Ιανουάριος 2016
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Μηνιαία Αρχεία: Ιανουάριος 2016

Δίψα για το ζων ύδωρ της Πεντηκοστής

Ἀρχιμανδρίτης Ζαχαρίας Ζάχαρου

IMG_0470Τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐπισκέπτεται τόν ἄνθρωπο ὡς πύρινη γλώσσα. Μέ τό πέρασμα τοῦ χρόνου ἡ παρουσία Του στόν ἄνθρωπο αὐξάνεται φωτοβολώντας ὁλοένα καί πιό λαμπρά, ὡσότου καταυγάσει σέ θαυμάσια καί τέλεια ἡμέρα (Παροιμ. 4, 18). Τό Ἅγιο Πνεῦμα εἶναι τό ζῶν ὕδωρ πού ἀναβλύζει «ἀλλόμενον εἰς ζωήν αἰώνιον» (Ἰωάν. 4, 14). Ὅσοι διψοῦν γι’ αὐτό θά πιοῦν μέ εὐφροσύνη. Ἄν ὅμως δέν μᾶς συνέχει πνευματική δίψα, δέν ἔχουμε μερίδιο σέ Αὐτό. Ἀκριβῶς γιά τόν λόγο αὐτό ὁ χρόνος πού ἔχουμε στή διάθεσή μας, πρίν φθάσει ἡ δική μας Πεντηκοστή, ἀποτελεῖ ἐξαιρετική εὐκαιρία, ὥστε νά διεγείρουμε μέσα μας τήν εὐλογημένη αὐτή δίψα γιά τή δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πρίν ἀπό τό πάθος καί τή Σταύρωσή Του ὁ Κύριος ἀνήγγειλε ὅτι θά πήγαινε στόν Πατέρα, ἀλλά δέν θά ἄφηνε τούς μαθητές Του ὀρφανούς, δηλαδή ἀπαράκλητους. Ὑποσχέθηκε ὅτι θά προσευχόταν στόν Πατέρα νά τούς ἀποστείλει τό Πνεῦμα πού θά σκήνωνε μέσα τους γιά πάντα (Ἰωάν. 14, 16-18). Ὡστόσο ἀκόμη καί αὐτοί οἱ μεγάλοι καί ἅγιοι Ἀπόστολοι ἔμειναν ὀρφανοί ἐπί δέκα περίπου ἡμέρες, ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Ἀναλήψεως τοῦ Διδασκάλου τους ὡς τήν Πεντηκοστή. Στή διάρκεια τῶν τριῶν ἐτῶν πού ἦταν μαζί τους ὁ Κύριος, καθώς καί μετά τήν Ἀνάσταση, εἶχαν δεχθεῖ τήν εὐγενῆ, τρυφερή καί γεμάτη χάρη περιποίησή Του. Εἶχαν κοσμηθεῖ μέ πολλά χαρίσματα: ἀνάσταση νεκρῶν, ἐκδίωξη δαιμονίων, θεραπεία ἀσθενούντων καί ἐξουθενημένων (Ματθ. 10, 8). Ἐντούτοις καί αὐτοί ἔμειναν ὀρφανοί γιά λίγο καιρό, ὥστε νά ἀποκτήσουν προσωπική ἐμπειρία τῶν λόγων τοῦ Κυρίου: «Χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν» (Ἰωάν. 15, 5). Ὁ πρῶτος Παράκλητος ἦταν ὁ Ἴδιος ὁ Χριστός· τούς εἶχε παρηγορήσει πάντοτε μέ τόν λόγο Του. Ἀλλά ἡ ἐμπειρία τῆς ἐγκαταλείψεως, τῆς πτωχεύσεως καί τῆς μοναξιᾶς ἦταν ἀναγκαία, ὥστε νά φουντώσει στίς καρδιές τους ἡ δίψα γιά τό ζῶν ὕδωρ τῆς Πεντηκοστῆς.

Στήν Παλαιά Διαθήκη, τήν ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς οἱ Ἑβραῖοι ἑόρταζαν τή μνήμη τῆς παραδόσεως τοῦ Νόμου στόν προφήτη Μωυσῆ, ἐγχαραγμένου σέ λίθο ἀπό τά χέρια τοῦ Θεοῦ. Ἀλλά ὁ νόμος ἐκεῖνος δέν θά τούς ὁδηγοῦσε ποτέ στήν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος (Β’ Κορ. 3, 3-7), ἀφοῦ κανείς δέν μποροῦσε νά τελειωθεῖ μέ αὐτόν (Ἑβρ. 7, 19). Σκοπός του ἦταν νά προετοιμάσει τούς ἀνθρώπους γιά τό πλήρωμα τοῦ χρόνου, ὁπότε ὁ νόμος τοῦ πνεύματος θά ἐγχαρασσόταν στίς πλάκες τῆς καρδιᾶς τους. Ἔτσι, ὅταν ἦλθε ἡ ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς, δέκα ἡμέρες μετά τήν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, συντελέσθηκε ἕνα ἀληθινά κοσμοϊστορικό γεγονός. Καθώς οἱ μαθητές ἤσαν συγκεντρωμένοι ὅλοι μαζί ἀναμένοντας τόν Κύριο μέ πνευματική δίψα, προσευχόμενοι καί τελώντας τήν κλάση τοῦ Ἄρτου, ὅπως Ἐκεῖνος τούς εἶχε παραγγείλει, τούς ἐπισκίασε τό Πνεῦμα τό Ἅγιο, ὁ ἄλλος Παράκλητος. Εἶναι σημαντικό νά σημειώσουμε ὅτι τό Ἅγιο Πνεῦμα κατῆλθε κατά τήν κλάση τοῦ Ἄρτου, τήν ὥρα πού οἱ Ἀπόστολοι τελοῦσαν τήν Εὐχαριστία, σημεῖο ἀπό τά πολλά πού φανερώνουν ὅτι τή στιγμή ἐκείνη γεννιόταν στόν κόσμο ἡ ἀποστολική Ἐκκλησία. Συνέχεια

«Ἐκ πίστεως εἰς πίστιν»

Ἀρχιμ. Ζαχαρία Ζάχαρου

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1-31457[1]Ὡς χριστιανοί πιστεύουμε σέ ἕναν προσωπικό καί ζῶντα Θεό καί ὄχι σέ κάποιου εἴδους μακρινό καί ἐγωκεντρικό Θεό, βυθισμένο στή φίλαυτη ἐνατένιση τοῦ ἑαυτοῦ του καί ἀνίκανο νά εἰσέλθει σέ κοινωνία μέ τά κτιστά ὄντα. Γιά μᾶς ἡ ἀπόδειξη τῆς ὑπάρξεως τοῦ Θεοῦ εἶναι ἡ ἐνέργειά Του, ἡ χάρη Του, μέ τήν ὁποία μετέχουμε στή ζωή Του. Ἀκόμη καί ὅταν ὁ ἄνθρωπος εἶναι γεμάτος ἀμφιβολίες, τό ἄγγιγμα τῆς θείας χάριτος στήν καρδιά τοῦ διασκορπίζει ὅλα τά νέφη καί ἐνεργοποιεῖ μέσα του τή θεία ζωή. Ἡ ζωή αὐτή δέν εἶναι ἐκ τοῦ κόσμου τούτου, καί κανένας ἀνθρώπινος συλλογισμός δέν μπορεῖ νά τῆς ἀντιταχθεῖ. Ἡ πρώτη πίστη τοῦ ἀνθρώπου στρέφει τήν ὕπαρξή του πρός τόν Θεό, ἐνσταλάζει μέσα του τόν φόβο τοῦ Θεοῦ καί αἰχμαλωτίζει τήν καρδιά.

Πράγματι, αὐτός ἀκριβῶς ὁ φόβος τοῦ Θεοῦ βοηθεῖ τήν καρδιά μας νά ἀναδυθεῖ. Ἡ Γραφή ἀναφέρεται στή «βαθεία καρδία» (Ψαλμ. 62, 7) τοῦ ἀνθρώπου, στήν ὁποία ἀπευθύνεται ἡ ἐπισκοπή τοῦ Θεοῦ ἀπό τό πρωί ὡς τό βράδυ καί ἀπό τό βράδυ ὡς τό πρωί (Ἰώβ 7, 18). Ὅταν ὁ Ἰώβ ρωτᾶ: «τί ἐστιν ἄνθρωπος, ὅτι ἐμεγάλυνας αὐτόν;» (Ἰώβ 7, 17), ἡ Ἁγία Γραφή δίνει τήν ἀκόλουθη χαρακτηριστική ἀπάντηση: ὁ ἄνθρωπος εἶναι «κατεντευκτής Θεοῦ» (Ἰώβ 7, 20). Δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἐκεῖνος, τοῦ ὁποίου ἡ καρδιά ἔχει γίνει στόχος τοῦ Θεοῦ, παρίσταται ἐνώπιόν Του καί συνομιλεῖ μαζί Του ἐπί ἴσοις ὄροις, μεσιτεύοντας γιά τή σωτηρία ὅλου τοῦ κόσμου, γιατί ὁ Θεός τοῦ ἀπένειμε τήν τιμή αὐτή. Ὁ Θεός ποθεῖ αὐτή τήν ἰσότητα ἐπικοινωνίας μέ τόν ἄνθρωπο· δέν τόν θεωρεῖ ὡς ἕνα κτίσμα πού ἁπλῶς τό ἔφερε στό εἶναι, ἀλλά ὡς «εἰκόνα» Του, ὡς κάποιον ἴσο μέ Αὐτόν μέ τόν ὁποῖο μπορεῖ νά συνδιαλέγεται.

Σέ ὅλη τή Γραφή βρίσκουμε ἀναρίθμητα περιστατικά, ὅπου ὁ Θεός ἀπευθύνεται στόν ἄνθρωπο ὡς πρός ἴσο Του: «Πᾶς ὅστις ὁμολογήσει ἐν ἐμοί ἔμπροσθεν τῶν ἀνθρώπων, ὁμολογήσω καγώ ἐν αὐτῷ ἔμπροσθέν τοῦ Πατρός μου τοῦ ἐν οὐρανοῖς» (Ματθ. 10, 32-33). Ἄν μέ τή χάρη τοῦ Πνεύματός Του εἰσέλθουμε σέ προσωπική σχέση μαζί Του, τότε Τόν ὁμολογοῦμε, ὄχι τόσο μέ λόγια, ὅσο μέ τήν αἴσθηση τῆς παρουσίας Του μέσα μας. Γιατί τότε Ἐκεῖνος εἰσδύει στήν καρδιά μας καί ἐκεῖ μαρτυρεῖ τή σωτηρία μας μέ τή χάρη Του. Ὁ ἅγιος Σιλουανός ἐπιβεβαιώνει τήν παράδοξη αὐτή ἀλήθεια, ὅταν λέει ὅτι τό Πνεῦμα μαρτυρεῖ στήν καρδιά μας γιά τή σωτηρία μας .

Ἕνας ἄλλος τρόπος, ὅπου γίνεται φανερό ὅτι ὁ Θεός μᾶς ὁμιλεῖ ἐπί ἴσοις ὄροις, εἶναι ὁ λόγος Του: «Ἐάν ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τά παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καί ὑμῖν ὁ Πατήρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος» (Ματθ. 6, 14). Ἡ ἰσότητα αὐτή ἐπιβεβαιώνεται περαιτέρω στήν Κυριακή Προσευχή: «Ἅφες ἠμῖν τά ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καί ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν» (Ματθ. 6, 12). Ἐκ πρώτης ὄψεως ἡ ἄρνηση τῆς συγχωρήσεως φαίνεται ἴσως αὐστηρή. Ἄν ὅμως λάβουμε ὑπ’ ὄψιν ὅτι Αὐτός εἶναι ὁ Δημιουργός καί ἐμεῖς ἁπλῶς τά πλάσματά Του, τότε διαπιστώνουμε ὅτι οἱ ὅροι τῶν λόγων Του εἶναι οἱ πλέον ἄνισοι: ὁ Θεός εἶναι ἀπίστευτα οἰκτίρμων στήν κρίση Του! Συνέχεια

Ἡ αὐταπάρνηση τῆς Θεομήτορος

Στόν γάμο τῆς Κανᾶ (Ἰωάν. 2), ἡ Μητέρα τοῦ Κυρίου πλησίασε τόν Υἱό της μέ πολλή διακριτικότητα καί ταπείνωση, ὄντας ταπεινή καί ἁγία Παρθένος, γιά νά τοῦ ἀναγγείλει μέ πραότητα: «Οἶνον οὐκ ἔχουσιν». Ἐνῶ ἀκόμη πρόφερε τά λόγια αὐτά, γεννήθηκε στήν καρδιά της ἡ σκέψη ὅτι ἴσως εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νά φανερώσει ὁ Κύριος τή δόξα Του, γιατί τό πνεῦμα της μελετοῦσε τά μεγαλειώδη γεγονότα, στά ὁποῖα ἡ ἴδια εἶχε παραστεῖ ὡς μάρτυρας ἀπό τήν ἡμέρα ἀκόμη τοῦ Εὐαγγελισμοῦ. Ὁ Κύριος ἀποκρίθηκε στόν βαθύ αὐτό συλλογισμό τῆς καρδιᾶς της, καί ἡ ἀπάντησή Του καταδεικνύει μέ ποιόν τρόπο ἡ ἐπικοινωνία στό πνευματικό ἐπίπεδο στοχεύει τήν οὐσία τοῦ θέματος, παρακάμπτοντας τά προκαταρκτικά στάδια τῆς συνήθους συζητήσεως.

Ἡ ἁγία Παρθένος εἶχε παρευρεθεῖ στό ἐπίκεντρο τῶν πιό ἀσυνήθιστων καί ὑπερφυσικῶν γεγονότων: τῆς συλλήψεως καί γεννήσεως τοῦ Υἱοῦ τοῦ Θεοῦ, τῆς λατρευτικῆς προσκυνήσεως τῶν Μάγων πού ἀκολούθησε τή γέννησή Του, τῆς ἐμφανίσεως τῆς χορείας τῶν Ἀγγέλων, τοῦ ὀνείρου τοῦ Ἰωσήφ, μέ τό ὁποῖο ὁ Κύριος ἀπομάκρυνε κάθε ἀμφιβολία ἀπό τήν καρδιά του, τῆς φυγῆς στήν Αἴγυπτο, τῆς προστασίας τοῦ Θεοῦ κατά τή διάρκεια τῆς σφαγῆς χιλιάδων βρεφῶν ἀπό τόν Ἡρώδη, τῆς κλήσεως τῶν πρώτων μαθητῶν μετά τή Βάπτιση τοῦ Κυρίου. Ὅλα αὐτά τά γεγονότα πρόσφεραν πλούσια καί εὔγλωττη μαρτυρία ἐκ μέρους τοῦ Θεοῦ γιά τά πρόσωπα τοῦ Χριστοῦ καί τῆς Ὑπεραγίας Μητρός Του. Ἐπί τριάντα χρόνια ἡ Θεομήτωρ τά εἶχε φυλάξει ὡς πολύτιμο θησαυρό μέσα στήν καρδιά της. Ὅταν τό Ἅγιο Πνεῦμα κατέβηκε ἀπό τούς οὐρανούς καί ἀναπαύθηκε πάνω στόν Κύριο κατά τή Βάπτισή Του –«ἐν εἴδει περιστερᾶς», προκειμένου νά μαρτυρήσει τή θεότητα τοῦ Υἱοῦ πρίν ἀπό ὅλους τους αἰῶνες, ἡ καρδιά της ἄρχισε νά πλημμύριζει ἀπό ἅγια προσδοκία. Ἀνέμενε νά δεῖ τήν στιγμή, πού ὁ Κύριος θά ἀποκάλυπτε τή δόξα Του. Τώρα λοιπόν ἡ Μαριάμ, ἡ Μητέρα τοῦ Θεοῦ, προσεγγίζει τόν Υἱό της μέ μεγάλη συστολή, ὅπως θά ἅρμοζε σέ κόρη μᾶλλον παρά σέ μητέρα, καί Τοῦ λέει: «Οἶνον οὐκ ἔχουσιν». Ὁ Κύριος ἀποκαλεῖ τή Μητέρα Του «γυναίκα», προσηγορία πού θά Τῆς ἀπευθύνει ἐπίσης καί κατά τή σταύρωση: «Γῦναι, ἴδε ὁ υἱός σου!» (Ἰωάν. 19, 26). Ἡ ἀπάντησή Του εἶναι ἴσως ἀρκετά αὐστηρή, ἀλλά ὁπωσδήποτε εὐγενής: «“Γῦναι, τί ἐμοί καί σοί;» Ἀδυνατῶ νά ἐκπληρώσω τίς ἐπιθυμίες τῆς μητέρας μου, γιατί πρέπει νά φέρω εἰς πέρας τήν ἀποστολή τοῦ Πατέρα μου καί ἡ ὥρα μου δέν ἔχει ἔλθει ἀκόμη».

Μέ τόν τρόπο αὐτό ὁ Κύριος ἐκκόπτει τίς ἐπιθυμίες τῆς μητέρας Του καί φαίνεται νά τίς ἀγνοεῖ. Ἄν δέν εἶχε υἱοθετήσει τή στάση αὐτή, δέν θά μποροῦσε ἀργότερα νά προφέρει τόν λόγο: «Εἴ τις ἔρχεται πρός με καί οὐ μισεῖ τόν πατέρα ἑαυτοῦ καί τήν μητέρα καί τήν γυναίκα καί τά τέκνα καί τούς ἀδελφούς καί τάς ἀδελφάς, ἔτι δέ καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν, οὐ δύναταί μου μαθητής εἶναι» (Λουκ. 14, 26). Ὅπως ἔλεγε ὁ Γέροντας Σωφρόνιος, ὁ Κύριος ποτέ δέν παρέδωσε ἐντολές, τίς ὁποῖες δέν εἶχε ὁ Ἴδιος πρῶτα τηρήσει στή ζωή Του. Ζώντας σύμφωνα μέ τίς δικές Του ἐντολές, Αὐτός πού εἶναι ἡ Ὁδός, παρέδωσε στούς μαθητές Τοῦ ὁδό ζωῆς. Ἐπί τριάντα χρόνια ἔζησε μέ ὑπακοή στούς γονεῖς Του, σύμφωνα μέ τό κατά Λουκᾶν εὐαγγέλιο. Ἀλλά εἶχε ἔλθει ἡ ὥρα νά τά ἀφήσει ὅλα πίσω Του χάριν τῆς θεϊκῆς ἀποστολῆς Του γιά τή σωτηρία τοῦ κόσμου. Συνέχεια