῾Ο κύρ Κρουάξ-Πακακακρουάξ

Τίτλος: Ο κύρ Κρουάξ  Πακακρουάξ (Εικονογραφημένο)
Διαστάσεις: 21×29
Δεμένο: Ναι
Σελίδες: 26

Στήν ἄκρη ἑνός ὄμορφου καί καταπράσινου δάσους ἦταν μιά μικρή λίμνη γεμάτη νούφαρα καί ἀγριόπαπιες. Σ᾿ αὐτή τή λίμνη ζοῦσε κάποτε ἕνας βατραχάκος. Τό κορμί του ἦταν πράσινο ὅπως ἡ χλόη καί εἶχε ἐδῶ καί ἐκεῖ πεταμένες καφετιές ὁλοστρόγγυλες βοῦλες. Αὐτή ἡ φορεσιά ἄρεσε πάρα πολύ τοῦ βατραχάκου μας. Δοκίμασε βλέπεις καί ἄλλες, μά τούτη δῶ τήν ἔβαλε στήν καρδιά του καί ποτέ δέν τήν ξανάβγαλε.

Στό κεφάλι του εἶχε δύο πολύ ζωηρά μάτια πού ἔβλεπαν ἀπό μακριά ὅ,τι γινόταν γύρω στή λίμνη. Εἶχε μιά ἀστεία φωνή καί μ᾿ αὐτή καλημέριζε, καλησπέριζε καί ἔπιανε κουβέντα μ᾿ ὅλους τούς κατοίκους τοῦ πυκνοῦ δάσους καί τῆς λίμνης.

῎Ετσι καί σήμερα. Σάν ξημέρωσε ὁ Θεός τή μέρα….

— Κρουάξ-πακακακρουάξ, καλημέρα, κυρ-Τζίτζικα, φώναξε καί φλάπ πῆρε μιά βουτιά στή λιμνούλα.

— Τζί-τζί, καλημέρα, φίλε μου βατραχάκο, ἀπάντησε ὁ κυρ-Τζίτζικας καί χασμουρήθηκε. Πάρε καί γιά μένα μιά βουτιά, γιατί ἐγώ πρέπει νά τραγουδήσω βιαστικά γιά νά ξυπνήσω τούς κατοίκους τοῦ δάσους.

— Κρουάξ-κρουάξ, γιατί κυρ-Τζίτζικα τούς ξυπνᾶς τόσο πρωί; ρώτησε πάλι ὁ βατραχάκος.

— Τζί-τζί, γιατί πρέπει νά βιαστοῦνε, φίλε μου, νά κάνουν τίς δουλειές τους, πρίν πιάσει ἡ ζέστη. Καί θά κάνει πολλή ζέστη σήμερα.

— Κρουάξ-πακακακρουάξ, σ᾿ ἀγαπῶ πολύ, κυρ-Τζίτζικα, εἶσαι τόσο καλός, κοπιάζεις γιά νά βοηθήσεις τούς ἄλλους. Κρουάξ-κρουάξ, πόσο θέλω νά σοῦ μοιάσω! Εἶναι τόσο ὡραῖο πράγμα ν᾿ ἀγαπᾶς καί νά βοηθᾶς τούς ἄλλους, σκέφθηκε ὁ βατραχάκος καθώς ἔπεσε στό νερό, καί φλάπ πῆρε ἄλλο ἕνα μακροβούτι.

— Πά-πά-πά! Καλημέρα βατραχάκο. Βουτιές κάνεις πρωί πρωί; ρώτησε μέ καλοσύνη ἡ ἀγριόπαπια.

— Κρουάξ-πακακακρουάξ. Δέν ξέρω τί ἄλλο νά κάνω καί βουτάω στό νερό γιά νά ξεμουδιάσω. ᾿Εσύ ποῦ πᾶς ἔτσι φουριόζα κυρα-᾿Αγριόπαπιά μου;

—Πά-πά-πά. Τρέχω, ὅσο μπορῶ πιό γρήγορα γύρω ἀπό τή λίμνη, γιά νά εἰδοποιήσω τίς ἀγριόπαπιες καί ὅλα τά ἄλλα πουλιά πώς κινδυνεύουν. Πρωί-πρωί φάνηκαν κυνηγοί στό δάσος καί πρέπει νά βιαστοῦνε νά κρυφτοῦν καί νά κρύψουν τά παιδιά τους.

— Κρουάξ; Δέν φοβᾶσαι πού πετᾶς ὁλόγυρα; Γιατί δέν ψάχνεις νά κρυφτεῖς πρῶτα ἐσύ; ῞Αμα σέ συναντήσουν οἱ κυνηγοί;

— Φοβᾶμαι λέει; ῾Η καρδιά μου τό ξέρει. ᾿Αλλά πῶς νά στό πῶ; Δέν τό πάει ἡ καρδιά μου νά κρυφτῶ καί νά σωθῶ μόνο ἐγώ. Πρέπει νά τρέξω καί μάλιστα ὅσο πιό γρήγορα μπορῶ. Αὐτό εἶναι τό σωστό.

— Δύσκολο αὐτό! Θαύμασε ὁ βατραχάκος.

— Πάντα σχεδόν εἶναι δύκολο νά κάνεις τό σωστό. ᾿Αλλά στ᾿ ἀλήθεια, εἶναι πολύ ὄμορφο σάν τά καταφέρεις.

— Πόσο μέ συγκινεῖς κυρ-᾿Αγριόπαπια, εἶσαι τόσο καλή! Κρουάξ-πακακακρουάξ, πόσο θέλω νά σοῦ μοιάσω!

— ῎Ωου! ῎Ωου, ἔκανε ἐκείνη τή στιγμή μέ παράπονο ἕνα νούφαρο, πού βρισκόταν στή γειτονιά τοῦ βατραχάκου μας.

— Κρουάξ! Γιατί κλαῖς νουφαράκι μου; ᾿Ακόμα δέν ἄνοιξες τά μάτια σου!

— ῎Ωου! ῎Ωου, συνέχισε κλαψουρίζοντας τό νούφαρο. Θεέ μου, συγχώρα τον.

— Παραμιλᾶς νουφαράκι μου; ρώτησε περίεργα ὁ βάτραχος.

— ῎Οχι βατραχάκο μου, λέω τήν προσευχή μου, ἀπάντησε τό νουφαράκι μαλακά!

— Γιά ἀνόητο μέ περνᾶς; ᾿Εσύ κλαῖς, καλό μου, ξανάπε ὁ βατραχάκος κι ἦταν ἕτοιμος καί αὐτός νά βάλει τά κλάματα.

— ῎Ωου! ῎Ωου, εἶναι ἀλήθεια ὅτι πονάω πολύ. Γι αὐτό παρακαλῶ τό Θεό νά συγχωρέσει τόν κυρ-Βοριά.

— Κρουάξ; Τόν κυρ-Βοριά; Τί σοῦ ᾿κανε πάλι αὐτός ὁ κύριος πρωί-πρωί;

— Νά, μόλις ἔστρωνα τά πράσινα φυλλαράκια μου πάνω στό νερό, γιά νά ἀνοίξω τά ὁλόλευκα πέταλά μου, πέρασε ὁ κυρ-Βοριάς πολύ θυμωμένος καί μέ ἀναποδογύρισε μέσα στό νερό, εἶπε κλαψουρίζοντας, τό νούφαρο.

— Κρουάξ-κρουάξ, γιατί δέν τοῦ μίλησες, νά καταλάβει ἐπιτέλους τό κακό πού κάνει μέ τίς φούριες του; εἶπε ὁ βατραχάκος.

— Θά τοῦ μιλήσω ὅταν ξεθυμώσει. Κι ἔπειτα πές ἐσύ, πές ἐγώ, καυγά ἐσύ καυγά ἐγώ, δέν βγαίνει τίποτα. Μόνο ἄν καταλάβει τό λάθος του, δέν θά τό ξανακάνει… …

 

Συνέχεια στό βιβλίο

     

Ιούλιος 2017
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Απρ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031