Γιατί ἀλλάζει τὸ ὄνομά του κάποιος ὅταν γίνεται μοναχός;

Ἁγ. Νεκταρίου

Στοὺς ὁσιότατους μοναχοὺς ποὺ ὑπόσχονται νὰ ζοῦν ἐνάρετη ζωὴ ἐπικράτησε ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματός τους. Αὐτὸ γίνεται γιὰ δύο σπουδαιότατους λόγους. Πρῶτος λόγος εἶναι ἡ ἀπάρνηση ὁλοκληρωτικά τῆς προηγούμενης ζωῆς καὶ ἡ συνεχὴς ἐνθύμηση τῆς μεταβολῆς της, καὶ δεύτερον, γιὰ νὰ ἔχουμε παράδειγμα τὸν ἅγιο στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας, τοῦ ὁποίου φέρουμε τὸ ὄνομα. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματος, μᾶς βοηθᾶ νὰ ξεχνοῦμε τὸ παρελθὸν καὶ συνεχῶς ὑπενθυμίζει τὴν μεταβολὴ ποὺ ἔγινε σ’ αὐτὸν ποὺ ἄλλαξε τὸν τρόπο τῆς ζωῆς του καὶ τὶς ἀνειλημμένες ὑποχρεώσεις, ποὺ ὀφείλει νὰ ἐκπληρώνει μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ προθυμία.

Τὸ ὄνομα εἶναι τόσο πολὺ συνδεδεμένο μὲ τὸ πρόσωπο, ὥστε νὰ μὴ μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε τὴν προσωπικότητά μας ἀπὸ αὐτό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἐνθύμηση τοῦ ἑνὸς φέρνει στὴν μνήμη τὸ ἄλλο καὶ ἡ ἀναφορὰ στὸ ἕνα γίνεται ταυτόχρονα καὶ πρὸς τὸ ἄλλο. Ἐφόσον ἔχουμε τὸ παλιὸ ὄνομα ὑπάρχει ἀναπόσπαστη ἡ μνήμη τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ἀντίθετα ὅταν ἀκοῦμε τὸ νέο ὄνομα ὑπάρχει μνήμη τοῦ νέου ἀνθρώπου.

Ἐπικράτησε νὰ γίνεται ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματος, γιὰ τὴν ἠθικὴ δύναμη ποὺ ἔχει. Ἡ ἀλλαγὴ ὅμως χάνει τὴ δύναμή της, ὅταν ἡ θέλησή μας ἀδρανεῖ νὰ ἐκτελεῖ καὶ νὰ ἐφαρμόζει τὶς ὑποσχέσεις, ποὺ ὑπενθυμίζει τὸ νέο ὄνομα στοὺς μοναχούς. Αὐτὸ δὲ συμβαίνει, διότι ζεῖ μέσα τους ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος καὶ ἀγαποῦν περισσότερο αὐτὸν ἀπὸ τὸν νέο, γι’ αὐτὸ καὶ ἀδιαφοροῦν στὶς συνεχεῖς ὑπομνήσεις ποὺ γίνονται σ’ αὐτοὺς ὅταν τοὺς καλοῦν μὲ τὸ νέο ὄνομα.

Ἡ ἀδιαφορία αὐτὴ πρὸς τὶς ὑποχρεώσεις, τὶς ὁποῖες ὑπενθυμίζει στοὺς μοναχοὺς τὸ ὄνομα, μαρτυρεῖ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἄλλου κακοῦ, τὴν ἀθέτηση τῆς φωνῆς τῆς συνειδήσεως. Διότι σὲ κάθε ἀθέτηση τοῦ καθήκοντος τῆς νέας ζωῆς, ποὺ ὑπενθυμίζει πάντοτε τὸ νέο ὄνομα, ἡ συνείδηση ἐπαναστατεῖ καὶ διαμαρτύρεται, ἀλλὰ δὲν εἰσακούεται, διότι κυριαρχεῖ ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος περιφρονεῖ τὶς ἀξιώσεις τοῦ νέου ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζονται ἀπὸ τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως. Ἡ περιφρόνηση αὐτὴ φθάνει μέχρι τέτοιο σημεῖο, ὥστε καὶ νὰ ἀποδοκιμάζει τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, ὅτι ἀξιώνει ἀνόητα καὶ παράλογα, καὶ στὸ τέλος τῆς ἐπιβάλλει τὴ σιωπή. Ἡ κατάσταση αὐτὴ μοιάζει μὲ τὴν πώρωση τῆς συνειδήσεως. Ὁ δὲ μοναχὸς ποὺ περιφρόνησε τὴ φωνὴ γιὰ τὴν τήρηση τῶν ὑποχρεώσεών του, αὐτὸς ἔπαθε, ὅ,τι ὑποφέρουν ὅσοι ἔχουν πώρωση συνειδήσεως καὶ ἀλλοίμονο σ’ αὐτόν. Αὐτὸς θὰ κατακριθεῖ, διότι δὲν ἔζησε κατὰ Θεόν, καὶ ἔβαλε τὸ ἐγώ του καὶ τὴ δική του γνώση πάνω ἀπὸ τὴ γνώση τῶν Ὁσίων Πατέρων, καὶ διότι δὲν ἔκανε καλὴ προσφορά.

Πρόσφεραν στὸν Θεὸ θυσίες οἱ ἀδελφοὶ Κάιν καὶ Ἄβελ, ἀλλὰ ὁ Κάιν δὲν ἔκανε καλὴ προσφορὰ καὶ ἀποδοκιμάστηκε ἀπὸ τὸν Θεό. Πρόσφερε ὁ Ὀζίας θυμίαμα στὸ Θεὸ μὲ χρυσὸ θυμιατήριο, ἀλλὰ κατακρίθηκε, γιατί δὲν ἔκανε καλὴ προσφορά. Καὶ ὁ Σαοὺλ πρόσφερε θυσίες στὸ Θεὸ ἀλλὰ κατακρίθηκε καὶ ἀποδοκιμάστηκε αὐτὸς καὶ ὁ οἶκος του, γιατί δὲν ἔκανε καλὴ προσφορά. Πρόσφεραν καὶ οἱ Ἰουδαῖοι θυσίες, ἀλλὰ ὁ Θεὸς τὶς ἀποδοκίμασε καὶ ἔλεγε «μισεῖ αὐτάς ἡ ψυχή μου»· ὥστε δὲν εἶναι ἀρκετὸ γιὰ νὰ εὐαρεστήσει κάποιος τὸν Θεὸ νὰ προσφέρει μόνο θυσίες, δῶρα καὶ προσευχές, ἀλλὰ νὰ κάνει καλὴ προσφορὰ δηλαδὴ νὰ ἔχει συναίσθηση τῆς ἀτέλειας καὶ τῆς ἀναξιότητάς του. Ἀλλὰ γιὰ νὰ ὑπάρχει τέτοια συναίσθηση ἀπαιτεῖται τέλεια αὐταπάρνηση καὶ ὑποταγὴ στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, καὶ ταπείνωση καὶ ἀδιάλειπτη πνευματικὴ ἐργασία.

Ἐὰν λοιπὸν μόνον ἔτσι προσφέρουμε ἐπάξια θυσίες στὸν Θεό, πρώτη δὲ καὶ μέγιστη θυσία τοῦ προσφέρουμε τὴν καρδιά μας, πῶς ἡ θυσία καὶ ἡ προσφορά μας θὰ γίνουν εὐπρόσδεκτες στὸν Θεό, ὅταν δὲν εἴμαστε ἄξιοι νὰ προσφέρουμε θυσία εὐάρεστη, οὔτε τὰ προσφερόμενα εἶναι ὡς προσφορὰ ἄξια γιὰ τὸν Θεό; Γι’ αὐτὸ μὴν ἐπαναπαυόμαστε στὶς δεήσεις καὶ προσφορές μας, ἐὰν προηγουμένως δὲν φροντίσουμε μὲ πολλὴ ἐπιμέλεια νὰ κάνουμε τοὺς ἑαυτοὺς μας ἄξιους πιστοὺς καὶ τὶς θυσίες μας εὐπρόσδεκτες στὸν Θεό. Γι’ αὐτὸ βρίσκονται σὲ μεγάλη πλάνη ὅσοι νομίζουν ὅτι κάθε λατρεία καὶ θυσία εἶναι εὐάρεστες στὸν Θεό.

Λατρεία εὐάρεστη καὶ θυσία εὐπρόσδεκτη στὸν Θεὸ εἶναι «πνεῦμα συντετριμμένο καὶ καρδία συντετριμμένη», καὶ ὄχι πνεῦμα ὑπερήφανο καὶ ἀλαζονικὸ καὶ καρδία ἄτεγκτη καὶ ἐμπαθής.

Αὐτὰ λοιπὸν ἐπιζητεῖ ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματος κατὰ πρῶτο λόγο. Κατὰ δὲ τὸν δεύτερο λόγο ἐπιζητεῖ τὴν ὑποχρέωση νὰ ἔχει ὑπόδειγμα ἀρετῆς καὶ τελειότητας τὸν βίο καὶ τὸ πολίτευμα τοῦ ἁγίου, τοῦ ὁποίου τὸ ὄνομα φέρουμε, καὶ σ’ ὅλη μας τὴ ζωὴ νὰ ἀγωνιζόμαστε γιὰ νὰ γίνουμε τέλειοι ἀκολουθώντας τὸ παράδειγμά του. Τὸ ὑπόδειγμα τῆς ἀρετῆς τοῦ ἁγίου ἐνισχύει πάρα πολὺ τὸν ἀγωνιζόμενο. Ἀπ’ αὐτὸ διδάσκεται, νὰ ταπεινώνεται ἀκόμα καὶ ἐὰν κατάγεται ἀπὸ βασιλικὴ οἰκογένεια· μαθαίνει νὰ ὑπομένει καὶ ἐὰν τὰ δεινὰ εἶναι ἀφόρητα· μαθαίνει ν’ ἀγαπᾶ καὶ αὐτοὺς ποὺ τὸν μισοῦν· μαθαίνει νὰ τιμᾶ καὶ αὐτοὺς ποὺ τὸν προσβάλουν· μαθαίνει νὰ ζεῖ ὑπὲρ τῶν ἀδελφῶν καὶ ν’ ἀποθνήσκει ὑπὲρ τοῦ νόμου τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν θείων ἐντολῶν του· μαθαίνει νὰ ἀγαπᾶ τὴν ἔσχατη θέση καὶ χαίρεται στὴν ἀφάνεια. Καὶ τί δὲν μαθαίνει; Ἐὰν ἀπαριθμήσω ἕνα-ἕνα ὅσα μαθαίνουμε ἀπὸ τὸ παράδειγμα τὸν ἁγίων, δὲν θὰ μὲ φθάσει οὔτε ὁ χρόνος, οὔτε τὸ χαρτὶ γιὰ νὰ τὰ ἀναφέρω.

Ἀπό τό βιβλίο: «35 Ποιμαντικὲς ἐπιστολές», ἔκδ. «Ὑπακοή».

     

Σεπτέμβριος 2018
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Φεβ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
30