Πρός Μονοτρόπους

Ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ χαρὰ στὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν

π. Δημήτριος Στανιλοάε

Ἐγὼ πάντοτε εἶχα μεγάλο σεβασμὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς μοναχούς. Αἰσθάνομαι πάντοτε πολὺ καλὰ ὅταν βρίσκομαι μεταξύ τους. Στὴν ἀρχὴ μάλιστα τῆς ζωῆς μου δυσκολεύθηκα ποιὸ δρόμο νὰ ἀκολουθήσω. Κατέληξα καὶ ἀπεφάσισα νὰ ζήσω τὸ δρόμο ποὺ βρίσκεται πολὺ κοντὰ στοὺς μοναχούς. Μπορῶ νὰ πῶ ὅτι αἰσθάνθηκα τὴ χαρὰ καὶ τὸν πόνο τους. Ἐπεδίωξα πάντοτε νὰ ἀκούσω καὶ νὰ νοιώσω τοὺς μοναχοὺς καὶ προσπάθησα νὰ ἐκφράσω τὰ ἰδανικὰ τοῦ μοναχισμοῦ, ποὺ εἶναι συγχρόνως καὶ ἡ κορυφὴ τῆς πνευματικότητος.

Καθὼς λέγει ὁ μεγάλος στοχαστὴς Εὐδοκίμωφ, κάθε χριστιανὸς εἶναι, κατὰ κάποιον τρόπο, ὡς πρὸς τὶς ἀναζητήσεις του, μοναχός. Δὲν ὑπάρχουν δύο πνευματικότητες στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ πνευματικότης εἶναι μία, ἀλλὰ πραγματοποιεῖται σὲ διαφορετικὰ ἐπίπεδα.

Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς μιλήσω λίγο γιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς μοναχικῆς ζωῆς.

Ἕνας φιλόσοφος κάποιας χώρας ἔγραψε στὸ γιό του ποῦ ἔγινε μοναχός: «Γιατί, παιδί μου, μίσησες τὸν κόσμο μὲ τὴ γλυκύτητά του κι’ διάλεξες μία ζωὴ θλίψεως;»

Ὁ φιλόσοφος εἶχε δίκιο· ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐπιφάνεια. Ἄφησε τὸν ἑαυτό του νὰ ξεγελασθεῖ ἀπὸ τὴν ἐπιφανειακὴ καὶ παροδικὴ μόνο χαρὰ καὶ γλυκύτητα ποὺ προσφέρει ὁ κόσμος. Δὲν διέκρινε ὅτι μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ φαινομενικὴ γλυκύτητα καὶ χαρὰ ἔρχεται ἡ δουλεία, ἡ θλίψη, τὸ κενὸ καὶ ἡ ἔλλειψη νοήματος. Δὲν τοῦ ἦταν γνωστὸ ὅτι ὀφείλομε νὰ σταυρώσομε αὐτὲς τὶς ἐπιφανειακὲς καὶ παροδικὲς χαρὲς καὶ γλυκύτητες γιὰ νὰ βροῦμε μία πιὸ βαθειὰ χαρά. Τὴ χαρὰ τῆς συναντήσεως καὶ τῆς διαρκοῦς συνυπάρξεως μετὰ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας. Αὔτη ἡ συνάντηση δίνει στὸν κόσμο μία βαθύτερη ὀμορφιά, μία ἀληθινὴ αἴσθηση, ποὺ προξενεῖ στὸ μοναχὸ μίαν ἁγνὴ καὶ δυνατὴ χαρά.

Ἡ χαρὰ αὐτῆς τῆς συναντήσεως καὶ τῆς κοινωνίας μετὰ τοῦ Θεοῦ ἔχει γιὰ τὸ μοναχό, καὶ ἀκριβέστερα γιὰ τὴ μοναχή, τὸν χαρακτήρα τῆς χαρᾶς μίας νύμφης. Ἀλλὰ εἶναι πολὺ πιὸ βαθειὰ καὶ πολὺ πιὸ ἁγνὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς κοσμικῆς νύμφης. Καὶ γιὰ μία εὐτυχισμένη νύμφη τὸ πᾶν λάμπει ἀπὸ ὀμορφιά.

Γι’ αὐτὸ ὁ μοναχὸς δὲν μισεῖ τὸν κόσμο, ἀλλὰ τὸν βλέπει μέσα σὲ μία προοπτικὴ μεταμορφωμένης ὀμορφιᾶς μέσα στὴν αἰωνιότητα. Καὶ δὶ’ αὐτῆς δίδει στὸν κόσμο μία ἀξία ἄφθαρτη καὶ ἀπείρως βαθειὰ καὶ ἔτσι τὸν ἀποκαλύπτει στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Ὁ κόσμος εἶναι θλιβερὸς καὶ ἀκάθαρτος γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν γνωρίζει παρὰ τὴ γήινη μορφὴ τῆς ζωῆς. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι θλιμμένοι, κυρίως σήμερα, ἔστω κι’ ἂν ζητοῦν νὰ διασκεδάζουν τὸν περισσότερο καιρὸ σ’ ἕνα ἐπίπεδο χαμηλό. Εἶναι σὰν τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γελοῦν γιὰ ἐπιφανειακὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα, κι’ ἔπειτα διερωτῶνται· γιατί γελάσαμε; Γιατί πέσαμε τόσο χαμηλὰ γελώντας γιὰ τὸ τίποτε; Γελάσαμε σὰν τοὺς τρελοὺς χωρὶς αἴτια ἢ γιὰ νὰ λησμονήσουμε τὰ ἀγκάθια τῶν φροντίδων ποὺ ὑπάρχουν, γιὰ νὰ λησμονήσομε τὴν πραγματικότητα.

Ἔχομε μία χαρὰ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσμου, ὅταν μὲ ὅλες τὶς πράξεις μᾶς ἀποκαλύπτουμε καὶ βεβαιώνουμε τὴν αἰώνια ἀξία αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ αὐτοῦ του κόσμου. Ὅταν γνωρίζω, ὅτι, ἐργαζόμενος γιὰ νὰ κάνω τὸ καλό, ἀπαρνούμενος δι’ ἑνὸς σταυροῦ τὶς ἐγωιστικὲς καὶ παροδικὲς εὐχαριστήσεις μου, θὰ συναντήσω τὸ καλὸ αὐτὸ στὴν αἰωνιότητα, εἶμαι χαρούμενος. Καὶ ὁ μοναχὸς βεβαιώνει ὅτι πρέπει νὰ κάνει μέσα στὸν κόσμο τὸ καλὸ γιὰ τὴν αἰώνια ἀξία ποὺ ἔχει καὶ δι’ αὐτοῦ δίδει τὴ ζωὴ μέσα στὸν κόσμο καὶ στὸν κόσμο τὴν αἰωνία ἀξία μὲ τὸ πέρασμά του ἀπὸ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Καὶ δίνει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ μὲ τὸ παράδειγμά του στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τὸν ἐρεθισμὸ νὰ περάσουν τὸ κενό, τὴν ἔλλειψη νοήματος ἑνὸς ἐπιφανειακοῦ κόσμου, βοηθώντας τους νὰ δώσουν στὸν κόσμο αὐτὸ μία ἀληθινὴ ἀξία. Συνέχεια

Οἱ ὑπαρξιακὲς καὶ θεολογικὲς ρίζες τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ.

Ἱερομ. Εὐσεβίου Βίττη

Τὸ ἐρώτημα

Ἕνα ἔντονο ἐρώτημα, ποὺ πάντα προβάλλει, ἀφοῦ οἱ γενιὲς διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλη καὶ εἶναι φυσικὸ νὰ προβάλλουν πάλι καὶ πάλι σὲ κάθε γενιά, τὰ βαθιὰ ὑπαρξιακὰ πνευματικὰ ἐρωτήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὸν ἄνθρωπο, ἕνα ἔντονο ἐρώτημα εἶναι κι τοῦτο: γιατί ὁ μοναχισμὸς ἀκολουθεῖ τὴ δύσκολη καὶ σκυθρωπὴ ἀτραπὸ τῆς ἀρνήσεως τῶν «ἡδέων τοῦ κόσμου» καὶ ἀναδέχεται τὸ ἀβάσταχτο, ὅπως φαίνεται στοὺς πολλούς, φορτίο τοῦ πόνου καὶ τοῦ μόχθου τῶν ἀτέλειωτων καὶ ὄχι σπάνια ὑπεράνθρωπων «ἀσκητικῶν ἱδρώτων»; Δὲν ἀποτελεῖ αὐτὸς ὁ τρόπος βιοτῆς ἄρνηση ζωῆς; Ποιὸς ἢ ποιοὶ εἶναι οἱ βαθύτεροι λόγοι γιὰ μία τέτοια στάση;

Ἡ θέση τοῦ ζητήματος

Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δὲν εἶναι εὔκολη μὲ μόνο δύο λόγια, ἂν πρέπη νὰ κατανοηθῆ σωστὰ τὸ θέμα αὐτό. Χρειάζεται γι’ αὐτὸ μία διείσδυση στὰ βάθη τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, ὅπου ἔχει τὶς ρίζες του ὁ μοναχισμός. Καὶ ἡ διείσδυση αὐτὴ εἶναι δυνατὴ μὲ τὴ βοήθεια τῆς Πατερικῆς θεολογικῆς σκέψεως καὶ θεωρήσεως τοῦ ἀνθρώπινου προβλήματος γενικώτερα, καὶ γιὰ τὸ ζήτημα ποὺ θέσαμε εἰδικώτερα. Αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ ἐπιχειρηθῆ στὴ συνέχεια, ὡς ἕνα βαθμὸ βέβαια, γιατί ἡ σὲ ἔκταση καὶ βάθος ἀνάπτυξη τοῦ ζητήματος ξεπερνάει ἀναγκαστικὰ τὰ περιορισμένα ὅρια τῆς σύντομης αὐτῆς ἐργασίας, ποὺ μόνο μία πρώτη γεύση τοῦ ὅλου θέματος φιλοδοξεῖ νὰ προσφέρη, τὸ κατὰ δύναμιν, βέβαια.

Ὁ μοναχισμὸς μέσα στὴν Ἐκκλησία μας ἀποτελεῖ ἔκφραση μίας ἀπόλυτης κινήσεως γιὰ συνάντηση τοῦ Ἀπόλυτου. Ἀπόλυτη ἡ κίνηση ἀνθρωπολογικὰ ὡς πρὸς τὴν ἔνταση καὶ τὸ βάθος τοῦ πόθου τῆς ψυχῆς κατευθύνεται πρὸς τὸν ἀπερινοήτως Ἀπόλυτον. Εἶναι, δηλαδὴ, κίνηση ὁλοκληρωτικὴ προσώπου πρὸς Πρόσωπο, τοῦ ἀνθρώπινου πρὸς τὸ Θεῖο. Ὡς τέτοιος ὁ μοναχισμὸς ξεπερνάει τὰ ὅρια τοῦ ὁποιουδήποτε μοραλισμοῦ (ἠθικισμοῦ) καὶ ἀνάγεται στὴν ἴδια τὴν ἀνθρώπινη φύση. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ρίζες του καὶ ἡ ἀφετηρία του πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν στὴν ἀνθρώπινη φύση τέτοια, ποὺ εἶναι. Καὶ αὐτὸ σημαίνει ἀναζήτησή τους ὄχι τόσο σὲ ἱστορικοὺς λόγους καὶ κοινωνικὲς συνθῆκες καὶ ἐξωτερικοὺς ἐν πάση περιπτώσει ὅρους, ὅσο κι ἂν αὐτοὶ δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητοι, ἀλλὰ κυρίως στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας καὶ κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς θεολογίας, ποὺ ἀποτελεῖ ὅ,τι πιὸ οὐσιαστικὸ ἔχει νὰ μᾶς προσφέρη τὸ Εὐαγγέλιο, δηλαδὴ τὸ ἐκτάκτως εὐφρόσυνο καὶ σωτηριῶδες ἄγγελμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Καὶ αὐτὸ σημαίνει στροφὴ στὴν Πατερικὴ θεολογικὴ ἀνθρωπολογία, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πιὸ βαθειὰ καὶ πιὸ γνήσια καὶ αὐθεντικὴ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ βάση τὴν εὐαγγελικὴ διδαχὴ καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία τῆς μεταπτωτικής1 καταστάσεως τῆς φύσεώς μας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ἀναγεννήσεώς της.

Ἂν ἔχη σοβαρὸ καὶ θετικὸ νόημα ἡ ἐνασχόληση μὲ τὴν μοναχικὴ πνευματικότητα καὶ τὰ ἀφετηριακά της στοιχεῖα κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς θεολογίας ὑπὸ τὴν ἀρχική της ἔννοια, ὡς γνώσεως καὶ μυστικῆς κοινωνίας καὶ ἐμπειρίας τοῦ Θεοῦ, τὸ ἔχει βέβαια ὄχι γιὰ ἀκαδημαϊκοὺς καὶ θεωρητικοὺς λόγους, ἀλλὰ ὡς ἔκφραση ζωῆς ποὺ βιώθηκε καὶ πρέπει νὰ βιώνεται. Ὁ μοναχισμὸς στὴ γνήσια καὶ τὴν μὲ ὅλο τὸν πόθο λαχτάρα γιὰ τὴν ὅσο τὸ δυνατὸν βαθύτερη καὶ ὁλοκληρωτικὴ βίωσή του ἀποτελεῖ, θὰ λέγαμε, τὴν ἀκοίμητη αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πνευματικότητά του, τὴ συνεχῆ ὑπόμνηση τοῦ λυτρωτικοῦ καὶ σωτηριώδους ἔργου ποὺ ἔχει νὰ ἐπιτελέση στὴ γῆ, μέσα σὲ ἕνα κόσμο αἰχμάλωτο τῆς ἁμαρτίας, ὄχι ἐκκοσμικευόμενη ἡ ἴδια γιὰ νὰ ἐπιδράση τάχα ἐπάνω του, ἀλλὰ ἀποπνευματωνόμενη κατὰ τὸ ἀνθρώπινο ὅλο καὶ πιὸ πολύ. Μόνον ἔτσι θὰ μπορῆ νὰ ἐπιδρᾶ θετικὰ καὶ οὐσιαστικὰ ἀνάμεσά του καὶ νὰ ἀποτελῆ τὴν ἀκατάπαυστη πρόκληση καὶ πρόσκληση γιὰ σωτηρία «ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ» (Ματθ. α’ 21), γιατί αὐτὲς ἀποτελοῦν οὐσιαστικὰ τὴν κύρια καὶ βασικὴ πηγὴ τῶν ταλαιπωριῶν του καὶ τῆς ἀνείπωτης κακοδαιμονίας του. Συνέχεια

Περί ἀγάπης, ἐλπίδος καί πίστεως

Ὁσίου ΙΩΑΝΝΟΥ τοῦ Σιναΐτου

(Διά τόν σύνδεσμον τῆς ἐναρέτου τριάδος τῶν ἀρετῶν,

τῆς ἀγάπης, τῆς ἐλπίδος καί τῆς πίστεως)

    1. Ὕστερα λοιπόν ἀπό ὅλα τά προηγούμενα —μένουν αὐτά τά τρία— τά ὁποῖα σφίγγουν καί διατηροῦν τόν σύνδεσμο ὅλων ‒πίστις, ἐλπίς ἀγάπη, «μείζων δέ πάντων ἡ ἀγάπη» (Α´ Κορ. ιγ´ 13), διότι καί ὁ Θεός ἀγάπη ὀνομάζεται (πρβλ. Α´ Ἰωάν. δ´ 16). Ἐγώ ὅμως τήν μία τήν βλέπω σάν ἀκτῖνα, τήν ἄλλη σάν φῶς καί τήν τρίτη σάν ἡλιακό δίσκο, καί ὅλες μαζί σάν ἕνα φωτεινό ἀπαύγασμα  καί μία καί τήν αὐτήν λαμπρότητα. Ἡ μία, ἡ πίστις, δύναται νά ἐπιτελέσει τά πάντα. Ἡ ἄλλη, ἡ ἐλπίς, περικυκλώνει μέ τό ἔλεος τοῦ Θεοῦ καί δέν καταισχύνει τόν ἐλπίζοντα. Καί ἡ τρίτη, ἡ ἀγάπη, δέν πέφτει ποτέ ἀπό τό ὕψος της οὔτε σταματᾶ ἀπό τό τρέξιμό της οὔτε ἐπιτρέπει σ’ αὐτόν πού ἐπλήγωσε μέ τά βέλη της, νά ἠρεμήση ἀπό τήν «μακαρίαν μανίαν» πού τοῦ ἐπροξένησε.
    2. Αὐτός πού θέλει νά ὁμιλῆ γιά τήν ἀγάπη εἶναι σάν νά ἐπιχειρῆ νά ὁμιλῆ γιά τόν ἴδιο τόν Θεόν. Ἡ ἀνάπτυξις ὅμως ὁμιλίας περί Θεοῦ εἶναι πρᾶγμα ἐπισφαλές καί ἐπικίνδυνο σέ ὅσους δέν προσέχουν. Γιά τήν ἀγάπη γνωρίζουν νά ὁμιλοῦν οἱ Ἄγγελοι, ἀλλά καί αὐτοί ἀνάλογα μέ τόν βαθμό τῆς θείας ἐλλάμψεώς τους. Ἀγάπη εἶναι ὁ Θεός, καί ὅποιος προσπαθεῖ νά δώσει ὁρισμό τοῦ Θεοῦ ὁμοιάζει μέ τυφλό πού μετρᾶ στήν ἄβυσσο τούς κόκκους τῆς ἄμμου.
    3. Ἡ ἀγάπη, ὡς πρός τήν ποιότητά της εἶναι ὁμοίωσις μέ τόν Θεόν, ὅσο βέβαια εἶναι δυνατόν στούς ἀνθρώπους. Ὡς πρός τήν ἐνέργειά της, μέθη τῆς ψυχῆς. Ὡς πρός δέ τίς ἰδιότητές της, πηγή πίστεως, ἄβυσσος μακροθυμίας, θάλασσα ταπεινώσεως.
    4. Ἡ ἀγάπη κυρίως εἶναι ἡ ἀπόρριψις κάθε ἐχθρικῆς καί ἀντιθέτου σκέψεως, ἐφ’ ὅσον «ἡ ἀγάπη οὐ λογίζεται τό κακόν» (Α´ Κορ. ιγ´ 5). Ἡ ἀγάπη καί ἡ ἀπάθεια καί ἡ υἱοθεσία μόνο στήν ὀνομασία διαφέρουν. Ὅπως ταυτίζεται ἡ ἐνέργεια στό φῶς, στήν φωτιά καί στήν φλόγα, ἔτσι νά σκέπτεσαι ὅτι συμβαίνει καί σ’ αὐτές. Ὅσο ποσόν ἀγάπης λείπει, τόσο ποσόν φόβου ὑπάρχει. Διότι ὅποιος δέν ἔχει φόβο, ἤ εἶναι γεμᾶτος ἀπό ἀγάπη ἤ εἶναι νεκρωμένος ψυχικά.
    5. Δέν εἶναι ἀπρεπές ἐάν ἀπό τά ἀνθρώπινα πράγματα χρησιμοποιήσωμε παραδείγματα γιά τόν πόθο καί τόν φόβο καί τήν ἐπιμέλεια καί τόν ζῆλο καί τήν δουλεία καί τόν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ.
    6. Μακάριος ἐκεῖνος πού ἀπέκτησε τέτοιο πόθο πρός τόν Θεόν, ὡσάν αὐτόν πού ἔχει ὁ μανιώδης ἐραστής πρός τήν ἐρωμένη του.
    7. Μακάριος ἐκεῖνος πού ἐφοβήθηκε τόν Κύριον, ὅσο οἱ ὑπόδικοι τόν δικαστή.
    8. Μακάριος ἐκεῖνος πού ἔδειξε τόση ἐπιμέλεια καί φροντίδα στά πνευματικά, ὅσο οἱ εὐγνώμονες δοῦλοι στόν κύριό τους.
    9. Μακάριος ἐκεῖνος πού ἔδειξε τόση ζηλοτυπία γιά τίς ἀρετές, ὅση οἱ σύζυγοι πού προσέχουν ζηλότυπα τίς γυναῖκες τους.
    10. Μακάριος ἐκεῖνος πού τήν ὥρα τῆς προσευχῆς ἵσταται ἐμπρός στόν Κύριον, ὅπως οἱ ὑπηρέτες ἐμπρός  στόν βασιλέα.
    11. Μακάριος ἐκεῖνος πού προσπαθεῖ συνεχῶς νά περιποιεῖται καί νά ἀναπαύη τόν Κύριον, ὅπως ἔτυχε νά περιποιηθῆ καί νά ἀναπαύση (σεβαστούς) ἀνθρώπους.
    12. Δέν προσκολλᾶται τόσο πολύ ἡ μητέρα στό βρέφος πού θηλάζει, ὅσο ὁ υἱός τῆς ἀγάπης στόν Κύριον.
    13. Ὁ πραγματικός ἐραστής φέρνει πάντοτε στόν νοῦ του τό πρόσωπο τοῦ ἀγαπημένου του καί τό ἐναγκαλίζεται μυστικά μέ ἡδονή. Αὐτός ποτέ, οὔτε καί στόν ὕπνο του δέν μπορεῖ νά ἡσυχάση, ἀλλά καί ἐκεῖ βλέπει τό ποθητό πρόσωπο καί συνομιλεῖ μαζί του. Ἔτσι συμβαίνει στόν σωματικό ἔρωτα. Ἔτσι συμβαίνει καί σ’ αὐτούς πού ἄν καί ἔχουν σῶμα εἶναι ἀσώματοι (καί ἀσκοῦν τόν πνευματικό ἔρωτα).
    14. Κάποιος πού ἐκτυπήθηκε ἀπό αὐτό τό βέλος ἔλεγε γιά τόν ἑαυτό του ‒πρᾶγμα πού μέ κάνει νά θαυμάζω‒ : «Ἐγώ καθεύδω» ἀπό τήν ἀνάγκη τῆς φύσεως, «ἡ δέ καρδία μου ἀγρυπνεῖ» ἀπό τό πλῆθος τοῦ ἔρωτος (πρβλ. Ἆσμα ε´ 2).
    15. Πρέπει νά σημειώσης καί τοῦτο, ὦ ἀφωσιωμένε φίλε, ὅτι ἀφοῦ ἡ ψυχή σάν ἄλλη ἔλαφος ἐξοντώση τά δηλητηριώδη ἑρπετά τῶν 
      παθῶν, τότε «ἐπιποθεῖ καί ἐκλείπει πρός Κύριον» (πρβλ. Ψαλμ. πγ’ 3), διότι πληγώνεται σάν μέ δηλητήριο ἀπό τό πῦρ τῆς ἀγάπης1 Συνέχεια

Πρακτικὰ καὶ θεολογικὰ κεφάλαια

Ἅγιος Συμεὼν ὁ νέος Θεολόγος:

  1. Πίστη εἶναι νὰ πεθάνει κανεὶς γιὰ τὸ Χριστὸ καὶ γιὰ χάρη τῆς ἐντολῆς Του, πιστεύοντας ὅτι ὁ θάνατος αὐτὸς θὰ τοῦ γίνει πρόξενος ζωῆς· νὰ θεωρεῖ τὴ φτώχεια σὰν πλοῦτο, τὴν εὐτέλεια καὶ τὴν ἀσημότητα σὰν ἀληθινὴ δόξα καὶ κοινωνικὴ λάμψη· καὶ νὰ πιστεύει ὅτι μὲ τὸ νὰ μὴν ἔχει τίποτε, κατέχει τὰ πάντα ἢ μᾶλλον ἀπέκτησε τὸν ἀνεξερεύνητο πλοῦτο τῆς ἐπιγνώσεως τοῦ Χριστοῦ, καὶ ὅλα τὰ ὁρατὰ νὰ τὰ βλέπει σὰν λάσπη ἢ καπνό.
  2. Πίστη στὸ Χριστὸ εἶναι ὄχι μόνο νὰ καταφρονήσουμε ὅλα τὰ εὐχάριστα τοῦ κόσμου, ἀλλὰ καὶ νὰ ἔχουμε ἐγκαρτέρηση καὶ ὑπομονὴ σὲ κάθε πειρασμὸ ποὺ μᾶς ἔρχεται καὶ μᾶς προκαλεῖ λύπες, θλίψεις καὶ συμφορές, ὥσπου νὰ εὐδοκήσει νὰ μᾶς ἐπισκεφθεῖ ὁ Θεός, ὅπως λέει ὁ ψαλμωδός: «μὲ κάθε ὑπομονὴ περίμενα τὸν Κύριο, καὶ Αὐτὸς μὲ ἐπισκέφθηκε».
  3. Ἐκεῖνοι ποὺ προτιμοῦν σὲ κάτι τοὺς γονεῖς τους ἀπὸ τὴν ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, δὲν ἔχουν πίστη στὸ Χριστό, καὶ ὁπωσδήποτε καταδικάζονται ἀπὸ τὴ συνείδησή τους, ἂν βέβαια ἔχουν ζωντανὴ συνείδηση τῆς ἀπιστίας τους. Γνώρισμα τῶν πιστῶν εἶναι νὰ μὴν παραβαίνουν σὲ τίποτε ἀπολύτως τὴν ἐντολὴ τοῦ μεγάλου Θεοῦ καὶ Σωτήρα μας Ἰησοῦ Χριστοῦ.
  4. Ἡ πίστη στὸ Χριστό, τὸν ἀληθινὸ Θεό, γεννᾶ τὴν ἐπιθυμία τῶν καλῶν καὶ τὸ φόβο τῆς κολάσεως. Ἡ ἐπιθυμία τῶν πράγματι καλῶν καὶ ὁ φόβος τῆς κολάσεως, προξενοῦν τὴν ἀκριβῆ τήρηση τῶν ἐντολῶν. Ἡ ἀκριβὴς τήρηση τῶν ἐντολῶν διδάσκει στοὺς ἀνθρώπους πόσο ἀδύνατοι εἶναι. Ἡ κατανόηση τῆς πραγματικῆς ἀδυναμίας μᾶς γεννᾶ τὴ μνήμη τοῦ θανάτου. Ὅποιος ἀπέκτησε σύνοικό του τὴ μνήμη τοῦ θανάτου, θὰ ζητήσει μὲ πόνο νὰ μάθει, τί τὸν περιμένει μετὰ τὴν ἔξοδο καὶ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ αὐτὴ τὴ ζωή. Καὶ ὅποιος φροντίζει νὰ μάθει γιὰ τὰ μετὰ θάνατον, ὀφείλει πρῶτα ἀπ’ ὅλα νὰ στερήσει τὸν ἑαυτό του ἀπὸ τὰ παρόντα· γιατί ὅποιος εἶναι δεμένος μὲ ἐμπάθεια σ’ αὐτά, ἔστω καὶ στὸ παραμικρό, δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει τὴν τέλεια γνώση τῶν μελλόντων. Ἀλλὰ καὶ ἂν ἀκόμη, κατὰ θεία οἰκονομία, γευθεῖ κάπως τὴ γνώση αὐτή, δὲν ἀφήσει ὅμως τὸ ταχύτερο αὐτὰ μὲ τὰ ὁποῖα εἶναι δεμένος μὲ ἐμπάθεια, γιὰ νὰ παραμείνει ὁλοκληρωτικὰ στὴ γνώση αὐτή, χωρὶς νὰ ἐπιτρέπει στὸν ἑαυτό του νὰ σκέφτεται τίποτε ἄλλο ἐκτὸς ἀπὸ αὐτή, τότε καὶ ἡ γνώση ποὺ νομίζει ὅτι ἔχει, θὰ τοῦ ἀφαιρεθεῖ.
  5. Ἡ ἀπάρνηση τοῦ κόσμου καὶ ἡ τέλεια ἀναχώρηση ἀπὸ αὐτόν, μαζὶ μὲ τὴν ἀποξένωση ἀπ’ ὅλα τὰ ὑλικά, τὶς συνήθειες, τὶς γνῶμες καὶ τὰ πρόσωπα τοῦ κόσμου, καὶ μὲ τὴν ἄρνηση τοῦ σώματος καὶ τοῦ θελήματος, προξενεῖ μέσα σὲ λίγο καιρὸ μεγάλη ψυχικὴ ὠφέλεια σ’ ἐκεῖνον ποὺ μὲ τόση θέρμη ἀπαρνήθηκε τὸν κόσμο.
  6. Ἐσύ ποὺ φεύγεις ἀπὸ τὸν κόσμο, πρόσεξε μὴν ἀφήσεις στὴν ἀρχὴ τὴν ψυχή σου νὰ ζητᾶ παρηγοριὰ μένοντας μέσα σ’ αὐτόν, καὶ ἂς σὲ ἀναγκάζουν ὅλοι οἱ συγγενεῖς καὶ φίλοι. Αὐτὰ τοὺς τὰ συμβουλεύουν οἱ δαίμονες, γιὰ νὰ σβήσουν τὴ θέρμη τῆς καρδίας σου. Γιατί καὶ ἂν ἀκόμη δὲν ἐμποδίσουν ὁλότελα τὴν πρόθεσή σου, πάντως τὴν κάνουν πιὸ χαύνη καὶ ἀσθενική.
  7. Ὅταν σὲ ὅλα τὰ εὐχάριστα τοῦ βίου σταθεῖς ἀνδρεῖος καὶ ἀνυποχώρητος, τότε οἱ δαίμονες στρέφουν τοὺς συγγενεῖς σου σὲ συμπάθεια τάχα, καὶ τοὺς κάνουν νὰ κλαῖνε καὶ νὰ θρηνοῦν γιὰ σένα μπροστά σου. Θὰ καταλάβεις ὅμως αὐτὴ τὴν ἀλήθεια ὅταν, ἐσὺ μὲν μείνεις ἀκλόνητος καὶ σ’ αὐτὴ τὴ δαιμονικὴ ἐπίθεση, ἐνῶ ἐκείνους θὰ τοὺς δεῖς νὰ ἀνάβουν ξαφνικὰ ἐναντίον σου ἀπὸ μανία καὶ μίσος καὶ νὰ σὲ ἀποστρέφονται σὰν ἐχθρὸ καὶ νὰ μὴ θέλουν οὔτε νὰ σὲ δοῦν.
  8. Ὅταν βλέπεις τὴ θλίψη ποὺ προκαλεῖται ἐξαιτίας σου στοὺς γονεῖς, τοὺς ἀδελφοὺς καὶ τοὺς φίλους, γέλα σὲ βάρος τοῦ δαίμονα ποὺ ὑποβάλλει ποικιλότροπα νὰ γίνονται ὅλα αὐτὰ ἐναντίον σου. Μὲ φόβο καὶ μεγάλη σπουδὴ ἀποτραβήξου καὶ παρακάλεσε ἐκτενῶς τὸ Θεὸ νὰ φτάσεις τὸ ταχύτερο σὲ λιμάνι καλοῦ πνευματικοῦ πατέρα, ὅπου αὐτὸς θὰ ἀναπαύσει τὴν κουρασμένη καὶ φορτωμένη ψυχή σου. Γιατί τὸ πέλαγος τοῦ βίου κρύβει πολλὰ ποὺ προξενοῦν κινδύνους καὶ τὴν πλήρη ἀπώλεια.
  9. Ἐκεῖνος ποὺ θέλει νὰ μισήσει τὸν κόσμο, ὀφείλει νὰ ἔχει ἀγάπη στὸ Θεὸ ἀπὸ τὰ βάθη τῆς ψυχῆς του, καὶ ἀέναη τὴ μνήμη Του. Γιατί τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτά, δὲν κάνει τὸν ἄνθρωπο νὰ ἀφήνει τὰ πάντα μὲ χαρὰ καὶ νὰ τὰ ἀποστρέφεται σὰν σκύβαλα.
  10. Μὴ θελήσεις καθόλου νὰ μείνεις στὸν κόσμο γιὰ εὔλογες ἢ παράλογες αἰτίες, ἀλλ’ ὅταν κληθεῖς, ὑπάκουσε ἀμέσως. Γιατί σὲ κανένα ἄλλο δὲν εὐχαριστεῖται ὁ Θεός, ὅσο στὴν ταχεία ἀνταπόκρισή μας. Καλύτερα σύντομα ὑπακοὴ μὲ φτώχεια, παρὰ ἀργοπορία μὲ πολλὰ ὑπάρχοντα.
  11. Ἀφοῦ ὁ κόσμος καὶ τὰ τοῦ κόσμου εἶναι ὅλα πρόσκαιρα, κι ὁ Θεὸς εἶναι ἄφθαρτος καὶ ἀθάνατος, νὰ χαίρεστε ὅσοι γι’ Αὐτὸν ἀφήσατε τὰ φθαρτά. Φθαρτὰ δὲν εἶναι μόνον ὁ πλοῦτος καὶ τὰ χρήματα, ἀλλὰ καὶ κάθε ἡδονὴ καὶ ἀπόλαυση τῆς ἁμαρτίας εἶναι φθορά. Μόνο οἱ ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ εἶναι φῶς καὶ ζωή. Καὶ ἔτσι τὶς ὀνομάζουν ὅλοι. Συνέχεια

ΣΤΗΝ ΘΑΛΑΣΣΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΧΙΚΗΣ ΖΩΗΣ

Ἁγ. Θεοφάνους τοῦ Ἐγκλείστου

Ὁ Κύριος μετά τό θαυματουργικό χορτασμό τῶν πεντακισχιλίων προέτρεψε τούς μαθητές Του νά μποῦν μόνοι τους στό πλοῖο, νά διασχίσουν τήν Τιβεριάδα καί νά Τόν συναντήσουν στήν ἀπέναντι ἀκτή. Καθώς λοιπόν ταξίδευαν καί κινδύνευαν νά ναυαγήσουν, ἐμφανίζεται ὁ Κύριος πάνω στά κύματα. Ὁ Πέτρος σέ μιά ἔξαψι δυνατῆς πίστεως ρίχνεται στήν θάλασσα καί περπατώντας κι αὐτός πάνω στά κύματα Τόν πλησιάζει. Ὅταν ὅμως ὁ βίαιος ἄνεμος τοῦ ἀπέσπασε τήν προσοχή, φοβήθηκε καί ἄρχισε νά βυθίζεται. Ὁ Κύριος τόν συγκράτησε, τόν ἐπετίμησε γιά τήν ὀλιγοπιστία του καί τόν ἀνέβασε μέ ἀσφάλεια στό πλοῖο. Σέ λίγο ἔφθασαν ὅλοι στήν ἀκτή.

 

Στήν ἀφήγησι αὐτή παρουσιάζεται μιά εἰκόνα τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Σέ καθεμιά ἀπό σᾶς συνέβη κάτι παρόμοιο μέ τόν θαυματουργικό χορτασμό τοῦ πεινασμένου λαοῦ. Ἐννοῶ ἐκείνη τήν πάντερπνη κατάσταση τοῦ πνεύματος, πού δοκιμάσατε, ὅταν τά ἀπαρνηθήκατε ὅλα καί ἀποφασίσατε ν᾽ ἀφιερώσετε τήν ζωή σας στόν Χριστό, ἀκολουθώντας μέ ἀκρίβεια τίς ἐντολές καί τήν διδασκαλία Του.

Παραδώσατε τόν ἑαυτό σας στόν Κύριο καί ὁ Κύριος παρέδωσε τόν ἑαυτό Του σέ σᾶς. Αὐτό δέν εἶναι ὁ κλῆρος μόνο τῶν ἐκλεκτῶν. Ὁ Θεός δίνει σέ ὅλους τόν ἑαυτό Του, γιά νά Τόν γευθοῦν μέ τήν προκαταρκτική χάρι καί γιά νά συλλογιστοῦν, πῶς θά εἶναι τό πλήρωμα τῆς χάριτος στήν κατάστασι τῆς σωτηρίας.

Ἀργότερα ὁ Κύριος λιγόστεψε τίς πηγές τῆς χάριτός Του καί σᾶς γύρεψε περισσότερους κόπους, προσπάθειες καί θυσίες. Ἐμφανίζεται ἔτσι ἡ σκηνή πού ἀφήνει τούς μαθητές μόνους στό πλοῖο. Φαίνεται ν᾽ ἀπομακρύνεται στό βουνό καί νά σᾶς ἀφήνη μόνες νά κλυδωνίζεσθε καί νά ταλαιπωρῆσθε ἀβοήθητες στά κύματα τῶν θλίψεων καί τῶν δοκιμασιῶν. Τί πρέπει νά κάνετε μέσα στήν θαλασσοταραχή; Νά μήν ὀλιγοψυχήσετε. Νά μήν ἀποθαρρυνθῆτε. Ν᾽ ἀγωνισθῆτε νά φθάσετε στήν ἀκτή. Ἐκεῖ σᾶς θέλει καί ἐκεῖ σᾶς περιμένει ὁ Ἀγωνοθέτης γιά νά σᾶς στεφανώση καί νά σᾶς ἀναπαύση στήν ἀπέραντη μακαριότητα.

Φυλάξετε λοιπόν, εὐλαβέστατες ἀδελφές, σταθερή τήν πορεία σας. Μήν ὑπολογίζετε τούς κόπους. Τραβᾶτε ἀκούραστα τά κουπιά. Ἀνοῖξτε ἐπιδέξια τά πανιά. Κατευθύνετε τό τιμόνι σύμφωνα μέ τήν γραμμή πλεύσεως. Συνέχεια

Πρὸς τὴ σεμνοτάτη μοναχὴ Ξένη

 Ἅγιος Γρηγόριος Παλαμᾶς

Σ’ ἐκείνους ποὺ ἐπιθυμοῦν νὰ ζοῦν τὴ μοναχικὴ ζωὴ ἀληθινά, εἶναι δυσάρεστη ὄχι μονάχα ἡ συναναστροφὴ μὲ τοὺς πολλούς, ἀλλὰ καὶ μὲ ἐκείνους ποὺ ζοῦν μὲ τὸν ἴδιο τρόπο, γιατί αὐτὸ διακόπτει τὴ συνέχεια τῆς πανευφρόσυνης ἐπικοινωνίας μὲ τὸν Θεὸ καὶ σχίζει στὰ δύο καὶ κάποτε σὲ πολλὰ μέρη τὸ ἑνιαῖο τοῦ νοῦ, τὸ ὁποῖο συγκροτεῖ τὸν ἔσω καὶ ἀληθινὸ Μοναχό.

Γι’ αὐτὸ καὶ κάποιος ἀπὸ τοὺς Πατέρες, ὅταν ἐρωτήθηκε γιατί ἀποφεύγει τοὺς ἀνθρώπους, ἀποκρίθηκε ὅτι «δὲν μπορῶ νὰ εἶμαι μὲ τὸν Θεὸ ὅταν συναναστρέφομαι μὲ τοὺς ἀνθρώπους». Ἄλλος πάλι, μιλώντας γι’ αὐτὰ ἀπὸ τὴν πείρα του, θεωρεῖ ὄχι μόνο τὴ συναναστροφή, ἀλλὰ καὶ τὴ θέα τῶν ἀνθρώπων, ὡς αἰτία ποὺ μπορεῖ νὰ διαφθείρει τὴ σταθερότητα τῆς νοερῆς ἠρεμίας τῶν ἡσυχαστῶν. Ἂν δὲ κανεὶς ἐξετάσει μὲ ἀκρίβεια, καὶ μόνο ἡ σκέψη τοῦ ἐρχομοῦ κάποιου καὶ ἡ ἀναμονὴ τῆς ἐπισκέψεως καὶ τῆς συνομιλίας δὲν ἀφήνει τελείως ἀτάραχο τὸ νοητικὸ μέρος τῆς ψυχῆς.

Ἐκεῖνος τώρα ποὺ γράφει καὶ λόγους, φορτώνει τὸ νοῦ του μὲ ἀκόμη πιὸ ἔντονη μέριμνα. Κι ἂν εἶναι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ ἔχουν προκόψει στὴν ἀρετὴ καὶ ἔχει, λόγω ψυχικῆς ὑγείας, καὶ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, τὴν ἔχει ἐνεργητικὴ καὶ ὅταν γράφει, ἀλλὰ πάντως ὄχι μὲ ἄμεσο καὶ γνήσιο τρόπο. Ἂν ὅμως εἶναι ἀπὸ ἐκείνους ποὺ πέφτουν ἀκόμη σὲ πολλὰ νοσήματα καὶ πάθη τῆς ψυχῆς, ὅπως πράγματι εἶμαι ἐγώ, κι ἔχουν ἀνάγκη νὰ φωνάζουν συνεχῶς στὸν Θεὸ «γιάτρεψέ με, γιατί ἁμάρτησα σ’ Ἐσένα» (Ψαλμ. 40, 5), αὐτοὶ δὲν εἶναι σωστό πρὶν ἀπὸ τὴ θεραπεία τους ν’ ἀφήσουν τὴ δέηση καὶ ν’ ἀσχοληθοῦν μὲ ὁ,τιδήποτε ἄλλο θεληματικά.

Ἐπιπλέον, μὲ τὰ γραπτά του κανεὶς συνομιλεῖ καὶ μὲ τοὺς ἀπόντες, καὶ μεταδίδει τὴν ὁμιλία σὲ περισσότερους καιροὺς καὶ ἀνθρώπους, κάποτε καὶ σ’ αὐτοὺς ποὺ δὲν θὰ ἤθελε, ἀφοῦ τὰ κείμενα παραμένουν καὶ μετὰ τὸ θάνατο ἐκείνου ποὺ τὰ ἔγραψε. Γι’ αὐτὸ πολλοὶ Πατέρες, κορυφαῖοι ἡσυχαστές, δὲν θέλησαν νὰ γράψουν τίποτε, ἂν καὶ μποροῦσαν νὰ ἐκθέσουν σπουδαία καὶ ὠφελιμότατα πράγματα.

Ἐγώ, ἂν καὶ ἀπέχω πάρα πολὺ ἀπὸ τὴν ἀκρίβεια ἐκείνων, συνήθιζα νὰ γράφω, ἀλλὰ ὅταν ὑπῆρχε ἐπείγουσα ἀνάγκη. Τώρα ὅμως μ’ ἔκαναν διστακτικότερο καὶ σ’ αὐτὸ ἐκεῖνοι ποὺ εἶδαν μὲ φθονερὰ μάτια μερικὰ γραπτά μου, ζητώντας ἀπ’ αὐτὰ ἀφορμὲς νὰ μὲ βλάψουν. Αὐτοί, σύμφωνα μὲ τὸν Μέγα Διονύσιο, προκαταλαμβάνονται ἐμπαθῶς ἀπὸ τὰ ψηφία καὶ τὶς χωρὶς νόημα γραμμὲς καὶ ἀπὸ συλλαβὲς καὶ λέξεις ἄγνωστες ποὺ δὲν φτάνουν στὸ νοερὸ μέρος τῆς ψυχῆς τους.

Κι εἶναι πράγματι παράλογο καὶ κακὸ καὶ ὁλότελα ἀνάρμοστο σ’ ἐκείνους ποὺ θέλουν νὰ νοοῦν τὰ θεῖα, τὸ νὰ μὴν προσέχουν στὴν ἔννοια τοῦ περιεχομένου, ἀλλὰ στὶς λέξεις. Ἐγὼ γνωρίζω καλὰ πὼς δέχθηκα δικαίως τὶς κατηγορίες τους. Ὄχι ὅτι δὲν ἔγραφα σύμφωνα μὲ τοὺς Πατέρες. Αὐτὸ μὲ τὴ χάρη τοῦ Χριστοῦ τὸ φύλαξα στὰ γραπτά μου· ἀλλὰ ὅτι ἔγραψα γιὰ πράγματα, γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἤμουν ἄξιος καί, παρόμοια μὲ τὸν Ὀζὰ (Β΄ Βασ. 6, 6-7), ἐπιχείρησα μὲ τὸ λόγο νὰ κρατήσω τὸ ὄχημα τῆς ἀλήθειας ποὺ κινδύνευε νὰ ἀνατραπεῖ. Συνέχεια

Περὶ τῶν βάσεων τῆς ὀρθοδόξου ἀσκήσεως

π.Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Ἡ παρθενία καὶ ἡ σωφροσύνη

Ἡ παρθενία καὶ ἡ σωφροσύνη συνιστοῦν τὴ δεύτερη κύρια ὑπόσχεση τοῦ μοναχισμοῦ. Ἡ ἀντίληψη γύρω ἀπὸ τὴν παρθενία, ὡς ζωῆς κατ’ εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι παραδόξως τόσο λίγο ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸ σύγχρονο κόσμο, ἀκόμη καὶ ἀπό τούς Χριστιανούς, ὥστε καθίσταται ἀπαραίτητο νὰ ἐκθέσουμε τὴ δογματικὴ βάση αὐτῆς τῆς ὑπόσχεσης.

Ἡ δισχιλιετὴς πείρα τῆς Ἐκκλησίας μὲ ἀκαταμάχητη ἀξιοπιστία κατέδειξε ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς γενετήσιας λειτουργίας ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας ὄχι μόνο δὲν ἐπιφέρει βλάβη στὴν ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀντίθετα, ὅταν χρησιμοποιεῖται μὲ ὀρθό τρόπο αὐξάνει καὶ τὴ φυσικὴ ἀντοχή, τὴ μακροβιότητα καὶ τὴν ψυχικὴ ὑγεία του.

Κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες εἶναι δυνατὸ νὰ παρατηρήσει κανεὶς πλῆθος ἐπιστημονικῶν ἐργασιῶν, οἱ ὁποῖες διαπιστώνουν τὴν πνευματικὴ γονιμότητα ἐκείνου τὸ ὁποῖο ἡ σύγχρονη ψυχολογία ὀνομάζει «ἐξαϋλωμένη ἁγνεία». Πρέπει νὰ χαίρεται κανεὶς γιὰ τὴ διαπίστωση αὐτή, διότι σὲ κάθε ἐποχή δὲν ἔπαυσαν κάποιοι νὰ διαστρέφουν τὴν ἔννοια τῆς μοναχικῆς σωφροσύνης, ἀκόμη μάλιστα καὶ νὰ ἀντιτίθενται σὲ αὐτή, σὰν φαινόμενο παθολογικὸ καὶ «παρὰ φύσιν».

Ἐν τούτοις ὀφείλουμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ σύγχρονη πείρα στὸν τομέα αὐτό ἀπέχει ἀκόμη πολὺ ἀπὸ τὴ δυνατότητα νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴν ἀδιάκοπη καὶ αἰωνόβια πείρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἔχει τὴν ἀξίωση μὲ κάποιο τρόπο νὰ τὴ διορθώσει ἢ νὰ τὴν ἐμπλουτίσει. Ἀπὸ ἐκεῖ εὔκολα κατανοεῖται τὸ μικρὸ ἐνδιαφέρον τῶν μοναχῶν γιὰ αὐτή. Προσπερνώντας τὴ λεπτομερῆ ἐξέταση τοῦ ζητήματος ἀπὸ δογματικὴ καὶ ἀνθρωπολογικὴ σκοπιά, θὰ ποῦμε μονάχα ὅτι γιὰ ἐμᾶς κύριο καὶ ἀναμφισβήτητο τεκμήριο δικαίωσης αὐτῆς τῆς ὑπόσχεσης, στὸ ὁποῖο ἄλλωστε ὁδηγοῦν ὅλες οἱ ἄλλες ἀποδείξεις,εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς ἐν παρθενία ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Κυρίου «Σᾶς ἔδωσα τὸ παράδειγμα» (Ἰωάν. ιγ ’15). Μόνο κάποιος ἐντελῶς ἀσύνετος θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε «παρὰ φύσιν».

Μπροστὰ ἀπὸ ἐμᾶς τούς χριστιανοὺς στέκεται τὸ ἀπόλυτο αἴτημα: νὰ γίνουμε ὅμοιοι, ἂν εἶναι δυνατό, μὲ τὸν Ἄνθρωπο-Χριστὸ (σὲ ὅλα) ἔτσι ὥστε μέσα ἀπὸ αὐτήν τὴν ἐξομοίωση νὰ κατορθώσουμε τὴν ἐξομοίωση μὲ τὸν Θεό, πού εἶναι ὁ ὕστατος σκοπὸς καὶ ἡ ὕψιστη ἔννοια τῆς ὕπαρξής μας…Ὁ ἅγιος Μεθόδιος τοῦ Ὀλύμπου, στὸ ἒργο του «Τὸ συμπόσιο τῶν δέκα Παρθένων» μιλᾶ γύρω ἀπὸ τὴν παρθενία σὰν ἕνα ἔργο «ἄκρως μεγάλο» καὶ σὰν «μυστήριο». Καὶ ἀναμφίβολα, ἐὰν ὁ γάμος εἶναι μυστήριο, τότε καὶ ἡ παρθενία εἶναι παρομοίως μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ παρθενία καὶ ἡ σωφροσύνη κάτω ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἔννοια διαφέρουν οὐσιαστικὰ ἀπὸ ἐκεῖνο πού ἐννοοῦσαν καὶ μέχρι σήμερα ἐννοοῦν οἱ ἐκτὸς Ἐκκλησίας μὲ τὶς ἴδιες λέξεις. Οἱ ἔννοιες παρθενία καὶ σωφροσύνη εἶναι συγγενεῖς ὄχι ὅμως ταυτόσημες. Κατὰ τὴ μοναχικὴ κουρά, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσέρχονται στὸ μοναχισμὸ μετὰ τὸ γάμο, ἢ ἐξώγαμες σχέσεις, ἀπαγγέλουν τὴν ὑπόσχεση τῆς σωφροσύνης, δηλαδὴ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἐγκράτειας στὸ μέλλον, ἐνῶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν γνώρισαν ἄλλο σῶμα δίνουν τὴν ὑπόσχεση τῆς παρθενίας.

Ἡ σωφροσύνη, ὅπως δείχνει καὶ ἡ ἴδια ἡ λέξη, σημαίνει τὴν ἀκεραιότητα ἢ τὴν πληρότητα τῆς φρόνησης. Συνέχεια

Παρθενία καὶ μοναχισμὸς

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης,

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν γάμο, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν κατὰ φύση τρόπο ζωῆς γιὰ τὸν ὥριμο ἄνθρωπο, ὑπάρχει καὶ ἡ παρθενία ὡς ὑπὲρ φύση τρόπος ζωῆς. Στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τὴν πατερικὴ παράδοση ἐπισημαίνεται ἡ ὑπεροχὴ τῆς παρθενίας ἀπέναντι στὸν γάμο. Ἡ ἐπισήμανση ὅμως αὐτὴ δὲν ἀφορᾶ τὴν παρθενία καθεαυτήν, ἀλλὰ τὶς δυνατότητες ποὺ παρέχει στὸν πιστὸ γιὰ τὴν πνευματικὴ τελείωσή του. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «ἡ παρθενία οὔτε καλὸν καθ’ ἑαυτό, οὔτε κακόν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς τῶν μετιόντων προαιρέσεως ἑκάτερον γίνεται».

Μὲ τὴν πρόταξη τῆς παρθενίας τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο τοποθετεῖται ἐπάνω ἀπὸ κάθε κοινωνικὴ σκοπιμότητα ἤ βιολογικὴ νομοτέλεια καὶ ὑπογραμμίζεται ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀπόλυτη ἀξία του. Ταυτόχρονα ὅμως ἡ πρόταξη αὐτὴ δὲν μειώνει τὴν ἀξία τοῦ γάμου. Ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξίας τοῦ γάμου ἐξαίρει τὴν ὑπεροχὴ τῆς παρθενίας. Ἀντίθετα ἡ περιφρόνησή του προσβάλλει καὶ τὸ μεγαλεῖο της παρθενίας. Ἄλλωστε καὶ ὁ παρθένος ὀφείλει τὴν ὕπαρξή του στὸν γάμο. Τέλος, ἂν ὁ γάμος ἦταν κακός, τότε ἡ παρθενία ἔπρεπε νὰ θεωρεῖται ὑποχρεωτικὴ γιὰ τὸν πιστὸ καὶ νὰ μὴν ἐκλαμβάνεται ὡς ἰδιαίτερη χαρισματικὴ κατάσταση.

Ἡ ἀληθινὴ παρθενία προϋποθέτει τὴν αὐτοπροαίρετη παραίτηση ἀπὸ τὸ δικαίωμα συνάψεως γάμου. Ἡ παραίτηση αὐτὴ γίνεται δυνατὴ γιὰ ὅσους ἔχουν τὸ σχετικὸ χάρισμα: «Οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλ’ οἷς δέδοται». Καὶ στὸ ἐρώτημα, σὲ ποιοὺς δόθηκε αὐτό, ὑπάρχει ἡ ἀπάντηση· σὲ ὅσους θέλησαν καὶ ζήτησαν νὰ τὸ λάβουν. Ὅσοι ἐκλέγουν τὴν παρθενία ἐπιπόλαια ἐκθέτουν τὸν ἑαυτό τους σὲ σοβαροὺς ψυχικοὺς καὶ πνευματικοὺς κινδύνους. Ἡ καθολικὴ ἄσκησή της ἀπαιτεῖ ὑπεράνθρωπες προσπάθειες, ποὺ μόνο μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν. Τέλος ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν παρθενία κρίνοντας παράνομο τὸν γάμο αὐτοδεσμεύονται σὲ νέα νομικὴ ὑποχρέωση. Ἡ παρθενία ὅμως ὑπερβαίνει τὸν νόμο, γιατί ὑπερβαίνει καὶ τὴν φύση. Ὁ Θεὸς δὲν νομοθέτησε τὴν παρθενία, ἀλλὰ τὴν πρόβαλε ὡς χαρισματικὴ κατάσταση· «οἶδε γὰρ ὑπὲρ φύσιν τὸ χρῆμα». Ἡ «ὑπὲρ φύσιν» ὁδὸς τῆς παρθενίας προτυπώνει τὴν ζωὴ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ

Στὶς σχέσεις γάμου καὶ παρθενίας ἀναφέρεται ἰδιαίτερα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Κι ἐνῶ χαρακτηρίζει τὸν γάμο ὡς «μυστήριον μέγα», κάνει σαφῆ τὴν προτίμησή του γιὰ τὴν παρθενία ποὺ τηροῦσε καὶ ὁ ἴδιος. Ὁ γάμος δεσμεύει τὸν ἄνθρωπο στὸν κόσμο, ἐνῶ ἡ παρθενία διατηρεῖ ἀπρόσκοπτη τὴν ὁδὸ τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸ ἔργο του «Πρὸς μοναχὴν Ξένην» ἀναλύει τὶς δεσμεύσεις ποὺ συνεπάγεται ὁ γάμος καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ δημιουργεῖ γιὰ τὴν ἀμέριμνη καὶ ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωση στὸν Θεό. Συγκρίνοντας τέλος τὸν γάμο καὶ τὴν παρθενία σὲ σχέση μὲ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου σημειώνει ἐπιγραμματικὰ τὰ ἑξῆς: «Εἰ μὲν μὴ ἔλοιτο τὶς σώζεσθαι, λόγος πρὸς αὐτὸν ἡμῖν οὐδείς, εἰ δὲ τινι μέλει τῆς οἰκείας σωτηρίας, οὗτος ἴστω τὸν ἐν παρθενία βίον πολλῷ τοῦ μιγάδος ἀνυσιμώτερον ὄντα καὶ ἀπονώτερον» Συνέχεια

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΜΟΝΑΧΩΝ

Ἁγίου Σιλουανοῦ τοῦ Ἀθωνίτου

Ὑπάρχουν τινές οἱ ὁποῖοι λέγουν ὅτι οἱ μοναχοί ὀφείλουν νά ὑπηρετοῦν τόν κόσμον, ἵνα μή τρώγουν τόν ἄρτον δωρεάν. Πρέπει ὅμως νά ἐννοήσωμεν εἰς τί ἔγκειται ἡ ὑπηρεσία αὕτη καί τίνι τρόπῳ ὀφείλει ὁ μοναχός νά βοηθῇ τόν κόσμον.

Ὁ μοναχός εἶναι ἱκέτης ὑπέρ ὅλου τοῦ κόσμου· θρηνεῖ δι’ ὅλον τόν κόσμον· καί εἰς τοῦτο ἔγκειται τό κύριον ἔργο αὐτοῦ.

Ποῖος ἆρά γε προτρέπει αὐτόν, ὅπως χέῃ δάκρυα δι’ ὅλον τόν κόσμον;

Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός, ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ, ἐμπνέει τόν μοναχόν. Αὐτός δίδει εἰς τόν μοναχόν τήν ἀγάπην τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, καί ἐκ τῆς ἀγάπης αὐτῆς ἡ καρδία τοῦ μοναχοῦ εἶναι πάντοτε περίλυπος διά τόν λαόν, ἐπειδή δέν σῴζονται πάντες. Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος ἦτο τοσοῦτον περίλυπος διά τόν λαόν, ὥστε παρέδωκεν Ἑαυτόν εἰς τόν διά σταυροῦ θάνατον. Καί ἡ Παναγία τήν αὐτήν λύπην διά τούς ἀνθρώπους ἔφερεν ἐν τῇ καρδίᾳ Αὐτῆς καί ὁμοίως πρός τόν Ἠγαπημένον Αὐτῆς Υἱόν îεἰς τέλοςï ἐπόθει τήν σωτηρίαν τοῦ σύμπαντος κόσμου.

Τό αὐτό Ἅγιον Πνεῦμα ἔδωκεν ὁ Κύριος καί εἰς τούς Ἀποστόλους, καί εἰς τούς Ἁγίους ἡμῶν Πατέρας, καί εἰς τούς ποιμένας τῆς Ἐκκλησίας. Εἰς τοῦτο συνίσταται ἡ διακονία ἡμῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Καί διά τοῦτο οὔτε οἱ ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, οὔτε οἱ μοναχοί πρέπει νά ἀπασχολῶνται εἰς κοσμικά προβλήματα, ἀλλά νά μιμῶνται τήν Θεομήτορα, Ἥτις ἐντός τοῦ Ναοῦ, εἰς τά îἍγια τῶν Ἁγίωνï, ἡμέρας καί νυκτός ἐμελέτα ἐν τῷ νόμῳ Κυρίου καί ἔμενε πρεσβεύουσα ὑπέρ τοῦ λαοῦ.

Δέν εἶναι ἔργον τοῦ μοναχοῦ, ἵνα διακονῇ τόν κόσμον ἐκ τοῦ κόπου τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Τοῦτο εἶναι ἔργον τῶν ἐν τῷ κόσμῳ. Οἱ ἐν τῷ κόσμῳ προσεύχονται ὀλίγον, ὁ δέ μοναχός διηνεκῶς. Χάρις εἰς τούς μοναχούς ἡ προσευχή ἐπί τῆς γῆς οὐδέποτε παύει. Καί ἐν τούτῳ ὠφελεῖται ὅλος ὁ κόσμος, διότι ὁ κόσμος ἵσταται διά τῆς προσευχῆς, ὅταν δέ ἐξασθενήσῃ ἡ προσευχή, τότε θά ἀπολεσθῇ ὁ κόσμος.

Καί τί δύναται νά παραγάγῃ ὁ μοναχός διά τῶν χειρῶν αὐτοῦ; Θά κερδίσῃ ἀσήμαντόν τι ποσόν διά τήν ἐργασίαν ὅλης τῆς ἡμέρας. Τί εἶναι τοῦτο ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ; Μία σκέψις ὅμως εὐάρεστος εἰς τόν Θεόν τελεῖ θαύματα. Βλέπομεν τοῦτο ἐκ τῆς Γραφῆς.

Ὁ προφήτης Μωϋσῆς προσηυχήθη νοερῶς, καί ὁ Κύριος εἶπεν εἰς αὐτόν, îΜωϋσῆ, τί βοᾷς πρός Με;ï, καί ἔσῳσεν ὁ Κύριος τούς Ἰσραηλίτας ἐκ τοῦ ὀλέθρου (Ἔξ. ιδ¢ 15). Ὁ Μέγας Ἀντώνιος ἐβοήθει τόν κόσμον διά τῆς προσευχῆς καί οὐχί διά τῶν χειρῶν αὐτοῦ. Ὁ Ὅσιος Σέργιος διά τῆς νηστείας καί τῆς προσευχῆς ἐβοήθησε τόν Ρωσικόν λαόν νά ἀπελευθερωθῇ ἐκ τοῦ ταταρικοῦ ζυγοῦ. Ὁ Ὅσιος Σεραφείμ προσηυχήθη νοερῶς, καί τό Ἅγιον Πνεῦμα κατέβη ἐπί τοῦ Μοτοβίλωφ. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι τό κύριον ἔργον τῶν μοναχῶν.

Ἐάν ὅμως ὁ μοναχός εἶναι ἀμελής καί δέν ἔφθασεν εἰς ἀδιάλειπτον θεωρίαν τοῦ Θεοῦ, τότε ἄς διακονῇ τούς προσκυνητάς καί ἄς ὑπηρετῇ τούς κοσμικούς ἐκ τῶν κόπων αὐτοῦ. Καί τοῦτο εἶναι εὐάρεστον εἰς τόν Θεόν, ἀλλά γνώριζε ὅτι αὐτό εἶναι μακράν τοῦ ἀληθινοῦ μοναχισμοῦ.

Ὁ μοναχός ὀφείλει νά παλαίῃ κατά τῶν παθῶν καί βοηθούμενος ὑπό τοῦ Θεοῦ νά νικᾷ ταῦτα. Ὁ μοναχός ἄλλοτε μέν ἀπολαύει μακαριότητος ἐν τῷ Θεῶ καί ζῇ ὡς ἐν τῷ παραδείσῳ, πλησίον τοῦ Θεοῦ, ἄλλοτε δέ θρηνεῖ δι᾿ ὅλον τόν κόσμον, διότι ἐπιθυμεῖ ὅπως πάντες σωθοῦν.

Οὕτω τό Ἅγιον Πνεῦμα διδάσκει τόν μοναχόν νά ἀγαπᾷ τόν Θεόν, νά ἀγαπᾷ καί τόν κόσμον. Συνέχεια

Λαχτάρα Αἰωνιότητος

Ἀρχιμ. Δαμασκηνοῦ Κατρακούλη

Ἰδού, ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν. ναί ἔρχου,Κύριε Ἰησοῦ. (Ἀποκ. κβ΄ 12, 20)1

Ὁ θεῖος λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται ἀπό τόν ἄμβωνα τῆς Ἐκκλησίας, περιέχει ποικίλα σπέρματα ἀληθείας καί θεογνωσίας. Ἡ μελέτη τοῦ θείου λόγου νά εἶναι ἡ τρυφή καί ἡ τροφή τῆς ζωῆς μας.

Ἐγώ, παιδιά, κάθε βράδυ διαβάζω Εὐαγγέλιο γιά νά εἰσχωρήση μέσα μου ὁ Κύριος. Μέ τό Εὐαγγέλιο γίνεται ἡ ἀλληλοπεριχώρησις τοῦ ἠμαγμένου Ἀμνοῦ καί τῆς ψυχῆς μας. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κληθήκαμε ν’ ἁγιάσωμε. Νά γίνωμε εὐωδία Χριστοῦ. Σκοπός μας εἶναι νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλῆσι τοῦ Θεοῦ καί νά γίνωμε φῶς. Μέ τήν τήρησι τοῦ Εὐαγγελίου νά γίνωμε λόγος τοῦ Θεοῦ.

Μέσα στήν Ἐκκλησία, λοιπόν, ἁρπάζει ὁ ἕνας τόν θεῖο λόγο καί πηγαίνει εἰς τάς ἐρήμους, γιά νά πραγματώση τό Εὐαγγέλιον. Ὁ ἄλλος τό ἁρπάζει καί πηγαίνει στήν Ἀφρική, στήν Ἀσία κ.λπ. νά φωτίση τούς ἀνθρώπους ὡς ἱεραπόστολος. Ὁ ἄλλος παίρνει τόν θεῖο σπόρο καί τόν καλλιεργεῖ μέσα στήν κοινωνία ὡς ἐπίσκοπος, ὡς ἱερεύς, ὡς οἰκογενειάρχης καί κάνει ἔργο τοῦ τήν σπορά τοῦ θείου λόγου. Ἐμεῖς πήραμε τό Εὐαγγέλιον ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα ὁ καθένας καί ἤλθαμε στό μοναστῆρι, γιά νά δοξάσωμε τόν Θεό μέ τήν τήρησι τῶν ἐντολῶν Του.

Κάθε μοναστῆρι εἶναι ἕνα πέραμα, ἕνα φεριμπότ, πού θά μᾶς περάση ἀπέναντι, στήν ὄχθη τοῦ οὐρανοῦ. Σήμερα αὐτό μέ ἀπησχόλησε ἐμένα. αὐτό ἀκριβῶς τό ταξίδι. Πρέπει νά σπάσωμε τόν φραγμό τοῦ θανάτου μέ τήν ἐπιθυμία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Σκεπτόμουν, λοιπόν, πώς θά μπορέσωμε τό μήνυμα τοῦ θανάτου νά τό περιμένωμε ὡς τήν πλέον εὐχάριστη ἀγγελία. Προχθές ἀναφέραμε μερικές θεῖες ἀποκαλύψεις, πού εἶχε ὁ Μητροπολίτης Ε. στίς τελευταῖες του στιγμές. Καί χάρηκε ἡ ψυχή μας. Πράγματι, γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀγαπήσας τόν Θεόν, δέχεται τέτοιες ἀποκαλύψεις στίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του. Ὁ Κύριος του παρουσιάζει ἤδη ἀπό τήν παροῦσα ζωή τί ἀπολαύσεις τόν ἀναμένουν στήν πανήγυρι τῶν πρωτοτόκων, ἐκεῖ πού βασιλεύει τό φῶς, τό ἄκτιστο φῶς, τό γλυκύτατο ὡς ἡ χιών.

Ἡ ζωή τοῦ οὐρανοῦ εἶναι φῶς, γλυκύτατο, λευκότατο. Ἐπιθυμῶ αὐτήν τήν λευκοτάτη, τήν χιονάτη ζωή τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Γιατί δέν ὑπάρχει πιό εὐχάριστο γεγονός ἀπό αὐτήν τήν διάβασι στήν ἀντίπερα ὄχθη. Ἐάν νοσταλγοῦμε νά μεταβοῦμε σέ μία παραλία, π.χ. στήν Κέρκυρα ἤ στόν Ἅγιο Διονύσιο, ὅπου θά ἀντικρύσωμε γήινες ὀμορφιές, πού παρόμοιες ἔχομε ἤδη ἀπολαύσει, σκεφθῆτε πῶς πρέπει νά νοσταλγοῦμε αὐτό τό πέραμα στήν ἄλλη ζωή, στό αἰώνιο Φῶς. Μέσα στό μοναστῆρι γίνεται αὐτή ἡ ἑτοιμασία γιά τήν μετάβασι στήν οὐράνια ὄχθη τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καί ἄν ἀπό τώρα γνωρισθοῦμε γιά τά καλά μέ τόν ἄνω κόσμο, θά ἔχωμε μία καλή συνοδεία φίλων Ἁγίων κατά τήν ἔξοδό μας. Συνέχεια

Διδαχές

Ὁσίας Συγκλητικῆς

Παιδιά μου, ὅλοι ξέρομε, πῶς θά σωθοῦμε, ἀλλά χάνομε τήν σωτηρία μας ἀπό τήν πνευματική μας ἀμέλεια. Πρέπει λοιπόν, ἀρχικά, νά τηροῦμε μέ ἀκρίβεια τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ, «ἀγαπήσεις Κύριον τόν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου» «καί τόν πλησίον σου ὡς σεαυτόν» (Ματθ. 22, 37-39). Αὐτή εἶναι ἡ ἀρχή τοῦ νόμου καί τό πλήρωμα τῆς χάριτος. Λίγα λόγια, ἀλλά μέ πολλή καί μεγάλη δύναμι. Ὅλες οἱ ἀρετές ἐξαρτῶνται ἀπ᾽ αὐτή, γι᾽ αὐτό καί ὁ Ἀπ. Παῦλος ὀνομάζει τήν  ἀ γ ά π η  τέλος τοῦ νόμου. Αὐτή εἶναι ἑπομένως ἡ σωτηρία μας, ἡ διπλῆ ἀγάπη, ἡ ἀρχή καί τό τέλος κάθε καλοῦ ἔργου τῶν ἀνθρώπων.

 Ὑπάρχει λύπη ὠφέλιμη καί λύπη καταστρεπτική. Γνωρίσματα τῆς καλῆς λύπης εἶναι ἡ θλῖψι γιά τά δικά μας ἁμαρτήματα, ἡ λύπη γιά τήν ἄγνοια, πού ἔχουν οἱ ἀδελφοί μας καί ὁ φόβος μήπως χάσουμε τήν ἀγαθή προαίρεσι καί δέν φθάσουμε στόν σκοπό τῆς σωτηρίας. Ἐνῶ τῆς ἄλλης, πού δημιουργεῖ ὁ ἐχθρός, εἶναι ἡ παράλογη καί ὑπερβολική θλῖψι, πού οἱ πατέρες τήν ὀνομάζουν ἀκηδία. Τό πνεῦμα αὐτό τῆς ἀκηδίας καί τῆς λύπης, πρέπει νά τό διώχνουμε μέ τήν προσευχή καί τήν ψαλμωδία.

 Ἄς προσέχῃ, λοιπόν, ὅποιος νομίζει πώς στέκεται, γιά νά μή πέσῃ. Γιατί αὐτός πού ἔπεσε, ἔχει μία μόνο φροντίδα, νά σηκωθῆ, ἐκεῖνος ὅμως, πού στέκεται, ἄς προσέχῃ νά μή πέσῃ, γιατί οἱ πτώσεις εἶναι διάφορες. Αὐτοί πού ἔπεσαν ἔχουν στερηθῆ τή θεία χάρι κι ὅταν σηκώθηκαν, ἡ ζημιά τους δέν ἦταν μικρή. Αὐτός πού στέκεται, ἄς μήν ἐξευτελίζη τόν ἄλλον πού ἔπεσε, μήπως πάθῃ κι αὐτός τά ἴδια καί βρεθῆ σέ χειρότερο βάραθρο. Εἶναι πολύ φυσικό, ἡ φωνή πού ἔρχεται ἀπό βαθύ πηγάδι καί καλεῖ σέ βοήθεια, νά μήν ἀκουσθῆ, ὅπως λέει καί ὁ ψαλμωδός: «Μή καταπιέτω με βυθός, μηδέ συσχέτω ἐπ᾽ ἐμέ φρέαρ τό στόμα αὐτοῦ» (Ψαλμ. 68,16). Ὁ πρῶτος πού ἔπεσε, ἔμεινε (μέσα στό πηγάδι), σύ ὅμως πρόσεχε τόν ἑαυτό σου, μήπως, ὅταν πέσῃς, δέν μπορέσης νά σηκωθῆς καί γίνης τροφή στά θηρία. Ἐκεῖνος, πού πέφτει δέν μπορεῖ νά κλείσῃ τήν πόρτα στόν πονηρό. Ἀλλά σύ μή νυστάξῃς καθόλου καί ψάλλε πάντοτε τό θεῖο ρητό: «Φώτισον τούς ὀφθαλμούς μου, μήποτε ὑπνώσω εἰς θάνατον» (Ψαλμ. 22,4). Τέλος νά ἀγρυπνῆς συνέχεια, γιατί ὁ διάβολος σάν λέοντας ὠρύεται κοντά σου.

 Τό πόσο καλή καί σωστική εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, φαίνεται καί ἀπό τό ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Κύριος τήν ἐνδύθηκε γιά νά οἰκονομήση τούς ἀνθρώπους, ἀφοῦ μάλιστα εἶπε: «Μάθετε ἀπ᾽ ἐμοῦ ὅτι πρᾶός εἰμι καί ταπεινός τῇ καρδίᾳ» (Ματθ. 11,29). Πρόσεχε ποιός εἶναι αὐτός, πού μιλεῖ καί γίνε τέλειος μαθητής Του. Ἡ ἀρχή καί τό τέλος στά καλά ἔργα ἄς εἶναι ἡ ταπεινοφροσύνη, ἐννοῶ τό ταπεινό φρόνημα καί ὄχι μόνο τά σχήματα λόγου. Ὅταν ἡ ψυχή σκέπτεται ταπεινά, ταπεινές θά εἶναι καί οἱ ἐξωτερικές ἐκδηλώσεις. Ἔχεις ἐφαρμόσει ὅλες τίς ἀρετές; Ὁ Κύριος τό ξέρει, ἀλλά ὁ Ἴδιος μᾶς λέει, ν᾽ ἀρχίζουμε πάλι ἀπό τήν ταπείνωση, λέγοντας, «ὅταν πάντα ποήσητε, εἴπατε. Δοῦλοι ἀχρεῖοί ἐσμεν» (Λουκ. 17,10). Συνέχεια

Λόγος ΙΒ΄ – Περὶ τῆς ἔμπρακτης τήρησης τῶν ὑποσχέσεών μας

Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ

Διδαχὴ πρὸς τοὺς μοναχοὺς γιὰ τὴν καταγωγὴ τοῦ μοναχικοῦ βίου

καὶ τὴν σημασία τοῦ μεγάλου Σχήματος.

«Εἶδον ἀσυνετοῦντας», λέγει ἡ Ἁγία Γραφή, «καὶ ἐξετηκόμην». Γιατί; «Ὅτι τὰ λόγιά σου», δηλαδὴ τὶς ἐντολὲς καὶ τοὺς λόγους σου, «οὐκ ἐφυλάξαντο» . Καὶ πάλι ὁ ἴδιος ὁ προφήτης, διδάσκοντάς μας νὰ εἴμαστε ζηλωτὲς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μιλᾶμε γιὰ τὴν ἀλήθεια φανερὰ χωρὶς δισταγμό, ψάλλει πρὸς τὸν Κύριο: «Καὶ ἐλάλουν ἐν τοῖς μαρτυρίοις σου ἐναντίον βασιλέων καὶ οὐκ ἠσχυνόμην» . Καὶ πάλι λέγει: «Ἐξέτηξέ με ὁ ζῆλός σου, ὅτι ἐπελάθοντο τῶν λόγων σου οἱ ἐχθροί μου» . Γι’ αὐτὸ ἂς μὴ μὲ κατηγορήσει κανείς, διότι καὶ ἐγώ, ὑπακούοντας σὲ αὐτὸ τὸ θεῖο δίδαγμα, γράφω μὲ θάρρος καὶ ἀπὸ θεῖο ζῆλο ὁμιλῶ γιὰ νὰ στηλιτεύσω ὁρισμένους ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μου πού ἀτακτοῦν, ζοῦν καὶ σκέπτονται ἀντιθέτως πρὸς τὶς ὑποσχέσεις πού δώσαμε στὸν Θεό.

Μολονότι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀτακτῶ καὶ ἁμαρτάνω σὲ πολλά, θεωρῶ ὄχι μόνο χρέος μου νὰ διορθώσω τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ καὶ νὰ νουθετήσω τοὺς ἀδελφούς μου σχετικὰ μὲ τὴν σωτηρία καὶ νὰ τοὺς διδάξω νὰ πορεύονται, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσή τους, ἀπὸ τὸν στενὸ καὶ γεμάτο θλίψεις δρόμο καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν ἄνετο καὶ πλατὺ . Σὲ τί συνίσταται ὁ στενόχωρος καὶ πικρὸς δρόμος ποῦ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή μᾶς τὸ ἔδειξε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ λίγα λόγια, ὅταν εἶπε: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν», δηλαδὴ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ κάθε κακὴ καὶ αἰσχρὴ συνήθεια, πού καλλιέργησε μέσα του. Αὐτὲς εἶναι ἡ λαιμαργία, ἡ πολυφαγία, ἡ οἰνοποσία, ἡ πλεονεξία, ἡ φιλαργυρία, ἡ ἀπληστία, ἡ αἰσχροκέρδεια, ὁ δόλος, ἡ πονηρία, ὁ φθόνος, τὸ μίσος, τὸ ψεῦδος καὶ τὰ παρόμοια. Ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς ἁμαρτωλὲς συνήθειες πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἐντελῶς καὶ νὰ μὴν ἐπανέλθουμε ποτὲ σὲ αὐτές, ἂν ἐπιθυμοῦμε πράγματι νὰ ἀποφύγουμε τὰ αἰώνια μαρτύρια, στὰ ὁποῖα καταδικάζονται ὅσοι περιφρονοῦν καὶ παραβαίνουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν παράδοση τῶν Πατέρων.

Ἐν συνέχεια λέγει: «Καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ», πού σημαίνει τὴν πλήρη νέκρωση τῶν μελῶν τοῦ σώματος καὶ τῶν αἰσθήσεων, διὰ τῶν ὁποίων εἰσέρχεται ἀνεπαίσθητα στὴν ψυχὴ ὁ θάνατος, ὅπως διὰ τῶν ὀφθαλμῶν, ὅταν ἀπολαμβάνουμε βλέποντας τὴν γυναικεία ὀμορφιὰ ὅποτε συνειδητὰ ἐκτελοῦμε στὴν καρδιά μας τὴν ἀνίερη πράξη, ὅπως ὁρίζει ἡ ἐντολὴ τοῦ Κυρίου, ποῦ λέγει: «Πᾶς ὁ βλέπων γυναίκα πρὸς τὸ ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ» . Φυλάξου νὰ μὴν ἐπαναλάβεις αὐτὴν τὴν ἁμαρτία, ὅπως προσεύχεται ὁ θεῖος ψαλμωδὸς λέγοντας: «Ἀπόστρεψον τοὺς ὀφθαλμούς μου τοῦ μὴ ἰδεῖν ματαιότητα».

Ἁμαρτάνουμε μὲ τὴν ἀκοή μας, ὅταν μὲ ἰδιαίτερη εὐχαρίστηση ἀκοῦμε ἀκόλαστα τραγούδια καὶ παραπλανητικὲς διηγήσεις, καθὼς καὶ ὅταν ἀκοῦμε μὲ πλήρη προσοχὴ αὐτὸν πού συκοφαντεῖ τὸν πλησίον του καὶ δὲν τὸν ἀπομακρύνουμε, ὅπως διδάσκει ὁ ἐνάρετος λόγος τοῦ προφήτη: «Τὸν καταλαλοῦντα λάθρα τὸν πλησίον αὐτοῦ, τοῦτον ἐξεδίωκον». Ἁμαρτάνουμε μὲ τὴν γλώσσα μας, ὅταν ψευδόμαστε συνειδητά, ὅταν συκοφαντοῦμε μὲ σατανικὸ μίσος τὸν συνάνθρωπό μας, ὅταν ἄλλο λέμε καὶ ὑποσχόμαστε μὲ τὰ λόγια καὶ ἄλλο κρύβουμε στὴν καρδιά μας, χωρὶς νὰ φοβόμαστε καθόλου τὸν λόγο τοῦ Θεοῦ, πού μᾶς στηλιτεύει σκληρὰ λέγοντας: «Τὸ στόμα σου ἐπλεόνασε κακίαν, καὶ ἡ γλώσσα σου περιέπλεκε δολιότητα· καθήμενος κατὰ τοῦ ἀδελφοῦ σου κατελάλεις καὶ κατὰ τοῦ υἱοῦ τῆς μητρός σου ἐτίθεις σκάνδαλον». Συνέχεια

Περὶ ἁγνείας

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης,

  1. Ἀκούσαμε τὴν μαινάδα, δηλαδὴ τὴν γαστριμαργία, πού μόλις πρὸ ὀλίγου μᾶς ἀνέφερε ὅτι ἰδικὸς της ἀπόγονος εἶναι ὁ σαρκικὸς πόλεμος. Διότι μᾶς τὸ διδάσκει αὐτὸ καὶ ὁ παλαιὸς ἐκεῖνος προπάτωρ, ὁ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος ἐὰν δὲν εἶχε νικηθῆ ἀπὸ τὴν κοιλία, δὲν θὰ ἐρχόταν σὲ σαρκικὴ σχέσι μὲ τὴν σύζυγό του.

Ὅσοι λοιπὸν τηροῦν τὴν πρώτη ἐντολή, δὲν πέφτουν στὴν δεύτερη παράβασι. Καὶ παραμένουν βεβαίως υἱοὶ τοῦ Ἀδάμ, χωρὶς ὅμως νὰ δοκιμάσουν καὶ νὰ γνωρίσουν τὴν πτῶσι τοῦ Ἀδάμ, σὲ μία κατάστασι ὀλίγο κατωτέρα ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους. Καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ μὴ γίνη τὸ κακὸ ἀθάνατο, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος ποὺ ὀνομάζεται Θεολόγος[1].

  1. Ἁγνεία σημαίνει ἀπόκτησις τῆς ἀσωμάτου φύσεως. Ἁγνεία σημαίνει ζηλευτὸς οἶκος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπίγειος οὐρανὸς τῆς καρδιᾶς. Ἁγνεία σημαίνει ὑπερφυσικὴ ἀπάρνησις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, μία ἀληθινὰ παράδοξη ἅμιλλα σώματος θνητοῦ καὶ φθαρτοῦ πρὸς τοὺς ἀσωμάτους ἀγγέλους. Ἁγνὸς εἶναι ἐκεῖνος πού μὲ τὸν ἕνα ἔρωτα ἀπέκρουσε τὸν ἄλλο ἔρωτα, καὶ ἔσβησε τὰ ὑλικὸ μὲ τὸ ἄϋλο πῦρ.
  2. Σωφροσύνη σημαίνει γενικὴ ὀνομασία ὅλων τῶν ἀρετῶν. Σώφρων εἶναι ἐκεῖνος πού καὶ κατὰ τὸν ὕπνο δὲν αἰσθάνεται καμμία σαρκικὴ κίνησι ἢ ἀλλοίωσι τῆς καταστάσεώς του. Σώφρων εἶναι ἐκεῖνος πού ἀπέκτησε τελεία ἀναισθησία ὡς πρὸς τὴν διαφορὰ τοῦ φύλου. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν καὶ ὁ ὅρος τῆς τελείας καὶ πανάγνου ἁγνείας, τὸ νὰ συμπεριφέρεται κανεὶς παρόμοια καὶ πρὸς τὰ ἔμψυχα καὶ πρὸς τὰ ἄψυχα σώματα, καὶ πρὸς τὰ λογικὰ καὶ πρὸς τὰ ἄλογα.
  3. Κανεὶς ἀπὸ ὅσους ἤσκησαν τὴν ἁγνεία ἂς μὴ θεωρῆ δικό του κατόρθωμα τὴν ἀπόκτησί της. Διότι τὸ νὰ νικήση κανεὶς τὴν φύσι του εἶναι ἀπὸ τὰ ἀνέλπιστα. Ὅπου πραγματοποιήθηκε ἥττα τῆς φύσεως, ἐκεῖ φανερώθηκε ἡ παρουσία τοῦ ὑπερφυσικοῦ. Διότι χωρὶς καμμία ἀντιλογία τὸ κατώτερο καταργεῖται ἀπὸ τὸ ἀνώτερο. Ἡ ἀρχὴ τῆς ἁγνείας εἶναι ἡ μὴ συγκατάθεσις στοὺς σαρκικοὺς λογισμούς, καθὼς καὶ οἱ ἀραιὲς κὰθ΄ ὕπνον ρεύσεις χωρὶς αἰσχρὰ ὄνειρα. Τὸ μέσον της ἁγνείας εἶναι ἡ παρουσία φυσικῶν κινήσεων στὴν σάρκα, μόνο ἐξ αἰτίας πολυφαγίας, χωρὶς εἰκόνες σαρκικὲς καὶ χωρὶς ρεύσεις. Τὸ τέλος δὲ εἶναι ἡ νέκρωσις τοῦ σώματος, ἀφοῦ προηγουμένως ἐνεκρώθηκαν οἱ σαρκικοὶ λογισμοί.
  4. Μακάριος ἀληθινὰ ἐκεῖνος πού ἐμπρὸς σὲ ὁποιοδήποτε σῶμα καὶ χρῶμα καὶ ἡλικία ἀπέκτησε τελεία ἀναισθησία.
  5. Ἁγνὸς δὲν θεωρεῖται ἐκεῖνος πού ἐφύλαξε ἀρρύπωτο τὸ πήλινο σῶμα του, ἀλλ΄ ἐκεῖνος πού ὑπέταξε τὰ σωματικὰ μέλη στὴν ψυχὴ εἶναι ὁ τελείως ἁγνός.
  6. Μέγας εἶναι ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος στὴν ἁφὴ παρέμεινε ἀπαθής. Ἀνώτερος ὅμως εἶναι ἐκεῖνος πού ἔμεινε ἄτρωτος ἀπὸ τὴν θέα, καὶ ἐνίκησε τὴν θέα τοῦ σαρκικοῦ πυρὸς μὲ τὴν σκέψι τοῦ οὐρανίου κάλλους.
  7. Ἐκεῖνος πού ἀπομακρύνει τὸν κύνα μὲ τὴν προσευχή, ὁμοιάζει μὲ αὐτὸν ποὺ παλεύει μὲ λέοντα. Ἐκεῖνος πού τὸν ἀνατρέπει μὲ τὴν ἀντίρρησι, ὁμοιάζει μὲ αὐτὸν πού καταδιώκει ἀκόμη τὸν ἐχθρό του. Καὶ ἐκεῖνος ποὺ ὁλοτελῶς ἐξουδετέρωσε τὶς ἐπιθέσεις, μολονότι ζῆ ἀκόμη μὲ τὴν σάρκα, ἤδη ἔχει ἀναστηθῆ ἀπὸ τὸν τάφο.
  8. Ἂν εἶναι ἀπόδειξις τῆς ἀληθινῆς ἁγνείας τὸ νὰ μὴν ἐπηρεάζεται κανεὶς ἀπὸ τὶς αἰσχρὲς φαντασίες πού παρουσιάζονται στὸν ὕπνο, ὁπωσδήποτε τὸ ὅριο τῆς λαγνείας εἶναι τὸ νὰ παθαίνη κανεὶς ρεῦσι ἀπὸ αἰσχρὲς ἐνθυμήσεις ξύπνιος.
  9. Ὅποιος πολεμᾶ τοῦτον τὸν ἀντίδικο μὲ ἱδρῶτες καὶ μόχθους, εἶναι σὰν νὰ ἔδεσε τὸν ἐχθρό του μὲ ἕνα βοῦρλο. Ὅποιος τὸν πολεμᾶ μὲ τὴν ἐγκράτεια καὶ τὴν ἀγρυπνία, εἶναι σὰν νὰ τοῦ πέρασε ἁλυσίδες. Καὶ ὅποιος τὸν πολεμᾶ μὲ τὴν ταπεινοφροσύνη καὶ τὴν ἀοργησία καὶ τὴν δίψα, εἶναι σὰν νὰ τὸν ἐφόνευσε καὶ τὸν ἔκρυψε στὴν ἄμμο. Ἄμμο νὰ θεωρήσης τὴν ταπείνωσι, διότι ἡ ἄμμος δὲν παρέχει βοσκὴ στὰ πάθη, ἀλλὰ εἶναι χῶμα καὶ στάκτη. Συνέχεια

Ἡ μεγαλομάρτυς Αἰκατερίνα

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

Ὁ βίος τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης ἀποτελεῖ ἕνα πλούσιο πνευματικό ἐντρύφημα γιά ὅσους τιμοῦν τήν μνήμη της. Γιά σᾶς, εὐλαβέστατες ἀδελφές, ἀποτελεῖ ἕνα πλουσιώτερο ἐντρύφημα, γιατί ὁ βίος της σέ γενικές γραμμές ἐκφράζει πλήρως τήν μοναχική ζωή.

Στρέψατε τό βλέμμα σας στήν εἰκόνα πού τήν παρουσιάζει μαζί μέ τήν Βρεφοκρατοῦσα Θεοτόκο. Ἡ Ἁγία στέκεται γονατιστή μπροστά στήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία τῆς παραδίδει τό δακτυλίδι τοῦ ἀρραβῶνος. Αὐτή εἶναι ἡ κυριώτερη στιγμή τῆς ζωῆς της. Εἶναι ἡ συμβολική στιγμή τῆς ἀφιερώσεως.

Πρίν ὅμως ἀπό τήν ἀφιέρωσι προηγήθηκε ἡ ἐπιθυμία καί ἡ ἀναζήτησις τοῦ καλυτέρου νυμφίου, ἡ ὁποία τήν ὡδήγησε πρός τόν Κύριο. Μετά τόν πνευματικό γάμο εἰσῆλθε στό στάδιο τοῦ μαρτυρίου καί στεφανώθηκε μέ τόν ἀμάραντο στέφανο. Αὐτή εἶναι σέ γενικές γραμμές ἡ ζωή της. Βασικά οἱ ἴδιες γραμμές ὑπάρχουν καί στή δική σας ζωή, ἐφ᾿ ὅσον ζῆτε ὅπως ἁρμόζει στήν μοναχική σας κλῆσι.

Ἡ Ἁγία εἶχε εὐγενική καταγωγή. Ἦταν πλούσια, εὐφυής, ἐξαιρετικά μορφωμένη. Εἶχε πολλά χαρίσματα. Δέν τήν ἱκανοποιοῦσε ὅμως τίποτε τό κοσμικό. Ἡ ψυχή της ἀναζητοῦσε κάτι τό τελειότερο καί ἦταν ἕτοιμη νά ἀκολουθήση ὅποιον θά τῆς ἔδειχνε τόν δρόμο γιά μιά ὑψηλότερη ζωή.

Ὁ Κύριος βλέποντας τήν καλή της προαίρεση τῆς ἔστειλε τόν κατάλληλο χειραγωγό. Μπόρεσε ἔτσι νά ἐλευθερωθῆ ἀπό τό κοσμικό σκοτάδι καί νά γνωρίση τόν Οὐράνιο Νυμφίο, τόν ὡραιότερο καί σοφώτερο ἀπ᾿ ὅλους. Ἀποφάσισε λοιπόν νά ἀφιερωθῆ στόν Κύριο, νά νυμφευθῆ μ᾿ Αὐτόν.

Μιά ψυχή νυμφεύεται τόν Κύριο ἀφοῦ προηγουμένως πάρη τήν ἀπόφασι ν᾿ ἀφοσιωθῆ ἀποκλειστικά σ᾿ Αὐτόν. Ἡ ἀπόφασις τῆς ἀφιερώσεως γεννιέται ἀπό τήν σταθερή καί βεβαία πεποίθησι ὅτι ὁ Κύριος ἀποτελεῖ τήν πηγή κάθε ἀγαθοῦ.

Αὐτή ἡ πεποίθησις ἔδωσε καί σέ σᾶς, εὐλαβέστατες ἀδελφές, τήν πρώτη ὤθησι γιά νά ἐγκαταλείψετε ὅλα τά κοσμικά καί νά παραδοθῆτε στόν Κύριο. Ἀσφαλῶς αὐτό θά ἦταν τό πρῶτο σας ξεκίνημα. Ἡ διαφορά ἀνάμεσα στήν κλήσι τήν δική σας καί τῆς Ἁγίας εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἐκείνη ἔνοιωθε ἀνικανοποίητη στό κοσμικό περιβάλλον ἀλλά δέν γνώριζε ποῦ ἔπρεπε νά καταφύγη. Ἐνῶ ἐσεῖς μαζί μέ τήν δίψα γιά κάτι τελειότερο εἴχατε τήν πληροφορία γιά τό ποῦ θά τήν ἱκανοποιούσατε. Εἴχατε ἀκούσει τά λόγια: «Ἐάν τις διψᾶ, ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω» (Ἰωάν. ζ´ 37). Συνέχεια

Ἡ Γένεση τοῦ μοναχισμοῦ

Γώργιος Ι. Μαντζαρίδης

Τὸ φαινόμενο τοῦ μοναχισμοῦ

Ὁ μοναχισμὸς δὲν ἀποτελεῖ μόνο χριστιανικό, ἀλλά καὶ γενικότερο θρησκευτικὸ φαινόμενο. Πρὶν ἐμφανιστεῖ ὁ Χριστιανισμὸς στὸ προσκήνιο τῆς ἱστορίας, ἡ μοναχικὴ ζωὴ ἦταν γνωστὴ μέσα στὴν περιοχὴ τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν. Ἀλλὰ καὶ στὸ πλαίσιο τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ὑπῆρχαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ οἱ θρησκευτικὲς κοινότητες τῶν Ἐσσαίων στὴν Παλαιστίνη καὶ τῶν Θεραπευτῶν στὴν Αἴγυπτο, οἱ ὁποῖες ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἀσκητικό τους χαρακτήρα διαμόρφωσαν καὶ κάποιο εἶδος μοναχικῆς ζωῆς. Ἐνῶ ὅμως στὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ τάση γιὰ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο, ἡ ἄσκηση καὶ ὁ μοναχισμὸς ἀποτελοῦν πρωτογενῆ θρησκευτικὰ φαινόμενα, στὸν Ἰουδαϊσμό, ὅπως καὶ σὲ ὁποιαδήποτε θρησκεία μὲ μεσσιανικὸ ἢ προφητικὸ χαρακτήρα, ἡ ἄσκηση καὶ ὁ μοναχισμὸς παρουσιάζονται ὡς ἐκφραστικὰ μέσα τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἡ ἀσκητικὴ ζωή, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση γιὰ τὴ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ μοναχισμοῦ, δὲν ἦταν ἄγνωστη στὸν ἑλληνιστικὸ κόσμο.

Χριστιανικὸς ἀσκητισμός.

Στὴν περιοχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ ὁ ἀσκητισμός, πάνω στὸν ὁποῖο οἰκοδομήθηκε ἀργότερα ὁ μοναχισμός, δὲν ἐμφανίστηκε ὡς παρείσακτο στοιχεῖο, ἀλλὰ ὡς οὐσιώδης διάσταση τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ὡς βασικὴ συνέπεια τῆς μορφώσεως τοῦ καινοῦ ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Ἡ ἀποταγὴ τῶν πάντων, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τῆς ἀσκητικῆς καὶ μοναχικῆς ζωῆς στὸν Χριστιανισμό, παρουσιάστηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ ὡς προϋπόθεση γιὰ ὅλους, ὅσοι θέλουν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» . «Ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναι μου μαθητής». Ὁ Χριστιανὸς καλεῖται νὰ ζεῖ στὸν κόσμο ὡς «πάροικος καὶ παρεπίδημος» μὲ τὴν προσδοκία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης ἡ προτίμηση τῆς παρθενίας ἢ τῆς ἀγαμίας ἀντὶ τοῦ γάμου ἐν ὀνόματι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν διαφαίνεται καθαρὰ στὰ βιβλία τῆς Καινῆς διαθήκης. Πολλοὶ Χριστιανοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, παρατηρεῖ ὁ ἀπολογητὴς Ἰουστίνος στὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ δεύτερου αἰώνα, διατηροῦν τὴν παρθενία τους σὲ ἡλικία ἑξήντα καὶ ἑβδομήντα ἐτῶν. Καὶ ὁ ἀπολογητὴς Ἀθηναγόρας λίγο ἀργότερα σημειώνει: «Εὔροις δ’ ἂν πολλοὺς τῶν παρ’ ἡμῖν καὶ ἄνδρας καὶ γυναίκας καταγηράσκοντας ἀγάμους ἐλπίδι τοῦ μᾶλλον συνέσεσθαι Θεῷ». Τέλος ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ καλλιέργεια τῆς ἀρετῆς ἀποτελοῦσαν οὐσιώδη στοιχεῖα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ἀπὸ τὴν πρώτη ἐμφάνισή της. Συνέχεια

27 ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΡΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΝΟΥ

Ἡσαΐας ὁ ἀναχωρητής

1.Ἡ ὀργή εἶναι φυσική ἰδιότητα τοῦ νοῦ. Καί χωρίς ὀργή οὔτε στήν καθαρότητα φτάνει ὁ ἄνθρωπος, ἄν δέν ὀργιστεῖ ἐναντίον ὅλων τῶν πονηρῶν λογισμῶν πού σπέρνει μέσα του ὁ διάβολος. Καί ὅταν τόν βρῆκε ὁ Ἰώβ, ἔβρισε τούς ἐχθρούς του μέ αὐτά τά λόγια: «Ἄτιμοι καί ἐξαχρειωμένοι, πού δέν ἔχετε κανένα καλό πάνω σας, πού δέν σᾶς θεωρῶ οὔτε σάν τούς σκύλους τῶν ποιμνίων μου»(1). Ἐκεῖνος πού θέλει νά φτάσει στή φυσική ὀργή (δηλαδή σ’ ἐκείνη πού στρέφεται ἐναντίον τοῦ διαβόλου καί τῶν παθῶν), κόβει ὅλα τά θελήματά του μέχρις ὅτου φτάσει στήν κατάσταση τοῦ νοῦ του, ὅπως τή δημιούργησε ὁ Θεός.

2.

Ἄν ἀντιστέκεσαι στήν καταδρομή τοῦ διαβόλου καί δεῖς ὅτι ἐξασθένησε καί ὑποχωρεῖ, μή χαρεῖς, γιατί ἡ κακία τῶν πονηρῶν πνευμάτων δέν ἐξαντλήθηκε ἀκόμη, ἀλλά ἀκολουθεῖ πίσω ἀπό αὐτά. Ἑτοιμάζουν πόλεμο χειρότερο ἀπό τόν πρῶτο, τόν ἔχουν ἀφήσει πίσω ἀπό τήν πόλη καί τοῦ ἔδωσαν ἐντολή νά μήν κινηθεῖ. Καί ἄν ἀντισταθεῖς σ’ αὐτούς, φεύγουν νικημένοι. Ἄν ὅμως ὑπερηφανευτεῖς ὅτι τούς ἐδίωξες καί ἀφήσεις ἀφύλαχτη τήν πόλη, τότε ἄλλοι ἔρχονται ἀπό πίσω καί ἄλλοι στέκονται ἐμπρός, καί ἡ ταλαίπωρη ψυχή ἀνάμεσά τους δέ βρίσκει καταφύγιο πουθενά. Πόλη εἶναι ἡ προσευχή. Ἀντίσταση εἶναι ἡ ἀντίκρουση τῶν πονηρῶν λογισμῶν στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Βάση εἶναι ὁ θυμός.

3.

Λοιπόν, ἀγαπητοί, ἄς σταθοῦμε μέ φόβο Θεοῦ καί ἄς φυλάγομε τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν καί ἄς μή βάζομε ἐμπόδιο στή συνείδησή μας. Ἄς προσέχομε τόν ἑαυτό μας μέ φόβο Θεοῦ, μέχρις ὅτου ἡ συνείδησή μας ἐλευθερωθεῖ καί μαζί της κι ἐμεῖς καί πραγματοποιηθεῖ ἕνωση ἀνάμεσα σ’ αὐτήν καί σ’ ἐμᾶς. Καί τότε ἡ συνείδηση γίνεται φύλακάς μας καί μᾶς δείχνει ποῦ σφάλλομε. Ἄν ὅμως δέν ὑπακούσομε σ’ αὐτήν, θά φύγει ἀπό μᾶς καί θά μᾶς ἐγκαταλείψει καί τότε πέφτομε στά χέρια τῶν ἐχθρῶν καί δέν μᾶς ἀφήνουν πλέον. Ὅπως μᾶς δίδαξε ὁ Κύριός μας: «Ἄκουσε τόν ἀντίδικό σου ἕως ὅτου βρίσκεσαι μαζί του στό δρόμο γιά τό δικαστήριο»(2). Ἀντίδικος, ἐννοοῦν μερικοί ὅτι εἶναι ἡ συνείδηση, ἡ ὁποία ἀντιστέκεται στόν ἄνθρωπο πού θέλει νά κάνει τό ἁμαρτωλό του θέλημα. Καί ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἀκούσει τήν συνείδησή του, τότε αὐτήν τόν παραδίνει στούς ἐχθρούς του.

4

Ἄν ὁ Θεός δεῖ ὅτι ὑποτάχθηκε σ’ Αὐτόν ὁ νοῦς μέ ὅλες του τίς δυνάμεις καί δέν ἔχει ἄλλη βοήθεια παρά Αὐτόν μόνο, τότε τόν ἐνδυναμώνει καί λέει: «Μή φοβᾶσαι, παιδί μου Ἰακώβ, ὀλιγάριθμε Ἰσραήλ»(3). Καί πάλι λέει: «Μή φοβᾶσαι, γιατί σέ λύτρωσα. Σοῦ ἔδωσα τό ὄνομά μου, σύ εἶσαι δικός μου. Καί ἄν περνᾶς ἀπό νερό, εἶμαι μαζί σου, ποτάμια ὁλόκληρα δέν θά σέ παρασύρουν, κι ἄν περάσεις ἀνάμεσα ἀπό φωτιά δέ θά καεῖς καί ἡ φλόγα δέν θά σέ κατακάψει, γιατί ἐγώ εἶμαι ὁ Κύριος ὁ Θεός σου, ὁ ἅγιος τοῦ Ἰσραήλ, πού σέ σώζω»(4).

5.

Ἄν λοιπόν ὁ νοῦς ἀκούσει αὐτά τά ἐνθαρρυντικά λόγια, ἀψηφᾶ τούς δαίμονες λέγοντας: «Ποιός εἶναι ποὺ μέ πολεμᾶ; Ἄς σταθεῖ ἀπέναντί μου. Ποιός ἀντιδικεῖ μ’ ἐμένα; Ἄς μέ πλησιάσει. Ὁ Κύριος εἶναι βοηθός μου, ποιός θά μοῦ κάνει κακό; Ὅλοι ἐσεῖς θά παλιώσετε ὅπως τά ροῦχα πού τρώει ὁ σκόρος»(5).

6.

Ἄν ἡ καρδιά σου ἔφτασε νά ἀποκτήσει σάν φυσικό τό μίσος κατά τῆς ἁμαρτίας, τότε νίκησε καί ἀπομακρύνθηκε ἀπό ἐκεῖνα πού γεννοῦν τήν ἁμαρτία καί ἔβαλε στήν μνήμη σου τήν κόλαση. Καί γνώριζε ὅτι Ἐκεῖνος πού σέ βοηθεῖ μένει κοντά σου. Καί σύ νά μήν Τόν λυπεῖς μέ καμία ἁμαρτία, ἀλλά κλαῖε ἐμπρός Του καί λέγε: «Ἐσύ Κύριε ἔχεις τό ἔλεος γιά νά μέ γλυτώσεις ἀπό τήν ἁμαρτία καί τούς δαίμονες, γιατί ἐγώ ἀδυνατῶ νά ξεφύγω ἀπό τούς ἐχθρούς χωρίς τήν βοήθειά Σου». Καί πρόσεχε νά μήν παραδεχτεῖς πονηρές σκέψεις, καί Αὐτός σέ φυλάγει ἀπό κάθε κακό.

7.

Ὀφείλει ὁ μοναχός νά κλείσει ὅλες τίς πόρτες τῆς ψυχῆς, δηλαδή τίς αἰσθήσεις του, γιά νά μήν πέσει ἐξαιτίας τους στήν ἁμαρτία. Καί ὅταν δεῖ ὁ νοῦς ὅτι δέν κυριεύεται ἀπό κανένα πάθος, ἑτοιμάζεται γιά τήν ἀθανασία καί μαζεύει τίς αἰσθήσεις του ὅλες κοντά καί τίς κάνει ἕνα σῶμα.

8.

Ἄν ἀπαλλαγεῖ ὁ νοῦς ἀπό κάθε ἐλπίδα αὐτοῦ τοῦ κόσμου, αὐτό εἶναι τό σημεῖο ὅτι πέθανε μέσα σου ἡ ἁμαρτία.

9.

Ἄν ὁ νοῦς μείνει ἐλεύθερος ἀπό τά κοσμικά πράγματα, τότε ἐκείνη ἡ ἀπόσταση πού ὑπάρχει μεταξύ τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ Θεοῦ, χάνεται.

10.

Ἄν ἐλευθερωθεῖ ὁ νοῦς τοῦ ἀνθρώπου ἀπό ὅλους τοὺς ἐχθρούς του, δηλ. ἀπό τά πάθη, καί ἀναπαυτεῖ, τότε βρίσκεται σέ καινούργια ζωή καί σκέφτεται καινούργια πράγματα, θεϊκά καί ἄφθαρτα. Ὅπου βρίσκεται τό πτῶμα, ἐκεῖ θά μαζευτοῦν οἱ ἀετοί(6), (δηλαδή ὅπου ἡ ἠρεμία ἀπό τά πάθη, ἐκεῖ καί οἱ θεϊκές καί ἄφθαρτες σκέψεις). Συνέχεια

Γιατί ἀλλάζει τὸ ὄνομά του κάποιος ὅταν γίνεται μοναχός;

Ἁγ. Νεκταρίου

Στοὺς ὁσιότατους μοναχοὺς ποὺ ὑπόσχονται νὰ ζοῦν ἐνάρετη ζωὴ ἐπικράτησε ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματός τους. Αὐτὸ γίνεται γιὰ δύο σπουδαιότατους λόγους. Πρῶτος λόγος εἶναι ἡ ἀπάρνηση ὁλοκληρωτικά τῆς προηγούμενης ζωῆς καὶ ἡ συνεχὴς ἐνθύμηση τῆς μεταβολῆς της, καὶ δεύτερον, γιὰ νὰ ἔχουμε παράδειγμα τὸν ἅγιο στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας, τοῦ ὁποίου φέρουμε τὸ ὄνομα. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματος, μᾶς βοηθᾶ νὰ ξεχνοῦμε τὸ παρελθὸν καὶ συνεχῶς ὑπενθυμίζει τὴν μεταβολὴ ποὺ ἔγινε σ’ αὐτὸν ποὺ ἄλλαξε τὸν τρόπο τῆς ζωῆς του καὶ τὶς ἀνειλημμένες ὑποχρεώσεις, ποὺ ὀφείλει νὰ ἐκπληρώνει μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ προθυμία.

Τὸ ὄνομα εἶναι τόσο πολὺ συνδεδεμένο μὲ τὸ πρόσωπο, ὥστε νὰ μὴ μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε τὴν προσωπικότητά μας ἀπὸ αὐτό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἐνθύμηση τοῦ ἑνὸς φέρνει στὴν μνήμη τὸ ἄλλο καὶ ἡ ἀναφορὰ στὸ ἕνα γίνεται ταυτόχρονα καὶ πρὸς τὸ ἄλλο. Ἐφόσον ἔχουμε τὸ παλιὸ ὄνομα ὑπάρχει ἀναπόσπαστη ἡ μνήμη τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ἀντίθετα ὅταν ἀκοῦμε τὸ νέο ὄνομα ὑπάρχει μνήμη τοῦ νέου ἀνθρώπου.

Ἐπικράτησε νὰ γίνεται ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματος, γιὰ τὴν ἠθικὴ δύναμη ποὺ ἔχει. Ἡ ἀλλαγὴ ὅμως χάνει τὴ δύναμή της, ὅταν ἡ θέλησή μας ἀδρανεῖ νὰ ἐκτελεῖ καὶ νὰ ἐφαρμόζει τὶς ὑποσχέσεις, ποὺ ὑπενθυμίζει τὸ νέο ὄνομα στοὺς μοναχούς. Αὐτὸ δὲ συμβαίνει, διότι ζεῖ μέσα τους ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος καὶ ἀγαποῦν περισσότερο αὐτὸν ἀπὸ τὸν νέο, γι’ αὐτὸ καὶ ἀδιαφοροῦν στὶς συνεχεῖς ὑπομνήσεις ποὺ γίνονται σ’ αὐτοὺς ὅταν τοὺς καλοῦν μὲ τὸ νέο ὄνομα.

Ἡ ἀδιαφορία αὐτὴ πρὸς τὶς ὑποχρεώσεις, τὶς ὁποῖες ὑπενθυμίζει στοὺς μοναχοὺς τὸ ὄνομα, μαρτυρεῖ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἄλλου κακοῦ, τὴν ἀθέτηση τῆς φωνῆς τῆς συνειδήσεως. Διότι σὲ κάθε ἀθέτηση τοῦ καθήκοντος τῆς νέας ζωῆς, ποὺ ὑπενθυμίζει πάντοτε τὸ νέο ὄνομα, ἡ συνείδηση ἐπαναστατεῖ καὶ διαμαρτύρεται, ἀλλὰ δὲν εἰσακούεται, διότι κυριαρχεῖ ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος περιφρονεῖ τὶς ἀξιώσεις τοῦ νέου ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζονται ἀπὸ τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως. Ἡ περιφρόνηση αὐτὴ φθάνει μέχρι τέτοιο σημεῖο, ὥστε καὶ νὰ ἀποδοκιμάζει τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, ὅτι ἀξιώνει ἀνόητα καὶ παράλογα, καὶ στὸ τέλος τῆς ἐπιβάλλει τὴ σιωπή. Ἡ κατάσταση αὐτὴ μοιάζει μὲ τὴν πώρωση τῆς συνειδήσεως. Ὁ δὲ μοναχὸς ποὺ περιφρόνησε τὴ φωνὴ γιὰ τὴν τήρηση τῶν ὑποχρεώσεών του, αὐτὸς ἔπαθε, ὅ,τι ὑποφέρουν ὅσοι ἔχουν πώρωση συνειδήσεως καὶ ἀλλοίμονο σ’ αὐτόν. Αὐτὸς θὰ κατακριθεῖ, διότι δὲν ἔζησε κατὰ Θεόν, καὶ ἔβαλε τὸ ἐγώ του καὶ τὴ δική του γνώση πάνω ἀπὸ τὴ γνώση τῶν Ὁσίων Πατέρων, καὶ διότι δὲν ἔκανε καλὴ προσφορά. Συνέχεια

Λόγος σε μοναχική Χειροθεσία

Ἱερομ. Ευσεβίου Βίττη

Κανονικὰ, ἀδελφοί μου, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθοῦμε σὲ ὅσα πολὺ βαθιὰ καὶ πεπληρωμένα θείου Πνεύματος ἱερὰ λόγια περιέχει ἡ ἱερὴ ἀκολουθία τῆς μοναχικῆς κουρᾶς καὶ χειροθεσίας, ποὺ θὰ γίνει σὲ λίγο. Πρέπει ὅμως νὰ τονιστῆ  καὶ πάλι στὴν ψυχή, ποὺ θὰ καθιερώσει τὸν ἑαυτό της, τὸ νόημα τῆς μορφῆς ζωῆς, στὴν ὁποία θὰ μπεῖ ἐπίσημα πιά.

Παράλληλα ὅμως πρέπει καὶ ὅλοι ἐμεῖς ποὺ παραβρισκόμαστε στὴν ἱερὴ αὐτὴ σύναξη νὰ ἀνανεώσουμε ὅ,τι λιγότερο ἢ περισσότερο γνωρίζουμε γιὰ τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ Μοναχισμοῦ καὶ ἑπομένως καὶ τῆς χειροθεσίας, ποὺ θὰ γίνει ἀπόψε. Καὶ αὐτὸ σημαίνει τὴν κατάθεση αὐτῶν ποὺ θὰ ἀκούσετε, ἔστω κι ἂν εἶναι, ἂν ὄχι γιὰ ὅλους, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε γιὰ τοὺς περισσοτέρους ἀπὸ σᾶς γνωστά, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἀποτελοῦν τὸ εὐλαβὲς ἐκκλησίασμα μόνο μοναχοὶ καὶ μοναχές. Ὡς πιστοὶ ὅμως καὶ φιλομόναχοι χριστιανοὶ βρεθήκατε σὲ παρόμοιες ἱερὲς συνάξεις καὶ ἀκούσατε πολλὰ καὶ σημαντικὰ σχετικὰ μὲ τὴν μοναχικὴ κουρὰ καὶ χειροθεσία.

Καὶ θὰ δίσταζα πολὺ ἢ μᾶλλον δὲν θὰ ἐπιχειροῦσα κἂν νὰ πῶ αὐτὰ ποὺ θὰ καταθέσω ἀπόψε, ἂν δὲν μὲ ἐνθάρρυνε ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος, ποὺ γράφει τὰ παρακάτω. «Τὰ αὐτὰ λέγειν ὑμῖν, ἐμοὶ μὲν οὐκ ὀκνηρόν, ὑμῖν δὲ ἀσφαλές» (Φιλιπ. γ΄1).

Τὸ νὰ σᾶς λέω, σημειώνει, τὰ ἴδια πράγματα ποὺ καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπα, γιὰ μένα δὲν ἀποτελεῖ κόπο, γιὰ Σᾶς ὅμως ἀποτελεῖ ἀσφάλεια πνευματική, γιατὶ ἔτσι θὰ ἐντυπωθοῦν οἱ θεῖες ἀλήθειες περισσότερο μέσα σας. Ἀλλὰ ἀλλάζοντας τὸ «ὑμῖν» μὲ ὕψιλον τοῦ θείου Ἀποστόλου μὲ ἡμῖν μὲ  ἦτα περιλαμβάνω μαζί σας καὶ αὐτὸν ποὺ σᾶς μιλάει τώρα, γιατὶ καὶ ὁ ἴδιος ἔχει ἀνάγκη νὰ ἀντιληφθῆ καλύτερα, ὅσα σχετίζονται μὲ τὸ νόημα τῆς ἀποψινῆς ἱερᾶς συνάξεως. Πρέπει μόνο νὰ ὑπογραμμίσω, ὅτι ὅσα θὰ λεχθοῦν, δὲν καλύπτουν βέβαια ὅλη τὴν ἔκταση καὶ ὅλο τὸ βάθος τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θέματος. Μιὰ γρήγορη καὶ διαγραμματικὴ ὑπόμνησή του θὰ ἐπιχειρηθῆ.

Η ΚΛΗΣΗ

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΖΩΗ ΑΡΧΙΖΕΙ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Τὸ βάπτισμα ἀποτελεῖ ἀναγέννηση, ἀρχὴ καινούργιας, ὑπερφυσικῆς ζωῆς. Εἶναι ἡ «ἄνωθεν γέννησις» «δι’ ὕδατος καὶ Πνεύματος». Στὸ ἅγιο Βάπτισμα βρίσκεται ὁ σπόρος ποὺ ἡ ἀνάπτυξη καὶ ἡ καρποφορία του θὰ ὁδηγήση τὸν βαπτιζόμενο στὴν τελειότητα καὶ στὴν ἐσωτερικὴ κοινωνία καὶ ἕνωσή του μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου καὶ γίνεται.

ΤΟ ΑΓΙΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ἀποτελεῖ ἀφετηριακὴ κλήση καὶ ἀνάθεση ἔργου πνευματικοῦ στὴν ψυχή, ποὺ βαπτίζεται, καὶ ἔχει δύο πλευρές.

Ἡ πρώτη πλευρά του εἶναι ἡ ἀποφασιστικὴ ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ σατανᾶ. Αὐτὴν τὴν ὀνομάζουμε ἀρνητικὴ πλευρὰ τοῦ Βαπτίσματος.

Ἡ δεύτερη πλευρὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος εἶναι ἡ ὁλοκάρδια ὑπόσχεση ἀκολουθήσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ὀνομάζουμε θετικὴ πλευρὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος.

α. Ἡ ἀρνητικὴ πλευρά.

Η ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ τοῦ Βαπτίσματος, σημαίνει ἀγῶνα καὶ πάλη ἐναντίον τῆς ἁμαρτητικῆς ροπῆς, ποὺ παιδαγωγικῶς ἀφήνει μέσα μας καὶ ποὺ τὸ ἱερώτατο Μυστήριο μᾶς καλεῖ νὰ τὴν ἐξουδετερώσουμε σὲ συνεργασία μὲ τὴ θεία Χάρη. Ἂν δὲν τὸ κάνουμε αὐτό, μπορεῖ νὰ γίνη δύναμη ἀρνητική, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀχρηστέψη τὴν καινότητα ζωῆς, ποὺ μᾶς χαρίστηκε. Ὁ Θεὸς δὲν ὁλοκληρώνει τὸ ἔργο του χωρὶς καὶ τὴ συνέργεια τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς, ἔστω κι ἂν ἡ ἐκ μέρους τῆς ψυχῆς καταβολὴ προσπάθειας θὰ εἶναι ἐλάχιστη ἐν σχέσει μὲ τὴ θεία βοήθεια καὶ χάρη.

Η ΠΛΕΥΡΑ ΑΥΤΗ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος σημαίνει ἀποχὴ ἀπὸ κάθε μορφὴ ἁμαρτίας, δηλαδὴ ἀπὸ κάθε τί, ποὺ εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐπὶ πλέον σημαίνει ἀποχὴ ἀκόμη καὶ ἀπὸ νόμιμα δικαιώματά μας, ἂν αὐτὰ ἀποβοῦν πειρασμικὰ γιὰ τὴν ἐλευθερία μας, γιὰ τὴν ὀρθὴ πράξη καὶ ἐνέργειά μας ἤ, ἂν αὐτὰ γίνουν ὑπερτροφικὰ καὶ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀποβοῦν εἰς βάρος τῆς θεοκεντρικότητας τῆς ζωῆς μας ὡς πιστῶν καὶ ἑπομένως νὰ μετατεθεῖ τὸ κέντρο ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ στὸν ἑαυτό μας, μὲ μιὰ ἄμετρη ἐγωπάθεια καὶ ἐγωλατρία. Συνέχεια

«Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: ἡ ζωὴ καὶ ἡ διδασκαλία του»

Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὑπῆρξε πρὸ πάντων ἕνας ταπεινός, γνήσιος, ἀληθινός, ἅγιος μοναχός. Πίστευε βαθιὰ στὴν ἀξία τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ τὴν ἔζησε, ἀφ’ ἧς ἦλθε στὸ ‘Ἅγιον Ὅρος μέχρι τὴν μακαρία τελευτή του, μὲ ἀδιάκοπο ζῆλο καὶ συνέπεια.

Ἔφθανε τὸ παράδειγμα τῆς ἁγίας μοναχικῆς του ζωῆς, γιὰ νὰ εἶναι ὑποτύπωσης καὶ στηλογραφία κάθε ὀρθοδόξου μοναχοῦ. Ὅμως, ἐπειδὴ ἔλαβε πλούσια τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «ἔρρευσαν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ποταμοὶ ὕδατος ζῶντος» (πρβλ. Ἰω. ζ’, 38) καὶ «ἐξηρεύξατο ἡ καρδία του λόγους ἀγαθοὺς» (πρβλ. Ψαλμ. 44) περὶ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ τῆς μοναχικῆς πολιτείας.

Ἂς ἀντλήσουμε καὶ ἐμεῖς, Πατέρες καὶ ἀδελφοί, ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτοὺς νάματα καθαρά, τὰ ὁποῖα εἴθε δι’ εὐχῶν τοῦ Ἁγίου καὶ δι’ εὐχῶν Σας νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ κατανοήσουμε βαθύτερα καὶ νὰ βιώσουμε τὴν χριστιανικὴ καὶ μοναχική μας πολιτεία.

Α’.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος θαυμαστής, ἐραστὴς καὶ διαπρύσιος κῆρυξ τῆς μοναχικῆς πολιτείας.

Ἀφ’ ὅτου ὡς νέος γνώρισε τοὺς ὁσίους Γέροντες Σίλβεστρο, Ἀρσένιο, Γρηγόριο καὶ Νήφωνα, ὁ θεῖος πόθος πυρπόλησε τὴν καρδιά του γιὰ τὴν ἰσάγγελον ζωὴ τῶν μοναχῶν. Τόσος ἦταν ὁ ἔνθεος ζῆλος του, ὥστε τοῦ ἦταν ἀδύνατον νὰ παραμείνη καὶ μία ἀκόμη στιγμὴ στὸν κόσμο, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ περιστατικὸ πού ἔλαβε χώρα στὸ λιμάνι τῆς Νάξου τὴν ἡμέρα τῆς ἀναχωρήσεώς του γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ὅταν γράφη γιὰ τὸ κάλλος τῆς παρθενίας καὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς, δὲν φείδεται λέξεων καὶ ἐκφράσεων γιὰ νὰ τὸ περιγράψει:

«Τί ἄλλο ποθεινότερο, ὡσὰν τὸ νὰ μιμεῖταί τινας ἐπὶ γῆς τῶν Ἀγγέλων τὴν πολιτείαν; Τί ἄλλο ἐρασμιώτερο ἡ μακαριστώτερο, ὡσὰν τὸ νὰ εἶναί τινας ἑνωμένος μὲ τὸν ἀγαπητόν του Θεὸν διὰ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀδιάλειπτου ἐν καρδία προσευχῆς, ἥτις ξεύρει νὰ ἀποκτᾶται διὰ μέσου τῆς ἡσυχίας; Καὶ ποτὲ μὲν νὰ φωνάζει μὲ τὸν Παῦλον: «τὶς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ…» καὶ τὰ ἑξῆς· ποτὲ δὲ μὲ τὸν θεοφόρο Ἰγνάτιο “ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται…”;».

Ὅταν στὶς διδαχές του πρὸς τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ Χριστιανοὺς ὑποχρεώνεται νὰ συγκρίνει τὴν μοναχικὴ ζωὴ μὲ ἄλλους τρόπους χριστιανικῆς ζωῆς, αὐτὸς ὁ ἐραστὴς τῆς μοναχικῆς ζωῆς γράφει:

«Διατὶ νὰ μὴ διαλέξης τὴν παρθενικὴ ζωὴν τῶν μοναχῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πλέον καλλιτέρα, ἡ πλέον ἁγιοτέρα καὶ ἡ πλέον μακαριοτέρα ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας ζωάς τῶν ὑπανδρεμένων;». Συνέχεια

Ἡσυχαστικὴ Θεολογία

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

Ὁ Ἡσυχασμὸς δὲν ἀποτελεῖ ἐποχικὸ ἢ περιθωριακὸ φαινόμενο τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ συνιστᾶ κεντρικὸ ἄξονα τῆς μοναχικῆς παραδόσεώς της καὶ σφραγίζει διαχρονικὰ τὸ χαρακτήρα τῆς πνευματικῆς της ζωῆς. Ἤδη, ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἔννοια τῆς ἡσυχίας συνδέθηκε μὲ τὴν ἀποδέσμευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἀγωνιώδη μέριμνα καὶ ταραχὴ τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἐπιστροφή του πρὸς τὸν Θεό.

Ἡ ἡσυχία δὲν εἶναι πλαδαρότητα ἢ ἀκινησία, ἀλλὰ ἀφύπνιση καὶ ἔντονη ἐνεργοποίηση στὸ ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι μία ἐσωτερικὴ ἀνασύνταξη καὶ ἐπανατοποθέτηση, ποὺ καλλιεργεῖται μὲ τὴν περισυλλογή, τὴν αὐτοσυγκέντρωση, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, Καὶ ἡ ἡσυχαστικὴ ζωή, ποὺ καλλιεργεῖται μὲ τὴ φυγὴ στὴν ἔρημο, δὲν ἐκφράζει ἀποστροφὴ πρὸς τὸν κόσμο, ἀλλὰ προσήλωση στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἡσυχαστὴς ἀπομονώνεται στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ χωρέσει μέσα του ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ἡ ἡσυχαστικὴ ὅμως ζωὴ μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ ὡς ἕνα βαθμὸ καὶ μέσα στὶς πόλεις, ὅπως βεβαιώνει ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Κωνσταντῖνος ζοῦσε ἡσυχαστικὴ ζωὴ μέσα στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς συγκλητικὸς καὶ μέλος τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς. Ἐκεῖνο ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ προσήλωση στὸν κόσμο καὶ ἡ πλήρης ἀναφορὰ στὸν Θεό.

Προσήλωση

Κεντρικὴ θέση στὸν ἡσυχασμὸ ἔχει ἡ νοερὰ ἢ καρδιακὴ προσευχή, ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ἡ προσευχὴ αὐτὴ μὲ τὴ συντομία της βοηθάει στὴν αὐτοσυγκέντρωση καὶ στὴν ἀπερίσπαστη προσήλωση στὸν Θεό, Μὲ τὴ συνεχῆ ἐπανάληψή της καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ προσευχὴ μεταφέρεται σταδιακὰ ἀπὸ τὰ χείλη στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅπως γράφει ἕνας ἀπὸ τοὺς ἡσυχαστὲς θεολόγους, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ ἀποτελεῖ τὸ κυριότερο ὅπλο τοῦ πιστοῦ στὸν ἀγώνα του ἐναντίον τοῦ πονηροῦ: «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους· οὐ γὰρ ἔστιν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς ἰσχυρότερον ὅπλον» (Κλῖμαξ 21, ΡG 88, 9450). Μὲ τὴν προσευχὴ αὐτὴ ἀντιμετωπίζει ὁ πιστός τούς πειρασμοὺς καὶ καταπολεμεῖ τὰ πάθη. Καὶ ὅταν ἡ προσευχὴ ριζώσει στὴν καρδιά, ξεριζώνονται τὰ πάθη καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰρηνεύει μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἐλευθερώνεται.

Ὁ ἡσυχασμὸς πολεμήθηκε ἔντονα τὸν δέκατο τέταρτο αἰώνα ἀπὸ τὸν ἑλληνικῆς καταγωγῆς μοναχὸ Βαρλαάμ, ποὺ ἦρθε ἀπὸ τὴν Καλαβρία τῆς Ἰταλίας στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴ Θεσσαλονίκη. Τὴν πολεμική τοῦ Βαρλαὰμ καὶ τῶν ὁμοφρόνων του ἀνέτρεψε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος καὶ πρόβαλε τὴ θεολογικὴ θεμελίωση τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς. Ἔτσι ὁ ἡσυχασμὸς καὶ ἡ ἡσυχαστικὴ θεολογία συνδέθηκαν στενότερα μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ μὲ τὴν ἐποχή του.

Στοὺς κορυφαίους ἐκπροσώπους τῆς ἡσυχαστικῆς θεολογίας ποὺ ἀναπτύχθηκε ὡς τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκαταλέγονται ὁ ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, ὁ μοναχὸς Εὐάγριος, ὁ ὅσιος Μάρκος ὁ ἀσκητής, ὁ Διάδοχος ἐπίσκοπος Φωτικῆς, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης κ.α.

Σκοπὸς τοῦ ἡσυχασμοῦ εἶναι νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο σὲ προσωπικὴ σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ, ὅμως, αὐτὸ χρειάζεται νὰ ἐπιστρέψει ὁ ἄνθρωπος στὸν ἑαυτό του. Χρειάζεται νὰ ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀλλοτριωτικὴ ἐξωστρέφεια καὶ τὴν προσκόλλησή του στὸν κόσμο καὶ νὰ ἀναζητήσει τὴν ἐσωτερική του ἑνότητα καὶ καθαρότητα. Μόνο ἔτσι μπορεῖ νὰ ἀποκατασταθεῖ ὡς δημιούργημα «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ καὶ νὰ καθρεφτίσει μεσά του τὸν ὄντως Ὄντα Θεό. Συνέχεια

Δεκέμβριος 2018
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Σεπ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031