This page was exported from Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Καρέα [ https://www.imaik.gr ]
Export date: Thu Jun 30 9:29:55 2022 / +0000 GMT

Θεολογικὴ καὶ ἐπιστημονικὴ γνωσιολογία



 

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

hliovasilema[1]Ἡ ὀρθόδοξη χριστιανικὴ θεολογία διακρίνει πάντοτε δύο εἴδη γνώσεως: τὴν κοσμικὴ καὶ τὴν θεία. Ἡ κοσμικὴ γνώση κινεῖται στὸ ἐπίπεδό του κτιστοῦ καὶ ἀδυνατεῖ νὰ προσεγγίσει τὸ ἄκτιστο, τὸ θεῖο. Ἡ θεία γνώση ἀναφέρεται στὸ ἐπίπεδό τοῦ ἀκτίστου, δηλαδὴ τοῦ θείου, καὶ ἀποκαλύπτει στὸν κόσμο τὸν κατὰ Θεὸν σκοπό του.

Ἡ κοσμικὴ ἐπιστήμη ἔχει ἐμπειρικὸ χαρακτήρα. Ἀντικειμενοποιεῖ τὸν κόσμο καὶ ἐπιδιώκει παντοῦ καὶ πάντοτε τὴν ἀντικειμενικότητα. Μολονότι στηρίζεται στὸ ὑποκείμενο καὶ πραγματοποιεῖ τὰ ἅλματά της μὲ προσωπικὲς ἐμπνεύσεις, ἀποφεύγει τὴν ὑποκειμενικότητα. Ὡς γνώση τρεπτῶν καὶ σχετικῶν πραγμάτων ἡ ἐπιστημονικὴ γνώση εἶναι τρεπτὴ καὶ σχετική. Ἀλλὰ καὶ ὡς προσπάθεια κατανοήσεως τοῦ πεπερασμένου κόσμου μὲ τὴν ἀπειρία τῶν διαστάσεων καὶ τῶν φαινομένων του, παραμένει πάντοτε πεπερασμένη καὶ ἀτέρμονη.

Ἡ θεία γνώση ἔχει προσωπικὸ χαρακτήρα. Δὲν κινεῖται στὸ ἐπίπεδο τῶν ἀντικειμενοποιήσεων οὔτε γίνεται ἀντικειμενική. Ὁδηγεῖ βέβαια καὶ σὲ ἀντικειμενοποιήσεις, ἀλλὰ αὐτὲς δὲν συνιστοῦν τὴν οὐσία της. Ἡ θεία γνώση εἶναι καρπὸς ὑπαρξιακῆς κοινωνίας, κοινωνίας ἀγάπης. Καὶ αὐτὴ ἔχει ἐμπειρικὸ χαρακτήρα. Ἡ ἐμπειρία της ὅμως δὲν κινεῖται στὸ ἐπίπεδο τῶν σωματικῶν αἰσθήσεων ἀλλὰ τῶν πνευματικῶν αἰσθήσεων καὶ τῆς πνευματικῆς κοινωνίας. Ὡς κοινωνία καὶ ἐμπειρία τοῦ ἄπειρου καὶ ὑπερβατικοῦ Θεοῦ ἡ γνώση αὐτὴ εἶναι ἄπειρη καὶ ὑπερβατική. Καὶ ἔχει τὰ γνωρίσματα αὐτὰ ὄχι ἐξαιτίας ἀβεβαιότητας ἡ σχετικότητας, ἀλλὰ ἐξαιτίας μεγέθους καὶ ἀπειρότητας.

Συχνὰ τονίζεται ὁ ἀποφατικὸς χαρακτήρας τῆς ὀρθόδοξης θεολογίας. Καὶ ὁ τονισμὸς αὐτὸς εἶναι χρήσιμος, ἰδιαίτερα μάλιστα στὴν ἀκαδημαϊκὴ θεολογία. Αὐτὸ ὅμως δὲν πρέπει νὰ ἐπισκιάζει τὸν καταφατικὸ χαρακτήρα της, ποὺ εἶναι συμφυὴς μὲ τὴν ἐμπειρικὴ φύση της. Ὁ ζῶν Θεὸς ἀποκαλύπτεται στὸν ἄνθρωπο ἄμεσα καὶ προσωπικά. Βέβαια ἡ ἀποκάλυψη αὐτὴ δὲν εἶναι φανέρωση τῆς οὐσίας ἀλλὰ τῆς ἐνέργειάς του. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἐνέργεια, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ δὲν παύει νὰ εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός. Ὅπως ἐπιγραμματικὰ σημειώνει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, μολονότι ἡ ἐνέργεια, ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ διαφέρει ἀπὸ τὴν φύση του, δὲν διασπᾶται ἀπὸ αὐτήν, «ἐπισπᾶται δὲ μᾶλλον τοὺς ἠξιωμένους πρὸς τὴν συνάφειαν τοῦ θείου Πνεύματος»1.

Ἡ ἐπιστημονικὴ γνώση ἐπαληθεύεται μὲ τὸ πείραμα. Ἀλλὰ καὶ ἡ θεία γνώση προσφέρεται ὡς ἐμπειρία. Προκειμένου ὅμως γιὰ τὴν θεία γνώση δὲν ὑπάρχει ἡ δυνατότητα πειραματικοῦ ἐξαναγκασμοῦ, γιατί αὐτὴ ἀποκτᾶται ἐλεύθερα στὸ ἐπίπεδό τῆς προσωπικῆς κοινωνίας. Ἡ κοινωνία στὸ ἐπίπεδο αὐτὸ δὲν ἐξαναγκάζει τὸν Θεὸ ἡ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ εἶναι χαρισματικὸ γεγονός, ποὺ παρέχεται ἀπὸ τὸν Θεὸ στὸν ἐλεύθερα προσφερόμενο ἄνθρωπο. Καὶ ἡ αὐτοπροσφορὰ τοῦ ἀνθρώπου πρὸς τὸν Θεὸ πραγματοποιεῖται μὲ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν. Αὐτὲς συνάπτουν τὴν θελητικὴ ἐνέργεια τοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν θεία ἐνέργεια καὶ καθιστοῦν δυνατὴ τὴν θεογνωσία.

Ἡ θεία γνώση λοιπὸν ἐπαληθεύεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο σὲ προσωπικὸ ἐπίπεδο, ὅταν αὐτὸς συντονίζεται μὲ τὸ θεῖο θέλημα, δηλαδὴ μὲ τὴν θεία ἐνέργεια. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ ἄνθρωπος μπορεῖ νὰ πειραματισθεῖ μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τηρώντας τὴν ἐντολή του, ὁπότε βλέπει καὶ τὴν ἐπαλήθευση τοῦ πειράματός του. Ἄλλωστε στὸ πείραμα αὐτὸ καλεῖται ὁ καθένας ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό: «Ἐὰν τις θέλη τὸ θέλημα αὐτοῦ ποιεῖν, γνώσεται περὶ τῆς διδαχῆς, πότερον ἐκ τοῦ Θεοῦ ἐστιν ἤ ἐγὼ ἀπ' ἐμαυτοῦ λαλῶ»2. Χαρακτηριστικὲς εἶναι καὶ οἱ σχετικὲς προτροπὲς τῆς Ἁγίας Γραφῆς: «Γεύσασθε καὶ ἴδετε ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος»3, ἡ «ἄρατε τὸν ζυγόν μου ἐφ' ὑμᾶς…καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν»4.

Μεταξὺ κοσμικῆς ἡ ἐπιστημονικῆς γνώσεως καὶ θείας γνώσεως δὲν μπορεῖ καταρχὴν νὰ ὑπάρχει σύγκρουση, γιατί ἡ καθεμία ἀπὸ αὐτὲς κινεῖται στὸ δικό της ἐπίπεδο καὶ ἔχει τὸν δικό της χαρακτήρα. Τὰ δύο αὐτὰ εἴδη τῆς γνώσεως εἶναι καλὰ καὶ ὠφέλιμα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Παραταῦτα ὅμως δὲν εἶναι ἰσάξια οὔτε ἐξίσου ἀπαραίτητα. Ὅσοι περιορίζουν τὸ ἐνδιαφέρον τους στὸ ἐπίπεδο τῆς ἐγκοσμιότητας, προτάσσουν ἡ καὶ ἀπολυτοποιοῦν τὴν ἐπιστημονικὴ γνώση, στερώντας ἀπὸ τὸν ἑαυτὸ τους τὴν γνώση ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἐλευθερία τοῦ Πνεύματος5. Ὅσοι πάλι περιορίζουν τὸ ἐνδιαφέρον τους στὸ ὑπερβατικὸ ἐπίπεδο, παραθεωροῦν καὶ τὴν σχετικὴ ἀξία τῆς ἐγκόσμιας γνώσης, ποὺ διευκολύνει τὴν ἐξυπηρέτηση τῶν βιοτικῶν ἀναγκῶν.

Ἡ ἐπιστημονικὴ γνώση ἐξυπηρετεῖ τὴν καθημερινότητα τοῦ ἀνθρώπου, διευκολύνει τὴν ὁριζόντια κοινωνικότητά του καὶ ὑπηρετεῖ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ πολιτισμοῦ του. Ἡ θεία γνώση ἀνοίγει στὸν ἄνθρωπο τὸν ὑπερβατικὸ ὁρίζοντα, ἀναπτύσσει τὴν κατακόρυφη κοινωνικότητά του, πρσφέρει νόημα ζωῆς καὶ ἐμπνέει τὰ ἔργα καὶ τὸν πολιτισμό του. Ὁλόκληρος ὁ βυζαντινὸς ἡ ὁ μεσαιωνικός, ἀλλὰ καὶ ὁ νεώτερος ἀκόμα εὐρωπαϊκὸς πολιτισμός, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ νοηθοῦν ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὴν παρουσία τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἀλλὰ καὶ ἡ σύγχρονη ἐπιστημονικὴ ἔρευνα ἔχει τὶς ἀπαρχές της στὰ μοναστήρια τῆς Δύσεως, ὅπου μοναχοί, συνδέοντας τὴν θεία μὲ τὴν ἀνθρώπινη γνώση, ἐρευνοῦσαν μὲ θρησκευτικὸ ἐνδιαφέρον τὰ μυστικὰ καὶ τοὺς νόμους τῆς φύσεως.

Ἡ συνένωση, καὶ πολὺ περισσότερο ἡ ταύτιση τῶν δύο ἐπιπέδων τῆς γνώσεως, ποὺ προωθήθηκε κατὰ τὸν μεσαίωνα μὲ τὴν καλλιέργεια τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας μέσα στοὺς κόλπους τοῦ δυτικοῦ μοναχισμοῦ, ἦταν ἀθεολόγητη καὶ συχνὰ βλαπτική. Αὐτὴ ὁδήγησε ἀργότερα, μὲ τὴν παρέμβαση καὶ τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐξουσίας, στὴν σύγκρουση θεολογίας καὶ ἐπιστήμης, ποὺ εἶχε μὲ τὴν σειρὰ της τὶς γνωστὲς τραγικὲς συνέπειες. Ἀλλὰ ἡ σύγκρουση αὐτή, ποὺ ἦταν σχεδὸν ἄγνωστη στὴν Ἀνατολή, ἀμβλύνθηκε στὴν ἐποχή μας.

Πέρα ὅμως ἀπὸ τὴν θετικὴ στάση της γιὰ τὴν κοσμικὴ γνώση καὶ ἐπιστήμη, ἡ θεολογία δὲν παύει νὰ ἐπισημαίνει τὴν σχετικότητα καὶ τὴν προσκαιρότητα ποὺ τὶς διακρίνει.Ἡ κοσμικὴ γνώση εἶναι χρήσιμη, ὄχι ὅμως καὶ πάντοτε ἀπαραίτητη γιὰ τὴν καταξίωση καὶ τὴν ἐκπλήρωση τοῦ σκοποῦ τοῦ ἀνθρώπου6. Πάνω καὶ πέρα ἀπὸ αὐτὴν βρίσκεται ἡ ἀλήθεια ποὺ ὁδηγεῖ στὴν θεογνωσία καὶ τὴν σωτηρία. Καὶ ἡ ἀλήθεια αὐτὴ δὲν πηγάζει ἀπὸ τὰ ἀντικείμενα οὔτε εἶναι ἀντικειμενική. Εἶναι ἀλήθεια ζωῆς καὶ κοινωνίας, ἀγάπης καὶ εἰρήνης, κάλλους καὶ ἐλευθερίας ·εἶναι ἀλήθεια ποὺ προσιδιάζει στὰ πρόσωπα· ἀλήθεια προσωπική. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια τοῦ Χριστοῦ, ἡ ἀκριβέστερα, αὐτὴ ἡ ἀλήθεια εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Χριστός: «Ὁ ὧν καὶ ὁ ἦν καὶ ὁ ἐρχόμενος»7.

Ὁ προσωπικὸς αὐτὸς χαρακτήρας τῆς ἀλήθειας ἔχει κεφαλαιώδη σπουδαιότητα γιὰ τὸν ἄνθρωπο. Ἡ ζωντανὴ ἀλήθεια δὲν μπορεῖ νὰ ἀντικειμενοποιηθεῖ, γιατί ἡ ἀντικειμενοποίησή της ἰσοδυναμεῖ μὲ ἀποστέωση καὶ ἀπονέκρωσή της. Ἡ γνώση τῆς ἀλήθειας αὐτῆς εἶναι ἐμπειρία ζωῆς. «Εἶναι καρπὸς ἑνώσεως στὸ ἴδιο Εἶναι δύο ὑποκειμένων: τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου. Κανένας ἀπὸ αὐτοὺς δὲν γίνεται “ἀντικείμενο”·καὶ οἱ δύο, καὶ ὁ Θεὸς καὶ ὁ ἄνθρωπος ζοῦν τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὡς ἑνιαία ζωή»8. Ἡ ἐπίγνωση αὐτὴ εἶναι ἰδιαίτερα σημαντικὴ γιὰ τὴν σωστὴ προσέγγιση καὶ ἀξιολόγηση κάθε ἐπιμέρους ἀλήθειας ποὺ ἀναζητεῖ ὁ ἄνθρωπος στὴν ζωή του.

Ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα, ὡς μέσο προσεγγίσεως τῆς κοσμικῆς ἀλήθειας, ἔχει καταρχὴν θετικὴ ἀξία. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὶς κατακτήσεις ἡ τὶς ἐφαρμογὲς τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας. Ὅλα αὐτὰ δὲν εἶναι ἔργα τοῦ διαβόλου, ἀλλὰ τοῦ ἀνθρώπου ποὺ δημιουργήθηκε «κατ' εἰκόνα Θεοῦ». Βέβαια ὡς δημιούργημα «κατ' εἰκόνα Θεοῦ» ὁ ἄνθρωπος ὀφείλει νὰ διατηρεῖ ζωντανὴ τὴν κατακόρυφη σχέση μὲ τὸν Δημιουργό του. Πρέπει καὶ ὁ νοῦς του, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ὑψηλότερο στοιχεῖο τῆς ὑπάρξεώς του, νὰ φωτίζεται ἀπὸ τὸν Θεό. Ἄλλωστε μόνο μὲ τὴν προϋπόθεση αὐτὴ μπορεῖ ὁ ἀνθρώπινος νοῦς νὰ λειτουργεῖ κατὰ φύση. Καὶ ὅταν γίνεται αὐτό, τὸ ἔργο ποὺ παράγεται καὶ σὲ ὁριζόντιο ἐπίπεδο εἶναι θετικό.

Ὅπως ἐπισημαίνει ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, «κατὰ φύσιν ὁ νοῦς ἐνεργεῖ, ὅταν τὰ πάθη ἔχη ὑποτεταγμένα, καὶ τοὺς λόγους τῶν ὄντων θεωρῆ, καὶ πρὸς Θεὸν διάγη»9. Ἀλλὰ καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος κινεῖται ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸν Θεὸ ἀκολουθώντας τὸ δικό του θέλημα, οἱ κατακτήσεις καὶ τὰ ἐπιτεύγματά του δὲν παύουν νὰ ἔχουν κάποια σχέση μὲ τὸ ἀγαθό. Στὸ ἐπίπεδό της ὀντολογίας ἀπὸ τὴν σκοπιὰ τῆς χριστιανικῆς θεολογίας ὑπάρχει μόνο τὸ ἀγαθό. Τὸ κακὸ δὲν ἀποτελεῖ θέση ἀλλὰ ἄρνηση. Ἀποτελεῖ ἄρνηση τοῦ ἀγαθοῦ ἤ «παράσιτο στὸ σῶμα τοῦ ἀγαθοῦ»10. Καὶ ὡς ἄρνηση ἡ παράσιτο τοῦ ἀγαθοῦ, ποὺ εἶναι καὶ τὸ μόνο ὑπαρκτό, ἀγκιστρώνεται σὲ αὐτό. Σὲ ὁποιαδήποτε λοιπὸν περίπτωση, ὁτιδήποτε καὶ ἂν κατορθωθεῖ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἔχει πάντοτε καὶ κάποιο θετικὸ στοιχεῖο. Ἀποσπώμενο ὅμως ἀπὸ τὴν κατὰ φύση προοπτική του, προσλαμβάνει ἀρνητικὸ χαρακτήρα. Ἔτσι καὶ στὴν περιοχὴ τῆς ἐπιστημονικῆς ἔρευνας δὲν μπορεῖ νὰ ἀμφισβητηθεῖ καταρχὴν ἡ ἀξία ὁποιουδήποτε ἐπιτεύγματος, ἀλλὰ χρειάζεται νὰ ἐλεγχθεῖ ὁ σκοπὸς καὶ ἡ χρήση του. Καὶ γι' αὐτὰ ἀποφασίζει ὁ ἀνθρώπινος νοῦς.

Σημαντικὸ στοιχεῖο σὲ σχέση μὲ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα εἶναι ὁ σκοπός, γιὰ τὸν ὁποῖο αὐτὴ πραγματοποιεῖται. Καί, ὅπως εἶναι φυσικό, ἡ ποιότητα τοῦ σκοποῦ προσδίδει καὶ ἀντίστοιχη ἀξία στὴν ἔρευνα. Ὅταν ὁ σκοπὸς εἶναι ἐξαρχῆς ἀρνητικός, δὲν μπορεῖ ἡ ἔρευνα νὰ θεωρηθεῖ θετικὴ καὶ νὰ γίνει σεβαστή. Συχνὰ ὅμως,ἰδιαίτερα στὴν ἐποχή μας, ἡ ἔρευνα γίνεται σεβαστὴ ὄχι μόνο ὡς μέσο γιὰ κάποιον σκοπό, ἀλλὰ καὶ καθεαυτήν: «Ἡ ἔρευνα γιὰ τὴν ἔρευνα». Δὲν ὑπάρχει βέβαια ἀμφιβολία ὅτι ἀκόμα καὶ στὴν περίπτωση αὐτὴ μπορεῖ νὰ προκύψει κάποιο ἀπροσδόκητο καλό, ὅπως βέβαια καὶ κάποιο ἀπροσδόκητο κακό. Ἀλλὰ μία τέτοια αὐτονόμηση τῆς ἔρευνας τὴν ἀποσυνδέει τελείως ἀπὸ κάθε ἠθικὸ φραγμό.

Στὶς λεγόμενες θετικὲς ἐπιστῆμες, ὅπου δεσπόζει ἡ ἀρχὴ τῆς ἀντικειμενικότητας, κυριαρχοῦν οἱ ἀριθμοὶ καὶ οἱ ποσότητες, ἐνῶ ταυτόχρονα παραμερίζονται τὰ πρόσωπα καὶ οἱ ἠθικὲς ποιότητες καὶ σχέσεις. Τὴν ἴδια μάλιστα τακτικὴ ἀκολουθοῦν συχνὰ καὶ οἱ κοινωνικὲς ἐπιστῆμες καὶ πρωτίστως ἡ κοινωνιολογία, μολονότι αὐτὲς ἀσχολοῦνται μὲ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν κοινωνική του ζωή. Ἡ τακτικὴ αὐτή, ποὺ ἐπικράτησε στὸν ἐπιστημονικὸ κόσμο μετὰ τὸν θρίαμβο τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν, παραβλάπτει τὶς κοινωνικὲς ἐπιστῆμες καὶ τὶς ἀπομακρύνει ἀπὸ τὸν πραγματικὸ σκοπό τους. Ἐπιπλέον ἡ τακτικὴ αὐτὴ ἀδικεῖ τὴν πρόταξη τοῦ προσώπου, ποὺ συνιστᾶ τὴν ἀρχὴ καὶ τὴν πληρότητα τοῦ εἶναι. Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ παραμερίζεται τὸ πρόσωπο νεκρώνεται ἡ ζῶσα ἀλήθεια.

Τὸ χαρακτηριστικὸ γνώρισμα τοῦ πολιτισμοῦ τῆς ἐποχῆς μας, ὅπως καὶ τῶν ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν ποὺ πραγματοποιοῦνται μέσα στὸ πλαίσιό του, εἶναι ὁ παραμερισμὸς τοῦ προσώπου καὶ ἡ ὑπαγωγή του στὸ ἀπρόσωπο σύνολο, ἡ ἀκόμα καὶ στὴν ἄλογη φύση. Ὁ παραμερισμὸς αὐτός, ποὺ ἐμφανίζεται ἀφετηριακὰ ὡς μεθοδολογικός, εἶναι καὶ ἀποδεικνύεται τελικὰ οὐσιαστικός. Ὁ σύγχρονος πολιτισμὸς ὄχι μόνο δὲν εἶναι πνευματοκεντρικός, ὅπως θὰ ταιρίαζε στὸν ἄνθρωπο ποὺ ξεχωρίζει μέσα στὸν κόσμο μὲ τὸ πνεῦμα του, ἀλλὰ δὲν εἶναι οὔτε τεχνοκρατικός, ὅπως συχνὰ λέγεται. Βέβαια ὑπάρχουν πάντοτε τὰ τεχνοκρατικὰ στοιχεῖα, ὅπως καὶ τὰ γνωρίσματα ἐκεῖνα, ποὺ μαρτυροῦν τὸν πνευματικὸ παράγοντα στὸν ἄνθρωπο. Αὐτὰ ὅμως δὲν εἶναι μόνο ἀτροφικὰ ἀλλὰ καὶ ἀτελέσφορα.

Ὁ πολιτισμὸς μας ἔγινε μηχανοκρατικός. Καὶ ἡ μηχανοκρατία δὲν ἔγκειται στὴν αὔξηση τῆς δυναμικῆς τῶν μηχανῶν ἡ τῶν διευκολύνσεων ποὺ παρέχουν αὐτὲς στὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ στὴν ἐπικράτηση τοῦ ψυχροῦ πνεύματος ποὺ καλλιεργοῦν· ἔγκειται στὴν κυριαρχία τῆς μηχανιστικῆς λογικῆς ποὺ προωθοῦν καὶ ἐμπεδώνουν. Καὶ ἡ ἐποχὴ μας εἶναι μηχανοκρατική, γιατί διαμορφώνει τοὺς ἀνθρώπους «κατ' εἰκόνα καὶ καθ' ὁμοίωσιν» τῶν μηχανῶν· στεγνώνει τὴν καρδιά, μηχανοποιεῖ τὸν νοῦ καὶ ἰσοπεδώνει τὴν προσωπικότητά τους. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι καὶ ὅλες οἱ δραστηριότητές τους ἀνάγονται σὲ ἀριθμούς, περιγράφονται μὲ ἀριθμοὺς καὶ ἐγκλωβίζονται στοὺς ἀριθμούς.

Ἀλλὰ ὁ ἄνθρωπος παραμένει ἄνθρωπος, ὅσο ὑπάρχει καὶ ἀναπτύσσεται ὡς πρόσωπο. Ἡ ἀρχὴ τοῦ προσώπου εἶναι ἡ θεμελιώδης ἀρχὴ τῆς ὀρθόδοξης χριστιανικῆς ἀνθρωπολογίας, ὅπως ἄλλωστε καὶ τῆς θεολογίας. Ὅταν καταλύεται τὸ πρόσωπο, τότε οὔτε ὁ ἄνθρωπος παραμένει ὡς ἄνθρωπος οὔτε ὁ Θεὸς λατρεύεται ὡς ζῶν Θεός. Ἐξάλλου οὐσιῶδες γνώρισμα τῆς «κατ' εἰκόνα Θεοῦ» δημιουργίας τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ κυριαρχική του ἐξουσία. Ὁ ἄνθρωπος δὲν ὑπόκειται σὲ τίποτε καὶ σὲ κανέναν, ἀλλὰ ὑπάρχει ὡς δεδομένο ἀκόμα καὶ γιὰ τὸν ἴδιο τὸν Θεό. Γι' αὐτὸ καὶ οἱ σχέσεις του μὲ τὸν Θεὸ στηρίζονται στὴν ἀρχὴ τῆς ἐλευθερίας. Καθετὶ ποὺ τὸν ὑποδουλώνει καὶ μειώνει τὴν ἀξία του ὡς προσώπου προσλαμβάνει ἀρνητικὴ ἀξία.

Μέσα στὸ πλαίσιο αὐτὸ εἶναι φυσικὸ νὰ προβάλλουν ἐπιτακτικὰ ὁρισμένα ἐρωτήματα γιὰ τὸν σκοπὸ καὶ τὴν ἔκταση τῆς ἐφαρμογῆς τῶν ἐπιστημονικῶν ἐρευνῶν. Ἀλλὰ πρὶν ἀπὸ ὅλα χρειάζεται νὰ τεθεῖ τὸ ἐρώτημα τοῦ Σωκράτη πρὸς τοὺς φιλοσόφους τῆς ἐποχῆς του, ποὺ προσπαθοῦσαν νὰ μελετήσουν τὴν φύση: «Ἄραγε, ἔλεγε, γνώρισαν οἱ ἄνθρωποι αὐτοὶ ὅσο ἔπρεπε τὰ ἀνθρώπινα πράγματα καὶ ἐπιδόθηκαν στὰ ἄλλα, ἤ ἄφησαν τὰ ἀνθρώπινα καὶ ἐρευνοῦν ἄλλα πράγματα, νομίζοντας μάλιστα πὼς κάνουν καὶ τὸ καθῆκον τους»11;

Πρώτιστο καθῆκον τοῦ ἀνθρώπου εἶναι ἡ ἔρευνα καὶ γνώση τοῦ ἑαυτοῦ του. Καὶ τὸ μεγαλύτερο λάθος του ἔγκειται στὸ ὅτι συνήθως ἀδιαφορεῖ τελείως γιὰ τὴν ἐξέταση καὶ ἐπίγνωση τοῦ ἑαυτοῦ του καὶ ἀσχολεῖται μόνο μὲ τὴν ἔρευνα τοῦ κόσμου. Δὲν κάνει δηλαδὴ ἁπλῶς μία ἄδικη κατανομὴ τοῦ ἐνδιαφέροντός του σὲ βάρος τοῦ ἑαυτοῦ του, ἀλλὰ προχωρεῖ συχνὰ σὲ ἀποκλειστικὴ μονομέρεια καὶ πλήρη ἐγκατάλειψη τοῦ ἑαυτοῦ του ἐν ὀνόματι τῆς ἔρευνας τοῦ κόσμου.

Τὸ ἑπόμενο ἐρώτημα ποὺ ἀνακύπτει ἀναφέρεται στὰ ὅρια τῶν ἐρευνῶν καὶ τῶν ἐφαρμογῶν τους: Ἐπιτρέπεται νὰ κάνει ὁ ἄνθρωπος ὅλα, ὅσα μπορεῖ νὰ κάνει; Δὲν ὀφείλει νὰ ἔχει κάποιους φραγμοὺς στὶς ἔρευνες καὶ στὶς ἐφαρμογές τους; Ἂν ναί, πῶς μποροῦν νὰ καθοριστοῦν οἱ ἐπιλογὲς καὶ οἱ φραγμοὶ του αὐτοί; Ποιὰ κριτήρια πρέπει νὰ ἰσχύσουν; Ποιοὶ κανόνες χρειάζεται νὰ ὑπάρξουν; Ἰδίως στὴν ἐποχή μας, ποὺ οἱ ἐπιστημονικὲς ἔρευνες βρίσκονται σὲ ἔξαρση καὶ κινοῦνται σὲ τεράστιο φάσμα, ἔχοντας συμπεριλάβει καὶ καταστήσει ἀντικείμενο πειραματισμοῦ καὶ ἐπεξεργασίας καὶ τὴν ἴδια τὴν προσωπικότητα τοῦ ἀνθρώπου, τὰ ἐρωτήματα αὐτὰ προσλαμβάνουν τεράστια σπουδαιότητα. Αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστερο στὴν περιοχὴ τῆς Βιοτεχνολογίας, ὅπου διερευνᾶται ἡ τεχνητὴ μετατροπὴ τοῦ γενετικοῦ ὑλικοῦ γιὰ τὴν δημιουργία ὀργανισμῶν μὲ νέες ἰδιότητες καὶ ἱκανότητες.

Ἡ Βιοτεχνολογία, καὶ ἰδιαίτερα ἡ Βιοϊατρική, διάνοιξαν νέες προοπτικὲς μὲ εὐεργετικὲς συνέπειες γιὰ τὴν ὑγεία καὶ τὴν ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου. Ἔτσι ἄλλωστε κατανοεῖται καὶ τὸ μεγάλο ἐνδιαφέρον ποὺ παρουσιάζουν αὐτὲς στὴν ἐποχή μας. Παράλληλα ὅμως προκάλεσαν καὶ σοβαρὲς ἀμφισβητήσεις, ποὺ ἀφοροῦν τὴν ὀρθότητα καὶ τὴν νομιμότητα τῶν ἐρευνῶν τους σὲ ὁρισμένους τομεῖς. Ὁ τρόπος ἀντιμετωπίσεως τῶν ἀνθρωπίνων ἐμβρύων, οἱ πειραματισμοὶ ποὺ γίνονται σὲ αὐτά, ἡ προσπάθεια κατασκευῆς εἰδικῶν κατηγοριῶν ἀνθρώπων, ὅπως καὶ ἄλλα συναφῆ ἐγχειρήματα, ἐγγίζουν ἀδιάκριτα τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ζωή. Ἐδῶ πλέον δὲν διακυβεύονται κάποια συμφέροντα ἡ ἔστω καὶ ἡ ἴδια ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἡ ἰδιατερότητα καὶ τελικὰ ἡ ταυτότητά του.

Ἡ ὀρθόδοξη θεολογία δὲν ἔχει λόγο νὰ ἐξετάσει ἡ νὰ ἀξιολογήσει τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα καθεαυτήν. Ὀφείλει ὅμως νὰ τὸ κάνει αὐτὸ σὲ σχέση μὲ τὸ ἀντικείμενο ποὺ προσεγγίζει καὶ μὲ τὸν σκοπὸ ποὺ ἐπιδιώκει. Ἐφόσον ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα ἐξυπηρετεῖ τὸν ἄνθρωπο καὶ τὴν ζωή του, εἶναι φυσικὸ νὰ τὴν χαιρετίζει καὶ νὰ τὴν ἐπαινεῖ. Ἀλλὰ ἡ ἔρευνα δὲν ἔχει βούληση ἡ συνείδηση. Καὶ ἡ ἐξυπηρέτηση τοῦ ἀνθρώπου δὲν ἐξαρτᾶται ἀπὸ αὐτήν, ἀλλὰ ἀπὸ τοὺς στόχους ποὺ θέτει καὶ τὶς διαθέσεις ποὺ ἔχει ὁ ἐρευνητής. Τὸ ἄλλο σοβαρὸ πρόβλημα ποὺ ἀνακύπτει ἐδῶ εἶναι ὅτι ὁ ἐρευνητὴς δὲν εἶναι συνήθως κάποιο συγκεκριμένο πρόσωπο ποὺ ἐνεργεῖ αὐτόνομα καὶ κατὰ συνείδηση, ἀλλὰ διάφοροι ἀπρόσωποι ὀργανισμοὶ μὲ δικούς τους στόχους καὶ σκοπούς, ποὺ εἶναι σχεδὸν πάντοτε κερδοσκοπικοὶ ἡ ἐξουσιαστικοί.

Ἀλλὰ πέρα ἀπὸ αὐτὰ γνωρίζουμε ὅτι ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα δὲν ἀναζητεῖ τὴν ἀλήθεια καθεαυτήν. Δὲν ἐνδιαφέρεται γιὰ ἀλήθεια ποὺ ὑπερβαίνει τὴν προσκαιρότητα καὶ τὶς σωματικὲς αἰσθήσεις. Κριτήριο τῆς ἀλήθειας στὸ ἐπιστημονικὸ ἐπίπεδο εἶναι χρηστικότητα καὶ ἡ ἀντοχή της στὴν διαψευσιμότητα12. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι κάθε ἐπιστημονικὴ ἀλήθεια εἶναι σχετική, καὶ ἀναγνωρίζεται ὡς ἀλήθεια μέχρις ὅτου διαψευσθεῖ ἤ συμπληρωθεῖ. Ἡ ἐπιστήμη προχωρεῖ κάθε φορά χρησιμοποιώντας κάποια ἀλήθεια ποὺ διαπιστώνει. Καὶ ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα ἀποσκοπεῖ στὴν ἐπισήμανση καὶ τὴν ἀξιοποίηση τῆς χρηστικῆς αὐτῆς ἀλήθειας. Ἀλλὰ ἡ χρήσιμη καὶ συμβατικὴ ἀλήθεια δὲν πρέπει καθόλου νὰ συγχέεται μὲ τὴν θεολογική. Ἡ θεολογικὴ ἀλήθεια εἶναι ἀπόλυτη δὲν προέρχεται κἄν ἀπὸ τὸ ἐπίπεδό τοῦ κτιστοῦ ποὺ εἶναι συμβατικό, ἀλλὰ τοῦ ἀκτίστου ποὺ εἶναι ἀπόλυτο. Χρησιμοποιώντας τὴν ἀριστοτελικὴ ὁρολογία θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ θεολογία ἀποσκοπεῖ στὰ «μὴ ἐνδεχόμενα ἄλλως ἔχειν», ἐνῶ ἡ ἐπιστήμη στὰ «ἐνδεχόμενα ἄλλως ἔχειν»13.

Ἡ ἀλήθεια κατὰ τὴν ὀρθόδοξη θεολογία δὲν ἀνακαλύπτεται ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο, ἀλλὰ προσφέρεται ἀπευθείας ἀπὸ τὸν Θεό. Ὁ ἄνθρωπος δὲν δημιουργεῖ τὴν ἀλήθεια, ἀλλὰ τὴν ἀποδέχεται καὶ τὴν ζεῖ μὲ τὴν τήρηση τῆς θείας ἐντολῆς, ποὺ εἶναι «ζωὴ αἰώνιος»14. Ἔτσι ἐντάσσεται ὁ ἄνθρωπος στὸ ἔργο τοῦ Θεοῦ καὶ γίνεται συνεργός του γιὰ τὴν ἀνόρθωση καὶ τὴν τελείωσή του. Ἡ ἀλήθεια λοιπὸν αὐτή, ποὺ ταυτίζεται τελικὰ μὲ τὸν Θεό, δὲν προσφέρεται ὡς ἀντικειμενικὴ γνώση, ἀλλὰ ὡς προσωπικὴ σχέση. Τὸ λάθος ὅμως, ποὺ ἐμπεδόθηκε στὴν συνείδηση τοῦ νεωτερικοῦ καὶ μετανεωτερικοῦ ἀνθρώπου μὲ τὴν ἀπολυτοποίηση τῆς ἐπιστήμης, εἶναι ἡ ἀναγωγὴ τῆς ἐπιστημονικῆς ἀλήθειας σὲ ἀπόλυτη ἀλήθεια· εἶναι ἡ ἀδιαφορία ἤ καὶ ἡ πλήρης περιφρόνηση τῆς ὀντολογικῆς, ὅπως καὶ κάθε ὑπερφυσικῆς ἀλήθειας.

Ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα μὲ τὴν μεθοδολογικὴ ἀντικειμενικότητα, ποὺ εἶναι ὑποχρεωτικὴ καὶ ἐπιβάλλεται στὶς ἐπιστημονικὲς ἔρευνες, ὁδηγεῖ ἀβίαστα στὴν λήθη τῆς προτάξεως τοῦ προσώπου καὶ τῆς ἀξίας τοῦ προσωπικοῦ. Εὔκολα τὸν καθηλώνει στὰ πράγματα καὶ τὸν ἀλλοτριώνει ἀπὸ τὸν ἐσωτερικό του κόσμο, ἀπὸ τὸν«κρυπτόν τῆς καρδίας ἄνθρωπον»15. Καὶ ὅταν ὁ ἄνθρωπος ὑποκύπτει στὸν πειρασμὸ αὐτόν, δὲν εἶναι δυνατὸ νὰ σκέφτεται καὶ νὰ ἐνεργεῖ σωστὰ οὔτε γιὰ τὸν ἑαυτό του οὔτε γιὰ τοὺς ἄλλους·νεκρώνεται πνευματικὰ καὶ ἐκπέμπει γύρω του ὀσμὴ θανάτου. Ψηλαφητὴ ἀποτύπωση τοῦ φαινομένου αὐτοῦ ἔχουμε σήμερα ὄχι μόνο στὴν κατάσταση τῆς κοινωνίας ἀλλὰ καὶ στὸ φυσικὸ περιβάλλον. Ἡ μόλυνση καὶ ἡ καταστροφή, ποὺ σημειώνονται στὸ φυσικὸ περιβάλλον, ἀντανακλοῦν τὴν μόλυνση καὶ τὴν καταστροφή, ποὺ προηγήθηκαν στὸν ἀνθρώπινο νοῦ.

Ἡ ἐπέκταση τῆς μεθοδολογίας τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν σὲ ὁλόκληρο τὸ ἐπιστημονικὸ φάσμα, ἀπ' ὅπου δὲν ἑξαιρέθηκαν οὔτε οἱ κοινωνικὲς ἐπιστῆμες, ἄνοιξε ὀλισθηρὸ δρόμο γιὰ τὴν ἐπιστήμη καὶ τὴν ἐπιστημονικὴ ἔρευνα. Ἡ μεθοδολογία αὐτή, χωρὶς νὰ εἶναι καθ' ἑαυτὴν κακή, ἀφοῦ ἄλλωστε ἐξυπηρετεῖ ἀνθρώπινες ἀνάγκες, ἀφήνει στὸ περιθώριο τὰ κεφαλαιώδη θέματα τῆς ζωῆς, ὅπως εἶναι ἡ ἀγάπη, ὁ πόνος, ὁ θάνατος. Ὅλα αὐτὰ κινοῦνται πέρα ἀπὸ τὴν ἀντικειμενικότητα, γιατί ἀφοροῦν τὸν ἄνθρωπο ὡς πρόσωπο καὶ τὴν σχέση του μὲ τὰ ἄλλα πρόσωπα καὶ τὸν κόσμο. Ὅταν αὐτὰ τοποθετοῦνται στὴν προκρούστεια κλίνη τῆς θετικῆς μεθοδολογίας, εἶναι φυσικὸ νὰ ἀκρωτηριάζονται.

Παραταῦτα ἀξίζει νὰ σημειωθεῖ ὅτι ὄχι μόνο στὶς κοινωνικές, ἀλλὰ καὶ σὲ αὐτὲς ἀκόμα τὶς λεγόμενες θετικὲς ἐπιστῆμες ὑποχωρεῖ τὸ μηχανιστικὸ κοσμοείδωλο καὶ ἐμφανίζονται θεωρίες ποὺ προβάλλουν τὴν ὀντολογικὴ σπουδαιότητα τοῦ ἀνθρώπου γιὰ τὴν προσέγγιση τοῦ φυσικοῦ κόσμου. Στὴν προοπτικὴ αὐτὴν ὁλόκληρος ὁ φυσικὸς κόσμος κατανοεῖται περισσότερο ὡς «διαστρωμάτωση πολλῶν ὀντολογικῶν ἐπιπέδων, ὅπου τὸ ἕνα ἀναφέρεται στὸ ἄλλο, χωρὶς ὅμως νὰ χάνει τὸ δικό του ὀντολογικὸ περιεχόμενο καὶ τὴν δική του ἰδιαιτερότητα. Βέβαια τὸ ἐπίπεδό του ἀνθρώπου ξεπερνᾶ ἀσυγκρίτως τὰ προηγούμενα ἐπίπεδα (φυσικοχημικό, μοριακό, βιολογικό, ψυχικό), ἐμφανίζοντας νέα ὀντολογικὰ χαρακτηριστικὰ»16, ποὺ ἀνάγονται τελικὰ στὴν ἀρχὴ τοῦ προσώπου. Ἡ ἀρχὴ αὐτή, ποὺ ἔχει ὡς κύριο περιεχόμενο τὴν ἀγάπη, ἀποτελεῖ καὶ τὸν μόνο οὐσιαστικὸ παράγοντα γιὰ τὸν θετικὸ ἡ τὸν ἀρνητικὸ προσανατολισμὸ τῆς ἐπισημονικῆς πορείας καὶ ἔρευνας.

Ἡ ἐπιστημονικὴ ἔρευνα δὲν θὰ μπορέσει ποτὲ νὰ λύσει ἡ νὰ ἐξηγήσει τὰ ὑπαρξιακὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου σὲ σχέση μὲ τὸ νόημα καὶ τὸν σκοπὸ τῆς ζωῆς του γιὰ δύο βασικοὺς λόγους: α) Ἐπειδὴ αὐτὰ δὲν μποροῦν νὰ ἀντικειμενοποιηθοῦν, καὶ β) ἐπειδὴ «ἡ λογικὴ αὐτοῦ τοῦ κόσμου δὲν θὰ μπορέσει νὰ κατανοήσει ποτὲ πλήρως τὴν ἀλήθειά του, γιατί ἀκριβῶς ἀποτελεῖ μέρος του», ἐνῶ κάθε σύστημα, ὅπως καὶ ὁ κόσμος ὡς σύστημα, μπορεῖ νὰ κατανοηθεῖ «μόνο ἀπὸ ἕνα ἄλλο σύστημα ποὺ τὸ ὑπερβαίνει»17.Ἐδῶ ἀκριβῶς προβάλλει καὶ ἡ ἁρμοδιότητα τῆς θεολογίας.

Κατὰ παράδοξο ἴσως γιὰ τοὺς θετικοὺς ἐπιστήμονες τρόπο ἡ θεολογία προσφέρει μὲ μεθοδολογία θετικῆς ἐπιστήμης ἐξηγήσεις καὶ λύσεις στὰ ὑπαρξιακὰ προβλήματα τοῦ ἀνθρώπου «ὑπερβαίνοντας» τὸ σύστημα τοῦ κόσμου. Ἡ χριστιανικὴ θεολογία δὲν δημιουργεῖται μὲ τὴν προσπάθεια τοῦ ἀνθρώπου νὰ ὑπερβεῖ τὸν κόσμο, ὅπως συμβαίνει μὲ τὴν μυθολογία ἤ τὴν ἀνθρωπογενῆ θρησκεία, ἀλλὰ μὲ τὴν «ἐν ταπεινώσει» ἀποδοχὴ τῆς ὑπερκόσμιας ἀλήθειας ποὺ φανερώνει ὁ Θεός. Δὲν λειτουργεῖ ὡς θρησκευτικὸ ἐργαλεῖο ἀλλὰ ὡς ὁδοδείκτης. Ἡ χριστιανικὴ θεολογία ἔχει ἐξαγγελτικὸ ἡ ἀφηγηματικὸ χαρακτήρα· ἐξιστορεῖ τὴν ἀλήθεια τῆς φανερώσεως καὶ τοῦ ἔργου τοῦ Θεοῦ μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων.

Ἡ ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ δὲν ἐπιβάλλεται ἀναγκαστικὰ στὸν ἄνθρωπο οὔτε ἀπαιτεῖ τὴν ἄκριτη ἀποδοχὴ της ἐκ μέρους του. Ἡ ἀποδοχὴ ἤ μὴ ἀποδοχὴ της ἐξαρτᾶται ἀπὸ τὴν ἐλευθερία τοῦ ἀνθρώπου. Καὶ ἂν ἡ πεμπτουσία τῆς ἀλήθειας αὐτῆς εἶναι ἡ ἀνάσταση («εἰ δὲ Χριστὸς οὐκ ἐγήγερται, κενὸν ἄρα τὸ κήρυγμα ἡμῶν, κενὴ δὲ καὶ ἡ πίστις ὑμῶν»)18, ἡ ἀδιαπραγμάτευτη προϋπόθεση γιὰ τὴν ἀποδοχὴ της εἶναι ἡ ἐλευθερία. Τὸ δεύτερο λησμονεῖται μερικὲς φορὲς ἀπὸ τοὺς ἐκπροσώπους τοῦ Χριστιανισμοῦ. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἀπαράδεκτο, γιατί χωρὶς τὴν προϋπόθεση τῆς ἐλευθερίας ὁλόκληρο τὸ ἔργο τῆς θείας οἰκονομίας γίνεται ἀκατανόητο.

Ἡ «διδαχὴ» τοῦ Χριστιανισμοῦ, ὅπως δηλώνεται ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστό, προτείνεται στὸν ἄνθρωπο ὡς ὑπόθεση πρὸς ἐπαλήθευση καὶ ἀποδοχὴ ἤ ἀπόρριψη, ὅπως ἀκριβῶς συμβαίνει στὶς θετικὲς ἐπιστῆμες σὲ ἕνα ἄλλο βέβαια ἐπίπεδο. Ἐνῶ δηλαδὴ τὸ ἐπίπεδο στὸ ὁποῖο κινοῦνται οἱ θετικοὶ ἐπιστήμονες εἶναι ὁ ἀντικειμενικὸς κόσμος, τὸ ἐπίπεδο στὸ ὁποῖο κινεῖται ἡ θεολογία εἶναι τὸ πρόσωπο. Καὶ ἐνῶ οἱ θετικοὶ ἐπιστήμονες ἀναζητοῦν τὴν ἀντικειμενικὴ ἀλήθεια, ἡ θεολογία ἐξετάζει τὴν ἀλήθεια τῆς ζωῆς· τὴν ἀλήθεια τῶν ἐντολῶν ποὺ φανερώνεται στὸ ἐπίπεδο τῶν προσώπων, παρέχει ζωὴ καὶ ἐλευθερώνει19.

Ἡ διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ δὲν μερίζεται, ὅπως μερίζονται οἱ διάφορες περιοχὲς τοῦ ἐπιστημονικοῦ ἐπιστητοῦ, ἀλλὰ εἶναι ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετη. Καὶ αὐτὸ συμβαίνει, γιατί εἶναι ἀλήθεια ζωῆς, καὶ ἡ ζωὴ εἶναι ἑνιαία καὶ ἀδιαίρετη. Ἡ ἐπιλεκτικὴ ἀποδοχὴ καὶ τήρηση τῆς διδαχῆς τοῦ Χριστοῦ, καὶ προπαντὸς ὁ παραμερισμὸς ἡ ὁ μετριασμὸς τῶν ἐντολῶν ἐκείνων, ποὺ φαίνονται δύσκολες ἤ ἀκατόρθωτες, δὲν μπορεῖ νὰ εὐνοήσει τὸν πραγματικὸ πειραματισμὸ τῆς χριστιανικῆς διδαχῆς. Ἄλλωστε ὅσα παραμερίζονται ἤ μετριάζονται ἀπὸ τὴν διδαχὴ αὐτήν, εἶναι συνήθως ἐκεῖνα ποὺ συνιστοῦν τὴν εἰδοποιὸ διαφορά της. Ἔτσι ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐχθρούς, ὅπως καὶ τὸ «μίσος» πρὸς τὴν φιλαυτία, τὸ λεγόμενο «αὐτομίσος», ἀποτελοῦν ἰδιάζοντα στοιχεῖα τῆς χριστιανικὴ διδαχῆς, χωρὶς τὰ ὁποῖα δὲν μπορεῖ νὰ πραγματοποιηθεῖ ἡ πλήρης ἐμπειρικὴ ἐπαλήθευσή της20.

Ἡ ἀγάπη πρὸς τοὺς ἐχθροὺς καὶ τὸ αὐτομίσος εἶναι τὰ κατεξοχὴν ὄργανα γιὰ τὸν ἐμπειρικὸ πειραματισμὸ τῆς διδαχῆς τοῦ Χριστοῦ. Τὸ μίσος αὐτὸ δὲν εἶναι ἀναιρετικό τῆς ἀγάπης, ἀλλὰ ἀντιθέτως οὐσιαστικὸ γνώρισμά της. Εἶναι μίσος ποὺ διασφαλίζει τὴν ἀγάπη ἀπὸ παρείσακτα ἀρνητικὰ στοιχεῖα καὶ ἀποτρέπει τὴν παραφθορά της ἀπὸ τὴν ἀνθρώπινη φιλαυτία. Ἀτενίζοντας ὁ ἄνθρωπος ἀπὸ τὴν μία πλευρὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη τὴν δική του κατάσταση, αἰσθάνεται ἀποστροφὴ καὶ μίσος πρὸς τὸν ἁμαρτωλὸ ἑαυτό του. Τὸ μίσος αὐτό, ὅπως καὶ ἡ ἀγάπη ποὺ φανέρωσε ὁ Χριστός, ἔχoυν κενωτικὸ χαρακτήρα καὶ δημιουργοῦν τὶς προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἐμπειρικὴ ἐπαλήθευση τῆς χριστιανικῆς ἀλήθειας.

Ἡ ἐμπειρικὴ ἐπαλήθευση ἐδῶ, ὅπως καὶ σὲ ὅλες τὶς ἐντολὲς δὲν συνιστᾶ ἀποτέλεσμα ἐξωτερικῆς διαδικασίας, ἀλλὰ ἄμεση προσωπικὴ ἐμφάνεια, ποὺ δὲν ὑπόκειται σὲ καμία ἐξωτερικὴ ἀκύρωση ἡ ἀμφισβήτηση. Βέβαια ὅλοι δὲν προσεγγίζουν τὴν χριστιανικὴ διδαχὴ μὲ τὸν προσωπικὸ αὐτὸν πειραματισμό. Ἀλλὰ καὶ στὸ ἐπίπεδο τῶν θετικῶν ἐπιστημῶν δὲν ἔχουν ὅλοι ἄμεση γνώση τῶν ἐπιστημονικῶν πορισμάτων. Προσωπικὴ ἐμπειρία τῆς ἐπιστημονικῆς ἀλήθειας ἔχουν μόνο οἱ ἐρευνητὲς καὶ ὅσοι ἀκολούθως ἐπιδοθοῦν στὸν πειραματισμό της. Ὅλοι ὅμως εἶναι σὲ θέση νὰ ἀποδεχθοῦν καὶ νὰ ἀπολαύσουν τοὺς καρπούς της. Παρομοίως καὶ στὸ ἐπίπεδό τῆς θεολογίας προσωπικὴ ἐμπειρία τῆς θεολογικῆς ἀλήθειας ἔχουν μόνο οἱ ἅγιοι ποὺ τὴν ἔζησαν καὶ ὅσοι ἀκολούθως ἐπιδίδονται μὲ αὐταπάρνηση στὴν βίωσή της. Ἀλλὰ καὶ ὅλοι ὅσοι τὴν ἀποδέχονται καὶ τὴν τηροῦν μποροῦν κατὰ τὸ μέτρο τῆς δεκτικότητάς τους νὰ ἀπολαύσουν τοὺς καρπούς της.

Αὐτονόητο βέβαια πρέπει νὰ θεωρεῖται ὅτι, ὅπως στὶς θετικὲς ἐπιστῆμες χρειάζονται τὰ ἀπαραίτητα μέσα ἤ ὄργανα πειραματισμοῦ, ἔτσι καὶ στὸν θεολογικὸ χῶρο χρειάζονται τὰ σχετικὰ μέσα ἤ ὄργανα προσεγγίσεως τῆς ἀλήθειας. Καὶ πάλι ὅμως τὰ μέσα αὐτὰ δὲν πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν στὸ ἐπίπεδό του ἀντικειμενικοῦ κόσμου, ὅπως συμβαίνει στὶς θετικὲς ἐπιστῆμες, ἀλλὰ στὸ ἐπίπεδο τῶν προσώπων.Καὶ τὰ μέσα αὐτὰ εἶναι· α) ἡ ταπείνωση, γιὰ νὰ μπορέσει ὁ ἄνθρωπος νὰ δεχθεῖ τὴν ἀποκάλυψη τοῦ Θεοῦ, κάτʼ εἰκόνα τοῦ ὁποίου δημιουργήθηκε καὶ νὰ μὴ δημιουργήσει ὁ ἴδιος θεὸ κατὰ τὴν δική του εἰκόνα, καὶ β) ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς, γιὰ νὰ δεχθεῖ σωστὰ καὶ νὰ μὴν παραμορφώσει ἡ συσκοτίσει τὴν θεία ἀλήθεια. Αὐτὰ τὰ μέσα εἶναι πρόσφορα ὄχι μόνο γιὰ τὴν ἀποδοχὴ τῆς ἀλήθειας τῆς θείας ἀποκαλύψεως, ἀλλὰ καὶ γιὰ τὴν ἀποφυγὴ τοῦ κινδύνου τῆς θρησκειοποιήσεως.

Εἶναι χαρακτηριστικὸ ὅτι ὁ Χριστὸς μακαρίζει τοὺς «καθαροὺς τῇ καρδία», γιατί αὐτοὶ θὰ δοῦν τὸν Θεό21. Ἡ καθαρότητα δηλαδὴ τῆς καρδίας, ποὺ εἶναι ταυτόσημη μὲ τὴν καθαρότητα τοῦ νοῦ, παρουσιάζεται ὡς προϋπόθεση τῆς θεοπτίας, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πηγὴ τῆς ἐμπειρικῆς θεολογίας. Ἡ σύνδεση αὐτὴ τῆς καθαρότητας τῆς καρδιᾶς μὲ τὴν θεοπτία δὲν ἀφορᾶ μόνο τὸν μέλλοντα ἀλλὰ καὶ τὸν παρόντα αἰώνα. Ὁ μακαρισμὸς δὲν προσδιορίζει χρονικοὺς περιορισμοὺς γιὰ τὴν θεοπτία, ἀλλὰ τὴν συνδέει ἄμεσα μὲ τὴν καθαρότητα τῆς καρδιᾶς. Ὅπως τονίζει καὶ ὁ ἅγιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὅταν ἀποκτᾶται ἡ καθαρότητα αὐτή, ἔρχεται καὶ ἡ θεοπτία. Βέβαια ἡ καθαρότητα τῆς καρδιᾶς ὡς ἀδιάπτωτη κατάσταση ἀναμένεται στὸν μέλλοντα αἰώνα. Τὸ ἴδιο ἰσχύει καὶ γιὰ τὴν θεοπτία. Στὸν βαθμὸ ὅμως ποὺ κατορθώνεται μέσα στὸν κόσμο ἡ καθαρότητα αὐτή, ἀκολουθεῖ καὶ ἡ θεοπτία22. Ἡ θεολογία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι σὲ τελικὴ ἀνάλυση καρπὸς θεοπτίας·καρπὸς ἀλήθειας ποὺ παρέχει ζωὴ καὶ ἐλευθερώνει. Καὶ οἱ αὐθεντικοὶ θεολόγοι τῆς Ἐκκλησίας ἦταν θεόπτες.

Σημειώσεις

1. Γρηγορίου Παλαμᾶ, Θεοφάνης 19, ἔκδ. Π.Χρήστου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Συγγράμματα, τόμ. 2, Θεσσαλονίκη 1966,σ. 244-245.

2. Ἰω. 7,17.

3. Ψαλμ. 33,9.

4. Ματθ. 11,29.

5. Ὁ Γέροντας Σωφρόνιος παρατηρεῖ: «Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ σύγχρονη ἐπιστήμη καταδίκασε τὸν ἑαυτό της σὲ φυλάκιση: νὰ μὴν κινηθεῖ πέρα ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ ὅριο, πίσω ἀπὸ τὸ ὁποῖο δὲν ἐφαρμόζεται, ὑλικὰ ἐκλαμβανόμενη, ἡ ἐμπειρικὴ μέθοδος».Τὸ μυστήριο τῆς χριστιανικῆς ζωῆς, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 22011, σ.218.

6. «Πόσοι γὰρ στάδιοι γῆς ἤ θαλάσσης, καὶ πόσοι κινοῦνται τῶν ἀστέρων, καὶ πόσον ἕτερος τοῦ ἑτέρου προέχει τῷ τάχει, ἐὰν μὴ εἰδῶμεν τὴν ἐν τούτοις ἀλήθειαν, οὐδὲν ἡμῖν ἐμποδίσει πρὸς τὸ ἐπιτυχεῖν τῆς ἐν ἐπαγγελία μακαριότητος». Μ. Βασιλείου, Εἰς Ψαλμὸν 14, PG 29,256.

7. Ἀποκ. 1,8.

8. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, ο.π., σ. 124.

9. Μαξίμου Ὁμολογητοῦ, Κεφάλαια περὶ ἀγάπης 4,45, PG 90,1057C.

10. Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου (Σαχάρωφ), Ὁ ἅγιος Σιλουανὸς ὁ Ἀθωνίτης, Ὁ Ἔσσεξ Ἀγγλίας 102003, σ.151.

11. Βλ. Ξενοφῶντος, Ἀπομνημονεύματα l,1,11-12.

12. Ἀναλυτικὰ γιὰ τὸ θέμα αὐτὸ βλέπε στὸ ἔργο τοῦ K. Popper, The Logic of ScientificDiscovery, Routledge, London- New York 2002, σ.17-21 καὶ 57-73.

13. Βλ. Ἀριστοτέλους, Ἠθικὰ Νικομάχεια Ἱ,2,1139a 7-8· Φυσικὰ Δ,12, 221b – 222 a 9.

14. Βλ. Ἰω.10,50.

15. Α΄ Πέτρ. 3,24.

16. Γ. Παύλου, Νόστος ἀσύμμετρος προσώπου, τόμ.1, Ἀθήνα 1994, σ.59.

17. Π. Παναγιωτόπουλου, Φυσικὲς ἐπιστῆμες καὶ θεολογία, Θεσσαλονίκη2010, σ. 55.

18  Α΄ Κόρ. 15,14.

19. Βλ. Ἰω. 8,31-32· 12,50.

20. Βλ. π.χ. Ματθ. 5,46.

21. Ματθ. 5,8.

22. Βλ. Συμεὼν Νέου Θεολόγου, Ἠθικὰ 5,106-125, ἔκδ. J. Darrouzes, «Sources Chretiennes», τόμ. 129, σ. 86-88.

 

 


Post date: 2013-02-02 12:17:24
Post date GMT: 2013-02-02 10:17:24
Post modified date: 2013-02-02 12:18:10
Post modified date GMT: 2013-02-02 10:18:10

Powered by [ Universal Post Manager ] plugin. MS Word saving format developed by gVectors Team www.gVectors.com