Ιούνιος 2020
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Απρ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
282930  

Μηνιαία Αρχεία: Ιούνιος 2020

Ἡ παιδεία τοῦ Κυρίου καὶ οἱ Ἅγιοι Πάντες

 

«Διήλθομεν διὰ πυρὸς καὶ ὕδατος, καὶ ἐξήγαγες ἠμᾶς εἰς ἀναψυχὴν»[1]

Μὲ τὴν Πεντηκοστὴ συμπληρώθηκε ὁ κύκλος τῶν μεγάλων ἑορτῶν τῆς Οἰκονομίας τοῦ Κυρίου. Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἐπεδήμησε, γιὰ νὰ δοξάσει καὶ νὰ σφραγίσει τὸ ἔργο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ γιὰ τὴ σωτηρία τῶν ἀνθρώπων. Σήμερα, Κυριακή τῶν Ἁγίων Πάντων, ἡ Ἐκκλησία μᾶς διδάσκει ὅτι ὁ καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος εἶναι οἱ Ἅγιοι. Ὁ Οὐράνιος Πατέρας τὴν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς ἐξαπέστειλε ὡς βροχὴ τὰ δόματα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπου αὐτὲς οἱ δωρεὲς βρῆκαν γῆ ἀγαθή, καρποφόρησαν ἅγια ζωή.

Ἡ Πεντηκοστὴ ἑπομένως δὲν ἀποτελεῖ μόνο τὴ γενέθλιο ἡμέρα τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ καὶ ὅλων των Ἁγίων της. Οἱ Ἅγιοι Πάντες εἶναι ὁ καρπὸς τοῦ Πνεύματος τοῦ ἁγιασμοῦ, τὰ κατεξοχὴν φωτόμορφα τέκνα τῆς Ἐκκλησίας, τῆς Ὁποίας τὸ ἔργο εἶναι νὰ παράγει εἰκόνες καὶ μιμήματα Χριστοῦ. Γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης τὸ ἔργο αὐτὸ ἦταν ἀδύνατον. Παραμένοντας προσκολλημένη στὸ γράμμα τοῦ Νόμου, ἀδυνατοῦσε νὰ συλλάβει στὰ σπλάγχνα της τὸ Πνεῦμα ποὺ «ὅπου θέλει πνεῖ»[2]. Γι’ αὐτὸ ἀπέτυχε νὰ ἀποδώσει καρπὸ ἁγιασμοῦ καὶ ἀποδοκιμάσθηκε ἀπὸ τὸν Κύριο[3].

«Δεῖ ἄρξασθαι τὸ κρίμα τοῦ Θεοῦ ἀπὸ τοῦ οἴκου τοῦ Θεοῦ»[4]. «Οἶκος τοῦ Θεοῦ» εἶναι κατεξοχὴν ὁ Χριστός. Τὸ «κρίμα τοῦ Θεοῦ», δηλαδὴ τὸ κρίμα τῆς ἐξαλείψεως τοῦ θανάτου καὶ τῆς φανερώσεως τῆς «εἰς τέλος» θείας ἀγάπης ἔλαβε χώρα μὲ τὸν ἄδικο θάνατο τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας τοῦ κόσμου.

Οἴκος τοῦ Θεοῦ εἶναι καὶ κάθε πιστὸς ποὺ ἀκολουθεῖ τὸν Κύριο Ἰησοῦ[5] καὶ ἑπομένως, τὸ κρίμα τοῦ Θεοῦ πρέπει νὰ ἐπαναληφθεῖ στὴ ζωή του. Αὐτὸ τὸ κρίμα ἐνεργεῖ στὴ διάρκεια τῆς ἱστορίας καὶ διαιωνίζει τὴ χάρη τῆς σωτηρίας ἀπὸ γενεὰ σὲ γενεά, διότι ὁ Θεός, ὅπως ἡ Γραφὴ μαρτυρεῖ, εἶναι Θεὸς Πατέρων. Ἔπλασε Πατέρες καὶ τέκνα καὶ τὰ τέκνα μὲ τὴ σειρὰ τους γίνονται Πατέρες. Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ «Πατὴρ τοῦ μέλλοντος αἰῶνος»[6], εἶναι ὁ Γενάρχης μιᾶς νέας ἀνθρωπότητας, ποὺ ἀναγεννᾶται μὲ τὴ χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, χωρὶς νὰ ἔχει προπομπὸ τὴν ἁμαρτία. Μὲ τὸν θάνατο καὶ τὴν Ἀνάστασή Του ὁ Χριστὸς ἔδωσε τὴ χάρη τῆς ἀναγεννήσεως στοὺς μετόχους τῆς Πατρότητάς Του. «Ὅσοι δὲ ἔλαβον Αὐτόν, ἔδωκεν αὐτοῖς ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι, τοῖς πιστεύουσιν εἰς τὸ ὄνομα Αὐτοῦ, οἱ οὐκ ἐξ αἱμάτων, οὐδὲ ἐκ θελήματος σαρκός, οὐδὲ ἐκ θελήματος ἀνδρός, ἀλλ’ ἐκ Θεοῦ ἐγεννήθησαν»[7].

Ὁ Θεὸς δὲν ἐντέλλεται φυσικὴ ζωή, ἀλλὰ ὑπερφυσική. Ἐπιθυμώντας νὰ ἀποδώσει στοὺς ἐκλεκτούς Του ἴση τιμὴ μὲ τὸν Χριστό, τοὺς ὑποβάλλει στὴν παιδεία ποὺ παρέδωσε τὸν Μονογενῆ καὶ Ἠγαπημένο Υἱό Του. Πολλὲς φορὲς ὁ Κύριος ὁδηγεῖ τοὺς ἐκλεκτούς Του μέχρι τὸ κατώφλι τοῦ θανάτου, ὥστε νὰ θανατωθεῖ μέσα τους κάθε ἐπιθυμία, ὄχι μόνο πρὸς τὰ πάθη, ἀλλὰ ἀκόμη καὶ ἡ ἐπιθυμία τῆς ζωῆς μέσα σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο. Τότε μόνο καθίσταται δυνατό τὸ θαῦμα τῆς πνευματικῆς ἀναγεννήσεως[8].

Ἡ παιδεία τοῦ Κυρίου, ὅπως διαπιστώνουμε στοὺς βίους τῶν Ἁγίων, ἐνίοτε εἶναι φοβερή. «Φοβερόν τὸ ἐμπεσεῖν εἰς χείρας Θεοῦ ζῶντος»[9]. Ὁ Θεὸς παραχωρεῖ νὰ εὕρουν τοὺς πιστοὺς δούλους Του θλίψεις, παθήματα, δοκιμασίες, ὥστε νὰ κατέρχονται οἱ ψυχὲς τῶν Ἁγίων, ἤδη ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή, στὰ βάθη τῶν κολάσεων. Ὡστόσο, στὸν ζοφερὸ αὐτὸ χῶρο συναντοῦν τὸν Κύριο Ἰησοῦ, διότι μὲ τὴν κάθοδό Του στὸν ἅδη καὶ τὴν ἀνάβασή Του ὑπεράνω τῶν οὐρανῶν «ἐπλήρωσεν Ἑαυτοῦ τὰ πάντα»[10]. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο μπορεῖ ὁ πιστὸς νὰ ἑνωθεῖ μὲ τὸν Χριστὸ κάτω ἀπὸ ὁποιεσδήποτε συνθῆκες, γεγονὸς ποὺ καταργεῖ τὰ ἀδιέξοδα καὶ θέτει τὶς τραγωδίες καὶ τὰ παθήματα σὲ ἄλλο ἐπίπεδο. «Ἐὰν γὰρ καὶ πορευθῶ ἐν μέςῳ σκιᾶς θανάτου, οὐ φοβηθήσομαι κακὰ ὅτι σὺ μετ’ ἐμοῦ εἶ· ἡ ράβδος σου καὶ ἡ βακτηρία σου αὗται μὲ παρεκάλεσαν»[11].

Ἡ συνάντηση μὲ τὸν Κύριο σημαδεύει ἀνεξίτηλα μὲ τὴ χάρη της τὸν πιστό. Ἡ ψυχὴ πλέον ζεῖ μὲ τὴν πεποίθηση ὅτι τίποτε δὲν μπορεῖ νὰ τὴ χωρίσει ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, «θλίψις ἤ στενοχωρία ἤ διωγμός… οὔτε θάνατος οὔτε ζωὴ οὔτε τις κτίσις ἑτέρα»[12]. Ἐπιστρέφοντας στὴν καθημερινότητα, ὁ ἄνθρωπος εἶναι πλέον νεκρὸς σὲ κάθε δέλεαρ καὶ κάθε πειρασμὸ αὐτοῦ τοῦ κόσμου, διότι γνώρισε κάτι ποὺ εἶναι ἀπερίγραπτα πιὸ μεγάλο, ἀπερίγραπτα πιὸ ἔνδοξο.

Οἱ Ἅγιοι, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς παιδείας καὶ τῶν δοκιμασιῶν ποὺ διέρχονται, γιὰ νὰ εἰσέλθουν στὸν δοξασμένο χῶρο τῆς παρουσίας τοῦ Θεοῦ, μαθαίνουν πολλὰ μυστήρια τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Τὸ μεγαλύτερο ἴσως εἶναι αὐτὸ ποὺ ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὀνομάζει «Μεγάλη Ἐπιστήμη». Συνίσταται στὸ πῶς νὰ ταπεινώνει ὁ ἄνθρωπος τὸ πνεῦμα του, ὥστε νὰ παραμένει ἀπρόσιτος στὶς προσβολὲς τοῦ ἐχθροῦ καὶ ἔτσι νὰ μπορεῖ νὰ ἀγαπᾶ μὲ ἐλεύθερη καρδιὰ τὸν Θεό.

Τὰ μιμήματα τοῦ Χριστοῦ, οἱ Ἅγιοι, ἀκολουθοῦν τὸν «Ἀμνὸν τὸν ἐσφαγμένον πρὸ καταβολῆς κόσμου»[13], ποὺ ἐπείγεται νὰ πάθει γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ προοπτική τοῦ Εὐαγγελίου ἀνατρέπει κάθε πτυχὴ τοῦ κατεστημένου. Ὅσα εἶναι πολύτιμα στὰ μάτια τῶν ἀνθρώπων, ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ εἶναι βδελυκτά. Ὅποιος ἀσπασθεῖ τὴν ἀνεστραμμένη Εὐαγγελικὴ προοπτική, ἀναπόφευκτα σταυρώνει τὸν νοῦ καὶ τὴ λογική του. Ἡ σταύρωση, ὅμως, αὐτὴ ἑλκύει τὴ χάρη, ἡ ὁποία ἐνεργεῖ στὴν ψυχὴ αὐτομίσος γιὰ τὸ «βδέλυγμα τῆς ἐρημώσεως» ποὺ ἐναποκρύβει στὸν κόρφο της. Ἡ ἐνέργεια αὐτή, ὁρμητικὴ ἀπὸ τὴ φύση της, ἀποσπᾶ τὸν ἄνθρωπο ἀπὸ κάθε κτιστὸ καὶ τὸν συνάπτει στὸ Πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, ὡσότου φθάσει στὴν τελειότητα τῆς ὁμοιώσεως.

Ἀκολουθώντας στὰ χνάρια τοῦ Χριστοῦ οἱ Ἅγιοι ὅλων τῶν αἰώνων, οἱ Ἀπόστολοι, οἱ Μάρτυρες καὶ οἱ Ὅσιοι γεύθηκαν ἑκούσιο θάνατο κατὰ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ὥστε νὰ νικήσουν στὴ φθαρτὴ σάρκα τους τὸν ἀκούσιο, ἀλλὰ δίκαιο λόγῳ τῆς ἁμαρτίας ποὺ προηγήθηκε θάνατο, στὸν ὁποῖο ἦταν καταδικασμένο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Μὲ τέλεια ὑπακοὴ καὶ παράδοση στὸ ἅγιο θέλημα τοῦ Θεοῦ, θανάτωσαν κάθε ἴχνος φιλαυτίας. Βίωναν διαρκῶς τὴ διάβαση ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωὴ καὶ ζοῦσαν μόνο γιὰ τὸν Λυτρωτὴ καὶ Σωτήρα Ἰησοῦ.

Ἡ ζωὴ τῶν Ἁγίων στέφθηκε μὲ τὸ μαρτύριο εἴτε τὸ ἐξωτερικὸ εἴτε τὸ ἐσωτερικό, τὸ «ἐν τῷ κρυπτῷ». Οἱ Ὅσιοι μὲ ὄμβρους δακρύων ἐργάσθηκαν ἕως αἵματος γιὰ τὴν κάθαρση τῆς καρδιᾶς τους ἀπὸ τὰ πάθη, γιὰ νὰ τὴν εὐπρεπίσουν καὶ νὰ δώσουν ὅλο τὸν χῶρο της στὸν Θεὸ νὰ «περιπατήσῃ καὶ νὰ ἐνοικήσῃ ἐν αὐτῇ»[14]. Στὸ διάβα τῆς ζωῆς τους ἦταν ὡς ἐπιθανάτιοι, παλεύοντας ἐνάντια στὸ πνεῦμα τῆς ὑπερηφανείας, διότι ἡ πείρα τοὺς δίδαξε τὴν ἀπαράβατη ἀλήθεια τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Κυρίου, ὅτι «ὁ Θεὸς ὑπερηφάνοις ἀντιτάσσεται, ταπεινοῖς δὲ δίδωσι χάριν»[15]. Γνώρισαν ὅτι ὅταν ταπεινώνουν τὸ πνεῦμα τους καὶ θέτουν τὸν ἑαυτὸ τους κάτω ἀπὸ κάθε κτίσμα, λαμβάνουν χάρη, ἡ ὁποία ἐπιτελεῖ τὸ μέγα θαῦμα τῆς διαβάσεως ἀπὸ τὸ σκότος στὸ φῶς καὶ διαφυλάσσει ἄρρηκτη τὴν ἕνωση τῆς καρδιᾶς τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ.

Ἡ σωτηρία δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο, παρὰ ἡ εἴσοδος τοῦ πιστοῦ στὴν κοινωνία τῶν Ἁγίων. Βεβαίως, ἐλάχιστοι ἀνὰ γενεὰ λαμβάνουν τὴ χάρη τῶν Ἁγίων, ἀλλὰ ὅταν ὁ ἄνθρωπος μὲ ἐμπιστοσύνη ἀποδέχεται τὸν λόγο τους, ἔστω καὶ ἂν δὲν ἀντιλαμβάνεται τὸ βάθος του, καὶ μὲ πιστότητα τὸν ἀκολουθεῖ, λαμβάνει δόση χάριτος, ἡ ὁποία γίνεται κλειδί, γιὰ νὰ εἰσέλθει στὴ θεσπέσια σύναξή τους. Κατ’ αὐτὸν τὸν τρόπο οἱ πτωχοὶ καὶ ταπεινοὶ πλουτίζουν ἀπὸ τὰ δοξασμένα καὶ ὁλοτελῶς ἁγιασμένα μέλη αὐτῆς τῆς κοινωνίας. Ἡ μετοχὴ στὰ Μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, καὶ κατεξοχὴν στὴ Θεία Λειτουργία, ἀνοίγει τὴ θύρα τοῦ Παραδείσου, ὅπου μέσα στὴν κοινωνία Θεοῦ, Ἀγγέλων καὶ Ἁγίων ἀπολαμβάνουν οἱ πιστοὶ τὴ θεία τρυφὴ καὶ ἀποθησαυρίζουν τὴ χάρη τῆς σωτηρίας.

«Πολλὰ ὑμῶν τὰ ὀνόματα καὶ μείζονα τά χαρίσματα». Παρὰ τὴ γενικὴ κατάπτωση τῶν ἐσχάτων ἡμερῶν, ἡ Ἐκκλησία δὲν παύει νὰ ἔχει ἀκόμη τὴ δύναμη νὰ παράγει μορφὲς Χριστοῦ. Εἶναι μιὰ χάρη ὀφθαλμοφανής, ποὺ δὲν συναντᾶται σὲ καμιὰ ἄλλη ὁμολογία. Ἀκόμη καὶ ὅταν δὲν θαυματουργοῦν ἐκδήλως, καθημερινὰ στὴ ζωὴ τους ἐπιτελοῦν τὸ μεγαλύτερο, κατὰ τὸν ἅγιο Σιλουανό, θαῦμα, «ἀγαποῦν τὸν ἁμαρτωλὸ στὴν πτώση του»[16]. Καὶ μόνο αὐτὸ τὸ γεγονός, τὸ ὁποῖο ἐνεργεῖται μὲ τὴ χάρη τῆς Ἐκκλησίας, διαλύει κάθε ἀμφιβολία καὶ δυσπιστία, ποὺ θὰ ἐμπόδιζαν τὸν ἄνθρωπο νὰ παραδοθεῖ μὲ ἐμπιστοσύνη σὲ ὅσα διδάσκει ὁ Χριστὸς καὶ οἱ Ἅγιοί Του. «Θαυμαστὸς ὁ Θεὸς ἐν τοῖς Ἁγίοις Αὐτοῦ»[17].

Οἱ Ἅγιοι σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο εἶναι «ὀσμὴ εὐωδίας πνευματικῆς». Εἶναι οἱ πολύφωτοι ἀστέρες τοῦ νοητοῦ στερεώματος τῆς Ἐκκλησίας ποὺ πιστοποιοῦν ὅτι «Ἰησοῦς Χριστὸς χθὲς καὶ σήμερον ὁ αὐτὸς καὶ εἰς τοὺς αἰώνας»[18] καὶ ὅτι «μεθ’ ἡμῶν ἔσται πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος»[19]. Δίνουν τύπο καὶ ὑπόδειγμα. Μὲ τὸν ἑκούσιο θάνατο ἀναδεικνύονται νικητὲς τοῦ ἀκούσιου θανάτου. Ὅπως οἱ Ἑβραῖοι πρὶν ἀπὸ τὴν ἔξοδό τους ἀπὸ τὴ δουλεία τῶν Αἰγυπτίων ἔφαγαν τὸ Πάσχα «ἐν σπουδῇ», ἔτσι καὶ οἱ σεσωσμένοι περπατοῦν στὴ γῆ καὶ ζοῦν σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο σπεύδοντας πρὸς τὰ ἀσάλευτα καὶ αἰώνια. Ἡ διαλογὴ τους εἶναι μὲ τὸν Οὐρανό. Σταθερὰ προσανατολίζουν τὰ μάτια τῆς ψυχῆς ἐκεῖ, ἀπὸ ὅπου ἀπεκδέχονται Σωτήρα καὶ Λυτρωτή. Κάπου-κάπου ρίχνουν μιὰ ματιὰ στὴ γῆ, μόνο γιὰ νὰ διαπιστώσουν πόσο μίζερη καὶ φτωχὴ εἶναι ἡ πρόσκαιρη ζωὴ ποὺ προσφέρει, καὶ στρέφονται πάλι μὲ σφοδρότερο πόθο πρὸς τὸν πλοῦτο τοῦ Οὐρανοῦ, τὸν μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ γεμίσει τὰ φαράγγια τῆς καρδιᾶς. Αὐτὸ ἦταν τὸ πολίτευμα τῶν Ἁγίων ἤδη ἀπὸ τοὺς πρώτους χριστιανικοὺς χρόνους, ὅταν οἱ πιστοὶ διακατέχονταν ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση ὅτι ἦταν πάροικοι καὶ παρεπιδημοῦντες σὲ αὐτὸ τὸν κόσμο. Ἔχοντας βιώσει τὸ πέρασμα «ἀπὸ τῆς δουλείας τῆς φθορᾶς εἰς τὴν ἐλευθερίαν τῆς δόξης τῶν τέκνων τοῦ Θεοῦ»[20], γνώρισαν τὸν Θεὸ ὄχι μόνο ὡς Κριτὴ καὶ τιμωρό, ἀλλὰ ὡς Πατέρα «γνησιότατο, πλησιέστατο, τὸν πιὸ ἀγαπημένο, τὸν πιὸ ἀγαθὸ»[21].

«Ψυχὴ ποὺ γνώρισε τὸν Κύριο ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ στρέφεται μὲ ὁρμὴ πρὸς Αὐτόν. Ἡ μνήμη Του ἁρπάζει μὲ δύναμη τὸ νοῦ, καὶ αὐτὸς λησμονεῖ τὸν κόσμο. Καὶ ὅταν πάλι θυμηθεῖ τὸν κόσμο, τότε ποθεῖ γιὰ ὅλους τὴν ἴδια χάρη, καὶ προσεύχεται γιὰ ὅλον τὸν κόσμο νὰ μετανοήσουν ὅλοι καὶ νὰ γνωρίσουν πόσο ἐλεήμων εἶναι ὁ Θεὸς»[22].

Ἀρχιμ. Ζαχαρίας Ζάχαρου

Σημειώσεις

[1] Ψάλμ. 65,12.

[2] Ἰωάν. 3,8.

[3] Πρβλ. Ματθ. 21,18-19· Μάρκ. 11,12-14 καὶ 20-21.

[4] Ἃ’ Πέτρ. 4,17.

[5] Βλ. Ἑβρ. 3,6.

[6] Πρβλ. Ἡσ. 8,18.

[7] Ἰωάν. 1,12-13.

[8] Πρβλ. Ἰωάν. 3,3.

[9] Ἑβρ. 10,31.

[10] Βλ. Ἔφ. 4,10· βλ. Ἀναφορὰ Λειτουργίας Μεγάλου Βασιλείου.

[11] Ψάλμ. 22,4.

[12] Βλ. Ρωμ. 8,35-39.

[14] Βλ. Ἀποκ. 13,8.

[15] Βλ. Λευϊτ. 26,12· Β’ Κορ. 6,16.

[16] Βλ. Παροιμ. 3,34· Ἰακ. 4,6.

[17] Βλ. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 422.

[18] Ψάλμ. 67,36.

[19] Ἑβρ. 13,8.

[20] Ματθ. 28,20.

[21] Ρωμ. 8,21.

[22] Βλ. Ὁ Ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, σ. 450.

[23] Ό.π., σσ. 405-406.