Νοέμβριος 2019
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Μαρ    
 12
3456789
10111213141516
17181920212223
24252627282930

Ἡ δύναμη τῆς Πίστης

 

Ἄγ.Νικόλαος Βελιμίροβιτς

Κανένας ἄνθρωπος δέν μπορεῖ νά γευτεῖ τή γλυκύτητα τοῦ καλοῦ, ἄν πρῶτα δέν ἐπιμείνει καί δέ δοκιμαστεῖ στό καλό. Στό δρόμο πρός τό καλό πρῶτα δοκιμάζουμε τήν πικρία κι ὑστέρα τή γλυκύτητα.

Ἡ φύση ὁλόκληρη εἶναι γεμάτη ἀπό διδαχές καρτερίας καί ἐπιμονῆς. Ἄν τά νεόφυτα δέντρα σου δέν ἀναπτυχθοῦν γιά νά δημιουργήσουν δασύλιο, θά μπορέσουν ν’ ἀντέξουν στόν ἄνεμο καί τό χιόνι;

Θα σοῦ ἦταν χρήσιμα τάα ποτάμια ἄν δέν ἔφτιαχναν βαθιές κοῖτες; Μήπως τά μυρμήγκια αὐτοκτονοῦν ὅταν οἱ τροχοί καταστρέφουν τά σπίτια τους στό δρόμο, ἤ ξεκινοῦν μέ ἐπιμονή νά φτιάχνουν καινούργια;

Ἄν κάποιος ἄκαρδος ἄνθρωπος γκρεμίσει τή φωλιά τοῦ χελιδονιοῦ στό σπίτι του, τότε τό χελιδόνι θά ξεκινήσει ἀδιαμαρτύρητα νά πάει σέ ἄλλο σπίτι γιά νά φτιάξει τήν καινούργια φωλιά του.

Ὁτιδήποτε κάνουν οἱ φυσικές καταστροφές ἤ οἱ ἄνθρωποι στά φυτά καί στά ζῶα, κάνουν τούς ἀνθρώπους νά θαυμάζουν τήν ἀκατάβλητη ἐπιμονή τους στήν ἐκτέλεση τοῦ καθήκοντος πού τούς ὅρισε ὁ Θεός.

Ὅταν ἕνα φυτό πού τό κόψανε ἤ τό θερίσανε ἔχει τή δύναμη ν’ ἀναπτυχθεῖ ξανά, θά τό κάνει. Ὅταν σ’ ἕνα πληγωμένο καί μοναχικό ζῶο ἔμεινε ἔστω κι ἐλάχιστη δύναμη ζωῆς, θά προσπαθήσει νά κάνει κι αὐτό τό καθῆκον του γιά νά ζήσει.

Ἡ καθημερινή ζωή τοῦ ἀνθρώπου εἶναι γεμάτη ἀπό διδαχές γιά τήν καρτερία καί τήν ἐπιμονή. Ὁ ἐπίμονος στρατιώτης θά κερδίσει τή μάχη. Ὁ ἐπίμονος τεχνίτης θά τελειοποιήσει τό ἔργο του. Ὁ ἐπίμονος ἔμπορος θά πλουτίσει. Ὁ ἐπίμονος ἱερέας θά βάλει τούς ἀνθρώπους τῆς ἐνορίας του στό σωστό δρόμο. Ὁ ἐπίμονος ἄντρας ἤ ἡ ἐπίμονη γυναίκα τῆς προσευχῆς, θά φτάσει στήν τελειότητα καί τήν ἁγιότητα. Ὁ ἐπίμονος καλλιτέχνης ἀποκαλύπτει τό ἐσωτερικό κάλλος τῶν πραγμάτων. Ὁ ἐπίμονος ἐπιστήμονας ἀνακαλύπτει τούς κανόνες καί τούς νόμους πού διέπουν τίς σχέσεις τῶν πραγμάτων. Ἀκόμα καί τό πιό χαρισματικό παιδί δέ θά μάθει νά γράφει, ἄν δέν ἐξασκηθεῖ μέ ἐπιμονή στό γράψιμο. Ἕνας ἄνθρωπος μέ θαυμάσια φωνή δέ θά γίνει ποτέ μεγάλος τραγουδιστής ἄν δέν ἐξασκηθεῖ. Ἔχουμε συνηθίσει νά ὑπενθυμίζουμε στούς ἄλλους κάθε μέρα, ἀλλά καί νά μᾶς ὑπενθυμίζουν οἱ ἄλλοι, τήν ἀνάγκη τῆς ἐπιμονῆς καί τῆς καρτερίας στό καθημερινό μας ἔργο.

Ἡ ἐπιμονή, γιά νά καταλήξουμε σέ κάποιο συμπέρασμα, εἶναι τό μοναδικό καλό ἔργο πού τό συνιστοῦν ὅλοι καί δέν τό ἀμφισβητεῖ κανένας. Ὅλη αὐτή ἡ ἐπιμονή στό ἔργο ὅμως πού ἀκοῦμε κάθε μέρα, εἶναι μόνο ἕνα σχολεῖο πού μᾶς μαθαίνει τήν ἐσωτερική ἐπιμονή στό πνευματικό βασίλειο. Ὅλη αὐτή ἡ ἐξωτερική ἐπιμονή στό λουστράρισμα καί στήν τελειοποίηση τῶν πραγμάτων, στή σύναξη πλούτου, γνώσεων καί τεχνῶν, εἶναι μόνο μιά εἰκόνα τῆς θαυμαστῆς ἐπιμονῆς πού πρέπει νά ἔχουμε γιά τή βελτίωση καί τελειοποίηση τῶν καρδιῶν μας, γιά τή φροντίδα καί τόν ἐμπλουτισμό τῆς ψυχῆς μας, τῆς ἄφθαρτης κι ἀθάνατης ἐσωτερικῆς μας ὕπαρξης.

Ἡ Ἁγία Γραφή μᾶς διδάσκει σέ κάθε σελίδα τῆς τήν ἐπιμονή στά πνευματικά θέματα. Μᾶας διδάσκει τόσο μέ λόγια ὅσο καί μέ τά μεγάλα παραδείγματα ἀνδρῶν καρτερικῶν ἤ μή.

Τά δυό πιό φοβερά παραδείγματα μή ἐπιμονῆς στό καλό, τά βρίσκουμε στήν περίπτωση τοῦ Ἀδάμ, τοῦ προπάτορα τοῦ ἀνθρώπινου γένους, καί τοῦ Ἰούδα, πού πρίν ἦταν ἀπόστολος κι ἔπειτα ἔγινε προδότης. Καί τούς δυό ἡ ἀγαθότητα τοῦ Θεοῦ τούς τοποθέτησε πολύ κοντά Του. Ὁ Ἀδάμ ἦταν μέ τόν Θεό στόν παράδεισο, ὁ Ἰούδας κοντά στόν Χριστό στή γῆ. Ξεκίνησαν κι οἱ δυό μέ ὑπακοή στόν Θεό καί τελείωσαν μέ δυσπιστία. Τό τέλος τοῦ Ἰούδα ἦταν πιό φοβερό ἀπό τοῦ Ἀδάμ, ἐπειδή μπροστά του εἶχε καί τό παράδειγμα τοῦ πρωτόπλαστου. Ὁ Σαούλ πάλι δέν εἶχε ἐπιμονή στή μάχη καί γι’ αὐτό παραφρόνησε. Ὁ Σολομῶν δέν εἶχε ἐπιμονή κι ἡ βασιλεία τοῦ μοιράστηκε. Πόσο ὑπέροχη ὅμως, πόσο ὑπεράνθρωπη ἐπιμονή ἔδειξε ὁ Ἀβραάμ μέ τήν πίστη του στόν Θεό, ὁ Ἰακώβ μέ τήν πραότητά του, ὁ Ἰωσήφ μέ τήν ἐγκράτειά του, ὁ Δαβίδ μέ τή μετάνοιά του κι ὁ δίκαιος Ἰώβ μέ τήν καρτερία του! Τί ὑπέροχο παράδειγμα ἐπιμονῆς στήν ἁγνότητά της ἔδειξε ἡ Παναγνή Παρθένος, ἀλλά κι ὁ δίκαιος Ἰωσήφ μέ τήν ὑπακοή του στόν Θεό! Ἀλλά τό ἴδιο ἔκαναν κι οἱ ἀπόστολοι, καθώς κι ὅλοι ἐκεῖνοι πού εἶχαν ἀφοσιωθεῖ στόν Θεό, μέ τήν ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ!

Στήν Ἁγία Γραφή θά βροῦμε πάρα πολλά καί καθαρά παραδείγματα πῶς ἡ ἐπιμονή στόο καλό ἀποβαίνει πάντα νικηφόρα καί στεφανώνεται. Κανένας ἀπό μᾶς πού τά διαβάζει αὐτά δέν μπορεῖ νά ἰσχυριστεῖ πώς δέν ἤξερε ἤ δέ διδάχτηκε. Πῶς γίνεται ἑκατοντάδες χιλιάδες ἁγίων, παρθένων καί μαρτύρων, ἀπό τήν ἔνσαρκη ζωή τοῦ Χριστοῦ στή γῆ ὡς σήμερα, νά τό γνωρίζουν αὐτό καί μεῖς νά τό ἀγνοοῦμε; Δέν εἶναι πώς δέν ξέρουμε, ἀλλά δέν ἔχουμε τή δύναμη νά ἐπιμείνουμε. Τό νά γνωρίζουμε τό καλό καί νά μήν ἐπιμένουμε σ’ αὐτό, μᾶς κατακρίνει διπλά. Ἐκεῖνος πού δέ γνωρίζει τό δρόμο αὐτό καί δέν τόν ἀκολουθεῖ «δαρήσεται ὀλίγας». Αὐτός ὅμως πού τόν γνωρίζει καί δέν τόν ἀκολουθεῖ, «δαρήσεται πολλάς» (βλ. Λουκ. ιβ’ 47, 48).

Ὁ δρόμος πρός τό καλό εἶναι ἀνηφορικός. Ἐκεῖνος πού ἔμαθε νά βαδίζει μόνο σέ ἐπίπεδες ἐπιφάνειες ἤ σέ κατηφόρες, στήν ἀρχή θά τόν βρεῖ δύσκολο. Αὐτός πού ξεκίνησε νά βαδίζει τόν δρόμο αὐτόν κι ἔπειτα γυρίζει πίσω, δέ θά μπορέσει νά σταθεῖ στόν τόπο ἀπ’ ὅπου ξεκίνησε τόν ἀνήφορο, ἀλλά θά κατεβεῖ πιό χαμηλά, στό σκοτάδι καί στήν ἀπώλεια. Γι’ αὐτό εἶπε ὁ Κύριος πώς «οὐδείς ἐπιβαλώῶν τήν χεῖίρα αὐτοῦ ἐπ’ ἄροτρον καί βλέπων εἰς τά ὀπίσω εὔθετος ἐστιν εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ» (Λουκ. Θ΄ 62).

Τό σημερινό εὐαγγέλιο μᾶς μιλάει γιά ἕνα θαυμαστό παράδειγμα ἐπιμονῆς στήν πίστη καί τήν προσευχή πού μᾶς δίνει μιά συνηθισμένη γυναίκα, πού μάλιστα ἦταν εἰδωλολάτρισσα. Μακάρι τό παράδειγμα αὐτό νά λειτουργήσει σάν φωτιά στίς συνειδήσεις ὅλων ἐκείνων πού αὐτοονομάζονται πιστοί, ἐνῶ στήν πίστη καί στήν προσευχή εἶναι σκληροί καί ψυχροί σάν τήν πέτρα.

***

«Καὶ ἐξελθὼν ἐκεῖθεν ὁ ᾿Ιησοῦς ἀνεχώρησεν εἰς τὰ μέρη Τύρου καὶ Σιδῶνος. καὶ ἰδοὺ γυνὴ Χαναναία ἀπὸ τῶν ὁρίων ἐκείνων ἐξελθοῦσα ἐκραύγαζεν αὐτῷ λέγουσα· ἐλέησόν με, Κύριε, υἱὲ Δαυῒδ· ἡ θυγάτηρ μου κακῶς δαιμονίζεται». Από ποῦ ἐρχόταν ὁ Ἰησοῦς; Ἀπό τή Γαλιλαία, ἀπό τή γῆ ὅπου κατοικοῦσαν Ἰσραηλίτες πού προέρχονταν ἀπό τή φυλή τοῦ εὐλογημένου Σήμ. Καί ποῦ πήγαινε; Στίς περιοχές ὅπου κατοικοῦσαν οἱ Χανανίτες, οἱ ἀπόγονοί του Χάμ, πού τόν εἶχε καταραστεῖ ὁ πατέρας του. Ὁ Κύριος λοιπόν ἄφησε τούς εὐλογημένους καί πῆγε στούς καταραμένους. Γιατί; Ἐπειδή οἱ εὐλογημένοι εἶχαν ξεχάσει τό Θεό κι ἑπομένως εἶχαν γίνει καταραμένοι, ἐνῶ κάποιοι ἀπό τούς καταραμένους εἶχαν ὁμολογήσει τό Θεό κι εἶχαν γίνει εὐλογημένοι. Ὁ Κύριος, ἀφοῦ στηλίτευσε τούς γραμματεῖς καί τούς Φαρισσαίους γιά τήν προσήλωσή τους σέ ἐξωτερικές συνήθειες, στόν τύπο δηλαδή, καί τήν ἀπό μέρους τούς παράβαση τῶν ἐντολῶν τῆς ἐλεημοσύνης καί τῆς τιμῆς πρός τούς γονεῖς, πῆρε τούς μαθητές του καί πέρασε στή γῆ τῶν εἰδωλολατρῶν.

Γιατί πῆγε στούς εἰδωλολάτρες ἀφοῦ νωρίτερα εἶχε δώσει ἐντολή στούς μαθητές Του νά πᾶνε «πρός τά πρόβατα τά ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ»(Ματθ. ι’ 6); Πρῶτο ἐπειδή, ὅπως λέει ὁ ἱερός Χρυσόστομος, δέν περιορίζεται ἀπό τίς ἐντολές πού δίνει στούς μαθητές Του. Δεύτερο, ἐπειδή ἔβλεπε πώς οἱ Ἰουδαῖοι τόν ἀποστρέφονταν κι ὁ ἴδιος ἀντιλαμβανόταν πώς τελικά θά τόν ἀπέρριπταν ἐντελῶς.

Ὁ Θεός εἶναι πιστός στίς ὑποσχέσεις Του. Μέ τούς προφῆτες Του εἶχε ὑποσχεθεῖ νά στείλει τό Σωτήρα στόν Ἰουδαϊκό λαό. Κι αὐτό τό πραγματοποίησε ὁ Θεός. Ὁ Ἰουδαϊκός λαός, μέσω τῶν ἡγετῶν του, ἀπέρριψε τό Σωτήρα. Ὁ Θεός ὅμως ἔχει πλῆθος τρόπους γιά νά ἐκτελέσει τό σχέδιό Του. Ἡ ἀπόρριψη τῶν Ἰουδαίων δέν ἦταν ἱκανή νά ἐμποδίσει τό ἔργο τῆς σωτηρίας, πολύ λιγότερο μποροῦσε νά τό ἀφανίσει. Ὁ Σωτήρας Χριστός πέρασε τά σύνορά τῆς Ἰουδαίας καί πῆγε σέ ἄλλους λαούς. Πιστός στήν ὑπόσχεσή Του ὁ Κύριος ἔστειλε πρῶτα στούς Ἰουδαίους τούς ἀποστόλους Του, μετά τή Σταύρωσή Του ὅμως, ὁ ἀναστημένος Κύριος τους ἔστειλε «εἰς πάντα τα ἔθνη» (Ματθ. κη’ 19).

Τρίτο καί τελευταῖο, ὁ Κύριος ἤθελε γιά μιά ἀκόμα φορά νά ντροπιάσει τόν ἐκλεκτό καί εὐλογημένο λαό μέ τήν πίστη τῶν εἰδωλολατρῶν, ὥστε μ’ αὐτόν τόν τρόπο νά τούς ὁδηγήσει στή μετάνοια καί νά τούς ξαναφέρει κοντά στόν Θεό. Αὐτό τό ἔκανε γιά πρώτη φορά στήν Καπερναούμ μέ τόν Ρωμαῖο ἑκατόνταρχο. Ὁ Ρωμαῖος ἑκατόνταρχος προερχόταν ἀπό τή φυλή τοῦ Ἰάφεθ καί ἔδειξε μιά σπάνια πίστη στόν Κύριο Ἰησοῦ. Οἱ Ἰαφεθίτες κι οἱ Χαμίτες λοιπόν θά κληθοῦν στή βασιλική τράπεζα ἀπό τόν Βασιλιά τοῦ οὐρανοῦ, ὅταν οἱ Σημίτες, ὁ ἐκλεκτός λαός, θ’ ἀπορρίψει τήν πρόσκληση. Αὐτό λειτουργοῦσε ὡς μιά ὑπενθύμιση, ἀλλά καί ὡς ἐπίπληξη στούς Ἰουδαίους. Ἐκεῖνοι ὅμως παρέμειναν ἄκαμπτοι κι ἀλύγιστοι ὡς τό τέλος κι ἔτσι ἀπορρίφθηκαν ἀπό Ἐκεῖνον πού οἱ ἴδιοι εἶχαν ἀπορρίψει.

Ἄς δοῦμε τώρα τό μεγαλεῖο της πίστης πού εἶχε ἡ Χαναναία. Πήγε νά συναντήσει τόν Ἰησοῦ, πού τόν ἀποκάλεσε Κύριο καί Υἱό Δαβίδ. Σίγουρα εἶχε ἀκούσει γιά τό θαυματουργό Χριστό, ἀφοῦ ἡ φήμη Τοῦ εἶχε διαδοθεῖ στίς πλησιόχωρες περιοχές. Τώρα ἄκουσε πώς πλησίασε στά δικά της μέρη κι ἔτρεξε νά τόν συναντήσει μέ χαρά καί μέ μεγάλη πίστη. Ὅπως γράφει ὁ εὐαγγελιστής Μάρκος, ὁ Κύριος εἶχε πάει σ’ ἕνα σπίτι, πού «οὐδένα ἤθελε γνῶναι» (Μάρκ. ζ’ 24), δέν ἤθελε νά γνωρίζει κανένας πώς βρισκόταν ἐκεῖ. Εἶναι φανερό πώς ὁ Κύριος ἤθελε μ’ αὐτόν τόν τρόπο νά δώσει μεγαλύτερη ἔμφαση στό μεγαλεῖο της πίστης τῶν εἰδωλολατρῶν. Δέ θά ἔκανε δημόσια προσωπική ἐπίδειξη, ἐκεῖνοι θά τόν ἀναζητοῦσαν. Θά μποροῦσε νά κρυφτεῖ ἀπό τούς εἰδωλολάτρες, ἀλλά «οὐκ ἠδυνήθη λαθεῖν» (αὐτόθι). Ἡ δυνατή πίστη τῆς Χαναναίας γυναίκας τόν ἐντόπισε. Τό ἔθνος πού εἶχε καλέσει, δέν τόν δέχτηκε, ἐνῶ «ὁ λαός ὁ καθήμενος ἐν σκότει… ἐν χώρα καί σκιά θανάτου» (Ἡσ. θ’ 2), τόν ἀναζήτησε. Καί τόν βρῆκαν τήν ὥρα πού Ἐκεῖνος προσπαθοῦσε νά κρυφτεῖ ἀπ’ αὐτούς.

Προσέξτε πώς ἡ γυναίκα δέν εἶπε στόν Κύριο,«ἐλέησε τήν κόρη μου», ἀλλά ἐλέησον μέ, Κύριε. Ἡ κόρη της ἦταν παράφρων, τή βασάνιζε ὁ δαίμονας. Κι ὅμως ἡ μητέρα τῆς ζήτησε ἀπό τόν Κύριο νά ἐλεήσει ἐκείνην, ἀντί τῆς θυγατέρας της. Γιατί; Ἐπειδή ἡ κόρη της, μέ τήν παραφροσύνη πού εἶχε, δέν καταλάβαινε τί τῆς συνέβαινε. Δέν μποροῦσε ν’ ἀντιληφθεῖ τόν τρόμο καί τό βάσανό της, ὅπως τό καταλάβαινε ἡ μητέρα της πού ἦταν καλά. Ἀπό τά λόγια αὐτά καταλαβαίνουμε τή μεγάλη ἀγάπη τῆς μητέρας πρός τήν κόρη της. Ἡ μητέρα ὑπόφερε τά βάσανα τῆς κόρης της σᾶ νά ‘τᾶν δικά της. Ἐκεῖνος πού θά ἐλεοῦσε τήν κόρη της, θά ἐλεοῦσε κι ἐκείνη, τή δύστυχη μητέρα της.

Στήν τρομερή αὐτή κατάσταση τῆς μητέρας ποιός θά μποροῦσε μέ κάποιο τρόπο νά τήν ἐλεήσει, ἄν δέν ἐλεοῦσε καί τήν κόρη της; Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία πώς ἡ παραφροσύνη τῆς κόρης προκαλοῦσε θλίψη σ’ ὁλόκληρη τήν οἰκογένεια, καθώς καί σ’ ὅλους τους φίλους καί συγγενεῖς τους. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία πώς οἱ γείτονες θά εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ. οἱ ἐχθροί τους θά χαίρονταν. Τό σπίτι ἦταν ἀδειανό, ἔμοιαζε μέ τάφο. Ἔξω ἀπ’ αὐτό ἔφταναν μόνο οἱ κραυγές καί τά παλαβά γέλια τῆς τρελῆς κόρης. Θά μποροῦσε νά σκεφτεῖ ἤ νά ὀνειρευτεῖ ἡ μητέρα νά μιλήσει ἤ νά προσευχηθεῖ γιά ὁτιδήποτε ἄλλο; Εἶναι πιθανό νά εἶχε καταλογίσει τό κακό πού βρῆκε τήν κόρη της σέ κάποια δική της ἁμαρτία. Γι’ αὐτό καί εἶπε: ἐλέησον μέ, Κύριε! «Ὁ δέ οὐκ ἀπεκρίθη αὐτή λόγον» (Ματθ. ιε’ 23).

Δέν τό συνήθιζε ὁ Χριστός νά μήν ἀπαντάει στίς ἐρωτήσεις ἤ στίς παρακλήσεις τῶν ἀνθρώπων. Ἀκόμα καί στό σατανᾶ ἀπάντησε στήν ἔρημο. Σιγή κράτησε μόνο στίς ἐρωτήσεις πού τοῦ ἔθεσαν οἱ ἄνομοι κριτές καί βασανιστές Του, ὁ Καϊάφας κι ὁ Πιλάτος. Γιατί λοιπόν κράτησε σιωπή στήν ἱκεσία τῆς δύστυχης αὐτῆς γυναίκας; Τό ἔκανε ὥστε τά μάτια ἐκείνων πού δέν ἔβλεπαν, ν’ ἀνοίξουν γιά νά δοῦνε ἐκεῖνα πού ἔβλεπε Αὐτός. Γιά νά δώσει στή γυναίκα αὐτή τήν εὐκαιρία νά δείξει ἐμφατικότερα τήν πίστη της, γιά νά δοῦν τήν πίστη αὐτή ὅλοι οἱ σύντροφοί Του.

«Καὶ προσελθόντες οἱ μαθηταὶ αὐτοῦ ἠρώτων αὐτὸν λέγοντες· ἀπόλυσον αὐτήν, ὅτι κράζει ὄπισθεν ἡμῶν. 24 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν· οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου ᾿Ισραήλ». (Ματθ. ιε’ 23, 24). Προσέξτε πόσο σοφά ἐνήργησε ὁ πάνσοφος Κύριος μέ τό νά μήν ἱκανοποιήσει ἀμέσως τό αἴτημα τῆς μητέρας, ἀλλά νά κρατήσει σιωπή. Ἀπό τήν πλευρά τῶν μαθητῶν εἶχε ἤδη ἀναπτυχθεῖ κάποια συμπάθεια γιά τή φτωχή γυναίκα πού τόν παρακαλοῦσε. Ἀπόλυσον αὐτήν, σημαίνει εἴτε «ἀπαλλάξου ἀπ’ αὐτήν» εἴτε «κάνε αὐτό πού ζητάει», γιά νά σταματήσει νά τούς ἐνοχλεῖ μέ τίς κραυγές της. Στήν παράκληση αὐτή τῶν μαθητῶν Του, ὁ Κύριος ἀπάντησε:«οὐκ ἀπεστάλην εἰ μή εἰς τά πρόβατα τά ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ», δηλαδή στόν Ἰουδαϊκό λαό.

Γιατί ἀπάντησε μ’ αὐτόν τόν τρόπο ὁ Κύριος;

Πρῶτο, γιά νά δείξει πώς ὁ Θεός εἶναι πιστός στίς ὑποσχέσεις Του.

Καί δεύτερο, γιά νά προωθήσει στούς μαθητές τοῦ τήν ἰδέα πώς κι οἱ εἰδωλολάτρες ἦταν παιδιά τοῦ Θεοῦ, πού εἶχαν κι αὐτοί ἀνάγκη νά βοηθηθοῦν καί νά σωθοῦν. 

Μέ τή μεγάλη πίστη τῆς φτωχῆς αὐτῆς γυναίκας, ὁ Κύριος ἔδειξε στούς μαθητές Του τόν τρόπο νά ἐπαναστατήσουν στή στενή ἄποψη πού εἶχαν οἱ Ἰουδαῖοι πώς ὁ Θεός φρόντιζε μόνο αὐτούς, πώς ἑπομένως ἦταν Θεός μόνο των Ἰουδαίων. Σκόπιμα μίλησε ἔτσι ὁ Κύριος, ὅπως μιλοῦσαν κι ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι, ὥστε νά συλλογιστοῦν οἱ μαθητές καί νά πειστοῦν πώς ἡ ἀντίληψη πού εἶχαν οἱ ὁμοεθνεῖς τους ἦταν λαθεμένη, πώς ἡ ἀντίληψη αὐτή ἦταν τόσο λαθεμένη ὅσο κι ἡ διαφθορά κι ὁ ἐκφυλισμός τοῦ ἔθνους τους, ἡ ἀποστασία τους ἀπό τό Θεό, καθώς κι ἡ ἀπόρριψη κι ἡ περιφρόνηση πού ἔδειξαν στό Χριστό. Ὁ Κύριος Ἰησοῦς δέν ἤθελε νά διδάξει μόνο μέ λόγια τούς μαθητές Του, ἀλλά καί μέ ζωντανά παραδείγματα ἀπό τή ζωή. Ἀντί νά χρησιμοποιήσει λόγια σ’ αὐτήν τήν περίπτωση, ἄφησε τή συμπεριφορά Του πρός τήν εἰδωλολάτρισσα γυναίκα νά μείνει ἕνα ἀλησμόνητο μάθημα στούς μαθητές Του. Γι’ αὐτό τό λόγο πέρασε τά σύνορά της Ἰουδαίας καί μπῆκε στήν περιοχή τῶν εἰδωλολατρῶν, ὥστε ἀπό τό μεγάλο αὐτό γεγονός νά διδάξει τούς ἀκολούθους Του. Ἅς δοῦμε τώρα πῶς ἐξέφρασε ἡ Χαναναία τήν ἀκλόνητη πίστη της στόν Κύριο:

«Ἡ δέ ἐλθοῦσα προσεκύνησεν αὐτῷ λέγουσα· Κύριε, βοήθει μοί» (Ματθ. ιε’ 25). Ἦταν σίγουρη πώς ἄν δέν τή βοηθοῦσε ὁ Χριστός, δέν ὑπῆρχε κανένας ἄλλος στόν κόσμο νά τό κάνει. Σίγουρα θά εἶχε ἐπισκεφτεῖ ὅλους τούς γιατρούς καί θά εἶχε πάει σ’ ὅλους τους εἰδωλολάτρες μάγους, χωρίς ἀποτέλεσμα. Ἡ παράφρων κόρη τῆς παρέμεινε παράφρων. Ὑπῆρχε ὅμως ὁ Θεραπευτής κάθε βασάνου, κάθε ἀρρώστιας. Εἶχε ἀκούσει γι’ Αὐτόν καί τόν εἶχε πιστέψει προτοῦ ἀκόμα τόν δεῖ. Καί τώρα πού τόν εἶδε, τήν κάλυψε ὁλόκληρη μιά πολύ μεγαλύτερη πίστη γιά τή θεϊκή Του δύναμη. Ἐκεῖνος θά μποροῦσε νά κάνει αὐτό πού κανένας ἄλλος δέν μποροῦσε. Ἄν τό ἤθελε, θά μποροῦσε νά κάνει τά πάντα. Ἡ πίστη τῆς ἦταν ἀκλόνητη πώς Ἐκεῖνος μποροῦσε, γι’ αὐτό καί κατέβαλε κάθε προσπάθεια νά τόν πείσει νά κάνει αὐτό πού Αὐτός -Αὐτός καί κανένας ἄλλος στήν οἰκουμένη- δέ θά μποροῦσε νά κάνει. Γι’ αὐτό κι ὅταν ὁ Χριστός δέν ἔδωσε καμιά ἀπάντηση στό πρῶτο αἴτημά της, ὅταν δέν ἔδωσε καμιά σημασία ἀκόμα κι ὅταν τοῦ τό ζήτησαν οἱ σύντροφοί Του, ἔτρεξε κοντά Του, γονάτισε μπροστά Του καί ἔκραξε: Κύριε, βοήθει μοι.

«Ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπεν·οὐκ ἔστι καλὸν λαβεῖν τὸν ἄρτον τῶν τέκνων καὶ βαλεῖν τοῖς κυναρίοις». (Ματθ. ιε’ 26). Φοβερά λόγια! Ὁ Κύριος ἐδῶ δέ χρησιμοποίησε δικά Του λόγια, μίλησε τή γλώσσα τῶν σύγχρονων Ἰουδαίων, πού πίστευαν πώς ἐκεῖνοι μόνο ἦταν παιδιά τοῦ Θεοῦ κι ὅλοι οἱ ἄλλοι λαοί ἦταν σκυλιά. Ὁ Κύριος ἤθελε μ’ αὐτόν τόν τρόπο νά προκαλέσει τή διαμαρτυρία τῶν μαθητῶν Τοῦ γι’ αὐτήν τήν κακή ἀποκλειστικότητα πού διεκδικοῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι. Ἤθελε ὁ Κύριος μ’ αὐτόν τόν τρόπο νά εἰσαγάγει στά μυαλά τῶν μαθητῶν Τοῦ τή σκέψη, πού ἀργότερα θά διατύπωνε στούς γραμματεῖς καί τούς Φαρισαίους. «Οὐαί ὑμῖν, γραμματεῖς καί Φαρισαῖοι ὑποκριταί, ὅτι κλείετε τήν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν ἔμπροσθέν τῶν ἀνθρώπων ὑμεῖς γάρ οὐκ εἰσέρχεσθε, οὐδέ τούς εἰσερχόμενους ἀφίετε εἰσελθεῖν» (Ματθ. κγ’ 14).

Προσέξτε τώρα. Αὐτοί πού ὀνομάζονταν τέκνα, ἔγιναν σάν τούς σκύλους, ἐνῶ αὐτοί πού λογαριάζονταν σκύλοι, ἔγιναν παιδιά τοῦ Θεοῦ. Οἱ τελευταῖοι ὀνομάστηκαν «σκυλιά» ἀπό τούς Ἰουδαίους κυρίως ἀπό κακία, ὑπῆρχε ὅμως καί κάποια ἀλήθεια στό ὄνομα αὐτό. Οἱ εἰδωλολάτρες τῆς Τύρου καί τῆς Σιδώνας, ὅπως κι ἐκεῖνοι τῆς Αἰγύπτου κι ἄλλων χωρῶν, εἶχαν ἐγκαταλείψει ἀπό χρόνια πολλά τόν ἀληθινό Θεό κι εἶχαν ἐπιδοθεῖ στή λατρεία τῶν δαιμόνων, πού ἦταν χειρότεροι ἀπό τά σκυλιά. Ὁ Χριστός ἐδῶ δέν ἐπιπλήττει προσωπικά τή Χαναναία ἀλλά τό λαό της, καθώς κι ὅλους τούς ἄλλους λαούς πού λάτρευαν τούς δαίμονες μέ ἀγάλματα καί ξόανα, μέ διάφορα εἴδη μαγείας καί ἀκάθαρτες θυσίες.

Τότε ἡ σπουδαία αὐτή γυναίκα, πού ἡ πίστη της ἦταν μεγαλύτερη τόσο ἀπό τόν ἐκλεκτό λαό ὅσο κι ἀπό τούς περιφρονημένους εἰδωλολάτρες, ἀπάντησε στόν Κύριο: «Ἡ δέ εἶπε· ναί, Κύριε· καί γάρ τά κυνάρια ἐσθίει ἀπό τῶν ψιχίων τῶν πιπτόντων ἀπό τῆς τραπέζης τῶν κυρίων αὐτῶν» (Ματθ. ιε’ 27). 

Πόσο ὑπέροχη ἦταν ἡ ἀπάντηση τῆς ταπεινῆς αὐτῆς γυναίκας! Δέν ἀρνήθηκε πώς ἀνῆκε σ’ ἕνα λαό πού ἀποκαλοῦνταν σκυλιά. Οὔτε ἀρνήθηκε ἐπίσης νά ὀνομάσει τούς Ἰουδαίους «κυρίους», μ’ ὅλο πού ἡ ἴδια ἦταν καλλίτερη ἀπ’ αὐτούς. Ἦταν πρόθυμη νά κατανοήσει τά συμβολικά λόγια τοῦ Χριστοῦ.

Ἡ μεγάλη πίστη δημιουργεῖ μεγάλη σοφία.

Ἡ μεγάλη πίστη βρίσκει τά σωστά λόγια. Ἡ ταπείνωσή της μπροστά στόν Κύριο ἦταν τόσο μεγάλη, ὅπως κι ἡ ἀγάπη της πρός τήν ἄρρωστη κόρη της, πού δέν τήν πλήγωσε τό γεγονός ὅτι τήν ἀποκάλεσαν σκύλα. Μπροστά στόν πάναγνο Κύριο ποιός ἁμαρτωλός ἄνθρωπος δέ θά ‘νιωθε τόν ἑαυτό του σάν ἀκάθαρτο σκυλί; Ὁπωσδήποτε ὄχι κάποιος ἄνθρωπος πού, ἄν καί ἁμαρτωλός, ἔχει κάποια σπίθα πίστης. «Οὐ γάρ εἰμι ἱκανός ἵνα μου ὑπό τήν στέγην εἰσέλθης» (Λουκ. ζ’ 6), εἶπε ὁ εἰδωλολάτρης ἑκατόνταρχος στόν Κύριο. 

Ἔτσι κι ἡ ἁμαρτωλή γυναίκα, δέν ντράπηκε πού τήν ἀποκάλεσε σκύλα. Ὅταν ὁ ἄνθρωπος δέ συναισθάνεται τήν ἁμαρτωλότητά του, δέν μπορεῖ οὔτε βῆμα νά κάνει πρός τή σωτηρία του. Πλῆθος ὁλόκληρο ἁγίων της Ἐκκλησίας, πού ἦταν πιό ἁγνοί καί φωτισμένοι ἀπό ἑκατομμύρια ἄλλους ἀνθρώπους, δέν ἔνιωθαν ντροπή νά τούς ἀποκαλοῦν σκυλιά. Ὅλοι οἱ ἄντρες κι οἱ γυναῖκες πού εἶναι ἀφυπνισμένοι πραγματικά, πού ἔχουν συνέλθει ἀπό τή μέθη τῶν σαρκικῶν παθῶν κι ἔχουν βεβαιωθεῖ γιά τή πτώση τους στή λάσπη τῆς ἁμαρτίας, τό γνωρίζουν καλά αὐτό. Ὡσότου συνέλθει ὁ ἄνθρωπος, βρίσκεται ἐγκλεισμένος στήν παγερή ἀγκαλιά τοῦ θανάτου. Δέν ἔχει πίστη καί δέν μπορεῖ νά δεῖ τήν ἀνάγκη γιά νά πιστέψει. Ὡσότου τό σκυλί νιώσει τήν ντροπή του νά εἶναι σκυλί, δέ θά εὐχηθεῖ ποτέ του νά γίνει λιοντάρι. Ὡσότου ὁ βάτραχος συνειδητοποιήσει πώς βρίσκεται μέσα σέ μιά δυσώδη λάσπη, δέ θά εὐχηθεῖ νά πηδήσει, ἔξω ἀπ’ αὐτήν καί νά πετάξει σάν ἀητός.

Ἡ φτωχή γυναίκα τῆς σημερινῆς παραβολῆς εἶχε τήν αἴσθηση τῆς ἀδυναμίας τοῦ εἰδωλολατρικοῦ κόσμου. Γνώριζε τήν κατωτερότητά του, τήν κακία του καί τή λάσπη τῆς ἁμαρτίας του, τή δυσωδία ὅλης του τῆς ὕπαρξης. Νοσταλγοῦσε νά βρεῖ κάτι πιό δυνατό, πιό φωτεινό καί πιό ἁγνό. Κι αὐτό πού νοσταλγοῦσε βρέθηκε ξαφνικά μπροστά της, τῆς ἀποκαλύφτηκε στό Χριστό, μέ τή μεγαλύτερη δυνατή πληρότητα καί δόξα. Γι’ αὐτό καί δέν ἔκανε πίσω ὅταν ὁ Κύριος τήν ὀνόμασε παιδί σκύλων. Ὄχι μόνο το ἀνέχτηκε αὐτό, ἀλλά τό ὁμολόγησε κιόλας. Μέ τήν ἀποδοχή τῆς ἀναξιότητας τῶν προγόνων τῆς ὅμως ζήτησε ἔστω κι ἕνα ψίχουλο ἀπό τό ζωοποιό ψωμί πού ἔστειλε ὁ Θεός στόν Ἰσραήλ. Τό ψωμί εἶναι ὁ Χριστός· ψίχουλα εἶναι ἔστω καί οἱ ἐλάχιστές των δωρεῶν Του. Τά πεινασμένα σκυλιά, πού δέν ἔχουν οὔτε ψίχουλα νά φᾶνε, θά ἱκανοποιηθοῦν ἔστω καί μ’ αὐτά.

«Τότε ἀποκριθείς ὁ Ἰησοῦς εἶπεν αὐτῇ· ὤ γύναι. μεγάλη σου ἡ πίστις! γενηθήτω σοί ὡς θέλεις, καί ἰάθη ἡ θυγάτηρ αὐτῆς ἀπό τῆς ὥρας ἐκείνης» (Ματθ. ιε’ 28). 

Ὁ Κύριος ἔφερε τή συζήτηση ἐκεῖ πού ἤθελε καί μόνο τότε εἶπε τά λόγια αὐτά. Ἀκόμα κι ἄν ἡ γυναίκα αὐτή ἦταν θυγατέρα τοῦ Ἀβραάμ, δέ θά μποροῦσε νά ἐκφράσει τήν πίστη της μέ μεγαλύτερη ἔμφαση ἀπ’ ὅ,τι τό ἔκανε. Ὅποιος ἔχει μάτια βλέπει κι ὅποιος ἔχει αὐτιά ἀκούει. Δέν ὑπάρχει λόγος νά ἀναλύσουμε περισσότερο τό περιστατικό. Ἀκόμα κι ὁ προδότης Ἰούδας θά μποροῦσε νά διαπιστώσει τή μεγάλη πίστη τῆς Χαναναίας. Ἀκόμα κι ὁ ὀλιγόπιστος Πέτρος, κι ὁ δύσπιστος Θωμᾶς. Ὁ Κύριος δέν εἶχε ἐγκωμιάσει τόσο πολύ κανέναν ἀπό τούς ἀποστόλους Του. Σέ ποιόν ἀπ’ αὐτούς εἶπε ποτέ, μεγάλη σου ἡ πίστις;

Σέ ὅλους τους εἶπε, τουλάχιστο μιά φορά: «Ὀλιγόπιστοι!» Καί σέ μιά περίπτωση τούς ἐπιτίμησε μέ τά λόγια: «Ώ, γενεά ἄπιστος καί διεστραμμένη!» (Ματθ. ιζ’ 17). Αὐτός ἦταν κι ὁ λόγος πού τούς πῆρε στήν περιοχή Χαναάν: ὥστε μέ τήν πίστη τῆς εἰδωλολάτρισσας γυναίκας αὐτῆς, πού δέ γνώριζε οὔτε τό νόμο οὔτε τούς προφῆτες, νά τούς διδάξει τή μεγάλη πίστη, τή δύναμη τῆς πίστης.

Ὁ Κύριος δίδασκε προοδευτικά τους μαθητές Του στό σχολεῖο τῆς πίστης. Μέ τέτοια περιστατικά στούς χώρους τῶν εἰδωλολατρῶν, τούς παρεῖχε διδασκαλία σταθερή καί συμπλήρωνε μ’ αὐτόν τόν τρόπο τήν ἐκπαίδευσή τους. Πόσο μεγάλη ἦταν ἡ πίστη τῆς γυναίκας αὐτῆς, πού ὅλα ὅσα εἶχε μάθει στό χῶρο πού ζοῦσε γιά τόν κόσμο αὐτόν καί γιά τή ζωή ἦταν ὅλα πλανεμένα! Εἶχε μάθει πώς ὁ ἥλιος καί τό φεγγάρι, τά ζῶα κι οἱ πέτρες, ἦταν θεοί. Εἶχε γεννηθεῖ κι εἶχε ζήσει στό σκοτάδι, στήν ἄγνοια. Τέλος, ἀνῆκε στούς Χαναναίους, τήν πονηρή αὐτή φυλή πού ὁ Θεός τήν ὁδήγησε μακριά ἀπό τή γῆ τῆς ἐπαγγελίας, γιά νά κατοικήσουν ἐκεῖ οἱ Ἰουδαῖοι, ὁ ἐκλεκτός λαός Του.

Ἐδῶ ὑπάρχει ἀρκετή διδαχή, μιά μεγάλη αἰτία γιά νά στοχαστοῦμε τούς τρόπους τοῦ Θεοῦ, πολλοί λόγοι γιά νά κάνουν τούς ἀποστόλους καί τό ἔθνος τους νά ντρέπονται καί νά μετανοοῦν. Οἱ ἀπόστολοι ἀντιλήφθηκαν τή διδασκαλία αὐτή καί τήν ἔκαναν δική τους, ἄν ὄχι ἀμέσως, λίγο ἀργότερα. Βεβαιώθηκαν γιά τήν πίστη τους καί τή διέδωσαν σ’ ὁλόκληρη τή γῆ. Θυσίασαν τή ζωή τους γιά τήν παντοδύναμη αὐτή πίστη καί τελικά δοξάστηκαν οἱ ἴδιοι. Ἐμεῖς κατανοήσαμε τήν πίστη αὐτή, τήν κάναμε δική μας; Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ εἶναι ὁ Ἐκλεκτός Λαός Του σ’ αὐτόν τόν κόσμο, ἡ Νέα Βασιλεία καί τό Νέο Ἱερατεῖο. Προσέξτε ὅμως πόσο λίγη σημασία δίνουν οἱ χριστιανικοί λαοί στό Χριστό, πόσο τόν περιφρονοῦν! Παρατηρῆστε πῶς, βαπτισμένοι ἄντρες καί γυναῖκες, ὄχι μόνο ἔχουν γίνει ὀλιγόπιστοι, ἀλλά κατάντησαν ἕνας ἄπιστος καί διεφθαρμένος λαός. Πιστεύουν περισσότερο σέ ὁτιδήποτε ἄλλο παρά στό Χριστό. Ἀναζητοῦν βοήθεια καί στήριξη στή ζωή τους σέ τυφλά καί κουφά στοιχεῖα γύρω τους, παρά στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, τόν παντοδύναμο. Μ’ αὐτόν τόν τρόπο ἐπέσυραν πάνω τους φοβερές τιμωρίες, ἔγιναν πονηροί, ἀδύναμοι καί ταλαίπωροι, ὅπως ἦταν οἱ Ἰουδαῖοι τήν ἐποχή τῆς ἔλευσης τοῦ Χριστοῦ στή γῆ.

***

Οἱ χριστιανικοί λαοί κρατοῦν τά κλειδιά τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν, μά ὑπάρχουν πολλοί ἀπ’ αὐτούς σήμερα πού ὄχι μόνο δέν εἰσέρχονται στή βασιλεία αὐτή, μά δέν ἀφήνουν νά μποῦν μέσα κι ἐκεῖνοι πού τό ἐπιθυμοῦν. Ἔτσι ἀποδείχνονται χειρότεροι, πιό ἰδιοτελεῖς καί γήινοι ἀπό τούς ἄλλους λαούς. Κατορθώνουν ἔτσι ν’ ἀπομακρύνουν ἀπό τό Χριστό τα μή χριστιανικά ἔθνη καί τά ἐμποδίζουν νά μποῦν στή Βασιλεία πού τόσο ἐπιθυμοῦν. Μόνο ψίχουλα πέφτουν ἀπό τό βασιλικό τραπέζι τοῦ Χριστοῦ στούς λαούς αὐτούς, κι αὐτοί τά μαζεύουν καί τά τρῶνε. Πῶς μποροῦν ὅμως οἱ εἰδωλολάτρες αὐτοί νά χορτάσουν;…

Τί ἀπομένει νά κάνουμε ἐμεῖς σ’ αὐτή τήν ἄπιστη γενιά; Τίποτα περισσότερο ἀπ’ ὅ,τι ἔκανε ἡ Χαναναία: νά προσευχηθοῦμε καρτερικά στόν παντοδύναμο Χριστό, νά κραυγάσουμε μέ πίστη: «Κύριε, ἐλέησέ μας τούς ἁμαρτωλούς!» Ἄν εἶναι στό θέλημα τοῦ Θεοῦ ν’ ἀντικαταστήσει ἕναν ἐκλεκτό λαό μ’ ἕναν ἄλλο, ἄν εἶναι στό θέλημα Toυ νά πάρει τή βασιλεία Toυ ἀπό τά χριστιανικά ἔθνη καί νά τή δώσει σέ ἄλλους, ἄν ἡ τιμωρία γιά τίς ἁμαρτίες μᾶς εἶναι κοντά, ἀκόμα καί τότε δέ θ’ ἀποβληθοῦν ὅλοι οἱ χριστιανοί μαζί μέ τά χριστιανικά ἔθνη, ὅπως δέν ἀποβλήθηκαν κι ὅλοι οἱ Ἰουδαῖοι μαζί μέ τό ἰουδαϊκό ἔθνος. Ἐκεῖνοι ἀπό τούς Ἰουδαίους πού ὁμολόγησαν τό Χριστό μετά τήν καταστροφή τῆς Ἱερουσαλήμ σώθηκαν, ὅπως σώθηκαν καί κεῖνοι πού τόν ὁμολόγησαν τήν ἐποχή πού ὁ Χριστός ζοῦσε στή γῆ. Πολλοί Ἰουδαῖοι βαπτίστηκαν ἀργότερα καί ἀρκετοί ἔγιναν μεγάλοι ἅγιοί της Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ. Ἐκεῖνοι ἀπό τούς Ἰουδαίους πού ἐπιστρέφουν κοντά Του σήμερα, σώζονται, ὅπως σώθηκαν καί πολλοί ἀπό τούς προπάτορές τους προτοῦ παύσουν νά εἶναι ὁ ἐκλεκτός λαός. Ὁ Θεός ἐνδιαφερόταν πάντα περισσότερο γιά τή σωτηρία τῶν ψυχῶν τῶν ἀνθρώπων παρά γιά τά κράτη καί τούς λαούς…

Ἅς μιμηθοῦμε τήν ἐπίμονη προσευχή καί τή δυνατή πίστη τῆς Χαναναίας κι ἅς μήν ὀλιγοπιστήσουμε οὔτε γιά μιά στιγμή. Ἡ πίστη μᾶς πρέπει νά εἶναι δυνατή, ἐπίμονη. Ἅς προσπαθοῦμε διαρκῶς νά κρατοῦμε τή φλόγα τῆς πίστης μᾶς δυνατή, νά μή σβήσει. Ἅς στέλνουμε διαρκῶς τίς προσευχές μας στόν Κύριο τόσο γιά μᾶς ὅσο καί γιά ὁλόκληρη τήν Ἐκκλησία τοῦ Θεοῦ καί γιά ὅλη τήν ἀνθρωπότητα. Ἡ πίστη, μόνο αὐτή, θά δυναμώσει τήν ψυχή μας καί θ’ ἀποβάλει κάθε φόβο κι ἀμφιβολία ἀπό μέσα μας. Ἡ προσευχή θά καθαρίσει τήν ψυχή μας καί θά μᾶς γεμίσει μέ χαρά, πίστη, καλούς λογισμούς καί φλογερή ἀγάπη.

Εἴθε ὁ στοργικός κι ἐλεήμων Κύριος νά ἐνισχύσει τήν πίστη μας καί ν’ ἀκούσει τίς προσευχές μας. Δόξα καί αἶνος στόν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό, μαζί μέ τόν Πατέρα καί τό Ἅγιο Πνεῦμα, τήν ὁμοούσια καί ἀδιαίρετη Τριάδα, τώρα καί πάντα καί στούς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.