Μάιος 2015
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Μηνιαία Αρχεία: Μάιος 2015

Γιατί τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίσθηκε μέ τή μορφή πύρινης γλώσσας;

Ἅγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Ὅταν ὁ Κύριος βαπτίσθηκε στόν Ἰορδάνη τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίσθηκε ἐν εἴδει περιστερᾶς. Ἐμφανίσθηκε ὄχι γιά νά προσθέσει κάτι στόν Χριστό, ἀλλά συμβολικά, ἔτσι ὥστε νά δείξει αὐτό πού ὑπάρχει μέσα στόν Χριστό: τήν ἀκακία, τήν καθαρότητα καί τήν ταπεινότητα. Αὐτό συμβολίζει τό περιστέρι. Ὅταν οἱ ἀπόστολοι συγκεντρώθηκαν τήν πεντηκοστή ἡμέρα ἀπό τήν ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης, τό Ἅγιο Πνεῦμα ἐμφανίσθηκε μέ τή μορφή πύρινων γλωσσῶν. Ἐμφανίσθηκε ὡς πύρινη γλώσσα γιά νά τούς ἀφαιρέσει κάτι καί νά τούς προσθέσει κάτι. Δηλαδή, νά ἀφαιρέσει ἀπό αὐτούς κάθε ἁμαρτία, κάθε ἀδυναμία, φόβο καί ἀκαθαρσία τῆς ψυχῆς καί νά τούς δωρίσει τή δύναμη, τό φῶς καί τή ζεστασιά. Οἱ πύρινες γλῶσσες ἐπισημαίνουν συμβολικά αὐτά τά τρία: τή δύναμη, τό φῶς καί τή ζεστασιά.

Γνωρίζεις ὅτι τό πῦρ εἶναι δυνατό, γνωρίζεις πώς φωτίζει καί ζεσταίνει. Ἀλλά ὅταν μιλᾶς γιά τό Ἅγιο Πνεῦμα πρόσεξε νά μήν σκέπτεσαι ὑλικά ἀλλά πνευματικά. Γίνεται λόγος λοιπόν, γιά τήν πνευματική δύναμη, γιά τό πνευματικό φῶς καί γιά τήν πνευματική ζεστασιά.

Καί αὐτά εἶναι: ἡ δυνατή θέληση, ὁ φωτισμένος νοῦς καί ἡ ζέση τῆς ἀγάπης.

Μ΄αὐτά τά τρία πνευματικά ὅπλα ἐξόπλισε τό Ἅγιο Πνεῦμα τούς στρατιῶτες τοῦ Χριστοῦ γιά νά ἀντιμετωπίσουν τόν κόσμο. Ὁ Διδάσκαλος τούς εἶχε ἀπαγορεύσει ἀκόμα καί ράβδο νά φέρουν ἀπό τά ἐπίγεια ὅπλα.

Γιατί τό πῦρ ἐμφανίζεται μέ τή μορφή γλωσσῶν πάνω ἀπό τά κεφάλια τους; Ἐπειδή οἱ ἀπόστολοι ἔπρεπε μέσω τῆς γλώσσας νά κηρύξουν στούς λαούς τό χαρμόσυνο νέο, τήν εὐαγγελική ἀλήθεια καί ζωή, τήν ἐπιστήμη τῆς μετάνοιας καί τῆς συγχώρεσης.

Μέ τόν λόγο ἔπρεπε νά μάθουν, μέ τόν λόγο νά θεραπεύουν, μέ τόν λόγο νά παρηγοροῦν, μέ τόν λόγο νά ἁγιάζουν καί νά καθοδηγοῦν, μέ τόν λόγο νά φροντίζουν τήν Ἐκκλησία. Ἐπίσης, μέ τόν λόγο νά ἀμύνονται, ἀφοῦ τούς εἶπε ὁ Ὁδηγός νά μήν φοβοῦνται τούς διῶκτες καί νά μήν ὑπερασπίζονται ἑαυτούς στά δικαστήρια κατά τό δοκοῦν, ἐπειδή εἶναι ἁπλοί ἄνθρωποι, καί τούς βεβαίωσε:

«Οὐ γάρ ὑμεῖς ἔστε οἱ λαλοῦντες ἀλλά τό Πνεῦμα τοῦ πατρός ὑμῶν τό λαλοῦν ἐν ὑμῖν» (Ματθ. 10, 20). Θά μποροῦσαν ἄραγε νά μιλοῦν τή συνηθισμένη γλώσσα τῶν ἀνθρώπων γιά τό μέγιστο χαρμόσυνο νέο τό ὁποῖο ἔφθασε ποτέ στά αὐτιά τῶν ἀνθρώπων, ὅτι ὁ Θεός ἐμφανίσθηκε στή γῆ καί ἄνοιξε στούς ἀνθρώπους τίς πύλες τῆς ἀθάνατης ζωῆς; Θά μποροῦσε ἄραγε ὁ ἄνθρωπος μέ τή θνητή ἀνθρώπινη φύση νά διαδώσει αὐτό τό ζωοποιό βάλσαμο μέσα ἀπό τή δυσωδία τῆς Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας καί μάλιστα ἕως τήν ἄκρη τοῦ κόσμου; Μέ τίποτα καί ποτέ.

Μόνο τό πύρινο Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μποροῦσε νά τό κάνει, τό ὁποῖο διά στόματος ἀποστόλων σκόρπισε οὐράνιες σπίθες στό ἐπίγειο σκοτάδι.

Ἀλλά, ἄνθρωπε, δέν αἰσθάνθηκες ποτέ τό Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ μέσα σου; Δές, καί ἐσύ εἶσαι βαπτισμένος μέ Πνεῦμα· μέ νερό καί Πνεῦμα. Ἄραγε ποτέ δέν σέ ξάφνιασε μέσα σου κάποια μεγάλη καί φωτεινή σκέψη, σιωπηρός λόγος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος; Ποτέ δέν σέ ξάφνιασε σάν ἄνεμος καί δέν φούντωσε μέσα στήν καρδιά σου ἡ ἀγάπη γιά τόν Δημιουργό σου φέρνοντάς σου δάκρυα στά μάτια;

Παραδώσου στήν θέληση τοῦ Θεοῦ καί φύλαξε αὐτό πού δονεῖ τήν ψυχή· θά γνωρίσεις τό θαῦμα τῆς Πεντηκοστῆς, πού στάθηκε πάνω ἀπό τούς ἀποστόλους.

Εἰρήνη καί χαρά ἀπό τό Ἅγιο Πνεῦμα.

 

Φυσικό καί γνωμικό θέλημα

Ἀρχιμ. Ἀντώνιος Ρωμαῖος

imagesCAEYTFPHὉ Κύριος καί Θεός, ὁ Σωτήρ ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, μεταξύ τῶν σωτηριωδῶν ἀληθειῶν, τίς ὁποῖες ἐδίδαξε, εἶπε:

«Ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρός ὑμῶν, ἐκεῖ καί ἡ καρδία ὑμῶν ἔσται».[1] Ὁ ἄνθρωπος, χωρισμένος, θεληματικά, ἀπό τόν Ἰησοῦ Χριστό, θεωρεῖ, ὡς θησαυρό του, αὐτό πού τοῦ ὑπαγορεύει τό φυσικό του θέλημα, μέ τό ὁποῖο σχηματίζει ἕνα ὑποκειμενικό «εἴδωλο θησαυροῦ», βιαστικά καί ἀμελέτητα, χωρίς σύνεση καί περίσκεψη,

Στή συνέχεια τῶν βιωμάτων του, προσκολλάει τήν καρδιά του σέ αὐτό τόν εἰδωλικό θησαυρό καί, κατά συνέπεια, ἡ καρδιά του λειτουργεῖ, εἰδωλολατρικά. Κάθε εἴδωλο, δημιουργεῖται εἴτε μέ πρωτοβουλία τοῦ φυσικοῦ εἴτε μέ πρωτοβουλία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος.

Ἡ ὑπόσταση καί λειτουργία τοῦ γνωμικοῦ θελήματος, ὅμως, ἕπεται τοῦ φρονήματος, τῆς γνώμης, πού σχηματίζεται καί εἶναι συνισταμένη τοῦ ὅλου πλαισίου τῶν παραγόντων καί τῶν συντελεστῶν πού δίνουν τήν ὀντότητα καί τήν λειτουργική ποιότητα στό κάθε πρόσωπο.

Ὁ Μέγας τῶν ἐθνῶν ἀπόστολος, ὁ ἅγιος Παῦλος, στήν ἐπιστολή του πρός Ρωμαίους διδάσκει τά ἑξῆς βαρυσήμαντα: «καί μή συσχηματίζεσθε τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλά μεταμορφοῦσθε τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοός ὑμῶν, εἰς τό δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τό ἀγαθόν καί εὐάρεστον καί τέλειον».

Ἡ θέση αὐτή τοῦ ἁγίου Παύλου, εἶναι καί χαρισματική καί ἐμπειρική. Ἔχει πλήρη συνείδηση, σφαιρική ἀντίληψη, καί γιά τό φυσικό καί γιά τό γνωμικό θέλημα κάθε ἀνθρώπου. Γνωρίζει πολύ καλά ὅτι δέν εἴμαστε τέλειοι, ὅσο καί ἄν ἐπιθυμοῦμε τήν τελειότητα, καί ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς ἀβούλητης ἀτέλειάς μας, δέν πρέπει νά θεωροῦμε τό γνωμικό μας θέλημα τέλειο, παγιωμένο καί στάσιμο, ἀλλά πάντοτε εὑρισκόμενο σέ κατάσταση συνεχοῦς ἀναμόρφωσης, ἡ ἐπιτυχία τῆς ὁποίας , ἐν πολλοῖς, ἐξαρτᾶται ἀπό τό ρυθμό λειτουργίας τῆς ἐσωτερικῆς καί ἐξωτερικῆς ἐλευθερίας μας, ὡς ἀπαραίτητης προϋπόθεσης κατανόησης καί ἀποδοχῆς τοῦ θελήματος καί τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ.

Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος, πρίν ἀπό τήν ἄμεση κλήση του ὑπό τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, στήν πορεία του πρός τή Δαμασκό, ἦταν φανατικά «συσχηματισμένος» μέ τό θρησκευτικό καί κοινωνικό του περιβάλλον καί, κατά συνέπεια, τό γνωμικό του θέλημα τόν ὁδηγοῦσε νά ἐγκληματεῖ κατά τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Χριστιανῶν.

Δέν πρέπει νά διαφεύγει τῆς προσοχῆς μας, ὅτι αὐτό τό ἐγκληματικό γνωμικό θέλημά του, τό ἐπικύρωναν οἱ κοινωνικοί καί θρησκευτικοί παράγοντες τοῦ τότε «αἰῶνος». Ἐθεωρεῖτο ἄψογος ἐνῶ λειτουργοῦσε τήν ὑπαρξή του ἐγκληματικά! Σέ μιά ὅμοια κατάσταση, στίς μέρες μας καί κατά ἕνα μεγάλο ποσοστό τοῦ συνόλου πληθυσμοῦ τῆς Χώρας μας, βρίσκονται καί οἱ βαπτισμένοι στήν ἱερά Κολλυμβήθρα τῆς Ἐκκλησίας μας Χριστιανοί, ἀκριβῶς ἐξαιτίας τοῦ ὅτι ἔχουν συσχηματιστεῖ τῷ αἰῶνι τούτῳ. Τό γνωμικό τους θέλημα, εἶναι ἀντίθετο πρός τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τῆς Καινῆς Διαθήκης τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, καί βρίσκεται συσχηματισμένο μέ τά φρονήματα τῆς σύγχρονης ούμανιστικῆς καί ἡδονολατρικῆς κοινωνίας, τῆς παραπαιούσης μεταξύ ἀμοραλισμοῦ καί ἐγκληματικῆς διαστροφῆς.

 

Σημειώσεις

[1] Λουκ. 12, 34 καί Ματθ. 6, 21

Ἀνάσταση! Ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

 

Ἀνάσταση! Ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Ἀρχιμ. Εὐσέβιου Βίττη.

 «Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν». Ὅσο κι ἄν μᾶς φαίνεται κατανοητή ἡ φράση αὐτή καί ὁ προσδιορισμός τοῦ νοήματός της, ὅμως ἀποτελεῖ μυστήριο, γιατί μυστήριο εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, μέ τόν ὁποῖο ταυτίζεται. Ὅσο ἄπειρος εἶναι ὁ Θεός, τόσο ἄπειρη εἶναι καί ἡ ἀγάπη του. Καί ὅσο λίγο κατανοοῦμε τό Θεό, τόσο λίγο μποροῦμε νά κατανοήσουμε καί τό νόημα αὐτῆς τῆς φράσεως, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη στήν ὁλότητά του, γιατί ξεπερνάει τά ὅρια τῆς περιορισμένης μᾶς λογικῆς. Μένουν ὅμως κάποια στοιχεῖα καί μερικά περιθώρια κατανοήσεως κάποιων ἐκδηλώσεων τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τόσο στή σύνολη δημιουργία, ὅσο καί στή σχέση τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο. Ἀλλιῶς δέ θά εἶχε νόημα ἡ ὁμιλία αὐτή.

Μία προσπάθεια προσεγγίσεως τῆς θείας ἀγάπης ἀποτελεῖ ἡ περιγραφή, πού ἐπιχειρεῖ σχετικά ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης μιλώντας γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὡς «ἐκστατικότητα τοῦ Θεοῦ». Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι μία κατά κάποιον τρόπο μυστικόν καί ἀπροσπέλαστον νοητικά «ἔκσταση», δηλαδή ἔξοδος τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἑαυτό του, χωρίς ὅμως νά «ἐξίσταται» ὁ Θεός, χωρίς δηλαδή νά βγαίνει ἀπό τόν ἑαυτό του! Ἀκατανόητο αὐτό καί ἀντινομικό, ἀλλά μόνον ἔτσι μπορεῖ νά ἐκφραστεῖ αὐτή ἡ διαπίστωση.

Ὁ Θεός πληροί τά πάντα καί περιέχει τά πάντα, ἀλλά ὁ ἴδιος δέν περιέχεται ἀπό τίποτε. Πῶς λοιπόν εἶναι δυνατόν νά «ἐξίσταται» ὁ Θεός, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει χῶρος γιά νά «ἐκστεῖ» ἔξω ἀπό αὐτόν, γιατί εἶναι ἀπερίληπτος; Πῶς μπορεῖ δέ νά ἐξίσταται, καί ὅμως νά παραμένει μή ἐξισταμένος; «Μείωση» ἤ «σμίκρυνση» τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπαράδεκτη καί ἀκατανόητη. Ἄς ἰδοῦμε ὅμως τί ἀκριβῶς μᾶς λέει ὁ Ἅγιος καί ἄς κατανοήσει ὁ καθένας μᾶς ὅ, τί μπορεῖ, ἀφοῦ ὁ χρόνος δέ μᾶς ἐπιτρέπει ἀναλύσεις καί σχολιασμούς. «Ἄς τολμήσουμε, λέει, νά ποῦμε ἐτοῦτο χάριν τῆς ἀλήθειας, ὅτι αὐτός ὁ αἴτιος τῶν ὅλων ἐξαιτίας τοῦ καλοῦ καί ἀγαθοῦ ἔρωτος γιά ὅλα ἀπό ὑπερβολή ἐρωτικῆς ἀγαθότητος βγαίνει ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του μέ τίς πρόνοιές του γιά ὅλα τά ὄντα.

Καί θέλγεται κατά κάποιον τρόπο ἀπό τήν ἀγαθότητα καί τήν ἀγάπη καί τόν θεῖο ἔρωτα. Ἀπό ἐκεῖ, πού εἶναι πάνω ἀπό ὅλα καί ὑψηλότερος ἀπείρως ἀπό αὐτά, κατεβαίνει σέ ὅλα μέ ἐκστατική δύναμη ὑπερούσια, χωρίς νά ἐξέρχεται οὐσιαστικά ἀπό τόν ἑαυτό του. Γι’ αὐτό κι ἐκεῖνοι, πού ξέρουν καλά τά θεία, τόν ἀποκαλοῦν ζηλωτή, ἐπειδή ἔχει πολύν αὐτόν τόν ἔρωτα πρός τά ὄντα. Καί ἐπειδή γι’ αὐτά προνοεῖ».

Καί ἐπεξηγεῖ ὁ ἅγιος Ἰερόθεος τήν ἔννοια τοῦ ὄρου ἔρως: «Τόν ἔρωτα εἴτε θεῖον εἰποῦμε εἴτε ἀγγελικόν εἴτε νοερόν εἴτε ψυχικόν εἴτε ἀκόμη καί φυσικόν, πρέπει νά τόν ἐννοήσουμε ὡς μία δύναμη πού προξενεῖ ἕνωση. Καί κινεῖ τά ἀνώτερα νά προνοοῦν γιά τά κατώτερα, ἐκεῖνα πού εἶναι τῆς ἴδιας σειρᾶς τά κινεῖ νά ἔχουν ἀμοιβαία συνοχή καί κοινωνία, καί τέλος κινεῖ τά κατώτερα νά ἐπιστρέψουν στά καλύτερα καί ἀνώτερά τους».

Ἑπομένως ὁ Θεός «ἐξίσταται» μέ μία πνευματική κίνηση ἀγαπητική πρός τά δημιουργήματά του, καί εἰδικότερα πρός τά λογικά πλάσματά του, ὅπως εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Καί ὁ ἅγιος Διονύσιος συνεχίζει: «Ὁ θεῖος ἔρως εἶναι ἀπό τή φύση τοῦ ἐκστατικός.

Δέν ἀφήνει τούς ἐραστές νά ἀνήκουν στόν ἑαυτό τους. Καί αὐτό τό δείχνουν ἀπό τήν πρόνοια, πού δείχνουν γιά τά κατώτερα. Ἐκεῖνα πού εἶναι τῆς ἴδιας σειρᾶς τή δείχνουν ἀπό τή μεταξύ τους συνοχή. Καί τά χαμηλότερα ἀπό τή θειότερη ἐπιστροφή τους πρός τά πρῶτα.

Γι’ αὐτό ὁ θεῖος Παῦλος, πού κυριεύθηκε ἀπό τόν θεῖον ἔρωτα καί δοκίμασε τήν ἐκστατική του δύναμη, λέει μέ ἔνθεο στόμα: «δέν ζῶ ἐγώ, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός», ὡς ἀληθινός ἐραστής, πού μέσα τοῦ εἶχε ὑποστεῖ ἔκσταση πρός τό Χριστό, ὅπως λέει ὁ ἴδιος στήν πρός Κορινθίους Ἐπιστολή του. Δέ ζοῦσε ἑπομένως τή δική του ζωή, ἀλλά τή ζωή τοῦ ἀγαπημένου του ὡς ὑπερβολικά ἀγαπητή καί ποθητή».

Καί ὁ μεγάλος θεολόγος, ὁ ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, λέει τά ἑξῆς: «Οἱ θεολόγοι ὀνομάζουν τό θεῖον ἄλλοτε ἔρωτα, ἄλλοτε ἀγάπη, ἄλλοτε ἐραστό καί ἀγαπητό. Γι’ αὐτό ὁ ἔρως, πού εἶναι ἀγάπη, κινεῖται (πρός τά ἔξω), ὡς ἐραστό δέ καί ἀγαπητό κινεῖ πρός τόν ἑαυτό τοῦ ὅλα ὅσα εἶναι δεικτικά ἔρωτος καί ἀγάπης.

Καί, γιά νά τό ξαναποῦμε καθαρότερα καί σαφέστερα, κινεῖται πρός ἐκεῖνα πού εἶναι δεικτικά ἔρωτος καί ἀγάπης, προξενώντας μία ἐσωτερική σχέση. Καί κινεῖ, γιατί εἶναι ἐκ φύσεως ἑλκυστικός της ἐπιθυμίας ἐκείνων, πού κινοῦνται πρός αὐτόν. Καί πάλι κινεῖ καί κινεῖται, γιατί ὁ θεῖος ἔρως διψάει νά τόν διψοῦν, ποθεῖ νά ποθεῖται καί ἀγαπάει νά τόν ἀγαποῦν». τό ἴδιο ἄλλωστε ἰσχύει καί ἀπό τήν πλευρά τῶν ἀγαπημένων ἐν σχέσει πρός τόν Κύριο, ὡς πηγή τῆς θείας ἀγάπης.

Καί συνεχίζει: «Πηγή καί γεννήτορας τῆς ἀγάπης καί τοῦ θείου καί ἁγίου ἔρωτος εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Γιατί αὐτός, ἐνῶ ὑπῆρχε αὐτή ἡ ἀγάπη μέσα του, τήν πρόβαλε πρός τά ἔξω, δηλαδή πρός τά κτίσματά του. Σύμφωνα μέ αὐτό ἔχει λεχθεῖ ὅτι “ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη”. Συνέχεια