Ιούλιος 2022
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930
31  

Ἥ συνείδηση.

Σύμφωνα μέ τούς ἁγίους πατέρες, ὁ ἀντίδικος τοῦ ἀνθρώπου, πού ἀναφέρεται στό Εύαγγέλιο[3], εἶναι ἡ συνείδηση.

Καί πράγματι εἶναι ἀντίδικος, γιατί ἐναντιώνεται σέ κάθε ἄνομο ἐγχείρημά μας. Βαδίζοντας πρός τόν οὐρανό, στή διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς σου, νά ἔχεις εἰρηνικές σχέσεις μ’ αὐτόν τόν ἀντίδικο, γιά νά μή γίνει κατήγορός σου τότε πού θ’ ἀποφασίζεται ἡ κατάστασή σου στήν αἰωνιότητα.

Λέει ἡ Γραφή: «Θά ἀπαλλάξει τήν ψυχή ἀπό τά δεινά ἕνας ἀξιόπιστος μάρτυρας »[4]. Ἀξιόπιστος μάρτυρας εἶναι ἡ ἄμεμπτη συνείδηση.Ἡ ἄμεμπτη αὐτή συνείδηση τήν ψυχή πού ἀκούει τίς συμβου- λές της θά τή λυτρώσει ἀπό τίς ἁμαρτίες της μέχρι τόν θάνατο καί ἀπό τά αἰώνια βάσανα μετά τόν θάνατο.

Ὅπως ἡ κόψη τοῦ μαχαιριοῦ ἀκονίζεται μέ τήν πέτρα, ἔτσι καί ἡ συνείδηση ἀκονίζεται ἀπό τή νοητή πέτρα[5], τόν Χριστό, μέ τή μελέτη τοῦ λόγου Του, πού τή φωτίζει, καί μέ τήν τήρηση τῶν εὐαγγελικῶν ἐντολῶν.

Φωτισμένη καί ἀκονισμένη ἀπό τό Εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ ἡ συνείδηση, λεπτομερειακά καί ὁλοκάθαρα φανερώνει στόν ἄνθρωπο τίς ἁμαρτίες του, ἀκόμα καί τίς πιό μικρές.

Μήν ἀσκεῖς βία στόν ἀντίδικό σου-μήν παραβιάζεις τή συνείδησή σου! Διαφορετικά, θά στερηθεῖς τήν πνευματική σου ἐλευθερία. Ἡ ἁμαρτία θά σέ αἰχμαλωτίσει καί θά σέ δέσει. Θλίβεται ὁ προφήτης μαζί μέ τόν Θεό γι’ αὐτούς πού ἐπιβουλεύονται τόν ἴδιο τους τόν ἑαυτό, παραβιάζοντας τή συνείδησή τους: «Ὁ Ἐφραΐμ καταπίεσε τόν ἀντίδικό του, καταπάτησε τό δίκιο του, γιατί ἄρχισε να ἀκολουθεῖ τή ματαιότητα»[6].

Ἡ «κόψη» τῆς συνειδήσεως εἶναι πολύ λεπτή, πολύ εὐαίσθητη, γι’ αὐτό ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά τή φυ- λάει προσεκτικά. Καί τή φυλάει, ὅταν, σέ περίπτωση ἀθετήσεως κάποιας ἀπ’ αὐτες λόγω ἀδυναμίας ἤ πλάνης, μετανοεῖ μέ δάκρυα.

Καμιά ἁμαρτία μή θεωρεῖς ἀσήμαντη. Κάθε ἁμαρτία ἀποτελεῖ παράβαση τοῦ θείου νόμου, ἐναντίωση στό θέλημα τοῦ Θεοῦ, καταπάτηση τῆς συνειδήσεως. Ἄλλωστε, ἀπό τά μικρά, ἀπό τά μηδαμινά, ὅπως νομίζουμε, ἁμαρτήματα ὁδηγούμαστε σιγά – σιγά στά μεγάλα. “Πόσο σοβαρό εἶναι αὐτό; Εἶναι βαρία ἁμαρτία; Μήπως δέν εἶναι κάν ἁμαρτία; Ναί, δέν εἶναι ἁμαρία!”.

Ἔτσι σκέφτεται ὁ ἄνθρωπος πού δέν ἐνδιαφέρεται γιά τή σωτηρία του, ὅταν ἀποφασίζει νά γευθεῖ τήν ἁμαρτωλή τροφή, τήν τροφή πού ἀπαγορεύει ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ. Μέ ἀβάσιμους συλλογισμούς καταπατᾶ διαρκῶς τή συνείδηδή του.

Ἔτσι, μέ τόν καιρό, ἡ «κόψη» της στομώνει καί ἡ φωτεινότητά της μειώνεται. Στήν ψυχή ἁπλώνονται τό σκοτάδι καί ἡ παγωνιά-ἡ ἀμέλεια καί ἠ ἀναισθησία. Τελικά ἡ ἀναισθησία γίνεται πάγια κατάσταση τῆς ψυχῆς.

Συχνά, μάλιστα, συμβαίνει νά εἶναι ἱκανοποιημένη ἡ ψυχή μέ τήν ἀναισθησία της, θεωρώντας την κατάσταση εὐάρεστη στόν Θεό, κι ἔτσι νά ἔχει τή συνείδησή της ἀναπαυμένη. Στήν πραγματικότητα, βέβαια ἀφοῦ ἔχασε τή μακάρια συναίσθηση τῆς ἁμαρτωλότητάς της, πού εἶναι ἡ βάση τῆς πνευματικῆς ζωῆς, τύφλωσε καί ἀποκοίμισε τή συνείδηση[7].

Ἀθέατες τότε, μέσα στό βαθύ σκοτάδι τῆς ἀναισθησίας, διάφορες ἁμαρτίες ὁρμοῦν σάν ληστές μέσα στήν ψυχή καί τήν κάνουν κρησφύγετό τους. Οἱ ἁμαρτίες αὐτές, μένοντας ἐκεῖ γιά πολύ, γίνονται συνήθειες.

Μέ τόν καιρό ἑδραιώνονται καί ἰσχυροποιοῦνται ὅσο καί οἱ φυσικές ἰδιότηες τῆς ψυχῆς, καμιά φορά μάλιστα ξεπερνοῦν σέ δύναμη ἀκόμα κι αὐτές τίς φυσικές ἰδιότητες. Οἱ ἁμαρτωλές συνήθειες ὀνομάζονται πάθη. Χωρίς νά τό συνειδητοποιεῖ ὁ ἄνθρωπος, ἁλυσοδένεται σιγά-σιγά ἀπό τήν ἁμαρτία καί γίνεται αἰχμάλωτός της, δοῦλος της.

Ὅποιος ἀδιαφορεῖ συστηματικά γιά τίς ὑπομνήσεις τῆς συνειδήσεως, ἀφήνει τόν ἑαυτό του νά αἰχμαλωτιστεῖ ἀπό τήν ἁμαρτία. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος μόνο μέ ἔντονο προσωπικό ἀγώνα καί μέ τή δυναμική βοήθεια τοῦ Θεοῦ θά μπορέσει νά σπάσει τίς ἁλυσίδες του καί νά ἐλευθερωθεῖ ἀπό τά πάθη. Γιατί τά πάθη ταυτίστηκαν μέ τή φύση του, ἔγιναν, θαρρεῖς, ἰδιότητές της. Ἀγαπητέ μου ἀδελφέ! Μ’ ὅλη τήν προσοχή καί τήν ἐπιμέλεια φύλάξε τή συνείδησή σου.

Φύλαξε τή συνείδησή σου, πρῶτον, ὡς πρός τή σχέση σου μέ τόν Θεό. Νά τηρεῖς ὅλες τίς ἐντολές Του, τόσο ὅταν σέ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι ὅσο καί ὅταν δέν σέ βλέπουν. Γιατί καί ὅταν δέν σέ βλέπουν οἱ ἄνθρωποι, ὅ, τι κάνεις, ἀκόμα καί ὅ, τι σκέφτεασαι, γίνεται γνωστό στόν Θεό καί στή συνείδηση σου.

Φύλαξε τή συνείδησή σου, δεύτερον,ως πρός τή σχέση σου μέ τόν πλησίον.

Μήν ἀρκεῖσαι σέ μιάν εὐπρεπή ἐξωτερική συμπεριφορά πρός τούς συνανθρώπους σου. Πρέπει ἀπό τή συμπεριφορά σου νά ἱκανοποιεῖται ἡ συνείδησή σου. Καί ἡ συνείδηση ἱκανοποιεῖται, ὅταν ὄχι μόνο οἱ πράξεις σου ἀλλά καί τά αἰσθήματά σου γιά τόν πλησίον ἀνταποκρίνονται στίς ἐντολές τοῦ Εὐαγγελίου.

Φύλαξε τή συνείδησή σου, τρίτον, ὡς πρός τά πράγματα, ἀποφεύγοντας τά περιττά καί τά πολυτελή. Νά θυμᾶσει πώς ὅλα τά ἀντικείμενα πού χρησιμοποιεῖς στήν καθημερινή σου ζωή εἶναι δὼρα τοῦ Θεοῦ.

Φύλαξε τή συνείδησή σου, τέταρτον, ὡς πρός τόν ἴδιο σου τόν ἑαυτό. Μήν ξεχνᾶς πώς εἶσαι εἰκόνα τοῦ Θεοῦ καί πρέπει νά Τοῦ μοιάσεις[8], νά Τοῦ παρουσιάσεις κάποτε αὐτή τήν εἰκόνα καθαρή καί ἄμεμπτη.

Ἀλίμονο, ἀλίμονο στήν ψυχή, στήν ὁποία ὁ Κύριος, τήν ἡμερα τῆς Κρίσεως, δέν θ’ ἀναγνωρίσει τήν εἰκόνα Του! Ἀλίμονο, στήν ψυχή, στήν ὁποία δέν θά βρεῖ καμιάν ὁμοιότητα μέ τόν ἑαυτό Του! Αὐτή ἡ ψυχή θ’ ἀκούσει τήν τρομερή καταδίκη: «Δέν σέ ξέρω!»[9].

Ἡ ἄχρηστη εἰκόνα θά ριχθεῖ στήν ἄσβεστη φλόγα τῆς γέεννας. Ἀνέκφραστη καί ἀτελεύτητη, ἀπεναντίας, θά εἶναι ἡ χαρά τῆς ψυχῆς, στήν ὁποία ὁ Κύριος θ’ ἀναγνωρίσει τήν εἰκόνα Του, στήν ὁποία θά δεῖ τήν προπτωτική θεία ὀμορφιά, δῶρο τῆς ἄπειρης ἀγαθότητάς Του στό πλάσμα Του. Αὐτή ἡ ὀμορφιά τῆς ἀνθρώπινης ψυχῆς μετά τήν προπατορική πτώση χάθηκε, ἀλλά ἀποκαταστάθηκε καί αὐξήθηκε μέ τή λυτρωτική οἰκονομία τοῦ Χριστοῦ.

Καί ὁ Χριστός μᾶς ἔδωσε ἐντολή νά διατηροῦμε τή θεία ὀμορφιά τῆς ψυχῆς μας ἀκέραιη καί ἄσπιλη, ἀποφεύγοντας ὅλες τίς ἁμαρτίες καί τηρώντας ὅλες τίς εὐαγγελικές ἐντολές.

Τῆς ἀποφυγῆς τῶν ἁμαρτιῶν καί τῆς τηρήσεως τῶν ἐντολῶν ἄγρυπνος ἐπιτηρητής καί ἀσίγητος παρακινητής εἶναι ἡ συνείδηση. Ἀμήν.

Σημειώσεις

1. Ἀββᾱ Δωροθέου, ὅ.π., Γ’, 40

2. Βλ. Ἑβρ. 10:22

3. Βλ. Ματθ. 5:25 Λουκ. 12:58

4. Παροιμ. 14:25

5. Βλ. Α’ Κορ. 10:4

6. Ὡσηέ 5:11

7. Βλ. Ὁσίου Ἰωάννου τοῦ Σιναΐτου, ὅ.π. ΙΖ’.

8. Βλ. Γεν. 1:26-27

9. Πρβλ. Ματθ. 25:12 Λουκ. 13:25,27

Ἁγίου Ἰγνάτιου Μπριαντσανίνωφ, Ἀσκητικές Ἐμπειρίες Β’ (σελ 114 -119)

 ἐκδ.Ἱερά Μονή Παρακλήτου

     

Pages: 1 2