Παρθενία καὶ μοναχισμὸς

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης,

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν γάμο, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν κατὰ φύση τρόπο ζωῆς γιὰ τὸν ὥριμο ἄνθρωπο, ὑπάρχει καὶ ἡ παρθενία ὡς ὑπὲρ φύση τρόπος ζωῆς. Στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τὴν πατερικὴ παράδοση ἐπισημαίνεται ἡ ὑπεροχὴ τῆς παρθενίας ἀπέναντι στὸν γάμο. Ἡ ἐπισήμανση ὅμως αὐτὴ δὲν ἀφορᾶ τὴν παρθενία καθεαυτήν, ἀλλὰ τὶς δυνατότητες ποὺ παρέχει στὸν πιστὸ γιὰ τὴν πνευματικὴ τελείωσή του. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «ἡ παρθενία οὔτε καλὸν καθ’ ἑαυτό, οὔτε κακόν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς τῶν μετιόντων προαιρέσεως ἑκάτερον γίνεται».

Μὲ τὴν πρόταξη τῆς παρθενίας τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο τοποθετεῖται ἐπάνω ἀπὸ κάθε κοινωνικὴ σκοπιμότητα ἤ βιολογικὴ νομοτέλεια καὶ ὑπογραμμίζεται ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀπόλυτη ἀξία του. Ταυτόχρονα ὅμως ἡ πρόταξη αὐτὴ δὲν μειώνει τὴν ἀξία τοῦ γάμου. Ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξίας τοῦ γάμου ἐξαίρει τὴν ὑπεροχὴ τῆς παρθενίας. Ἀντίθετα ἡ περιφρόνησή του προσβάλλει καὶ τὸ μεγαλεῖο της παρθενίας. Ἄλλωστε καὶ ὁ παρθένος ὀφείλει τὴν ὕπαρξή του στὸν γάμο. Τέλος, ἂν ὁ γάμος ἦταν κακός, τότε ἡ παρθενία ἔπρεπε νὰ θεωρεῖται ὑποχρεωτικὴ γιὰ τὸν πιστὸ καὶ νὰ μὴν ἐκλαμβάνεται ὡς ἰδιαίτερη χαρισματικὴ κατάσταση.

Ἡ ἀληθινὴ παρθενία προϋποθέτει τὴν αὐτοπροαίρετη παραίτηση ἀπὸ τὸ δικαίωμα συνάψεως γάμου. Ἡ παραίτηση αὐτὴ γίνεται δυνατὴ γιὰ ὅσους ἔχουν τὸ σχετικὸ χάρισμα: «Οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλ’ οἷς δέδοται». Καὶ στὸ ἐρώτημα, σὲ ποιοὺς δόθηκε αὐτό, ὑπάρχει ἡ ἀπάντηση· σὲ ὅσους θέλησαν καὶ ζήτησαν νὰ τὸ λάβουν. Ὅσοι ἐκλέγουν τὴν παρθενία ἐπιπόλαια ἐκθέτουν τὸν ἑαυτό τους σὲ σοβαροὺς ψυχικοὺς καὶ πνευματικοὺς κινδύνους. Ἡ καθολικὴ ἄσκησή της ἀπαιτεῖ ὑπεράνθρωπες προσπάθειες, ποὺ μόνο μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν. Τέλος ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν παρθενία κρίνοντας παράνομο τὸν γάμο αὐτοδεσμεύονται σὲ νέα νομικὴ ὑποχρέωση. Ἡ παρθενία ὅμως ὑπερβαίνει τὸν νόμο, γιατί ὑπερβαίνει καὶ τὴν φύση. Ὁ Θεὸς δὲν νομοθέτησε τὴν παρθενία, ἀλλὰ τὴν πρόβαλε ὡς χαρισματικὴ κατάσταση· «οἶδε γὰρ ὑπὲρ φύσιν τὸ χρῆμα». Ἡ «ὑπὲρ φύσιν» ὁδὸς τῆς παρθενίας προτυπώνει τὴν ζωὴ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ

Στὶς σχέσεις γάμου καὶ παρθενίας ἀναφέρεται ἰδιαίτερα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Κι ἐνῶ χαρακτηρίζει τὸν γάμο ὡς «μυστήριον μέγα», κάνει σαφῆ τὴν προτίμησή του γιὰ τὴν παρθενία ποὺ τηροῦσε καὶ ὁ ἴδιος. Ὁ γάμος δεσμεύει τὸν ἄνθρωπο στὸν κόσμο, ἐνῶ ἡ παρθενία διατηρεῖ ἀπρόσκοπτη τὴν ὁδὸ τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸ ἔργο του «Πρὸς μοναχὴν Ξένην» ἀναλύει τὶς δεσμεύσεις ποὺ συνεπάγεται ὁ γάμος καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ δημιουργεῖ γιὰ τὴν ἀμέριμνη καὶ ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωση στὸν Θεό. Συγκρίνοντας τέλος τὸν γάμο καὶ τὴν παρθενία σὲ σχέση μὲ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου σημειώνει ἐπιγραμματικὰ τὰ ἑξῆς: «Εἰ μὲν μὴ ἔλοιτο τὶς σώζεσθαι, λόγος πρὸς αὐτὸν ἡμῖν οὐδείς, εἰ δὲ τινι μέλει τῆς οἰκείας σωτηρίας, οὗτος ἴστω τὸν ἐν παρθενία βίον πολλῷ τοῦ μιγάδος ἀνυσιμώτερον ὄντα καὶ ἀπονώτερον»

Σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν γάμο, ποὺ μὲ τὴν παιδοποιία ὑπηρετεῖ τὸν θάνατο, ἡ παρθενία ὑψώνει φραγμὸ στὴν ἐπέκτασή του καὶ διακόπτει τὴν μετάδοση τῆς κληρονομικῆς εὐθύνης τοῦ θανάτου. Ἐδῶ προσεγγίζουμε περισσότερο καὶ τὸ νόημα τῆς γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ ἀπὸ τὴν Παρθένο Μαρία. Ἂν ὁ Χριστὸς γεννιόταν μὲ φυσικὸ τρόπο, θὰ κληρονομοῦσε τὴν εὐθύνη τοῦ θανάτου, ὅπως κάθε ἄνθρωπος. Ὡς Υἱὸς ὅμως τῆς Παρθένου, στὸ πρόσωπο τῆς ὁποίας τερματίζεται ὁ θάνατος ποὺ βασίλευε στοὺς προγόνους της, δὲν μετέχει στὴν κληρονομικὴ εὐθύνη τοῦ θανάτου, ἀλλὰ γίνεται ἡ ἀπαρχὴ τῆς καινῆς κτίσεως, ἐνῶ ταυτόχρονα ἐπαναφέρει τὸν ἄνθρωπο στὴν ἀρχικὴ παρθενική του φύση.

Βέβαια ἡ παρθενία, ἐνῶ ὑψώνει φραγμὸ στὸν θάνατο, δὲν δημιουργεῖ καὶ νέα ζωή. Αὐτὴ παρέχεται μὲ τὴν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅπως στὴν κατὰ σάρκα γέννηση κληροδοτεῖται δύναμη ποὺ διαλύει τὸ γεννώμενο, ἔτσι καὶ στὴν κατὰ Πνεῦμα γέννηση παρέχεται δύναμη ποὺ ζωοποιεῖ τὸ γεννώμενο. Ὅταν ἡ παρθενία ἐντάσσεται στὴν προοπτική τῆς Ἐκκλησίας, βρίσκει τὴν καταξίωσή της. Γι’ αὐτὸ ἡ παρθενικὴ ζωὴ ἔξω ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία δὲν ἔχει οὐσιαστικὸ νόημα. Οἱ αἱρετικοί, ποὺ ἀσκοῦσαν τὴν παρθενία ἀπὸ περιφρόνηση πρὸς τὸν γάμο, δὲν ἀναγνωρίζονταν ἀπὸ τοὺς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας ὡς πραγματικοὶ παρθένοι, γιατί δὲν διατηροῦσαν τὸν πνευματικὸ γάμο τῆς κοινωνίας μὲ τὸν Χριστὸ.

Ἡ παρθενία συνδέεται μὲ τὴν βίωση τῆς ἐσχατολογικῆς προσδοκίας. Ἀκριβέστερα εἶναι ἕνας ἐσχατολογικὸς τρόπος ζωῆς, ποὺ τοποθετεῖ τὸν γάμο σὲ δεύτερη μοίρα[14]. Ἔτσι ἑρμηνεύεται καὶ ἡ σχετικὴ συμπεριφορὰ τῶν Χριστιανῶν τῶν πρώτων αἰώνων. Ὁ Εὐσέβιος Καισαρείας ἀπαντώντας στὸ ἐρώτημα, γιατί οἱ Χριστιανοὶ σὲ ἀντίθεση πρὸς τοὺς Ἑβραίους παραμελοῦν τὸν γάμο καὶ τὴν παιδοποιία, παρατηρεῖ: Ἐνῶ οἱ Ἑβραῖοι ζοῦσαν σὲ ἐποχὴ ποὺ ἔπρεπε νὰ αὐξηθεῖ ὁ κόσμος, οἱ Χριστιανοὶ ζοῦν στοὺς ἔσχατους χρόνους καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος νὰ φροντίζουν ἰδιαίτερα γιὰ τὴν πολυτεκνία. Ἐξάλλου, προσθέτει, κατὰ τοὺς χρόνους ἐκείνους οἱ ἄνθρωποι δὲν εἶχαν πολλὲς μέριμνες καὶ περισπασμούς. Μποροῦσαν νὰ φροντίζουν γιὰ τὴν οἰκογένειά τους, χωρὶς νὰ παραμελοῦν τὰ καθήκοντά τους πρὸς τὸν Θεό. Ἤδη ὅμως στὴν ἐποχή του, ὅπως χαρακτηριστικὰ γράφει ὁ ἴδιος, ἀμέτρητα πράγματα παρασύρουν τὸν ἄνθρωπο, τὸν ἐμπλέκουν σὲ ἀλλόκοτες φροντίδες καὶ τὸν ἀποσποῦν ἀπὸ τὴν προσήλωσή του στὸν Θεὸ[15]. Οἱ Χριστιανοὶ καλοῦνται νὰ ἀποφεύγουν τὶς βιοτικὲς μέριμνες καὶ τὶς περιττὲς φροντίδες. Τέλος οἱ Ἑβραῖοι ἔπρεπε νὰ ἐνδιαφέρονται γιὰ τὴν παιδοποιία καὶ τὴν δημιουργία ἀπογόνων, γιατί ἦταν ὀλιγάριθμοι μέσα στὸν εἰδωλολατρικὸ κόσμο, ἀλλὰ καὶ γιατί ἀπὸ τοὺς ἀπογόνους τους θὰ προερχόταν ὁ Μεσσίας. Ἀντίθετα οἱ Χριστιανοὶ μποροῦν, χωρὶς νὰ γεννοῦν παιδιά, νὰ γίνονται πνευματικοὶ πατέρες πολλῶν ἀνθρώπων μὲ τὸν εὐαγγελισμὸ καὶ τὴν ἔνταξή τους στὴν παγκόσμια βασιλεία τοῦ Θεοῦ[16].

Ὁ Βασίλειος Ἀγκύρας παρουσιάζει τὴν παρθενία καὶ ὡς μέσο γιὰ τὴν λύση τοῦ «δημογραφικοῦ προβλήματος» τῆς ἐποχῆς του. Κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς μωσαϊκῆς νομοθεσίας, γράφει, ἡ παιδοποιία θεωροῦνταν ἰδιαίτερη εὐλογία. Ὅταν ὅμως αὐξήθηκε ὁ κόσμος καὶ γέμισε ἡ γῆ μὲ ἀνθρώπους, προβλήθηκε ἡ παρθενία. Παρὰ ταῦτα, προσθέτει, δὲν νομοθετεῖ τὴν παρθενία ὁ Κύριος «τῆς τῶν ἀρρένων καὶ θηλείων σωμάτων φύσεως στοχαζόμενος»[17]. Σήμερα τὸ δημογραφικὸ πρόβλημα παρουσιάζεται ἔντονο, καὶ μάλιστα μὲ δύο ἀντίθετες μορφές. Ἀπὸ τὴν μία πλευρὰ σημειώνεται ἁλματώδης αὔξηση τοῦ πληθυσμοῦ τοῦ τρίτου κόσμου καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη παρατηρεῖται συρρίκνωση τῶν «πολιτισμένων» λαῶν. Βέβαια ἡ συρρίκνωση τῶν λαῶν αὐτῶν, ποὺ εἶναι στὴν πλειοψηφία τους χριστιανικοί, δὲν ὀφείλεται στὴν προτίμηση τῆς παρθενίας, ἀλλὰ κυρίως στὸν ἔλεγχο τῶν γεννήσεων καὶ τὶς ἐκτρώσεις.

Ἡ ἀληθινὴ παρθενία δὲν περιορίζεται στὸ σῶμα, ἀλλὰ ἔχει πολὺ εὐρύτερες διαστάσεις[18]. Ἄλλωστε ἡ σωματικὴ παρθενία ἀσκεῖται γιὰ τὴν ψυχή. Ἂν ἡ ψυχὴ παραμένει ὑπόδουλη στὰ πάθη, ἡ σωματικὴ παρθενία εἶναι περιττὴ[19]. Ὁ Χριστὸς δὲν καταδίκασε μόνο τὴν πορνεία, ἀλλὰ καὶ τὴν πορνικὴ διάθεση ἢ ἐπιθυμία[20]. Ἡ παρθενία ἀποσκοπεῖ στὴν πλήρη ἀποδέσμευση τοῦ πιστοῦ ἀπὸ τὶς σαρκικὲς ἐπιθυμίες καὶ τὴν καθολικὴ ἀναφορά του στὸν Θεὸ καὶ τὸ θέλημά του, ὅπως ἀπαιτεῖ ἡ πρώτη ἐντολή. Εἶναι ἡ κατάσταση τῆς πλήρους αὐτοπροσφορᾶς τοῦ ἀνθρώπου στὸν Θεό. Ἂν δὲν ὑπάρχει ὁ σκοπὸς αὐτός, ἡ παρθενία φαλκιδεύεται καὶ ἔρχεται πολὺ χαμηλότερα ἀπὸ τὸν γάμο[21]. Ἄλλωστε ἡ χριστιανικὴ ζωὴ ἔχει δημιουργικὸ καὶ μεταμορφωτικὸ χαρακτήρα. Δὲν οἰκοδομεῖται μὲ τὴν νέκρωση τῶν ἐπιθυμιῶν, ἀλλὰ μὲ τὴν μεταμόρφωση καὶ τὴν ἀναφορά τους στὸν Θεό. Δὲν εἰσηγεῖται τὸν ἀφανισμὸ τοῦ ἔρωτα, ἀλλὰ τὴν μεταβολή του σὲ ἔνθεο ἔρωτα. Ὁ θετικὸς αὐτὸς προσανατολισμὸς καθιστὰ τὴν μοναχικὴ ζωὴ ἄκρως δημιουργικὴ σὲ πνευματικὸ ἐπίπεδο καὶ σαρωτικὴ τῶν σαρκικῶν ἀναζητήσεων καὶ προσκολλήσεων.

Ἡ παρθενία δὲν ἔρχεται σὲ ἀντίθεση πρὸς τὸν γάμο, ἀλλὰ εἶναι ὁ κατεξοχὴν γάμος. Εἶναι ὁ γάμος τῆς καθολικῆς αὐτοπροσφορᾶς καὶ ἑνώσεως τοῦ πιστοῦ μὲ τὸν Θεὸ ἐν Ἁγίω Πνεύματι· ὁ γάμος ποὺ δὲν διαψεύδει οὔτε νεκρώνει τὸν ἔρωτα τοῦ πιστοῦ, ἀλλὰ τὸν μεταμορφώνει καὶ τὸν τελειοποιεῖ[22]. Μὲ τὴν ἑκούσια στέρηση στὸ ἐπίπεδο τῶν αἰσθήσεων ἐπιδιώκεται ἡ πνευματικὴ πληρότητα, ποὺ εἶναι σὲ θέση νὰ ὑπερκαλύψει κάθε στέρηση τῶν αἰσθήσεων καὶ νὰ ματαιώσει κάθε ἔλλειμμα χαρᾶς. Ἔτσι μπορεῖ ἄνετα νὰ λεχθεῖ ὅτι ἡ μόνη προοπτικὴ ζωῆς στὴν Ἐκκλησία εἶναι ὁ γάμος. Ὁ Χριστιανὸς δὲν καλεῖται νὰ ἐπιλέξει ἀνάμεσα στὸν γάμο καὶ τὴν ἀγαμία, ἀλλὰ ἀνάμεσα σὲ δύο μορφὲς γάμου, δηλαδὴ ἀνάμεσα στὸν σαρκικὸ καὶ τὸν πνευματικό. Βέβαια καὶ ὁ σαρκικὸς γάμος, ὅταν συνάπτεται ἐν Χριστῷ, εἶναι ταυτόχρονα καὶ πνευματικός. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ἔχει μόνο πνευματικὸ χαρακτήρα, ὅπως αὐτὸς ποὺ συνάπτεται μὲ τὴν παρθενία ἀνάμεσα στὸν πιστὸ καὶ τὸν Χριστό, γι’ αὐτὸ διακρίνεται ἀπὸ τὸν καθαρὰ πνευματικὸ γάμο καὶ χαρακτηρίζεται ὡς σαρκικός. Ἄλλωστε τὸ ἀσκητικὸ καὶ ἐσχατολογικὸ πνεῦμα, ποὺ χαρακτηρίζει τὴν παρθενικὴ ζωή, εἶναι ἀπαραίτητο καὶ στὴν ἔγγαμη[23].

Ἀπὸ τὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας γνωρίζουμε ὅτι ἡ παρθενικὴ ζωὴ δὲν καλλιεργεῖται μόνο στὸν μοναχισμό. Ἐξαρχῆς ὑπῆρχαν Χριστιανοί, ποὺ ἀσκοῦσαν τὴν παρθενία χωρὶς νὰ εἶναι μοναχοί. Στὴν συνέχεια ὅμως ἡ Ἐκκλησία συνέδεσε τὴν ἄσκηση τῆς παρθενίας μὲ τὸν μοναχισμό. Ὅποιος γίνεται μοναχὸς ὑπόσχεται ὅτι θὰ τηρήσει τὴν παρθενία, ἢ ἂν προηγουμένως ἦταν ἔγγαμος ἢ εἶχε ἐκτὸς γάμου σχέσεις, δίνει τὴν ὑπόσχεση τῆς σωφροσύνης. Ἡ παρθενία, ὅπως ἄλλωστε καὶ ἡ σωφροσύνη, δὲν ἀποτελεῖ τὴν πρώτη ἀρετὴ τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Πρώτη εἶναι ἡ ὑπακοή. Ἡ παρθενία καὶ ἡ σωφροσύνη, ὅπως καὶ ἡ τρίτη βασικὴ ἀρετὴ τοῦ μοναχισμοῦ, ἡ ἀκτημοσύνη, συνδέονται ἄμεσα μὲ τὴν ὑπακοὴ καὶ ἀπαρτίζουν μαζὶ μὲ αὐτὴν ἀδιάσπαστη ἑνότητα[24].

Ἡ ὑπακοὴ εἶναι ἡ κορυφαία μοναχικὴ ἀρετή, μὲ τὴν ὁποία καταπολεμεῖται ἡ φιλαυτία, ποὺ εἶναι ἡ μητέρα ὅλων τῶν παθῶν, καὶ καλλιεργεῖται ἡ ταπεινοφροσύνη, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πεμπτουσία ὅλων τῶν ἀρετῶν. Ἡ μοναχικὴ ὑπακοή, ποὺ συνδέεται μὲ συγκεκριμένο πρόσωπο καὶ τόπο ἀσκήσεως, ἐντάσσεται μέσα στὸ γενικότερο πλαίσιο τῆς ὑπακοῆς ποὺ ὀφείλει κάθε πιστὸς στὸν Θεό. Σκοπός της δὲν εἶναι ἡ νέκρωση τοῦ φυσικοῦ θελήματος τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλὰ ἡ παράδοσή του στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ· ὁ συντονισμός του μὲ τὸ θεῖο θέλημα. Κι ἐπειδὴ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἀποτελεῖ ἔκφραση τῆς ἀγάπης του, ἡ τελείωση στὴν ὑπακοὴ εἶναι τελείωση στὴν ἀγάπη. Ὁ μοναχὸς ὀφείλει ὑπακοὴ πρωτίστως στὸν πνευματικό του πατέρα. Μὲ τὴν ὑπακοὴ αὐτὴν ἐκφράζει τὴν ὑπακοή του στὸν Θεό· ὑποτάσσει τὸ θέλημά του στὸ θεῖο θέλημα. Ἀλλὰ στὴν συνέχεια ὀφείλει ὑπακοὴ καὶ σὲ ὅλους τους ἀδελφούς του. Ἡ ὑπακοὴ εἶναι θεληματικὴ δουλεία ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἀληθινὴ ἐλευθερία. Χωρὶς τὴν ὑπακοὴ δὲν ὑπάρχει μοναχικὴ ζωή. Δὲν ὑπάρχει ἡ δυνατότητα τελειώσεως τοῦ μοναχοῦ, ἀλλὰ καὶ γενικότερα τοῦ ἀνθρώπου ὡς προσώπου. Τὸ πρότυπο τῆς ἀρετῆς αὐτῆς παρουσιάστηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ μὲ τὴν τέλεια ὑπακοὴ ποὺ ἔδειξε ὡς ἄνθρωπος στὸν Θεὸ καὶ Πατέρα του.

Δεύτερη βασικὴ ἀρετὴ τοῦ μοναχισμοῦ εἶναι ἡ παρθενία. Αὐτὴ δὲν ἔχει ἀρνητικὸ ἀλλὰ θετικὸ χαρακτήρα. Ὁ ἑκούσιος αὐτοαποκλεισμὸς ἀπὸ τὶς σαρκικὲς σχέσεις δὲν ἔχει ὡς σκοπὸ νὰ νεκρώσει τὸν ἔρωτα στὴν ψυχὴ τοῦ μοναχοῦ, ἀλλὰ νὰ τὸν μετατρέψει σὲ ἔνθεο ἔρωτα ποὺ εἶναι τόσο ἀνώτερος ἀπὸ τὸν σαρκικό, ὅσο καὶ τὰ αἰώνια ἀγαθὰ ἀπὸ τὰ πρόσκαιρα[25]. Ἡ παρθενικὴ ζωὴ ὀνομάζεται καὶ ἀγγελική, γιατί εἶναι ἡ ζωὴ ποὺ χαρακτηρίζει τοὺς ἀγγέλους. Παρθενικὴ ὅμως θὰ εἶναι καὶ ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων στὴν βασιλεία τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν μέλλοντα αἰώνα[26]. Γι’ αὐτὸ ἡ παρθενικὴ ζωὴ κατὰ τὸν παρόντα αἰώνα ἔχει ἐσχατολογικὸ χαρακτήρα. Καὶ ἡ παρθενία ἔχει ὡς πρότυπο τὸν Χριστό, ποὺ ὅπως παρατηρεῖ ὁ Μεθόδιος Ὀλύμπου, δὲν εἶναι μόνο ἀρχιποιμένας καὶ ἀρχιπροφήτης ἀλλὰ καὶ ἀρχιπάρθενος[27]. Ἀλλὰ καὶ ἡ μητέρα τοῦ Χριστοῦ, ποὺ εἶναι καὶ μητέρα τῆς καινῆς κτίσεως, εἶναι Παρθένος. Οἱ μοναχοί, ἀκολουθώντας τὴν παρθενικὴ ζωή, ἀκολουθοῦν τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία μητέρα του. Ἀκόμα καὶ στὴν Παλαιὰ Διαθήκη ὑπάρχουν τὰ πρότυπά του Τιμίου Προδρόμου καὶ τοῦ Προφήτη Ἠλία. Τέλος ἡ βίωση τῆς ἀρετῆς αὐτῆς παρουσιάζεται καὶ ὡς ὁμοίωση πρὸς τὴν ζωὴ τῆς Ἁγίας Τριάδος[28]. Ἡ παρθενία δηλαδὴ ἔχει τὴν ἔσχατη ἀναφορά της στὸν Τριαδικὸ Θεό, τὸν Θεὸ τῆς ἀγάπης.

Τρίτη τέλος βασικὴ ἀρετὴ τοῦ μοναχισμοῦ εἶναι ἡ ἀκτημοσύνη. Ὅπως αὐτὸς ποὺ μπαίνει στὸ λουτρὸ ἀποβάλλει κάθε ροῦχο, ἔτσι καὶ αὐτὸς ποὺ προσέρχεται στὸν μοναχισμὸ καλεῖται νὰ ἀπογυμνωθεῖ ἀπὸ κάθε κατοχή. Ἡ ἀρετὴ τῆς ἀκτημοσύνης δὲν περιορίζεται στὴν ἀπαλλαγὴ ἀπὸ χρήματα, κτήματα καὶ θελήματα, ἀλλὰ ἐπεκτείνεται καὶ στὴν ἀπελευθέρωση ἀπὸ κάθε ἐπιθυμία κτήσεως καὶ κατοχῆς, ὅπως καὶ ἀπὸ κάθε βιοτικὴ φροντίδα καὶ μέριμνα[29]. Στὴν μοναχικὴ ζωὴ ἡ ἀρετὴ αὐτὴ καλλιεργεῖται κυρίως μὲ τὴν καταπολέμηση τοῦ πάθους τῆς φιλοκτημοσύνης ἢ τῆς φιλαργυρίας, ποὺ ἐμποδίζει τὴν ἀνάπτυξη τῆς πνευματικῆς ζωῆς[30]. Ὅπως οἱ προηγούμενες ἀρετές, ἔτσι καὶ ἡ ἀκτημοσύνη ἔχει τὸ πρότυπό της στὴν ζωὴ τοῦ Χριστοῦ, ὁ ὁποῖος δὲν εἶχε «ποῦ τὴν κεφαλὴν κλίνη»[31].

Ἡ καλλιέργεια τῶν τριῶν μοναχικῶν ἀρετῶν ἀποσκοπεῖ στὴν χριστοποίηση τοῦ μοναχοῦ καὶ τὴν προσήλωσή του στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ποὺ εἶναι καὶ ὁ κύριος σκοπὸς τῆς μοναχικῆς ζωῆς.

Ἡ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο δημιουργεῖ τὸ κατάλληλο κλίμα γιὰ νὰ καταπολεμηθοῦν τὰ πάθη τῆς κακίας ποὺ μολύνουν τὴν ψυχή, νὰ ἀπορριφθοῦν οἱ βιοτικὲς μέριμνες καὶ ἐπιθυμίες, γιὰ νὰ καλλιεργηθεῖ ἡ ἀγάπη πρὸς τὸν Θεὸ καὶ νὰ εἶναι ἐλεύθερος ὁ δρόμος τῆς τελειώσεως[32]. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ ὅσιος Ἰσαὰκ ὁ Σύρος, «οὐδέποτε ἔδειξεν ὁ Θεὸς τὴν ἑαυτοῦ ἐνέργειαν αἰσθητικῶς, εἰ μὴ ἐν χώρα ἡσυχίας καὶ ἐν ἐρήμω καὶ ἐν τόποις ἐστερημένοις τῶν συντυχιῶν καὶ τῆς ταραχῆς τῆς κατασκηνώσεως, τῆς μετὰ τῶν ἀνθρώπων»[33]. Ὁ θόρυβος τοῦ κόσμου καὶ οἱ φροντίδες τῆς ζωῆς δυσχεραίνουν τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Ἀλλὰ καὶ ἡ ἔνταση, ἡ κόπωση καὶ τὸ ἄγχος τῆς καθημερινότητας, οἱ διάφοροι περισπασμοὶ καὶ ἡ λήθη τοῦ νοήματος καὶ τοῦ σκοποῦ τῆς ζωῆς, κάνουν συχνὰ ἐντονότερη τὴν ἀνάγκη γιὰ ἀναζήτηση γνησιότερων μορφῶν ζωῆς καὶ ἐκφράσεως τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως.

Ἡ φυγὴ τοῦ μοναχοῦ δὲν γίνεται ἀπὸ ἐχθρότητα πρὸς τὸν κόσμο, ἀλλὰ ἀπὸ ἀγάπη πρὸς τὸν Χριστό. Δὲν γίνεται ἀπὸ ἄρνηση τῆς κοινωνίας, ἀλλὰ ἀπὸ ἀναζήτηση ἀληθινῆς κοινωνίας. Ὁ μοναχός, ἀκόμα καὶ αὐτὸς ποὺ ἀπομακρύνεται στὴν ἔρημο, ἀνήκει σὲ κάποιο μοναστήρι. Καὶ τὸ μοναστήρι ἀποτελεῖ ἀνθρώπινη κοινωνία μὲ ὑλικὲς καὶ πνευματικὲς ἀνάγκες, μὲ σωματικὴ καὶ πνευματικὴ ἐργασία. Ἀποτελεῖ μικρὴ Ἐκκλησία. Εἰδικότερα τὸ κοινόβιο μὲ τὴν ὑποταγὴ τοῦ ἀτομικοῦ συμφέροντος στὸ κοινὸ συμφέρον καὶ τὸν κοινὸ σκοπὸ δημιουργεῖ τὶς ἀσφαλέστερες προϋποθέσεις γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς ἐν κοινωνία ζωῆς. Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε συνιστᾶ τὸ ἰδεῶδες τῆς κοινωνικῆς ζωῆς τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁλόκληρη ἡ κοινωνία τῶν πιστῶν εἶναι «μία Ἐκκλησία κοινοβιακὴ»[34]. Καὶ τὸ μοναστικὸ κοινόβιο ἀποτελεῖ τὴν συνεπέστερη προσπάθεια ἱστορικῆς πραγματώσεώς της.

———————————————

[14] Πρβλ. Ἃ’Κόρ. 7,29.

[15] Βλ. Εὐσεβίου Καισαρείας, Εὐαγγελικὴ ἀπόδειξις 1,9, PG 22,77D.

[16] Βλ. ο.π.

[17] Βασιλείου Ἀγκύρας, Περὶ τῆς ἐν παρθενία ἀληθοῦς ἀφθορίας 55, PG 30,780Β.

[18] «Χλεύη γὰρ τὰ μὲν τῆς παιδοποιήσεως ὄργανα τηρεῖν παρθένα, τὴν δὲ γλώσσαν μὴ τηρεῖν, ἢ τὴν γλώσσαν μὲν τηρεῖν παρθένον, τὴν δὲ ὅρασιν ἢ τὴν ἀκοὴν ἢ τὰς χείρας μὴ τηρεῖν, ἢ ταῦτα μὲν ἔχειν καὶ τηρεῖν παρθένα, τὴν δὲ καρδίαν μὴ τηρεῖν, ἀλλ’ ἐταιρίζεσθαι τύφω καὶ θυμῶ». Μεθοδίου Ὀλύμπου, Συμπόσιον τῶν δέκα παρθένων 11,282, ἔκδ. H. Musurillo, «Sources Chretiennes», τόμ. 95, σ. 306.

[19] Βλ. Βασιλείου Ἀγκύρας, Περὶ τῆς ἐν παρθενία ἀληθοῦς ἀφθορίας 48, PG 30, 765Β.

[20] Βλ. Μάτθ. 5,28. «Ὀφθαλμὸς πορνεύων οὐ φυλάσσει τὴν παρθενίαν, γλώττα πορνεύουσα τῷ πονηρὼ μίγνυται… Παρθενευέτω καὶ ἡ διάνοια· μὴ ρεμβέσθω, μὴ πλανάσθω, μὴ τύπους ἐν αὐτὴ φερέτω πονηρῶν πραγμάτων». Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 37,10, PG 36,296Α.

[21] «Καὶ γὰρ ἡ παρθενία διὰ τοῦτο καλόν, ὅτι πάσαν ἐκκόπτει φροντίδος ὑπόθεσιν περιττῆς, καὶ πάσαν σχολὴν τοῖς κατὰ Θεὸν ἀνατίθησιν ἔργοις· ὡς ἂν μὴ τοῦτο ἔχοι, πολύ του γάμου πάλιν ἐλάττων γίνεται, ἀκάνθας ἐν τὴ ψυχὴ περιφέρουσα καὶ τὸν καθαρὸν καὶ οὐράνιον συμπνίγουσα σπόρον». Ἰω. Χρυσοστόμου, Περὶ παρθενίας 77, PG 48,590.

[22] Ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης γράφει: «Ἁγνὸς ἐστιν ὁ ἔρωτι ἔρωτα διακρουσάμενος, καὶ πῦρ πυρὶ ἀΰλω ἀποσβέσας». Κλίμαξ 15, PG 88,880D.

[23] «Ὃ γὰρ ἐστι τὴ ὑπὸ ζυγὸν τὸ μέρος, τοῦτο παντελὲς τὴ παρθένω». Γρηγορίου Θεολόγου, Λόγος 37,10, PG 36,296Α.

[24] Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ἄσκηση καὶ θεωρία, Ἔσσεξ Ἀγγλίας 2010, σ. 45 κ.ε., ὅπου καὶ περισσότερα γιὰ τὶς τρεῖς μοναχικὲς ὑποσχέσεις.

[25] «Ὄσω γὰρ κρείττονα τῶν προσκαίρων εἰσὶ τὰ αἰώνια ἀγαθά, τοσούτον ἀναλόγως καὶ τὸν ἔρωτα ἐμποιούσι σφοδρότερον ἐν ταῖς τῶν ἐρώντων ψυχαῖς». Συμεὼν Ν. Θεολόγου, Ἠθικὰ 4,897-99, ἔκδ. J. Darrouzes, «Sources Chretiennes», τόμ. 129, σ. 72.

[26] Βλ. Μάτθ. 22,30. Μάρκ. 12,25. Λούκ. 20,35-6.

[27] Βλ. Μεθοδίου Ὀλύμπου, Συμπόσιον τῶν δέκα παρθένων 1,5,25, ἔκδ. H. Musurillo, «Sources Chretiennes», τόμ. 95, σ. 64.

[28] Κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμὰ αὐτὸς ποῦ ἀσκεῖ τὴν παρθενία ὁμοιώνεται «τῷ πρὸ πάντων τῶν αἰώνων ἐν παρθενία γεννήσαντι Πατρί, καὶ τῷ παρθένω καὶ ἐκ παρθένου Πατρὸς ἐν ἀρχὴ προελθόντι γεννητῶς, καὶ ἐπ’ ἐσχάτων τῶν αἰώνων ἐκ Παρθένου Μητρὸς σαρκὶ γεγεννημένω, καὶ τῷ ἐκ μόνου Πατρός, οὐ γεννητῶς ἀλλ’ ἐκπορευτῶς προϊόντι ἀπορρήτως Πνεύματι». Δεκάλογος κατὰ Χριστὸν νομοθεσίας 6, ἔκδ. Π. Χρήστου, Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ, Συγγράμματα, τόμ. 5, σ. 257-8.

[29] «Ἀκτημοσύνη ἐστὶ φροντίδων ἀπόθεσις, ἀμεριμνία βίου, ὁδοιπόρος ἀνεμπόδιστος, πίστις ἐντολῶν, λύπης ἀλλότριος». Ἰω. Σιναΐτου, Κλίμαξ 17, PG 88, 928C. Πρβλ. καὶ Συμεὼν Ν. Θεολόγου, Κατηχήσεις 34, 364-9, ἔκδ. B. Krivocheine, «Sources Chretiennes», τόμ. 113, σ. 300.

[30] Βλ. Ἀρχιμ. Σωφρονίου, Ἄσκησις καὶ θεωρία, σ. 69.

[31] Μάτθ. 8,20.

[32] Βλ. Μ. Βασιλείου, Λόγος ἀσκητικὸς 2,1, PG 31,881B.

[33] Ἰσαὰκ Σύρου, Λόγος 19, ἔκδ. Ι. Σπετσιέρη, σ. 73.

[34] Βλ. Θεοδώρου Στουδίτου, Ἐπιστολὴ 53, PG 99,1264CD.

     

Μάιος 2018
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Φεβ    
 12345
6789101112
13141516171819
20212223242526
2728293031