Ιούλιος 2021
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
 123
45678910
11121314151617
18192021222324
25262728293031

Κυριακή τοῦ Πάσχα Κείμενα

Ἀνάσταση! Ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

 

Ἀνάσταση! Ὁ θρίαμβος τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ.

Ἀρχιμ. Εὐσέβιου Βίττη.

«Ὁ Θεός ἀγάπη ἐστίν». Ὅσο κι ἄν μᾶς φαίνεται κατανοητή ἡ φράση αὐτή καί ὁ προσδιορισμός τοῦ νοήματός της, ὅμως ἀποτελεῖ μυστήριο, γιατί μυστήριο εἶναι ὁ ἴδιος ὁ Θεός, μέ τόν ὁποῖο ταυτίζεται. Ὅσο ἄπειρος εἶναι ὁ Θεός, τόσο ἄπειρη εἶναι καί ἡ ἀγάπη του. Καί ὅσο λίγο κατανοοῦμε τό Θεό, τόσο λίγο μποροῦμε νά κατανοήσουμε καί τό νόημα αὐτῆς τῆς φράσεως, ὅτι ὁ Θεός εἶναι ἀγάπη στήν ὁλότητά του, γιατί ξεπερνάει τά ὅρια τῆς περιορισμένης μᾶς λογικῆς. Μένουν ὅμως κάποια στοιχεῖα καί μερικά περιθώρια κατανοήσεως κάποιων ἐκδηλώσεων τῆς ἀγάπης τοῦ Θεοῦ, τόσο στή σύνολη δημιουργία, ὅσο καί στή σχέση τοῦ Θεοῦ μέ τόν ἄνθρωπο. Ἀλλιῶς δέ θά εἶχε νόημα ἡ ὁμιλία αὐτή.

Μία προσπάθεια προσεγγίσεως τῆς θείας ἀγάπης ἀποτελεῖ ἡ περιγραφή, πού ἐπιχειρεῖ σχετικά ὁ Ἅγιος Διονύσιος ὁ Ἀρεοπαγίτης μιλώντας γιά τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ὡς «ἐκστατικότητα τοῦ Θεοῦ». Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ εἶναι μία κατά κάποιον τρόπο μυστικόν καί ἀπροσπέλαστον νοητικά «ἔκσταση», δηλαδή ἔξοδος τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἑαυτό του, χωρίς ὅμως νά «ἐξίσταται» ὁ Θεός, χωρίς δηλαδή νά βγαίνει ἀπό τόν ἑαυτό του! Ἀκατανόητο αὐτό καί ἀντινομικό, ἀλλά μόνον ἔτσι μπορεῖ νά ἐκφραστεῖ αὐτή ἡ διαπίστωση.

Ὁ Θεός πληροί τά πάντα καί περιέχει τά πάντα, ἀλλά ὁ ἴδιος δέν περιέχεται ἀπό τίποτε. Πῶς λοιπόν εἶναι δυνατόν νά «ἐξίσταται» ὁ Θεός, ἀφοῦ δέν ὑπάρχει χῶρος γιά νά «ἐκστεῖ» ἔξω ἀπό αὐτόν, γιατί εἶναι ἀπερίληπτος; Πῶς μπορεῖ δέ νά ἐξίσταται, καί ὅμως νά παραμένει μή ἐξισταμένος; «Μείωση» ἤ «σμίκρυνση» τοῦ Θεοῦ εἶναι ἀπαράδεκτη καί ἀκατανόητη. Ἄς ἰδοῦμε ὅμως τί ἀκριβῶς μᾶς λέει ὁ Ἅγιος καί ἄς κατανοήσει ὁ καθένας μᾶς ὅ, τί μπορεῖ, ἀφοῦ ὁ χρόνος δέ μᾶς ἐπιτρέπει ἀναλύσεις καί σχολιασμούς. «Ἄς τολμήσουμε, λέει, νά ποῦμε ἐτοῦτο χάριν τῆς ἀλήθειας, ὅτι αὐτός ὁ αἴτιος τῶν ὅλων ἐξαιτίας τοῦ καλοῦ καί ἀγαθοῦ ἔρωτος γιά ὅλα ἀπό ὑπερβολή ἐρωτικῆς ἀγαθότητος βγαίνει ἔξω ἀπό τόν ἑαυτό του μέ τίς πρόνοιές του γιά ὅλα τά ὄντα.

Καί θέλγεται κατά κάποιον τρόπο ἀπό τήν ἀγαθότητα καί τήν ἀγάπη καί τόν θεῖο ἔρωτα. Ἀπό ἐκεῖ, πού εἶναι πάνω ἀπό ὅλα καί ὑψηλότερος ἀπείρως ἀπό αὐτά, κατεβαίνει σέ ὅλα μέ ἐκστατική δύναμη ὑπερούσια, χωρίς νά ἐξέρχεται οὐσιαστικά ἀπό τόν ἑαυτό του. Γι’ αὐτό κι ἐκεῖνοι, πού ξέρουν καλά τά θεία, τόν ἀποκαλοῦν ζηλωτή, ἐπειδή ἔχει πολύν αὐτόν τόν ἔρωτα πρός τά ὄντα. Καί ἐπειδή γι’ αὐτά προνοεῖ».

Καί ἐπεξηγεῖ ὁ ἅγιος Ἰερόθεος τήν ἔννοια τοῦ ὄρου ἔρως: «Τόν ἔρωτα εἴτε θεῖον εἰποῦμε εἴτε ἀγγελικόν εἴτε νοερόν εἴτε ψυχικόν εἴτε ἀκόμη καί φυσικόν, πρέπει νά τόν ἐννοήσουμε ὡς μία δύναμη πού προξενεῖ ἕνωση. Καί κινεῖ τά ἀνώτερα νά προνοοῦν γιά τά κατώτερα, ἐκεῖνα πού εἶναι τῆς ἴδιας σειρᾶς τά κινεῖ νά ἔχουν ἀμοιβαία συνοχή καί κοινωνία, καί τέλος κινεῖ τά κατώτερα νά ἐπιστρέψουν στά καλύτερα καί ἀνώτερά τους».

Ἑπομένως ὁ Θεός «ἐξίσταται» μέ μία πνευματική κίνηση ἀγαπητική πρός τά δημιουργήματά του, καί εἰδικότερα πρός τά λογικά πλάσματά του, ὅπως εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Καί ὁ ἅγιος Διονύσιος συνεχίζει: «Ὁ θεῖος ἔρως εἶναι ἀπό τή φύση τοῦ ἐκστατικός.

Δέν ἀφήνει τούς ἐραστές νά ἀνήκουν στόν ἑαυτό τους. Καί αὐτό τό δείχνουν ἀπό τήν πρόνοια, πού δείχνουν γιά τά κατώτερα. Ἐκεῖνα πού εἶναι τῆς ἴδιας σειρᾶς τή δείχνουν ἀπό τή μεταξύ τους συνοχή. Καί τά χαμηλότερα ἀπό τή θειότερη ἐπιστροφή τους πρός τά πρῶτα.Γι’ αὐτό ὁ θεῖος Παῦλος, πού κυριεύθηκε ἀπό τόν θεῖον ἔρωτα καί δοκίμασε τήν ἐκστατική του δύναμη, λέει μέ ἔνθεο στόμα: «δέν ζῶ ἐγώ, ἀλλά ζεῖ μέσα μου ὁ Χριστός», ὡς ἀληθινός ἐραστής, πού μέσα τοῦ εἶχε ὑποστεῖ ἔκσταση πρός τό Χριστό, ὅπως λέει ὁ ἴδιος στήν πρός Κορινθίους Ἐπιστολή του. Δέ ζοῦσε ἑπομένως τή δική του ζωή, ἀλλά τή ζωή τοῦ ἀγαπημένου του ὡς ὑπερβολικά ἀγαπητή καί ποθητΚαί ὁ μεγάλος θεολόγος, ὁ ὅσιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, λέει τά ἑξῆς: «Οἱ θεολόγοι ὀνομάζουν τό θεῖον ἄλλοτε ἔρωτα, ἄλλοτε ἀγάπη, ἄλλοτε ἐραστό καί ἀγαπητό. Γι’ αὐτό ὁ ἔρως, πού εἶναι ἀγάπη, κινεῖται (πρός τά ἔξω), ὡς ἐραστό δέ καί ἀγαπητό κινεῖ πρός τόν ἑαυτό τοῦ ὅλα ὅσα εἶναι δεικτικά ἔρωτος καί ἀγάπης. Συνέχεια

Ἡ Ἑορτὴ τοῦ Πάσχα-Ἱστορικές, θεολογικὲς καὶ λειτιουργικὲς ἐπισημάνσεις

Παναγιώτη Ι. Σκαλτσή

KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERAΟἱ ρίζες τῆς ἑορτῆς τοῦ Πάσχα βρίσκονται στὴν Ἰουδαϊκὴ παράδοση καὶ τὸ Μυστικὸ Δεῖπνο. Ὁ ἐνιαύσιος ἀμνὸς τῆς Ἐξόδου προτυπώνει τὸν ἀμνὸ τοῦ Θεοῦ πού θυσιάζεται γιὰ τὴ σωτηρία μας καὶ στὸ μυστικὸ Δεῖπνο γίνεται πασχάλιος βρώση καὶ πόση τῶν πιστών. Ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ ἀληθινὸ Πάσχα καὶ ἡ σχετικὴ βιβλικὴ ἑορτή συνδυάζει πλέον «καινὸν καί παλαιόν… φθαρτὸν καὶ ἄφθαρτον… παλαιὸν μὲν κατὰ τὸν νόμον, καινὸν δὲ κατὰ τὸν λόγον… φθαρτὸν διὰ τὴν τοῦ προβάτου σφαγήν, ἄφθαρτον διὰ τὴν τοῦ Κυρίου ζωὴν».

Τὸ γεγονὸς αὐτό, ὅτι δηλαδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ Πάσχα, οἱ πρῶτοι χριστιανοὶ τὸ ἑόρταζαν κάθε φορά πού τελοῦσαν τὴ θεία Εὐχαριστία, τὴ μία τῶν σαββὰτων, τὴν Κυριακὴ δηλαδή, ὡς ἡμέρα τῆς Ἀνάστασης τοῦ Κυρίου. Γιὰ τὴν ἐτήσια ἀνάμνηση τοῦ Πάσχα ἀρχικὰ ὑπῆρχε ἕνας προβληματισμὸς ἂν θὰ πρέπει νὰ ἑορτάζεται. Σύμφωνα μὲ ἕνα ἀπόκρυφο κείμενο τοῦ δεύτερου αἰώνα, τὴν «Ἐπιστολὴ τῶν ‘Ἀποστόλων», ἔργο Μικρασιατικῆς προέλευσης, τὸ Πάσχα αὐτήν τὴν ἐποχή προσέλαβε τὸ χαρακτήρα τῆς ἐτήσιας ἑορτῆς ταυτιζόμενο ὅμως μὲ τὸ πάθος καὶ τὸ θάνατο τοῦ Κυρίου.

Κατὰ τὰ Ἰουδαϊκὰ πρότυπα οἱ πιστοί τῆς Μικρᾶς Ἀσίας τὸ ἑόρταζαν τὴν 14η τοῦ μηνὸς Νισσάν, γι’ αὐτό καὶ ἔλαβαν τὴν προσωνυμία τεσσαρεσκαιδεκατίτες. Ἀντιθέτως οἱ ἄλλες Ἐκκλησίες, Ἀνατολῆς καὶ Δύσεως, κατὰ τὸ παράδειγμα τοῦ Ἀποστόλου τῶν ἐθνῶν Παύλου, πού πρῶτος διέκρινε τὸ Χριστιανικὸ Πάσχα ἀπὸ τὸ Νομικό, συνέδεσαν τὸ Πάσχα ὄχι μόνο μὲ τὸ πάθος ἀλλὰ καὶ μὲ τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Προτίμησαν δὲ τὸν ἐτήσιο ἑορτασμὸ του μετὰ τὴν 14η τοῦ μηνὸς Νισσάν, γιὰ νὰ μὴν θυμίζει τὰ ἰουδαϊκὰ ἔθιμα.

Ἡ πρώτη Κυριακὴ «μετὰ τὴν πανσὲληνον τῆς ἐαρινῆς ἰσημερίας» ἐπελέγη ὡς ἡ πλέον πρόσφορος γιὰ τὴν ἐν λόγω ἑορτή. Στὴν ὡς πρὸς τὸ θέμα αὐτό εἰρήνευση τῶν Ἐκκλησιῶν συνέβαλαν ἀρχικὰ οἱ Πολύκαρπος Σμύρνης καὶ Εἰρηναῖος Λυώνος. Τὴν τελικὴ λύση τὴν ἔδωσε ἡ Α’ Οἰκουμενικὴ Σύνοδος (325), ἡ ὁποία μὲ βάση τὸ Ἀλεξανδρινὸ ἡμερολόγιο, καθόρισε νὰ ἑορτάζεται τὸ Πάσχα «τὴν Κυριακὴν ἥτις ἕπεται τῆς πρώτης πανσελήνου τοῦ ἔαρος». Κριτήριο γιὰ τὴν ἐπιλογὴ αὐτή ἦταν ἡ ἀποσύνδεση τοῦ χριστιανικοῦ Πάσχα ἀπὸ τὸ Ἰουδαϊκό. Συνέχεια

ΤΟ ΣΤΑΥΡΟΑΝΑΣΤΑΣΙΜΟ ΠΑΣΧΑ

 π. Βασιλείου Ἰ. Καλλιακμάνη

Τό Εὐαγγελικό ἀνάγνωσμα (Ἰωάν. 1, 1-17)

Θεολογική καί κοινωνική προσέγγιση

christα) Ὁ Σταυρός ὁδηγεῖ στήν Ἀνάσταση, ἡ Μεγάλη Παρασκευή κυοφορεῖ τή λαμπροφόρο Κυριακή τοῦ Πάσχα. Τή λύπη, τήν ἀθυμία καί τήν ἀπόγνωση διαδέχεται ἡ χαρά καί ἡ εἰρήνη τῆς Ἀναστάσεως. Χωρίς τό Σταυρό δέ νοεῖται Ἀνάσταση καί χωρίς Ἀνάσταση δέν ἔχει νόημα ὁ Σταυρός. Γι’ αὐτό καί τό ὀρθόδοξο Πάσχα εἶναι σταυροαναστάσιμο. Καί κάθε ἄνθρωπος μετέχει ὁλόσωμα καί ὁλόψυχα στή μεγάλη ἑορτή τῆς πίστης καί τῆς συνάντησης μέ τόν Ἀναστημένο Κύριο. Ἡ συμπόρευση καί ἡ συσταύρωση μέ Αὐτόν τόν καθιστᾶ μέτοχο τοῦ θείου φωτός καί τόν φέρνει σέ πραγματική κοινωνία μέ τούς ἐν Χριστῷ ἀδελφούς.

β) Ὁ εὐαγγελιστής Ἰωάννης, στή σημερινή περικοπή (Ἰωάν. 1, 1-17), ἀναφέρει ὅτι ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ἔγινε ἄνθρωπος. Προσέλαβε ἀνθρώπινη σάρκα καί σκήνωσε ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους, φανερώνοντας ἔτσι τή θεϊκή Του δόξα. Εἶναι τό φῶς τό ἀληθινό, πού φωτίζει κάθε ἄνθρωπο πού ἔρχεται στόν κόσμο. Γιά νά ἀναγνωρίσει ὅμως ὁ ἄνθρωπος τή θεϊκή παρουσία, χρειάζεται καταρχήν νά ἔχει οἰκειωθεῖ τό θεῖο φῶς διά τοῦ βαπτίσματος στό ὄνομα τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Ὁπότε ἡ ἔνταξη στό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, τήν Ἐκκλησία, καί ἡ μέθεξη τῶν ἱερῶν μυστηρίων τόν καθιστοῦν δεκτικό τοῦ θείου φωτισμοῦ.

γ) Παράλληλα, ἀπαιτεῖται καί ἡ διαρκής ἀνθρώπινη συναίνεση καί προσπάθεια μέσω τῆς ἄσκησης. «Καθαρθῶμεν τὰς αἰσθήσεις καὶ ὀψόμεθα τῷ ἀπροσίτῳ φωτὶ τῆς ἀναστάσεως», ψάλλει ὁ ἱερός Ὑμνωδός. Σέ αὐτό συμβάλλει καί ἡ νηστεία, ἡ μετάνοια, ἡ ἐγκράτεια, ἡ ἐσωτερική συντριβή ἀλλά καί ἡ ἔμπρακτη ἄσκηση τῆς ἀγάπης. Ὁρισμένοι βλέπουν τόν Χριστό μόνο ὡς Θεό, ἐνῶ ἄλλοι τόν βλέπουν μόνο ὡς ἄνθρωπο. Οἱ πρῶτοι τόν τοποθετοῦν τόσο ψηλά πού δέν τόν φτάνουν. Οἱ δεύτεροι τόν ἀπογυμνώνουν ἀπό τή θεότητα, στερώντας οὐσιαστικά ἀπό τόν ἄνθρωπο τή δυνατότητα νά γίνει θεός κατά χάριν καί νά ὑπερβεῖ τή φθορά καί τό θάνατο.

δ) Ὁ Χριστός ὅμως ὡς Θεάνθρωπος ἀνοίγει τήν ὁδό τῆς νίκης ἐναντίον τοῦ θανάτου καί γίνεται «πρωτότοκος ἐκ τῶν νεκρῶν». Τήν πορεία αὐτή μπορεῖ νά ἀκολουθήσει καί ὁ χριστιανός. Σταυρώνει τά πάθη του γιά νά συναναστηθεῖ μέ τόν Χριστό. Πεθαίνει διά τῆς μετανοίας καί τῶν δακρύων γιά τή ζωή τῆς ἁμαρτίας καί γεύεται ἀπό τήν παρούσα ζωή τά ἀγαθά τῆς Ἀνάστασης. Τηρεῖ φιλότιμα τίς θεῖες ἐντολές καί οἰκειώνεται τίς ἀρετές, πού τόν ἐλευθερώνουν ἀπό τή φθορά καί τό θάνατο: «Θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει» (Ρωμ. 6, 9).

ε) Τό φῶς τῆς Ἀναστάσεως ἐκχέεται πλουσιοπάροχα στόν κόσμο. Ἀπαιτοῦνται ὅμως καθαρά αἰσθητήρια καί καθαροί ὀφθαλμοί, γιά νά ἀναγνωρίσουν οἱ ἄνθρωποι τήν ἐνέργεια τοῦ ἀναστάσιμου φωτός. Συχνά ἡ πνευματική τύφλωση ἐμποδίζει αὐτή τήν κοινωνία. Ἀλλά αὐτές τίς ἅγιες ἡμέρες ὅλοι αἰσθάνονται, ἔστω ἀμυδρά, μιά ἀχτίδα τοῦ θείου φωτός νά φωτίζει τό νοῦ καί τήν καρδιά τους. Στήν ὀρθόδοξη ἀνατολική παράδοση, παρά τήν ἀλλοτρίωση, διασώζονται ἀκόμη καί λαϊκά ἔθιμα πού δηλώνουν ὅτι οἱ ἄνθρωποι δέν ἔχουν λησμονήσει παντελῶς τό φῶς τῆς βαπτίσεώς τους. Ἡ λαμπάδα, ὁ ἀναστάσιμος χαιρετισμός, τό κοινό τραπέζι, τό κόκκινο μαντήλι τῆς Μ. Πέμπτης, ὁ ἐν Χριστῷ ἀσπασμός τῆς ἀγάπης, ἡ ἐπίσκεψη στά μνήματα κ.ἄ., εἶναι ὁρισμένα ἀπό αὐτά. Συνέχεια

Ἡ Κυριακή του Πάσχα

Fr.Lev Gillet

imagesCAXPADS4«Αὔτη ἡ κλητὴ καὶ ἁγία ἡμέρα, ἡ μία τῶν Σαββάτων, ἡ βασιλὶς καὶ κυρία, ἑορτὴ ἑορτῶν καὶ πανήγυρις ἐστὶ πανηγύρεων!…» ψάλλουμε στὴν ὀγδόη ὠδὴ τοῦ πασχαλιάτικου Ὄρθρου.

Ἡ Κυριακή του Πάσχα ὀνομάζεται «πανήγυρις πανηγύρεων». Θὰ ἦταν θεολογικὰ ἀνακριβὲς νὰ ποῦμε ὅτι τὸ Πάσχα εἶναι, κατὰ τρόπο ἀπόλυτο, ἡ μεγαλύτερη ἀπὸ τὶς γιορτὲς τῆς Χριστιανοσύνης. Εἶναι βέβαια σπουδαιότερη ἀπὸ τὰ Χριστούγεννα ἢ τὰ Θεοφάνεια, δὲν μποροῦμε ὅμως νὰ ποῦμε ὅτι ἡ Πεντηκοστὴ εἶναι λιγότερο σημαντικὴ ἀπὸ τὴν Ἀνάσταση. Ὡστόσο οἱ Πασχάλιες πανηγύρεις -καὶ ἐδῶ πρέπει στὴν Κυριακή τοῦ Πάσχα νὰ συνδέσουμε καὶ τὴ Μεγάλη Πέμπτη καὶ τὴν Μεγάλη Παρασκευὴ- δίνουν στὸ Μυστήριο τῶν Χριστουγέννων τὸ πλήρωμα τοῦ περιεχομένου τους καὶ ἀποτελοῦν τὸ ἀναγκαῖο προοίμιο τῆς Πεντηκοστῆς.

Τὸ Πάσχα εἶναι λοιπὸν τὸ κέντρο, ἡ καρδιὰ καὶ ὁ πυρήνας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔτους. Ἀπὸ τὴν ἡμερομηνία αὐτὴ ἐξαρτᾶται ὅλος ὁ λειτουργικὸς κύκλος, ἐπειδὴ ἀπὸ αὐτὴ καθορίζονται ὅλες οἱ κινητὲς γιορτὲς τοῦ ἡμερολογίου.

Ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ διακηρύσσεται μὲ κάθε ἐπισημότητα κατὰ τὸν Ὄρθρο τῆς Κυριακῆς τοῦ Πάσχα, μία ἀκολουθία ποὺ τελεῖται εἴτε τὴν Κυριακὴ τὸ πρωὶ πολὺ νωρίς, εἴτε κατὰ τὰ μεσάνυχτα τοῦ Μεγάλου Σαββάτου. Πρὶν ἀρχίσει ἡ ἀκολουθία ὁ κεντημένος «Ἐπιτάφιος», ποὺ εἶχε τοποθετηθεῖ πάνω στὸ ἀνθοστόλιστο κουβούκλιο τοῦ Ἐπιταφίου στὸ μέσον τοῦ ναοῦ, μεταφέρεται στὸ ἱερὸ καὶ τοποθετεῖται στὴν Ἁγία Τράπεζα. Μετὰ ἀπὸ τὸν κανόνα μὲ τὶς ἐννέα Ὠδὲς ποὺ ψάλλονται καὶ ἀπόψε, ὁ προεξάρχων ἐπίσκοπος ἢ ἱερέας ἐμφανίζεται στὴν Ὡραία Πύλη. Κρατᾶ ἕνα ἀναμμένο κερί, ἐνῶ ὁ χορὸς ψάλλει τό, «Δεῦτε λάβετε φῶς ἐκ τοῦ ἀνεσπέρου φωτὸς καὶ δοξάσατε Χριστὸν τὸν ἀναστάντα ἐκ νεκρῶν» .

Γιὰ ἄλλη μία φορὰ ἡ Ἐκκλησία μᾶς παρουσιάζει τὸ μυστήριο τῆς χριστιανικῆς μας πίστης ὡς μυστήριο τοῦ Φωτός. Ἐκεῖνο τὸ Φῶς, τοῦ ὁποίου τὴ γέννηση ὑπέδειξε τὸ ἄστρο τῆς Βηθλεέμ, ἔλαμψε ἀνάμεσά μας μὲ μία λάμψη διαρκῶς αὐξανόμενη· τὸ σκότος τοῦ Γολγοθᾶ δὲν μπόρεσε νὰ τὸ σβήσει. Ξαναφέγγει τώρα ἀνάμεσά μας καὶ ὅλα αὐτὰ τὰ ἀναμμένα κεριὰ ποὺ κρατοῦν στὰ χέρια τους οἱ πιστοὶ μαρτυροῦν τὸν θρίαμβό Του. Μὲ τὸν τρόπο αὐτὸ δηλώνεται ἡ βαθιὰ πνευματικὴ σημασία τοῦ Πάσχα. Ἡ σωματικὴ ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ θὰ ἦταν γιὰ μᾶς χωρὶς σημασία, ἂν τὸ φῶς τοῦ Χριστοῦ δὲν καταύγαζε ταυτοχρόνως καὶ τὸ ἐσωτερικό μας. Δὲν μποροῦμε νὰ γιορτάσουμε ἐπάξια τὴν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ, ἂν μέσα στὴν ψυχή μας τὸ φῶς ποὺ ἔφερε ὁ Σωτήρας μας δὲν νικήσει ἐντελῶς τὸ σκοτάδι τῶν ἁμαρτιῶν μας. Συνέχεια