν «ὡς υἱόν ἀνθρώπου». δηλ. κάποιον σάν γιό ἀνθρώπου, Θεό πού ἐνανθρώπησε, πλήν δέν ἄφησε τή θεότητα! Γι᾽ αὐτό καί βγῆκε θριαμβευτής, ζωντανός καθώς πρίν ὁ Δανιήλ.

Ὦ λίθε τοῦ Τάφου τοῦ Ἰησοῦ, μοιάζεις καί δέν μοιάζεις μέ τόν λίθο τοῦ τάφου τοῦ φίλου Του τετραήμερου. Μοιάζεις: Σκέπασες ἐπίσης νεκρό, ἀποκυλίσθηκες ἐπίσης. Δέν μοιάζεις: Σύ σκέπασες «νεκρό» Θεό, καί ἀκόμη ἀποκυλίσθηκες παράδοξα. Στήν ἀποκύληση τοῦ τετραήμερου λίθου ὑπούργησαν ἄνθρωποι, τοῦ τριήμερου ἄγγελοι. «Χωρίς δέ πάσης ἀντιλογίας» φυσικά εἶναι καί τά δύο, μιά πού ἐκ φύσεως «τό μεῖζον ὑπό τοῦ ἐλάττονος» ὑπουργεῖται (πρβλ. Ἑβρ. 7.7). Ὑπηρετεῖται δηλ. κανείς ἀπό ἴσους ἤ κατώτερούς του, ἐκτός ἀπό τήν ἐξαίρεση τοῦ θείου ἐλέους καί τῶν ὀργάνων του, τοῦ Κυρίου καί τῶν ἀγγέλων πού φροντίζουν γιά τή σωτηρία μας. Λοιπόν στόν πρῶτον λίθο, τόν βηθανικό, ὑπούργησαν ἄνθρωποι, στόν δεύτερο, τόν σιωνικό, ἄγγελος καί ἀρχάγγελος, ὥστε νά ἐμφανισθεῖ ὁ «παῖς Κυρίου», ὁ Μεσσίας, ὡς «μεγάλης βουλῆς ἄγγελος» (Ἡσ. 9.6), τῆς βουλήσεως τῆς Ἁγ. Τρίαδος περί οἰκουμενικῆς σωτηρίας ἐκ Πατρός δι᾽ Υἱοῦ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι. Συνέχεια

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι παράδεισος.

Ἰσαάκ τοῦ Σύρου

Ἡ ἀγάπη εἶναι καρπὸς προσευχῆς.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἔρχεται μέσα μας ἀπὸ τὴ συνομιλία μαζί του.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι παράδεισος.

1. Παράδεισος εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Μέσα σ’ αὐτὴν ὑπάρχει ἡ τρυφὴ ὅλων τῶν μακαρισμῶν. Σ’ αὐτὸν τὸν παράδεισο ὁ μακάριος Παῦλος τράφηκε μὲ ὑπερφυσικὴ τροφή. Καὶ ἀφοῦ γεύθηκε ἐκεῖ τὸ ξύλο τῆς ζωῆς, ἔκραξε λέγοντας: «αὐτὰ πού μάτι δὲν τὰ εἶδε, οὔτε αὐτὶ τὰ ἄκουσε, κι οὔτε πού τὰ ‘βαλε ὁ λογισμὸς τοῦ ἀνθρώπου, ὅσα ἑτοίμασε ὁ Θεὸς γιὰ κείνους πού τὸν ἀγαποῦν» (Α΄ Κορ. 2, 9). Ἀπὸ αὐτὸ τὸ ξύλο τῆς ζωῆς ἐμποδίστηκε ὁ Ἀδὰμ μὲ τὴ συμβουλὴ τοῦ διαβόλου.

Τὸ ξύλο τῆς ζωῆς εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀπὸ τὴν ὁποία ἐξέπεσε ὁ Ἀδὰμ καὶ δὲν μπόρεσε πιὰ νὰ χαρεῖ, παρὰ δούλευε καὶ ἔχυνε τὸν ἱδρῶτα του στὴ γῆ τῶν ἀγκαθιῶν. Ὅσοι στερήθηκαν τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, δηλ. τὸν παράδεισο, τρῶνε μὲ τὴν ἐργασία τους, μέσα στ’ ἀγκάθια, τὸ ψωμὶ τοῦ ἱδρῶτα καὶ ἂν ἀκόμη βαδίζουν στὸν ἴσιο δρόμο τῶν ἀρετῶν. Εἶναι τὸ ψωμὶ πού ἐπέτρεψε ὁ Θεὸς στὸν πρωτόπλαστο νὰ φάει μετὰ τὴν ἔκπτωσή του. Μέχρι νὰ βροῦμε λοιπὸν τὴν ἀγάπη, ἡ ἐργασία μας εἶναι στὴ γῆ τῶν ἀγκαθιῶν καὶ μέσα σ’ αὐτὰ σπέρνουμε καὶ θερίζουμε, κι ἂς εἶναι ὁ σπόρος μας σπόρος δικαιοσύνης. Συνέχεια, λοιπόν, μᾶς κεντᾶνε τὰ ἀγκάθια καί, ὅσο καὶ νὰ δικαιωθοῦμε, ζοῦμε μέσα σ’ αὐτὰ μὲ τὸν ἱδρῶτα τοῦ προσώπου μας.

Ὅταν ὅμως μέσα στὸν ἔμπονο καὶ δίκαιο ἀγώνα μας, βροῦμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τρεφόμαστε μὲ οὐράνιο ἄρτο καὶ δυναμώνουμε, χωρὶς νὰ ἐργαζόμαστε μὲ ἀγωνία καὶ χωρὶς νὰ κουραζόμαστε, ὅπως οἱ χωρὶς ἀγάπη ἄνθρωποι. Ὁ οὐράνιος ἄρτος εἶναι ὁ Χριστός, πού ἦρθε κάτω σὲ μᾶς ἀπὸ τὸν οὐρανὸ καὶ δίνει στὸν κόσμο τὴν αἰώνια ζωή. Καὶ αὐτή ἡ ζωὴ εἶναι ἡ τροφὴ τῶν ἀγγέλων.

Ὅποιος βρῆκε τὴν ἀγάπη, κάθε μέρα καὶ ὥρα τρώγει τὸν Χριστὸ κι ἀπὸ αὐτὸ γίνεται ἀθάνατος (Ἰω. 6, 5 8) . Διότι «ὁ τρώγων -λέει- ἀπὸ τὸν ἄρτο πού ἐγὼ θὰ τοῦ δώσω, ποτὲ (“εἰς τὸν αἰώνα”) δὲν θὰ πεθάνει». Μακάριος λοιπὸν εἶναι ἐκεῖνος πού τρώγει ἀπὸ τὸν ἄρτο τῆς ἀγάπης, πού εἶναι ὁ Ἰησοῦς. Ὅτι, βέβαια, αὐτὸς πού τρώγει ἀπὸ τὴν ἀγάπη, τρώγει τὸν Χριστό, τὸν Θεὸ τῶν πάντων, τὸ μαρτυρεῖ ὁ ἀπόστολος Ἰωάννης, ὅταν λέει ὅτι «Ὁ Θεὸς εἶναι ἀγάπη» (Α΄ Ἰω. 4, 8). Λοιπὸν ὅποιος ζεῖ στὴν ἀγάπη, λαμβάνει ἀπὸ τὸν Θεὸ ὡς καρπὸ τὴ ζωὴ καὶ σ’ αὐτὸ τὸν κόσμο ὀσφραίνεται ἀπὸ τώρα ἐκεῖνο τὸν ἀέρα τῆς ἀνάστασης, στὸν ὁποῖο ἐντρυφοῦν οἱ κοιμηθέντες δίκαιοι.

Ἡ ἀγάπη εἶναι τὸ δεῖπνο τῆς βασιλείας τὸν Θεοῦ. Συνέχεια

Γιά τήν μνησικακία

 Ἀββᾶ Δωροθέου

Ἕνας ἀπό τούς Πατέρες, ὁ Εὐάγριος, εἶπε ὅτι οἱ μοναχοί δέν πρέπει νά ὀργίζονται ἤ νά στενοχωροῦν κανέναν. Καί πάλι εἶπε: Ἄν κάποιος χαλιναγωγήσει τό θυμό, χαλιναγωγεῖ τούς δαίμονες. Ἄν ὅμως ἔχει νικηθεῖ ἀπ’ αὐτό τό πάθος, εἶναι τελείως ξένος ἀπό τή μοναχική ζωή[1] καί ἄλλα σχετικά. Τί λοιπόν πρέπει νά ποῦμε ἐμεῖς γιά τόν ἑαυτό μας, πού δέν σταματᾶμε μόνο στό θυμό καί στήν ὀργή, ἀλλά πολλές φορές φτάνουμε καί μέχρι τή μνησικακία; Τί ἄλλο, παρά τό νά πενθήσουμε γι’ αὐτή τήν ἐλεεινή καί ἀπάνθρωπη κατάστασή μας. Ἄς κρατήσουμε λοιπόν ἄγρυπνα τά μάτια τῆς ψυχῆς καί τοῦ σώματος, ἀδελφοί μου, καί ἄς βοηθήσουμε¸‘μετά Θεόν’ τούς ἑαυτούς μας, γιά νά γλυτώσουμε ἀπό τήν πίκρα αὐτοῦ τοῦ καταστρεπτικοῦ πάθους. Γιατί συμβαίνει πολλές φορές νά βάζει κανείς μετάνοια στόν ἀδελφό του -ὅταν φυσικά ψυχρανθοῦν ἤ στενοχωρηθοῦν μεταξύ τους- καί νά παραμένει καί μετά τή μετάνοια λυπημένος καί ἔχοντας λογισμούς ἐναντίον του.

Δέν πρέπει αὐτός πού πολεμιέται ἀπό τούς λογισμούς ν’ ἀδιαφορήσει γιά τό θέμα, ἀλλά ἀμέσως νά τούς σταματήσει. Γιατί αὐτό εἶναι μνησικακία. Καί εἶναι ἀνάγκη νά προσέξει μέ ἄγρυπνη φροντίδα, νά μετανοήσει, ν’ ἀγωνιστεῖ, ὅπως εἶπα, γιά νά μήν μείνει πολύ καιρό μ’ αὐτούς τούς λογισμούς καί κινδυνεύσει. Γιατί μέ τό νά βάλει μετάνοια, ἁπλῶς συμμορφώνεται σέ μιά πρακτική ἐντολή καί προσωρινά ἀντιμετωπίζει τό θέμα τῆς ὀργῆς, ἀλλά δέν κάνει κανέναν ἀγώνα ἐναντίον τῆς μνησικακίας. Γι’ αὐτό καί παραμένει ἔχοντας τή λύπη ἐναντίον τοῦ ἀδελφοῦ του. Γιατί εἶναι ἄλλο πράγμα ἡ μνησικακία, ἄλλο ἡ ὀργή, ἄλλο ὁ θυμός καί ἄλλο ἡ ταραχή[2].

 Καί σᾶς λέω ἕνα παράδειγμα, γιά νά καταλάβετε. Αὐτός πού ἀνάβει φωτιά, στήν ἀρχή ἔχει λίγη θράκα. Θράκα εἶναι ὁ πικρός λόγος τοῦ ἀδελφοῦ πού τόν λύπησε. Δές, ἡ θράκα ἔχει λίγη δύναμη. Γιατί, τί εἶναι μιά λεξούλα τοῦ ἀδελφοῦ σου; Ἄν τήν ὑποφέρεις ἔσβησες τή θράκα. Ἄν ὅμως ἀρχίσεις νά σκέπτεσαι: ‘Γιατί μοῦ τό ’πε; Καί ἐγώ μπορῶ νά τοῦ ἀπαντήσω. Ἄν δέν ἤθελε νά μέ στενοχωρήσει, δέν θά μοῦ τό ’λεγε. Καί, πιστέψτε με, θά τόν κανονίσω ἐγώ!’ Νά, ἔτσι βάζεις μικρά ξυλαράκια ἤ κάποιο ἄλλο προσάναμμα, ὅπως ἀκριβῶς κάνει αὐτός πού θέλει ν’ ἀνάψει φωτιά, καί γεμίζεις τόν τόπο μέ καπνό, πού εἶναι ἡ ταραχή. Ταραχή εἶναι ὁ ἀναβρασμός ἐμπαθῶν καί ἀτάκτων σκέψεων, πού ξεσηκώνουν τήν καρδιά καί τήν κάνουν ἐπιθετική κατά τοῦ πλησίον. Αὐτή δέ ἡ ἐπιθετική διάθεση κατά τοῦ ἀνθρώπου πού μᾶς στενοχώρησε, πολλές φορές παίρνει καί χαρακτήρα ἀπειλητικό, γιατί γίνεται καί ἐκδικητική, ὅπως ἀκριβῶς εἶπε καί ὁ ἀββᾶς Μάρκος: ‘Ἡ κακία πού γίνεται δεκτή μέ τό λογισμό, κάνει τήν καρδιά θυμώδη καί ἀπειλητική, ἐνῶ ὅταν πολεμηθεῖ μέ τήν προσευχή καί τήν ἐλπίδα προκαλεῖ μετάνοια καί συντριβή’[3]. Συνέχεια

Γιά τό πνεῦμα τῆς ὑπερηφανίας

 Ὁ Ἀββᾶς Κασσιανός,

pagonia[1]Κεφάλαιο 1· ῾Η ὄγδοη μάχη μας δίνεται ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς ὑπερηφάνειας· ποιά εἶναι τά γνωρίσματά του.

 ῾Ο ὄγδοος καί τελευταῖος ἀγώνας μας εἶναι ἐναντίον τοῦ πνεύματος τῆς ὑπερηφάνειας. Τό πάθος αὐτό, ἄν καί εἶναι τό τελευταῖο ἀπό τά ὀκτώ βασικότερα πάθη, ἐντούτοις κατά τήν προέλευση καί ἀρχαιότητά του καταλαμβάνει τήν πρώτη θέση. ῾Η ὑπερηφάνεια εἶναι ἀνήμερο θηρίο καί τό φοβερότερο ἀπό ὅλα τά ἄλλα, γιά τά ὁποῖα ἔχουμε ἤδη μιλήσει. Αὐτό ἐπιτίθεται κυρίως στούς προχωρημένους στήν ἀρετή καί γίνεται διπλάσια βίαιο πρός ἐκείνους πού ἔχουν σχεδόν ἐγγίσει τήν τελειότητα.

 Κεφάλαιο 2· ῾Υπάρχουν δύο εἴδη ὑπερηφάνειας.

 ῾Υπάρχουν δύο εἴδη ὑπερηφάνειας. Τό ἕνα εἶδος χτυπᾶ, ὅπως ἔχουμε ἤδη πεῖ, τούς προχωρημένους πνευματικά μοναχούς, καί τό ἄλλο ἐπιτίθεται ἐναντίον τῶν ἀρχαρίων καί τῶν φιλόυλων μοναχῶν. ῎Αν καί στίς δύο περιπτώσεις ἡ ψυχή ἐπαναστατεῖ, μέ ἐπικίνδυνη ἔξαρση καί παραφορά, ἐναντίον τοῦ Θεοῦ καί ταυτόχρονα ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων, ἐντούτοις τό πρῶτο εἶδος ὑπερηφάνειας στρέφεται περισσότερο ἐναντίον τοῦ Θεοῦ, ἐνῶ τό δεύτερο περισσότερο ἐναντίον τῶν ἀνθρώπων. Μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, στό τέλος αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου, θά πραγματευθοῦμε, ὅσο μᾶς εἶναι δυνατόν, τήν προέλευση καί τή θεραπεία αὐτοῦ τοῦ δεύτερου εἴδους ὑπερηφάνειας. Πρῶτα ὅμως θά πρέπει νά μιλήσουμε μέ συντομία γιά τό πρῶτο εἶδος, τό ὁποῖο, ὅπως ἔχουμε ἤδη πεῖ, πλήττει κυρίως τούς τέλειους μοναχούς.

 Κεφάλαιο 3· Τό πάθος τῆς ὑπερηφάνειας καταστρέφει ὅλες τίς ἀρετές.

 Δέν ὑπάρχει ἄλλο πάθος πού νά ἀμαυρώνει ὅλες τίς ἀρετές καί νά ἀπογυμνώνει ἐντελῶς τόν ἄνθρωπο ἀπό κάθε πνευματική καρποφορία, ὅσο ἡ ὑπερηφάνεια. ῾Η ὑπερηφάνεια εἶναι σάν μιά λοιμώδη καί μεταδοτική ἀρρώστια. Αὐτή δέν περιορίζεται στό νά μολύνει ἕνα μόνο μέλος τοῦ σώματος, ἀλλά προκαλεῖ τή φθορά ὅλου τοῦ σώματος καί παρασύρει σέ ὁλοκληρωτική καταστροφή αὐτούς πού ἔχουν ἤδη φθάσει στήν κορυφή τῆς ἀρετῆς. Τό καθένα ἀπό τά ἄλλα πάθη περιορίζεται στό νά πετύχει τόν ἰδιαίτερο στόχο του καί, παρόλο πού ἀλλοιώνει ταυτόχρονα καί τίς ἄλλες ἀρετές, ἐντούτοις στοχεύει κυρίως σέ μιά ἀρετή, στήν ὁποία ἐπιτίθεται σκληρά καί τήν ὁποία πλήττει ἰδιαίτερα.

 ῎Ας ἀναφέρουμε ὅμως μερικά παραδείγματα, γιά νά γίνει περισσότερο κατανοητό αὐτό πού λέμε. ῾Η γαστριμαργία ἤ ἡ λαιμαργία, γιά παράδειγμα, ἀλλοιώνει τήν αὐστηρότητα καί τήν ἀκρίβεια τῆς ἐγκράτειας. ῾Η ἀκολασία μολύνει τήν ἀρετή τῆς ἁγνότητας. ῾Ο θυμός καταστρέφει τούς καρπούς τῆς ὑπομονῆς. Μπορεῖ λοιπόν νά συμβεῖ, ὥστε νά ἔχει κανείς παρασυρθεῖ ἀπό ἕνα πάθος, ἀλλά νά μήν τοῦ λείπουν ἐντελῶς οἱ ἄλλες ἀρετές. ᾿Ενδέχεται δηλαδή νά στερεῖται μόνο τήν ἀρετή ἐκείνη, ἡ ὁποία ἔχει πληγεῖ ἀπό τό ἀντίθετό της πάθος, ἐναντίον τοῦ ὁποίου δέν ἀντιστάθηκε ὁ ἄνθρωπος, ὅπως καί ὅσο θά ὄφειλε νά κάνει. ῞Οσο γιά τίς ἄλλες ἀρετές, αὐτές μπορεῖ νά τίς διατηρήσει ἐν μέρει. ῞Οταν ὅμως,καταληφθεῖ ὁ νοῦς ἀπό τήν ὑπερηφάνεια, τότε αὐτή, σάν βίαιος καί ἀδίστακτος τύραννος, καταστρέφει καί ἐρημώνει πέρα γιά πέρα ὅλη τήν πόλη, ἐφόσον ἔχει ἤδη καταλάβει τό πιό ψηλό κάστρο της. Τότε ἰσοπεδώνει καί ὑποβιβάζει στό ἀπεχθές ἐπίπεδο τῶν παθῶν τά πανύψηλα ἐκεῖνα κάστρα τῶν ἀρετῶν. Καί δέν ἐπιτρέπει στό ἑξῆς νά παραμείνει στήν ψυχή οὔτε καί τό ἐλάχιστο ἴχνος ἐλευθερίας. ῞Οσο πιό πλούσια ἦταν πρίν ἡ ψυχή, τόσο περισσότερο θά ἐρημωθεῖ καί θά συντριβεῖ κάτω ἀπό τό βαρύ ζυγό τῆς δουλείας της. ῾Η ὑπερηφάνεια, μ᾿ ἄλλα λόγια, ἀπογυμνώνει ἀλύπητα τήν ψυχή, ἀφαιρώντας της ὅλες τίς ἀρετές πού αὐτή κατεῖχε. Συνέχεια

Περὶ δειλίας

 Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης

1.Ὅποιος ἐργάζεται τὴν ἀρετὴ σὲ Κοινόβιο ἢ σὲ συνοδία, δὲν εἶναι συνηθισμένο νὰ πολεμῆται ἀπὸ τὴν δειλία. Ἐκεῖνος ὅμωςπού εὑρίσκεται σὲ αἠσυχαστικώτερους τόπους, ἂς ἀγωνίζεται μήπως καὶ τὸν κυριεύση τὸ γέννημα τῆς κενοδοξίας καὶ ἡ θυγατέρα τῆς ἀπιστίας, δηλαδὴ ἡ δειλία.

2. Ἡ δειλία εἶναι νηπιακὴ συμπεριφορὰ μιᾶς ψυχῆς πού ἐγήρασε στὴν κενοδοξία. Ἡ δειλία εἶναι ἀπομάκρυνσις τῆς πίστεως, μὲ τὴν ἰδέα ὅτι ἀναμένονται ἀπροσδόκητα κακά.

3. Ὁ φόβος εἶναι κίνδυνος ποὺ προμελετᾶται. Ἢ διαφορετικά, ὁ φόβος εἶναι μία ἔντρομη καρδιακὴ αἴσθησις,πού συγκλονίζεται καὶ ἀγωνιᾶ ἀπὸ ἀναμονὴ ἀπροβλέπτων συμφορῶν. Ὁ φόβος εἶναι μία στέρησις τῆς ἐσωτερικῆς πληροφορίας. Ἡ ὑπερήφανη ψυχὴ εἶναι δούλη τῆς δειλίας˙ ἔχοντας πεποίθησι στὸν ἑαυτόν της καὶ ὄχι στὸν Θεόν, φοβεῖται τοὺς κρότους τῶν κτισμάτων καὶ τὶς σκιές.

4. Ὅσοι πενθοῦν καὶ ὅσοι καταπονοῦνται χωρὶς νὰ ὑπολογίζουν κόπους καὶ πόνους, δὲν ἀποκτοῦν δειλία. Πολλὲς φορὲς ὅσοι ὑποκύπτουν στὴν δειλία χάνουν τὸ μυαλό τους. Καὶ εἶναι φυσικὸ αὐτό, διότι εἶναι δίκαιος Ἐκεῖνοςπού ἐγκαταλείπει τοὺς ὑπερήφανους, ὥστε καὶ οἱ ὑπόλοιποι νὰ μάθουμε νὰ μὴ ὑψηλοφρονοῦμε.

5. Ὅλοι ὅσοι φοβοῦνται εἶναι κενόδοξοι, ἀλλ΄ ὅμως ὅλοι ὅσοι δὲν φοβοῦνται δὲν σημαίνει ὅτι εἶναι ταπεινόφρονες, ἀφοῦ καὶ οἱ λησταὶ καὶ οἱ τυμβωρύχοι δὲν ὑποκύπτουν εὔκολα στὴ δειλία.

6. Σὲ ὅποιους τόπους συνηθίζεις νὰ φοβῆσαι, μὴ διστάζης νὰ πηγαίνης, ὅταν ἀκόμη δὲν ἔχη ξημερώσει. Ἐὰν δείξεις κάποια χαλαρότητα στὸ σημεῖο αὐτό, τότε θὰ γηράση μαζί σου τὸ νηπιακὸ καὶ ἀξιογέλαστο τοῦτο πάθος. Ἐνῶ βαδίζεις πρὸς τὰ ἐκεῖ ὁπλίζου μὲ τὴν προσευχή. Μόλις φθάσης σ΄ ἐκείνους τοὺς τόπους, ἀνύψωσε τὰ χέρια σου. Μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ μάστιζε τοὺς ἐχθρούς, διότι δὲν ὑπάρχει οὔτε στὸν οὐρανὸ οὔτε στὴν γῆ ἰσχυρότερο ὅπλο. Ἀφοῦ ἀπαλλαγῆς ἀπὸ τὴν ἀρρώστεια αὐτή, ἂς ἀνυμνήσης τὸν Λυτρωτή σου˙ διότι ἐὰν τὸν εὐγνωμονῆς, θὰ σὲ σκεπάζη παντοτινά.

7. Ποτὲ δὲν μπορεῖς διὰ μιᾶς νὰ γεμίσης τὴν κοιλία. Παρόμοια βέβαια δὲν μπορεῖς διὰ μιᾶς νὰ νικήσης τὴν δειλία. Ὅταν ἔχουμε πολὺ πένθος, θὰ ὑποχωρήση πιὸ γρήγορα˙ ὅταν ὅμως αὐτὸ μᾶς λείπη, θὰ παραμένουμε συνεχῶς δειλοί. «Ἔφριξάν μου τρίχες καὶ σάρκες» εἶπε ὁ Ἐλιφὰζ (Ἰὼβ δ΄ 15), περιγράφοντας τὴν πανουργία τούτου τοῦ δαίμονος. Συνέχεια

Συνοδικό τῆς Ζ’ Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Untitled-1f

Οἱ Προφῆται ὡς εἶδον, οἱ Ἀπόστολοι ὡς ἐδίδαξαν, ἡ Ἐκκλησία ὡς παρέλαβεν, οἱ Διδάσκαλοι ὡς ἐδογμάτισαν, ἡ Οἰκουμένη ὡς συμπεφώνηκεν, ἡ χάρις ὡς ἔλαμψεν, ἡ ἀλήθεια ὡς ἀποδέδεικται, τὸ ψεῦδος ὡς ἀπελήλαται, ἡ σοφία ὡς ἐπαρρησιάσατο, ὁ Χριστὸς ὡς ἑβράβευσεν,

Οὕτω φρονοῦμεν, οὕτω λαλοῦμεν, οὕτω κηρύσσομεν Χριστόν τὸν ἀληθινὸν Θεὸν ἡμῶν, καὶ τοὺς Αὐτοῦ Ἁγίους ἐν λόγοις τιμῶντες, ἐν συγγραφαῖς, ἐν νοήμασιν, ἐν θυσίαις, ἐν Ναοῖς, ἐν Εἰκονίσμασι, τὸν μὲν ὡς Θεὸν καὶ Δεσπότην προσκυνοῦντες καὶ σέβοντες, τοὺς δὲ διὸ τὸν κοινὸν Δεσπότην ὡς Αὐτοῦ γνησίους θεράποντας τιμῶντες καὶ τὴν κατὰ σχέσιν προσκύνησιν ἀπονέμονες.

Αὕτη ἡ πίστις τῶν Ἀποστόλων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Πατέρων, αὕτη ἡ πίστις τῶν Ὀρθοδόξων, αὕτη ἡ πίστις τὴν Οἰκουμένην ἐστήριξεν.

Ἐπὶ τούτοις τοὺς τῆς εὐσεβείας Κήρυκας ἀδελφικῶς τε καὶ πατροποθήτως εἰς δόξαν καὶ τιμὴν τῆς εὐσεβείας, ὑπὲρ ἧς ἀγωνίσαντο, ἀνευφημοῦμεν καὶ λέγομεν: Τῶν τῆς Ὀρθοδοξίας προμάχων εὐσεβῶν Βασιλέων, ἁγιωτάτων Πατριαρχῶν, Ἀρχιερέων, Διδασκάλων, Μαρτύρων, Ὁμολογητῶν, Αἰωνία ἡ μνήμη.

Τούτων τοῖς ὑπὲρ εὐσεβείας μέχρι θανάτου ἄθλοις τε καὶ ἀγωνίσμασι καί διδασκαλίαις παιδαγωγεῖσθαί τε καὶ κρατύνεσθαι Θεὸν ἐκλιπαροῦντες, καὶ μιμητός τῆς ἐνθέου αὐτῶν πολιτείας μέχρι τέλους ἀναδεικνύσθαι ἐκδυσωποῦντες, ἀξιωθείημεν τῶν ἐξαιτουμένων, οἰκτιρμοῖς καὶ χάριτι τοῦ Μεγάλου καὶ Πρώτου Ἀρχιερέως Χριστοῦ τοῦ ἀληθινοῦ Θεοῦ ἡμῶν, πρεσβείαις τῆς ὑπερενδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ ἀειπαρθένου Μαρίας, τῶν θεοειδῶν Ἀγγέλων καὶ πάντων τῶν Ἁγίων.

Γιατὶ νηστεύουμε τὴν Μεγάλη Τεσσαρακοστή

Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

imagesCAVAA2VXΓιὰ πιὸ λόγο νηστεύουμε τὶς σαράντα αὐτὲς ἡμέρες; Τὴν παλαιὰ ἐποχὴ πολλοὶ πιστοὶ προσέρχονταν στὰ μυστήρια χωρὶς καμιὰ προετοιμασία καὶ μάλιστα κατὰ τὴν εποχὴ ποὺ ὁ Χριστὸς τὰ συνέστησε. Ἀντιλαμβανόμενοι οἱ πατέρες τὴν παρακαλούμενη βλάβη ἀπὸ τὴν ἀπροετοίμαστη προσέλευσι, ἀφοῦ συγκεντρώθηκαν καθιέρωσαν σαράντα ἡμέρες νηστείας, προσευχῶν, ἀκροάσεως τοῦ θείου λόγου καὶ συνάξεων, ὥστε, ἀφοῦ καθαρισθοῦμε ὅλοι μας μὲ κάθε ἐπιμέλεια καὶ με προσευχὲς καὶ μὲ ἐλεημοσύνη καὶ μὲ νηστεία καὶ μὲ ὁλονύκτιες παρακλήσεις καὶ μὲ δάκρυα μετανοίας καὶ μὲ ἐξομολόγησι καὶ μὲ ὅλα τὰ ἄλλα, νὰ προσέλθουμε ἔτσι στὴν Θεία Κοινωνία μὲ καθαρὴ κατὰ τὸ δυντὸ συνείδησι.

Καὶ ὅτι μ᾿ αὐτὸ κατώρθωσαν μεγάλα πράγματα, συνηθίζοντας μας μὲ τὴν συγκατάβασι αὐτὴ στὴν νηστεία, γίνεται φανερὸ ἀπὸ τὸ ἑξῆς: ῎Αν ἐμεῖς ὅλο τὸν χρόνο ἐπιμείμουμε νὰ φωνάζουμε καὶ νὰ κηρύσσουμε τὴν νηστεία, κανεὶς δὲν προσέχει στὰ λόγια μας· ἄν ὅμως ἔλθη ὁ καιρὸς τῆς νηστείας τῆς Τεσσαρακοστῆς, τότε, χωρὶς κανεὶς νὰ προτρέπη οὔτε καὶ νὰ συμβουλεύη καὶ ὁ πιὸ νωθρὸς ἀφυπνίζεται καὶ ἀκολουθεῖ τὴν προτροπὴ καὶ τὴν συμβουλή, ποὺ ἐπιβάλλει ὁ καιρός.

 Ἄν λοιπὸν σὲ ρωτήση ὁ Ἰουδαῖος καὶ ὁ εἰδολάτρης, ῾γιὰ ποιὸν λόγο νηστεύεις᾿, μὴ πῆς, ὅτι νηστεύεις γιὰ τὸ Πάσχα ἢ γιὰ τὴν θυσία τοῦ Σταυροῦ, γιατὶ θὰ τοῦ δώσης μεγάλη ἀφορμὴ γιὰ ἀντεκλίσεις. Γιατὶ δὲν νηστεύουμε για τὸ Πάσχα οὔτε γιὰ τον Σταυρό, ἀλλὰ γιὰ τὰ δικά μας ἁμαρτήματα, ἐπειδὴ πρόκειται νὰ προσέλθουμε στὰ μυστήρια· γιατὶ τὸ Πάσχα δὲν εἶναι αἰτία νηστείας οὔτε πένθους, ἀλλ᾿ ὑπόθεσις εὐφροσύνης καὶ χαρᾶς. Γιατὶ ὁ Σταυρὸς συνέτριψε τὴν ἁμαρτία, ἔγινε καθάρσιο τῆς οἰκουμένης, ἔγινε αἰτία συμφιλιώσεως καὶ ἐξαλείψεως τῆς πολυχρόνιας ἔχθρας, ἄνοιξε τὶς πύλες του οὐρανοῦ, ἔκανε τοὺς ἐχθρούς φίλους, ἐπανέφερε στὸν οὐρανό, τοποθέτησε στὰ δεξιὰ τοῦ θρόνου τοῦ Θεοῦ τὴν ἀνθρώπινη φύσι καὶ μᾶς πρόσφερε ἀμέτρητα ἄλλα πνευματικὰ ἀγαθά. Δὲν πρέπει λοιπὸν νὰ πενθοῦμε οὔτε νὰ θλιβώμαστε, ἀλλὰ νὰ ἀγαλλώμαστε καὶ νὰ χαιρώμαστε. Γι᾿ αὐτὸ καὶ ὁ Παῦλος λέγει ̇ «Σὲ μένα ἂς μὴ συμβῆ νὰ καυχηθῶ γιὰ τίποτε ἄλλο, παρὰ μόνο γιὰ τὸν σταυρὸ τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. 6,14). Καὶ πάλι ̇ «Ὁ Θεὸς δείχνει τὴν ἀγάπη του πρὸς ἐμᾶς μὲ τὸ ὅτι, ἂν καὶ ἤμασταν ἁμαρτολοί, ὁ Χριστὸς πέθανε γιὰ μᾶς» (Ρωμ. 5,8). Κάτι παρόμιο λέγει καὶ ὁ Ἰωάννης ̇ «Γιατὶ τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο» (Ἰω. 3,16). Πὲς ὅμως, πῶς; ᾿Αφοῦ ἄφησε κατὰ μέρος ὅλα τὰ ἄλλα, ἀνέφερε τὸν σταυρό. Γιατί, ἀφοῦ εἶπε, «τόσο πολὺ ἀγάπησε ὁ Θεὸς τὸν κόσμο», πρόσθεσε, «ὥστε ἔδωσε τὸν Μονογενῆ Υἱο του νὰ σταυρωθῆ, ὥστε νὰ μὴ χαθῆ ὁ καθένας ποὺ πιστεύη σ᾿ αὐτὸν, ἀλλὰ νὰ ἔχη ζωὴ αἰώνια» (Ἰω. 3,16). Ἂν εἶναι λοιπὸν ὁ Σταυρὸς ἀφορμὴ ἀγάπης καὶ καύχημα, ἂς μὴ λέμε, ὅτι πενθοῦμε γι᾿ αυτόν. Γιατὶ δὲν πενθοῦμε γιὰ ἐκεῖνον – μὴ γένοιτο – ἀλλὰ γιὰ τὰ δικά μας ἁμαρτήμτα. Γι᾿ αυτὸ νηστεύουμε.

 (Κατὰ Ἰουδαίων, Λόγος Γ΄, PG 48,722)

 

Δοξαστικόν Ἑσπερινοῦ Σαββάτου τῆς Τυρινῆς

Ἦχ. πλ. β’

«Ἐκάθισεν Ἀδάμ, ἀπέναντι τοῦ Παραδείσου, καί τήν ἰδίαν γύμνωσιν θρηνῶν ὠδύρετο. Οἴμοι, τόν ἀπάτῃ πονηρᾷ πεισθέντα καί κλαπέντα καί δόξης μακρυθέντα! Οἴμοι, τόν ἁπλότητι γυμνόν, νῦν δέ ἠπορημένον! Ἀλλ᾽ ὦ Παράδεισε, οὐκέτι σου τῆς τρυφῆς ἀπολαύσω, οὐκέτι ὄψομαι τόν Κύριον καί Θεόν μου καί Πλάστην· εἰς γῆν γάρ ἀπελεύσομαι ἐξ ἧς καί προσελήφθην. Ἐλεῆμον, Οἰκτίρμον, βοῶ Σοι· Ἐλέησόν με τόν παραπεσόντα.»

Ἑρμηνεία

Kάθισε ὁ Ἀδάμ ἀπέναντι στόν Παράδεισο καί θρηνώντας τή γύμνωσή του ἔκλαιγε καί ὠδυρόταν. Ἀλίμονο σε μένα πού μ᾽ ἔπεισε μέ ἀπάτη καί ὑπόσχεση ὁ πονηρός καί μέ ᾽κλεψε στερῶντας μου τή πρωτόπλαστη δόξα. Ἀλίμονο σέ μένα, γιατί ἐνῶ ἀπό τήν ἁπλότητα καί ἀκακία μου μποροῦσα νά ᾽μαι γυμνός, τώρα ἀπ᾽ ὅλα εἶμαι στερημένος. Παράδεισε, Παράδεισε, δέν θ᾽ ἀπολαύσω τώρα πλέον τήν τρυφή σου, δέν θά ξαναδῶ πιά τόν Πλάστη, τόν Κύριο καί Θεό μου. Τώρα θά ξαναγυρίσω στή γῆ, στό χῶμα ἀπ᾽ ὅπου εἶμαι πλασμένος. Ἐλεήμονα καί Οἰκτήρμονα Κύριε, σέ Σένα κραυγάζω: Ἐλέησέ με, τόν ταλαίπωρο καί πεσμένο.”

«Πιστεύω, Κύριε, βοήθει μου τῇ ἀπιστίᾳ».

Ἅγιος Τύχων Ζαγκόρσκ

Untitled-1Ἰησοῦ Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησόν με. Νά εἶσαι τροφὴ καὶ ποτὸ τῆς ψυχῆς μου. Νά εἶσαι πηγὴ γιά τή διψῶσα ψυχή μου. Νά εἶσαι τὸ φῶς γιά τη σκοτισμένη ψυχή μου. Νά εἶσαι παρηγοριά μέσα στίς θλίψεις μου. Νά εἶσαι ἀγαλλίαση στή λύπη μου. Νά εἶσαι λύτρωση στήν αἰχμαλωσία μου. Νά εἶσαι εἰρήνη καὶ ἡσυχία ἔναντι τῆς κακῆς συνειδήσεώς μου.

Νά εἶσαι σοφία ἔναντι τῆς ἀφροσύνης μου. Νά εἶσαι προστάτης ἔναντι τῶν συκοφαντῶν μου. Νά εἶσαι δικαιοσύνη ἔναντι τῶν ἁμαρτιῶν μου. Νά εἶσαι ἁγιασμὸς ἔναντι τῆς ἀκαθαρσίας μου. Νά εἶσαι νίκη ἔναντι τῶν ἐχθρῶν μου. Νά εἶσαι ἀσπίδα ἔναντι τῶν διωκόντων με. Νά εἶσαι εἰρηνοποιὸς ἔναντι τοῦ θυμοῦ τοῦ Θεοῦ. Νά εἶσαι θυσία γιά τὶς ἁμαρτίες μου. Νά εἶσαι ἰσχύς μου στήν ἀδυναμία μου. Νά εἶσαι ζωὴ ἔναντι τοῦ θανάτου μου. Νά εἶσαι συμβουλὴ ἔναντι τῆς ἀγνοίας μου.

Νά εἶσαι δύναμη ἔναντι τῆς ἑξαντλήσεώς μου. Νά εἶσαι αἰώνιος Πατὴρ γιά μένα τὸν ὀρφανό. Νά εἶσαι δικαστὴς ἔναντι τῶν ἀδικούντων με. Νά εἶσαι Βασιλιᾶς ἔναντι τῆς διαβολικῆς βασιλείας. Νά εἶσαι ὁδηγὸς στίς ὁδούς μου. Νά εἶσαι ὑπερασπιστής μου τὴν ὥρα τοῦ θανάτου μου. Νά εἶσαι προστάτης μου μετὰ τὸν θάνατό μου. Νά εἶσαι ἡ αἰώνια ζωὴ μου, μετὰ τὴν ἀνάστασή μου.

Ἰησοῦ Υἱὲ Θεοῦ, ἐλέησόν με. «Δὸς δόξαν τῷ ὀνόματί σου», καὶ ἐμοὶ τὴν αἰωνίαν σωτηρίαν. «Μὴ ἡμῖν, Κύριε, μὴ ἡμῖν ἀλλ’ ἢ τῷ ὀνόματί σου δὸς δόξαν». Ἀμήν.

Γιὰ τὴν ἱερὴ καὶ θεοποιὸ προσευχὴ

Ἅγ.Συμεὼν Θεσσαλονίκης

Κεφάλαιο 296

03[1]Αὐτὴ λοιπὸν ἡ θεία προσευχή, ἡ ἐπίκληση τοῦ Σωτήρα μας, τὸ «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱὲ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με», εἶναι καὶ προσευχὴ καὶ εὐχὴ καὶ ὁμολογία τῆς πίστεως· παρέχει τὸ Ἅγιο Πνεῦμα, εἶναι χορηγὸς θείων δωρεῶν, κάθαρση τῆς καρδιᾶς, ἐκδίωξη τῶν δαιμόνων, κατοίκηση μέσα μας τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, πηγὴ πνευματικῶν ἐννοιῶν καὶ θείων λογισμῶν, ἀπολύτρωση ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, θεραπεία τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων, χορηγός τοῦ θείου φωτισμοῦ, βρύση τοῦ ἐλέους τοῦ Θεοῦ, δωρητὴς θείων ἀποκαλύψεων καὶ μυήσεων στὸν ταπεινό, καὶ τὸ μόνο σωτήριο, γιατί ἔχει τὸ σωτήριο ὄνομα τοῦ Θεοῦ μας, ποὺ εἶναι τὸ μόνο ὄνομα ποὺ μᾶς δόθηκε, τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, καὶ δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ σωθοῦμε μὲ κανένα ἄλλο ὄνομα, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος.

Εἶναι ἐν πρώτοις προσευχή, γιατί μὲ αὐτὴ ζητοῦμε τὸ θεῖο ἔλεος. Καὶ εὐχή, γιατί παραδίνουμε τὸν ἑαυτό μας στὸν Χριστὸ μὲ τὴν ἐπίκλησή Του. Καὶ ὁμολογία, γιατί αὐτὸ ὁμολόγησε ὁ Πέτρος καὶ δέχτηκε τὸ μακαρισμὸ τοῦ Κυρίου. Καὶ παρέχει τὸ Πνεῦμα, γιατί κανένας δὲν λέει Κύριο τὸν Ἰησοῦ παρὰ μόνο μὲ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα. Εἶναι καὶ χορηγὸς θείων δωρεῶν, ἀφοῦ γιʼ αὐτὴ τὴν ὁμολογία ὑποσχέθηκε ὁ Χριστὸς στὸν Πέτρο νὰ τοῦ δώσει τὰ κλειδιὰ τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν. Καὶ κάθαρση τῆς καρδιᾶς, γιατί βλέπει καὶ καλεῖ τὸν Θεὸ καὶ καθαίρει αὐτὸν ποὺ Τὸν βλέπει. Καὶ ἐκδίωξη δαιμόνων, γιατί μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἐκδιώχθηκαν καὶ ἐκδιώκονται ὅλοι οἱ δαίμονες. Καὶ κατοίκηση μέσα μας τοῦ Χριστοῦ, γιατί μὲ τὴ θύμησή Του ὁ Χριστὸς εἶναι μέσα μας καὶ μὲ αὐτὴ εἶναι ἔνοικός μας καὶ μᾶς γεμίζει εὐφροσύνη, ὅπως λέει καὶ ὁ Ψαλμωδός: «Θυμήθηκα τὸν Θεὸ καὶ ἐνίωσα εὐφροσύνη». Καὶ πηγὴ πνευματικῶν ἐννοιῶν καὶ λογισμῶν, γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ θησαυρὸς κάθε σοφίας καὶ γνώσεως καὶ τὶς χορηγεῖ σὲ ὅποιους κατοικεῖ. Καὶ ἀπολύτρωση ἀπὸ τὶς ἁμαρτίες, ἐπειδὴ γιʼ αὐτὴ τὴν ὁμολογία εἶπε στὸν Πέτρο ὁ Κύριος: «Ὅσα θὰ λύσεις, θὰ εἶναι λυμένα στὸν οὐρανό». Καὶ θεραπεία ψυχῶν καὶ σωμάτων, γιατί ὁ Πέτρος εἶπε: «Στὸ ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ σήκω καὶ βάδισε» καί: «Αἰνέα, σὲ θεραπεύει ὁ Ἰησοῦς Χριστός». Καὶ χορηγὸς θείου φωτισμοῦ, γιατί ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς τὸ ἀληθινὸ καὶ μεταδίδει τὴ λαμπρότητα καὶ τὴ χάρη Του σ’ ἐκείνους ποὺ τὸν ἐπικαλοῦνται· ὅπως λέει καὶ ὁ Ψαλμωδός: «Ἂς εἶναι ἡ λαμπρότητα τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ μας ἐπάνω μας», καὶ ὁ Κύριος: «Ὅποιος μὲ ἀκολουθεῖ, θὰ ἔχει τὸ φῶς τῆς ζωῆς». Καὶ βρύση θείου ἐλέους, γιατί ζητοῦμε ἔλεος καὶ ὁ Κύριος εἶναι ἐλεήμων καὶ σπλαχνίζεται ὅλους ὅσοι τὸν ἐπικαλοῦνται καὶ ἀποδίδει τὸ δίκαιο γρήγορα σʼ ἐκείνους ποὺ φωνάζουν πρὸς Αὐτόν. Καὶ δωρητὴς θείων ἀποκαλύψεων καὶ μυήσεων στοὺς ταπεινούς, γιατί καὶ ἡ ἴδια δόθηκε μὲ ἀποκάλυψη τοῦ οὐράνιου Πατέρα στὸν Πέτρο ποὺ ἦταν ἕνας ταπεινὸς ψαράς, καὶ ὁ Παῦλος ἀνυψώθηκε στὸ ὄνομα τοῦ Χριστοῦ καὶ ἄκουσε ἀποκαλύψεις, καὶ πάντοτε ἐνεργεῖ μὲ αὐτὸ τὸν τρόπο. Καὶ τὸ μόνο σωτήριο, γιατί στὸ ὄνομα κανενὸς ἄλλου δὲν μποροῦμε νὰ σωθοῦμε, ὅπως λέει ὁ Ἀπόστολος καὶ Αὐτὸς εἶναι ὁ σωτήρας τοῦ κόσμου, ὁ Χριστός· γιʼ αὐτὸ καὶ κατὰ τὴν ἔσχατη ἡμέρα ὅλοι θὰ ὁμολογήσουν καὶ θὰ ὑμνήσουν θέλοντας μὴ θέλοντας, ὅτι Κύριος εἶναι ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ τὴ δόξα τοῦ Θεοῦ Πατέρα. Συνέχεια

Λόγος εἰς τὴν Προσευχὴν (Πάτερ ἡμῶν)

 Ἅγιος Γρηγόριος Νύσσης

imagesCAXVASDG «…Ἡ προσευχὴ εἶναι φύλακας τῆς σωφροσύνης, χαλιναγωγεῖ τὸν θυμό, καταστέλλει τὴν ὑπερηφάνεια, καθαρίζει ἀπὸ τὴ μνησικακία, διώχνει τὸ φθόνο, καταργεῖ τὴν ἀδικία, ἐπανορθώνει τὴν ἀσέβεια.

      Ἡ προσευχὴ εἶναι δύναμη τῶν σωμάτων, φέρνει χαρὰ στὸ σπίτι, χορηγεῖ εὐνομία στὴν πόλη, παρέχει ἰσχὺ στὴν ἐξουσία, δίνει νίκη κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ πολέμου, ἐξασφαλίζει τὴν εἰρήνη, ξαναενώνει τοὺς χωρισμένους, διατηρεῖ στὴ θέση τοὺς ἑνωμένους.

      Ἡ προσευχὴ εἶναι τὸ ἐπισφράγισμα τῆς παρθενίας, ἡ πιστότητα τοῦ γάμου, ὅπλο στοὺς ὁδοιπόρους, φύλακας ὅσων κοιμοῦνται, θάρρος τῶν ξύπνιων, στοὺς γεωργοὺς φέρνει τὴν εὐφορία, στοὺς ναυτιλόμενους χαρίζει τὴ σωτηρία.

      Ἡ προσευχὴ γίνεται συνήγορος τῶν δικαζομένων, ἐλευθερία τῶν φυλακισμένων, παρηγοριὰ τῶν λυπημένων, χαρὰ γιὰ τοὺς χαρούμενους, παρηγοριὰ στοὺς πενθοῦντες, δόξα γιʼ  αὐτοὺς πού ἔρχονται σὲ γάμο, γιορτὴ στὰ γενέθλια, σάβανο σʼ αὐτοὺς πού πεθαίνουν.

      Ἡ προσευχὴ εἶναι συνομιλία μὲ τὸν Θεό, θεωρία τῶν ἀοράτων, πληροφόρηση γιὰ ὅσα ἐπιθυμοῦμε, ὁμοτιμία μὲ τοὺς ἀγγέλους, προκοπὴ στὰ καλὰ ἔργα, ἀποτροπὴ ἀπὸ τὰ κακά, διόρθωση γιὰ κείνους πού ἁμαρτάνουν, ἀπόλαυση τῶν παρόντων ἀγαθῶν, ὑπόσταση τῶν ἀγαθῶν τοῦ μέλλοντος.

      Ἡ προσευχὴ μετέβαλε γιὰ τὸν Ἰωνᾶ σὲ σπίτι τὸ κῆτος, ἐπανέφερε στὴ ζωὴ τὸν Ἐζεκία ἀπὸ αὐτὲς τὶς πύλες τοῦ θανάτου. Γιὰ χάρη τῶν τριῶν νέων μετέστρεψε τὴ φλόγα τῆς καμίνου σὲ δροσερὴ αὔρα καὶ γιὰ τοὺς Ἰσραηλίτες κέρδισε νίκη κατὰ τῶν Ἀμαληκιτῶν, ἐνῶ τὶς ἑκατὸν ὀγδόντα πέντε χιλιάδες τοῦ Ἀσσυριακοῦ στρατοῦ μὲ ἀόρατη ρομφαία κατανίκησε σὲ μιὰ νύχτα.

      Καὶ κοντὰ σʼ αὐτὰ μπορεῖς νὰ βρεῖς ἀμέτρητα παραδείγματα ἀπὸ ἐκεῖνα πού ἔχουν γίνει κι ἀπὸ τὰ ὁποῖα φαίνεται καθαρὰ ὅτι κανένα ἀπὸ ὅσα θεωροῦνται πολύτιμα στὴ ζωὴ δὲν εἶναι ἀνώτερο ἀπὸ τὴν προσευχή.

      Ἐπειδὴ εἶναι πολλὰ καὶ κάθε εἴδους τὰ ἀγαθὰ πού μᾶς ἔδωκε ἡ θεία χάρη, αὐτὸ τὸ ἕνα ἔχουμε νὰ ἀνταποδώσουμε γιὰ ὅσα λάβαμε, δηλαδὴ νὰ πληρώνουμε τὸν Εὐεργέτη μὲ τὴν προσευχὴ καὶ μὲ τὴν εὐχαριστία…».

Η ΕΞΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΡΩΤΟΠΛΑΣΤΩΝ-Τὸ στάδιο τῶν ἀρετῶν

π. Βασίλειος Ι. Καλλιακμάνης

OLYMPUS DIGITAL CAMERAα) Ἡ λατρευτικὴ γλώσσα τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἱστορικὴ ἀλλὰ καὶ ἐσχατολογική, πρακτικὴ ἀλλὰ καὶ θεωρητική, ρεαλιστικὴ ἀλλὰ καὶ συμβολική. Ἡ συμβολικὴ γλώσσα ἔχει παιδαγωγικό, ἀναγωγικὸ καὶ μυσταγωγικὸ χαρακτήρα…

Ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ παρομοιάζεται στὴν ὑμνολογία τῆς ἐκκλησίας μὲ «στάδιο ἀρετῶν». Στὸ πνευματικὸ αὐτὸ στάδιο εἰσέρχεται ὁ φιλότιμος ἀγωνιστὴς ὁπλισμένος μὲ τὴν «πανοπλία τοῦ Σταυροῦ». Ἔτσι, ἀγωνιζόμενος σταθερὰ μὲ ἀκράδαντη πίστη, καρδιακὴ προσευχή, ἐλεημοσύνη καὶ νηστεία, ἀναμένει τὸ στεφάνι τῆς δόξας ἀπὸ τὸν δωρεοδότη Κύριο.

β) Οἱ τρεῖς ἑβδομάδες πρὶν ἀπὸ τὴ Σαρακοστὴ εἶναι προπαρασκευαστικές, καθὼς ἀνοίγει τὸ Τριώδιο καὶ οἱ πιστοὶ μυσταγωγοῦνται στὴν τελωνικὴ προσευχή, στὸ ἦθος τῆς συντετριμμένης καρδίας, στὴν ἄνευ ὅρων μετάνοια καὶ τὴν εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ. Παράλληλα τὴν Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω ἀναγγέλλεται ὅτι μέτρο κρίσεως τῶν ἀνθρώπων στὴν ἔσχατη κρίση θὰ εἶναι ἡ ἀγάπη, ἡ ὁποία ἔχει εὐρύτατο κοινωνικὸ περιεχόμενο. Ὁ Κύριος ταυτίζει τὸν ἑαυτό του μὲ τοὺς καταφρονεμένους, τοὺς ξένους, τοὺς φυλακισμένους καὶ τοὺς γυμνούς του κόσμου τούτου. Κι ἐκεῖνος ποὺ συμπονάει καὶ φροντίζει γιὰ ὅλους αὐτούς, τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ περιποιεῖται καὶ «φιλεύει».

γ) Στὸ σημερινὸ Συναξάρι ἀναφέρεται: «Τὴ Κυριακή τῆς Τυροφάγου, ἀνάμνησιν ποιούμεθα τῆς ἀπὸ τοῦ παραδείσου τῆς τρυφῆς ἐξορίας τοῦ πρωτοπλάστου Ἀδάμ». Ἡ ὑπενθύμιση τῆς πτώσεως τῶν πρωτοπλάστων ἀλλὰ καὶ τῶν δεινῶν ποὺ ἐπακολούθησαν γιὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος, λειτουργεῖ ἀφυπνιστικὰ γιὰ κάθε ἄνθρωπο. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ δείχνεται «ἐμπράκτως πόσον καλὸν καὶ ὠφέλιμον πράγμα εἶναι ἡ νηστεία εἰς τὴν ἀνθρωπίνην φύσιν, καὶ πάλιν ἐκ τοῦ ἐναντίου, πόσον κακὸν καὶ αἰσχρὸν εἶναι ἡ ἀδηφαγία». Ἡ νηστεία ὅμως τῶν τροφῶν δὲν ἀποτελεῖ αὐτοσκοπό, εἶναι ὑπομνηστική τῆς ἀποχῆς ἀπὸ τὶς κακίες καὶ τὰ πάθη. Γι’ αὐτὸ ὁ Μ. Βασίλειος ἐπισημαίνει: «Ἀληθὴς νηστεία ἡ τῶν κακῶν ἀλλοτρίωσις». Καὶ ἡ πραγματικὴ νηστεία ἀφορᾶ σ’ ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο ὡς ψυχοσωματικὴ ὀντότητα, ὅλες τὶς αἰσθήσεις καὶ ὅλα τὰ μέρη τῆς ψυχῆς του, τὸ λογιστικό, τὸ θυμοειδὲς καὶ τὸ ἐπιθυμητικό.

δ) Ἡ Κυριακή τῆς Τυρινῆς εἶναι γνωστὴ καὶ ὡς Κυριακή τῆς συγχωρήσεως. Κλῆρος καὶ λαὸς συνηθίζουν μετὰ τὸν κατανυκτικὸ ἑσπερινὸ νὰ συγχωροῦν καὶ νὰ συγχωροῦνται, γιὰ νὰ εἰσέλθουν ἀπερίσπαστοι στὸ πνευματικὸ στάδιο τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς. Κάτι ἀνάλογο γίνεται καὶ σὲ πολλὲς χριστιανικὲς οἰκογένειες. Διότι δὲν μπορεῖ κάποιος νὰ λάβει μέρος στὸν ἀγώνα αὐτὸ μὲ προοπτικὴ τὴ νίκη, ἂν δὲν ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ τὴ μνησικακία, τὴν ἔχθρα, τὸ μίσος, τὸ φθόνο καὶ ὅλα ἐκεῖνα τὰ πάθη ποὺ ὁδηγοῦν στὴ διατάραξη τῶν σχέσεων κοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ καὶ τὸν συνάνθρωπο. Συνέχεια

“Κυριακή της Συγχωρήσεως”

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου

_1_~4Ἡ περίοδος τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Σαρακοστῆς εἶναι γεμάτη ἀπὸ χάρη γιατί ἡ Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ, σὲ ὅλη τὴ γῆ, κάνει ἕνα μεγάλο ἀγώνα γιὰ πνευματικὴ ἀνανέωση. Πρέπει νὰ εὐχαριστήσουμε τὸν Θεὸ ποὺ καὶ μεῖς, ὡς ταπεινὰ μέλη τῆς μεγάλης Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, μπαίνουμε μέσα σ’ αὐτὴν τὴν κοινωνία τῆς χάριτος πού βασιλεύει μέσα στὴν Ἐκκλησία Του. Μόνο μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ εἶναι δυνατὸ νὰ ἐπιτελέσουμε τὸ ἔργο τῆς ἀνακαινίσεώς μας, τῆς ἀναγεννήσεώς μας τῆς πνευματικῆς. «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδὲν»(1), λέει ὁ Κύριος. Χρειαζόμαστε τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὴν ὁποία εἶναι γεμάτη αὐτή ἡ περίοδος, γιὰ νὰ βροῦμε τὴν καρδιά μας, γιὰ νὰ ζήσει πάλι ἡ καρδιά μας, καὶ νὰ αἰσθανθεῖ τὴ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ. Ἡ προσέγγισή μας στὸν Χριστὸ καὶ ἡ ἀνανέωση τῆς ζωῆς μας μὲ τὴν αἴσθηση τῆς Παρουσίας Του μέσα στὴν καρδιά μας, εἶναι γιὰ μᾶς τὸ Πάσχα τὸ αἰώνιο.

Γιὰ ὅλα τὰ μεγάλα ποὺ θέλει νὰ κάνει μαζί μας ὁ Κύριος, γιὰ ὅλη τὴν τιμὴ ποὺ μᾶς κάνει νὰ θέλει νὰ μᾶς θεωρεῖ Γιούς Του, βάζει ἕναν ὅρο στὴ ζωή μας. Αὐτὸν τὸν ὅρο τὸν ἐπαναλαμβάνουμε κάθε μέρα ὅταν λέμε τὴν Κυριακὴ Προσευχή, τὸ Πάτερ ἡμῶν: «καὶ ἄφες ἠμὶν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν». Γιὰ νὰ συγχωρέσει ὁ Θεὸς τὶς ἁμαρτίες μας, νὰ μᾶς δώσει τὴ χάρη Του, ὥστε νὰ βροῦμε τὴ βαθιὰ καρδιά μας καὶ νὰ ἐργαστοῦμε τὴ σωτηρία μας, μᾶς βάζει μόνο ἕνα ὅρο. Σὰν νὰ εἴμαστε ἴσοι λέει: «ἂν ἐσεῖς συγχωρήσετε τοὺς ἀνθρώπους θὰ συγχωρήσω καὶ ἐγὼ ἐσᾶς». Τί μεγάλη τιμὴ μᾶς κάνει ὁ Θεός! Διότι Αὐτὸς εἶναι ὁ αἰώνιος Θεός, ὁ Παντοκάτωρ, ὁ Δημιουργός μας καὶ Σωτήρας μας, ἐνῶ ἐμεῖς εἴμαστε ταπεινὰ καὶ πεπτωκότα πλάσματα, ξεπεσμένοι ἄνθρωποι.

Γιὰ ν’ ἀνοίξει ἡ καρδιά μας στὴ χάρη τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ συγχωρήσουμε τοὺς συνανθρώπους μας. Νὰ μὴν ὑπάρχει στὴν καρδιὰ μας ψυχρότητα γιὰ κανένα ἄνθρωπο. Ὁπωσδήποτε ὅταν φταίξουμε σὲ κάποιον πρέπει νὰ ζητήσουμε συγχώρεση. Αὐτὸ τὸ κάνουν καὶ οἱ ἄνθρωποι ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία. Ἀλλά ἀπὸ μᾶς ποὺ θέλουμε νὰ εἴμαστε μέλη τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, παιδιὰ τοῦ Θεοῦ μέσα στὴν Ἐκκλησία, ζητάει κάτι παραπάνω. Ὅταν, λέει ὁ Κύριος, ἐρχόμαστε μπροστὰ στὸ θυσιαστήριό Του, στὸ ναό Του, γιὰ νὰ προσφέρουμε δῶρα στὸν Θεό, πρέπει νὰ εἴμαστε συμφιλιωμένοι μὲ ὅλους. Καὶ ἂν κάποιος ἔχει κάτι ἐναντίον μας, δηλαδὴ ἂν κάποιος ἔχει μία ἐχθρότητα καὶ μία ψυχρότητα, πρὶν νὰ προσφέρουμε τὸ δῶρο μας πρέπει νὰ προσπαθήσουμε τουλάχιστον νὰ συμφιλιωθοῦμε μαζί του. Ἀκόμα καὶ ὅταν κάποιος, γιὰ κάποιο λόγο ποὺ δὲν καταλαβαίνουμε, ἔχει μία ψυχρότητα ἀπέναντί μας, ἕνα παράπονο, πρέπει νὰ προσπαθήσουμε νὰ βροῦμε τρόπους νὰ τὸν ἀναπαύσουμε. Κάνοντας αὐτὸ ἴσως συγκινήσουμε τὸν ἀδελφό μας. Θὰ μαλακώσει καὶ ἐκείνου ἡ καρδιά, θ’ ἀνοίξει γιὰ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ καὶ θ’ ἀρχίσει καὶ ἡ δική του πνευματικὴ ἀναγέννηση. Τότε γίνεται αὐτὸ ποὺ θέλει ὁ Θεὸς ἀπὸ ἐμᾶς. Νὰ γίνουμε συνεργοὶ Του σ’ αὐτὸ τὸ μεγαλειῶδες ἔργο τῆς σωτηρίας ὅλων τῶν ἀνθρώπων. Γι’ αὐτὸ μᾶς ἔδωσε ἐντολές, ὅπως γιὰ παράδειγμα: «ἂν κάποιος σὲ ἀγγαρέψει ἕνα μίλι, πήγαινε δύο μίλια μαζί του», καὶ «ἂν κάποιος σοῦ ζητήσει τὸν χιτώνα δώστου καὶ τὸ ἱμάτιο»(2). Ἂν κάνουμε ἔτσι, οἱ ἄλλοι ὁπωσδήποτε θὰ συγκινηθοῦν καί, ὅταν ἀκούσουν ὅτι ἀνήκουμε στὸν Χριστό, ὅτι εἴμαστε δοῦλοι τοῦ Χριστοῦ (δὲν πρέπει νὰ ξεχνοῦμε ὅτι εἴμαστε δικοί Του, μέλη τῆς Σαρκός Του), θὰ ζητήσουν καὶ αὐτοὶ νὰ γνωρίσουν ἕναν τόσο ἀγαθὸ καὶ φιλάνθρωπο Θεὸ πού μέσα στοὺς δούλους Τοῦ δείχνει τέτοια ἀρετή, τέτοια ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη. Συνέχεια

Ὁ Ἄσωτος υἱός

Ἅγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς,

__1_~2 (2)Ὁ Ἄσωτος υἱὸς ἔζησε ἄσκοπα καὶ σπατάλησε ὅλη τὴν περιουσία ποὺ τοῦ ἔδωσε ὁ πατέρας του. Κι ἀφοῦ τὰ ξόδεψε ὅλα, στὴ μακρινὴ αὐτὴ χώρα ἔπεσε πείνα μεγάλη κι ἄρχισε κι ὁ ἴδιος νὰ πεινᾶ. Στὴ μακρινὴ αὐτὴ χώρα, μακριὰ πολὺ ἀπὸ τὸν Θεό, ὑπάρχει πάντα πείνα, γιατί ἡ γῆ δὲν μπορεῖ νὰ χορτάσει τὸν πεινασμένο ἄνθρωπο. Ἡ τροφὴ της τὸ μόνο ποὺ κάνει, εἶναι νὰ αὐξάνει τὴν πείνα του. Ἡ γῆ μόνο τὰ ἄλογα ζῶα μπορεῖ νὰ χορτάσει. Σὲ καμιὰ περίπτωση δὲν μπορεῖ νὰ χορτάσει τὸν ἄνθρωπο. Στὴ μακρινὴ χώρα πάντα ὑπάρχει πείνα. Ὁ ἁμαρτωλὸς ποὺ ξεχνᾶ τελείως τὸν Θεὸ καὶ δαπανᾶ ὅλες τὶς ζωτικὲς δυνάμεις του, ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ ἔδωσε μὲ τὸ μερίδιό του, πέφτει σὲ μεγάλη πείνα. Μία πείνα ποὺ δὲν μπορεῖ νὰ τὴν κορέσει οὔτε γιὰ μία στιγμὴ ἡ γῆ ὁλόκληρη, μὲ ὅλα τὰ ἀγαθά της.

Τὸ ἴδιο γίνεται μέχρι σήμερα μὲ κάθε ἁμαρτωλὸ ποὺ παραδίδεται ὁλοκληρωτικὰ στὴ γῆ, στὸ σῶμα καὶ τὶς σωματικὲς ἀπολαύσεις. Ἡ τραγωδία γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ἀρχίζει ὅταν ὅλα αὐτὰ γίνονται ἀποκρουστικά, μοιάζουν μὲ βρῶμα καὶ δυσωδία. Τότε ἀρχίζει νὰ παραπονιέται γιὰ τὸν κόσμο ὁλόκληρο, νὰ καταριέται τὴν ἴδια του τὴ ζωή. Μὲ στεγνὸ τὸ σῶμα ἀλλά καὶ τὴν ψυχή του, νιώθει σάν νὰ ʼχει μέσα του ἕνα κενό, σὰν νὰ ʼναι ἕνα καλάμι ξερό, ἀπ’ ὅπου περνάει παγερὸς ἀέρας. Ὅλα τοῦ φαίνονται μαῦρα. Ὅλα εἶναι ἄσχημα, ἀηδιαστικά. Σ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση ποὺ βρίσκεται τὰ ʼχει χαμένα, δὲν ξέρει τί νὰ κάνει. Δὲν πιστεύει στὴ ζωή του. Πῶς τότε μπορεῖ νὰ πιστέψει στὴν ἄλλη; Ἐκείνη τὴν ἔχει ξεχάσει, ἐντελῶς, τούτην ἐδῶ ἄρχισε νὰ τὴν μισεῖ. Τί κάνουμε τώρα; Ποῦ πᾶμε; Τὸ σύμπαν ὁλόκληρο τὸν πιέζει καὶ πουθενὰ δὲν βλέπει πόρτα μὲ τὴν ἔνδειξη «ἔξοδος».

Ὁ τάφος δὲν εἶναι διέξοδος, εἶναι εἴσοδος. Κι ὅταν ὁ ἄνθρωπος βρίσκεται σὲ τέτοια ἀπελπισμένη κατάσταση, τοῦ παρουσιάζεται ὁ σατανᾶς, ποὺ ὅλον αὐτὸν τὸν καιρὸ ἦταν κοντά του καὶ τὸν ὁδηγοῦσε ἀπὸ ἁμαρτία σὲ ἁμαρτία, ἂν καὶ κρυφά, ἀόρατα. Τώρα ὅμως τοῦ παρουσιάζεται, τὸν παίρνει στὴν ὑπηρεσία του καὶ τὸν στέλνει στὸν ἀγρό του γιὰ νὰ ποιμάνει τοὺς χοίρους. Ὅπως λέει κι ἡ παραβολή, «πορευθεῖς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους» (Λουκ. ιε΄15).

Αὐτὸ παθαίνει κάθε ἀνυπάκουος γιὸς ποὺ ἔφυγε μακριὰ ἀπὸ τὸν πατέρα του. Τὸν ἀποχαιρέτησε γεμάτος ὑπερηφάνεια καὶ μεγάλα σχέδια γιὰ τὴ ζωή του, γιὰ τὴν εὐτυχία του, ἀλλὰ κατάντησε δοῦλος κάποιου ποὺ ἦταν χειρότερος ἀπὸ τὸν ἴδιο, ἔγινε ποιμένας σὲ ξένους χοίρους.

Εἶναι φανερὸ ὅτι μὲ τὸν ἕνα τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, ἐννοεῖ τὸν πονηρό. Ἐδῶ βέβαια ἀναφέρεται ἄνθρωπος, ὅπως κι ὁ πατέρας ὀνομάζεται ἄνθρωπος, ἱστορεῖται ὅμως μ’ ἕναν τρόπο ἐντελῶς ἀντίθετο ἀπὸ τὸν «πατέρα-ἄνθρωπο» ἀπὸ τὸν ὁποῖο ἔφυγε ὁ ἀνόητος γιός. Αὐτὸς ἐδῶ δὲν εἶναι ἄνθρωπος τῆς οὐράνιας βασιλείας, οὔτε κἄν τῆς ἐπίγειας, ἀλλὰ κάποιας τρίτης, τῆς βασιλείας τοῦ σκότους καὶ τῆς φρίκης, τῆς παρακμῆς καὶ τῆς γέεννας, τῆς βασιλείας τῶν δαιμόνων. Μὲ τὸν πρῶτο, τὸν «πατέρα-ἄνθρωπο», ὁ ἁμαρτωλὸς ὀνομάζεται γιός, μὲ τὸν ἄλλον, τὸν «πονηρὸ-ἄνθρωπο», ὀνομάζεται δοῦλος. Ὅταν ἦταν κοντὰ στὸν «πατέρα-ἄνθρωπο» ἦταν εὐλογημένος, εἶχε ὅλα τὰ ἀγαθὰ καὶ μάλιστα μὲ ἀφθονία. Μὲ τὸν ἄλλον, τὸν «πονηρὸ-ἄνθρωπο», πεινάει. Πεινοῦσε τόσο πολύ, ὥστε ἤθελε νὰ φάει τὰ ξυλοκέρατα ποὺ ἔτρωγαν οἱ χοῖροι, μὰ κανένας δὲν τοῦ ἔδινε οὔτε κἄν ἀπ’ αὐτά. Συνέχεια

«Ὁ ἄνθρωπος ἔρχεται εἰς ἑαυτὸν»

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου

1[6]Ἡ Ἐκκλησία, προκειμένου νὰ μᾶς ἐνθαρρύνει στὴν πορεία τῆς ἀναγεννήσεώς μας, μᾶς δίδει τὴν εὐκαιρία νὰ μελετήσουμε τὴν παραβολὴ τοῦ ἀσώτου υἱοῦ λίγο πρὶν τὴ Μεγάλη Τεσσαρακοστή. Πρόθεσή της εἶναι νὰ καταδείξει ὅτι, ὅσο σκληρὸς καὶ ἂν εἶναι ὁ ἀγώνας μας, ἡ ἀπόγνωση δὲν ἔχει θέση στὴν ἐν Χριστῷ ζωή. Ἔχουμε ἀπόλυτη ἐμπιστοσύνη στὸν οὐράνιο Πατέρα, ὁ Ὁποῖος μᾶς ἀναζητεῖ καὶ μᾶς ἀναμένει μὲ ἀνοιχτὲς ἀγκάλες. Ὄχι ἁπλῶς μᾶς παρακολουθεῖ ἀπὸ μακριά, ἀλλὰ σπεύδει ἀκόμη καὶ νὰ μᾶς συναντήσει, ἐπιποθώντας νὰ μᾶς ὁδηγήσει στὴ Βασιλεία Του.

Τέτοια εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ οὐράνιου Πατρός. Τὸ τροπάριο ποὺ ψάλλουμε στὴν ἀρχὴ τῆς ἀκολουθίας τῆς μοναχικῆς κουρᾶς εἶναι γνωστὸ ὡς «ἀγκάλας πατρικάς»: «Ἀγκάλας πατρικάς, διανοῖξαί μοι σπεῦσον, ἀσώτως τὸν ἐμὸν κατηνάλωσα βίον, εἰς πλοῦτον ἀδαπάνητον ἀφορῶν τῶν οἰκτιρμῶν Σου Σωτήρ. Νῦν πτωχεύουσαν, μὴ ὑπερίδης καρδίαν. Σοὶ γάρ, Κύριε, ἐν κατανύξει κραυγάζω, Πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν Σου». Ὁ μοναχισμὸς ἀποτελεῖ φοβερὸ ἅλμα πίστεως, στὸ ἐπίμοχθο ἔργο τῆς μετανοίας. Ὡστόσο, ἀπὸ τὸ ξεκίνημα ἀκόμη ψάλλουμε τὸν τρυφερὸ αὐτὸ ὕμνο, ὡς ὑπενθύμιση ὅτι τίποτα δὲν εἶναι ἀδύνατον, ἐφόσον γευθήκαμε τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ.

Ἂς ἐξετάσουμε τὴν ἴδια τὴν παραβολή. Ὁ νεότερος γιὸς ἀπαιτεῖ ἀπὸ τὸν πατέρα του: «Πάτερ, δὸς μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας». Ὁ Θεὸς τρέφει ὕψιστο σεβασμὸ γιὰ τὴν ἐλευθερία τῶν τέκνων Του καὶ τοὺς ἀποδίδει ἀνεπιφύλακτα ὅσα ἰσχυρίζονται ὅτι τοὺς ἀνήκουν. Δὲν μᾶς ἐπιβάλλει νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε, γιατί ὅποιο ἔργο ἀναλαμβάνεται μὲ ἐξαναγκασμὸ δὲν ἔχει καμία ἀξία στὴν αἰωνιότητα. Ἡ ἀγάπη καταξιώνεται, ὅταν προσφέρεται ἐλεύθερα ἀπὸ καρδιὰ γεμάτη μὲ πίστη, διαφορετικὰ ἀποδεικνύεται εὐτελής.

«Καὶ μετ’ οὐ πολλάς ἡμέρας συναγαγῶν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακρὰν καὶ ἐκεῖ διεσκόπρισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως». Ἐδῶ φαίνεται καθαρὰ ἡ δυναμική του κακοῦ. Μόλις ἀποδεχθοῦμε καὶ τὸν μηδαμινότερο κακὸ λογισμό, παραχωροῦμε στὸν ἐχθρὸ ἕνα μικρὸ ἄνοιγμα, γιὰ νὰ εἰσέλθει. Στὴ συνέχεια μᾶς παρασύρει ὁλοένα καὶ πιὸ κάτω, ἐνῶ ἡ δική μας ἀντίσταση διαρκῶς ἐξασθενεῖ. Κατὰ τὴν πατερικὴ διδασκαλία, πρέπει νὰ καταπνίγουμε τοὺς λογισμοὺς αὐτοὺς μόλις ἐμφανισθοῦν, διαφορετικὰ εἶναι ἀδύνατον νὰ λυτρωθοῦμε ἀπὸ αὐτοὺς χωρὶς τὴ μεσιτεία τῶν Ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας μας. Μὲ τὸν τρόπο αὐτό, ἡ δύναμη τοῦ κακοῦ ἐπιφέροντας ραγδαία κατάπτωση μᾶς καταποντίζει στὸ ἀπύθμενο χάσμα τῆς ἁμαρτίας καὶ τῆς ἀπώλειας. Ἡ τρομακτικὴ μακρινὴ χώρα, ἀπ’ ὅπου ἀπουσιάζει ὁ Θεὸς ἀναφέρεται στὶς Γραφὲς ὡς ἅδης. Ὁποτεδήποτε ἐγκαταλείπουμε τὸν οἶκο τοῦ Πατέρα, ἀποξενωνόμαστε ἀπὸ τὴν ἀγάπη Του. Ἔχοντας ἐκλάβει τὴν προστασία Του ὡς δεδομένη, τὴν ἀπορρίπτουμε καὶ ἐπιχειροῦμε ἕνα πολὺ μεγάλο ταξίδι, μακριὰ ἀπὸ τὸν ἐναγκαλισμὸ τῆς πατρικῆς ἀγάπης Του. Συνέχεια

Περὶ μετανοίας καὶ περὶ ἐξορίας τοῦ Ἀδὰμ

Ἁγίου Συμεὼν τοῦ Νέου Θεολόγου

Untitled-1Ἀδελφοὶ καὶ πατέρες. Εἶναι καλὸν πράγμα ἡ μετάνοια καὶ ἡ ὠφέλεια ποὺ προέρχεται ἀπὸ αὐτήν. Αὐτὸ γνωρίζοντας καὶ ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Θεός μας, ὁ ὁποῖος ὅλα τὰ γνωρίζει ἐκ τῶν προτέρων, εἶπε: «Μετανοεῖτε, ἤγγικε γὰρ ἡ Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν». Θέλετε δὲ νὰ μάθετε ὅτι χωρὶς μετάνοια, καὶ μάλιστα μετάνοιαν ἀπὸ τὸ βάθος τῆς ψυχῆς καὶ τοιαύτην ὅπως ὁ Λόγος τὴν ζητεῖ ἀπὸ ἐμᾶς, εἶναι ἀδύνατον νὰ σωθοῦμε; Ἀκοῦστε τὸν ἴδιον τὸν Ἀπόστολο ποὺ λέγει «… πᾶσα ἁμαρτία ἐκτός τοῦ σώματος ἐστίν… Ὁ δὲ πορνεύων εἰς τὸ ἴδιον σῶμα ἁμαρτάνει…». Καὶ πάλιν. «Παραστῆναι δεῖ ἡμᾶς ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα ἀπολήψεται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς εἰ ἔπραξε, εἴτε ἀγαθὰ εἴτε φαῦλα». Ἠμπορεῖ λοιπὸν πολλὲς φορὲς λαμβάνοντας κάποιος ἀφορμὴν ἀπὸ αὐτὰ νὰ εἰπῆ: «εὐχαριστῶ τὸν Θεόν, διότι δὲν ἐμόλυνα κανένα μέλος τοῦ σώματός μου μὲ κάποιαν πονηρὰ πράξη», καὶ ἔχει δῆθεν παρηγορία ἀπὸ αὐτό, ἐπειδὴ εἶναι ξένος ἀπὸ σωματικὴν ἁμαρτία. Ἀλλὰ ἀποκρίνεται ὁ Δεσπότης λέγοντας τὴν παραβολὴν περὶ τῶν δέκα παρθένων, καὶ δεικνύει σὲ ὅλους μας καὶ μᾶς βεβαιώνει ὅτι καθόλου δὲν ὠφελούμεθα ἀπὸ τὴν καθαρότητα τοῦ σώματος, ἐὰν δὲν συνυπάρχουν σ’ ἐμᾶς καὶ οἱ ὑπόλοιπες ἀρετές.

Καὶ ὄχι μόνον αὐτό, ἀλλὰ ὁ ἴδιος πάλιν ὁ Παῦλος μαζὶ μὲ τὸν Δεσπότην φωνάζει: «Εἰρήνην διώκετε μετὰ πάντων καὶ τόν ἁγιασμόν, οὐ χωρὶς οὐδεὶς ὄψεται τόν Κύριον». Γιατί ὅμως εἶπε «διώκετε»; Διότι δὲν εἶναι δυνατὸν σὲ μίαν ὥρα νὰ γίνωμε καὶ νὰ εἴμεθα ἅγιοι, ἀλλὰ πρέπει ἀρχίζοντας ἀπὸ τὰ μικρά, νὰ φθάσωμε προοδευτικῶς στὸν ἁγιασμὸν καὶ τὴν καθαρότητα, καὶ διότι ἀκόμη καὶ χίλια χρόνια ἐὰν ζήσωμε στὴν ζωὴν αὐτήν, οὐδέποτε θὰ ἠμπορέσωμε νὰ τὰ ἀποκτήσωμε αὐτὰ σὲ τέλειον βαθμό, ἀλλὰ βάζοντας ἀρχὴν καθημερινῶς, ὀφείλουμε νὰ ἀγωνιζώμεθα συνεχῶς.

Αὐτὸ ἐφανέρωσε πάλιν ὁ ἴδιος λέγοντας, «Διώκω δὲ εἰ καὶ καταλάβω (μήπως κατορθώσω δηλαδὴ) ἐφ’ ὧ καὶ κατελήφθην (ἐκεῖνο δηλαδὴ γιὰ τὸ ὁποῖον καὶ ὁ Χριστὸς μὲ ἔφερε κοντά του)». Διότι κάθε ἄνθρωπος ποὺ ἔχει ἁμαρτήσει, ὅπως ἐγὼ ὁ κατακεκριμένος, καὶ ἔκλεισε μὲ τόν βόρβορο τῶν ἡδονῶν τὶς αἰσθήσεις τῆς ψυχῆς του, ἀκόμη καὶ ἂν ὅλην τὴν περιουσία του τὴν διεμοίρασε στοὺς πτωχούς, καὶ ἐγκατέλειψε ὅλην τὴν δόξα καὶ λαμπρότητα τῶν ἀξιωμάτων καὶ πολυτέλειαν οἴκου καὶ ἵππων, ποιμνίων καὶ δούλων, καὶ αὐτοὺς τοὺς ἴδιους φίλους του καὶ τοὺς συγγενεῖς του ὅλους, καὶ ἦλθε πτωχὸς καὶ ἀκτήμων καὶ ἔγινε μοναχός, παρ’ ὅλα αὐτὰ χρειάζεται τὰ δάκρυα τῆς μετανοίας, ὡς ἀναγκαῖα γιὰ τὴν ζωήν του. Συνέχεια

Ἡ ψυχρότητα στὴν προσευχὴ

Ὁσίου Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου

Ἡ ψυχρότητα στὴν προσευχὴ ὀφείλεται εἴτε σὲ ψυχικὴ κόπωση εἴτε σὲ πνευματικὸ κορεσμὸ εἴτε σὲ σωματικὲς ἀπολαύσεις καὶ ἀναπαύσεις εἴτε σὲ πάθη, ποὺ κυριεύουν τὴν ψυχή, προπαντὸς στὴν ἔπαρση. Ὅλα αὐτὰ εἶναι ἐνάντια στὴν πνευματικὴ ζωή, μέσα στὴν ὁποία κεντρικὴ θέση κατέχει ἡ προσευχή. Ἔτσι, πρῶτα καὶ κύρια προκαλοῦν τὸ στέρεμα τῆς πηγῆς τῆς προσευχῆς μέσα μας. Αὐτό, ὅμως, μπορεῖ νὰ ὀφείλεται καὶ σὲ ἀπομάκρυνση τῆς χάριτος, ποὺ συμβαίνει μὲ θεία παραχώρηση. Καὶ νὰ γιατί: Ὅταν ἡ ψυχὴ μας φλέγεται ἀπὸ τὸν πόθο τοῦ Θεοῦ καὶ ἀπὸ τὴν καρδιὰ μας ξεχύνεται ὁλόθερμη προσευχή, δὲν ἔχουμε παρὰ ἐλεητικὴ ἐπίσκεψη τῆς χάριτος. Ἐμεῖς ὅμως, ὅταν ἡ εὐλογημένη αὐτὴ κατάσταση παρατείνεται γιὰ πολύ, νομίζουμε ὅτι κατορθώσαμε κάτι σπουδαῖο μὲ τὸ δικό μας ἀγώνα καὶ κυριευόμαστε ἀπὸ τὴν κενοδοξία. Γιὰ λόγους παιδαγωγικούς, λοιπόν, ἀπομακρύνεται ἡ χάρη καὶ μένει ἡ ψυχὴ μας μόνη της, γυμνὴ καὶ ἀδύναμη, ἀνίκανη νὰ ζήσει πνευματικά, ψυχρὴ καὶ ἀπρόθυμη νὰ προσευχηθεῖ…

Τί θὰ κάνουμε, λοιπόν, γιὰ νὰ ξεφύγουμε ἀπ’ αὐτὴ τὴν κατάσταση; Πρῶτα-πρῶτα θὰ φροντίσουμε νὰ ἐξουδετερώσουμε τὶς αἰτίες της. Καὶ ὕστερα, παρ’ ὅλη τὴν ψυχρότητα τῆς ψυχῆς μας, θὰ κάνουμε μὲ ἐπιμονὴ καὶ ὑπομονὴ τὸν καθημερινὸ προσευχητικὸ κανόνα μας, προσπαθώντας ἀφ’ ἑνὸς νὰ συγκεντρώνουμε τὸ νοῦ μας στὰ λόγια τῶν εὐχῶν καὶ ἀφετέρου νὰ ξεσηκώνουμε μέσα στὴν καρδιὰ μας αἰσθήματα φιλόθεα. Μὲ τὸν καιρὸ ὁ Θεός, βλέποντας τὴν ταπείνωση καὶ τὴν καρτερία μας, θὰ μᾶς ξαναστείλει τὴ χάρη Του, ποὺ θὰ διώξει τὸ πνεῦμα τῆς ψυχρότητος, ὅπως ὁ ἄνεμος διώχνει τὴν ὁμίχλη. Συνέχεια

Ἡ ἀληθινὴ συγχώρησις

Ἅγιος Ἰωάννης Χρυσόστομος

imagesCAEYTFPHΤὰ ἑξῆς παραγγέλνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους: «κανεὶς ἀπὸ σᾶς ἂς μὴ διατηρεῖ στὴν καρδιά του κακία γιὰ τὸν ἀδελφό του» (Ζαχ. ζ´ 10) καὶ «κανεὶς ἂς μὴν συλλογίζεται τὴν κακία τοῦ ἄλλου» (Ζαχ. η´ 17). Δὲν λέει μόνο, συγχώρεσε τὸ κακὸ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ μὴν τὸ ἔχεις οὔτε στὴ σκέψη σου, μὴ τὸ συλλογίζεσαι, ἄφησε ὅλη τὴν ὀργή, ἐξαφάνισε τὴν πληγή.

Νομίζεις, βεβαίως, ὅτι μὲ τὴν ἐκδικητικότητα τιμωρεῖς ἐκεῖνον ποὺ σὲ ἔβλαψε. Γιατὶ ἐσὺ ὁ ἴδιος σὰν ἄλλο δήμιο ἐγκατέστησες μέσα σου τὸ θυμὸ καὶ καταξεσκίζεις τὰ ἴδια σου τὰ σπλάχνα.Ἔχεις ἀδικηθεῖ πολὺ καὶ στερήθηκες πολλὰ ἐξαιτίας κάποιου, κακολογήθηκες καὶ ζημιώθηκες σὲ πολὺ σοβαρὰ θέματά σου καὶ γι᾿ αὐτὸ θέλεις νὰ δεῖς νὰ τιμωρεῖται ὁ ἀδελφός σου; Καὶ ἐδῶ πάλι εἶναι χρήσιμο νὰ τὸν συγχωρήσεις. Γιατὶ, ἐὰν θελήσεις, ἐσὺ ὁ ἴδιος νὰ ἐκδικηθεῖς καὶ νὰ ἐπιτεθεῖς ἐναντίον του εἴτε μὲ τὰ λόγια σου, εἴτε μὲ κάποια ἐνέργειά σου, ἢ μὲ τὴν κατάρα σου, ὁ Θεὸς ὄχι μόνο δὲν θὰ ἐπέμβει κατ᾿ αὐτοῦ -ἐφόσον ἐσὺ ἀνέλαβες τὴν τιμωρία του- ἀλλὰ ἐπιπλέον θὰ σὲ τιμωρήσει ὡς θεομάχο.

Ἄφησε τὰ πράγματα στὸν Θεό. Αὐτὸς θὰ τὰ τακτοποιήσει πολὺ καλύτερα ἀπ᾿ ὅ,τι ἐσὺ θέλεις. Σὲ σένα ἔδωσε μόνο τὴν ἐντολὴ νὰ προσεύχεσαι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ σὲ λύπησε.

Ἐμάλωσες μὲ κάποιον καὶ κρατᾶς μέσα σου κακία; Μὴν προσέλθεις στὴ Θεία Κοινωνία! Θέλεις νὰ προσέλθεις; Συμφιλιώσου πρῶτα καὶ τότε νὰ ἔλθεις νὰ ἐγγίσεις τὰ Ἄχραντα Μυστήρια! Αὐτὰ δὲν τὰ λέγω ἐγώ, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Αὐτὸς γιὰ νὰ σὲ συμφιλιώσει μὲ τὸν Πατέρα, δὲν ἀρνήθηκε οὔτε νὰ σφαγιασθεῖ, οὔτε τὸ αἷμα Του νὰ χύσει. Καὶ σύ, γιὰ νὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν συνάνθρωπό σου, οὔτε μία λέξη δὲν καταδέχεσαι νὰ βγάλεις ἀπὸ τὸ στόμα σου; Καὶ διστάζεις νὰ τρέξεις πρῶτος; Ἄκουσε τί λέει γιὰ ὅσους κρατοῦν τὴ στάση αὐτή: «Ἂν προσφέρεις τὸ δῶρο σου στὸ θυσιαστήριο καὶ ἐκεῖ θυμηθεῖς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου, πήγαινε πρῶτα νὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν ἀδελφό σου» (Ματθ. ε´ 23-24). Συνέχεια

Ἰδιόμελον Α΄Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς

              

                  

 Untitled-1s

               Ἤχος Δ΄

Ἔλαμψεν ἡ χάρις σου Κύριε, ἔλαμψεν ὁ φωτισμὸς τῶν ψυχῶν ἡμῶν· ἰδοὺ καιρὸς εὐπρόσδεκτος· ἰδοὺ καιρὸς μετανοίας, ἀποθώμεθα τὰ ἔργα τοῦ σκότους, καὶ ἐνδυσώμεθα τὰ ὅπλα τοῦ φωτός, ὅπως διαπλεύσαντες τὸ τῆς Νηστείας μέγα πέλαγος, εἰς τὴν τριήμερον Ἀνάστασιν καταντήσωμεν, τοῦ Κυρίου καὶ Σωτῆρος ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ σώζοντος τὰς ψυχάς ἡμῶν.

             Ἑρμηνευτική Ἀπόδοση

 Ἔλαμψε ἡ Χάρη Σου Κύριε, ἔλαμψε (ἡ Χάρη Σου) τό φῶς ἐκεῖνο, πού καταυγάζει τίς ψυχές μας. Νά, τώρα δά εἶναι ὁ κατάλληλος καιρός, τώρα εἶναι ἡ ὥρα γιά μετάνοια.  Ἄς ἀφήσουμε λοιπόν τά σκοτεινά τῆς ἁμαρτίας ἔργαι ἄς ζωστοῦμε τά ὅπλα τοῦ (Εὐαγγελικοῦ) φωτός. Ἔτσι, ἀφοῦ διαπλεύσουμε τό ἀπέραντο πέλαγος τῆς (τεσσαρακονθήμερης) νηστείας, νά φτάσουμε (νά γιορτάσουμε) τήν τριήμερη Ἀνάσταση τοῦ Κυρίου καί Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ Μόνου Σωτήρα τῶν ψυχῶν μας.