Ἡ Στολή τῆς Θεότητος

Τίτλος: Ἡ Στολή τῆς Θεότητος
Διαστάσεις: 14×21
Δεμένο: Ὄχι
Σελίδες: 112

Προλογικά

Οἱ ἅγιοι Πατέρες μᾶς διδάσκουν ὅτι μόνη ἡ ταπείνωση μπορεῖ νά σώσει τόν ἄνθρωπο καί μόνη ἡ ὑπερηφάνεια μπορεῖ νά τόν καταγκρεμίσει στό σκοτάδι τοῦ ῞Αδη.

Τί εἶναι ὅμως ταπείνωση;

῾Ο ἅγιος ᾿Ισαάκ ὁ Σύρος μᾶς λέει πώς ἡ ταπεί-νωση εἶναι μιά κατάσταση θεία καί ἀκατάληπτη. Καί μάλιστα ὑπογραμμίζει ὅτι «συνέχεται ἀπό φόβο καί δέος κάθε φορά πού ἀποπειρᾶται νά μιλήσει γι᾿ αὐτήν, ὅπως συνέχεται ἐκεῖνος πού πρόκειται νά μιλήσει γιά τόν Θεό μέ ἀνθρώπινους συλλογισμούς»1 (Λόγος κ´).

Γι᾿ αὐτό κανείς δέν μπόρεσε νά μᾶς ἐξηγήσει ποιά εἶναι ἡ φύση τῆς ταπείνωσης καί πῶς τήν ἀποκτάει ὁ ἄνθρωπος. Οἱ Πατέρες μᾶς εἶπαν τί εἶναι ἐκεῖνο πού μπορεῖ νά μᾶς χαρίσει αὐτή τήν «ἀνώνυμη» χάρη, τήν ὁποία μπορεῖ νά τήν κατονομάσουν μόνο αὐτοί πού τή γνώρισαν στήν πράξη. Οἱ ἀναφορές τῶν Πατέρων περιορίζονται μόνο στίς ἰδιότητές της, τά γνωρίσματά της καί τούς καρπούς της.

῾Ο Μέγας Γέρων Βαρσανούφιος ὁρίζει ὅτι ταπείνωση εἶναι «τό βαστάσαι ὕβρεις καὶ ὀνειδισμούς καὶ ὅσα ἔπαθε ὁ διδάσκαλος ἡμῶν ᾿Ιησοῦς»2 (Βαρσανουφίου καί ᾿Ιωάννου, «Κείμενα ῾Ησυχαστικά καί Διακριτικά», Τόμ. Α´, οθ´, ἐκδ. «῾Ετοιμασία», ῾Ιερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου-Καρέα). Αὐτό σημαίνει πώς, ἄν ἀγαπήσουμε τήν ταπείνωση καί θελήσουμε νά τή λειτουργήσουμε, θά πρέπει νά σηκώσουμε μέ ὑπο-μονή ὀνειδισμούς, ὕβρεις, συκοφαντίες, παθήματα, ὅσα καί ὁ διδάσκαλός μας ᾿Ιησοῦς Χριστός.

῾Ο ὅσιος Νικήτας Στηθᾶτος μᾶς λέει ὅτι ἡ θεο-δώρητος ταπείνωση εἶναι καρπός τῆς αὐτογνωσίας· «Γνῶθι σαυτόν· καὶ τοῦτό ἐστιν ἡ ἀληθινὴ τῷ ὄντι ταπείνωσις, ἡ ταπεινοφρονεῖν ἐκδιδάσκουσα, ἡ συντρίβουσα τήν καρδίαν»3 (Φιλοκ. Γ´, 306, λε´, ἐκδ. «᾿Αστήρ»). Δηλαδή· ᾿Απόκτησε τήν αὐτογνωσία. Αὐτό εἶναι ἡ ἀληθινή ταπείνωση, ἡ ὁποία διδάσκει τόν ἄνθρωπο πῶς νά ταπεινοφρονεῖ καί πῶς νά ἀποκτᾶ κατάνυξη στήν καρδιά του.

῾Ο ἄνθρωπος, τοῦ ὁποίου ἡ ψυχή ἔχει ἀρχίσει νά βρέχεται ἀπό τή δρόσο τῆς ταπεινοφροσύνης, ἀποδίδει στόν Θεό καί τίς ἀρετές καί τά χαρίσματα πού ἔχει, εἴτε εἶναι σωματικά εἴτε εἶναι ψυχικά. Αἰσθάνεται χρεώστης ἀπέναντί Του καί Τόν εὐχα-ριστεῖ συνεχῶς γι᾿ αὐτές τίς δωρεές Του. Μάλιστα βιώνει ὅτι εἶναι ἀνάξιος νά ἀπολαμβάνει τέτοια δωρήματα ἀπό τόν ἀπροσωπόληπτο καί δωρεοδότη Θεό. Κι ἄν τοῦ ἔλθει κάποιος πειρασμός, εἴτε ἀπό τούς ἀνθρώπους εἴτε ἀπό τούς δαίμονες, μέμφεται τόν ἑαυτό του, θεωρεῖ ὅτι εἶναι ὁ ἴδιος αἴτιος γιά ὅ,τι παραχωρήθηκε ἀπό τή θεία Χάρη καί ἐλπίζει ὅτι μέσω αὐτῶν θά ἀξιωθεῖ νά «ἐξοφλήσει» ἕνα μέρος ἀπό τό πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν καί παραπτωμάτων του.

῞Ενας τέτοιος ἄνθρωπος οὐδέποτε θά ἐκδηλώσει ἐπιθετικότητα πρός τούς ἀδελφούς του, οὔτε ὁ θυμός θά κυριεύσει τήν καρδιά του. Πολύ περισσότερο ποτέ δέν θά κινηθεῖ ἡ ψυχή του ἀρνητικά καί βλάσφημα πρός τόν Θεό γιά ὅ,τι δυσάρεστο τοῦ συμβαίνει. ῎Ετσι μέ τήν ὑπομονή καί τήν καρτερικότητα αὐξάνει μέσα του τήν πλουτοποιό ταπείνωση, ἡ ὁποία εἶναι, ὅπως ἤδη εἴπαμε, «θεῖόν τι πρᾶγμα καὶ ὑψηλόν».

῎Αλλωστε ἡ ταπείνωση καί ἡ κακοπάθεια ἐ-λευθερώνουν τόν ἄνθρωπο ἀπό τήν ἐμπάθεια, περικόπτουν τά πάθη. Γι᾿ αὐτό ὁ προφήτης Δαβίδ ἔλεγε πρός τόν Θεό· «Δές, τήν ταπείνωσή μου καί τόν κόπο μου καί συγχώρεσέ μου ὅλες τίς ἁμαρτίες μου»4 (Ψαλμ. 24, 18).

Τό ἴδιο ἀκριβῶς μᾶς καταθέτει καί ἡ ἀσκητική ἐμπειρία λέγοντας· «῞Ωσπερ ἐπιθυμίαι καὶ ὀργαὶ ἁμαρτίας πληθύνουσιν, οὕτως ἐγκράτεια καὶ ταπείνωσις ἐξαλείφουσιν αὐτάς»5 (Φιλοκ. Β´, 214, ο´, ἐκδ, «᾿Αστήρ). Δηλαδή· ῞Οπως οἱ κακές ἐπιθυμίες καί ἡ ὀργή πληθαίνουν τίς ἁμαρτίες, ἔτσι καί ἡ ἐγκράτεια καί ἡ ταπείνωση τίς ἐξαλείφουν ἐντελῶς.

Χωρίς τήν ἀπάθεια καί τήν ταπείνωση κανείς δέν μπορεῖ νά γνωρίσει τόν Κύριο, θά μᾶς πεῖ καί ὁ ἅγιος Μάξιμος. Καί ὁ Κύριος μέ τό στόμα τοῦ προφήτη ῾Ησαΐα μᾶς λέει· «Σέ ποιόν ἄλλον θά ἀναπαυθεῖ ἡ ψυχή μου, παρά στόν πράο, στόν ταπεινό καί σ’ αὐτόν πού ὑπολογίζει τούς λόγους μου;» 6 (Πρβλ. ῾Ησ. 66, 2).

῞Οπως γίνεται λοιπόν φανερό ἀπό τούς θεορρήμονες αὐτούς λόγους, ἡ Βασιλεία τοῦ Θεοῦ καί Πατρός ἀνήκει στούς ταπεινούς καί πράους. «Μακάριοι εἶναι, λέει ἡ ῾Αγία Γραφή, «οἱ πράοι, διότι αὐτοί θά κληρονομήσουν τή Βασιλεία τοῦ Θεοῦ7 (Ματθ. 5, 5).

῾Ο ὅσιος Νικήτας ὁ Στηθᾶτος, γνωρίζοντας βαθιά ὅλη αὐτή τήν καλή παρακαταθήκη τῆς θεοδώρητης ταπείνωσης, «ἐν ᾗ τῆς ἀγάπης θησαυροί ἐναπόκεινται, ἐν ᾗ τῆς κατανύξεως οἱ μαργαρῖται φυλάττονται καὶ ὁ Βασιλεύς Χριστός ὁ Θεός ὡς εἰς θρόνον ἐπαναπαύεται χρυσοκόλλητον, τὰς δωρεὰς διανέμων τοῦ ῾Αγίου Πνεύματος τοῖς τροφίμοις αὐτῆς»8, (Φιλοκ. Γ´, 307, μα´), μᾶς προτρέπει νά ἐγκολπωθοῦμε τήν ταπεινοφροσύνη, ἡ ὁποία «ἐξομοιοῖ ἡμᾶς πρός τόν ἀπαθῆ καί ταπεινόν Κύριον», διότι ἡ ταπείνωση «ἀποτελεῖ κατηγόρημα τῆς Θείας ᾿Αγάπης, ἐφόσον ὁ ῎Ιδιος ὁ Θεός εἶναι ταπείνωσις»9 (᾿Αρχ. Σωφρονίου Σαχάρωφ, «᾿Οψόμεθα τόν Θεόν καθώς ἐστί», σελ. 158, 35 & 45, ἐκδ. ῾Ιερᾶς Μονῆς Τιμίου Προδρόμου ῎Εσσεξ ᾿Αγγλίας).

῾Η ταπείνωση δίνεται στόν ἄνθρωπο ὡς «χάρις καὶ δωρεὰ ἀπό τόν Θεό», καί φυσικά, δέν εἶναι οὔτε ταπεινολογία οὔτε ταπεινοσχημία. Πολλές φορές βέβαια τό νά ὁμιλεῖ κάποιος μέ ταπείνωση, τό νά φορεῖ εὐτελή ἐνδύματα, τό νά σιωπᾶ καί τό νά μέμφεται τόν ἑαυτό του, εἶναι τρόποι πού ὁδηγοῦν στήν θεόσδοτη ταπείνωση. «Εἰσὶν οὖν οἱ ἐνάγοντες καὶ ὁδηγοῦντες εἰς αὐτὴν τὴν θεόσδοτον ταπείνωσιν τρόποι ἑπτά, συστατικοί ἀλλήλων καὶ γεννητικοί· σιωπή, ταπεινοφροσύνη, ταπεινολογία, ταπεινοφορία, (ἐκ τοῦ ταπεινά φορῶ), αὐτομεμψία, συντριβή, ἐσχατιά»10 (Φιλοκ. Δ´, ριζ´, ἐκδ. «᾿Αστήρ»).

῾Η ταπείνωση ὅμως εἶναι «δυσπόριστος», δηλαδή ἀποκτᾶται δύσκολα, καί ἄν κάποιος ἐπιζητήσει ὀσμή ταπεινώσεως στό περιβάλλον του, μόλις καί μετά βίας θά βρεῖ κάποια ἴχνη της ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους.

Οἱ Πατέρες τῆς ἐρήμου μᾶς ὑποδεικνύουν ὅτι ὑπάρχουν δύο ταπεινώσεις, «τὸ ἔχειν ἑαυτὸν ὑποκάτω πάντων καὶ τὸ ἐπιγράφειν τῷ Θεῷ τὰ κατορθώματα»11 (῾Αγ. Γρηγορίου Σιναϊτου, Φιλοκ. Δ´, 52, 8). Τό νά θεωρεῖ δέ κανείς τόν ἑαυτό του κάτω ἀπό ὅλη τήν κτίση εἶναι ἡ ἀρχή, ἐνῶ τό νά ἀποδίδει στόν Θεό τά κατορθώματά του, ἐγγίζει τά ὅρια τῆς τέλειας ταπείνωσης.

«῾Η ταπεινοφροσύνη εἶναι ἡ θεϊκή σκέπη πού σκεπάζει τούς ὀφθαλμούς μας, γιά νά μή βλέπουμε τά κατορθώματά μας. ῾Η ταπεινοφροσύνη εἶναι ἄβυσσος εὐτελείας, ἀπρόσβλητη ἀπό κάθε κλέπτη. ῾Η ταπεινοφροσύνη εἶναι “πύργος ἰσχύος ἀπό προσώπου ἐχθροῦ”… ᾿Αγάπη καί ταπείνωσις. ῾Ιερό ζεῦγος! ῾Η μία ὑψώνει καί ἡ ἄλλη συγκρατεῖ ὅσους ὑψώθηκαν καί δέν τούς ἀφήνει νά πέσουν», μᾶς συνοψίζει ἐπιγραμματικά ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης τῆς Κλίμακας12 (Κλῖμαξ, Λόγ. ΚΕ´, 25 & 36, ἔκδ. ῾Ι. Μ. Παρακλήτου, ᾿Ωρωπός ᾿Αττικῆς).

῾Ο Θέος μᾶς δώρισε «τόν φιλάνθρωπον αὐτόν τῆς θεοσεβείας ζυγόν», δηλαδή τήν ταπεινοφροσύνη, μέ τήν ὁποία δαμάζουμε κάθε δύναμη τοῦ ἀντικειμένου Διαβό-λου καί καταργοῦμε τά τεχνάσματά του. Γι᾿ αὐτό «ἐάν αὐτή, ἡ ὑπερηφάνεια μερικούς ἀπό τούς ᾿Αγγέλους τούς μετέβαλε σέ δαίμονες, ἐκείνη, ἡ ταπεινοφροσύνη, ὁπωσδήποτε μερικούς ἀπό δαίμονες μπορεῖ νά τούς μεταβάλει σέ ἀγγέλους· γι᾿ αὐτό ἄς ἔχουν θάρρος ὅσοι ἔπεσαν», θά μᾶς πεῖ καί πάλι ἡ Κλίμακα13 (ὅ. π. σελ. 60).

῎Ας σπεύσουμε λοιπόν μέ ὅλες μας τίς δυνάμεις νά κατακτήσουμε τή θεία αὐτή ἀρετή. «Νά ἀνεβοῦμε», ὅπως μᾶς λέει ὁ ἅγιος ᾿Ιωάννης ὁ Σιναΐτης, ἄν εἶναι δυνατόν, «στήν κεφαλή τῆς ταπεινοφροσύνης. ῎Αν δέν τό μποροῦμε αὐτό, ἄς ἀνεβοῦμε τουλάχιστον στούς ὤμους της. ῎Αν καί αὐτό δέν μποροῦμε νά τό κατορθώσουμε, ἄς μή χάσουμε τουλάχιστον τήν ἀγκάλη της. Διότι ὅποιος χάσει καί αὐτήν, ἀπορῶ ἄν θά μπορέσει νά κερδίσει τίποτε ἀπό τήν αἰωνιότητα»14 (ὅ. π. σελ. 279, 61).

Γιά τή μεγάλη αὐτή καί θεοδώρητο ἀρετή τῆς ταπεινοφροσύνης, ἀποτολμήσαμε νά μεταφράσουμε τέσσερις λόγους μεγάλων Πατέρων καί ἀσκητικῶν συγγραφέων τῆς ᾿Εκκλησίας μας. ᾿Επίσης καταγράψαμε μερικά χαρακτηριστικά περιστατικά ταπεινῆς βιοτῆς καί συμπεριφορᾶς, προκειμένου νά μᾶς δοθεῖ ἡ εὐκαιρία νά γνωρίσουμε τόν ἑαυτό μας, νά συνειδητοποιήσουμε τήν ἀσθένειά μας, γιά νά «ἔλθωμεν ἐν πᾶσι εἰς ταπείνωσιν», ὥστε νά «εὕρωμεν τήν παρά Θεοῦ Χάριν».

῾Ο πρῶτος λόγος εἶναι τοῦ Μεγάλου Βασιλείου. Εἶναι λόγος μεστός, ἁγιογραφικός καί προτρεπτικός πρός τήν ἁγία ταπείνωση.

῾Ο δεύτερος λόγος εἶναι ἀπό τά ᾿Ασκητικά ῎Εργα τοῦ ἀββᾶ Δωροθέου, καί θά μπορούσαμε νά ποῦμε ὅτι εἶναι λόγος πού συγκλίνει πρός τήν πρακτική πλευρά, τήν ἀσκητική τῆς ταπείνωσης.

Οἱ ὑπόλοιποι δύο λόγοι ἀνήκουν στόν ἀββά ᾿Ισαάκ τόν Σύρο, τόν καθηγητή τῆς ἐρήμου καί τῶν θείων θεωριῶν, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁμιλεῖ γιά τήν ὑψηλή καί ἀκατάληπτη πλευρά τῆς ταπείνωσης καί τό μεγαλεῖο τῆς ὑψοποιοῦ αὐτῆς ἀρετῆς. Τήν ὀνομάζει ἔνδυμα καί «στολή τῆς Θεότητας», διότι τήν ταπείνωση ἐνδύθηκε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὅταν «ἐνηνθρώπησε». Γι᾿ αὐτό, ὅπως χαρακτηριστικά μᾶς λέει, «ὅποιος κάνει σύνοικο τήν ταπείνωση καί ἐμβάλλει μέσα στή ,βαθεῖα καρδία» του αὐτή τή θεία κατάσταση, Αὐτόν τόν ῎Ιδιο τόν Χριστό ἐνδύεται».

τήν πρακτική πλευρά, τήν ἀσκητική τῆς ταπείνωσης.

Οἱ ὑπόλοιποι δύο λόγοι ἀνήκουν στόν ἀββά ᾿Ισαάκ τόν Σύρο, τόν καθηγητή τῆς ἐρήμου καί τῶν θείων θεωριῶν, ὁ ὁποῖος μᾶς ὁμιλεῖ γιά τήν ὑψηλή καί ἀκατάληπτη πλευρά τῆς ταπείνωσης καί τό μεγαλεῖο τῆς ὑψοποιοῦ αὐτῆς ἀρετῆς. Τήν ὀνομάζει ἔνδυμα καί «στολή τῆς Θεότητας», διότι τήν ταπείνωση ἐνδύθηκε ὁ Λόγος τοῦ Θεοῦ ὅταν «ἐνηνθρώπησε». Γι᾿ αὐτό, ὅπως χαρακτηριστικά μᾶς λέει, «ὅποιος κάνει σύνοικο τήν ταπείνωση καί ἐμβάλλει μέσα στή, βαθεῖα καρδία» του αὐτή τή θεία κατάσταση, Αὐτόν τόν ῎Ιδιο τόν Χριστό ἐνδύεται».

Η ΕΚΔΟΤΡΙΑ ΜΟΝΗ

     

Νοέμβριος 2017
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Απρ    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930