This page was exported from Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου Προδρόμου Καρέα [ https://www.imaik.gr ] Export date:Tue Apr 21 12:11:36 2026 / +0000 GMT ___________________________________________________ Title: Ο ΔΑΣΚΑΛΟΣ ΩΣ ΠΑΙΔΑΓΩΓΟΣ, ΦΟΡΕΑΣ ΑΞΙΩΝ --------------------------------------------------- ΓΕΩΡΓΙΟΥ Σ. ΚΡΟΥΣΤΑΛΑΚΗ Ἡ ψυχή μας, μιά «ἀπέραντη στέππα τοῦ πιό τρομεροῦ χειμώνα», ὅπως λέει χαρακτηριστικά ὁ Ἐλύτης («Μαρία Νεφέλη»), ἔπαψε νά δημιουργῆ πνευματικό πολιτισμό στίς μέρες μας. Ὅ,τι ἐλάχιστο ἀπέμεινε «φυέν ἐξηράνθη διά τό μή ἔχειν ἰκμάδα» (Λουκᾶ 8, 6). Ἡ ἀπουσία τῆς πνευματικῆς ἰκμάδας κάνει τή ζωή μας μίζερη, χωρίς ὄνειρο. Νεκρώνει τή ζωτικότητα τοῦ νοῦ καί τῆς καρδιᾶς κυρίως τῶν νέων ἀνθρώπων πού δέν μποροῦν πιά νά καθορίζουν μέ σαφήνεια, βάσει ἀξιῶν, τόν τρόπο τῆς ζωῆς καί τῆς σκέψης τους καί νά θέτουν ὑψηλούς πνευματικούς καί ἠθικούς στόχους, γιά τούς ὁποίους νά ἀγωνίζωνται. Ἕνας ἀπό τούς πιό σημαντικούς παράγοντες τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, φορέας καί δημιουργός ἀξιῶν καί προτύπων ζωῆς εἶναι τό σχολεῖο. Τό σχολεῖο καί ἡ οἰκογένεια, δύο ὑπερσυστήματα τοῦ ἀνθρώπινου προσώπου, ἀπό τή φύση τους, μποροῦν νά παράγουν πνευματικό πολιτισμό. Πολλοί ὅμως, τόν τελευταῖο καιρό, μιλοῦν γιά τό «θάνατο» τῆς οἰκογένειας, ἐνῶ ἄλλοι ὑπογραμμίζουν τά αἴτια τῆς κρίσης στήν οἰκογένεια καί τό γάμο. Ἄλλοι, τέλος, οἱ περισσότεροι, διαπιστώνουν μέ ἀγωνία τήν ἔκταση τῆς ἀλλοτρίωσης καί τῆς ἀντιπνευματικότητας τῆς ἐποχῆς μας. Τό σχολεῖο, ἀπό τήν ἄλλη μεριά, ὅπως πολλοί θεωρητικοί τῆς παιδείας διαπιστώνουν, εἶναι κι' αὐτό νεκρό σήμερα. Τό σχολεῖο ποτέ δέ μίλησε «γιά τή ζωή μέ τή ζωή», παρά τούς φιλόδοξους ὁραματισμούς τῶν μεγάλων παιδαγωγῶν τοῦ αἰώνα πού πέρασε. Ὡστόσο, μέσα σ' αὐτή τήν κρίση καί τή δοκιμασία, τό σχολεῖο εἶναι δυνατόν νά παρουσιάση στίς μέρες μας μία ἄλλη ὄψη, δημιουργική, ἐλπιδοφόρα, ὑπό τήν προϋπόθεση ὅμως ὅτι ὁ δάσκαλος, θεμελιώδους σημασίας παράγων στήν παιδευτική διαδικασία, θά λειτουργήση σ' αυτό τό «πανηγύρι τῆς ψυχῆς» πού λέγεται παιδεία (Σωκράτης, Στοβαίος ΙΙ, 31, 44) ὡς πραγματικός παιδαγωγός, ὡς φορέας καί μυσταγωγός τῆς πνευματικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Ἡ παιδευτική καί πνευματική λειτουργία τοῦ δασκάλου στό σημερινό σχολεῖο   Οἱ λειτουργικές διαστάσεις τοῦ ρόλου αὐτοῦ ὁροθετοῦνται σέ ἕνα πλαίσιο θεωρητικό βασικῶν ἀρχῶν, πού ὑποδεικνύουν οἱ Ἐπιστῆμες τῆς Ἀγωγῆς καί υἱοθετεῖ ἡ καθημερινή κλινική πεῖρα τοῦ σχολείου. Εἶναι ἀρχές, τή σημασία τῶν ὁποίων ἐξαίρει ἡ ὀρθόδοξη Χριστιανική Παιδαγωγική καί Ἀνθρωπολογία. Αὐτές προέβαλλαν οἱ μεγάλοι παιδαγωγοί τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί οἱ σύγχρονοι πνευματικοί πατέρες, παιδαγωγοί τοῦ νέου ἀνθρώπου καί τῆς οἰκογένειας. 1. Τό καθιερωμένο στίς ἡμέρες μας παιδευτικό σχῆμα εἶναι αὐτό πού ὁρίζουμε ὡς ἀνθρωποκεντρικό – οὐμανιστικό σύστημα (ἀνθρωποκεντρική ἀγωγή, ἀνθρωπιστική, ψυχολογική, ἠθικιστική συμβουλευτική). Στό σύστημα αὐτό, κυριαρχεῖ ἡ ἀκόλουθη σχέση: δάσκαλος à μαθητής, παιδαγωγός à παιδί ἤ σέ περιπτώσεις θεραπευτικῶν σχημάτων: σύμβουλος, θεραπευτής à παιδί, θεραπευόμενος. Πρόκειται γιά μιά δυαδική σχέση πού θεμελιώνεται, ὡς ἐπί τό πλεῖστον, στήν ἐπιστημονική γνώση καί ἐμπειρία καί σέ κανόνες τῆς λογικῆς. Ἡ δυναμική τῆς σχέσης αὐτῆς ἀπορρέει ἀπό κάποια μορφή «φιλοσοφικῆς ἠθικῆς» πού κατατείνει στή διαμόρφωση ἑνός «κοινωνικά καλοῦ» ἤ «καλύτερου» ἀνθρώπου. Ἡ παιδαγωγική αὐτή, κυρίως στίς μέρες μας, εἶναι ἐξαιρετικά εὐαίσθητη σέ ὅ,τι ἀφορᾶ σέ θέματα τῶν «δικαιωμάτων» καί τῆς «ἐλευθερίας» τοῦ ἀνθρώπου. Σκοπός τῆς ἀγωγῆς εἶναι ἡ ὑποβοήθηση τοῦ ἀνθρώπου νά φθάση σέ ἐπίπεδο ἐλεύθερης αὐτοπραγμάτωσης, πού θά μπορεῖ δηλαδή νά ἐμφανίζη μόνος του σέ ὅλη τους τήν ἔκταση τίς ἔμφυτες δυνατότητές του. Σ' αὐτή τήν περίπτωση ἡ πεῖρα μᾶς ἔχει διδάξει πώς, ἐάν ἡ προσπάθεια τοῦ συμβούλου – παιδαγωγοῦ ἀποτύχη, τότε τό ὅλο παιδευτικό, καθοδηγητικό καί κυρίως τό ψυχοθεραπευτικό ἐγχείρημα ὁδηγεῖται σέ ἀδιέξοδο. Θά ἤθελα, λοιπόν, ἀντί τοῦ ἀμφιβόλου ἀποτελεσματικότητας παιδευτικοῦ αὐτοῦ συστήματος, νά προτείνω ἕνα ἄλλο μοντέλο ἀγωγῆς τοῦ νέου ἀνθρώπου, πού μπορεῖ νά ἐφαρμόση ὁ δάσκαλος στό ἔργο του. Εἶναι ἐκεῖνο πού δοκιμάστηκε στούς αἰῶνες καί ἔρχεται μέσα ἀπό τή ζωντανή παράδοση τῆς χριστιανικῆς παιδαγωγικῆς. Εἶναι τό «Θεανθρωπο-κεντρικό μοντέλο» ἀγωγῆς. Σύμφωνα μέ τό παιδευτικό αὐτό σχῆμα, ἡ ἀγωγή τελεῖται σέ ἕνα πνευματικό πλαίσιο. Ἡ παιδαγωγική σχέση διευρύνεται. Στή λειτουργία της πρέπει νά συμπεριλάβη καί τό πρόσωπο τοῦ Μεγάλου τῶν αἰώνων Παιδαγωγοῦ, τοῦ Κυρίου μας Ἰησοῦ. Ἔτσι ἡ ἀγωγή στή σχολική τάξη θά πραγματοποιῆται σέ ἀτμόσφαιρα ἀγάπης καί θεραπείας, ὡς κοινωνία ψυχῶν. Ἐδῶ τώρα θά συμμετέχουν τρία πρόσωπα: ὁ Κύριος à τό παιδί à ὁ παιδαγωγός. Ἡ παιδευτική δραματουργία θά ἔχη ὡς ἀφετηρία τό Θεό. Θά κατευθύνεται πρός τό Θεό καί θά πραγματοποιῆται διά τοῦ Θεοῦ. Ἡ ἀγωγή θά τελῆται ὡς συλλειτουργία ἀγάπης σέ ἀτμόσφαιρα ἁγιοπνευματική, «σύν» καί «ἐν Χριστῷ». Μόνο μέσα ἀπ' αὐτό τό λειτουργικό σχῆμα μποροῦμε νά κατανοήσουμε τή βαθύτερη ἔννοια τῆς παιδείας, ὅπως τήν προσδιορίζει ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος (Εἰς Ἑβρ, ὁμιλ. ΚΘ΄, 3 ΕΠΕ 25, 282): «ἡ παιδεία μετάληψις ἁγιότητός ἐστι». Στή Θεανθρωποκεντρική παιδευτική διαδικασία τό προβαλλόμενο ἀνθρωποείδωλο δέν εἶναι ἐκεῖνο πού προαναφέραμε, τό ὁποῖο διαμορφώνει ἡ φιλοσοφική ἠθική, δηλαδή ὁ ἰδανικός τύπος «ἑνός καλοῦ ἀνθρώπου, κοινωνικά καί ἠθικά ἄρτιου», ἀλλά τό πρότυπο τοῦ «ἁγίου ἀνθρώπου», τοῦ «ἐν πνεύματι», τοῦ «συμμόρφου τῆς εἰκόνος τοῦ Χριστοῦ» (Ρωμ. 8, 9, 29). Ἐδῶ, στήν περίπτωση πού ἐξετάζουμε, ἡ παιδευτική σχέση δέν κινδυνεύει ποτέ νά τελματώση ἤ νά ὁδηγηθῆ σέ ἀδιέξοδο. Εἶναι σχέση ἐλπίδας πού ἐπιφυλλάσσει τήν προοπτική τοῦ θαύματος. Ὁ μεγάλος παιδαγωγός καί φιλόσοφος Κ. JASPERS μᾶς διδάσκει (Εἰσαγωγή στή Φιλοσοφία) πώς, ὅταν ὁ ἄνθρωπος φθάνη σέ «ὁριακές» στιγμές τῆς ζωῆς του (π.χ. ἀποτυχίες, ἀσθένειες, θλίψεις, θάνατος κ.ἄ.), ἐάν ἀφεθῆ στή δυναμική τῆς λογικῆς, τότε θά καταλήξη στήν ἀμφιβολία, στήν ἀπογοήτευση ἤ στήν ἀπόγνωση, δηλαδή θά προσκρούση μέ ὁρμή σ' ἕνα «τεῖχος» πού ὑψώνεται στή συνείδησή του καί θά συνθλιβῆ. Ἐάν ὅμως ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἐνεργήση μέ σωφροσύνη, εὐλογῶντας τό θέλημα τοῦ Θεοῦ, τότε θά κάνη ἕνα μεγάλο ἅλμα. Θά ὑπερβῆ τό τεῖχος τῆς λογικῆς καί θά περάση στήν ἀντίπερα περιοχή τοῦ «ἐπέκεινα», στόν κόσμο τοῦ θαύματος καί τῆς ἐλπίδας. Ἀρκεῖ μόνο ὁ παιδαγωγός, πού ἀκολουθεῖ ἁγιοπνευματική κατεύθυνση, νά βιώνη τό θαῦμα ὡς καθημερινή πραγματικότητα. Τότε θά ἔχη καί τή βεβαιότητα πώς «ὅπου βρίσκονται δύο ἤ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τό ὄνομα τοῦ Κυρίου, ἐκεῖ εἶναι κι' Αὐτός ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. 18, 20). Τούς ἐνισχύει καί τούς εὐλογεῖ. Ὁ δάσκαλος πού εἶναι «πλήρης πίστεως καί πνεύματος Ἁγίου» (Πράξ. 6, 5) μπορεῖ νά λειτουργήση ὡς «πνευματικός πατέρας» καί ἡ δασκάλα ὡς «πνευματική μητέρα», δηλαδή, σύμφωνα μέ τήν πατερική διδασκαλία, αὐτοί ἀποτελοῦν «ζῶσαν παρουσίαν Χριστοῦ» (Συμεών Ν. Θεολόγος). Αὐτή τή λειτουργία ὑπαινίσσεται ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν στήν ποιμαντική του ἐπιστολή παρωθῆ τόν Τιμόθεο νά ἀξιοποιῆ παιδευτικά ὄχι μόνον τόν λόγο, ἀλλά καί τήν ἐν γένει παρουσία του μέσα στήν πνευματική κοινότητα: «παράγγελλε ταῦτα καί δίδασκε, μηδείς σου τῆς νεότητος καταφρονείτω, ἀλλά τύπος γίνου τῶν πιστῶν ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ, ἐν πνεύματι, ἐν πίστει, ἐν ἁγνείᾳ» (Α΄ Τιμ. 4, 12). Ὁ δάσκαλος αὐτός, ὡς γνήσιος παιδαγωγός, ἐπειδή συναισθάνεται τήν ἱερότητα τοῦ λειτουργήματός του, δέν κινδυνεύει νά παρασυρθῆ στή δίνη τῆς καθημερινῆς συνήθειας ἀπό τήν ἀνία πού προκαλεῖ ἡ μηχανική χωρίς νόημα ἐπανάληψη. Ἡ παρουσία του στήν τάξη δέν δημιουργεῖ τυπικές ἐπαγγελματικές σχέσεις μέ τούς μαθητές καί τούς γονεῖς τους, ἀλλ' ἀποτελεῖ εὐκαιρία γιά εὐλογία καί βαθύτερη κοινωνία ψυχῶν. Ἔτσι, ὁ παιδαγωγός θεωρεῖ καί νιώθει τούς μαθητές του ὡς «εἰκόνες Χριστοῦ» καί ὡς «ἐλάχιστους ἀδελφούς Του», ἀλλά καί ὡς προσωπικούς του ἀδελφούς (Ματθ. 25, 40). Φθάνει τότε σ' ἕνα ὑψηλό πνευματικό ἐπίπεδο, ὅπου μπορεῖ νά κατανοῆ καλύτερα τό πρόβλημα τοῦ ἄλλου καί νά τό ἀντιμετωπίζη μέ τρόπο ψυχοπαιδαγωγικά ἀποτελεσματικό. Αὐτός κάνει τήν ἀρχή, δίνει τό ἐρέθισμα, καί τά ὑπόλοιπα – ἐνδεχομένως τά δυσκολώτερα – ἀναλαμβάνει ὁ Κύριος. Γιά τό δάσκαλο αὐτό τό πρόβλημα π.χ. τῆς ἑτερότητας ἑνός συνανθρώπου μας δέν ἀποτελεῖ αἰτία ἀπώθησης, ἄρνησης ἤ ἀκόμη καί ἀπόρριψης, ἀλλά εὐκαιρία γιά ψυχολογική κατανόηση τῆς συμπεριφορᾶς του. Κατ' αὐτό τόν τρόπο, ὁ φτωχός, ὁ πεινασμένος μαθητής, ὁ ταπεινός καί καταφρονεμένος, ὁ ναρκομανής, ὁ παθολογικά ἐσωστρεφής, ὁ ἐπαναστάτης, ὁ «ἄθεος», τό παιδί τῶν διαζευγμένων γονέων, τῶν οἰκονομικῶν μεταναστῶν, τό παιδί μέ τίς ἰδιαίτερες ἀνάγκες παίρνει στήν παιδαγωγική του συνείδηση τή θέση πού τοῦ ἁρμόζει. Ὁ π. Πορφύριος ἔλεγε στούς ἐκπαιδευτικούς καί στούς γονεῖς: «Νά βλέπουμε τό Θεό στό πρόσωπο τῶν παιδιῶν καί νά δώσουμε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ στά παιδιά». 2. Ὁ δάσκαλος καί ἡ δασκάλα, ὡς παιδαγωγοί, ὀφείλουν νά κατανοή-σουν τίς λειτουργίες πού συνθέτουν τόν παιδαγωγικό τους ρόλο, σέ βάθος καί ἔκταση. Κυρίως πρέπει νά ἀντιληφθοῦν ὅτι προσφέρονται ὡς ζωντανά πρότυπα στήν ἀγωγή καί τή μόρφωση τοῦ νέου ἀνθρώπου, ὡς ὑποδείγματα τελειότητος, πού ἐνδεχομένως, σέ κάποιες στιγμές, μπορεῖ νά ὑποκαθιστοῦν καί τόν «ἀπουσιάζοντα» γονέα. Ὁ παιδαγωγός πρέπει νά γνωρίζη ὅτι ὁ μαθητής του τόν θαυμάζει –συνήθως χωρίς νά τό δείχνη– τόν παρατηρεῖ, ταυτίζεται μαζί του, τόν μιμεῖται, τόν ἐγγράφει ἐσωτερικά, μυθοποιεῖ καί «θεοποιεῖ» τό πρότυπό του, ὑπό ὁρισμένες βεβαίως προϋποθέσεις. Συνεπῶς, θά πρέπει νά βρίσκεται σέ ὑψηλό ἐπίπεδο αὐτογνωσίας καί σωστῆς αὐτοεκτίμησης. Ὀφείλει συνεπῶς νά αὐτοαξιολογῆται καί νά αὐτοβελτιώνεται. Μέ ἄλλα λόγια, τό ἐσωτερικό ταξίδι αὐτοανακάλυψης θά πρέπει νά ἀποτελῆ μόνιμο στόχο στή ζωή του. Πρέπει ἐπίσης νά συνειδητοποιήση ὅτι παιδευτικά λειτουργεῖ ὡς μέλος ἑνός ἐπικοινωνιακοῦ συστήματος (πομπός ßà δέκτης). Ἐπικοινωνεῖ δέ: α) Σέ ἐπίπεδο αἰσθητηριακό: ἑπομένως τά ἐξωτερικά στοιχεῖα τῆς παρουσίας του ἔχουν ἰδιαίτερη σημασία, ἡ ἐξωτερική του συμπεριφορά, οἱ ἐκφράσεις τοῦ προσώπου, ἡ ὅλη γλῶσσα τοῦ σώματος. β) Σέ ἐπίπεδο ἀντιληπτικό, νοητικό, ἰδεολογικό, λεκτικό. γ) Σέ ἐπίπεδο συναισθηματικό – βιωματικό (συνάντηση). δ) Σέ ἐπίπεδο ἀμοιβαίας προσδοκίας: μαθητῆ ßà         δασκάλου. ε) Σέ ἐπίπεδο ἀσυνειδήτων διεργασιῶν: «σήματα» πού ἐκπέμπει μέ τρόπο μυστικό, χωρίς νά τά ἐλέγχη, χωρίς νά τά κατευθύνη σκόπιμα. Στίς μέρες μας ἡ Ψυχοπαιδαγωγική καί μάλιστα ὁ ἰδιαίτερος κλάδος τῆς «Ψυχαναλυτικῆς Παιδαγωγικῆς» στρέφει μέ ἰδιαίτερο ἐνδιαφέρον τήν προσοχή του στό «ἀσυνείδητο» προφίλ τοῦ δασκάλου (éducateur inconscient). Προσπαθεῖ δηλαδή νά φωτίση καί νά προσεγγίση ἑρμηνευ-τικά ἐκεῖνες τίς μορφές τῆς συμπεριφορᾶς τοῦ δασκάλου, πού ἐκδηλώνει ὁ ἀσυνείδητος ψυχικός του κόσμος. Πολλές φορές ὁ δάσκαλος ἤ ἡ δασκάλα συμπεριφέρονται ἔτσι ἤ ἀλλιῶς χωρίς νά τό συνειδητοποιοῦν οἱ ἴδιοι καί νά τό ἐλέγχουν: ἄλλοτε μπορεῖ νά εἰρωνεύωνται, ἄλλοτε πάλι μπορεῖ νά εἶναι ἀνταγωνιστικοί ἤ ἐπιθετικοί πρός ὁρισμένους μαθητές ἤ μαθήτριες. Πολλές φορές εἶναι στεγνοί στό συναισθηματικό τους κόσμο, τίς περισσότερες φορές κατατρύχονται ἀπό τραυματικές ἐμπειρίες τῆς παιδικῆς ἤ τῆς ἐφηβικῆς τους ἡλικίας, ἀπό κρίσιμες στιγμές τῆς οἰκογενειακῆς τους ἱστορίας. Ἐκεῖνο λοιπόν πού προέχει εἶναι ἡ ἐξέλιξη καί ἡ βελτίωση τῶν λειτουργιῶν τῆς προσωπικότητας τοῦ δασκάλου, ἡ διεύρυνση τοῦ πνευματικοῦ του ὁρίζοντα, ἡ καλλιέργεια τοῦ παιδαγωγικοῦ του ἤθους. Ὅλα αὐτά θά τά ἐπιτύχη μέ τή συνεχῆ αὐτοαξιολόγηση, τήν αὐτοαγωγή καί αὐτοπαίδευσή του. Ὁ Ἅγιος Σεραφείμ τοῦ Σάρωφ ἔλεγε: «ἀπόκτησε τήν ἐσωτερική εἰρήνη καί ἕνα πλῆθος ἀνθρώπων γύρω σου θά βροῦν τή σωτηρία τους». Καί ὁ Κάλλιστος Ware παρατηρεῖ: «Μποροῦμε νά βοηθήσουμε τόν κόσμο ὄχι μέ ὅσα λέμε ἤ κάνουμε, ἀλλά μέ αὐτό πού εἴμαστε ἤ μποροῦμε νά γίνουμε. Μέ τήν ἐσώτερη κατάσταση τῆς ἀσίγαστης προσευχῆς». Ὁ δάσκαλος πρέπει, ἑπομένως, νά χαράσση μιά ἐσωτερική πορεία ἀναζήτησης καί ἄσκησης. Αὐτή ἡ ἐσωτερική περιπλάνηση σιωπῆς μπορεῖ νά τοῦ ἀποκαλύψει τόν ἐσωτερικό του κόσμο, ἕναν κόσμο αὐτογνωσίας καί Θεογνωσίας. Ἔτσι, μπορεῖ νά μάθη νά ἀκούη στήν ἡσυχία τῆς καρδιᾶς του τόν ἄλαλο λόγο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος: «τό Πνεῦμα τοῦ πατρός ἡμῶν τό λαλοῦν ἐν ἡμῖν» (Ματθ. 10, 20). Μέσα του δομεῖται ὁ ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι σκεπτόμενος καί ἐνεργῶν παιδαγωγός, πού ὠθεῖται ἀπό τήν «Χριστομίμητον καρδίαν» του καί λειτουργεῖ ὡς «πατήρ φιλόστοργος». Ὁ π. Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης, ὁ διδάσκαλος τῆς νοερᾶς προσευχῆς, ἔλεγε χαρακτηριστικά: «Ἄν δέν ἔχω ἐσωτερική πνευματική περιουσία, δέν μπορῶ νά διδάξω τούς ἄλλους. Ἔχω κάτι; Τό δίνω. Τότε εἶμαι αὐθεντικός, γίνομαι ἁλάτι καί φῶς. Δέν ἔχω; Προσποιοῦμαι, εἶμαι ἄκαρπος, εἶμαι στεῖρος». Ἄν λειτουργοῦμε κατ' αὐτόν τόν τρόπο, μέ πνευματικά μέσα, τότε συνειδητοποιοῦμε κάποια στιγμή ὅτι ὅλα τά ἐπιστημονικά σχήματα, οἱ ψυχοπαιδαγωγικές μέθοδοι, τά ποικίλα θεραπευτικά μέσα καί οἱ ψυχοτεχνικές ἐπινοήσεις εἶναι ἀτελέσφορα. Τότε κατανοοῦμε τί σημαίνει ὁ λόγος τοῦ Κυρίου: «ἑνός δέ ἐστι χρεία» (Λουκᾶ 10, 42). Αὐτό τό ἕνα εἶναι ἡ πνευματική ζωή, ἡ ἀγαθή μερίδα, πού δέν θά μᾶς ἀφαιρεθῆ ποτέ. Ὁ Γέρων Πορφύριος, σοφός λαϊκός παιδαγωγός τῆς ἐποχῆς μας, ὅταν ἤθελε νά καθοδηγήση στό ἔργο τους τούς νέους ἐκπαιδευτικούς, τούς ἔλεγε: ─ «Μέ τήν προσευχή καί τήν ἁγιοσύνη μπορεῖτε νά βοηθήσετε τά παιδιά στό σχολεῖο. Ἡ ἁγιοσύνη πού θά σᾶς ἔχει ἐπισκεφθῆ θά ἐξακοντίση στά παιδιά τή Χάρι». ─ «Μήν προσπαθεῖτε μέ ἀνθρώπινους τρόπους νά διορθώσετε κακές καταστάσεις». ─ «Ἐσεῖς οἱ ἐκπαιδευτικοί μυστικά, χωρίς νά τό καταλαβαίνετε, μεταδίδετε στά παιδιά τό ἄγχος καί τά ἐπηρεάζετε. Μέ τήν πίστη φεύγει τό ἄγχος: “καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθώμεθα”». ─ «Νά ἀνταποκρίνεσθε στήν ἀγάπη τῶν παιδιῶν μέ διάκριση … Ἀγάπη ἐν προσευχῇ, ἐν Χριστῷ ἀγάπη. Κάθε παιδί πού βλέπετε, νά προσεύχεσθε γι' αὐτό». ─ «Προτοῦ μπεῖτε στήν τάξη, καί εἰδικά σέ δύσκολα τμήματα, νά λέτε τήν εὐχή: “Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ ἐλέησόν με”. Μπαίνοντας νά ἀγκαλιάζετε μέ τό βλέμμα σας ὅλα τά παιδιά, νά προσεύχεσθε καί μετά νά μιλᾶτε προσφέροντας ὅλο σας τόν ἑαυτό». ─ «Στά παιδιά νά μή λέτε πολλά γιά τό Χριστό, γιά τό Θεό, ἀλλά νά προσεύχεσθε στό Θεό γιά τά παιδιά». ─ «Κοινωνᾶτε τήν Κυριακή; Αἴ, τότε ἀφῆστε τό Χριστό τή Δευτέρα νά μιλήση στά παιδιά, νά περπατήση στήν τάξη σας, στό Ἀμφιθέατρο!». Ὁ π. Ἐφραίμ ὁ Κατουνακιώτης, ὅταν ἐπρόκειτο νά ἀρχίσουν τά μαθήματα στά σχολεῖα, τήν περίοδο τοῦ Φθινοπώρου, μᾶς συμβούλευε μέ ἕναν ζωντανό καί ἐποπτικό τρόπο: ─ «Ὅταν μπῆς στήν τάξη σου, κοίταξε γύρω σου! Τά χέρια τῶν Ἁγίων εἶναι ἁπλωμένα! Δέν βλέπεις; Πιάσε ἕνα χέρι κι' ἀνέβα στήν ἕδρα σου. Ποιόν Ἅγιο ἀγαπᾶς; Αὐτός θά σέ συνοδεύση καί θά σοῦ δώση λόγον καί σοφίαν …». ─ «Πρίν μιλήσης στά παιδιά κάνε μιά προσευχή: “Κύριε, φώτισέ με νά μιλήσω σωστά, ἀλλά καί νά μέ ἀντιληφθοῦν σωστά”». Ὁ π. Ἡλίας Τσακογιάννης, ἐπίσκοπος μοναχός, πού διακόνησε ἐπί πολλά ἔτι στόν «Εὐαγγελισμό» τούς ἀνθρώπους τοῦ πόνου, ἔλεγε: ─ «Νά ξεκινᾶς μέ προσευχή τό διδακτικό – κατηχητικό ἔργο σου. Νά λές τήν εὐχή μέσα σου, κατά τήν ὥρα τῆς διδασκαλίας. Νά προσεύχεσαι τήν ὑπόλοιπη ζωή σου, γιά νά καρποφορήση στίς ψυχές τό πνευματικό ἔργο». Ἔτσι, ὁ παιδαγωγός μέ τίς προσευχές του συνάπτει μία συμμαχία μεταξύ Θεοῦ καί τῶν μαθητῶν του. Συνδέει ἀενάως τή γῆ μέ τόν Οὐρανό, ὅπως παρατηρεῖ ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «δι' εὐχῶν τήν παρά τοῦ Θεοῦ συμμαχίαν τοῖς διδασκομένοις εἰσαγωγεῖν» (Εἰς Ρωμ. ὁμ. ΚΗ΄ 1, ΕΠΕ, 17, 602). Ἐμεῖς συνδέσαμε, ἆρά γε, τή γῆ μέ τόν οὐρανό; Ὁ παιδαγωγός πού ζεῖ πνευματικά καί ἀνανεώνεται ἐσωτερικά φέρει τήν «ἐνδυμασία τῆς Θεότητος», τήν ἁγία ταπείνωση (Ἰσαάκ Σῦρος). Ἡ «μέθη» τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ κυριαρχεῖ στήν καρδιά του καί τήν κάνει ἐλεήμονα. Εἶναι ὁ ἄνθρωπος τῆς θυσίας. Ἡ καρδιά του πλημμυρίζει ἀπό ἀγάπη γιά ὅλους καί γιά ὅλα καί κυρίως γιά τούς δύσκολους ἀνθρώπους. Ἔτσι, βαθμιαῖα, σέ βάθος χρόνου, σμιλεύει τό «ἑλκτικό» καί «συμπαθητικό» ἰδανικό προφίλ τοῦ δασκάλου – παιδαγωγοῦ πού προσελκύει τό μαθητή νά ταυτιστῆ μαζί του καί νά τόν μιμηθῆ. Ὁ εὐαίσθητος αὐτός δάσκαλος γίνεται «τύπος» τῶν μαθητῶν του «ἐν λόγῳ, ἐν ἀναστροφῇ, ἐν ἀγάπῃ». (Α΄ Τιμ. 4, 12). Ἡ παρουσία του ἐγείρει στή νεανική ψυχή εὐάρεστα συναισθήματα εὐλογίας καί ὄχι βλασφημίας τοῦ ὀνόματος τοῦ Θεοῦ (Ρωμ. 2, 24). Εἶναι ἡ προσωποποίηση τῆς χαρᾶς. 3. Ὁ δάσκαλος – παιδαγωγός πρέπει νά ἔχη πνεῦμα μαθητείας. Νά παρακολουθῆ τίς ἐξελίξεις σέ ἐπιστημονικούς τομεῖς τόσο τοῦ κύριου γνωστικοῦ ἀντικειμένου τῆς εἰδικότητάς του, ὅσο καί τῶν Ἐπιστημῶν τῆς Ἀγωγῆς. Ἔτσι, θά εἶναι σέ θέση νά κατανοῆ ψυχολογικά: ● Τήν παιδικότητα, πού εἶναι ἡ χρυσῆ περίοδος τῆς Παιδαγωγικῆς, ἡ περίοδος τῆς ἠρεμίας, τό θεμέλιο τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. ● Τήν ἐφηβεία σέ ὅλο τό φάσμα τῶν κρίσεών της: ἐπαναστατικότητα, ἀντιπολιτευτική διάθεση, ἐκκεντρικό ντύσιμο, ἐμφάνιση προκλητική, κτένισμα, ἰδιόρρυθμος λόγος, ὀνειροπόληση, μελαγχολία, ἀψιθυμία, ἀμφιθυμικές καταστάσεις, ἔντονη σεξουαλικότητα, θρησκευτικές ἀμφιβολίες, μεταφυσική ἀνησυχία, κατάφαση τοῦ «ἐγώ». ● Τήν ψυχοπαιδαγωγική τοῦ οἰκογενειακοῦ συστήματος. Ἔτσι, θά μπορῆ νά κατανοῆ ψυχολογικά ὅλα αὐτά τά συμπεριφοριστικά φαινόμενα, νά ξεπερνάη τήν ἐπιφάνειά τους καί νά ἐρευνᾶ διαγνωστικά τό ὑπόστρωμά τους, καταλήγοντας ἐνδεχομένως σέ κάποια πρόληψη. Θά κατορθώση νά ὑπομένη κατανοῶντας, νά ἀναμένη, νά ὑποχωρῆ, νά παραβλέπη, νά μή συγκρούεται καί κυρίως νά ἀγαπᾶ. Θά μάθη, τέλος, νά παρεμβαίνη συμβουλευτικά μέ τρόπο ἀποτελεσματικό. Κυρίως ὅμως μαθαίνει νά ἐργάζεται στήν τάξη του ἐπιστημονικά. Ἐξασκεῖται στή συστηματική παρατήρηση τῆς συμπεριφορᾶς τῶν παιδιῶν καί στήν καταγραφή τῶν πιό σημαντικῶν στοιχείων. Ὁ δάσκαλος στή συνεχῆ μόρφωση καί ἐπιμόρφωσή του θά προσέχη, ὥστε νά συνδυάζη ἁρμονικά τό «Ἀπολλώνιον» (ψυχοπνευματική ἁρμονία) μέ τό «Διονυσιακόν» στοιχεῖον (ἐνθουσιασμός, θεῖος ἔρωτας) (Καθ. Κων. Βουρβέρης).   4. Πρέπει νά ἀναπτύσση ἰδιαίτερες ψυχοπαιδαγωγικές δεξιότητες, πού εἶναι δυνατόν νά συμβάλλουν στήν ἐπίτευξη μιᾶς βαθύτερης ἐπικοινωνίας μέ τούς μαθητές του, σέ κοινωνία ψυχῶν, καί στήν πρόληψη μιᾶς πιθανῆς συγκρουσιακῆς κατάστασης στήν τάξη. α) Ἀποδέχεται τό μαθητή, ὅπως εἶναι, δέν ὡραιοποιεῖ καταστάσεις, εἶναι ρεαλιστής. Δέν ἐπιχειρεῖ νά φέρη στά «μέτρα» του τό μαθητή, ἐφαρμόζοντας μία «προκρούστεια» τακτική. Κυρίως δέν ἐπιχειρεῖ νά ἀλλάξη τήν ἐξωτερική ἐμφάνιση καί συμπεριφορά τοῦ παιδιοῦ, σύμφωνα μέ τίς προσωπικές του προτιμήσεις καί προσδοκίες. Παρεμβαίνει προσεκτικά καί μέ διάκριση, περιμένοντας μέ ὑπομονή πρῶτα τήν ἐσωτερική ἀλλοίωσή του. β) Ἀκούει τόν μαθητή τήν ὥρα πού τό ἔχει ἀνάγκη. Εἶναι ἀνά πᾶσα στιγμή ἀνοικτός σέ ἐπικοινωνία. Δέν δυσανασχετεῖ, ὅταν ἀκούη παράλογα αἰτήματα, ὅταν ὁ μαθητής πολυλογῆ καί ἐπαναλαμβάνη τά ἴδια πράγματα μέ τρόπο κουραστικό. γ) Συμπεριφέρεται μέ διάκριση.     Κατανοεῖ ψυχολογικά ἰδιόμορφες συμπεριφορές. Ἐξακριβώνει τήν προαίρεση μιᾶς σκέψης ἤ μιᾶς ἐνέργειας. Κατανοεῖ τό ὑπόβαθρο ἑνός προβλήματος καί τήν ἑτοιμότητα γιά μετάνοια καί μεταστροφή τοῦ παιδιοῦ. Συμβουλεύει καί καθοδηγεῖ ἐξατομικευμένα. δ) Ἀποκτᾶ τήν ἱκανότητα νά μεθίσταται στή συναισθηματική κατάσταση τοῦ ἄλλου. Νά κατανοῆ τό πρόβλημά του καί νά μοιράζεται τόν πόνο καί τή χαρά του. Κατ' αὐτόν τόν τρόπο, λειτουργεῖ ὡς πραγματικός παιδαγωγός, ἀφοῦ ἡ παιδαγωγική δέν εἶναι τίποτε ἄλλο παρά μία συνάντηση ψυχῶν (ἐνσυναίσθηση, rencontre, empathy, Einfühlung). Μπορεῖ ἔτσι νά παρηγορῆ σάν πνευματικός πατέρας στοργικά τό παιδί του. Ἀποκτᾶ δηλαδή ὁ δάσκαλος τό κατ' ἐξοχήν χαρακτηριστικό γνώρισμα τοῦ παιδαγωγοῦ, ὅπως τό περιγράφει ὁ μέγας διδάσκαλος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Τοῦτο γάρ μάλιστα διδασκάλου, τό οὕτω συναλγεῖν ταῖς τῶν μαθητῶν συμφοραῖς, τό κόπτεσθαι καί πενθεῖν ἐπί τοῖς τραύμασι τῶν ἀρχομένων» (Εἰς Β΄ Κορ. ὁμιλ. ΚΗ΄, 2 ΕΠΕ, 20, 88). ε) Μαθαίνει νά συνεργάζεται μέ τά παιδιά.     Παρεμβαίνει ὅπου καί ὅταν χρειάζεται, σεβόμενος τό ρυθμό ἐργασίας τοῦ παιδιοῦ, τήν ἐλευθερία του, τό αὐτεξούσιο καί τήν ἑτερότητα τῶν προσώπων. στ) Γνωρίζει καί χρησιμοποιεῖ μέ τόν κατάλληλο τρόπο τό μή λεκτικό κώδικα ἐπικοινωνίας, τή «γλῶσσα τοῦ σώματος»: τό φιλικό βλέμμα, τήν ἐνθαρρυντική ἔκφραση τοῦ προσώπου, τό χαμόγελο, τή θερμή χειραψία. ζ) Ξέρει νά ὀργανώνη τό πλαίσιο τῶν κατάλληλων συνθηκῶν γιά τήν πραγματοποίηση ἑνός ἐποικοδομητικοῦ διαλόγου.     Δημιουργεῖ ἀτμόσφαιρα ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, αἰσθημάτων ἀσφάλειας, συναισθηματικοῦ ἀνοίγματος. Αἴρει τά αἴτια πού προκαλοῦν ἄγχος, ἔντονες θυμικές μεταπτώσεις καί προϋποθέσεις γιά κλῖμα ἀντιπαράθεσης καί σύγκρουσης. Ἡ σκέψη καί ἡ συμπεριφορά του, τίς πιό πολλές φορές, χαρακτηρίζεται ἀπό λεπτή αἴσθηση τοῦ χιοῦμορ. Ὁ λόγος του εἶναι ἀπαλλαγμένος ἀπό ἐμφανεῖς ἤ ἀφανεῖς κυριαρχικές τάσεις, πού ἐνδεχομένως θά κατηύθυναν τήν πορεία τοῦ διαλόγου σέ προδιαγεγραμμένους στόχους. Δέν ἐπιβάλλει τίς θέσεις του. Διαφωνεῖ ἤρεμα καί μέ κοσμιότητα, ἀποδέχεται τίς ὀρθές ἀπόψεις τῶν μαθητῶν του, ἀναγνωρίζει τά λάθη του, ζητεῖ δημόσια συγγνώμη, σιωπᾶ, ὅταν τό κρίνη σκόπιμο, καί σιωπῶντας νουθετεῖ. Πολλές φορές ταπεινώνεται ἐν ὑπομονῇ. Μέ αὐτή τή συμπεριφορά, διαμορφώνει κλῖμα ἐξομολογητικό, ὅπου «ἐκκέχυται ἡ δωρεά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος» (Πράξ. 10, 45). Ἔτσι, κερδίζει τήν ἐμπιστοσύνη τῶν παιδιῶν, πού τοῦ ἐκμυστηρεύονται καταστάσεις, τίς ὁποῖες δέν μποροῦν νά ἀποκαλύψουν ἀκόμη καί στούς γονεῖς τους. η) Συνεργάζεται μέ τούς γονεῖς.     Φέρνει στό σχολεῖο καί τούς δύο ἀπόντες καί ἀδιάφορους γονεῖς τοῦ παιδιοῦ. Προσπαθεῖ μέσω τῆς «Σχολῆς Γονέων» νά τούς κάνη «συμπαιδαγωγούς». Συνεργάζεται μέ τό «Σύλλογο Γονέων», τό «Σύλλογο διδασκόντων» στό σχολεῖο, μέ τήν ἐκκλησιαστική κοινότητα καί τούς πολιτιστικούς συλλόγους τῆς περιφέρειας τοῦ σχολείου. θ) Χρησιμοποιεῖ τό μοναδικῆς ἀξίας παιδαγωγικό μέσο τῆς ἐν Χριστῷ θυσιαστικῆς ἀγάπης, τῆς πηγαίας ἀγάπης. Ἡ ἀγάπη αὐτή διαφέρει ἀπό ἐκεῖνη πού συνήθως προβάλλουν οἱ διάφορες φιλοσοφικές, κοινωνιολογικές καί ψυχολογικές θεωρίες ὡς «τέχνη» ἀγάπης. Εἶναι ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, πού συνήθως δέν ὡριμάζει ὡς μία ἀμφίδρομη συναισθηματική σχέση· εἶναι μονόδρομος: «μακροθυμεῖ, πάντα στέγει, οὐ ζητεῖ τά ἑαυτῆς, πάντα ἐλπίζει, πάντα ὑπομένει, ἡ ἀγάπη οὐδέποτε ἐκπίπτει» (Α΄ Κορ. 13, 1-8). Ὁ παιδαγωγός τῆς ἀγάπης «πράως ἀνέχεται τῶν ἀφηνιαζόντων … ἐν πραότητι νουθετεῖ καί παιδεύει … τοῖς ἰσχυροῖς συναθλεῖ, τῶν ἀδυνάτων βαστάζει τά ἀσθενήματα» (Μ. Βασιλείου, «Ὅροι κατά πλάτος», ἐρωτ. ΜΓ΄, 2 Ε.Π.Ε., 370-372). Ὁ παιδαγωγός εἶναι δυνατόν «εὐδοκῶν καί τήν ἑαυτοῦ ψυχήν μεταδοῦναι ἑκάστῳ» (Μ. Βασιλείου, «Ὅροι κατ' ἐπιτομήν», 98, Ε.Π.Ε. 9, 126-128). «Κἄν μέχρι θανάτου δέῃ προσκαρτεροῦντα τῇ διδασκαλίᾳ» (Μ. Βασιλείου, «Ἠθικά», ὅρος Ο΄, ΜΓ΄, Β.Ε.Π., 53, 109). Ἡ παιδαγωγική πού περιγράψαμε μπορεῖ νά χαρακτηρισθῆ ὡς «ἡ Παιδαγωγική τοῦ Λεντίου». Ὁ παιδαγωγός, πού ἔχει ἐνστερνισθῆ τή φιλοσοφία της, ἔχει μάθει νά ὑπομένη καί νά ἀναμένη, γιατί ἡ καρποφορία της συντελεῖται «ἐν ὑπομονῇ» (Λουκ. 8, 15). Τίποτε ἀπό ὅσα ἐδίδαξε μέ τό λόγο, κυρίως μέ τή ζωή του, μέ τήν ἀσίγαστη προσευχή του, μέ τή σιωπή του δέν θά πάη χαμένο. Ἡ ἐλάχιστη πνευματική προσπάθεια ταμιεύεται στούς Οὐρανούς. Μπορεῖ τό ἔργο του νά φαίνεται ὅτι κάποια στιγμή δεν τελεσφορεῖ. Ἐκεῖνος ὅμως γνωρίζει ὅτι στόν πνευματικό κόσμο «ἄλλος ἐστίν ὁ σπείρων καί ἄλλος ὁ θερίζων» (Ἰω. 4, 37). Ξέρουμε περιπτώσεις, πού ὁ λόγος καί τό παράδειγμα τοῦ δασκάλου καρποφόρησε μετά ἀπό σαράντα ἤ πενῆντα χρόνια σ' ἕνα κρεβάτι νοσοκομείου, ὡς παιδαγωγία πόνου. Αὐτό πού συνιστῶ καί νομίζω πώς πρέπει νά κάνη ἕνας πραγματικός δάσκαλος και παιδαγωγός, ἀκολουθῶντας τήν πνευματική πατερική παράδοση, εἶναι νά καταρτίση ἕνα προσωπικό ἡμερολόγιο, ὅπου θα καταγράφη τίς ἱερές μνῆμες ἀπό τήν παιδαγωγική του πορεία. Ἐκεῖ θα καταχωρίζη τά ὀνόματα τῶν μαθητῶν καί τῶν μαθητριῶν του. Ἀργότερα θά ἀναπολῆ καί θά προσεύχεται. Μέ τά βιώματα καί τίς φυσιογνωμίες τῶν μαθητῶν του θά πορευθῆ πρός τήν αἰωνιότητα. Ἔχοντας αὐτή τήν αἴσθηση, ὁ μεγάλος παιδαγωγός τῆς ἀγάπης» καί τῆς «παιδαγωγικῆς σχέσης», ὁ Pestalozzi, ὁραματιζόταν αὐτή τή συγκλονι-στική στιγμή, πού θά παρουσιασθῆ ὡς παιδαγωγός ἐνώπιον τοῦ Κυρίου, μαζί μέ τά παιδιά πού τοῦ ἐμπιστεύτηκε στή ζωή του νά διαπαιδαγωγήση. Τότε, τή φοβερή αὐτή στιγμή, ὅπως ἀναφέρει στήν «παιδαγωγική του προσευχή», θά πῆ ταπεινά: «ἰδού ἐγώ καί τά παιδία, ἅ μοι ἔδωκας, Κύριε» (Ἡσ. 8, 18).     --------------------------------------------------- Images: http://www.imaik.gr/wp-content/uploads/flighit-web1.jpg --------------------------------------------------- --------------------------------------------------- Post date: 2013-01-16 10:19:34 Post date GMT: 2013-01-16 08:19:34 Post modified date: 2013-01-16 10:19:34 Post modified date GMT: 2013-01-16 08:19:34 ____________________________________________________________________________________________ Export of Post and Page as text file has been powered by [ Universal Post Manager ] plugin from www.gconverters.com