Αρχείο ημέρας 9 Ιανουαρίου 2018

Βλέποντας τὸν Θεὸ – Μοναχισμὸς καὶ θέα τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.

 

ἀρχ. Γεωργίου Καψάνη

Κατὰ τὸν μέγα Φωστήρα τῆς Ἐκκλησίας, Ἅγιο Γρηγόριο τὸν Παλαμᾶ, ὑπάρχουν τριῶν εἰδῶν θεολογίες:

α)Ἡ ἀσφαλὴς καὶ μυστικὴ τῶν θεοπτῶν θεολόγων, οἱ ὁποῖοι ὁμιλοῦν ἐκ προσωπικῆς ἐμπειρίας καὶ κοινωνίας μὲ τὸν Ζῶντα Θεό.

β) Ἡ φιλόσοφος θεολογία τῶν μὴ ἐχόντων προσωπικὴ ἐμπειρία θεοπτίας, ἀλλὰ ἐν ταπεινώσει δεχομένων τὶς ἐμπειρίες καὶ θεοπτίες τῶν Ἁγίων καὶ θεολογούντων συμφώνως πρὸς αὐτές. Ἡ θεολογία αὐτὴ χρησιμοποιεῖ τὴν ἀποδεικτικὴ μέθοδο, αὐτὴν δηλαδὴ ποὺ ἀποδεικνύει τὶς θεολογικὲς θέσεις μὲ συλλογισμοὺς βάσει τῆς Ἀποκαλύψεως καὶ τῶν καταγεγραμμένων ἐμπειριῶν τῶν Ἁγίων.

γ) Ἡ καινὴ θεολογία τῶν θρασέων θεολόγων,οἱ ὁποῖοι ἀπορρίπτουν τὶς ἐμπειρίες τῶν Ἁγίων καὶ θεολογοῦν διαλεκτικῶς κατὰ τὶς δικές τους φιλοσοφικὲς ἀρχές. Ἐκπρόσωπος τῆς διαλεκτικῆς θεολογίας ἦταν στοὺς χρόνους τοῦ Ἁγίου Παλαμᾶ ὁ δυτικὸς μοναχὸς Βαρλαάμ.

Τὴν ἀποδεικτικὴ μέθοδο ἠκολούθησαν καὶ οἱ Ἁγιορεῖται Πατέρες οἱ συντάξαντες τὸν Ἁγιορειτικὸ Τόμο τὸ ἔτος 1340, οἱ ὁποῖοι καταλήγουν: «Ταῦτα ὑπὸ τῶν Γραφῶν ἐδιδάχθημεν, ταῦτα παρὰ τῶν ἡμετέρων Πατέρων παρελάβομεν. Ταῦτα διὰ τῆς μικρᾶς ἔγνωμεν πείρας».

Εἶναι χαρακτηριστικὸς καὶ ὁ τρόπος ποὺ ὑπέγραφε ὁ ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ καὶ Ἁγίου Ὅρους, Ἰάκωβος: «Ὁ ταπεινὸς Ἐπίσκοπος Ἱερισσοῦ καὶ Ἁγίου Ὄρους Ἰάκωβος, ταῖς ἁγιορειτικαῖς καὶ πατρικαῖς ἀνατεθραμμένος παραδόσεσι, καὶ μαρτυρῶν, ὅτι διὰ τῶν ἐνταῦθα ὑπογραφάντων λογάδων, ἅπαν τὸ Ἅγιον Ὄρος συμφωνοῦντες ὑπέγραψαν, καὶ αὐτὸς συμφωνῶν καὶ ἐπισφραγίζων, ὑπέγραψα. Καὶ τοῦτο μετὰ πάντων προσγράφων. ὅτι τὸν μὴ συμφωνοῦντα τοῖς ἁγίοις καθὼς καὶ ἡμεῖς καὶ οἱ μικρὸ πρὸ ἡμῶν Πατέρες ἡμῶν, ἡμεῖς τὴν αὐτοῦ κοινωνίαν οὐ παραδεξόμεθα».

Στὴν ταπεινή μου εἰσήγησι θὰ ἀκολουθήσω τὴν ἀποδεικτικὴ μέθοδο.

Α΄. Τὸ Ἄκτιστον Φῶς, Φῶς τῆς Θεότητος

Στοὺς ἁγίους μοναχοὺς ὀφείλεται ὁ πλοῦτος τῆς ἐμπειρίας καὶ τῆς θεολογίας τοῦ Ἀκτίστου Φωτός.

Γι’ αὐτὸ καὶ θὰ δώσω τὸν λόγο σὲ ἁγίους μοναχούς, παλαιοὺς καὶ νέους, οἱ ὁποῖοι θὰ διαπραγματευτοῦν τὴν περὶ Ἀκτίστου Φωτὸς πίστι τῆς Ἐκκλησίας.

Ἔτσι θὰ διαπιστωθῆ ὅτι στὸν χῶρο τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ ἐβιώθη ἡ ἐμπειρία τοῦ Ἀκτίστου Φωτὸς καὶ διετυπώθη ἡ περὶ αὐτοῦ θεολογία.

Ὁ Θεὸς εἶναι Φῶς, κατὰ τὸν ἅγιο Ἰωάννη τὸν Θεολόγο: «Καὶ αὐτὴ ἐστὶν ἡ ἐπαγγελία ἥν ἀκηκόαμεν ἀπ’ αὐτοῦ καὶ ἀναγγέλλομεν ὑμῖν, ὅτι ὁ Θεὸς φῶς ἐστι καὶ σκοτία ἐν αὐτῷ οὐκ ἐστὶν οὐδεμία» (Α΄ Ἰω. α΄ 5).

Ἑρμηνεύων ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης τὸ ἐν λόγω χωρίον γράφει:

«Φῶς λοιπὸν εἶναι ὁ Θεὸς καὶ φῶς ἀληθινόν, μὲ τὴν λαμπρότητα τοῦ ὁποίου συγκρινόμενος ὁ ἥλιος καὶ ὅλα τὰ κτιστὰ φῶτα, εὑρίσκονται φῶτα ψευδῆ».

Φῶς εἶναι ὁ Θεός, κατὰ τὸν Ἀρεοπαγίτην Διονύσιον, διότι γεμίζει ἀπὸ κάθε νοητὸν φῶς κάθε ὑπερουράνιον νοῦν, καὶ διότι διώκει κάθε ἀγνωσίαν καὶ πλάνην ἀπὸ τὰς ψυχάς ἐκείνας, εἰς τὰς ὁποίας λάμπει τὰς ἀκτίνας του καὶ μεταδίδει εἰς αὐτάς φῶς ἱερὸν (κεφ. δ’ Περὶ θείων ὀνομάτων).

Φῶς εἶναι ὁ Θεὸς νοερόν, κατὰ τὸν Θεοφύλακτον καὶ Οἰκουμένιον, διατὶ κινεῖ τοὺς ὀφθαλμοὺς τῆς ψυχῆς εἰς τὸ νὰ θεωρήσουν, καὶ διατὶ ἀποστρέφει τὰ ὀμμάτια τοῦ νοὸς ἀπὸ ταῦτα ὅλα τὰ ὑλικὰ καὶ τραβίζει τὴν ὄρεξιν καὶ ἐπιθυμίαν τοῦ ἀνθρώπου, εἰς τὸ νὰ ἀγαπᾶ μόνον τὸν Θεὸν μὲ ἕνα ἐρωτικὸν πάθος».

Στὸ σύμβολο τῆς Πίστεως ὁμολογοῦμε ὅτι ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς εἶναι «Φῶς ἐκ Φωτός». Σὲ πολλὰ ἄλλα σημεῖα τῆς θείας Λατρείας χαρακτηρίζουμε τὸν Τριαδικὸ Θεὸ ὡς Φῶς.

Ἄραγε στὶς περιπτώσεις αὐτὲς τὸ φῶς νοεῖται ἐν ἠθικὴ ἔννοια ἤ ἐν ὀντολογικῇ; Ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητὴς ἀπαντᾶ ὅτι «κατ’ οὐσίαν ἀληθῶς φῶς ὑπάρχων ὁ Θεὸς» καὶ «φύσει φῶς ὁ Θεὸς» καὶ «οὐκ ἄλλο καὶ ἄλλο φῶς ὑπάρχων ἀλλὰ κατ’ οὐσίαν ἐν καὶ τὸ αὐτῷ, κατὰ τὸν τῆς ὑπάρξεως τρόπον τρισσοφαές».

Ὁ «ὑπερφαὴς καὶ ἀρχίφωτος Θεός», κατὰ τὸν ἅγιο Γρηγόριo τὸν Παλαμᾶ, ἔπλασε τὶς λoγικὲς φύσεις, ἀγγέλους καὶ ἀνθρώπους, δεκτικές του θείου φωτὸς καὶ ἱκανὲς νὰ βλέπουν τὸ θεῖον φῶς, ἀφοῦ «φῶς εἶναι τὴν τοῦ Θεοῦ τελειωτάτην θέαν». Οἱ θεῖοι ἄγγελοι, ὅσο δὲν ἐξέπεσαν, ἔχουν πλέον συνεχῆ τὴν κοινωνία μὲ τὸ Τρισήλιο Φῶς, ποὺ εἶναι καὶ «ἡ τῶν πνευμάτων τροφή, τῶν τε ἀγγέλων καὶ τῶν δικαίων».

Ὁ Ἀδὰμ πρὸ τῆς παρακοῆς μετεῖχε τῆς θείας ἐλλάμψεως καὶ λαμπρότητος. Αὐτὴν φοροῦσε «ὡς στολὴν δόξης». Ἔτσι δὲν ἦταν γυμνὸς «οὐδ’ ἀσχήμων ὑπῆρχεν ὅτι γυμνός», ἀλλ’ ἀντιθέτως ἦταν πολὺ λαμπρότερος αὐτῶν ποὺ φοροῦν τὰ στολισμένα μὲ πολὺ χρυσὸ καὶ πολύτιμους λίθους διαδήματα.

Ἀκολουθεῖ ὅμως ἡ παράβασις καὶ ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὸν Θεό, ποὺ εἶναι ὁ χωρισμὸς ἀπὸ τὴν Ζωὴ καὶ τὸ Φῶς τοῦ Θεοῦ. Τώρα ἡ ἀνθρωπίνη φύσις εἶναι γυμνὴ καὶ ἄσχημη. Κάλυμμα σκότους ἔχει ἐπιβληθεῖ στὴν ψυχή. Οἱ πρωτόπλαστοι αἰσθάνονται τὴν γύμνωσί τους καὶ ἐντρέπονται. Συνέχεια

Ἡ διακονία τοῦ Λόγου τοῦ Γέρ. Σωφρονίου Ἕνας ἀγώνας θεογνωσίας

Ἱερομ. Νικολάου Σαχάρωφ

Ὁ Κύριός μας Ἰησοῦς Χριστὸς ἔλεγε: «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ λαλήσουσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσιν περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως» (Ματθ. 12, 36). Καὶ Αὐτὸς ἔδωσε «ὑπόδειγμα» σέ μᾶς. Ὅπως γράφει ὁ Γέροντας Σωφρόνιος «Οὐδέποτε ὁ Κύριος πρόφερε μάταιους λόγους». Δὲν εἶπε τίποτα ἀπὸ τὸ μυαλό Του: «τὰ ῥήματα ἃ ἐγὼ λέγω ὑμῖν ἀπ’ ἐμαυτοῦ οὐ λαλῶ (Ἰωάν. 14, 10),ἀλλὰ μόνο «πάντα ἃ ἤκουσα παρὰ τοῦ Πατρός μου».

Κάποτε στὸν Ἄθωνα ἔγινε διάλογος γιὰ τὸ πῶς μιλοῦν οἱ τέλειοι. Ὁ Γέροντας Σιλουανὸς εἶπε: Αὐτοὶ «δὲν λένε τίποτε ἀπὸ τὸν ἑαυτό τους. Λένε μόνο ὅ,τι τοὺς δίνει τὸ Πνεῦμα».

Ἔτσι ὁ πατὴρ Σωφρόνιος ἤτανε ἕνας ἀληθινὸς «ὑπηρέτης τοῦ Λόγου». Διατύπωνε μὲ ἱερὸ φόβο τὸν κάθε λόγο του, εἴτε αὐτὸς ἦταν προφορικός, εἴτε γραπτός. Ἐνίωσε ὁ Γέροντας αὐτὴ τὴν εὐθύνη ἀκόμη βαθύτερα, ὅταν ἔγινε πνευματικὸς στὸν Ἄθω, στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Παύλου τὸ 1942. Τότε ἄρχιζε ἡ διακονία του στὸν Λόγο τοῦ Θεοῦ. «Στὸν πνευματικὸ ἁρμόζει –γράφει ὁ Γέροντας– νὰ αἰσθάνεται τὸν ρυθμὸ τοῦ ἐσωτερικοῦ κόσμου ὅλων καὶ καθ’ ἑνὸς ξεχωριστὰ ἐκείνων ποὺ ἀπευθύνονται σὲ αὐτόν. Γι’ αὐτὸν τὸν σκοπὸ προσεύχεται νὰ τὸν χειραγωγεῖ τὸ Πνεῦμα τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ τοῦ δίνει τὸν κατάλληλο λόγο γιὰ τὸν καθένα».

Ὁ Γέροντας θυμόταν ἀργότερα: «Εἶχα συνείδηση ὅτι βρισκόμουνα μακριὰ ἀπὸ τὴν ὀφειλόμενη τελειότητα. Παρατεταμένα καὶ μὲ πόνο στὴν καρδιά μου, προσευχόμουνα στὸν Κύριο νὰ μὴν ἐπιτρέψει νὰ σφάλω, ἀλλὰ νὰ μὲ τηρεῖ στὶς ὁδοὺς τοῦ ἀληθινοῦ Του θελήματος καὶ νὰ μὲ ἐμπνέει νὰ προφέρω λόγους ὠφέλιμους γιὰ τοὺς ἀδελφούς μου. Ἀκόμα καὶ κατὰ τὴ διάρκεια τῆς συνομιλίας μου μὲ τοὺς ἀνθρώπους προσπαθοῦσα νὰ κρατῶ τὴν “ἀκοὴ” τοῦ νοῦ μου στὴν καρδιά, γιὰ νὰ συλλάβω τὸ Θεῖο νεῦμα, πολλὲς φορὲς ἀκόμα καὶ τοὺς λόγους ποὺ ἔπρεπε νὰ πῶ».

Οἱ Μοναχοί του Ἁγίου Ὅρους ἀγαποῦσαν τὸν λόγο του καὶ προσέτρεχαν σ’ αὐτὸν ἀπὸ πολλὲς Μονὲς γιὰ πνευματικὴ συμβουλὴ καὶ στήριξη. Κάποια φορά εἶπε: «Ἂν ὁ ἄνθρωπος περπάτησε ὀκτὼ ὧρες γιὰ νὰ ἀκούσει λόγο, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ φερθεῖ κάποιος μαζί του ἀδιάφορα;». Στὸν καθένα ποὺ ἐρχόταν κοντά του, φερόταν μὲ ἀπόλυτη προσοχὴ καὶ φροντίδα, ἐνῶ ἐκεῖνοι τοῦ ἀνταπέδιδαν βαθειὰ εὐγνωμοσύνη γι’ αὐτό. Συχνὰ σὲ πολυπληθεῖς ἀδελφότητες Ἀθωνικῶν Μοναστηριῶν ἡ πρωταρχικὴ φροντίδα τῆς μοναστικῆς διοίκησης ἦταν ἡ πρακτικὴ ὀργάνωση τῆς ζωῆς. Γιὰ τοὺς πνευματικοὺς καθοδηγητὲς ἦταν κάποιες φορὲς δύσκολο νὰ προσέξουν ὅσο ἔπρεπε τὸν καθένα. Ἡ «οἰκοδομή» τῆς ἀδελφότητας μὲ λόγο Θεοῦ περιοριζόταν συχνὰ στὰ ἀναγνώσματα τῆς τράπεζας, στὴν ἐξομολόγηση καὶ τὶς Ἀκολουθίες. Σπάνια γίνονταν συνομιλίες γιὰ πνευματικὰ θέματα μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν, καὶ αὐτὸ περιοριζόταν σὲ πολὺ λίγους. Γι’ αὐτὸ ὁ Γέροντας γνώριζε ἐκ πείρας, πόσο ἀπαραίτητος εἶναι ὁ πνευματικὸς λόγος γιὰ τοὺς νέους Μοναχοὺς καὶ πόσο σπουδαῖο ἦταν νὰ τοὺς διδάξει τὴν πάλη μὲ τὰ πάθη.

Ὅταν ὁ Γέροντας Σωφρόνιος ἐπέστρεψε στὴ Δυτικὴ Εὐρώπη τὸ 1947, ὁ Θεὸς τοῦ ἐμπιστεύθηκε τὴ διακονία τοῦ λόγου γιὰ τὴ σωτηρία πολλῶν ἀνθρώπων στὴν Εὐρώπη. Ὡστόσο δὲν αἰσθανόταν πλέον ἐκείνη τὴν ἐλευθερία στὸν λόγο. Ἀργότερα ὁ Γέροντας ἔγραφε: «Ἡ ψυχολογία τῶν μοναχῶν, ἡ ὑπομονὴ καὶ ἡ ἀντοχὴ τους ὑπερέβαιναν σὲ τέτοιο βαθμὸ τοὺς πάντες καὶ τὰ πάντα (ὅσα συνάντησα στὴν Εὐρώπη), ὥστε δὲν εὕρισκα οὔτε λόγους, οὔτε ἐξωτερικοὺς τρόπους ἐπικοινωνίας. Ἐκεῖνο τὸ ὁποῖο οἱ μοναχοὶ τὸ ἀποδέχονταν μὲ εὐγνωμοσύνη, στὴν Εὐρώπη συνέτριβε τοὺς ἀνθρώπους».

Ὁ Γέροντας γνώριζε μέσα ἀπὸ τὴν προσευχὴ τοῦ τὶς πνευματικὲς ἀνάγκες τῶν ἀνθρώπων, πρὶν ἀκόμη ἐκεῖνοι νὰ τοῦ μιλήσουν γι’ αὐτές. Συνέβαινε κάποτε νὰ μιλάει ὁ Γέροντας μὲ κάποιον, ἀκολουθώντας ὅμως τὴν προσευχὴ ὁ λόγος του δὲν ἀπευθυνόταν ἀπευθείας στὸν συνομιλητή του, ἀλλὰ ἔμμεσα σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς παρευρισκομένους ἀκροατές. Ἔτσι τὸν ἐπισκέφθηκε κάποτε μία γυναίκα ἀπὸ τὴ Ρουμανία, καὶ ἔτυχε νὰ παρευρίσκεται στὸν διάλογο τοῦ Γέροντα μὲ ἄλλους ἀνθρώπους στὴν τράπεζα. Ξαφνικὰ ὅμως αὐτὴ κατάλαβε, ὅτι ὅλα ὅσα ἔλεγε ἦταν πραγματικὰ ἀπάντηση στὰ πιὸ μυστικὰ ἐρωτήματά της. Στὸ τέλος τοῦ γεύματος κατάπληκτη στράφηκε πρὸς αὐτόν, καὶ πρὶν ἀκόμη τοῦ μιλήσει, ὁ Γέροντας πρόφερε μὲ ἀγάπη: «Δὲν ἀπάντησα σὲ ὅλα τὰ ἐρωτήματά σας;».

Οἱ ἄνθρωποι ἔνιωθαν ὅτι ὁ λόγος τοῦ Γέροντα προερχόταν ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ γι’ αὐτὸ δὲν ἤθελαν νὰ ἐγκαταλείψουν τέτοια πηγὴ σωτηρίας. Γύρω ἀπὸ αὐτὸν ἄρχισε ἔτσι νὰ διαμορφώνεται μοναχικὴ κοινότητα ὅταν ἦταν ἀκόμα στὴ Γαλλία. Ὁ Γέροντας ἀφιέρωνε πολὺ χρόνο στὶς συνομιλίες του μὲ τοὺς ἀδελφούς. Ἀρχικὰ αὐτὲς ἦταν ἰδιαίτερες ὁδηγίες στὴν ἀδελφότητα, ποὺ ὑπαγορεύονταν ἀπὸ τὶς περιστάσεις τῆς ζωῆς γιὰ τὴ μία ἢ τὴν ἄλλη ἀνάγκη σὲ συγκεκριμένη περίπτωση.

Ὁ λόγος ἀπὸ τὸν Θεὸ εἶναι φοβερὸ πράγμα. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς ἀδελφοὺς δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἀντέξουν τὴ «σκληρότητα» τοῦ λόγου, γιατί ὁ λόγος αὐτὸς δὲν εἶναι «κατὰ ἄνθρωπο» – ὑπερβαίνει τὸ μέτρο τῆς φύσεώς μας. Γι’ αὐτὴν τὴν περίπτωση εἶχε τὸ κόλπο του ὁ Γέροντας. Ἀπηύθυνε αὐστηρὲς διδαχὲς σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς «δυνατούς», ἐνῶ στὴν πραγματικότητα ὁ λόγος ἀπευθυνόταν σὲ κάποιον ἀπὸ τοὺς ἀδύνατους ποὺ παρευρισκόταν στὴν ὁμιλία. Συνέχεια

ΛΟΓΟΣ ΣΤΗ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ

ΑΡΧΙΜ. ΖΑΧΑΡΙΑ ΖΑΧΑΡΟΥ

῾Ο Κύριος τρία μόλις χρόνια προτοῦ νά ἐκπληρώσει μέ τή σταυρική Του θυσία τόν προορισμό τῆς Σαρκώσεως καί τῆς ἐπί γῆς παρουσίας Του, ἄρχισε νά φανερώνει στόν κόσμο τή Δύναμή Του, κηρύττοντας καί θαυματουργώντας ποικιλοτρόπως, ἀλλά καί νά μορφώνει τούς Μαθητές Του κατά τήν ῾Εαυτοῦ εἰκόνα, μεταδίδοντάς τους Θεῖο λόγο καί πνευματικά χαρίσματα.

Κλείνοντας τόν τριετῆ αὐτό κύκλο τῆς συναναστροφῆς Του μέ τόν κόσμο, ὁ Διδάσκαλος ζήτησε νά μάθει ἀπό τούς ἴδιους τούς Μαθητές Του γι᾿ Αὐτόν, ὑποβάλλοντας τό ἐρώτημα· «Τίνα με λέγουσιν οἱ ἄνθρωποι εἶναι τόν υἱόν τοῦ ἀνθρώπου;» (Ματθ. 16, 13).

῞Οσοι Τόν περιέβαλλαν, κατανοοῦσαν βέβαια ἐν μέρει τή Θεϊκή Του προέλευση καί γι᾿ αὐτό ἔδιναν ποικίλες ἀπαντήσεις. ῾Ο ἅγιος Πέτρος, ὅμως, ἐξέφρασε ἐκ μέρους τῶν Μαθητῶν τήν τελειότερη πίστη, διατυπώνοντας τό λόγο· «Σύ εἶ ὁ Χριστός, ὁ υἱός τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος» (Ματθ. 16, 16). Καί ὁ Κύριος —μέ τή σειρά Του— μακάρισε τόν Πέτρο, πιστοποιῶντας ὅτι ἡ ὁμολογία αὐτή δέν ἦταν ἀποκάλυψη σαρκός καί αἵματος, ἀλλά δωρεά τοῦ Οὐρανίου Πατρός. Βεβαίωσε δέ ὅτι ἐπάνω σ᾿ αὐτή τήν ὁμολογία θά στηρίξει καί θά οἰκοδομήσει τήν ᾿Εκκλησία Του «καί πύλαι ᾅδου οὐ κατισχύσουσιν αὐτῆς» (Ματθ. 16, 18).

᾿Αναμφίβολα, μόνο ὁ ἴδιος ὁ Διδάσκαλος —ὄντας ἡ ἀλήθεια— εἶχε τή δυνατότητα νά δώσει προσδιορισμό σαφῆ καί εὐκρινῆ περί ῾Εαυτοῦ. ᾿Ονόμαζε, λοιπόν, τόν ῾Εαυτό Του «Υἱόν ἀνθρώπου», λόγω τῆς ταπεινῆς μορφῆς πού ὡς Υἱός Θεοῦ προσέλαβε ὑπέρ τῆς τοῦ κόσμου σωτηρίας. Ταυτόχρονα, ὅμως, εἶχε ἀπόλυτη συνείδηση τοῦ ὕψους τῆς οἰκείας δόξης, τῆς ὁποίας ἔμενε ἀδιάστατος· «οὐδείς ἀναβέβηκεν εἰς τόν οὐρανόν εἰ μή ὁ ἐκ τοῦ οὐρανοῦ καταβάς» (᾿Ιω. 3, 13)· καί ἀλλοῦ πάλι προφήτευε ὅτι οἱ ᾿Ιουδαῖοι θά ἔβλεπαν τόν Υἱόν τοῦ ἀνθρώπου ἀναβαίνοντα «ὅπου ἦν τό πρότερον» (᾿Ιω. 6, 62).

῾Ωστόσο, ἡ θεόπνευστη αὐτή ὁμολογία τοῦ Πέτρου φανέρωνε πώς οἱ ᾿Απόστολοι εἶχαν ἤδη ἀρχίσει νά κατανοοῦν τή θεία προέλευση καί, κατά συνέπεια, τήν τελειότητα τοῦ Διδασκάλου τους, καί ὁ Κύριος θέλησε νά τούς ἐνδυναμώσει τήν πίστη αὐτή μέ τή μαρτυρία τοῦ ἰδίου τοῦ Οὐρανίου Πατρός. ῎Οντως οἱ Μαθητές, ἐκφράζοντας προοδευτικά ὅλο καί μεγαλύτερη ἀφοσίωση καί ἀγάπη πρός τόν Διδάσκαλο, ἦταν φανερό ὅτι ἦταν πιά δεκτικοί μεγαλύτερης ἀποκαλύψεως. Γι᾿ αὐτό καί ὁ Κύριος ἀποφάσισε νά τούς μυήσει βαθύτερα σέ ὅσα ἐπρόκειτο νά διαδραματισθοῦν στήν ῾Ιερουσαλήμ, στό μυστήριο δηλαδή τῆς ἐπί τοῦ Γολγοθᾶ θυσίας Του. Συνέχεια

Ιανουάριος 2018
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Δεκ    
 123456
78910111213
14151617181920
21222324252627
28293031