Πρός Μονοτρόπους

Ἡ ἐργασία τῆς Νήψεως

Ἁγίου σαΐα το ναχωρητοῦ

741-1847~White-Tern-Bird-Island-Tikehau-Tuamotu-Archipelago-French-Polynesia-Pacific-Islands-Pacific-PostersἘάν ὁ ἄνθρωπος δέν ἀπομκαρυνθῆ ἀπό κάθε κοσμική ὑπόθεσι δέν εἶναι δυνατόν νά λατρεύσει τόν Θεό. Διότι πραγματική λατρεία τοῦ Θεοῦ εἶναι τό νά μήν ἔχουμε, τήν ὥρα τῆς προσευχῆς,στόν νοῦ μας τίποτε ξένο πρός τήν προσευχή καί νά ἀπασχολούμεθα μόνον μ’ Αὐτόν.Δηλαδή νά μήν ἔχουμε στόν νοῦ μας οὔτε ἡδονή, οὔτε κακία, οὔτε μίσος, οὔτε φθόνο, οὔτε φανταστική εἰκόνα, οὔτε φροντίδα γιά πράγματα τοῦ αἰῶνος τούτου. Διότι αὐτά εἶναι σκοτεινά τείχη, πού φυλακίζουν τήν ταλαίπωρη ψυχή καί τήν ἐμποδίζουν στόν ἀέρα καί δέν τήν ἀφήνουν νά συναντήση τόν Θεό, ὥστε μυστικῶς καί «ἐν τῷ κρυπτῶ» νά Τόν εὐλογήση καί νά προσευχηθῆ πρός Αὐτόν μέ ἁγνότητα, μέ θεῖο φωτισμό, μέ γλυκύτητα καρδίας καί νά δοκιμάση τήν ἡδονή τοῦ Θείου ἔρωτος. Διότι ὅσο ἡ ψυχή μεριμνᾶ γιά τά ἐξωτερικά, νεκρώνεται ὁ νοῦς καί ἑπομένως τά ἐσωτερικά πάθη ἐνεργοῦν χωρίς ἔλεγχο.

Ἄν ὅμως ἐγκαταλείψη ἡ ψυχή τήν μέριμνα τῶν ἐξωτερικῶν πραγμάτων, τότε χαίρεται ὁ νοῦς καί στέκει σταθερός (ἀνυψούμενος πρός τόν Θεό)· καί ἡ ψυχή κατανοεῖ τά ἐσωτερικά της πάθη μέ τόν νοῦ. Φροντίζει λοιπόν ὁ νοῦς γιά τήν ψυχή, μέχρις ὅτου τά ἀπορρίψη ἀπό μέσα της καί μέ τήν γονιμοποιό του δύναμι γεννήση καί ἐκθρέψη τά τέκνα της. Τότε γίνονται οἱ δύο μία καρδία καί ὑποτάσσεται ἡ ψυχή στόν νοῦ, ὅπως ἡ γυναίκα στόν ἄνδρα, καί γίνεται ὁ νοῦς κεφαλή τῆς ψυχῆς, ὅπως εἶπε ὁ Ἀπόστολος: «ὁ ἀνήρ ἐστί κεφαλή τῆς γυναικός» (Ἐφεσ. 5, 23), καί ἀφοῦ γίνουν ἕνα ἐν Κυρίῳ, δέν ἔχουν πλέον διαίρεσι.

Ὅσοι λοιπόν ἀξιώθηκαν νά φθάσουν σ’ αὐτό τό μέτρο, αὐτοί εἶναι πού προσεύχονται στόν Θεό μέ ἁγνότητα, αὐτοί εἶναι πού φωτίσθηκαν ἀπό τόν Θεό, οἱ ἀληθινοί προσκυνηταί πού ζητεῖ ὁ Θεός, καί τέλος ἐκεῖνοι στούς ὁποίους «ἐνοικεῖ καί ἐμπεριπατεῖ ὁ Ὕψιστος», ὅπως ἔχει γραφῆ: «Ἐνοικήσω ἐν αὐτοῖς καί ἐμπεριπατήσω» (Β’ Κορ. στ’ 16).

Γι’ αὐτούς εἶπε ὁ Σωτήρ: «ὅτι ἐάν συμφωνήσωσι δύο περί παντός οὐ ἐάν αἰτήσωνται ἐν τῷ ὄνομάτι μου, γενήσεται αὐτοῖς» (Ματθ. ιη’ 19). Διότι ὅταν ἡ ψυχή συμφωνήση μέ τόν νοῦ καί γίνουν ἕνα, τότε ὁ νοῦς μένει στόν Κύριο καί ὁ θεός σ’ αὐτόν (τόν νοῦ), ὅπως εἶπε ὁ Κύριός μας στά Εὐαγγέλια: «μείνατε ἐν ἐμοί κἀγώ ἐν ὑμιν» (Ἰωάν. ιε’ 5).

Σ’ αὐτόν λοιπόν πού παραμένει σέ κοινωνία μέ τόν Θεό διά μέσου της ἐνάρετου πράξεως, καί ὁ Θεός παραμένει μέσα του μέ τήν θεωρία. (Θεωρία ἐννοεῖται ἡ πνευματική καί ἄυλη εἰκόνα τοῦ Θεοῦ πού σχηματιζεται στήν διάνοια τοῦ σκεπτομένου τόν Θεό, ἤ ἡ ὅρασι τοῦ Θεοῦ μέ τούς ὀφθαλμούς τῆς διάνοιας). Διότι ἐάν ἡ ψυχή ἀπελευθερωθῆ καί προσπεράση τά ἐμπόδια πού εἶναι στόν ἀέρα, τότε μένει στόν Θεό καί δέχεται τίς ἀκτίνες τοῦ Πνεύματος.

Καθώς εἶπε ὁ Ἀπόστολος ὅτι «ὁ κολλώμενος τῇ πόρνη , ἐν σῶμα ἐστι, καί ὁ κολλώμενος τῷ Κυρίω, ἐν πνεῦμα ἐστί» (Α’ Κορ. στ’ 16-17)· ὅ, τι δέ εἶναι ἔξω ἀπό τόν νόμο τοῦ Θεοῦ, πόρνη ὀνομάζεται. Ἡ ψυχή λοιπόν πού προσκολλήθηκε στόν Κύριο διά τοῦ Πνεύματος μένει σ’ Αὐτόν καί δίδασκεται ἀπ’ Αὐτόν πῶς πρέπει νά προσεύχεται καί Τόν προσκυνεῖ ἀδιαλείπτως, μένοντας ἀδιάσπαστα ἑνωμένη μαζί Του· ἀντιστοίχως ὁ Κύριος παραμένει στήν ψυχή, τήν ἀναπαύει, τῆς χορηγεῖ καί τῆς ἀποκαλύπτει τίς τιμές καί τά ἀνεκλάλητα χαρίσματά Του.

Αὐτός λοιπόν ὁ ἄνθρωπος δεν ἁμαρτάνει πλέον, ἀλλ’ οὔτε καί τόν ἀγγίζει καθόλου ο πονηρός, διότι ἔχει ἀναγεννηθῆ ἀπό τόν Θεό, ὅπως λέγει ἡ Ἁγία Γραφή : «πᾶς ὁ γεγεννημένος ἐκ τοῦ Θεοῦ ἁμαρτίαν οὐ ποιεῖ, ὅτι σπέρμα Αὐτοῦ ἐν αὐτῷ μένει καί οὐ δύναται ἁμαρτάνειν, ὅτι ἐκ τοῦ Θεοῦ γεγέννηται» Α΄ Ἰωάν. γ’ 9).

 

Περί τῶν βάσεων τῆς Ὀρθοδόξου ἀσκήσεως-Παρθενία καί Σωφροσύνη

π.Σωφρόνιος Σαχάρωφ

images (1)Ἡ παρθενία καὶ ἡ σωφροσύνη συνιστοῦν τὴ δεύτερη κύρια ὑπόσχεση τοῦ μοναχισμοῦ. Ἡ ἀντίληψη γύρω ἀπὸ τὴν παρθενία, ὡς ζωῆς κατ’ εἰκόνα τῆς ζωῆς τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, εἶναι παραδόξως τόσο λίγο ἀποδεκτὴ ἀπὸ τὸ σύγχρονο κόσμο, ἀκόμη καὶ ἀπό τούς Χριστιανούς, ὥστε καθίσταται ἀπαραίτητο νὰ ἐκθέσουμε τὴ δογματικὴ βάση αὐτῆς τῆς ὑπόσχεσης.

Ἡ δισχιλιετὴς πείρα τῆς Ἐκκλησίας μὲ ἀκαταμάχητη ἀξιοπιστία κατέδειξε ὅτι ὁ ἀποκλεισμὸς τῆς γενετήσιας λειτουργίας ἀπὸ τὴ ζωὴ τῆς ἀνθρώπινης προσωπικότητας ὄχι μόνο δὲν ἐπιφέρει βλάβη στὴν ψυχικὴ καὶ σωματικὴ ὑγεία τοῦ ἀνθρώπου, ἀλλά ἀντίθετα, ὅταν χρησιμοποιεῖται μὲ ὀρθό τρόπο αὐξάνει καὶ τὴ φυσικὴ ἀντοχή, τὴ μακροβιότητα καὶ τὴν ψυχικὴ ὑγεία του.

Κατὰ τὶς τελευταῖες δεκαετίες εἶναι δυνατὸ νὰ παρατηρήσει κανεὶς πλῆθος ἐπιστημονικῶν ἐργασιῶν, οἱ ὁποῖες διαπιστώνουν τὴν πνευματικὴ γονιμότητα ἐκείνου τὸ ὁποῖο ἡ σύγχρονη ψυχολογία ὀνομάζει «ἐξαϋλωμένη ἁγνεία». Πρέπει νὰ χαίρεται κανεὶς γιὰ τὴ διαπίστωση αὐτή, διότι σὲ κάθε ἐποχή δὲν ἔπαυσαν κάποιοι νὰ διαστρέφουν τὴν ἔννοια τῆς μοναχικῆς σωφροσύνης, ἀκόμη μάλιστα καὶ νὰ ἀντιτίθενται σὲ αὐτή, σὰν φαινόμενο παθολογικὸ καὶ «παρὰ φύσιν».

Ἐν τούτοις ὀφείλουμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ σύγχρονη πείρα στὸν τομέα αὐτό ἀπέχει ἀκόμη πολὺ ἀπὸ τὴ δυνατότητα νὰ συγκριθεῖ μὲ τὴν ἀδιάκοπη καὶ αἰωνόβια πείρα τῆς Ἐκκλησίας καὶ νὰ ἔχει τὴν ἀξίωση μὲ κάποιο τρόπο νὰ τὴ διορθώσει ἢ νὰ τὴν ἐμπλουτίσει. Ἀπὸ ἐκεῖ εὔκολα κατανοεῖται τὸ μικρὸ ἐνδιαφέρον τῶν μοναχῶν γιὰ αὐτή. Προσπερνώντας τὴ λεπτομερῆ ἐξέταση τοῦ ζητήματος ἀπὸ δογματικὴ καὶ ἀνθρωπολογικὴ σκοπιά, θὰ ποῦμε μονάχα ὅτι γιὰ ἐμᾶς κύριο καὶ ἀναμφισβήτητο τεκμήριο δικαίωσης αὐτῆς τῆς ὑπόσχεσης, στὸ ὁποῖο ἄλλωστε ὁδηγοῦν ὅλες οἱ ἄλλες ἀποδείξεις,εἶναι τὸ γεγονὸς τῆς ἐν παρθενία ἐπίγειας ζωῆς τοῦ Κυρίου «Σᾶς ἔδωσα τὸ παράδειγμα» (Ἰωάν. ιγ ’15). Μόνο κάποιος ἐντελῶς ἀσύνετος θὰ μποροῦσε νὰ πεῖ ὅτι ἡ ζωὴ τοῦ Χριστοῦ ὑπῆρξε «παρὰ φύσιν». Συνέχεια

Ἡ μεγαλομάρτυς Αἰκατερίνα

Ἅγιος Θεοφάνης ὁ Ἔγκλειστος

agia_aikaterini_716Ὁ βίος τῆς Ἁγίας Αἰκατερίνης ἀποτελεῖ ἕνα πλούσιο πνευματικό ἐντρύφημα γιά ὅσους τιμοῦν τήν μνήμη της. Γιά σᾶς, εὐλαβέστατες ἀδελφές, ἀποτελεῖ ἕνα πλουσιώτερο ἐντρύφημα, γιατί ὁ βίος της σέ γενικές γραμμές ἐκφράζει πλήρως τήν μοναχική ζωή.

Στρέψατε τό βλέμμα σας στήν εἰκόνα πού τήν παρουσιάζει μαζί μέ τήν Βρεφοκρατοῦσα Θεοτόκο. Ἡ Ἁγία στέκεται γονατιστή μπροστά στήν Μητέρα τοῦ Κυρίου, ἡ ὁποία τῆς παραδίδει τό δακτυλίδι τοῦ ἀρραβῶνος. Αὐτή εἶναι ἡ κυριώτερη στιγμή τῆς ζωῆς της. Εἶναι ἡ συμβολική στιγμή τῆς ἀφιερώσεως.

Πρίν ὅμως ἀπό τήν ἀφιέρωσι προηγήθηκε ἡ ἐπιθυμία καί ἡ ἀναζήτησις τοῦ καλυτέρου νυμφίου, ἡ ὁποία τήν ὡδήγησε πρός τόν Κύριο. Μετά τόν πνευματικό γάμο εἰσῆλθε στό στάδιο τοῦ μαρτυρίου καί στεφανώθηκε μέ τόν ἀμάραντο στέφανο. Αὐτή εἶναι σέ γενικές γραμμές ἡ ζωή της. Βασικά οἱ ἴδιες γραμμές ὑπάρχουν καί στή δική σας ζωή, ἐφ᾿ ὅσον ζῆτε ὅπως ἁρμόζει στήν μοναχική σας κλῆσι.

Ἡ Ἁγία εἶχε εὐγενική καταγωγή. Ἦταν πλούσια, εὐφυής, ἐξαιρετικά μορφωμένη. Εἶχε πολλά χαρίσματα. Δέν τήν ἱκανοποιοῦσε ὅμως τίποτε τό κοσμικό. Ἡ ψυχή της ἀναζητοῦσε κάτι τό τελειότερο καί ἦταν ἕτοιμη νά ἀκολουθήση ὅποιον θά τῆς ἔδειχνε τόν δρόμο γιά μιά ὑψηλότερη ζωή.

Ὁ Κύριος βλέποντας τήν καλή της προαίρεση τῆς ἔστειλε τόν κατάλληλο χειραγωγό. Μπόρεσε ἔτσι νά ἐλευθερωθῆ ἀπό τό κοσμικό σκοτάδι καί νά γνωρίση τόν Οὐράνιο Νυμφίο, τόν ὡραιότερο καί σοφώτερο ἀπ᾿ ὅλους. Ἀποφάσισε λοιπόν νά ἀφιερωθῆ στόν Κύριο, νά νυμφευθῆ μ᾿ Αὐτόν.

Μιά ψυχή νυμφεύεται τόν Κύριο ἀφοῦ προηγουμένως πάρη τήν ἀπόφασι ν᾿ ἀφοσιωθῆ ἀποκλειστικά σ᾿ Αὐτόν. Ἡ ἀπόφασις τῆς ἀφιερώσεως γεννιέται ἀπό τήν σταθερή καί βεβαία πεποίθησι ὅτι ὁ Κύριος ἀποτελεῖ τήν πηγή κάθε ἀγαθοῦ.

Αὐτή ἡ πεποίθησις ἔδωσε καί σέ σᾶς, εὐλαβέστατες ἀδελφές, τήν πρώτη ὤθησι γιά νά ἐγκαταλείψετε ὅλα τά κοσμικά καί νά παραδοθῆτε στόν Κύριο. Ἀσφαλῶς αὐτό θά ἦταν τό πρῶτο σας ξεκίνημα. Ἡ διαφορά ἀνάμεσα στήν κλήσι τήν δική σας καί τῆς Ἁγίας εἶναι ἡ ἑξῆς: Ἐκείνη ἔνοιωθε ἀνικανοποίητη στό κοσμικό περιβάλλον ἀλλά δέν γνώριζε ποῦ ἔπρεπε νά καταφύγη. Ἐνῶ ἐσεῖς μαζί μέ τήν δίψα γιά κάτι τελειότερο εἴχατε τήν πληροφορία γιά τό ποῦ θά τήν ἱκανοποιούσατε. Εἴχατε ἀκούσει τά λόγια: «Ἐάν τις διψᾶ, ἐρχέσθω πρός με καί πινέτω» (Ἰωάν. ζ´ 37). Συνέχεια

Ἡ μοναχικὴ ζωὴ δείκτης τελειώσεως

Καθηγητὴς Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

imagesCAAP0ZKIΜὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ μοναχισμοῦ παρουσιάστηκε μία ἰδιαίτερη μορφὴ ζωῆς στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δημιουργήθηκε καὶ νέα ἠθική. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἰδιαίτερη ἠθικὴ γιὰ τοὺς κοσμικοὺς καὶ ἰδιαίτερη γιὰ τοὺς μοναχούς, οὔτε διαφοροποιεῖ τὶς δύο αὐτὲς κατηγορίες τῶν πιστῶν ὡς πρὸς τὶς ὑποχρεώσεις τοὺς ἀπέναντι στὸ Θεό. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι κοινὴ γιὰ ὅλους. Ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἔχουν ὡς κοινὸ γνώρισμα «τὸ ἀπὸ Χρίστου καὶ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι»(1). Ἡ ὑπόσταση δηλαδὴ καὶ τὸ ὄνομά τους ἀνάγονται στὸ Χριστό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστιανὸς εἶναι γνήσιος καὶ ἀληθινός, ὅταν στηρίζει τὴ ζωὴ καὶ τὴ διαγωγή του στὸ Χριστό. Ἡ προσπάθεια ὅμως αὐτὴ δυσχεραίνεται μέσα στὸν κόσμο.

Αὐτὸ ποὺ εἶναι δύσκολο στὸν κόσμο ἐπιχειρεῖται μὲ ἰδιαίτερη φροντίδα στὸ μοναχισμό. Ὁ μοναχὸς ἐπιδιώκει στὴν πνευματική του ζωὴ ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιδιώκει καὶ ὁποιοσδήποτε πιστὸς νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Οἱ βασικὲς ἀρχὲς τοῦ μοναχισμοῦ συμπίπτουν οὐσιαστικὰ μὲ τὶς βασικὲς ἀρχὲς τῆς ζωῆς ὅλων τῶν πιστῶν. Αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστερο στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες, ὅταν δὲν εἶχε ἀκόμα ἐμφανισθεῖ ὁ μοναχικὸς θεσμός.

Στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι προφανὴς ἡ προτίμηση τῆς παρθενίας ἢ τῆς ἁγνότητας ἀπέναντι στὸ γάμο. Ἡ θέση αὐτὴ δὲν στρέφεται βέβαια ἐναντίον τοῦ γάμου, ποὺ ἀναγνωρίζεται ὡς μέγα μυστήριο(2), ἀλλὰ ἐπισημαίνει τὶς δυσκολίες ποὺ συνεπάγεται σὲ πρακτικὸ ἐπίπεδο γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή. Γὶ΄ αὐτὸ ἐξαρχῆς ὑπῆρχαν πολλοὶ Χριστιανοί, ποὺ ἀπέφευγαν τὴ σύναψη γάμου. Ἔτσι ὁ ἀπολογητὴς Ἀθηναγόρας, ποὺ ἔζησε κατὰ τὸ δεύτερο αἰώνα, γράφει: «Εὔροις δ΄ ἂν πολλοὺς τῶν πὰρ΄ ἠμὶν ἄνδρας καὶ γυναίκας καταγηράσκοντας ἀγάμους ἐλπίδι τοῦ μᾶλλον συνέσεσθαι τῷ Θεῶ»(3).

Ἐξάλλου ἡ χριστιανικὴ ζωὴ συνδέθηκε ἐξαρχῆς μὲ τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴ θυσία: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοὶ»(4). Ὁ Χριστὸς ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν πλήρη αὐτοπροσφορά του: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστί μου ἄξιος καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστί μου ἄξιος»(5).

Τέλος ἡ ἐπίδοση στὴν ἔντονη καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἡ ὑπακοὴ στοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ὑποταγὴ στοὺς ἄλλους, ὅπως καὶ ὅλες γενικὰ οἱ βασικὲς ἀρετὲς τοῦ μοναχισμοῦ, καλλιεργοῦνταν ἐξαρχῆς ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας.

Βέβαια ὁ μοναχὸς καὶ ὁ ἔγγαμος ζοῦν δύο διαφορετικὲς μορφὲς ζωῆς. Αὐτὸ ὅμως δὲν ἀλλάζει τὴν κοινὴ εὐθύνη τοὺς ἀπέναντι στὸ Θεὸ καὶ τὶς ἐντολές του. Ὁ καθένας ἔχει κάποιο ἰδιαίτερο χάρισμα μέσα στὸ ἑνιαῖο καὶ ἀδιαίρετο σῶμα τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ(6). Κάθε μορφὴ ζωῆς, εἴτε ἡ ἔγγαμη εἴτε ἡ μοναχική, ὑπόκειται ἐξίσου στὸ ἀπόλυτο θέλημα τοῦ Θεοῦ. Γὶ΄ αὐτὸ δὲν ἐπιτρέπεται νὰ ἐκλαμβάνεται ὁποιαδήποτε μορφὴ ζωῆς ὡς πρόσχημα γιὰ παραθεώρηση ἢ ἐπιλεκτικὴ ἀνταπόκριση στὴν κλήση τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν του. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἀπαιτεῖται ἄσκηση καὶ ἀγωνιστικὴ διάθεση.

Συνέχεια

Λαχτάρα Αἰωνιότητος

Ἀρχιμ. Δαμασκηνοῦ Κατρακούλη

ceb5ceb9cebacf8ccebdceb1-31457[1]Ἰδού, ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν. ναί ἔρχου,Κύριε Ἰησοῦ. (Ἀποκ. κβ΄ 12, 20)1

Ὁ θεῖος λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται ἀπό τόν ἄμβωνα τῆς Ἐκκλησίας, περιέχει ποικίλα σπέρματα ἀληθείας καί θεογνωσίας. Ἡ μελέτη τοῦ θείου λόγου νά εἶναι ἡ τρυφή καί ἡ τροφή τῆς ζωῆς μας.

Ἐγώ, παιδιά, κάθε βράδυ διαβάζω Εὐαγγέλιο γιά νά εἰσχωρήση μέσα μου ὁ Κύριος. Μέ τό Εὐαγγέλιο γίνεται ἡ ἀλληλοπεριχώρησις τοῦ ἠμαγμένου Ἀμνοῦ καί τῆς ψυχῆς μας. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κληθήκαμε ν’ ἁγιάσωμε. Νά γίνωμε εὐωδία Χριστοῦ. Σκοπός μας εἶναι νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλῆσι τοῦ Θεοῦ καί νά γίνωμε φῶς. Μέ τήν τήρησι τοῦ Εὐαγγελίου νά γίνωμε λόγος τοῦ Θεοῦ.

Μέσα στήν Ἐκκλησία, λοιπόν, ἁρπάζει ὁ ἕνας τόν θεῖο λόγο καί πηγαίνει εἰς τάς ἐρήμους, γιά νά πραγματώση τό Εὐαγγέλιον. Ὁ ἄλλος τό ἁρπάζει καί πηγαίνει στήν Ἀφρική, στήν Ἀσία κ.λπ. νά φωτίση τούς ἀνθρώπους ὡς ἱεραπόστολος. Ὁ ἄλλος παίρνει τόν θεῖο σπόρο καί τόν καλλιεργεῖ μέσα στήν κοινωνία ὡς ἐπίσκοπος, ὡς ἱερεύς, ὡς οἰκογενειάρχης καί κάνει ἔργο τοῦ τήν σπορά τοῦ θείου λόγου. Ἐμεῖς πήραμε τό Εὐαγγέλιον ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα ὁ καθένας καί ἤλθαμε στό μοναστῆρι, γιά νά δοξάσωμε τόν Θεό μέ τήν τήρησι τῶν ἐντολῶν Του.

Κάθε μοναστῆρι εἶναι ἕνα πέραμα, ἕνα φεριμπότ, πού θά μᾶς περάση ἀπέναντι, στήν ὄχθη τοῦ οὐρανοῦ. Σήμερα αὐτό μέ ἀπησχόλησε ἐμένα. αὐτό ἀκριβῶς τό ταξίδι. Πρέπει νά σπάσωμε τόν φραγμό τοῦ θανάτου μέ τήν ἐπιθυμία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Σκεπτόμουν, λοιπόν, πώς θά μπορέσωμε τό μήνυμα τοῦ θανάτου νά τό περιμένωμε ὡς τήν πλέον εὐχάριστη ἀγγελία. Προχθές ἀναφέραμε μερικές θεῖες ἀποκαλύψεις, πού εἶχε ὁ Μητροπολίτης Ε. στίς τελευταῖες του στιγμές. Καί χάρηκε ἡ ψυχή μας. Πράγματι, γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀγαπήσας τόν Θεόν, δέχεται τέτοιες ἀποκαλύψεις στίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του. Ὁ Κύριος του παρουσιάζει ἤδη ἀπό τήν παροῦσα ζωή τί ἀπολαύσεις τόν ἀναμένουν στήν πανήγυρι τῶν πρωτοτόκων, ἐκεῖ πού βασιλεύει τό φῶς, τό ἄκτιστο φῶς, τό γλυκύτατο ὡς ἡ χιών. Συνέχεια

Λόγος σε μοναχική Χειροθεσία

π. Ευσεβίου Βίττη

Φωτογραφία0028Κανονικὰ, ἀδελφοί μου, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθοῦμε σὲ ὅσα πολὺ βαθιὰ καὶ πεπληρωμένα θείου Πνεύματος ἱερὰ λόγια περιέχει ἡ ἱερὴ ἀκολουθία τῆς μοναχικῆς κουρᾶς καὶ χειροθεσίας, ποὺ θὰ γίνει σὲ λίγο. Πρέπει ὅμως νὰ τονιστῆ  καὶ πάλι στὴν ψυχή, ποὺ θὰ καθιερώσει τὸν ἑαυτό της, τὸ νόημα τῆς μορφῆς ζωῆς, στὴν ὁποία θὰ μπεῖ ἐπίσημα πιά.

Παράλληλα ὅμως πρέπει καὶ ὅλοι ἐμεῖς ποὺ παραβρισκόμαστε στὴν ἱερὴ αὐτὴ σύναξη νὰ ἀνανεώσουμε ὅ,τι λιγότερο ἢ περισσότερο γνωρίζουμε γιὰ τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ Μοναχισμοῦ καὶ ἑπομένως καὶ τῆς χειροθεσίας, ποὺ θὰ γίνει ἀπόψε. Καὶ αὐτὸ σημαίνει τὴν κατάθεση αὐτῶν ποὺ θὰ ἀκούσετε, ἔστω κι ἂν εἶναι, ἂν ὄχι γιὰ ὅλους, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε γιὰ τοὺς περισσοτέρους ἀπὸ σᾶς γνωστά, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἀποτελοῦν τὸ εὐλαβὲς ἐκκλησίασμα μόνο μοναχοὶ καὶ μοναχές. Ὡς πιστοὶ ὅμως καὶ φιλομόναχοι χριστιανοὶ βρεθήκατε σὲ παρόμοιες ἱερὲς συνάξεις καὶ ἀκούσατε πολλὰ καὶ σημαντικὰ σχετικὰ μὲ τὴν μοναχικὴ κουρὰ καὶ χειροθεσία.

Καὶ θὰ δίσταζα πολὺ ἢ μᾶλλον δὲν θὰ ἐπιχειροῦσα κἂν νὰ πῶ αὐτὰ ποὺ θὰ καταθέσω ἀπόψε, ἂν δὲν μὲ ἐνθάρρυνε ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος, ποὺ γράφει τὰ παρακάτω. «Τὰ αὐτὰ λέγειν ὑμῖν, ἐμοὶ μὲν οὐκ ὀκνηρόν, ὑμῖν δὲ ἀσφαλές» (Φιλιπ. γ΄1).

Τὸ νὰ σᾶς λέω, σημειώνει, τὰ ἴδια πράγματα ποὺ καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπα, γιὰ μένα δὲν ἀποτελεῖ κόπο, γιὰ Σᾶς ὅμως ἀποτελεῖ ἀσφάλεια πνευματική, γιατὶ ἔτσι θὰ ἐντυπωθοῦν οἱ θεῖες ἀλήθειες περισσότερο μέσα σας. Ἀλλὰ ἀλλάζοντας τὸ «ὑμῖν» μὲ ὕψιλον τοῦ θείου Ἀποστόλου μὲ ἡμῖν μὲ  ἦτα περιλαμβάνω μαζί σας καὶ αὐτὸν ποὺ σᾶς μιλάει τώρα, γιατὶ καὶ ὁ ἴδιος ἔχει ἀνάγκη νὰ ἀντιληφθῆ καλύτερα, ὅσα σχετίζονται μὲ τὸ νόημα τῆς ἀποψινῆς ἱερᾶς συνάξεως. Πρέπει μόνο νὰ ὑπογραμμίσω, ὅτι ὅσα θὰ λεχθοῦν, δὲν καλύπτουν βέβαια ὅλη τὴν ἔκταση καὶ ὅλο τὸ βάθος τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θέματος. Μιὰ γρήγορη καὶ διαγραμματικὴ ὑπόμνησή του θὰ ἐπιχειρηθῆ.

Η ΚΛΗΣΗ

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΖΩΗ ΑΡΧΙΖΕΙ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Τὸ βάπτισμα ἀποτελεῖ ἀναγέννηση, ἀρχὴ καινούργιας, ὑπερφυσικῆς ζωῆς. Εἶναι ἡ «ἄνωθεν γέννησις» «δι’ ὕδατος καὶ Πνεύματος». Στὸ ἅγιο Βάπτισμα βρίσκεται ὁ σπόρος ποὺ ἡ ἀνάπτυξη καὶ ἡ καρποφορία του θὰ ὁδηγήση τὸν βαπτιζόμενο στὴν τελειότητα καὶ στὴν ἐσωτερικὴ κοινωνία καὶ ἕνωσή του μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου καὶ γίνεται.

ΤΟ ΑΓΙΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ἀποτελεῖ ἀφετηριακὴ κλήση καὶ ἀνάθεση ἔργου πνευματικοῦ στὴν ψυχή, ποὺ βαπτίζεται, καὶ ἔχει δύο πλευρές.

Ἡ πρώτη πλευρά του εἶναι ἡ ἀποφασιστικὴ ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ σατανᾶ. Αὐτὴν τὴν ὀνομάζουμε ἀρνητικὴ πλευρὰ τοῦ Βαπτίσματος.

Ἡ δεύτερη πλευρὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος εἶναι ἡ ὁλοκάρδια ὑπόσχεση ἀκολουθήσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ὀνομάζουμε θετικὴ πλευρὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος. Συνέχεια

Ἡσυχαστικὴ Θεολογία

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

iliasὉ Ἡσυχασμὸς δὲν ἀποτελεῖ ἐποχικὸ ἢ περιθωριακὸ φαινόμενο τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ συνιστᾶ κεντρικὸ ἄξονα τῆς μοναχικῆς παραδόσεώς της καὶ σφραγίζει διαχρονικὰ τὸ χαρακτήρα τῆς πνευματικῆς της ζωῆς. Ἤδη, ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἔννοια τῆς ἡσυχίας συνδέθηκε μὲ τὴν ἀποδέσμευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἀγωνιώδη μέριμνα καὶ ταραχὴ τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἐπιστροφή του πρὸς τὸν Θεό.

Ἡ ἡσυχία δὲν εἶναι πλαδαρότητα ἢ ἀκινησία, ἀλλὰ ἀφύπνιση καὶ ἔντονη ἐνεργοποίηση στὸ ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι μία ἐσωτερικὴ ἀνασύνταξη καὶ ἐπανατοποθέτηση, ποὺ καλλιεργεῖται μὲ τὴν περισυλλογή, τὴν αὐτοσυγκέντρωση, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, Καὶ ἡ ἡσυχαστικὴ ζωή, ποὺ καλλιεργεῖται μὲ τὴ φυγὴ στὴν ἔρημο, δὲν ἐκφράζει ἀποστροφὴ πρὸς τὸν κόσμο, ἀλλὰ προσήλωση στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἡσυχαστὴς ἀπομονώνεται στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ χωρέσει μέσα του ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ἡ ἡσυχαστικὴ ὅμως ζωὴ μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ ὡς ἕνα βαθμὸ καὶ μέσα στὶς πόλεις, ὅπως βεβαιώνει ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Κωνσταντῖνος ζοῦσε ἡσυχαστικὴ ζωὴ μέσα στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς συγκλητικὸς καὶ μέλος τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς. Ἐκεῖνο ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ προσήλωση στὸν κόσμο καὶ ἡ πλήρης ἀναφορὰ στὸν Θεό.

Προσήλωση

Κεντρικὴ θέση στὸν ἡσυχασμὸ ἔχει ἡ νοερὰ ἢ καρδιακὴ προσευχή, ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ἡ προσευχὴ αὐτὴ μὲ τὴ συντομία της βοηθάει στὴν αὐτοσυγκέντρωση καὶ στὴν ἀπερίσπαστη προσήλωση στὸν Θεό, Μὲ τὴ συνεχῆ ἐπανάληψή της καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ προσευχὴ μεταφέρεται σταδιακὰ ἀπὸ τὰ χείλη στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅπως γράφει ἕνας ἀπὸ τοὺς ἡσυχαστὲς θεολόγους, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ ἀποτελεῖ τὸ κυριότερο ὅπλο τοῦ πιστοῦ στὸν ἀγώνα του ἐναντίον τοῦ πονηροῦ: «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους· οὐ γὰρ ἔστιν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς ἰσχυρότερον ὅπλον» (Κλῖμαξ 21, ΡG 88, 9450). Μὲ τὴν προσευχὴ αὐτὴ ἀντιμετωπίζει ὁ πιστός τούς πειρασμοὺς καὶ καταπολεμεῖ τὰ πάθη. Καὶ ὅταν ἡ προσευχὴ ριζώσει στὴν καρδιά, ξεριζώνονται τὰ πάθη καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰρηνεύει μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἐλευθερώνεται. Συνέχεια

Ἡ Γένεση τοῦ μοναχισμοῦ

Τὸ φαινόμενο τοῦ μοναχισμοῦ

Γώργιος Ι. Μαντζαρίδης

KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERAὉ μοναχισμὸς δὲν ἀποτελεῖ μόνο χριστιανικό, ἀλλά καὶ γενικότερο θρησκευτικὸ φαινόμενο. Πρὶν ἐμφανιστεῖ ὁ Χριστιανισμὸς στὸ προσκήνιο τῆς ἱστορίας, ἡ μοναχικὴ ζωὴ ἦταν γνωστὴ μέσα στὴν περιοχὴ τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν. Ἀλλὰ καὶ στὸ πλαίσιο τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ὑπῆρχαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ οἱ θρησκευτικὲς κοινότητες τῶν Ἐσσαίων στὴν Παλαιστίνη καὶ τῶν Θεραπευτῶν στὴν Αἴγυπτο, οἱ ὁποῖες ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἀσκητικό τους χαρακτήρα διαμόρφωσαν καὶ κάποιο εἶδος μοναχικῆς ζωῆς. Ἐνῶ ὅμως στὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ τάση γιὰ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο, ἡ ἄσκηση καὶ ὁ μοναχισμὸς ἀποτελοῦν πρωτογενῆ θρησκευτικὰ φαινόμενα, στὸν Ἰουδαϊσμό, ὅπως καὶ σὲ ὁποιαδήποτε θρησκεία μὲ μεσσιανικὸ ἢ προφητικὸ χαρακτήρα, ἡ ἄσκηση καὶ ὁ μοναχισμὸς παρουσιάζονται ὡς ἐκφραστικὰ μέσα τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἡ ἀσκητικὴ ζωή, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση γιὰ τὴ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ μοναχισμοῦ, δὲν ἦταν ἄγνωστη στὸν ἑλληνιστικὸ κόσμο.

Χριστιανικὸς ἀσκητισμός.

Στὴν περιοχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ ὁ ἀσκητισμός, πάνω στὸν ὁποῖο οἰκοδομήθηκε ἀργότερα ὁ μοναχισμός, δὲν ἐμφανίστηκε ὡς παρείσακτο στοιχεῖο, ἀλλὰ ὡς οὐσιώδης διάσταση τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ὡς βασικὴ συνέπεια τῆς μορφώσεως τοῦ καινοῦ ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Ἡ ἀποταγὴ τῶν πάντων, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τῆς ἀσκητικῆς καὶ μοναχικῆς ζωῆς στὸν Χριστιανισμό, παρουσιάστηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ ὡς προϋπόθεση γιὰ ὅλους, ὅσοι θέλουν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι». «Ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναι μου μαθητής». Ὁ Χριστιανὸς καλεῖται νὰ ζεῖ στὸν κόσμο ὡς «πάροικος καὶ παρεπίδημος» μὲ τὴν προσδοκία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ.

Συνέχεια

Περὶ θείας ἀγάπης

 

ΑΓΙΟΥ ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ ΠΕΝΤΑΠΟΛΕΩΣ

Untitled-1Ὢ ἀγάπη, βέβαιη καὶ ἀληθινή! Ὢ ἀγάπη, ὁμοίωμα τῆς θείας εἰκόνας! Ὢ ἀγάπη, τῆς ψυχῆς μου γλυκύτατη ἀπόλαυση Ὢ ἀγάπη, τῆς καρδιᾶς μου θεῖο πλήρωμα! Ὢ Ἀγάπη τῆς ψυχικῆς μου δύναμης τὸ στερέωμα! Ὢ ἀγάπη, διάνοιάς μου παντοτινὸ μελέτημα. Ἐσὺ κατέχεις τὴν ψυχή μου παντοτινά, τὴ φροντίζεις καὶ τὴ θερμαίνεις.

Ἐσὺ τὴ ζωογονεῖς καὶ τὴν ὁδηγεῖς πρὸς τὴ θεία ἀγάπη. Ἐσὺ κατακαίεις τὴν καρδιά μου, γεμίζοντάς την μὲ τὴ φλόγα τοῦ θείου ἔρωτα καὶ ἀναζωπυρώνοντας τὸν πόθο γιὰ τόν Θεό. Ἐσὺ δυναμώνεις μὲ τὴ ζωογόνα σου δύναμη τὴν ψυχή μου καὶ τὴν ἐνισχύεις νὰ προσφέρει τὴν ὀφειλόμενη λατρεία στὸν Θεό. Ἐσὺ κατέκτησες τὸν νοῦ μου ἐλευθερώνοντάς τον ἀπὸ τὰ γήινα δεσμὰ καὶ παρέχοντάς του τὴν ἐλευθερία νὰ ὁδηγεῖται ἀπρόσκοπτα πρὸς τὴν οὐράνια θεία ἀγάπη. Ἐσὺ εἶσαι ὁ πολυτιμότερος θησαυρὸς τῶν πιστῶν, γιατί εἶσαι τὸ τιμιότατο τῶν θείων χαρισμάτων δώρημα.

Εἶσαι τὸ θεόμορφο τῆς ψυχῆς καὶ τῆς καρδιᾶς καλλώπισμα, γιατί ἀναδεικνύεις τοὺς πιστοὺς σὲ παιδιὰ τοῦ Θεοῦ. Εἶσαι τὸ στολίδι τῶν πιστῶν, ἀφοῦ τοὺς ἐμπνέεις τὴ σεμνότητα. Εἶσαι τὸ μοναδικὸ μόνιμο ἀγαθό, ἀφοῦ εἶσαι αἰώνια. Εἶσαι τὸ ὡραιότερο ἔνδυμα τῶν φίλων τοῦ Θεοῦ, γιατί μ’ αὐτὸ περιβεβλημένοι οἱ πιστοί, ἐμφανίζονται μπροστὰ στὴ Θεία ἀγάπη. Εἶσαι ἢ γλυκύτερη ἀπόλαυση τῶν πιστῶν, διότι εἶσαι καρπὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ἐσὺ περνᾶς στὴ βασιλεία τῶν Οὐρανῶν τοὺς πιστοὺς πού ἁγιάστηκαν ἀπὸ σένα.

Εἶσαι ἡ εὐωδία τῶν πιστῶν. Μὲ σένα, οἱ πιστοὶ μεταλαμβάνουν τὶς ἡδονὲς τοῦ Παραδείσου. Ἀπὸ σένα ἀνατέλλει τὸ φῶς τοῦ νοητοῦ ἥλιου στὶς ψυχὲς τῶν πιστῶν. Ἀπὸ σένα φωτίζονται οἱ νοεροὶ ὀφθαλμοὶ τῶν πιστῶν. Ἀπὸ σένα οἱ πιστοὶ γίνονται θείας δόξας καὶ τῆς αἰώνιας ζωῆς. Ἀπὸ σένα ξεπηδᾶ μέσα μαςὁ πόθος γιὰ τὰ ἐπουράνια. Ἐσὺ ἀποκαθιστᾶς τὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ πάνω στὴ γῆ. Ἐσὺ βραβεύεις μὲ εἰρήνη τοὺς ἀνθρώπους. Ἐξομοιώνεις τὴ γῆ μὲ τὸν οὐρανὸ

Ἑνώνεις τοὺς ἀνθρώπους μὲ τοὺς ἀγγέλους. Ἐσὺ νικᾶς σὲ ὅλα. Ἐσὺ σὲ ὅλα ἀναδεικνύεσαι δυνατότερη. Ἀληθινὰ κυβερνᾶς τὰ πάντα. Τὰ πάντα συγκρατεῖς καὶ συνέχεις. Ἐσὺ οὐδέποτε ὑποχωρεῖς. Συνέχεια

Λόγος ΙΒ΄ – Περὶ τῆς ἔμπρακτης τήρησης τῶν ὑποσχέσεών μας

 

Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ

normal_agios-maximos-o-graikosΔιδαχὴ πρὸς τοὺς μοναχοὺς γιὰ τὴν καταγωγὴ τοῦ μοναχικοῦ βίου καὶ τὴν σημασία τοῦ μεγάλου Σχήματος.

«Εἶδον ἀσυνετοῦντας», λέγει ἡ Ἁγία Γραφή, «καὶ ἐξετηκόμην». Γιατί; «Ὅτι τὰ λόγιά σου», δηλαδὴ τὶς ἐντολὲς καὶ τοὺς λόγους σου, «οὐκ ἐφυλάξαντο» . Καὶ πάλι ὁ ἴδιος ὁ προφήτης, διδάσκοντάς μας νὰ εἴμαστε ζηλωτὲς τοῦ Θεοῦ καὶ νὰ μιλᾶμε γιὰ τὴν ἀλήθεια φανερὰ χωρὶς δισταγμό, ψάλλει πρὸς τὸν Κύριο: «Καὶ ἐλάλουν ἐν τοῖς μαρτυρίοις σου ἐναντίον βασιλέων καὶ οὐκ ἠσχυνόμην» . Καὶ πάλι λέγει: «Ἐξέτηξέ με ὁ ζῆλός σου, ὅτι ἐπελάθοντο τῶν λόγων σου οἱ ἐχθροί μου» . Γι’ αὐτὸ ἂς μὴ μὲ κατηγορήσει κανείς, διότι καὶ ἐγώ, ὑπακούοντας σὲ αὐτὸ τὸ θεῖο δίδαγμα, γράφω μὲ θάρρος καὶ ἀπὸ θεῖο ζῆλο ὁμιλῶ γιὰ νὰ στηλιτεύσω ὁρισμένους ἀπὸ τοὺς ἀδελφούς μου πού ἀτακτοῦν, ζοῦν καὶ σκέπτονται ἀντιθέτως πρὸς τὶς ὑποσχέσεις πού δώσαμε στὸν Θεό.

Μολονότι καὶ ἐγὼ ὁ ἴδιος ἀτακτῶ καὶ ἁμαρτάνω σὲ πολλά, θεωρῶ ὄχι μόνο χρέος μου νὰ διορθώσω τὸν ἑαυτό μου, ἀλλὰ καὶ νὰ νουθετήσω τοὺς ἀδελφούς μου σχετικὰ μὲ τὴν σωτηρία καὶ νὰ τοὺς διδάξω νὰ πορεύονται, σύμφωνα μὲ τὴν ὑπόσχεσή τους, ἀπὸ τὸν στενὸ καὶ γεμάτο θλίψεις δρόμο καὶ ὄχι ἀπὸ τὸν ἄνετο καὶ πλατὺ . Σὲ τί συνίσταται ὁ στενόχωρος καὶ πικρὸς δρόμος ποῦ ὁδηγεῖ στὴν αἰώνια ζωή μᾶς τὸ ἔδειξε ὁ ἴδιος ὁ Κύριος μὲ λίγα λόγια, ὅταν εἶπε: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἔρχεσθαι, ἀπαρνησάσθω ἑαυτόν», δηλαδὴ νὰ ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ κάθε κακὴ καὶ αἰσχρὴ συνήθεια, πού καλλιέργησε μέσα του. Αὐτὲς εἶναι ἡ λαιμαργία, ἡ πολυφαγία, ἡ οἰνοποσία, ἡ πλεονεξία, ἡ φιλαργυρία, ἡ ἀπληστία, ἡ αἰσχροκέρδεια, ὁ δόλος, ἡ πονηρία, ὁ φθόνος, τὸ μίσος, τὸ ψεῦδος καὶ τὰ παρόμοια. Ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τὶς ἁμαρτωλὲς συνήθειες πρέπει νὰ ἀπομακρυνθοῦμε ἐντελῶς καὶ νὰ μὴν ἐπανέλθουμε ποτὲ σὲ αὐτές, ἂν ἐπιθυμοῦμε πράγματι νὰ ἀποφύγουμε τὰ αἰώνια μαρτύρια, στὰ ὁποῖα καταδικάζονται ὅσοι περιφρονοῦν καὶ παραβαίνουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὴν παράδοση τῶν Πατέρων. Συνέχεια

Ἡ ἀλλαγή τοῦ ὀνόματος κατά τή μοναχική κουρά

Ἁγ. Νεκταρίου Πενταπόλεως

22Στοὺς ὁσιότατους μοναχοὺς ποὺ ὑπόσχονται νὰ ζοῦν ἐνάρετη ζωὴ ἐπικράτησε ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματός τους. Αὐτὸ γίνεται γιὰ δύο σπουδαιότατους λόγους. Πρῶτος λόγος εἶναι ἡ ἀπάρνηση ὁλοκληρωτικά τῆς προηγούμενης ζωῆς καὶ ἡ συνεχὴς ἐνθύμηση τῆς μεταβολῆς της, καὶ δεύτερον, γιὰ νὰ ἔχουμε παράδειγμα τὸν ἅγιο στὴν πορεία τῆς ζωῆς μας, τοῦ ὁποίου φέρουμε τὸ ὄνομα. Ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματος, μᾶς βοηθᾶ νὰ ξεχνοῦμε τὸ παρελθὸν καὶ συνεχῶς ὑπενθυμίζει τὴν μεταβολὴ ποὺ ἔγινε σ’ αὐτὸν ποὺ ἄλλαξε τὸν τρόπο τῆς ζωῆς του καὶ τὶς ἀνειλημμένες ὑποχρεώσεις, ποὺ ὀφείλει νὰ ἐκπληρώνει μὲ πολλὴ ἀγάπη καὶ προθυμία.

Τὸ ὄνομα εἶναι τόσο πολὺ συνδεδεμένο μὲ τὸ πρόσωπο, ὥστε νὰ μὴ μποροῦμε νὰ ξεχωρίσουμε τὴν προσωπικότητά μας ἀπὸ αὐτό. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ ἐνθύμηση τοῦ ἑνὸς φέρνει στὴν μνήμη τὸ ἄλλο καὶ ἡ ἀναφορὰ στὸ ἕνα γίνεται ταυτόχρονα καὶ πρὸς τὸ ἄλλο. Ἐφόσον ἔχουμε τὸ παλιὸ ὄνομα ὑπάρχει ἀναπόσπαστη ἡ μνήμη τοῦ παλαιοῦ ἀνθρώπου, ἀντίθετα ὅταν ἀκοῦμε τὸ νέο ὄνομα ὑπάρχει μνήμη τοῦ νέου ἀνθρώπου.

Ἐπικράτησε νὰ γίνεται ἡ ἀλλαγὴ τοῦ ὀνόματος, γιὰ τὴν ἠθικὴ δύναμη ποὺ ἔχει. Ἡ ἀλλαγὴ ὅμως χάνει τὴ δύναμή της, ὅταν ἡ θέλησή μας ἀδρανεῖ νὰ ἐκτελεῖ καὶ νὰ ἐφαρμόζει τὶς ὑποσχέσεις, ποὺ ὑπενθυμίζει τὸ νέο ὄνομα στοὺς μοναχούς. Αὐτὸ δὲ συμβαίνει, διότι ζεῖ μέσα τους ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος καὶ ἀγαποῦν περισσότερο αὐτὸν ἀπὸ τὸν νέο, γι’ αὐτὸ καὶ ἀδιαφοροῦν στὶς συνεχεῖς ὑπομνήσεις ποὺ γίνονται σ’ αὐτοὺς ὅταν τοὺς καλοῦν μὲ τὸ νέο ὄνομα.

Ἡ ἀδιαφορία αὐτὴ πρὸς τὶς ὑποχρεώσεις, τὶς ὁποῖες ὑπενθυμίζει στοὺς μοναχοὺς τὸ ὄνομα, μαρτυρεῖ τὴν ὕπαρξη ἑνὸς ἄλλου κακοῦ, τὴν ἀθέτηση τῆς φωνῆς τῆς συνειδήσεως. Διότι σὲ κάθε ἀθέτηση τοῦ καθήκοντος τῆς νέας ζωῆς, ποὺ ὑπενθυμίζει πάντοτε τὸ νέο ὄνομα, ἡ συνείδηση ἐπαναστατεῖ καὶ διαμαρτύρεται, ἀλλὰ δὲν εἰσακούεται, διότι κυριαρχεῖ ὁ παλαιὸς ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος περιφρονεῖ τὶς ἀξιώσεις τοῦ νέου ἀνθρώπου, ποὺ ἐκφράζονται ἀπὸ τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως. Ἡ περιφρόνηση αὐτὴ φθάνει μέχρι τέτοιο σημεῖο, ὥστε καὶ νὰ ἀποδοκιμάζει τὴ φωνὴ τῆς συνειδήσεως, ὅτι ἀξιώνει ἀνόητα καὶ παράλογα, καὶ στὸ τέλος τῆς ἐπιβάλλει τὴ σιωπή. Ἡ κατάσταση αὐτὴ μοιάζει μὲ τὴν πώρωση τῆς συνειδήσεως. Ὁ δὲ μοναχὸς ποὺ περιφρόνησε τὴ φωνὴ γιὰ τὴν τήρηση τῶν ὑποχρεώσεών του, αὐτὸς ἔπαθε, ὅ,τι ὑποφέρουν ὅσοι ἔχουν πώρωση συνειδήσεως καὶ ἀλλοίμονο σ’ αὐτόν. Αὐτὸς θὰ κατακριθεῖ, διότι δὲν ἔζησε κατὰ Θεόν, καὶ ἔβαλε τὸ ἐγώ του καὶ τὴ δική του γνώση πάνω ἀπὸ τὴ γνώση τῶν Ὁσίων Πατέρων, καὶ διότι δὲν ἔκανε καλὴ προσφορά. Συνέχεια

Ὁ ἅγιος Βασίλειος καὶ ὁ Μοναχισμὸς

 π. Γεωργίου Φλωρόφσκυ

Τὸ κοινοτικὸ Ἰδεῶδες ἔλαβε τὴ βασικὴ θεμελίωσή του τὸν τέταρτο αἰώνα ἀπὸ τὸν Ἅγ. Βασίλειο τὸν Μέγα. Πραγματικά, δὲν εἶναι ὑπερβολὴ ὅτι ὁ Ἅγ. Βασίλειος ἄλλαξε ριζικὰ τὸ μοναχισμό. Ὁ Ἅγ. Βασίλειος ἔβλεπε τὴν κοινοβιακὴ ζωὴ ὡς ἕνα μικρόκοσμο τῆς Ἐκκλησίας, ὡς ἕνα κοινωνικὸ ὀργανισμό, ὡς ἕνα εἶδος εἰδικῆς «πολιτείας». Ὁ Κανόνας τοῦ Ἁγ. Βασιλείου ἤσκησε ἀποφασιστικὴ ἐπίδραση σὲ ὁλόκληρη τὴ μετέπειτα ἱστορία τοῦ μοναστικοῦ βίου στὸ Βυζάντιο καὶ στὴ Δύση.

Ὁ Ἅγ. Βασίλειος ἔγραψε τὸν Κανόνα του μεταξὺ τῶν ἐτῶν 358 καὶ 364. Ἀποτελεῖται ἀπὸ δύο μορφές. Στὴν κοινὴ Λατινικὴ ὁρολογία ἡ πρώτη μορφή, ἡ Regulae fusius tractatae (Ὅροι κατὰ Πλάτος), ἀποτελεῖται ἀπὸ 55 κατηγορίες (κεφάλαια)· ἡ δεύτερη μορφή, ἡ Regulae brevius tractatae (ὅροι κατ’ ἐπιτομήν), συνίσταται ἀπὸ 313 κατηγορίες (κεφάλαια). Αὐτὲς οἱ κατηγορίες εἶναι μὲ τὴ μορφὴ ἐρωτήσεως καὶ ἀποκρίσεως. Ἂν καὶ ὁ Κανόνας εἶναι αὐστηρός, ἀπέφευγε νὰ ἐνθαρρύνει τὶς πιὸ ἀκραῖες μορφὲς ἀσκητισμοῦ ποὺ ζοῦσαν οἱ ἐρημίτες τῆς ἐρήμου. Ὁ Κανόνας ἐννοοῦσε τὸν ἀσκητισμὸ ὡς μέσον γιὰ τὴν τέλεια ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ, κι αὐτὴ ἔπρεπε νὰ πραγματοποιηθεῖ σὲ κοινοτικὴ ζωὴ μὲ ὑπακοή.

Ὁ Ἁγ. Βασίλειος προέβλεψε ὧρες γιὰ λειτουργικὴ προσευχὴ καὶ ὧρες γιὰ χειρονακτικὴ ἐργασία καὶ ἄλλες μορφὲς ἐργασίας. Πτωχεία καὶ ἀγαμία περιλαμβάνονταν ἐπίσης στὸν Κανόνα. Ὁ Κανόνας τοῦ Ἁγ. Βασιλείου ἔχει μέσα του μία κοινωνικὴ ἐντολή: τὰ παιδιὰ πρέπει νὰ διδάσκονται σὲ τάξεις ποὺ ἦταν προσαρμοσμένες στὰ μοναστήρια καὶ οἱ μοναχοὶ ἔπρεπε νὰ μεριμνοῦν γιὰ τοὺς φτωχούς.

Ἡ παροῦσα μορφὴ τοῦ Κανόνα τοῦ Ἁγ. Βασιλείου εἶναι μία ἀναθεώρηση τοῦ Ἅγ. Θεοδώρου τοῦ Στουδίτη (πέθανε τὸ 826). Ὁ ἴδιος ὁ Ἁγ. Βασίλειος ἵδρυσε μοναστήρια στὸν Πόντο. Ἐδῶ συνέχισε τὸ ἔργο ποὺ ἄρχισε ὁ Εὐστάθιος Σεβαστείας (γεννήθηκε περὶ τὸ 300 πέθανε περὶ τὸ 377), ποὺ ἦταν κάποτε στενὸς φίλος τοῦ Ἁγ. Βασιλείου καὶ συμμετεῖχε στὴ μοναστικὴ κίνηση, ἀλλὰ ἀργότερα ἀναδείχθηκε ἡ ἡγετικὴ μορφὴ στὴν Μικρὰ Ἀσία στὴ διάδοση τῆς αἱρέσεως τοῦ Μακεδονίου (πέθανε περὶ τὸ 362), Ἐπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως· ἡ αἵρεση εἶναι γνωστὴ ὡς αἵρεση τῶν Πνευματομάχων.

Ὁ Εὐστάθιος μάλιστα διέδιδε μία μορφὴ μοναχισμοῦ ποὺ ἰσχυρίζονταν ὅτι ὁ γάμος ἐμπόδιζε τὴ σωτηρία καὶ γι’ αὐτὸ οἱ ἱερεῖς ἔπρεπε νὰ μὴν νυμφεύονται. Ἂν ἡ «μεταρρύθμιση» τοῦ μοναχισμοῦ ἀπὸ τὸν Ἅγ, Βασίλειο ἦταν τόσο ριζοσπαστική, τί τὸν ὤθησε σ’ αὐτήν; Συνέχεια

Η ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΚΑΙ ΑΓΓΕΛΙΚΟΥ ΜΟΝΑΧΙΚΟΥ ΣΧΗΜΑΤΟΣ

Μοναχικο ΣχημαΤῆς μελλούσης λαμβάνειν τὸ Μέγα καὶ ᾿Αγγελικὸν Σχῆμα, μεταφέρονται ἀφ᾿ ἑσπέρας καὶ ἀποτίθενται ἐν τῷ ἁγίῳ Βήματι ἅπαντα τὰ διὰ τὸν σκοπὸν τοῦτον προοριζόμενα ἄμφια (ἐνδύματα).

Εἰς δὲ τὸν ῎Ορθρον

 ᾿Αναγινώσκει, ἢ ψάλλει, ἡ ὑποψηφία τὸν ἑπόμενον Κανόνα οὗ ἡ ἀκροστιχίς·

 «Εὐδόκιμον τέλος εὐδοκίμῳ μοι Χριστὲ παράσχου»

᾿ῼδὴ Α´. ῏Ηχος Β´. Δεῦτε λαοί…

Ἐπὶ τὴν σήν, φιλανθρωπίαν δραμοῦσαν Χριστέ, τὴν τῷ ἁγίῳ Σχήματι, νῦν προσερχομένην, ψυχικῇ διαθέσει, καὶ γνώμῃ φιλαρέτῳ, Σῶτερ ὑπόδεξαι.

Ὑπεισελθεῖν, τὸν σὸν χρηστόν με ζυγὸν ᾿Αγαθέ, καὶ τὸ φορτίον Δέσποτα αἴρειν ἀξίωσον, τῶν πολλῶν μου πταισμάτων, τὸν φόρτον ἀφανίζων, ὡς πολυέλεος.

Διαφυγεῖν, τῆς ἁμαρτίας τὸν ὄλισθον, ἀπὸ τοῦ νῦν εὐδόκησον, τῶν πεπραγμένων μοι, ἀμετρήτων πταισμάτων, τὸν ῥύπον ἐξαλείφων, δρόσῳ τῆς Χάριτος.

Ὁ δι᾿ ἡμᾶς, σάρκα φορέσας καὶ θάνατον, ὑπὲρ ἡμῶν ὡς εὔσπλαγχνος καταδεξάμενος, σαρκικῶν μολυσμάτων, καθάρισον, Οἰκτίρμον τὴν προσιοῦσάν σοι.

Θεοτοκίον

Καταφυγήν, καὶ προστασίαν καὶ σκέπην τε, περιφανῆ πλουτήσαντες, οἱ Θεοτόκον σε, Παναγία φρονοῦντες, τῆς Θείας ἐποπτείας καταξιούμεθα.

᾿ῼδὴ Γ´.  Στερέωσον ἡμᾶς…

 Ἱλάσθητι Χριστὲ τῇ Σοὶ προστρεχούσῃ οἰκέτιδι, καὶ ταύτην τὴν πολιτείαν, τῶν ῾Οσίων καταξίωσον, εὐσεβῶς καὶ δικαίως πολιτεύεσθαι.

Μετάθεσιν ζωῆς καὶ μεταποίησιν, τὸ Σχῆμα τὸ Θεῖον τοῦτο παράσχου, καὶ πταισμάτων καθαρτήριον, τῇ Σοὶ προσερχομένη πιστῇ δούλῃ Σου.

Ὁ μόνος ἀγαθὸς ὁ μὴ βουλόμενος, ἀνθρώπων τὸν θάνατον ᾿Ελεῆμον, τὴν σὴν  δούλην Σοὶ προσπίπτουσαν, τῷ χορῷ τῶν ῾Αγίων συναρίθμησον.

Νῦν θέλουσαν τὴν σὴν ὁδὸν πορεύεσθαι, καὶ βίον ἑλέσθαι τὸν σταυροφόρον, προσδεξάμενος καθάρισον, τῶν προτέρων πταισμάτων με Φιλάνθρωπε.

Θεοτοκίον

Τῆς Εὔας τὴν ἀρὰν ῾Αγνὴ διέλυσας, τεκοῦσα τὸν πᾶσι τὴν εὐλογίαν, ἀδαπάνητον πηγάσαντα, τὸν Σωτῆρα τοῦ κόσμου Μητροπάρθενε.

Κάθισμα ῏Ηχος Δ´. Ταχύ προκατάλαβε..

 Οἱ θέλοντες ἔρχεσθαι, φησὶν ὀπίσω μου, προθύμως ἀρνήσασθε τὰς κοσμικὰς ἀφορμάς, γονεῖς τοὺς γεννήσαντας, τέκνα τε καὶ γυναῖκας, ἀδελφούς τε καὶ φίλους, χρήματα καὶ οἰκίας, συγγενεῖς τε καὶ δούλους, καὶ δέξασθε ἀξίωμα τῶν ᾿Αποστόλων μου. Συνέχεια

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΒΒΑ ΔΟΣΙΘΕΟ

Ἀββά Δωροθέου 

   1.—.  Ὁ πραγματικά μακάριος ἀββάς Δωρόθεος, ἀφοῦ, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, ἀσπάστηκε τόν μοναχικό βίο, ἀναχώρησε γιά τό κοινόβιο τοῦ ἀββᾶ Σερίδου. Ἐκεῖ βρῆκε πολλούς μεγάλους ἡσυχαστές καί ἀνάμεσά τους καί δυό μεγάλους Γέροντες, πού εἶχαν διαπρέψει στην ἀρετή, τόν ἁγιότατο Βαρσανούφιο καί τό μαθητή του καί συνασκητή του ἀββά Ἰωάννη, πού ὀνομάστηκε καί προφήτης, ἐπειδή εἶχε λάβει ἀπό τόν Θεό διορατικό χάρισμα. Παρέδωσε τότε τόν ἑαυτό του σ’ αὐτούς, μέ πολλή ἐμπιστοσύνη πού τοῦ ἐμπνεύστηκε τόσο ἀπό τόν Θεό, ὅσο καί ἀπό τούς ἴδιους, καί ἐπικοινωνοῦσε μέ τή μεσολάβηση τοῦ ἀββᾶ Σερίδου, μέ τόν μεγάλο Γέροντα Βαρσανούφιο καί ἀξιώθηκε νά ὑπηρετήσει καί τόν ἀββά Ἰωάννη. Αὐτοί λοιπόν οἱ Ἅγιοι ἀποφάσισαν ἀπό κοινοῦ νά κτίσει ὁ ἀββάς Δωρόθεος νοσοκομεῖο σ’ ἐκεῖνα τά μέρη καί νά τό φροντίζει ὁ ἴδιος, ἐπειδή πολύ ταλαιπωραοῦνταν οἱ ἀδελφοί ὅταν ἀρρώσταιναν, γιατί δέν εἶχαν ποιός νά τούς περιποιηθεῖ. Ἔκτισε λοιπόν, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τό νοσοκομεῖο, μέ τίς δαπάνες τοῦ κατά σάρκα ἀδελφοῦ του, πού ἦταν ἄνθρωπος πολύ φιλόχριστος καί φιλομόναχος. Καί ὁ ἴδιος ὁ ἀββάς Δωρόθεος, ὅπως προεῖπα, μαζί μέ μερικούς ἄλλους εὐλαβεῖς ἀδελφούς, περιποιόταν τούς ἀρρώστους, ἐνῶ συγχρόνως ὁ ἴδιος εἶχε καί τήν φροντίδα τῆς διοικήσεως.

2.—. Μιά μέρα ὁ ἡγούμενος, ὁ ἀββάς Σέριδος, ἔστειλε καί προσκάλεσε τόν ἀββά Δωρόθεο ἀπό τό νοσοκομεῖο στό Μοναστήρι. Ὅταν ἔφθασε στή Μονή ὁ Ἀββάς, βρῆκε κοντά στόν Ἡγούμενο κάποιον νέο, πού φοροῦσε στρατιωτικά ροῦχα καί ἦταν πολύ λεπτεπίλεπτος καί ὄμορφος. Ὁ νέος αὐτός εἶχε ἔρθει τότε στό μοναστήρι μέ κάποιους ἀνθρώπους τοῦ Δούκα, ἀγαπητούς στόν ἀββά Σέριδο. Μόλις λοιπόν ἔφθασε ὁ ἀββάς Δωρόθεος, τόν πῆρε ἰδιαίτερα ὁ Ἡγούμενος καί τοῦ εἶπε: «Αὐτοί οἱ ἄνθρωποι ἔφεραν τοῦτο τόν νέο καί λένε ὅτι θέλει νά μείνει ἐδῶ, στό Μοναστήρι. Φοβοῦμαι ὅμως μήπως ἀνήκει σέ κανέναν ἀπ’ αὐτούς τούς μεγάλους καί ἤ ἔχει κλέψει τίποτα, ἤ ἔχει κάνει κάτι καί θέλει νά ξεφύγει καί βρεθοῦμε σέ πειρασμό. Γιατί οὔτε ἡ ἐμφάνισή του οὔτε ἡ ὄψη του δείχνουν ἄνθρωπο πού θέλει νά γίνει μοναχός.

    3.—. Ὁ νέος αὐτός ἀνῆκε στην ἀκολουθία κάποιου στρατηλάτη καί ζοῦσε μέ πολλή ἄνεση καί καλοπέραση ―πάντοτε βέβαια οἱ ἀκόλουθοι τέτοιων στρατηγῶν ζοῦν μέσα σέ ἀτμόσφαιρα τρυφηλῆς ἁμαρτωλότητας καί ματαιοδοξίας― καί οὐδέποτε εἶχε ἀκούσει λόγο Θεοῦ. Μερικοί ὅμως ἄνθρωποι τοῦ στρατηλάτη τοῦ διηγήθηκαν σχετικά μέ τήν Ἅγια Πόλη, τήν Ἱερουσαλήμ, καί τοῦ γεννήθηκε ἡ ἐπιθυμία νά πάει νά γνωρίσει τά μέρη ἐκεῖνα. Ζήτησε λοιπόν ἀπό τόν στρατηλάτη νά τόν στείλει νά ἐπισκεφθεῖ τούς Ἁγίου Τόπους. Ὁ στρατηλάτης, ἐπειδή δέν ἦθελε νά τόν λυπήσει, βρῆκε ἕναν ἔμπιστο καί καλό φίλο του, πού πήγαινε σ’ ἐκεῖνα τά μέρη, καί τοῦ εἶπε: «Κάνε μου τή χάρη καί πάρε αὐτό τόν νέο μαζί σου, γιατί θέλει νά γνωρίσει τούς Ἁγίους Τόπους». Ἐκεῖνος, ἐπειδή τόν ἀνέλαβε μέ τήν παράκληση τοῦ στρατηγοῦ, τόν περιέλαβε μέ κάθε εἴδους τιμή, τοῦ παρεῖχε κάθε εἴδους ἀνάπαυση καί τόν καλοῦσε νά τρώει στό οἰκογενειακό του τραπέζι. Συνέχεια

ΓΙΑ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΤΗΣ ΑΚΗΔΙΑΣ

 Ἀββᾶ Κασσιανοῦ

Κεφάλαιο 1·  Εἰσαγωγή. Τά χαρακτηριστικά τοῦ πάθους τῆς ἀκηδίας.

 Τό ἕκτο μας ἀγώνισμα εἶναι ἐναντίον τοῦ πάθους τῆς ἀκηδίας, τό ὁποῖο μποροῦμε νά ὁρίσουμε ὡς ψυχική κόπωση, ἀδιαφορία γιά τά πάντα, ἀκεφιά καί ἀπραξία. ῾Η ἀκηδία συγγενεύει μέ τή λύπη καί χτυπᾶ ἰδιαίτερα τούς μοναχούς, καί μάλιστα πιό συχνά καί πιό βίαια τούς ἐρημίτες. Οἱ ἐρημίτες μοναχοί δέχονται τήν ἐπίθεσή της κατά τήν ἕκτη ὥρα τῆς ἡμέρας –γιατί αὐτό τό πάθος ἐπιτίθεται σέ συγκεκριμένες ὧρες– καί πλήττει τήν ἄρρωστη ψυχή τους σάν ὑψηλός πυρετός. Κάποιοι Πατέρες μάλιστα λένε ἀπερίφραστα, ὅτι ἡ ἀκηδία εἶναι ”τό μεσημβρινό δαιμόνιο” πού ἀναφέρει ὁ προφήτης Δαυίδ στόν ἐνενηκοστό Ψαλμό.

 Κεφάλαιο 2·  Περιγραφή τοῦ πάθους τῆς ἀκηδίας. Πῶς αὐτό εἰσχωρεῖ ἀνεπαίσθητα μέσα στήν καρδιά τοῦ μοναχοῦ καί ποιά βλάβη προκαλεῖ στήν ψυχή του.

 ῞Οταν αὐτό τό πάθος κυριαρχήσει στήν ψυχή τοῦ μοναχοῦ, γεννᾶ μέσα του ἀπέχθεια γιά τόν τόπο στόν ὁποῖο μένει καί γιά τό κελί του.  Τοῦ ἐμπνέει ἐπίσης περιφρόνηση γιά τούς συνασκητές ἀδελφούς του, μέ τό πρόσχημα ὅτι αὐτοί εἶναι ἀμελεῖς καί ἀδιάφοροι γιά τήν πνευματική ζωή. ᾿Επιπλέον ἡ ἀκηδία κάνει τόν ἄνθρωπο μαλθακό, νωθρό καί ἀδύναμο γιά κάθε διακονία, τόν ἐμποδίζει νά παραμείνει στό κελί του καί νά ἐπιδοθεῖ στά πνευματικά του καθήκοντα καί στή μελέτη. ῾Ο μοναχός πού ἔχει καταληφθεῖ ἀπό τό πνεῦμα τῆς ἀκηδίας, παραπονιέται συχνά ὅτι δέν ἔχει κάνει καμία πρόοδο, ὅσο καιρό μένει σ᾿ αὐτό τό κελί καί μεμψιμοιρεῖ λέγοντας ὅτι, ἄν συνεχίσει νά παραμένει στήν ᾿Αδελφότητα πού ζεῖ, δέν θά μπορέσει νά ἔχει καμιά πνευματική ὠφέλεια. Εἶναι πολύ λυπημένος πού ἐξακολουθεῖ νά παραμένει ἐκεῖ, χωρίς κανένα πνευματικό κέρδος, γιατί, καθώς λέει, αἰσθάνεται ἄχρηστος στόν τόπο αὐτό πού κατοικεῖ, ἐνῶ θά μποροῦσε ἄν βρισκόταν κάπου ἀλλοῦ, νά ἦταν πολύτιμη ἡ παρουσία του. Καί νομίζει μάλιστα, ὅτι θά μποροῦσε καί ἄλλους ἀδελφούς νά βοηθήσει πνευματικά μέ τήν ἐμπειρία του καί μέ τόν ὑποδειγματικό τρόπο τῆς ζωῆς του.

῎Εχει ἐπιπλέον σέ μεγάλη ὑπόληψη τά Μοναστήρια πού βρίσκονται πολύ μακριά καί τά χαρακτηρίζει ὡς εὔρυθμα καί πολύ πιό κατάλληλα γιά τήν πνευματική του πρόοδο καί γιά τή σωτηρία τῆς ψυχῆς του. Θεωρεῖ τίς σχέσεις του μέ τούς ἀδελφούς ἐκείνης τῆς ᾿Αδελφότητας πολύ εὐχάριστες καί ἀπόλυτα πνευματικές, ἐνῶ ἐκεῖ πού μένει ὅλα εἶναι σκληρά καί ἄξεστα καί οἱ ἀδελφοί δέν ἔχουν καμιά πνευματικότητα. ᾿Επιπλέον, εἶναι πολύ δύσκολο στόν τόπο τους νά ἐξασφαλίσει κανείς τά πρός τό ζῆν, χωρίς νά ἐργάζεται ἀσταμάτητα καί ἐξουθενωτικά. Τέλος, θεωρεῖ ὅτι, ἄν παραμείνει στό Μοναστήρι του, δέν θά μπορέσει νά ἐξασφαλίσει τή σωτηρία του. Θά πρέπει νά φύγει ὁπωσδήποτε ἀπό ἐκεῖ, καί μάλιστα, τό συντομότερο. Γιατί, ἄν μείνει περισσότερο στό κελί του, εἶναι σίγουρος ὅτι γρήγορα θά ἀρρωστήσει καί θά πεθάνει. Συνέχεια

Ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ χαρὰ στὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν

π. Δημήτριος Στανιλοάε,

Ἐγὼ πάντοτε εἶχα μεγάλο σεβασμὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς μοναχούς. Αἰσθάνομαι πάντοτε πολὺ καλὰ ὅταν βρίσκομαι μεταξύ τους. Στὴν ἀρχὴ μάλιστα τῆς ζωῆς μου δυσκολεύθηκα ποιὸ δρόμο νὰ ἀκολουθήσω. Κατέληξα καὶ ἀπεφάσισα νὰ ζήσω τὸ δρόμο ποὺ βρίσκεται πολὺ κοντὰ στοὺς μοναχούς. Μπορῶ νὰ πῶ ὅτι αἰσθάνθηκα τὴ χαρὰ καὶ τὸν πόνο τους. Ἐπεδίωξα πάντοτε νὰ ἀκούσω καὶ νὰ νοιώσω τοὺς μοναχοὺς καὶ προσπάθησα νὰ ἐκφράσω τὰ ἰδανικὰ τοῦ μοναχισμοῦ, ποὺ εἶναι συγχρόνως καὶ ἡ κορυφὴ τῆς πνευματικότητος.

Καθὼς λέγει ἕνας μεγάλος στοχαστὴς, κάθε χριστιανὸς εἶναι, κατὰ κάποιον τρόπο, ὡς πρὸς τὶς ἀναζητήσεις του, μοναχός. Δὲν ὑπάρχουν δύο πνευματικότητες στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ πνευματικότης εἶναι μία, ἀλλὰ πραγματοποιεῖται σὲ διαφορετικὰ ἐπίπεδα.

Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς μιλήσω λίγο γιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς μοναχικῆς ζωῆς.

1. Ἕνας φιλόσοφος κάποιας χώρας ἔγραψε στὸ γιό του πού ἔγινε μοναχός: «Γιατί, παιδί μου, μίσησες τὸν κόσμο μὲ τὴ γλυκύτητά του καί διάλεξες μία ζωὴ θλίψεως;»

Ὁ φιλόσοφος εἶχε δίκιο· ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐπιφάνεια. Ἄφησε τὸν ἑαυτό του νὰ ξεγελασθεῖ ἀπὸ τὴν ἐπιφανειακὴ καὶ παροδικὴ μόνο χαρὰ καὶ γλυκύτητα ποὺ προσφέρει ὁ κόσμος. Δὲν διέκρινε ὅτι μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ φαινομενικὴ γλυκύτητα καὶ χαρὰ ἔρχεται ἡ δουλεία, ἡ θλίψη, τὸ κενὸ καὶ ἡ ἔλλειψη νοήματος. Δὲν τοῦ ἦταν γνωστὸ ὅτι ὀφείλομε νὰ σταυρώσομε αὐτὲς τὶς ἐπιφανειακὲς καὶ παροδικὲς χαρὲς καὶ γλυκύτητες γιὰ νὰ βροῦμε μία πιὸ βαθειὰ χαρά. Τὴ χαρὰ τῆς συναντήσεως καὶ τῆς διαρκοῦς συνυπάρξεως μετὰ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας. Αὐτή ἡ συνάντηση δίνει στὸν κόσμο μία βαθύτερη ὀμορφιά, μία ἀληθινὴ αἴσθηση, ποὺ προξενεῖ στὸ μοναχὸ ἁγνὴ καὶ δυνατὴ χαρά.

Ἡ χαρὰ αὐτῆς τῆς συναντήσεως καὶ τῆς κοινωνίας μετὰ τοῦ Θεοῦ ἔχει γιὰ τὸ μοναχό, καὶ ἀκριβέστερα γιὰ τὴ μοναχή, τὸν χαρακτήρα τῆς χαρᾶς τῆς νύμφης. Ἀλλὰ εἶναι πολὺ πιὸ βαθειὰ καὶ πολὺ πιὸ ἁγνὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς κοσμικῆς νύμφης. Καὶ γιὰ μία εὐτυχισμένη νύμφη τὸ πᾶν λάμπει ἀπὸ ὀμορφιά.

2. Γι’ αὐτὸ ὁ μοναχὸς δὲν μισεῖ τὸν κόσμο, ἀλλὰ τὸν βλέπει μέσα σὲ μία προοπτικὴ μεταμορφωμένης ὀμορφιᾶς μέσα στὴν αἰωνιότητα. Καὶ δι’ αὐτῆς δίδει στὸν κόσμο μία ἀξία ἄφθαρτη καὶ ἀπείρως βαθειὰ καὶ ἔτσι τὸν ἀποκαλύπτει στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Ὁ κόσμος εἶναι θλιβερὸς καὶ ἀκάθαρτος γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν γνωρίζει παρὰ τὴ γήινη μορφὴ τῆς ζωῆς. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι θλιμμένοι, κυρίως σήμερα, ἔστω κι’ ἂν ζητοῦν νὰ διασκεδάζουν τὸν περισσότερο καιρὸ σ’ ἕνα ἐπίπεδο χαμηλό. Εἶναι σὰν τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γελοῦν γιὰ ἐπιφανειακὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα, κι’ ἔπειτα διερωτῶνται· γιατί γελάσαμε; Γιατί πέσαμε τόσο χαμηλὰ γελώντας γιὰ τὸ τίποτε; Γελάσαμε σὰν τοὺς τρελοὺς χωρὶς αἰτία ἢ γιὰ νὰ λησμονήσομε τὰ ἀγκάθια τῶν φροντίδων ποὺ ὑπάρχουν, γιὰ νὰ λησμονήσομε τὴν πραγματικότητα. Συνέχεια

27 ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΠΕΡΙ ΤΗΡΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΝΟΥ

Ἡσαΐας ὁ ἀναχωρητής

1.Ἡ ὀργή εἶναι φυσική ἰδιότητα τοῦ νοῦ. Καί χωρίς ὀργή οὔτε στήν καθαρότητα φτάνει ὁ ἄνθρωπος, ἄν δέν ὀργιστεῖ ἐναντίον ὅλων τῶν πονηρῶν λογισμῶν πού σπέρνει μέσα του ὁ διάβολος. Καί ὅταν τόν βρῆκε ὁ Ἰώβ, ἔβρισε τούς ἐχθρούς του μέ αὐτά τά λόγια: «Ἄτιμοι καί ἐξαχρειωμένοι, πού δέν ἔχετε κανένα καλό πάνω σας, πού δέν σᾶς θεωρῶ οὔτε σάν τούς σκύλους τῶν ποιμνίων μου»(1). Ἐκεῖνος πού θέλει νά φτάσει στή φυσική ὀργή (δηλαδή σ’ ἐκείνη πού στρέφεται ἐναντίον τοῦ διαβόλου καί τῶν παθῶν), κόβει ὅλα τά θελήματά του μέχρις ὅτου φτάσει στήν κατάσταση τοῦ νοῦ του, ὅπως τή δημιούργησε ὁ Θεός.

2.Ἄν ἀντιστέκεσαι στήν καταδρομή τοῦ διαβόλου καί δεῖς ὅτι ἐξασθένησε καί ὑποχωρεῖ, μή χαρεῖς, γιατί ἡ κακία τῶν πονηρῶν πνευμάτων δέν ἐξαντλήθηκε ἀκόμη, ἀλλά ἀκολουθεῖ πίσω ἀπό αὐτά. Ἑτοιμάζουν πόλεμο χειρότερο ἀπό τόν πρῶτο, τόν ἔχουν ἀφήσει πίσω ἀπό τήν πόλη καί τοῦ ἔδωσαν ἐντολή νά μήν κινηθεῖ. Καί ἄν ἀντισταθεῖς σ’ αὐτούς, φεύγουν νικημένοι. Ἄν ὅμως ὑπερηφανευτεῖς ὅτι τούς ἐδίωξες καί ἀφήσεις ἀφύλαχτη τήν πόλη, τότε ἄλλοι ἔρχονται ἀπό πίσω καί ἄλλοι στέκονται ἐμπρός, καί ἡ ταλαίπωρη ψυχή ἀνάμεσά τους δέ βρίσκει καταφύγιο πουθενά. Πόλη εἶναι ἡ προσευχή. Ἀντίσταση εἶναι ἡ ἀντίκρουση τῶν πονηρῶν λογισμῶν στό ὄνομα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Βάση εἶναι ὁ θυμός.

3.Λοιπόν, ἀγαπητοί, ἄς σταθοῦμε μέ φόβο Θεοῦ καί ἄς φυλάγομε τήν ἄσκηση τῶν ἀρετῶν καί ἄς μή βάζομε ἐμπόδιο στή συνείδησή μας. Ἄς προσέχομε τόν ἑαυτό μας μέ φόβο Θεοῦ, μέχρις ὅτου ἡ συνείδησή μας ἐλευθερωθεῖ καί μαζί της κι ἐμεῖς καί πραγματοποιηθεῖ ἕνωση ἀνάμεσα σ’ αὐτήν καί σ’ ἐμᾶς. Καί τότε ἡ συνείδηση γίνεται φύλακάς μας καί μᾶς δείχνει ποῦ σφάλλομε. Ἄν ὅμως δέν ὑπακούσομε σ’ αὐτήν, θά φύγει ἀπό μᾶς καί θά μᾶς ἐγκαταλείψει καί τότε πέφτομε στά χέρια τῶν ἐχθρῶν καί δέν μᾶς ἀφήνουν πλέον. Ὅπως μᾶς δίδαξε ὁ Κύριός μας: «Ἄκουσε τόν ἀντίδικό σου ἕως ὅτου βρίσκεσαι μαζί του στό δρόμο γιά τό δικαστήριο»(2). Ἀντίδικος, ἐννοοῦν μερικοί ὅτι εἶναι ἡ συνείδηση, ἡ ὁποία ἀντιστέκεται στόν ἄνθρωπο πού θέλει νά κάνει τό ἁμαρτωλό του θέλημα. Καί ἄν ὁ ἄνθρωπος δέν ἀκούσει τήν συνείδησή του, τότε αὐτήν τόν παραδίνει στούς ἐχθρούς του. Συνέχεια

Περὶ ἁγνείας

Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης,

1. Ἀκούσαμε τὴν μαινάδα, δηλαδὴ τὴν γαστριμαργία, πού μόλις πρὸ ὀλίγου μᾶς ἀνέφερε ὅτι ἰδικὸς της ἀπόγονος εἶναι ὁ σαρκικὸς πόλεμος. Διότι μᾶς τὸ διδάσκει αὐτὸ καὶ ὁ παλαιὸς ἐκεῖνος προπάτωρ, ὁ Ἀδάμ, ὁ ὁποῖος ἐὰν δὲν εἶχε νικηθῆ ἀπὸ τὴν κοιλία, δὲν θὰ ἐρχόταν σὲ σαρκικὴ σχέσι μὲ τὴν σύζυγό του.

Ὅσοι λοιπὸν τηροῦν τὴν πρώτη ἐντολή, δὲν πέφτουν στὴν δεύτερη παράβασι. Καὶ παραμένουν βεβαίως υἱοὶ τοῦ Ἀδάμ, χωρὶς ὅμως νὰ δοκιμάσουν καὶ νὰ γνωρίσουν τὴν πτῶσι τοῦ Ἀδάμ, σὲ μία κατάστασι ὀλίγο κατωτέρα ἀπὸ τοὺς Ἀγγέλους. Καὶ τοῦτο, γιὰ νὰ μὴ γίνη τὸ κακὸ ἀθάνατο, ὅπως λέγει ὁ Ἅγιος ποὺ ὀνομάζεται Θεολόγος[1].

2. Ἁγνεία σημαίνει ἀπόκτησις τῆς ἀσωμάτου φύσεως. Ἁγνεία σημαίνει ζηλευτὸς οἶκος τοῦ Χριστοῦ καὶ ἐπίγειος οὐρανὸς τῆς καρδιᾶς. Ἁγνεία σημαίνει ὑπερφυσικὴ ἀπάρνησις τῆς ἀνθρωπίνης φύσεως, μία ἀληθινὰ παράδοξη ἅμιλλα σώματος θνητοῦ καὶ φθαρτοῦ πρὸς τοὺς ἀσωμάτους ἀγγέλους. Ἁγνὸς εἶναι ἐκεῖνος πού μὲ τὸν ἕνα ἔρωτα ἀπέκρουσε τὸν ἄλλο ἔρωτα, καὶ ἔσβησε τὰ ὑλικὸ μὲ τὸ ἄϋλο πῦρ.

3. Σωφροσύνη σημαίνει γενικὴ ὀνομασία ὅλων τῶν ἀρετῶν. Σώφρων εἶναι ἐκεῖνος πού καὶ κατὰ τὸν ὕπνο δὲν αἰσθάνεται καμμία σαρκικὴ κίνησι ἢ ἀλλοίωσι τῆς καταστάσεώς του. Σώφρων εἶναι ἐκεῖνος πού ἀπέκτησε τελεία ἀναισθησία ὡς πρὸς τὴν διαφορὰ τοῦ φύλου. Αὐτὸς εἶναι ὁ κανὼν καὶ ὁ ὅρος τῆς τελείας καὶ πανάγνου ἁγνείας, τὸ νὰ συμπεριφέρεται κανεὶς παρόμοια καὶ πρὸς τὰ ἔμψυχα καὶ πρὸς τὰ ἄψυχα σώματα, καὶ πρὸς τὰ λογικὰ καὶ πρὸς τὰ ἄλογα.

4. Κανεὶς ἀπὸ ὅσους ἤσκησαν τὴν ἁγνεία ἂς μὴ θεωρῆ δικό του κατόρθωμα τὴν ἀπόκτησί της. Διότι τὸ νὰ νικήση κανεὶς τὴν φύσι του εἶναι ἀπὸ τὰ ἀνέλπιστα. Ὅπου πραγματοποιήθηκε ἥττα τῆς φύσεως, ἐκεῖ φανερώθηκε ἡ παρουσία τοῦ ὑπερφυσικοῦ. Διότι χωρὶς καμμία ἀντιλογία τὸ κατώτερο καταργεῖται ἀπὸ τὸ ἀνώτερο. Ἡ ἀρχὴ τῆς ἁγνείας εἶναι ἡ μὴ συγκατάθεσις στοὺς σαρκικοὺς λογισμούς, καθὼς καὶ οἱ ἀραιὲς κὰθ΄ ὕπνον ρεύσεις χωρὶς αἰσχρὰ ὄνειρα. Τὸ μέσον της ἁγνείας εἶναι ἡ παρουσία φυσικῶν κινήσεων στὴν σάρκα, μόνο ἐξ αἰτίας πολυφαγίας, χωρὶς εἰκόνες σαρκικὲς καὶ χωρὶς ρεύσεις. Τὸ τέλος δὲ εἶναι ἡ νέκρωσις τοῦ σώματος, ἀφοῦ προηγουμένως ἐνεκρώθηκαν οἱ σαρκικοὶ λογισμοί.

5. Μακάριος ἀληθινὰ ἐκεῖνος πού ἐμπρὸς σὲ ὁποιοδήποτε σῶμα καὶ χρῶμα καὶ ἡλικία ἀπέκτησε τελεία ἀναισθησία.

6. Ἁγνὸς δὲν θεωρεῖται ἐκεῖνος πού ἐφύλαξε ἀρρύπωτο τὸ πήλινο σῶμα του, ἀλλ΄ ἐκεῖνος πού ὑπέταξε τὰ σωματικὰ μέλη στὴν ψυχὴ εἶναι ὁ τελείως ἁγνός. Συνέχεια

Ιούλιος 2017
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Απρ    
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031