Ιούνιος 2022
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930  

Ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας

Στυλιανὸς Παπαδόπουλος,

Untitled-1Ἡ Ἐκκλησία, ἐφόσον εἶναι σῶμα Χριστοῦ, ποὺ σκοπὸ ἔχει τὴν σωτηρία τῶν ἀνθρώπων, δὲν κινδυνεύει νὰ ἀφανιστεῖ, νὰ καταποντιστεῖ (PG 52,429), νὰ χαθεῖ. Ἄρχοντες θρησκευτικοί, λέγει ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, ἄλλοτε καὶ τώρα, φορεῖς τῆς κοσμικῆς ἐξουσίας, αἱρετικοὶ καὶ οἱ ἴδιοι οἱ δαίμονες «ἐπολέμησαν τὴν Ἐκκλησίαν», ἡ ὁποία ὄχι μόνο δὲν νικήθηκε ἀλλ’ «ὑπὲρ τοὺς οὐρανοὺς ἀναβέβηκε» (PG 52, 397-8).

Παρὰ ταῦτα κινδυνεύει συνεχῶς ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ τὸ γεγονὸς τοῦ Σώματος τοῦ Χριστοῦ, ἡ Ἐκκλησία δηλαδή, σημαίνει καὶ ἀποτελεῖ ἑνότητα πραγματική, «… Ἐκκλησίαν δὲ Θεοῦ καλεῖ (= ὁ Παῦλος), δεικνὺς ὅτι ἡνῶσθαι αὐτὴν χρῆ. Εἰ γὰρ Θεοῦ ἐστιν, ἥνωται καὶ μία ἐστιν, οὐκ ἐν Κορίνθῳ μόνον ἀλλὰ καὶ ἐν πάςῃ τῇ οἰκουμένη. Τὸ γὰρ τῆς Ἐκκλησίας ὄνομα οὐ χωρισμοῦ, ἀλλὰ ἑνώσεώς ἐστι, καὶ συμφωνίας ὄνομα. …Εἰ δὲ ὁ τόπος χωρίζει (=τοὺς πιστούς), ἀλλ’ ὁ Κύριος αὐτοὺς συνάπτει κοινὸς ὤν» (Εἰς Α΄ Κορ., Ὁμιλ. Α΄ 1: PG 61,13), ποὺ συντελεῖται μὲ τὴν συμμετοχὴ τελικὰ ὅλων στὴν ἴδια θεία Εὐχαριστία, στὸ γεγονὸς δηλαδὴ ὅτι, μετέχοντες στὸν ἴδιο «ἄρτο», «ἑνούμεθα» ὅλοι σ’ ἕνα σῶμα, τὸ σῶμα τοῦ Χριστοῦ (PG 61,200). Ἐνῶ πρέπει ὅλα τὰ μέλη τῶν κατὰ τόπους Ἐκκλησιῶν, ἀπὸ τὶς Ἰνδίες π.χ. μέχρι τὴν Ρώμη (PG 59, 361-2), νὰ αἰσθάνονται «ἐν σῶμα καὶ πνεῦμα» καὶ ὅτι ἔχουν τὴν ἴδια πίστη, συχνὰ ἐμφανίζονται διαιρέσεις καὶ κακοδοξίες, ποὺ διασποῦν τὴν ἀληθινὴ ἑνότητα. Ἡ θεία χάρη ὑπάρχει μόνον ὅταν καὶ ὅπου ὅλοι στηρίζονται στὸ αὐτὸ «θεμέλιο», στὴν αὐτὴ πίστη (PG 61,72), ὅταν «δειχθῶμεν πάντες μίαν πίστιν ἔχοντες» (PG 62,83).

Ἡ ἐμπειρία τῶν σχισμάτων καὶ τῶν κακοδοξιῶν τοῦ Χρυσοστόμου ἦταν τόσο πικρή, ὥστε νὰ ὑποστηρίζει ὅτι ἡ διαίρεση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι τόσο μεγάλη ἁμαρτία, ποὺ δὲν μπορεῖ οὔτε «μαρτυρίου αἷμα» νὰ ἐξαλείψει (PG 62,85).

Ἡ ὁμολογία πίστεως τοῦ ΙΙέτρου ὡς θεμέλιο τῆς Ἐκκλησίας καὶ τῆς ἑνότητας

Μὲ αὐτὲς τὶς ἐπισημάνσεις τοῦ Χρυσοστόμου κατανοεῖ κανεὶς εὐχερέστερα τὸν τρόπο, μὲ τὸν ὁποῖο κατανοεῖ ὁ ἱερὸς ἄνδρας τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου στὸν ἀπόστολο Πέτρο, ποὺ αὐθόρμητα ὁμολόγησε καὶ γρήγορα μετανόησε γιὰ τὴν ἄρνηση τοῦ Κυρίου: «…σὺ εἶ Πέτρος καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρα οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν, …δώσω σοι τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας…» (Ματθ. 16,18) καὶ «Σίμων Ἰωνᾶ ἀγαπᾶς με πλεῖον τούτων; λέγει αὐτῷ. ναί, Κύριε, σὺ οἶδας ὅτι φιλῶ σε. λέγει (=ὁ Κύριος) αὐτῷ (=τῷ Πέτρω). βόσκε τὰ ἀρνία μου…» (Ἰωάν. 21,15 καὶ 16-17).

Ὁ Κύριος εἶπε, στὸν Πέτρο ἀπευθυνόμενος, ὅτι θὰ οἰκοδομήσει τὴν Ἐκκλησία «ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρα.» ὅταν ὁ Πέτρος ὁμολόγησε, ὅτι ὁ Χριστὸς εἶναι «ὁ Χριστὸς ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16,16). Ὁ Χρυσόστομος ἐπιμένει κι ἐπαναλαμβάνει συχνὰ ὅτι ἡ οἰκοδόμηση-θεμελίωση τῆς Ἐκκλησίας γίνεται στὴν ὁμολογία τῆς ὀρθῆς πίστεως, «ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρα» ποὺ ἐξασφαλίζει τὴν ἑνότητα καὶ στὴν περίπτωση ἐδῶ ἐκφράζεται ἀπὸ τὸν Πέτρο.

«Ὁ γὰρ τὴν Ἐκκλησίαν ἐπὶ τῇ ὁμολογία αὐτοῦ (=τοῦ Πέτρου) οἰκοδομήσας καί οὕτω τειχίσας αὐτήν, ὡς μυρίους κινδύνονς καί θανάτους αὐτῆς μὴ περιγενέσθαι, ὁ τῶν οὐρανῶν αὐτῷ τὰς κλεῖς δεδωκώς καὶ τοσαύτης ἐξουσίας ποιήσας κύριον…» (Εἰς Ματθ., Ὁμιλ. ΠΒ’ 3: PG 58,741).

«…Τὴν δὲ Ἐκκλησίαν ἔφησεν ἐπὶ τὴν ὁμολογίαν οἰκοδομήσειν τὴν ἐκείνου…» (Εἰς Ἰωάν., Ὁμιλ. ΚΑ’ 1: PG 59,128).

Δὲν εἶναι ὁ Πέτρος ὁ θεμέλιος ἐπὶ τοῦ ὁποίου στηρίζεται καὶ οἰκοδομεῖται ἡ Ἐκκλησία, θεμέλιος εἶναι ἡ ὀρθὴ πίστη καὶ ἀποδοχή της, ἡ ὁμολογία. Δὲν γίνεται δηλαδὴ ὁ Πέτρος θεμέλιος ἕνεκα τῆς ὁμολογίας του, ἀλλὰ θεμέλιος εἶναι ἡ ἴδια ἡ ὁμολογία.

«Τῷ γοῦν Πέτρῳ εἰπῶν “μακάριος εἶ, Σίμων Βὰρ Ἰωνᾶ” καί ἐπαγγειλάμενος τὰ θεμέλια τῆς Ἐκκλησίας ἐπὶ τῆς ὁμολογίας αὐτοῦ καταθήσεσθαι» (Εἰς Γαλ., Ὁμιλ. Α΄ 1: PG 61,611).

Κατὰ τὸν ἱερὸ Χρυσόστομο γνώριζε ὁ Κύριος τὸν αὐθόρμητο χαρακτήρα τοῦ Πέτρου καὶ τὴν ἄρνηση ποὺ θ’ ἀκολουθοῦσε. Γι’ αὐτὸ στερεώνει μὲ τὴν ὑπόσχεση αὐτὴ τὸ «φρόνημά» του καὶ τὸν καθιστᾶ ποιμένα πρὸς γνῶσιν ὅλων ὅσων θὰ πληροφορηθοῦν τὴν ἄρνησή του καὶ ἴσως θ’ ἀμφιβάλλουν στὸ μέλλον γιὰ τὴν ἀποστολή του. Ἀκόμη ὁ Κύριος «ἀνάγει» μὲ τοὺς λόγους αὐτοὺς τὸν Πέτρο σὲ «ὑψηλὴν ἔννοιαν», ἀποκαλύπτοντας ὅτι εἶναι Υἱὸς τοῦ Θεοῦ.

«…”σὺ εἶ Πέτρος καὶ ἐπὶ ταύτῃ τῇ πέτρα οἰκοδομήσω μου τὴν Ἐκκλησίαν”. τουτέστι, τῇ πίστει τῆς ὁμολογίας. Ἐντεῦθεν δείκνυσι πολλοὺς μέλλοντας ἤδη πιστεύειν καὶ ἀνίστησιν αὐτοῦ τὸ φρόνημα καὶ ποιμένα ποιεῖ… Εἶδες πῶς καὶ αὐτὸς (ὁ Χριστὸς) ἀνάγει τὸν Πέτρον εἰς ὑψηλὴν τὴν περὶ αὐτοῦ ἔννοιαν καὶ ἑαυτὸν ἀποκαλύπτει καὶ δείκνυσιν Υἱὸν ὄντα τοῦ Θεοῦ διὰ τῶν ὑποσχέσεων τῶν δύο τούτων» (Εἰς Ματθ. Ὁμιλ. ΝΔ’ 2: PG 58,534).

Τὸ «στόμα» τῶν Ἀποστόλων: ἡ ὑπεροχικότητα τοῦ Πέτρου

Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος ἐνῶ ζοῦσε καὶ δροῦσε στὴν Ἀντιόχεια, οἱ προστάτες τοῦ ἐπίσκοποί της ὁποίας Μελέτιος (360-381) καὶ Φαβιανὸς (381- 403) δὲν ἀναγνωρίζονταν ἀπὸ τὴν ρωμαϊκὴ Ἐκκλησία, δὲν εἶχε καμμία δυσκολία νὰ παρουσιάζει μία σαφῆ ὑπεροχικότητα τοῦ Πέτρου ἔναντι τῶν λοιπῶν Ἀποστόλων καὶ τοῦ Παύλου. Στὶς πνευματικὲς καταστάσεις φρονεῖ ὅτι δὲν ὑπάρχει ἰσότητα μὲ τὴν στενὴ ἔννοια τῆς λέξεως. Γι’ αὐτὸ καὶ στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν δὲν θὰ εἶναι ὅλοι, ὅπως δὲν ἦταν ἴσοι οἱ δώδεκα Μαθητές, μεταξὺ τῶν ὁποίων ὁ Κύριος διέκρινε τοὺς Πέτρο, Ἰάκωβο καὶ Ἰωάννη. Καὶ ἀπὸ τοὺς τρεῖς πάλι διακρίνει («προτίθησι») τὸν Πέτρο. Ἡ διάκριση ὅμως αὐτὴ ἔχει κάποια ἰδιοτυπία, ποὺ δὲν ἀναιρεῖ τὴν ἰσότητα τῶν Ἀποστόλων τὴν ὁποία τονίζει συχνά. Τὸ ἴδιο δὲν αἴρει π.χ. τὴν ἰσότητα αὐτὴ ἡ ὑπεροχικὴ ἀγάπη τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν Ἰωάννη ἡ ὁποιαδήποτε μικρὴ σὲ κάποιο σημεῖο ὑπεροχὴ κάποιου.

«…οὐδὲ ἐν τῇ βασιλεία ἴση ἡ τιμή, οὐδὲ ἐν τοῖς μαθηταῖς ἴση, ἀλλ’ οἱ τρεῖς τῶν ἄλλων προεῖχον καὶ ἐν τούτοις αὐτοῖς τοῖς τρισὶ πολλὴ πάλιν διαφορά. Πολλὴ γὰρ ἀκρίβεια παρὰ τῷ Θεῷ, καὶ μέχρι τῶν ἐσχάτων… καίτοι γε πάντες ἦσαν ἀπόστολοι καὶ πάντες ἐπὶ δώδεκα θρόνους μέλλουσι καθῆσαι… ἀλλ’ ὅμως τοὺς τρεῖς ἐλάμβανε… Καὶ τὸν Πέτρον δὲ αὐτῶν προτίθησι λέγων ‘φιλείς μὲ πλεῖον τούτων;’. Καὶ ὁ Ἰωάννης δὲ ὑπὲρ τοὺς ἄλλους ἠγαπᾶτο. Καὶ γὰρ πάντων ἐξέτασις ἔσται ἀκριβής, κἄν μικρὸν ὑπερέχεις τοῦ πλησίον, καν ἀκαριαῖον, κἄν ὀτιοῦν οὐδὲ τοῦτο παρόψεται ὁ Θεὸς» (Εἰς Ρωμ., Ὁμιλ. ΛΑ’ 4: PG 60,672).

Ὅταν ὁ Χρυσόστομος προσπαθεῖ νὰ κατοχυρώσει τὴν ὑπεροχικότητα τοῦ Πέτρου, μένει σὲ φαινόμενα ἐξωτερικά. Τονίζει μὴ θεολογικὰ στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα ὅμως ἀναδεικνύουν τὸν Πέτρο «κορυφή», «κορυφαῖο» ἢ «ἔγκριτο» μεταξὺ τῶν Ἀποστόλων, «προστάτη» τῆς οἰκουμένης καὶ «θεμέλιόν» τῆς Ἐκκλησίας. Προσθέτει ὅμως ἐμφατικὰ ὅτι ἕνας λόγος ποὺ τὸν χαρακτήριζε ἔτσι ὀφείλεται στὴν πρόθεση τοῦ Κυρίου νὰ δείξει στὸν Πέτρο ὅτι τοῦ συγχώρησε τὴν ἄρνηση.

«…Ὁ οὖν Πέτρος, ὁ κορυφαῖος τoῦ χοροῦ, τὸ στόμα τῶν ἀποστόλων ἁπάντων, ὁ τῆς οἰκουμένης προστάτης, ὁ θεμέλιος της Ἐκκλησίας…» (Εἰς ‘Τοῦτο δὲ γινώσκετε’ 4: PG 56,275).

«…Λέγει (=ὁ Κύριος) αὐτῷ (=τῷ Πέτρω). “βόσκε τὰ πρόβατά μου’: Καὶ τί δήποτε, τοὺς ἄλλους παραδραμῶν, περὶ τούτων διαλέγεται; Ἔγκριτος ἦν τῶν ἀποστόλων καὶ στόμα τῶν μαθητῶν καὶ κορυφὴ τοῦ χοροῦ. Διά τοῦτο καὶ Παῦλος ἀνέβη τότε αὐτὸν ἱστορῆσαι παρὰ τοὺς ἄλλους. Ἅμα δὲ καὶ δεικνὺς αὐτῷ ὅτι χρὴ θαρρεῖν λοιπόν, ὡς τῆς ἀρνήσεως ἐξεληλαμένης, ἐγχειρίζεται τὴν προστασίαν τῶν ἀδελφῶν» (Εἰς Ἰωάν., Ὁμιλ. ΠΗ’ 1: PG 59 478).

Καὶ τὰ ἐξωτερικὰ στοιχεῖα τῆς ὑπεροχικότητας, γιὰ τὰ ὁποία μιλήσαμε, εἶναι ὅτι ὁ Πέτρος μὲ τὸν αὐθορμητισμὸ τοῦ σπεύδει («προπηδᾶ») πάντοτε ν’ ἀπαντήσει, νὰ ὁμολογήσει, νὰ κηρύξει πρῶτος. Κι ἔτσι γίνεται τὸ «στόμα» τῶν Ἀποστόλων. Ἡ πίστη, ἡ γνώμη (ἡ «φωνὴ») ἦταν κοινὴ ὅλων τῶν Ἀποστόλων. Αὐτὸς ὅμως ἔσπευσε μὲ θάρρος («παρρησία») νὰ μιλήσει στὴν Πεντηκοστή. Ἐνῶ εἶναι πάντοτε -στὰ ἀρχικὰ γεγονότα τῶν Ἱεροσολύμων μὲ τὴν Πεντηκοστὴ- «σὺν τοῖς δώδεκα», ὅταν ἐρωτῶνται οἱ Ἀπόστολοι αὐτὸς «προπηδᾶ καὶ προλαμβάνει» ὅλους καὶ ἀπαντᾶ ἐκ μέρους ὅλων.

«Σταθείς δὲ Πέτρος σὺν τοῖς ἕνδεκα (Πράξ. 2,14)… Κοινὴν (= στὴν Πεντηκοστὴ) προεβάλλοντο φωνήν, φησί, καὶ πάντων αὐτὸς ἦν τὸ στόμα. Παρεστήκασι δὲ οἱ ἕνδεκα μαρτυροῦντες τοῖς λεγομένοις. ‘ἐπῆρε τὴν φωνὴν αὐτοῦ’ (Πράξ. 2,14), φησί. τουτέστι μετὰ πολλῆς εἶπε τῆς παρρησίας» (Εἰς Πράξ., Ὁμιλ. Δ’ 1: PG 60,46).

«…πάντων ἐρωτηθέντων αὐτὸς (= ὁ Πέτρος) ἀποκρίνεται. Καὶ ὅτε μὲν τὴν τοῦ δήμου γνώμην ἠρώτα, πάντε εἶπον τὸ ἐρωτηθέν. ὅτε τὴν αὐτῶν, Πέτρος προπηδᾶ καὶ προλαμβάνει» (Εἰς Ματθ., Ὁμιλ. ΝΔ’ 1: PG 58,533).

Οἱ Ἀπόστολοι εἶναι ὅλοι «ὁμότιμοι» καὶ ἰσότιμοι» μεταξύ τους

Ἡ δηλωμένη ὑπεροχικότητα τοῦ Πέτρου ἀποκτᾶ στὸν Χρυσόστομο ἄλλες διαστάσεις μὲ τὶς πολὺ σαφεῖς παρατηρήσεις τοῦ περὶ ἰσότητας καὶ ὁμοτιμίας μεταξὺ τῶν δώδεκα Ἀποστόλων καὶ τοῦ Παύλου. Ἐξειδικεύει, μάλιστα, τὸν λόγο του, γιὰ νὰ μὴν παρερμηνευτεῖ, ὅτι ὁ Παῦλος ὑπῆρξε «ὁμότιμος» ὄχι μόνο πρὸς τοὺς ἄλλους δύο «προκρίτους», τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη, ἀλλὰ καὶ πρὸς τὸν «κορυφαῖο» Πέτρο. Ἀκόμα σημαντικότερο εἶναι ὅτι διακρίνει μεταξὺ ὁμοτιμίας (ἰσότητας) καὶ «ἀξίας». Ἡ ἀξία τοῦ κάθε ἀποστόλου εἶναι προφανῶς ἀνάλογη μὲ τὴν πνευματική του ἑτοιμότητα, ἐνῶ ἡ τιμὴ εἶναι μία, κοινή. Ἄρα τὴν ὑπεροχικότητα τοῦ Πέτρου ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος δὲν τὴν συνδέει μὲ θεολογικὸ βάθος, ἀλλὰ μὲ τὸν αὐθορμητισμὸ τοῦ χαρακτήρα τοῦ Πέτρου καὶ τὴν ἀνάγκη νὰ τὸν ἀποκαταστήσει ὁ Κύριος στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα. «…δείκνυσι (= ὁ Παῦλος) αὐτοῖς ὁμότιμον ὄντα, λοιπόν, καὶ οὐ τοῖς ἄλλοις (Ἰωάννη καὶ Ἰακώβω) ἑαυτόν, ἀλλὰ τῷ κορυφαίω συγκρίνει, δεικνὺς ὅτι τῆς αὐτῆς ἕκαστος ἀπέλαυεν ἀξίας» (Εἰς Γαλ. Β’ 3: PG 61,638).

Ἡ ἰσότητα μεταξὺ τῶν Ἀποστόλων δὲν ἀφορᾶ τὴν κατάστασή τους στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Ἐκεῖ ἕκαστος θὰ ἔχει τὴν «ἀξία» του. Ἀφορᾶ τὸν καιρὸ τῆς δράσεώς τους στὴν γῆ. Ἀπόδειξη ἡ συμπεριφορὰ τοῦ Παύλου ἔναντι τοῦ Πέτρου. Ὁ πρῶτος, μετὰ τὶς θαυμαστὲς ἐπιτυχίες τοῦ τριῶν χρόνων ἱεραποστολῆς, ἐπισκέπτεται στὰ Ἱεροσόλυμα τὸν Πέτρο, «ὡς πρὸς μείζονα καὶ πρεσβύτερον». Ὅσα ὁ Χρυσόστομος λέγει γιὰ τὴν ἐπίσκεψη αὐτὴ ἐνέχουν τεράστια σημασία. Ἐξηγεῖ ὅτι ὁ Παῦλος ὄχι μόνο δὲν ἦταν κατώτερος τοῦ Πέτρου, ἀλλὰ τὸ λιγότερο ἦταν «ἰσότιμός» του. Ὁ Παῦλος δὲν ταξίδεψε γιὰ νὰ μάθει κάτι ἢ νὰ διορθωθεῖ σὲ κάτι ἀπὸ τὸν Πέτρο, τὸν ὁποῖο ἄλλωστε σὲ ἄλλη περίπτωση ἤλεγξε. Ταξίδευμε «διὰ τοῦτο μόνον»: ἀπὸ «φιλίαν σφοδροτάτην καὶ ἀγάπην» πρὸς τὸν Πέτρο, τὸν ὁποῖο ἀκόμα ἤθελε νὰ τιμήσει («τιμῆσαι») μὲ τὴν παρουσία του, καὶ νὰ τοῦ δείξει ὅτι τὸν θεωρεῖ «μείζονα καὶ πρεσβύτερον». Τέλος, ἡ ἐπίσκεψη τοῦ Παύλου μετὰ ἀπὸ τόσα «κατορθώματα» στὸν «ἰσότιμό» του Πέτρο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο δὲν περίμενε νὰ διδαχθεῖ ἢ νὰ διορθωθεῖ, ὀφείλεται στὴν ταπεινοφροσύνη του καὶ στὴν ἐξιστόρηση ὅσων πέτυχε στὴν περιοδεία του.

«Τί ταύτης ταπεινοφρονέστερον γένοιτ’ ἂν τῆς ψυχῆς (=τοῦ Παύλου); Μετὰ τοσαῦτα καὶ τοιαῦτα κατορθώματα, μηδὲν Πέτρου δεόμενος, μηδὲ τῆς ἐκείνου φωνῆς, ἀλλ’ ἰσότιμος ὤν αὐτῷ (πλέον γὰρ οὐδὲν ἐρῶ τέως), ὅμως ἀπέρχεται (εἰς Πέτρον) ὡς πρὸς μείζονα καὶ πρεσβύτερον. Καὶ τῆς ἀποδημίας αὐτῷ τῆς ἐκεῖ γίνεται αἰτία ἡ ἱστορία (=ἡ ἐξιστόρηση) Πέτρου μόνη… τὴν προσήκουσαν ἀπονέμει τιμὴν καὶ οὐ μόνον ἀμείνω ἀλλ’ οὐδὲ ἴσον ἑαυτὸν ἐκείνων εἶναι νομίζει… Ὁ μακάριος (= ὁ Παῦλος, ταξίδεψε στὰ Ἱεροσόλυμα) οὒχ ὡς μαθησόμενος τί παρ’ αὐτοῦ, οὐδὲ διόρθωσιν τινὰ δεξόμενος, ἀλλὰ διὰ τοῦτο μόνον, ὥστε ἰδεῖν αὐτὸν καὶ τιμῆσαι τῇ παρουσία… Τὸ μὲν οὖν δι’ αὐτὸν (=τὸν Πέτρον) ἀποδημῆσαι τιμῆς ἦν πολλῆς. Τὸ δὲ καὶ τοσαύτας ἐπιμεῖναι ἡμέρας (= εἰς Ἱεροσόλυμα) φιλίας καὶ σφοδροτάτης ἀγάπης» (Εἰς Γαλ., κεφ.Α΄ 11: PG 61, 631-2).

Μία τομὴ ἀκόμα στὴ θεολογικὴ σκέψη τοῦ Χρυσοστόμου καὶ θὰ κατανοήσουμε ἀκριβέστερα τὴν σημασία τῆς ὑποσχέσεως τοῦ Κυρίου πρὸς τὸν Πέτρο, ὅτι θὰ τοῦ δώσει «τὰς κλεῖς τῆς βασιλείας» (Ματθ. 16,18). Ἄρα ἔχουμε τὴν ἄποψη τοῦ Χρυσοστόμου γιὰ τὴν ὁμοτιμία τῶν Ἀποστόλων καὶ στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ὄχι μόνον στὸν καιρὸ τῆς ἐπὶ γῆς δράσεώς τους.

Δὲν ἔχει προσεχτεῖ ὅτι ὁ Χρυσόστομος τὸ προνόμιο τοῦ Πέτρου, ποὺ τὸν προϋποθέτει ἡ παράδοση τῶν «κλειδῶν» τῆς Βασιλείας, ἀποτελεῖ ὄχι μόνο καὶ προνόμιο τοῦ Παύλου, ἀλλὰ καὶ ὅλων ὅσων «ἀγάπησαν» στὴν γῆ τὸν Κύριο καὶ τὸ ἔργο του. Ἀκριβέστερα, ὁ Χρυσόστομος φρονεῖ ὅτι ἡ ἀπόδοση στὸν Πέτρο τῶν κλειδῶν τῆς Βασιλείας ταυτίζεται (=τοῦτο δηλῶν ἔλεγε) μὲ τὸν «στέφανον τῆς δικαιοσύνης», ποὺ θὰ «ἀποδώσει ὁ Κύριος» στὸν Παῦλο. Δὲν ἔχει λάβει ἑπομένως μὲ τὴν εἰκόνα τῶν «κλειδῶν» κάποιο ἀπόλυτο προνόμιο σὰν τιμὴ κι ἐξουσία ὁ Πέτρος, ἀφοῦ μάλιστα στὴν συνάφεια τούτη ἐξηγεῖ ὁ Χρυσόστομος ὅτι κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ σταθεῖ «πρῶτος» ἔναντι τοῦ Παύλου. Ἄρα ὀρθὰ μὲ πολλὲς εὐκαιρίες ἐξηγεῖ ὁ Χρυσόστομος ὅτι οἱ ὑποσχέσεις τοῦ Κυρίου στὸν Πέτρο διέβλεπαν στὴν ἀποκατάστασή του στὸ ἀποστολικὸ ἀξίωμα, κάτι γιὰ τὸ ὁποῖο θὰ πρέπει νὰ αἰσθάνονται βέβαιοι καὶ οἱ μελλοντικοὶ πιστοί.

«Καὶ γὰρ Πέτρῳ οὕτω φησίν. Ἐγὼ σοὶ δώσω τὰς κλεῖς τῶν οὐρανῶν:Καὶ ὁ Παῦλος δὲ τοῦτο δηλῶν ἔλεγε.. λοιπόν, ἀπόκειταὶ μοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος, ὅν ἀποδώσει μοι τὸ Κύριος, ὁ δίκαιος κριτής, ἐν ἐκείνη τῇ ἡμέρα. Οὐ μόνον δὲ ἐμοί, ἀλλὰ καὶ πάσι τοῖς ἠγαπηκόσι τὴν ἐπιφάνειαν αὐτοῦ (Β’ Τιμ. 4,8). Ἐπιφάνεια δὲ τοῦ Χριστοῦ γέγονεν. Ὅτι δὲ Παύλου οὐδεὶς πρῶτος στήσεται, παντὶ ποὺ δῆλον» (Εἰς Ματθ., Ὁμιλ. ΞΔ’ 3: PG 58,621).

Εἶναι σαφὲς ἀπ’ ὅλα τὰ παραπάνω ὅτι ἡ ἑνότητα τῆς Ἐκκλησίας ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ Ἀπόστολοι ὅλοι συνιστοῦν μέλη τοῦ σώματος τοῦ Κυρίου, ἔχουν κεφαλὴ τὸν ἴδιο τὸν Κύριο καὶ εἶναι μεταξύ τους «ὁμότιμοι» καὶ «ἰσότιμοι». Γι’ αὐτό, ἄλλωστε, ὁ Παῦλος μπορεῖ νὰ ἐλέγχει τὸν Πέτρο καὶ γι’ αὐτὸ ὁ Πέτρος δὲν ἔκρινε σκόπιμο νὰ ἐπιβάλει ἐξουσιαστικὰ τὶς ἀπόψεις του στὴν Ἀποστολικὴ Σύνοδο, ὅπου τοῦ ἐξηγήθηκε ὅτι σφάλλει. Ἐπιπλέον δὲν εἶναι τυχαῖο ὅτι ὁ Χρυσόστομος πού μὲ τόσες ἀφορμὲς τονίζει τὴν ἐξωτερικὴ ἕνεκα τοῦ αὐθορμητισμοῦ ὑπεροχικότητα τοῦ Πέτρου, δὲν χρησιμοποιεῖ γι’ αὐτὸν τὸν ὄρο «πρωτεῖο» καὶ φυσικὰ δὲν τοῦ τὸν ἀποδίδει. Δὲν λέει καὶ δὲν γράφει ὅτι ὁ «κορυφαῖος τοῦ χοροῦ» τῶν Ἀποστόλων εἶχε πρωτεῖο, μολονότι γνωρίζει τὸν ὅρο καὶ μάλιστα τὸν χρησιμοποιεῖ γιὰ τὸν διάκονο Στέφανο τὸν πρωτομάρτυρα, ποὺ λόγω αὐξημένης πνευματικῆς ἑτοιμότητας εἶναι «πρόκριτος» καὶ τοῦ δόθηκε περισσότερη χάρη, ἂν καὶ ἡ «χειροτονία» τῶν ἑπτὰ διακόνων ἦταν «κοινή».

Μεταξὺ τῶν ἑπτὰ διακόνων ὁ Στέφανος ἦταν «πρόκριτος καὶ τὰ πρωτεῖα εἶχεν. Εἰ γὰρ καὶ ἡ χειροτονία κοινή, ἀλλ’ ὅμως οὗτος ἐπεσπάσατο χάριν πλείονα» (Εἰς Πράξ.Ὁμιλ. ΙΕ’ 1: PG 60,119).

Οἱ Ἀπόστολοι δὲν εἶχαν συγκεκριμένο τοπικὸ (ἐπισκοπικὸ) θρόνο. Ἤσαν ὑπεύθυνοι γιὰ ὅλη τὴν οἰκουμένη

Στὸ πρόβλημα εὐθύνης τῶν Ἀποστόλων -φυσικὰ καὶ τοῦ Πέτρου- ὁ Χρυσόστομος ἐπιχειρεῖ σημαντικὴ τομή, ποὺ εἶναι σύμφωνη μὲ τὴν ὅλη πορεία τῆς Ἐκκλησίας. Οἱ Ἀπόστολοι δηλαδὴ «χειροτονήθηκαν» «ἄρχοντες» ὄχι ἑνὸς τόπου, μίας πόλεως ἢ ἑνὸς ἔθνους, ἀλλὰ τῆς «οἰκουμένης». Γι’ αὐτὸ ὅλοι μαζί, «κοινή», ἔχουν τὴν εὐθύνη τῆς οἰκουμένης. Ἄρα κανείς τους δὲν εἶναι ἐπίσκοπος ἀποκλειστικά τῆς Ἀντιοχείας, τῆς Κορίνθου, τῆς Ἐφέσου ἢ τῆς Ρώμης. Καμμία πόλη δὲν μπορεῖ νὰ διεκδικήσει κάτι τέτοιο. Ὅ,τι ἄρα ἦταν ὁ Πέτρος γιὰ τὴν Ἀντιόχεια, τῆς ὁποίας μάλιστα θεμελίωσε τὴν Ἐκκλησία, εἶναι καὶ γιὰ τὴν Κόρινθο ἢ τὴν Ρώμη, ὅπου κατὰ τὸν Χρυσόστομο πῆγε μόνο γιὰ νὰ ἐνισχύσει τοὺς πιστοὺς στὸ ἐξαιρετικὰ ἀσεβὲς περιβάλλον (PG 50,593). Τὸ ἴδιο ἰσχύει γιὰ τὸν Παῦλο καὶ τοὺς ἕνδεκα ἀποστόλους. «Ἄρχοντες γὰρ εἰσιν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ χειροτονηθέντες οἱ ἀπόστολοι. Ἄρχοντες οὐκ ἔθνη καὶ πόλεις διαφόρους λαμβάνοντες, ἀλλὰ πάντες κοινὴ τὴν οἰκουμένην ἐμπιστευθέντες» (Ὅτι χρήσιμος ἡ τῶν Γραφῶν ἀνάγνωσις Γ’ 4: PG 51,93).

Καὶ γίνεται ἀκόμα σαφέστερος ἀναφορικὰ μὲ τὴν μὴ ἀποκλειστικὴ σύνδεση τῶν Ἀποστόλων μὲ κάποιον τοπικὸ θρόνο (ἐπισκοπικό). Ὅταν ὑπομνηματίζει στὸ κεφάλαιο 21 τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη τὸ μελλοντικὸ μαρτύριο τοῦ Πέτρου καὶ ὅτι ὁ Κύριος διέκειτο «σφόδρα οἰκείως» πρὸς αὐτόν, διερωτᾶται: γιατί ἄραγε, ἀφοῦ τόσο ἀγαποῦσε ὁ Κύριος καὶ τιμοῦσε τὸν Πέτρο, «ἔλαβε» τὸν θρόνο τῶν Ἱεροσολύμων ὁ Ἰάκωβος (ὁ Ἀδελφόθεος) καὶ ὄχι ὁ Πέτρος. Ἡ ἀπάντηση εἶναι περισσότερο ἀπὸ σαφὴς γιὰ τὸ γενικότερο θέμα. Ὁ Κύριος δὲν «ἐχειροτόνησε» τὸν Πέτρο ἐπίσκοπο γιὰ κάποιον θρόνο, ἀλλὰ τὸν χειροτόνησε «τῆς οἰκουμένης διδάσκαλον», ὅπως καὶ τοὺς λοιποὺς Ἀποστόλους. «…Εἰ δὲ λέγοι τίς, πῶς οὖν ὁ Ἰάκωβος τὸν θρόνον ἔλαβε τῶν Ἱεροσολύμων; ἐκεῖνο ἂν εἴποιμι, ὅτι τοῦτον ( =τὸν Πέτρον) οὐ τοῦ θρόνου, ἀλλὰ τῆς οἰκουμένης ἐχειροτόνησε διδάσκαλον» (Εἰς Ἰωάν., Ὁμιλ. ΠΗ’ 1: PG 59,480).

Ἑπομένως ὁ Πέτρος, ὅπως καὶ οἱ λοιποὶ Ἀπόστολοι, δὲν εἶχαν κάποιον ἰδιαίτερο θρόνο. Θρόνους δώδεκα θὰ ἔχουν μόνο στὴν Βασιλεία τῶν οὐρανῶν. Στὸ πλαίσιο τῆς θεολογικῆς αὐτῆς θεωρήσεως τοῦ ἔργου καὶ τῆς εὐθύνης τῶν Ἀποστόλων κατανοοῦνται ἄριστα ὅσα ἐμφαντικὰ λέγει πάλι γιὰ τὸν Πέτρο, τονίζοντας τὴν «παρρησίαν» ποὺ ἐπανεῦρε ὁ Πέτρος μετὰ τὴν «ἄρνησιν». Παρὰ τὴν ἄρνηση, μὲ τὰ κυριακὰ λόγια «βόσκε τὰ ἀρνία» τοῦ ἔδινε τὸ ἀποστολικὸ προνόμιο νὰ «προστατεύει», νὰ ποιμαίνει τοὺς ἀδελφούς, τοὺς πιστοὺς χριστιανούς. Οἱ «ἀδελφοὶ» ποὺ τοῦ ἐμπιστεύεται ὁ Κύριος δὲν εἶναι οἱ Ἀπόστολοι, ὥστε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι τοῦ ἔδινε ὁ Κύριος πρωτεῖο ἐξουσίας. Οἱ ὅροι «προστασία» ἢ «ἐπιτροπὴ» καὶ δὴ «ἐπιστασία» ἐναλλάσσονται καὶ ἀναφέρονται στοὺς πιστοὺς γενικά, στὰ «ποίμνια» (PG 48,631). «Ὁ γὰρ τότε μὴ τολμῶν ἐρωτῆσαι… οὗτος (= ὁ Πέτρος) καὶ τὴν προστασίαν ἐνεπιστεύθη τῶν ἀδελφῶν… Ἐπεί οὖν (= ὁ Κύριος) μεγάλα αὐτῷ προεῖπε καὶ τὴν οἰκουμένην ἐνεχείρησε καὶ τὸ μαρτύριον προανεφώνησεν…» (Εἰς Ἰωάν., Ὁμιλ. ΠΗ’ 2: PG 59,480).

Στὴν ἴδια μάλιστα συνάφεια ὁ Χρυσόστομος μὲ ρηματικὸ τύπο σὲ πληθυντικὸ ἀριθμὸ δηλώνει ὅτι ἐπρόκειτο οἱ Ἀπόστολοι ὅλοι ν’ ἀναλάβουν τὴν εὐθύνη τῆς οἰκουμένης («ἔμελλον τῆς οἰκουμένης τὴν ἐπιτροπὴν ἀναδέξασθαι»: Αὐτόθι). Ὁ Πέτρος εἶναι καὶ αὐτὸς ἕνας μεταξὺ αὐτῶν ποὺ ἀναλαμβάνουν τὴν εὐθύνη. Ἀλλοῦ εἶναι σαφέστερος περὶ τοῦ ὅτι ὁ Κύριος ἀνέθεσε τὴν οἰκουμένη σὲ ὅλους τούς Ἀποστόλους: «Οὕτω καὶ ὁ Σωτήρ, μέλλων καθιστᾶν αὐτοὺς (τοὺς Ἀποστόλους) ἄρχοντας τῆς οἰκουμένης, δίδωσιν αὐτοῖς καὶ τιμωρίας ἐξουσίαν καὶ συγχωρήσεως…» (Εἰς Ἰωάν., Ὁμιλ. ΠΗ’ 2: PG 59,480).

Μία νέα τομὴ μάλιστα τοῦ Χρυσοστόμου ἀποκλείει ριζικὰ τὴν προνομιακὴ δῆθεν εὐθύνη τοῦ Πέτρου γιὰ τὴν ὅλη Ἐκκλησία, ὅτι δηλαδὴ μόνο ἐκεῖνος ἔχει τὴν εὐθύνη αὐτὴ (ἄρα καὶ τὴν ἀνάλογη ἐξουσία) γιὰ τὴν οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία. Καὶ αὐτὸ διότι ὄχι ἅπαξ λέγει ὅτι ὁ Κύριος ἀνέθεσε τὸ τμῆμα τῶν Ἰουδαίων στὴν εὐθύνη τοῦ Πέτρου καὶ τὸ τμῆμα τῶν ἐθνικῶν στὴν εὐθύνη τοῦ Παύλου. Ἡ «διαφορὰ» μεταξὺ τῶν τμημάτων αὐτῶν, τὰ ὁποῖα χαρακτηρίζει καὶ «στρατόπεδα», εἶναι μεγάλη, ἀλλὰ σημασία ἔχει ὅτι «εἷς ὁ βασιλεύς», ὁ Κύριος (π.χ.: PG 51,379).

Ἐφόσον πάντως στὴν σκέψη τοῦ Χρυσοστόμου οἱ Ἀπόστολοι δὲν εἶχαν ἀποκλειστικὸ ἐπισκοπικὸ θρόνο, δὲν νοεῖται, βέβαια, καὶ κληροδότηση χαρισμάτων ἢ τυχὸν προνομίων ἑνὸς Ἀποστόλου στοὺς ἐπιγενόμενους ἐπισκόπους τῆς πόλεως στὴν ὁποία συνέβη νὰ δράσει ὁ Ἀπόστολος αὐτός. Αὐτὸ ἰσχύει καὶ γιὰ τοὺς ἐπισκόπους τῆς Ρώμης, ὅπου ἔδρασαν καὶ μαρτύρησαν οἱ Πέτρος καὶ Παῦλος, χωρὶς ὅμως νὰ εἶναι καὶ θεμελιωτὲς τῆς ρωμαϊκῆς Ἐκκλησίας.

Ἕνα χωρίο τοῦ Β’ 1 Λόγου Περὶ Ἱερωσύνης θεωρήθηκε στήριγμα στὴν ἄποψη τῶν ρωμαιοκαθολικῶν περὶ τοῦ ὅτι ὁ Πέτρος θὰ εἶχε συγκεκριμένους τοπικοὺς διαδόχους: «…διατὶ καὶ τὸ αἷμα (= ὁ Κύριος) ἐξέχεεν; ἵνα τὰ πρόβατα κτήσηται, ἃ τῷ Πέτρῳ καὶ τοῖς μετ’ ἐκεῖνον ἐνεχείριζε» (PG 48,632).

Ἡ διατύπωση σ’ αἰτιατικὴ «τοῖς μετ’ ἐκεῖνον» δὲν εἶναι καθόλου ἀνάγκη νὰ δηλώνει τοὺς ἐπισκόπους Ρώμης. Σύμφωνα μὲ ὅλα τὰ παραπάνω προϋποθέτει ὅλους τούς ποιμένες, στοὺς ὁποίους θὰ ἐμπιστεύεται ὁ Κύριος τούς πιστούς, ὅπως τὰ ἐμπιστεύτηκε ὄχι μόνο στὸν Πέτρο, ἀλλὰ καὶ σὲ ὅλους τούς Ἀποστόλους. Σχετικὰ μὲ τὸ χωρίο, βέβαια, ἔχει προταθεῖ ὡς ὀρθότερη γραφὴ «τοῖς μετ’ ἐκείνων», ὁπότε σημαίνει τοὺς λοιποὺς Ἀποστόλους.

Ἡ ἀλληλογραφία τοῦ Χρυσοστόμου μὲ τὸν Ρώμης Ἰννοκέντιο καὶ ἄλλους δυτικοὺς ἐπισκόπους.

Ὅταν ὁ Χρυσόστομος καταδικάστηκε ὁριστικὰ κι ἐξορίστηκε (404), ἀκολούθησε γενικότερη ἀναστάτωση στὴν Ἐκκλησία μὲ ἐκθρονίσεις ἐπισκόπων καὶ διωγμοὺς κληρικῶν. Προπαντὸς μὲ τὴν καταδίκη τοῦ Χρυσοστόμου ἀνατρεπόταν ἡ κανονικὴ τάξη τῆς Ἐκκλησίας, διότι ὁ Ἀλεξανδρείας Θεόφιλος ἐπενέβη ἀντικανονικὰ στὰ πράγματα ἄλλης τοπικῆς Ἐκκλησίας, τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Τὰ γεγονότα, ἐπειδὴ ἦσαν γενικῆς σημασίας, «καὶ γὰρ ὑπὲρ τῆς οἰκουμένης σχεδὸν ἁπάσης ὁ παρὼν ὑμῖν ἀγὼν πρόκειται» (Πρὸς Ἰννοκέντιον Β’: PG 52,536) ὑποχρέωσαν τὸν Χρυσόστομο ν’ἀπευθυνθεῖ στοὺς δυτικοὺς ἐπισκόπους μὲ πρῶτον τὸν Ρώμης Ἰννοκέντιο. Οἱ ἄλλοι δυτικοὶ ἐπίσκοποι, ποὺ ἔλαβαν τὸ ἴδιο κείμενο ἦταν φυσικὰ οἱ ἔχοντες τότε τουλάχιστον ἀποφασιστικὸ λόγο στὰ πράγματα τῆς Ἐκκλησίας: οἱ Μιλάνου Βενέριος καὶ Ἀκυληΐας Χρωμάτιος. Τὴν ἴδια τακτικὴ ἐφήρμοσε πρὶν ἀπὸ τρεῖς περίπου δεκαετίες ὁ Μέγας Βασίλειος, ποὺ δὲν ἀπευθυνόταν μόνο στὸν Ρώμης Δάμασο, ἀλλὰ καὶ σὲ ἄλλους ἰσχυροὺς δυτικοὺς ἐπισκόπους. Ἐδῶ πρόκειται γιὰ δύο Ἐπιστολὲς τοῦ Χρυσοστόμου μία στὴν ἀρχὴ τῆς ἐξορίας του καὶ μία σύντομη μῆνες πρὶν ἀπὸ τὴν κοίμησή του († 14.9.407). O Ἰννοκέντιος ἀπήντησε μὲ μία ἐπιστολὴ πρὸς τὸν Χρυσόστομος καὶ μία πρὸς τὸν κλῆρο τῆς Κ/πόλεως.

Ὁ Χρυσόστομος ἀρχικὰ πληροφορεῖ τὰ διατρέξαντα εἰς βάρος του καὶ εἰς βάρος τῶν ὑποστηρικτῶν του ἐπισκόπων καὶ παρακαλεῖ τὸν Ρώμης καὶ τοὺς ἄλλους ἐπισκόπους νὰ δείξουν «σπουδήν», ὥστε νὰ μὴ ἰσχύσουν τὰ γενόμενα εἰς βάρος του, διότι ἄλλως ὅλη ἡ Ἐκκλησία («ἡ ὑφ’ ἥλιον») θὰ βρεθεῖ σὲ «σύγχυση». Ἡ σύγχυση ὀφείλεται στὴν ἀντικανονικὴ («παρανομίαν») σὲ ἄλλη τοπικὴ Ἐκκλησία ἐπέμβαση τοῦ Ἀλεξανδρείας Θεοφίλου. Παρακαλοῦσε δηλαδὴ νὰ καταδικαστεῖ ἡ ὀλέθρια ἐπέμβαση σὲ ἄλλη τοπικὴ Ἐκκλησία. «…τὴν προσήκουσαν ὑμῖν ἀνδρείαν καὶ σπουδὴν ἐπιδείξασθαι, ὥστε παρανομίαν τοσαύτην ἐπεισελθοῦσαν ταῖς Ἐκκλησίαις ἀναστεῖλαι. Εἰ γὰρ τοῦτο κρατήσειε τό ἔθος καὶ ἐξὸν γένηται τοῖς βουλομένοις εἰς τὰς ἀλλοτρίας ἐπιέναι παροικία ἐκ τοσούτων διασrημάτων καὶ ἐκβάλλειν οὕς ἂν ἐθέλοι τίς, κατ’ ἐξουσίαν ἰδίαν πράττειν ἄπερ ἂν ἐθέλωσιν, ἵστε ὅτι…. πόλεμός τις ἀκήρυκτος πάσαν ἐπιδραμεῖται τὴν οἰκουμένην, πάντων πάντας βαλλόντων καὶ βαλλομένων. Ἵνα οὖν μὴ τοσαύτη σύγχυσις καταλάβη τὴν ὑφ’ ἥλιον πάσαν, ἐπιστεῖλαι παρακλήθητε τὰ μὲν οὕτω παρανόμως γεγενημένα ἀπόντων ἡμῶν… μηδεμίαν ἔχειν ἰσχύν…» (Πρὸς Ἰννοκέντιον Ἃ’ 4: PG 52,534).

Τὸ ὅλο κείμενο τῆς Ἐπιστολῆς καὶ ἰδιαίτερα τὸ παραπάνω χωρίο εἶναι πολὺ ἐνδεικτικὸ τῶν ἀπόψεων τοῦ Χρυσοστόμου Στὶς προηγούμενες παραγράφους ὁ ἱερὸς ἄνδρας παρουσίασε τοὺς Ἀποστόλους ὡς «ἄρχοντες» καὶ «προστάτες» τῆς ὅλης οἰκουμένης καὶ ὡς μὴ ἔχοντες ἀποκλειστικὸ ἐπισκοπικὸ «θρόνο». Τώρα οἱ ἐπίσκοποι ἔχουν ἕκαστος ἀποκλειστικὸ καὶ περιορισμένο ἐπισκοπικὸ θρόνο, στὴν οἰκουμενικὴ Ἐκκλησία δημιουργήθηκαν πλέον γενικότερες περιοχὲς εὐθύνης, Μητροπολιτικὲς κι ἔπειτα Πατριαρχικὲς περιφέρειες. Μὲ τὸ κείμενό του ὁ Χρυσόστομος διδάσκει ὅτι τὶς περιφέρειες (ὅρια) αὐτὲς ἀπαγορεύεται νὰ ὑπερβαίνει ὁ ἑκάστοτε Μητροπολίτης ἢ Πατριάρχης. Τότε τί εἴδους ἐπέμβαση περίμενε; Ζητάει τὴν σύμφωνη γνώμη τους («ἐμμέλειαν») τὴν φροντίδα καὶ τὴν «σπουδὴν» γιὰ σύγκληση Συνόδου καὶ μάλιστα οἰκουμενικῆς, ὅπως ὀρθὰ τὸ κατάλαβε ὁ Ἰννοκέντιος, ποὺ πολὺ προσπάθησε ὥστε νὰ συγκληθεῖ τέτοια Σύνοδος, ἀλλὰ χωρὶς νὰ τὸ ἐπιτύχει. Ἡ ἐπιστολὴ τοῦ Ἰννοκεντίου πρὸς τὸν κλῆρο τῆς Κ/πόλεως ἐκφράζει μὲ θαυμάσιο τρόπο τὸ φρόνημα τῆς Ἐκκλησίας ἀναφορικὰ μὲ τὸν ρόλο τοῦ Ρώμης καὶ τὴν δῆθεν παγκόσμια ἐξουσία του. Δηλώνει ἐκεῖ ὅτι μόνο ἀναφορικὰ μὲ τὴν ἀντικανονικὴ ἐπέμβαση τοῦ Ἀλεξανδρείας Θεοφίλου καὶ τὴν καταδίκη του Χρυσοστόμου πρέπει νὰ ἰσχύσουν οἱ κανόνες τῆς Α’ οἰκουμενικῆς Συνόδου περὶ μὴ ἐπεμβάσεως σὲ ἄλλη ἐκκλησιαστικὴ δικαιοδοσία. Γι’ αὐτὸ καὶ δὲν διανοεῖται νὰ ἐπέμβει ὁ ἴδιος ἐξουσιαστικά. Ὁ τρόπος ἀντιμετωπίσεως τοῦ ζητήματος, ὑποδεικνύει ὀρθά, ὅτι προϋποθέτει Σύνοδο, ποὺ μόνη αὐτὴ ἔχει γενικότερη ἐξονσία. « Ὅτι καί περὶ τῆς τῶν κανόνων παραφυλακῆς, τούτοις δεῖν ἔπεσθαι γράφομεν, οἵτινες ἐν Νικαία εἰσὶν ὡρισμένοι, οἷς μόνοις ὀφείλει ἀκολουθεῖν ἡ καθολικὴ Ἐκκλησία… Ἀλλὰ τί κατὰ τῶν τοιούτων (= τῶν παραβαινόντων τοὺς κανόνες) νῦν ἐν τῷ παρόντι ποιήσωμεν; Ἀναγκαία ἐστι διάγνωσις συνοδική, ἥν καί πάλαι ἔφημεν συναθροιστέαν, μόνη γὰρ ἐστιν ἥτις δύναται τὰς κινήσεις τῶν τοιούτων καταστεῖλαι καταιγίδων… Καὶ γὰρ ἡμεῖς πολλὰ σκεπτόμεθα ὅν τρόπον ἡ Σύνοδος οἰκουμενικὴ συναχθείη, ὅπως τῇ βουλήσει τοῦ Θεοῦ αἳ ταραχώδεις κινήσεις παύσωνται» (Ἰννοκεντίου, Πρὸς τὸν κλῆρον τῆς Κ/πόλεως: PG 52,538).

Ἡ βοήθεια στοὺς χειμαζόμενους θὰ δοθεῖ μόνο μὲ τὴν Σύνοδο. Ὁ ἴδιος ὁ Ἰννοκέντιος δὲν αἰσθάνεται κάτοχος αὐξημένης ἐξουσίας, ὥστε νὰ δοκιμάσει ἔστω τὴν ἐπίλυση τοῦ ζητήματος. Τὸ μόνο ποὺ μπορεῖ νὰ κάνει, μέχρι τὴν σύγκληση τῆς Συνόδου, εἶναι νὰ παρηγορεῖ καὶ νὰ συμβουλεύει ὑπομονὴ (αὐτόθι).

Ἡ ἐνέργεια τοῦ Χρυσοστόμου ν’ ἀπευθυνθεῖ στοὺς ἰσχυροὺς ἐπισκόπους τῆς Δύσεως καὶ νὰ ζητήσει ἐξέταση τῆς γενικευμένης πλέον ἐκκλησιαστικῆς κρίσεως ἀπὸ Σύνοδο, ἦταν πολὺ ὀρθὴ καὶ κανονική. Γνώριζε καὶ προϋπέθετε ὅτι ὁ ἐπίσκοπος Ρώμης, πέρα τοῦ κύρους ποὺ τοῦ προσδίδει ἡ «προκαθημένη τῆς ἀγάπης» καὶ ἀποστολικὴ καὶ πρωτευουσιάνικη Ἐκκλησία του, δὲν ἔχει ἄλλη ἐξουσία νὰ ἐπεμβαίνει. Γι’ αὐτὸ ζητάει σύγκληση Συνόδου καὶ γι’ αὐτὸ ἀπευθύνεται καὶ πρὸς ἄλλους δυτικοὺς ἐπισκόπους. Ἀλλὰ καὶ ὁ Ἰννοκέντιος στὸ σημεῖο τοῦτο ἀναδείχτηκε φορέας τῆς γνήσιας Παραδόσεως, μὴ θέλοντας νὰ ἐπέμβει σὲ ξένης ἐκκλησιαστικῆς δικαιοδοσίας κρίση, τὴν ὁποία πίστευε ὅτι μόνο Σύνοδος δικαιοῦται ν’ἀντιμετωπίσει.

Ἡ τακτική, τέλος, τοῦ Χρυσοστόμου καὶ τοῦ Ἰννοκεντίου ὑπογραμμίζουν τὸν ὀρθὸ τρόπο ἐξασφαλίσεως τῆς ἑνότητας τῆς οἰκουμενικῆς Ἐκκλησίας, ὥστε νὰ βασιλεύει πάντοτε εἰρήνη, τὴν ὁποία φυγαδεύουν οἱ κυριαρχικὲς διαθέσεις τῶν ὁποιωνδήποτε πρωτείων ἐξουσίας.

 

Ἀπό τό βιβλίο: Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος, τ. 2,

ἒκδ Ἀποστολικῆς Διακονίας,Ἀθῆναι 1999.