Συγχρόνων λόγοι

Ὁ Σταυρὸς καὶ ἡ χαρὰ στὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν

π. Δημήτριος Στανιλοάε

Ἐγὼ πάντοτε εἶχα μεγάλο σεβασμὸ καὶ ἀγάπη πρὸς τοὺς μοναχούς. Αἰσθάνομαι πάντοτε πολὺ καλὰ ὅταν βρίσκομαι μεταξύ τους. Στὴν ἀρχὴ μάλιστα τῆς ζωῆς μου δυσκολεύθηκα ποιὸ δρόμο νὰ ἀκολουθήσω. Κατέληξα καὶ ἀπεφάσισα νὰ ζήσω τὸ δρόμο ποὺ βρίσκεται πολὺ κοντὰ στοὺς μοναχούς. Μπορῶ νὰ πῶ ὅτι αἰσθάνθηκα τὴ χαρὰ καὶ τὸν πόνο τους. Ἐπεδίωξα πάντοτε νὰ ἀκούσω καὶ νὰ νοιώσω τοὺς μοναχοὺς καὶ προσπάθησα νὰ ἐκφράσω τὰ ἰδανικὰ τοῦ μοναχισμοῦ, ποὺ εἶναι συγχρόνως καὶ ἡ κορυφὴ τῆς πνευματικότητος.

Καθὼς λέγει ὁ μεγάλος στοχαστὴς Εὐδοκίμωφ, κάθε χριστιανὸς εἶναι, κατὰ κάποιον τρόπο, ὡς πρὸς τὶς ἀναζητήσεις του, μοναχός. Δὲν ὑπάρχουν δύο πνευματικότητες στὴν Ὀρθόδοξη Ἐκκλησία. Ἡ πνευματικότης εἶναι μία, ἀλλὰ πραγματοποιεῖται σὲ διαφορετικὰ ἐπίπεδα.

Θὰ προσπαθήσω νὰ σᾶς μιλήσω λίγο γιὰ τὸ περιεχόμενο τῆς μοναχικῆς ζωῆς.

Ἕνας φιλόσοφος κάποιας χώρας ἔγραψε στὸ γιό του ποῦ ἔγινε μοναχός: «Γιατί, παιδί μου, μίσησες τὸν κόσμο μὲ τὴ γλυκύτητά του κι’ διάλεξες μία ζωὴ θλίψεως;»

Ὁ φιλόσοφος εἶχε δίκιο· ἀλλὰ μόνον ὡς πρὸς τὴν ἐπιφάνεια. Ἄφησε τὸν ἑαυτό του νὰ ξεγελασθεῖ ἀπὸ τὴν ἐπιφανειακὴ καὶ παροδικὴ μόνο χαρὰ καὶ γλυκύτητα ποὺ προσφέρει ὁ κόσμος. Δὲν διέκρινε ὅτι μετὰ ἀπὸ αὐτὴ τὴ φαινομενικὴ γλυκύτητα καὶ χαρὰ ἔρχεται ἡ δουλεία, ἡ θλίψη, τὸ κενὸ καὶ ἡ ἔλλειψη νοήματος. Δὲν τοῦ ἦταν γνωστὸ ὅτι ὀφείλομε νὰ σταυρώσομε αὐτὲς τὶς ἐπιφανειακὲς καὶ παροδικὲς χαρὲς καὶ γλυκύτητες γιὰ νὰ βροῦμε μία πιὸ βαθειὰ χαρά. Τὴ χαρὰ τῆς συναντήσεως καὶ τῆς διαρκοῦς συνυπάρξεως μετὰ τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ μας. Αὔτη ἡ συνάντηση δίνει στὸν κόσμο μία βαθύτερη ὀμορφιά, μία ἀληθινὴ αἴσθηση, ποὺ προξενεῖ στὸ μοναχὸ μίαν ἁγνὴ καὶ δυνατὴ χαρά.

Ἡ χαρὰ αὐτῆς τῆς συναντήσεως καὶ τῆς κοινωνίας μετὰ τοῦ Θεοῦ ἔχει γιὰ τὸ μοναχό, καὶ ἀκριβέστερα γιὰ τὴ μοναχή, τὸν χαρακτήρα τῆς χαρᾶς μίας νύμφης. Ἀλλὰ εἶναι πολὺ πιὸ βαθειὰ καὶ πολὺ πιὸ ἁγνὴ ἀπὸ ἐκείνη τῆς κοσμικῆς νύμφης. Καὶ γιὰ μία εὐτυχισμένη νύμφη τὸ πᾶν λάμπει ἀπὸ ὀμορφιά.

Γι’ αὐτὸ ὁ μοναχὸς δὲν μισεῖ τὸν κόσμο, ἀλλὰ τὸν βλέπει μέσα σὲ μία προοπτικὴ μεταμορφωμένης ὀμορφιᾶς μέσα στὴν αἰωνιότητα. Καὶ δὶ’ αὐτῆς δίδει στὸν κόσμο μία ἀξία ἄφθαρτη καὶ ἀπείρως βαθειὰ καὶ ἔτσι τὸν ἀποκαλύπτει στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους.

Ὁ κόσμος εἶναι θλιβερὸς καὶ ἀκάθαρτος γιὰ τὸν ἄνθρωπο, ποὺ δὲν γνωρίζει παρὰ τὴ γήινη μορφὴ τῆς ζωῆς. Οἱ ἄνθρωποι εἶναι θλιμμένοι, κυρίως σήμερα, ἔστω κι’ ἂν ζητοῦν νὰ διασκεδάζουν τὸν περισσότερο καιρὸ σ’ ἕνα ἐπίπεδο χαμηλό. Εἶναι σὰν τοὺς ἀνθρώπους ποὺ γελοῦν γιὰ ἐπιφανειακὰ καὶ ἀσήμαντα πράγματα, κι’ ἔπειτα διερωτῶνται· γιατί γελάσαμε; Γιατί πέσαμε τόσο χαμηλὰ γελώντας γιὰ τὸ τίποτε; Γελάσαμε σὰν τοὺς τρελοὺς χωρὶς αἴτια ἢ γιὰ νὰ λησμονήσουμε τὰ ἀγκάθια τῶν φροντίδων ποὺ ὑπάρχουν, γιὰ νὰ λησμονήσομε τὴν πραγματικότητα.

Ἔχομε μία χαρὰ τῆς ζωῆς καὶ τοῦ κόσμου, ὅταν μὲ ὅλες τὶς πράξεις μᾶς ἀποκαλύπτουμε καὶ βεβαιώνουμε τὴν αἰώνια ἀξία αὐτῆς τῆς ζωῆς καὶ αὐτοῦ του κόσμου. Ὅταν γνωρίζω, ὅτι, ἐργαζόμενος γιὰ νὰ κάνω τὸ καλό, ἀπαρνούμενος δι’ ἑνὸς σταυροῦ τὶς ἐγωιστικὲς καὶ παροδικὲς εὐχαριστήσεις μου, θὰ συναντήσω τὸ καλὸ αὐτὸ στὴν αἰωνιότητα, εἶμαι χαρούμενος. Καὶ ὁ μοναχὸς βεβαιώνει ὅτι πρέπει νὰ κάνει μέσα στὸν κόσμο τὸ καλὸ γιὰ τὴν αἰώνια ἀξία ποὺ ἔχει καὶ δι’ αὐτοῦ δίδει τὴ ζωὴ μέσα στὸν κόσμο καὶ στὸν κόσμο τὴν αἰωνία ἀξία μὲ τὸ πέρασμά του ἀπὸ τὸ ἕνα στὸ ἄλλο. Καὶ δίνει μὲ αὐτὸν τὸν τρόπον καὶ μὲ τὸ παράδειγμά του στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους τὸν ἐρεθισμὸ νὰ περάσουν τὸ κενό, τὴν ἔλλειψη νοήματος ἑνὸς ἐπιφανειακοῦ κόσμου, βοηθώντας τους νὰ δώσουν στὸν κόσμο αὐτὸ μία ἀληθινὴ ἀξία. Συνέχεια

Οἱ ὑπαρξιακὲς καὶ θεολογικὲς ρίζες τοῦ Ὀρθοδόξου Μοναχισμοῦ.

Ἱερομ. Εὐσεβίου Βίττη

Τὸ ἐρώτημα

Ἕνα ἔντονο ἐρώτημα, ποὺ πάντα προβάλλει, ἀφοῦ οἱ γενιὲς διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλη καὶ εἶναι φυσικὸ νὰ προβάλλουν πάλι καὶ πάλι σὲ κάθε γενιά, τὰ βαθιὰ ὑπαρξιακὰ πνευματικὰ ἐρωτήματα ποὺ ἀπασχολοῦν τὸν ἄνθρωπο, ἕνα ἔντονο ἐρώτημα εἶναι κι τοῦτο: γιατί ὁ μοναχισμὸς ἀκολουθεῖ τὴ δύσκολη καὶ σκυθρωπὴ ἀτραπὸ τῆς ἀρνήσεως τῶν «ἡδέων τοῦ κόσμου» καὶ ἀναδέχεται τὸ ἀβάσταχτο, ὅπως φαίνεται στοὺς πολλούς, φορτίο τοῦ πόνου καὶ τοῦ μόχθου τῶν ἀτέλειωτων καὶ ὄχι σπάνια ὑπεράνθρωπων «ἀσκητικῶν ἱδρώτων»; Δὲν ἀποτελεῖ αὐτὸς ὁ τρόπος βιοτῆς ἄρνηση ζωῆς; Ποιὸς ἢ ποιοὶ εἶναι οἱ βαθύτεροι λόγοι γιὰ μία τέτοια στάση;

Ἡ θέση τοῦ ζητήματος

Ἡ ἀπάντηση στὸ ἐρώτημα αὐτὸ δὲν εἶναι εὔκολη μὲ μόνο δύο λόγια, ἂν πρέπη νὰ κατανοηθῆ σωστὰ τὸ θέμα αὐτό. Χρειάζεται γι’ αὐτὸ μία διείσδυση στὰ βάθη τῆς ἀνθρώπινης ὑπάρξεως, ὅπου ἔχει τὶς ρίζες του ὁ μοναχισμός. Καὶ ἡ διείσδυση αὐτὴ εἶναι δυνατὴ μὲ τὴ βοήθεια τῆς Πατερικῆς θεολογικῆς σκέψεως καὶ θεωρήσεως τοῦ ἀνθρώπινου προβλήματος γενικώτερα, καὶ γιὰ τὸ ζήτημα ποὺ θέσαμε εἰδικώτερα. Αὐτὸ ἀκριβῶς θὰ ἐπιχειρηθῆ στὴ συνέχεια, ὡς ἕνα βαθμὸ βέβαια, γιατί ἡ σὲ ἔκταση καὶ βάθος ἀνάπτυξη τοῦ ζητήματος ξεπερνάει ἀναγκαστικὰ τὰ περιορισμένα ὅρια τῆς σύντομης αὐτῆς ἐργασίας, ποὺ μόνο μία πρώτη γεύση τοῦ ὅλου θέματος φιλοδοξεῖ νὰ προσφέρη, τὸ κατὰ δύναμιν, βέβαια.

Ὁ μοναχισμὸς μέσα στὴν Ἐκκλησία μας ἀποτελεῖ ἔκφραση μίας ἀπόλυτης κινήσεως γιὰ συνάντηση τοῦ Ἀπόλυτου. Ἀπόλυτη ἡ κίνηση ἀνθρωπολογικὰ ὡς πρὸς τὴν ἔνταση καὶ τὸ βάθος τοῦ πόθου τῆς ψυχῆς κατευθύνεται πρὸς τὸν ἀπερινοήτως Ἀπόλυτον. Εἶναι, δηλαδὴ, κίνηση ὁλοκληρωτικὴ προσώπου πρὸς Πρόσωπο, τοῦ ἀνθρώπινου πρὸς τὸ Θεῖο. Ὡς τέτοιος ὁ μοναχισμὸς ξεπερνάει τὰ ὅρια τοῦ ὁποιουδήποτε μοραλισμοῦ (ἠθικισμοῦ) καὶ ἀνάγεται στὴν ἴδια τὴν ἀνθρώπινη φύση. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ρίζες του καὶ ἡ ἀφετηρία του πρέπει νὰ ἀναζητηθοῦν στὴν ἀνθρώπινη φύση τέτοια, ποὺ εἶναι. Καὶ αὐτὸ σημαίνει ἀναζήτησή τους ὄχι τόσο σὲ ἱστορικοὺς λόγους καὶ κοινωνικὲς συνθῆκες καὶ ἐξωτερικοὺς ἐν πάση περιπτώσει ὅρους, ὅσο κι ἂν αὐτοὶ δὲν εἶναι εὐκαταφρόνητοι, ἀλλὰ κυρίως στὰ βάθη τῆς ὑπάρξεώς μας καὶ κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς θεολογίας, ποὺ ἀποτελεῖ ὅ,τι πιὸ οὐσιαστικὸ ἔχει νὰ μᾶς προσφέρη τὸ Εὐαγγέλιο, δηλαδὴ τὸ ἐκτάκτως εὐφρόσυνο καὶ σωτηριῶδες ἄγγελμα τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ στὴ γῆ. Καὶ αὐτὸ σημαίνει στροφὴ στὴν Πατερικὴ θεολογικὴ ἀνθρωπολογία, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν πιὸ βαθειὰ καὶ πιὸ γνήσια καὶ αὐθεντικὴ θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου μὲ βάση τὴν εὐαγγελικὴ διδαχὴ καὶ τὴν ἀνθρώπινη ἐμπειρία τῆς μεταπτωτικής1 καταστάσεως τῆς φύσεώς μας καὶ τῆς ἐν Χριστῷ ἀναγεννήσεώς της.

Ἂν ἔχη σοβαρὸ καὶ θετικὸ νόημα ἡ ἐνασχόληση μὲ τὴν μοναχικὴ πνευματικότητα καὶ τὰ ἀφετηριακά της στοιχεῖα κάτω ἀπὸ τὸ φῶς τῆς θεολογίας ὑπὸ τὴν ἀρχική της ἔννοια, ὡς γνώσεως καὶ μυστικῆς κοινωνίας καὶ ἐμπειρίας τοῦ Θεοῦ, τὸ ἔχει βέβαια ὄχι γιὰ ἀκαδημαϊκοὺς καὶ θεωρητικοὺς λόγους, ἀλλὰ ὡς ἔκφραση ζωῆς ποὺ βιώθηκε καὶ πρέπει νὰ βιώνεται. Ὁ μοναχισμὸς στὴ γνήσια καὶ τὴν μὲ ὅλο τὸν πόθο λαχτάρα γιὰ τὴν ὅσο τὸ δυνατὸν βαθύτερη καὶ ὁλοκληρωτικὴ βίωσή του ἀποτελεῖ, θὰ λέγαμε, τὴν ἀκοίμητη αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἡ πνευματικότητά του, τὴ συνεχῆ ὑπόμνηση τοῦ λυτρωτικοῦ καὶ σωτηριώδους ἔργου ποὺ ἔχει νὰ ἐπιτελέση στὴ γῆ, μέσα σὲ ἕνα κόσμο αἰχμάλωτο τῆς ἁμαρτίας, ὄχι ἐκκοσμικευόμενη ἡ ἴδια γιὰ νὰ ἐπιδράση τάχα ἐπάνω του, ἀλλὰ ἀποπνευματωνόμενη κατὰ τὸ ἀνθρώπινο ὅλο καὶ πιὸ πολύ. Μόνον ἔτσι θὰ μπορῆ νὰ ἐπιδρᾶ θετικὰ καὶ οὐσιαστικὰ ἀνάμεσά του καὶ νὰ ἀποτελῆ τὴν ἀκατάπαυστη πρόκληση καὶ πρόσκληση γιὰ σωτηρία «ἀπὸ τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ» (Ματθ. α’ 21), γιατί αὐτὲς ἀποτελοῦν οὐσιαστικὰ τὴν κύρια καὶ βασικὴ πηγὴ τῶν ταλαιπωριῶν του καὶ τῆς ἀνείπωτης κακοδαιμονίας του. Συνέχεια

Παρθενία καὶ μοναχισμὸς

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης,

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν γάμο, ποὺ ἀποτελεῖ τὸν κατὰ φύση τρόπο ζωῆς γιὰ τὸν ὥριμο ἄνθρωπο, ὑπάρχει καὶ ἡ παρθενία ὡς ὑπὲρ φύση τρόπος ζωῆς. Στὴν Καινὴ Διαθήκη καὶ τὴν πατερικὴ παράδοση ἐπισημαίνεται ἡ ὑπεροχὴ τῆς παρθενίας ἀπέναντι στὸν γάμο. Ἡ ἐπισήμανση ὅμως αὐτὴ δὲν ἀφορᾶ τὴν παρθενία καθεαυτήν, ἀλλὰ τὶς δυνατότητες ποὺ παρέχει στὸν πιστὸ γιὰ τὴν πνευματικὴ τελείωσή του. Ὅπως παρατηρεῖ ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος, «ἡ παρθενία οὔτε καλὸν καθ’ ἑαυτό, οὔτε κακόν, ἀλλ’ ἀπὸ τῆς τῶν μετιόντων προαιρέσεως ἑκάτερον γίνεται».

Μὲ τὴν πρόταξη τῆς παρθενίας τὸ ἀνθρώπινο πρόσωπο τοποθετεῖται ἐπάνω ἀπὸ κάθε κοινωνικὴ σκοπιμότητα ἤ βιολογικὴ νομοτέλεια καὶ ὑπογραμμίζεται ἡ ἐλευθερία καὶ ἡ ἀπόλυτη ἀξία του. Ταυτόχρονα ὅμως ἡ πρόταξη αὐτὴ δὲν μειώνει τὴν ἀξία τοῦ γάμου. Ἡ ἀναγνώριση τῆς ἀξίας τοῦ γάμου ἐξαίρει τὴν ὑπεροχὴ τῆς παρθενίας. Ἀντίθετα ἡ περιφρόνησή του προσβάλλει καὶ τὸ μεγαλεῖο της παρθενίας. Ἄλλωστε καὶ ὁ παρθένος ὀφείλει τὴν ὕπαρξή του στὸν γάμο. Τέλος, ἂν ὁ γάμος ἦταν κακός, τότε ἡ παρθενία ἔπρεπε νὰ θεωρεῖται ὑποχρεωτικὴ γιὰ τὸν πιστὸ καὶ νὰ μὴν ἐκλαμβάνεται ὡς ἰδιαίτερη χαρισματικὴ κατάσταση.

Ἡ ἀληθινὴ παρθενία προϋποθέτει τὴν αὐτοπροαίρετη παραίτηση ἀπὸ τὸ δικαίωμα συνάψεως γάμου. Ἡ παραίτηση αὐτὴ γίνεται δυνατὴ γιὰ ὅσους ἔχουν τὸ σχετικὸ χάρισμα: «Οὐ πάντες χωροῦσι τὸν λόγον τοῦτον, ἀλλ’ οἷς δέδοται». Καὶ στὸ ἐρώτημα, σὲ ποιοὺς δόθηκε αὐτό, ὑπάρχει ἡ ἀπάντηση· σὲ ὅσους θέλησαν καὶ ζήτησαν νὰ τὸ λάβουν. Ὅσοι ἐκλέγουν τὴν παρθενία ἐπιπόλαια ἐκθέτουν τὸν ἑαυτό τους σὲ σοβαροὺς ψυχικοὺς καὶ πνευματικοὺς κινδύνους. Ἡ καθολικὴ ἄσκησή της ἀπαιτεῖ ὑπεράνθρωπες προσπάθειες, ποὺ μόνο μὲ τὴν δύναμη τοῦ Θεοῦ μποροῦν νὰ πραγματοποιηθοῦν. Τέλος ὅσοι ἀκολουθοῦν τὴν παρθενία κρίνοντας παράνομο τὸν γάμο αὐτοδεσμεύονται σὲ νέα νομικὴ ὑποχρέωση. Ἡ παρθενία ὅμως ὑπερβαίνει τὸν νόμο, γιατί ὑπερβαίνει καὶ τὴν φύση. Ὁ Θεὸς δὲν νομοθέτησε τὴν παρθενία, ἀλλὰ τὴν πρόβαλε ὡς χαρισματικὴ κατάσταση· «οἶδε γὰρ ὑπὲρ φύσιν τὸ χρῆμα». Ἡ «ὑπὲρ φύσιν» ὁδὸς τῆς παρθενίας προτυπώνει τὴν ζωὴ τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ

Στὶς σχέσεις γάμου καὶ παρθενίας ἀναφέρεται ἰδιαίτερα ὁ Ἀπόστολος Παῦλος. Κι ἐνῶ χαρακτηρίζει τὸν γάμο ὡς «μυστήριον μέγα», κάνει σαφῆ τὴν προτίμησή του γιὰ τὴν παρθενία ποὺ τηροῦσε καὶ ὁ ἴδιος. Ὁ γάμος δεσμεύει τὸν ἄνθρωπο στὸν κόσμο, ἐνῶ ἡ παρθενία διατηρεῖ ἀπρόσκοπτη τὴν ὁδὸ τῆς πνευματικῆς ἐλευθερίας. Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς στὸ ἔργο του «Πρὸς μοναχὴν Ξένην» ἀναλύει τὶς δεσμεύσεις ποὺ συνεπάγεται ὁ γάμος καὶ τὰ ἐμπόδια ποὺ δημιουργεῖ γιὰ τὴν ἀμέριμνη καὶ ὁλοκληρωτικὴ ἀφοσίωση στὸν Θεό. Συγκρίνοντας τέλος τὸν γάμο καὶ τὴν παρθενία σὲ σχέση μὲ τὴν σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου σημειώνει ἐπιγραμματικὰ τὰ ἑξῆς: «Εἰ μὲν μὴ ἔλοιτο τὶς σώζεσθαι, λόγος πρὸς αὐτὸν ἡμῖν οὐδείς, εἰ δὲ τινι μέλει τῆς οἰκείας σωτηρίας, οὗτος ἴστω τὸν ἐν παρθενία βίον πολλῷ τοῦ μιγάδος ἀνυσιμώτερον ὄντα καὶ ἀπονώτερον» Συνέχεια

Λαχτάρα Αἰωνιότητος

Ἀρχιμ. Δαμασκηνοῦ Κατρακούλη

Ἰδού, ἔρχομαι ταχύ. Ἀμήν. ναί ἔρχου,Κύριε Ἰησοῦ. (Ἀποκ. κβ΄ 12, 20)1

Ὁ θεῖος λόγος τοῦ Εὐαγγελίου, ὁ ὁποῖος ἐξέρχεται ἀπό τόν ἄμβωνα τῆς Ἐκκλησίας, περιέχει ποικίλα σπέρματα ἀληθείας καί θεογνωσίας. Ἡ μελέτη τοῦ θείου λόγου νά εἶναι ἡ τρυφή καί ἡ τροφή τῆς ζωῆς μας.

Ἐγώ, παιδιά, κάθε βράδυ διαβάζω Εὐαγγέλιο γιά νά εἰσχωρήση μέσα μου ὁ Κύριος. Μέ τό Εὐαγγέλιο γίνεται ἡ ἀλληλοπεριχώρησις τοῦ ἠμαγμένου Ἀμνοῦ καί τῆς ψυχῆς μας. Ὅλοι οἱ ἄνθρωποι κληθήκαμε ν’ ἁγιάσωμε. Νά γίνωμε εὐωδία Χριστοῦ. Σκοπός μας εἶναι νά ἀνταποκριθοῦμε στήν κλῆσι τοῦ Θεοῦ καί νά γίνωμε φῶς. Μέ τήν τήρησι τοῦ Εὐαγγελίου νά γίνωμε λόγος τοῦ Θεοῦ.

Μέσα στήν Ἐκκλησία, λοιπόν, ἁρπάζει ὁ ἕνας τόν θεῖο λόγο καί πηγαίνει εἰς τάς ἐρήμους, γιά νά πραγματώση τό Εὐαγγέλιον. Ὁ ἄλλος τό ἁρπάζει καί πηγαίνει στήν Ἀφρική, στήν Ἀσία κ.λπ. νά φωτίση τούς ἀνθρώπους ὡς ἱεραπόστολος. Ὁ ἄλλος παίρνει τόν θεῖο σπόρο καί τόν καλλιεργεῖ μέσα στήν κοινωνία ὡς ἐπίσκοπος, ὡς ἱερεύς, ὡς οἰκογενειάρχης καί κάνει ἔργο τοῦ τήν σπορά τοῦ θείου λόγου. Ἐμεῖς πήραμε τό Εὐαγγέλιον ἀπό τήν Ἁγία Τράπεζα ὁ καθένας καί ἤλθαμε στό μοναστῆρι, γιά νά δοξάσωμε τόν Θεό μέ τήν τήρησι τῶν ἐντολῶν Του.

Κάθε μοναστῆρι εἶναι ἕνα πέραμα, ἕνα φεριμπότ, πού θά μᾶς περάση ἀπέναντι, στήν ὄχθη τοῦ οὐρανοῦ. Σήμερα αὐτό μέ ἀπησχόλησε ἐμένα. αὐτό ἀκριβῶς τό ταξίδι. Πρέπει νά σπάσωμε τόν φραγμό τοῦ θανάτου μέ τήν ἐπιθυμία τῆς αἰωνίου ζωῆς. Σκεπτόμουν, λοιπόν, πώς θά μπορέσωμε τό μήνυμα τοῦ θανάτου νά τό περιμένωμε ὡς τήν πλέον εὐχάριστη ἀγγελία. Προχθές ἀναφέραμε μερικές θεῖες ἀποκαλύψεις, πού εἶχε ὁ Μητροπολίτης Ε. στίς τελευταῖες του στιγμές. Καί χάρηκε ἡ ψυχή μας. Πράγματι, γνωρίζουμε ὅτι ὁ ἄνθρωπος, ὁ ἀγαπήσας τόν Θεόν, δέχεται τέτοιες ἀποκαλύψεις στίς τελευταῖες στιγμές τῆς ζωῆς του. Ὁ Κύριος του παρουσιάζει ἤδη ἀπό τήν παροῦσα ζωή τί ἀπολαύσεις τόν ἀναμένουν στήν πανήγυρι τῶν πρωτοτόκων, ἐκεῖ πού βασιλεύει τό φῶς, τό ἄκτιστο φῶς, τό γλυκύτατο ὡς ἡ χιών.

Ἡ ζωή τοῦ οὐρανοῦ εἶναι φῶς, γλυκύτατο, λευκότατο. Ἐπιθυμῶ αὐτήν τήν λευκοτάτη, τήν χιονάτη ζωή τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Γιατί δέν ὑπάρχει πιό εὐχάριστο γεγονός ἀπό αὐτήν τήν διάβασι στήν ἀντίπερα ὄχθη. Ἐάν νοσταλγοῦμε νά μεταβοῦμε σέ μία παραλία, π.χ. στήν Κέρκυρα ἤ στόν Ἅγιο Διονύσιο, ὅπου θά ἀντικρύσωμε γήινες ὀμορφιές, πού παρόμοιες ἔχομε ἤδη ἀπολαύσει, σκεφθῆτε πῶς πρέπει νά νοσταλγοῦμε αὐτό τό πέραμα στήν ἄλλη ζωή, στό αἰώνιο Φῶς. Μέσα στό μοναστῆρι γίνεται αὐτή ἡ ἑτοιμασία γιά τήν μετάβασι στήν οὐράνια ὄχθη τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Καί ἄν ἀπό τώρα γνωρισθοῦμε γιά τά καλά μέ τόν ἄνω κόσμο, θά ἔχωμε μία καλή συνοδεία φίλων Ἁγίων κατά τήν ἔξοδό μας. Συνέχεια

Ἡ Γένεση τοῦ μοναχισμοῦ

Γώργιος Ι. Μαντζαρίδης

Τὸ φαινόμενο τοῦ μοναχισμοῦ

Ὁ μοναχισμὸς δὲν ἀποτελεῖ μόνο χριστιανικό, ἀλλά καὶ γενικότερο θρησκευτικὸ φαινόμενο. Πρὶν ἐμφανιστεῖ ὁ Χριστιανισμὸς στὸ προσκήνιο τῆς ἱστορίας, ἡ μοναχικὴ ζωὴ ἦταν γνωστὴ μέσα στὴν περιοχὴ τῶν ἀνατολικῶν θρησκειῶν. Ἀλλὰ καὶ στὸ πλαίσιο τοῦ Ἰουδαϊσμοῦ ὑπῆρχαν κατὰ τὴν ἐποχὴ τῆς ἐμφανίσεως τοῦ Χριστιανισμοῦ οἱ θρησκευτικὲς κοινότητες τῶν Ἐσσαίων στὴν Παλαιστίνη καὶ τῶν Θεραπευτῶν στὴν Αἴγυπτο, οἱ ὁποῖες ἐκτὸς ἀπὸ τὸν ἀσκητικό τους χαρακτήρα διαμόρφωσαν καὶ κάποιο εἶδος μοναχικῆς ζωῆς. Ἐνῶ ὅμως στὶς ἀνατολικὲς θρησκεῖες, ὅπου κυριαρχεῖ ἡ τάση γιὰ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο, ἡ ἄσκηση καὶ ὁ μοναχισμὸς ἀποτελοῦν πρωτογενῆ θρησκευτικὰ φαινόμενα, στὸν Ἰουδαϊσμό, ὅπως καὶ σὲ ὁποιαδήποτε θρησκεία μὲ μεσσιανικὸ ἢ προφητικὸ χαρακτήρα, ἡ ἄσκηση καὶ ὁ μοναχισμὸς παρουσιάζονται ὡς ἐκφραστικὰ μέσα τῆς θρησκευτικῆς ζωῆς. Ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρὰ ἡ ἀσκητικὴ ζωή, ποὺ ἀποτελεῖ τὴν προϋπόθεση γιὰ τὴ φυγὴ ἀπὸ τὸν κόσμο καὶ τὴν ἀνάπτυξη τοῦ μοναχισμοῦ, δὲν ἦταν ἄγνωστη στὸν ἑλληνιστικὸ κόσμο.

Χριστιανικὸς ἀσκητισμός.

Στὴν περιοχὴ τοῦ Χριστιανισμοῦ ὁ ἀσκητισμός, πάνω στὸν ὁποῖο οἰκοδομήθηκε ἀργότερα ὁ μοναχισμός, δὲν ἐμφανίστηκε ὡς παρείσακτο στοιχεῖο, ἀλλὰ ὡς οὐσιώδης διάσταση τῆς χριστιανικῆς πίστεως καὶ ὡς βασικὴ συνέπεια τῆς μορφώσεως τοῦ καινοῦ ἐν Χριστῷ ἀνθρώπου. Ἡ ἀποταγὴ τῶν πάντων, ποὺ ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιο τῆς ἀσκητικῆς καὶ μοναχικῆς ζωῆς στὸν Χριστιανισμό, παρουσιάστηκε ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Χριστὸ ὡς προϋπόθεση γιὰ ὅλους, ὅσοι θέλουν νὰ τὸν ἀκολουθήσουν: «Εἴ τις θέλει ὀπίσω μου ἐλθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοι» . «Ὃς οὐκ ἀποτάσσεται πᾶσι τοῖς ἑαυτοῦ ὑπάρχουσιν, οὐ δύναται εἶναι μου μαθητής». Ὁ Χριστιανὸς καλεῖται νὰ ζεῖ στὸν κόσμο ὡς «πάροικος καὶ παρεπίδημος» μὲ τὴν προσδοκία τῆς βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἐπίσης ἡ προτίμηση τῆς παρθενίας ἢ τῆς ἀγαμίας ἀντὶ τοῦ γάμου ἐν ὀνόματι τῆς βασιλείας τῶν οὐρανῶν διαφαίνεται καθαρὰ στὰ βιβλία τῆς Καινῆς διαθήκης. Πολλοὶ Χριστιανοί, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, παρατηρεῖ ὁ ἀπολογητὴς Ἰουστίνος στὶς πρῶτες δεκαετίες τοῦ δεύτερου αἰώνα, διατηροῦν τὴν παρθενία τους σὲ ἡλικία ἑξήντα καὶ ἑβδομήντα ἐτῶν. Καὶ ὁ ἀπολογητὴς Ἀθηναγόρας λίγο ἀργότερα σημειώνει: «Εὔροις δ’ ἂν πολλοὺς τῶν παρ’ ἡμῖν καὶ ἄνδρας καὶ γυναίκας καταγηράσκοντας ἀγάμους ἐλπίδι τοῦ μᾶλλον συνέσεσθαι Θεῷ». Τέλος ἡ προσευχή, ἡ νηστεία, ἡ ὑπακοὴ καὶ ἡ καλλιέργεια τῆς ἀρετῆς ἀποτελοῦσαν οὐσιώδη στοιχεῖα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς ἀπὸ τὴν πρώτη ἐμφάνισή της. Συνέχεια

Λόγος σε μοναχική Χειροθεσία

Ἱερομ. Ευσεβίου Βίττη

Κανονικὰ, ἀδελφοί μου, θὰ ἔπρεπε νὰ ἀρκεσθοῦμε σὲ ὅσα πολὺ βαθιὰ καὶ πεπληρωμένα θείου Πνεύματος ἱερὰ λόγια περιέχει ἡ ἱερὴ ἀκολουθία τῆς μοναχικῆς κουρᾶς καὶ χειροθεσίας, ποὺ θὰ γίνει σὲ λίγο. Πρέπει ὅμως νὰ τονιστῆ  καὶ πάλι στὴν ψυχή, ποὺ θὰ καθιερώσει τὸν ἑαυτό της, τὸ νόημα τῆς μορφῆς ζωῆς, στὴν ὁποία θὰ μπεῖ ἐπίσημα πιά.

Παράλληλα ὅμως πρέπει καὶ ὅλοι ἐμεῖς ποὺ παραβρισκόμαστε στὴν ἱερὴ αὐτὴ σύναξη νὰ ἀνανεώσουμε ὅ,τι λιγότερο ἢ περισσότερο γνωρίζουμε γιὰ τὸ βαθύτερο νόημα τοῦ Μοναχισμοῦ καὶ ἑπομένως καὶ τῆς χειροθεσίας, ποὺ θὰ γίνει ἀπόψε. Καὶ αὐτὸ σημαίνει τὴν κατάθεση αὐτῶν ποὺ θὰ ἀκούσετε, ἔστω κι ἂν εἶναι, ἂν ὄχι γιὰ ὅλους, ἀλλὰ ὁπωσδήποτε γιὰ τοὺς περισσοτέρους ἀπὸ σᾶς γνωστά, παρὰ τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἀποτελοῦν τὸ εὐλαβὲς ἐκκλησίασμα μόνο μοναχοὶ καὶ μοναχές. Ὡς πιστοὶ ὅμως καὶ φιλομόναχοι χριστιανοὶ βρεθήκατε σὲ παρόμοιες ἱερὲς συνάξεις καὶ ἀκούσατε πολλὰ καὶ σημαντικὰ σχετικὰ μὲ τὴν μοναχικὴ κουρὰ καὶ χειροθεσία.

Καὶ θὰ δίσταζα πολὺ ἢ μᾶλλον δὲν θὰ ἐπιχειροῦσα κἂν νὰ πῶ αὐτὰ ποὺ θὰ καταθέσω ἀπόψε, ἂν δὲν μὲ ἐνθάρρυνε ὁ θεῖος ἀπόστολος Παῦλος, ποὺ γράφει τὰ παρακάτω. «Τὰ αὐτὰ λέγειν ὑμῖν, ἐμοὶ μὲν οὐκ ὀκνηρόν, ὑμῖν δὲ ἀσφαλές» (Φιλιπ. γ΄1).

Τὸ νὰ σᾶς λέω, σημειώνει, τὰ ἴδια πράγματα ποὺ καὶ ἄλλοτε σᾶς εἶπα, γιὰ μένα δὲν ἀποτελεῖ κόπο, γιὰ Σᾶς ὅμως ἀποτελεῖ ἀσφάλεια πνευματική, γιατὶ ἔτσι θὰ ἐντυπωθοῦν οἱ θεῖες ἀλήθειες περισσότερο μέσα σας. Ἀλλὰ ἀλλάζοντας τὸ «ὑμῖν» μὲ ὕψιλον τοῦ θείου Ἀποστόλου μὲ ἡμῖν μὲ  ἦτα περιλαμβάνω μαζί σας καὶ αὐτὸν ποὺ σᾶς μιλάει τώρα, γιατὶ καὶ ὁ ἴδιος ἔχει ἀνάγκη νὰ ἀντιληφθῆ καλύτερα, ὅσα σχετίζονται μὲ τὸ νόημα τῆς ἀποψινῆς ἱερᾶς συνάξεως. Πρέπει μόνο νὰ ὑπογραμμίσω, ὅτι ὅσα θὰ λεχθοῦν, δὲν καλύπτουν βέβαια ὅλη τὴν ἔκταση καὶ ὅλο τὸ βάθος τοῦ μεγάλου αὐτοῦ θέματος. Μιὰ γρήγορη καὶ διαγραμματικὴ ὑπόμνησή του θὰ ἐπιχειρηθῆ.

Η ΚΛΗΣΗ

Η ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ ΖΩΗ ΑΡΧΙΖΕΙ μὲ τὸ ἅγιο Βάπτισμα. Τὸ βάπτισμα ἀποτελεῖ ἀναγέννηση, ἀρχὴ καινούργιας, ὑπερφυσικῆς ζωῆς. Εἶναι ἡ «ἄνωθεν γέννησις» «δι’ ὕδατος καὶ Πνεύματος». Στὸ ἅγιο Βάπτισμα βρίσκεται ὁ σπόρος ποὺ ἡ ἀνάπτυξη καὶ ἡ καρποφορία του θὰ ὁδηγήση τὸν βαπτιζόμενο στὴν τελειότητα καὶ στὴν ἐσωτερικὴ κοινωνία καὶ ἕνωσή του μὲ τὸν Τριαδικὸ Θεό, στὸ ὄνομα τοῦ ὁποίου καὶ γίνεται.

ΤΟ ΑΓΙΟ ΒΑΠΤΙΣΜΑ ἀποτελεῖ ἀφετηριακὴ κλήση καὶ ἀνάθεση ἔργου πνευματικοῦ στὴν ψυχή, ποὺ βαπτίζεται, καὶ ἔχει δύο πλευρές.

Ἡ πρώτη πλευρά του εἶναι ἡ ἀποφασιστικὴ ἄρνηση τῆς ἁμαρτίας καὶ τοῦ σατανᾶ. Αὐτὴν τὴν ὀνομάζουμε ἀρνητικὴ πλευρὰ τοῦ Βαπτίσματος.

Ἡ δεύτερη πλευρὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος εἶναι ἡ ὁλοκάρδια ὑπόσχεση ἀκολουθήσεως τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ὀνομάζουμε θετικὴ πλευρὰ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος.

α. Ἡ ἀρνητικὴ πλευρά.

Η ΑΡΝΗΤΙΚΗ ΠΛΕΥΡΑ τοῦ Βαπτίσματος, σημαίνει ἀγῶνα καὶ πάλη ἐναντίον τῆς ἁμαρτητικῆς ροπῆς, ποὺ παιδαγωγικῶς ἀφήνει μέσα μας καὶ ποὺ τὸ ἱερώτατο Μυστήριο μᾶς καλεῖ νὰ τὴν ἐξουδετερώσουμε σὲ συνεργασία μὲ τὴ θεία Χάρη. Ἂν δὲν τὸ κάνουμε αὐτό, μπορεῖ νὰ γίνη δύναμη ἀρνητική, ποὺ μπορεῖ νὰ ἀχρηστέψη τὴν καινότητα ζωῆς, ποὺ μᾶς χαρίστηκε. Ὁ Θεὸς δὲν ὁλοκληρώνει τὸ ἔργο του χωρὶς καὶ τὴ συνέργεια τῆς ἴδιας τῆς ψυχῆς, ἔστω κι ἂν ἡ ἐκ μέρους τῆς ψυχῆς καταβολὴ προσπάθειας θὰ εἶναι ἐλάχιστη ἐν σχέσει μὲ τὴ θεία βοήθεια καὶ χάρη.

Η ΠΛΕΥΡΑ ΑΥΤΗ τοῦ Ἁγίου Βαπτίσματος σημαίνει ἀποχὴ ἀπὸ κάθε μορφὴ ἁμαρτίας, δηλαδὴ ἀπὸ κάθε τί, ποὺ εἶναι ἀντίθετο πρὸς τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐπὶ πλέον σημαίνει ἀποχὴ ἀκόμη καὶ ἀπὸ νόμιμα δικαιώματά μας, ἂν αὐτὰ ἀποβοῦν πειρασμικὰ γιὰ τὴν ἐλευθερία μας, γιὰ τὴν ὀρθὴ πράξη καὶ ἐνέργειά μας ἤ, ἂν αὐτὰ γίνουν ὑπερτροφικὰ καὶ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ ἀποβοῦν εἰς βάρος τῆς θεοκεντρικότητας τῆς ζωῆς μας ὡς πιστῶν καὶ ἑπομένως νὰ μετατεθεῖ τὸ κέντρο ἀπὸ τὸν Τριαδικὸ Θεὸ στὸν ἑαυτό μας, μὲ μιὰ ἄμετρη ἐγωπάθεια καὶ ἐγωλατρία. Συνέχεια

«Ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης: ἡ ζωὴ καὶ ἡ διδασκαλία του»

Ἀρχιμ. Γεωργίου Καψάνη

Ὁ ἅγιος Νικόδημος ὑπῆρξε πρὸ πάντων ἕνας ταπεινός, γνήσιος, ἀληθινός, ἅγιος μοναχός. Πίστευε βαθιὰ στὴν ἀξία τῆς μοναχικῆς ζωῆς καὶ τὴν ἔζησε, ἀφ’ ἧς ἦλθε στὸ ‘Ἅγιον Ὅρος μέχρι τὴν μακαρία τελευτή του, μὲ ἀδιάκοπο ζῆλο καὶ συνέπεια.

Ἔφθανε τὸ παράδειγμα τῆς ἁγίας μοναχικῆς του ζωῆς, γιὰ νὰ εἶναι ὑποτύπωσης καὶ στηλογραφία κάθε ὀρθοδόξου μοναχοῦ. Ὅμως, ἐπειδὴ ἔλαβε πλούσια τὴ δωρεὰ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, «ἔρρευσαν ἐκ τῆς κοιλίας αὐτοῦ ποταμοὶ ὕδατος ζῶντος» (πρβλ. Ἰω. ζ’, 38) καὶ «ἐξηρεύξατο ἡ καρδία του λόγους ἀγαθοὺς» (πρβλ. Ψαλμ. 44) περὶ τῆς εἰς Χριστὸν πίστεως, τῆς ἐν Χριστῷ ζωῆς καὶ τῆς μοναχικῆς πολιτείας.

Ἂς ἀντλήσουμε καὶ ἐμεῖς, Πατέρες καὶ ἀδελφοί, ἀπὸ τοὺς λόγους αὐτοὺς νάματα καθαρά, τὰ ὁποῖα εἴθε δι’ εὐχῶν τοῦ Ἁγίου καὶ δι’ εὐχῶν Σας νὰ μᾶς βοηθήσουν νὰ κατανοήσουμε βαθύτερα καὶ νὰ βιώσουμε τὴν χριστιανικὴ καὶ μοναχική μας πολιτεία.

Α’.

Ὁ ἅγιος Νικόδημος θαυμαστής, ἐραστὴς καὶ διαπρύσιος κῆρυξ τῆς μοναχικῆς πολιτείας.

Ἀφ’ ὅτου ὡς νέος γνώρισε τοὺς ὁσίους Γέροντες Σίλβεστρο, Ἀρσένιο, Γρηγόριο καὶ Νήφωνα, ὁ θεῖος πόθος πυρπόλησε τὴν καρδιά του γιὰ τὴν ἰσάγγελον ζωὴ τῶν μοναχῶν. Τόσος ἦταν ὁ ἔνθεος ζῆλος του, ὥστε τοῦ ἦταν ἀδύνατον νὰ παραμείνη καὶ μία ἀκόμη στιγμὴ στὸν κόσμο, ὅπως φαίνεται ἀπὸ τὸ περιστατικὸ πού ἔλαβε χώρα στὸ λιμάνι τῆς Νάξου τὴν ἡμέρα τῆς ἀναχωρήσεώς του γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος.

Ὅταν γράφη γιὰ τὸ κάλλος τῆς παρθενίας καὶ τῆς μοναχικῆς ζωῆς, δὲν φείδεται λέξεων καὶ ἐκφράσεων γιὰ νὰ τὸ περιγράψει:

«Τί ἄλλο ποθεινότερο, ὡσὰν τὸ νὰ μιμεῖταί τινας ἐπὶ γῆς τῶν Ἀγγέλων τὴν πολιτείαν; Τί ἄλλο ἐρασμιώτερο ἡ μακαριστώτερο, ὡσὰν τὸ νὰ εἶναί τινας ἑνωμένος μὲ τὸν ἀγαπητόν του Θεὸν διὰ τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀδιάλειπτου ἐν καρδία προσευχῆς, ἥτις ξεύρει νὰ ἀποκτᾶται διὰ μέσου τῆς ἡσυχίας; Καὶ ποτὲ μὲν νὰ φωνάζει μὲ τὸν Παῦλον: «τὶς ἡμᾶς χωρίσει ἀπὸ τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ…» καὶ τὰ ἑξῆς· ποτὲ δὲ μὲ τὸν θεοφόρο Ἰγνάτιο “ὁ ἐμὸς ἔρως ἐσταύρωται…”;».

Ὅταν στὶς διδαχές του πρὸς τοὺς ἐν τῷ κόσμῳ Χριστιανοὺς ὑποχρεώνεται νὰ συγκρίνει τὴν μοναχικὴ ζωὴ μὲ ἄλλους τρόπους χριστιανικῆς ζωῆς, αὐτὸς ὁ ἐραστὴς τῆς μοναχικῆς ζωῆς γράφει:

«Διατὶ νὰ μὴ διαλέξης τὴν παρθενικὴ ζωὴν τῶν μοναχῶν, ἡ ὁποία εἶναι ἡ πλέον καλλιτέρα, ἡ πλέον ἁγιοτέρα καὶ ἡ πλέον μακαριοτέρα ἀπὸ ὅλας τὰς ἄλλας ζωάς τῶν ὑπανδρεμένων;». Συνέχεια

Ἡσυχαστικὴ Θεολογία

Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

Ὁ Ἡσυχασμὸς δὲν ἀποτελεῖ ἐποχικὸ ἢ περιθωριακὸ φαινόμενο τῆς ἱστορίας τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας, ἀλλὰ συνιστᾶ κεντρικὸ ἄξονα τῆς μοναχικῆς παραδόσεώς της καὶ σφραγίζει διαχρονικὰ τὸ χαρακτήρα τῆς πνευματικῆς της ζωῆς. Ἤδη, ἀπὸ τοὺς πρώτους αἰῶνες τῆς ἱστορίας τῆς Ἐκκλησίας ἡ ἔννοια τῆς ἡσυχίας συνδέθηκε μὲ τὴν ἀποδέσμευση τοῦ ἀνθρώπου ἀπὸ τὴν ἀγωνιώδη μέριμνα καὶ ταραχὴ τοῦ κόσμου καὶ τὴν ἐπιστροφή του πρὸς τὸν Θεό.

Ἡ ἡσυχία δὲν εἶναι πλαδαρότητα ἢ ἀκινησία, ἀλλὰ ἀφύπνιση καὶ ἔντονη ἐνεργοποίηση στὸ ἐπίπεδο τῆς πνευματικῆς ζωῆς. Εἶναι μία ἐσωτερικὴ ἀνασύνταξη καὶ ἐπανατοποθέτηση, ποὺ καλλιεργεῖται μὲ τὴν περισυλλογή, τὴν αὐτοσυγκέντρωση, τὴν προσευχὴ καὶ τὴν κοινωνία μὲ τὸν Θεό, Καὶ ἡ ἡσυχαστικὴ ζωή, ποὺ καλλιεργεῖται μὲ τὴ φυγὴ στὴν ἔρημο, δὲν ἐκφράζει ἀποστροφὴ πρὸς τὸν κόσμο, ἀλλὰ προσήλωση στὴν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ. Ὁ ἡσυχαστὴς ἀπομονώνεται στὴν ἔρημο, γιὰ νὰ χωρέσει μέσα του ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Ἡ ἡσυχαστικὴ ὅμως ζωὴ μπορεῖ νὰ καλλιεργηθεῖ ὡς ἕνα βαθμὸ καὶ μέσα στὶς πόλεις, ὅπως βεβαιώνει ἡ ἱστορία τῆς Ὀρθοδοξίας. Ὁ πατέρας τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ Κωνσταντῖνος ζοῦσε ἡσυχαστικὴ ζωὴ μέσα στὴν Κωνσταντινούπολη ὡς συγκλητικὸς καὶ μέλος τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς. Ἐκεῖνο ποὺ ἀπαιτεῖ ἡ ζωὴ αὐτὴ εἶναι ἡ ἀποδέσμευση ἀπὸ τὴν ἐμπαθῆ προσήλωση στὸν κόσμο καὶ ἡ πλήρης ἀναφορὰ στὸν Θεό.

Προσήλωση

Κεντρικὴ θέση στὸν ἡσυχασμὸ ἔχει ἡ νοερὰ ἢ καρδιακὴ προσευχή, ποὺ πραγματοποιεῖται μὲ τὴν ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Χριστοῦ: «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἐλέησόν με». Ἡ προσευχὴ αὐτὴ μὲ τὴ συντομία της βοηθάει στὴν αὐτοσυγκέντρωση καὶ στὴν ἀπερίσπαστη προσήλωση στὸν Θεό, Μὲ τὴ συνεχῆ ἐπανάληψή της καὶ μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἡ προσευχὴ μεταφέρεται σταδιακὰ ἀπὸ τὰ χείλη στὴν καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου.

Ὅπως γράφει ἕνας ἀπὸ τοὺς ἡσυχαστὲς θεολόγους, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ἡ ἐπίκληση τοῦ ὀνόματος τοῦ Ἰησοῦ ἀποτελεῖ τὸ κυριότερο ὅπλο τοῦ πιστοῦ στὸν ἀγώνα του ἐναντίον τοῦ πονηροῦ: «Ἰησοῦ ὀνόματι μάστιζε πολεμίους· οὐ γὰρ ἔστιν ἐν τῷ οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς ἰσχυρότερον ὅπλον» (Κλῖμαξ 21, ΡG 88, 9450). Μὲ τὴν προσευχὴ αὐτὴ ἀντιμετωπίζει ὁ πιστός τούς πειρασμοὺς καὶ καταπολεμεῖ τὰ πάθη. Καὶ ὅταν ἡ προσευχὴ ριζώσει στὴν καρδιά, ξεριζώνονται τὰ πάθη καὶ ὁ ἄνθρωπος εἰρηνεύει μὲ τὸν Θεὸ καὶ ἐλευθερώνεται.

Ὁ ἡσυχασμὸς πολεμήθηκε ἔντονα τὸν δέκατο τέταρτο αἰώνα ἀπὸ τὸν ἑλληνικῆς καταγωγῆς μοναχὸ Βαρλαάμ, ποὺ ἦρθε ἀπὸ τὴν Καλαβρία τῆς Ἰταλίας στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὴ Θεσσαλονίκη. Τὴν πολεμική τοῦ Βαρλαὰμ καὶ τῶν ὁμοφρόνων του ἀνέτρεψε ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, ὁ ὁποῖος καὶ πρόβαλε τὴ θεολογικὴ θεμελίωση τῆς ἡσυχαστικῆς ζωῆς. Ἔτσι ὁ ἡσυχασμὸς καὶ ἡ ἡσυχαστικὴ θεολογία συνδέθηκαν στενότερα μὲ τὸ ὄνομα τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ καὶ μὲ τὴν ἐποχή του.

Στοὺς κορυφαίους ἐκπροσώπους τῆς ἡσυχαστικῆς θεολογίας ποὺ ἀναπτύχθηκε ὡς τὴν ἐποχὴ τοῦ ἁγίου Γρηγορίου τοῦ Παλαμᾶ συγκαταλέγονται ὁ ὅσιος Μακάριος ὁ Αἰγύπτιος, ὁ μοναχὸς Εὐάγριος, ὁ ὅσιος Μάρκος ὁ ἀσκητής, ὁ Διάδοχος ἐπίσκοπος Φωτικῆς, ὁ ἅγιος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής, ὁ ὅσιος Ἰωάννης ὁ Σιναΐτης, ὁ ὅσιος Συμεὼν ὁ Νέος Θεολόγος, ὁ ὅσιος Γρηγόριος ὁ Σιναΐτης κ.α.

Σκοπὸς τοῦ ἡσυχασμοῦ εἶναι νὰ ὁδηγήσει τὸν ἄνθρωπο σὲ προσωπικὴ σχέση καὶ κοινωνία μὲ τὸν Θεό. Γιὰ νὰ πραγματοποιηθεῖ, ὅμως, αὐτὸ χρειάζεται νὰ ἐπιστρέψει ὁ ἄνθρωπος στὸν ἑαυτό του. Χρειάζεται νὰ ἀπαγκιστρωθεῖ ἀπὸ τὴν ἀλλοτριωτικὴ ἐξωστρέφεια καὶ τὴν προσκόλλησή του στὸν κόσμο καὶ νὰ ἀναζητήσει τὴν ἐσωτερική του ἑνότητα καὶ καθαρότητα. Μόνο ἔτσι μπορεῖ νὰ ἀποκατασταθεῖ ὡς δημιούργημα «κατ’ εἰκόνα καὶ καθ’ ὁμοίωσιν» Θεοῦ καὶ νὰ καθρεφτίσει μεσά του τὸν ὄντως Ὄντα Θεό. Συνέχεια

Ἡ μοναχικὴ ζωὴ δείκτης τελειώσεως

 

 Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης

Μὲ τὴν ἐμφάνιση τοῦ μοναχισμοῦ παρουσιάστηκε μία ἰδιαίτερη μορφὴ ζωῆς στὴν Ἐκκλησία. Αὐτὸ ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι δημιουργήθηκε καὶ νέα ἠθική. Ἡ Ἐκκλησία δὲν ἔχει ἰδιαίτερη ἠθικὴ γιὰ τοὺς κοσμικοὺς καὶ ἰδιαίτερη γιὰ τοὺς μοναχούς, οὔτε διαφοροποιεῖ τὶς δύο αὐτὲς κατηγορίες τῶν πιστῶν ὡς πρὸς τὶς ὑποχρεώσεις τοὺς ἀπέναντι στὸ Θεό. Ἡ χριστιανικὴ ζωὴ εἶναι κοινὴ γιὰ ὅλους. Ὅλοι οἱ Χριστιανοὶ ἔχουν ὡς κοινὸ γνώρισμα «τὸ ἀπὸ Χρίστου καὶ εἶναι καὶ ὀνομάζεσθαι»(1). Ἡ ὑπόσταση δηλαδὴ καὶ τὸ ὄνομά τους ἀνάγονται στὸ Χριστό. Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ὁ Χριστιανὸς εἶναι γνήσιος καὶ ἀληθινός, ὅταν στηρίζει τὴ ζωὴ καὶ τὴ διαγωγή του στὸ Χριστό. Ἡ προσπάθεια ὅμως αὐτὴ δυσχεραίνεται μέσα στὸν κόσμο.

Αὐτὸ ποὺ εἶναι δύσκολο στὸν κόσμο ἐπιχειρεῖται μὲ ἰδιαίτερη φροντίδα στὸ μοναχισμό. Ὁ μοναχὸς ἐπιδιώκει στὴν πνευματική του ζωὴ ὅτι ὀφείλει νὰ ἐπιδιώκει καὶ ὁποιοσδήποτε πιστὸς νὰ ζεῖ σύμφωνα μὲ τὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ. Οἱ βασικὲς ἀρχὲς τοῦ μοναχισμοῦ συμπίπτουν οὐσιαστικὰ μὲ τὶς βασικὲς ἀρχὲς τῆς ζωῆς ὅλων τῶν πιστῶν. Αὐτὸ γίνεται ἐμφανέστερο στὴν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας κατὰ τοὺς πρώτους αἰῶνες, ὅταν δὲν εἶχε ἀκόμα ἐμφανισθεῖ ὁ μοναχικὸς θεσμός.

Στὴν παράδοση τῆς Ἐκκλησίας εἶναι προφανὴς ἡ προτίμηση τῆς παρθενίας ἢ τῆς ἁγνότητας ἀπέναντι στὸ γάμο. Ἡ θέση αὐτὴ δὲν στρέφεται βέβαια ἐναντίον τοῦ γάμου, ποὺ ἀναγνωρίζεται ὡς μέγα μυστήριο(2), ἀλλὰ ἐπισημαίνει τὶς δυσκολίες ποὺ συνεπάγεται σὲ πρακτικὸ ἐπίπεδο γιὰ τὴν πνευματικὴ ζωή. Γὶ΄ αὐτὸ ἐξαρχῆς ὑπῆρχαν πολλοὶ Χριστιανοί, ποὺ ἀπέφευγαν τὴ σύναψη γάμου. Ἔτσι ὁ ἀπολογητὴς Ἀθηναγόρας, ποὺ ἔζησε κατὰ τὸ δεύτερο αἰώνα, γράφει: «Εὔροις δ΄ ἂν πολλοὺς τῶν πὰρ΄ ἠμὶν ἄνδρας καὶ γυναίκας καταγηράσκοντας ἀγάμους ἐλπίδι τοῦ μᾶλλον συνέσεσθαι τῷ Θεῶ»(3).

Ἐξάλλου ἡ χριστιανικὴ ζωὴ συνδέθηκε ἐξαρχῆς μὲ τὴν αὐταπάρνηση καὶ τὴ θυσία: «Ὅστις θέλει ὀπίσω μου ἀκολουθεῖν, ἀπαρνησάσθω ἑαυτὸν καὶ ἀράτω τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθείτω μοὶ»(4). Ὁ Χριστὸς ζητᾶ ἀπὸ τὸν ἄνθρωπο τὴν πλήρη αὐτοπροσφορά του: «Ὁ φιλῶν πατέρα ἢ μητέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστί μου ἄξιος καὶ ὁ φιλῶν υἱὸν ἢ θυγατέρα ὑπὲρ ἐμὲ οὐκ ἔστί μου ἄξιος»(5).

Τέλος ἡ ἐπίδοση στὴν ἔντονη καὶ ἀδιάλειπτη προσευχή, ἡ ὑπακοὴ στοὺς ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ὑποταγὴ στοὺς ἄλλους, ὅπως καὶ ὅλες γενικὰ οἱ βασικὲς ἀρετὲς τοῦ μοναχισμοῦ, καλλιεργοῦνταν ἐξαρχῆς ἀπὸ τὰ μέλη τῆς Ἐκκλησίας. Συνέχεια

Απρίλιος 2018
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Φεβ    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
2930