Περὶ τῶν βάσεων τῆς ὀρθοδόξου ἀσκήσεως

π.Σωφρόνιος Σαχάρωφ

Ἡ παρθενία καὶ ἡ σωφροσύνη

Ἡ παρθενία καὶ ἡ σωφροσύνη συνιστοῦν τὴ δεύτερη κύρια ὑπόσχεση τοῦ μοναχισμοῦ. Ἡ ἀντίληψη γύρω ἀπὸ τὴν παρθενία, ὡς ζωῆς κατ’ εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι παραδόξως τόσο λίγο ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸ σύγχρονο κόσμο, ἀκόμη καὶ ἀπό τούς Χριστιανούς, ὥστε καθίσταται ἀπαραίτητο νὰ ἐκθέσουμε τὴ δογματικὴ βάση αὐτῆς τῆς ὑπόσχεσης.

Ἡ δισχιλιετὴς πείρα τῆς Ἐκκλησίας μὲ ἀκαταμάχητη ἀξιοπιστία κατέδειξε ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς γενετήσιας λειτουργίας ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας ὄχι μόνο δὲν ἐπιφέρει βλάβη στὴν ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀντίθετα, ὅταν χρησιμοποιεῖται μὲ ὀρθό τρόπο αὐξάνει καὶ τὴ φυσικὴ ἀντοχή, τὴ μακροβιότητα καὶ τὴν ψυχικὴ ὑγεία του.

Κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες εἶναι δυνατὸ νὰ παρατηρήσει κανεὶς πλῆθος ἐπιστημονικῶν ἐργασιῶν, οἱ ὁποῖες διαπιστώνουν τὴν πνευματικὴ γονιμότητα ἐκείνου τὸ ὁποῖο ἡ σύγχρονη ψυχολογία ὀνομάζει «ἐξαϋλωμένη ἁγνεία». Πρέπει νὰ χαίρεται κανεὶς γιὰ τὴ διαπίστωση αὐτή, διότι σὲ κάθε ἐποχή δὲν ἔπαυσαν κάποιοι νὰ διαστρέφουν τὴν ἔννοια τῆς μοναχικῆς σωφροσύνης, ἀκόμη μάλιστα καὶ νὰ ἀντιτίθενται σὲ αὐτή, σὰν φαινόμενο παθολογικὸ καὶ «παρὰ φύσιν».

Ἐν τούτοις ὀφείλουμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ σύγχρονη πείρα στὸν τομέα αὐτό ἀπέχει ἀκόμη πολὺ ἀπὸ τὴ δυνατότητα νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴν ἀδιάκοπη καὶ αἰωνόβια πείρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἔχει τὴν ἀξίωση μὲ κάποιο τρόπο νὰ τὴ διορθώσει ἢ νὰ τὴν ἐμπλουτίσει. Ἀπὸ ἐκεῖ εὔκολα κατανοεῖται τὸ μικρὸ ἐνδιαφέρον τῶν μοναχῶν γιὰ αὐτή. Προσπερνώντας τὴ λεπτομερῆ ἐξέταση τοῦ ζητήματος ἀπὸ δογματικὴ καὶ ἀνθρωπολογικὴ σκοπιά, θὰ ποῦμε μονάχα ὅτι γιὰ ἐμᾶς κύριο καὶ ἀναμφισβήτητο τεκμήριο δικαίωσης αὐτῆς τῆς ὑπόσχεσης, στὸ ὁποῖο ἄλλωστε ὁδηγοῦν ὅλες οἱ ἄλλες ἀποδείξεις,εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς ἐν παρθενία ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Κυρίου «Σᾶς ἔδωσα τὸ παράδειγμα» (Ἰωάν. ιγ ’15). Μόνο κάποιος ἐντελῶς ἀσύνετος θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε «παρὰ φύσιν».

Μπροστὰ ἀπὸ ἐμᾶς τούς χριστιανοὺς στέκεται τὸ ἀπόλυτο αἴτημα: νὰ γίνουμε ὅμοιοι, ἂν εἶναι δυνατό, μὲ τὸν Ἄνθρωπο-Χριστὸ (σὲ ὅλα) ἔτσι ὥστε μέσα ἀπὸ αὐτήν τὴν ἐξομοίωση νὰ κατορθώσουμε τὴν ἐξομοίωση μὲ τὸν Θεό, πού εἶναι ὁ ὕστατος σκοπὸς καὶ ἡ ὕψιστη ἔννοια τῆς ὕπαρξής μας…Ὁ ἅγιος Μεθόδιος τοῦ Ὀλύμπου, στὸ ἒργο του «Τὸ συμπόσιο τῶν δέκα Παρθένων» μιλᾶ γύρω ἀπὸ τὴν παρθενία σὰν ἕνα ἔργο «ἄκρως μεγάλο» καὶ σὰν «μυστήριο». Καὶ ἀναμφίβολα, ἐὰν ὁ γάμος εἶναι μυστήριο, τότε καὶ ἡ παρθενία εἶναι παρομοίως μυστήριο τῆς Ἐκκλησίας.

Ἡ παρθενία καὶ ἡ σωφροσύνη κάτω ἀπὸ τὴ χριστιανικὴ ἔννοια διαφέρουν οὐσιαστικὰ ἀπὸ ἐκεῖνο πού ἐννοοῦσαν καὶ μέχρι σήμερα ἐννοοῦν οἱ ἐκτὸς Ἐκκλησίας μὲ τὶς ἴδιες λέξεις. Οἱ ἔννοιες παρθενία καὶ σωφροσύνη εἶναι συγγενεῖς ὄχι ὅμως ταυτόσημες. Κατὰ τὴ μοναχικὴ κουρά, ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι προσέρχονται στὸ μοναχισμὸ μετὰ τὸ γάμο, ἢ ἐξώγαμες σχέσεις, ἀπαγγέλουν τὴν ὑπόσχεση τῆς σωφροσύνης, δηλαδὴ τῆς ὁλοκληρωτικῆς ἐγκράτειας στὸ μέλλον, ἐνῶ ἐκεῖνοι οἱ ὁποῖοι δὲν γνώρισαν ἄλλο σῶμα δίνουν τὴν ὑπόσχεση τῆς παρθενίας.

Ἡ σωφροσύνη, ὅπως δείχνει καὶ ἡ ἴδια ἡ λέξη, σημαίνει τὴν ἀκεραιότητα ἢ τὴν πληρότητα τῆς φρόνησης.

Στὴν Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔννοια αὐτή συνδέεται ὄχι μόνο ἡ νίκη πάνω στὴ σαρκικὴ ἕλξη καὶ γενικὰ πάνω στὸ «σαρκικὸ φρόνημα», δηλαδὴ «ἡ νίκη πάνω στὴ φύση», ἀλλά καὶ ἡ ἀπόκτηση τοῦ συνόλου τῶν τελειοτήτων, οἱ ὁποῖες προσιδιάζουν στὴ φρόνηση καὶ ἡ ἔκφρασή τους εἶναι ἡ σταθερὴ διαμονὴ στὸν Θεὸ «ἐξ ὅλης τῆς διανοίας καὶ ἐξ ὅλης τῆς καρδίας». Στὴν τελειότερή της μορφὴ ἡ ἄσκηση τῆς σωφροσύνης ἀποκαθιστᾶ τὴν κατὰ τὸ πνεῦμα παρθενικὴ κατάσταση τοῦ ἄνθρωπου ὑπερφαλαγγίζοντας τὴν ἀνεπανόρθωτη ἀπώλεια τῆς σωματικῆς παρθενίας.

Τὴ γνήσια παρθενία οἱ Ἅγιοι Πατέρες ὁρίζουν ὡς ὑπερφυσικὴ κατάσταση. Στὴν τέλειά της μορφὴ θεωρεῖται ὡς ἀδιάκοπη διαμονὴ στὴ θεία ἀγάπη, ὡς ἐκπλήρωση τῆς ἐντολῆς τοῦ Χριστοῦ «ἀγαπήσεις… τὸν Θεὸν ἐξ ὅλης τῆς καρδίας, ἐξ ὅλης τῆς διανοίας, ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς, ἐξ ὅλης τῆς ἰσχῦος». Κάτω ἀπὸ τὸ φῶς αὐτοῦ τοῦ κριτηρίου, κάθε παρέκκλιση τοῦ νοῦ καὶ τῆς καρδιᾶς ἀπὸ τὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ ἐκλαμβάνεται ὡς πνευματικὴ «μοιχεία», παράβαση δηλαδὴ σὲ βάρος τῆς θείας ἀγάπης.

Ἡ παρθενία δὲν εἶναι ἄγνοια τῆς βιολογικῆς καὶ πλήρως φυσικῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου. Τὸ μεγαλύτερο καὶ μοναδικὸ παράδειγμα τῆς τελειότητας, ἡ Ἀειπάρθενος Μαρία, τὴν ὥρα τοῦ Εὐαγγελισμοῦ ἀπὸ τὸν Ἄγγελο τῆς γέννησης ἀπὸ Αὐτήν Υἱοῦ, ἀπάντησε μὲ τὴν ἐρώτηση: «Πῶς θὰ μοῦ συμβεῖ αὐτό, ἀφοῦ ἄνδρα δὲν γνωρίζω»; Μὲ αὐτό ἀπέδειξε ὅτι εἶχε γνώση γύρω ἀπὸ τὸ ζήτημα.

Τὸ νὰ μὴν ἔχει διαφθαρεῖ τὸ σῶμα δὲν εἶναι αὐτὸ καθ’ αὐτὸ παρθενία. Ἕνας ἀπό τούς μεγαλύτερους ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας, ὁ Μέγας Βασίλειος, μὲ πικρία εἶπε γιὰ τὸν ἑαυτό του «Καὶ γυναίκα δὲν γνωρίζω καὶ παρθένος δὲν εἶμαι», δηλαδὴ μὲ τὴν πλήρη ἔννοια τῆς λέξης. Ἐκτὸς ἀπὸ τὶς σχέσεις μὲ ἄλλο σῶμα, ὑπάρχουν πολλὰ ἄλλα εἴδη διαφθορᾶς καὶ αὐτοδιαφθορᾶς, τῶν ὁποίων τὴν περιγραφὴ ἀποφεύγει ἡ Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία,γιὰ νὰ μὴ δημιουργήσει στὸ νοῦ ἐκείνου ποῦ μιλᾶ ἢ ἀκούει κάποια εἰκόνα ἁμαρτίας. Καὶ ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δὲν γνωρίζει τὴ φυσικὴ πράξη, ἀλλά μόνο μὲ τὸ νοῦ θὰ ἀφεθεῖ σὲ αὐτή καὶ ὀνειροπολώντας θὰ τὴν ἐπιθυμήσει, ἤδη δὲν εἶναι πλήρως παρθένος.

Κατὰ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἀντίληψη ὑπάρχουν τρεῖς βαθμοὶ πνευματικῆς κατάστασης τοῦ ἀνθρώπου: ἡ ὑπερφυσικὴ κατάσταση, ἡ φυσικὴ καὶ ἡ παρὰ φύσιν ἢ ἐναντίον τῆς φύσης. Ἡ παρθενία καὶ ἡ μοναχικὴ σωφροσύνη, ἂν ἐννοηθοῦν ὡς δωρεὲς τῆς χάριτος, ἀνήκουν στὴν πρώτη κατάσταση. Στὴ δεύτερη κατάσταση κατατάσσεται ὁ εὐλογημένος γάμος. Κάθε ἄλλη μορφὴ σαρκικῆς ζωῆς εἶναι πνευματικὰ ἢ κατώτερη ἢ παρὰ φύσιν.

Οἱ Πατέρες λέγουν: «μὴ ἐπιχειρεῖς αὐτό πού εἶναι πάνω ἀπὸ τὴ φύση, γιὰ νὰ μὴ πέσεις στὸ παρὰ φύση». Ἀπὸ αὐτό προκύπτει ὁ κανόνας πού λέει ὅτι κανεὶς δὲν πρέπει νὰ γίνεται δεκτὸς στὸν μοναχισμὸ χωρὶς προκαταρκτικὴ δοκιμασία. Μοναχὸς πού δὲν φυλάσσει σωφροσύνη στέκεται πολὺ χαμηλότερα στὸ ἐπίπεδο τῆς σωτηρίας ἀπὸ τὸν ἔντιμο γάμο, πού τιμᾶται στὴν Ἐκκλησία ὡς ὁδός σωτηρίας. Καὶ ἐὰν λάβουμε ὑπ’ ὄψη ὅτι ἐκεῖνος πού ἔδωσε ἤδη τὶς μοναχικὲς ὑποσχέσεις στερεῖται τοῦ δικαιώματος ἐκκλησιαστικοῦ γάμου, τότε κάθε ἐκ μέρους τοῦ παράβαση τῆς ἁγνείας θεωρεῖται ὡς πτώση καὶ μάλιστα σὲ κατάσταση κάτω ἀπὸ τὴ φύση.

Ὁ καθαγιασμένος γάμος, ὁ πειθαρχημένος, ὁ χωρὶς διαστροφή, διατηρεῖ τὸν ἄνθρωπο φυσικὰ καὶ ἠθικά, ἐνῶ κάθε ἄλλη μορφὴ σαρκικῆς ἀπόλαυσης, ἔστω καὶ μόνο σὲ ὀνειρώδη μορφή, διαφθείρει ὁλόκληρο τὸν ἄνθρωπο, δηλ. τὴν ψυχὴ καὶ τὸ σῶμα. Ἡ καταστρεπτικὴ αὐτή ἐνέργεια ἐντείνεται ἰδιαίτερα ὅταν ὁ μοναχὸς προσκόπτει καὶ ἀθετεῖ ἔτσι τὶς ὑποσχέσεις πού ἔχει δώσει στὸν Θεό, γιατί στὴν περίπτωση αὐτή ἡ ἐσωτερικὴ σύγκρουση ἀπὸ τὴν ἀπώλεια τῆς χάριτος παίρνει ἀσύγκριτα βαθύτερο χαρακτήρα καὶ οἱ μαρτυρικὲς τύψεις τῆς συνείδησης μποροῦν νὰ φτάσουν μέχρι τὸ σκοτάδι τῆς ἀπόγνωσης. Οἱ ὀνειροπολήσεις γύρω ἀπὸ τὴ σαρκικὴ σχέση, ὅταν ἀπουσιάζει ἡ σαρκικὴ πράξη, ὁδήγησαν πολλοὺς σὲ σοβαρὲς ψυχικὲς ἀσθένειες, ἀκόμα καὶ μέχρι τὴν πλήρη παραφροσύνη. Γιὰ τὴ συχνότητα τῶν ὀλέθριων αὐτῶν περιπτώσεων μποροῦν νὰ μαρτυρήσουν καὶ οἱ ψυχίατροι.

Στὸ «συμπόσιο τῶν δέκα παρθένων» ὁ ἅγιος Μεθόδιος τοῦ Ὀλύμπου ἀναφέρει μεταξὺ ἄλλων ὅτι ἡ συνείδηση τῆς ἀνθρωπότητας ἀναπτυσσόταν καὶ αὔξανε πνευματικὰ μέχρι τὴ γνώση τῶν τελειότερων μορφῶν ζωῆς-τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς παρθενίας. Ἱστορικὰ ἡ ἐξέλιξη αὐτή πέρασε μέσα ἀπὸ τὶς ἑξῆς φάσεις: Κατ’ ἀρχήν, –ἐνῶ ὁ κόσμος δὲν ἦταν ἀκόμη γεμάτος μὲ ἀνθρώπους καὶ ἡ ἀνθρωπότητα ὄφειλε «αὐξάνεσθαι καὶ πληθύνεσθαι»– οἱ ἄνδρες ἐρχόντουσαν εἰς γάμου κοινωνία μὲ τὶς ἴδιες τους τὶς ἀδελφές. ‘Ἔπειτα, ὅταν πλήθυνε τὸ γένος τῶν ἀνθρώπων καὶ ἐξαπλώθηκε πάνω στὴ γῆ, ἡ θεία Πρόνοια μὲ τὴν προφητικὴ διδασκαλία ἀποτρέπει τοὺς ἀνθρώπους ἀπὸ τὸ εἶδος τῆς ζωῆς αὐτῆς πρὸς μία ὑψηλότερη ἠθικὰ ζωή, καὶ οἱ γάμοι μεταξὺ ἀδερφῶν θεωρήθηκαν «αἱμομιξίες».

Ἀργότερα οἱ ἄνθρωποι μεταβαίνουν στὴν ἔννοια τῆς μονογαμίας «γιὰ νὰ μὴ συνουσιάζονται μὲ πολλούς», ὅπως συμβαίνει μὲ τὰ ζῶα, «σὰν νὰ γεννήθηκαν μόνο γιὰ τὴ συνουσία», καὶ γιὰ νὰ μὴ συντελοῦνται «μοιχεῖες».

Στὴ συνέχεια ὁ Χριστιανισμὸς διδάσκει τοὺς ἀνθρώπους ἀκόμη ὑψηλότερη συνείδηση γιὰ τὴ ζωή, καὶ μέσα στὴν Ἐκκλησία εἰσάγεται νέος περιορισμὸς τῶν γάμων μὲ κριτήριο πλέον τοὺς βαθμοὺς τῆς πνευματικῆς ὡριμότητας· ἔτσι ἀπαγορεύονται, γιὰ παράδειγμα, γάμοι δυὸ ἀδελφῶν μὲ δυὸ ἀδελφές καὶ τὰ παρόμοια, πράγμα τὸ ὁποῖο ἐκτὸς Ἐκκλησίας παραμένει ἀκατανόητο καὶ μέχρι τώρα ἀκόμη. Μὲ τὴν ἀποστολικὴ διδασκαλία οἱ ἄνθρωποι ὁδηγοῦνται στὴν κατανόηση τοῦ «τίμιου γάμου» καὶ τῆς «ἀμίαντης κοίτης», ἀπ’ ὅπου τελικὰ ἀνέρχονται ὡς τὴ γνώση τῆς χριστιανικῆς παρθενίας, «μαθαίνοντας νὰ ἀνυψώνονται ὑπεράνω τῆς σάρκας εἰσχωρώντας στὸ ἀτάραχο λιμάνι τῆς ἀφθαρσίας…».

Θὰ ἤθελα ἐδῶ νὰ παρατηρήσω τὴν ἄκρα ἐπικαιρότητα τοῦ κηρύγματος τῆς σωφροσύνης καὶ τῆς παρθενίας στὶς μέρες μας. Ἡ ἀπόκλιση ἀπὸ τὴ γαμήλια ἕνωση ὅπως καθορίζεται ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία καὶ κάθε παράβαση ἐναντίον της ὄχι μόνο ὑποβιβάζουν τὴ μορφὴ τοῦ ἀνθρώπινου εἶναι, ἀλλά ἐπισύρουν καὶ τὰ χειρότερα: τὴν ἀποσύνθεση τῆς προσωπικότητας, ἡ ὁποία κάνει τὴν ἁμαρτία, τὴ διάσπαση τῶν οἰκογενειῶν, τὴ διάλυση τῶν κρατῶν, τὴν καταστροφὴ καὶ τὸν ὄλεθρο ὁλόκληρων χωρῶν καὶ λαῶν. Σὲ σχέση μὲ ὅλα αὐτά πρέπει νὰ ποῦμε ὅτι, ἐὰν ἡ πνευματικὴ ἐξέλιξη τῆς ἀνθρωπότητας συνέχιζε πρὸς αὐτήν τὴν κατεύθυνση, ὅπως ὑποδεικνύει ὁ ἅγιος Μεθόδιος, τότε ἕνα ἀπὸ τὰ πλέον σπουδαῖα καὶ ἀνησυχητικὰ ἐρωτήματα γιὰ τὴ σύγχρονη σκέψη, αὐτό δηλαδή, τοῦ ἐλέγχου τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς, θὰ λάμβανε τὴν καλύτερη καὶ πράγματι ἄξια λύση, τὴν υἱοθεσία τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὸν Θεό.

Οἱ ἄγριες, ἐγκληματικὲς καὶ ἐντελῶς ἄφρονες θεωρίες προγραμματισμοῦ τοῦ πληθυσμοῦ τῆς γῆς μὲ τοὺς ἀλληλοεξοντωτικοὺς πολέμους, θὰ στερεῖτο βάσης στὴ συνείδηση τῶν ἀνθρώπων, καὶ ἡ ζωὴ στὴ γῆ θὰ ἀπέβαινε ἀληθινὰ ὅμοια μὲ τὴν οὐράνια: «Ἐλθέτω ἡ Βασιλεία σου»!

 

     

Σεπτέμβριος 2018
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Φεβ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30