Ἡ θαυμαστή ἁλιεία

Η θαυμαστη ἃλιεια
Ψαρι και αρτος

ΕΩΘΙΝΟΝ Ι’ Ἦχος πλ. β’

“Μετὰ τὴν εἰς Ἅδου κάθοδον, καὶ τὴν ἐκ νεκρῶν Ἀνάστασιν, ἀθυμοῦντες ὡς εἰκός, ἐπὶ τῷ χωρισμῷ σου Χριστὲ οἱ Μαθηταί, πρὸς ἐργασίαν ἐτράπησαν· καὶ πάλιν πλοῖα καὶ δίκτυα, καὶ ἄγρα οὐδαμοῦ. Ἀλλὰ σὺ Σῶτερ ἐμφανισθείς, ὡς δεσπότης πάντων, δεξιοῖς τὰ δίκτυα κελεύεις βαλεῖν· καὶ ἦν ὁ λόγος ἔργον εὐθύς, καὶ πλῆθος τῶν ἰχθύων πολύ, καὶ δεῖπνον ξένον ἕτοιμον ἐν γῇ· οὗ μετασχόντων τότε σου τῶν Μαθητῶν, καὶ ἡμᾶς νῦν νοητῶς καταξίωσον, ἐντρυφῆσαι φιλάνθρωπε Κύριε.”

Ψαρι και αρτος

Μιὰ ἄκαρπη ἁλιεία

Ὁ εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης περιγράφει τὴν ἐμφάνιση τοῦ ἀναστημένου Ἰησοῦ στὴ λίμνη τῆς Τιβεριάδος (κα´1-23).

Τὴν ἐμφάνιση αὐτὴ τὴν εἶχε προγραμματίσει ὁ Κύριος, πρὶν ἀπὸ τὸ πάθος, ὡς πρώτη ἐμφάνισή του καὶ γι’ αὐτὴν ἔκλεισε συνάντηση μὲ τοὺς μαθητές του στὴν Γαλιλαία. Ἀλλὰ οἱ μαθητές, ἐπειδὴ δὲν πίστεψαν στὴν Ἀνάσταση, ἀρνήθηκαν νὰ πορευθοῦν στὴν Γαλιλαία, ἀκόμη καὶ ὅταν τοὺς ὑπενθύμισε τὴν συνάντηση ὁ ἄγγελος καὶ τοὺς τὴν ἐπανέλαβε ὁ Κύριος. Ἔτσι ὁ Ἰησοῦς ἀναγκάστηκε νὰ τοὺς ἐμφανιστεῖ στὰ Ἱεροσόλυμα ἕξι φορὲς τουλάχιστον μέχρις ὅτου πεισθοῦν ὅλοι, ἀκόμα καὶ ὁ Θωμᾶς. Μετὰ τὴν ἐμφάνισή του στοὺς ἕνδεκα μαζὶ καὶ μὲ τὸν Θωμᾶ, οἱ μαθητές του ἦρθαν ἐπιτέλους στὴν Γαλιλαία καὶ ὁ Ἰησοῦς βάζει σ’ ἐνέργεια τὸ ἐπιθυμητό του πρόγραμμα.

Οἱ μαθητὲς ἴσως βρίσκονταν σὲ κάποια ἀμηχανία τὶς ἡμέρες ἐκεῖνες. Ὁ Ἰησοῦς δὲν κηρύττει πλέον οὔτε τοὺς συναναστρέφεται, εἶναι ἄφαντος. Σ᾽ αὐτοὺς δὲν ἀνέθεσε κανένα ἔργο, καμιὰ ἀποστολὴ ἀκόμη. Δὲν γνωρίζουν τὰ σχέδια τοῦ Διδασκάλου, οὔτε τί θὰ ἐπακολουθήσει. Οἱ γιορτὲς τοῦ Πάσχα πέρασαν, ἦρθαν ἐργάσιμες ἡμέρες. Τί νὰ κάνουν; Ἐπιστρέφουν στὶς ἐργασίες τους. Αὐτὸ φαίνεται καθαρὰ ἀπὸ τὴν ἀπόφαση τοῦ Πέτρου. «Ὑπάγω ἀλιεύειν» (Ἰω. κα´3). Ἴσως νὰ ἦταν ὅλοι μαζὶ οἱ μαθητὲς σὲ κάποιο σπίτι. Ὅταν ὅμως οἱ ψαράδες ἀποφάσισαν νὰ πᾶνε γιὰ ψάρεμα, καὶ οἱ ἄλλοι θὰ πῆγαν στὶς δικές τους ἐργασίες, διότι ὡς γνωστὸν δὲν ἦταν ὅλοι οἱ μαθητὲς ψαράδες. Παίρνουν, λοιπόν, τὸ πλοῖο ὁ Πέτρος μαζὶ μὲ τοὺς ἄλλους ἕξι καὶ ξεκινοῦν γιὰ τὸ ψάρεμα. Ὅλη τὴ νύχτα τὴν πέρασαν μέσα στὴν θάλασσα προσπαθώντας νὰ ψαρέψουν, μὰ ὁ κόπος τους πῆγε χαμένος. Ἡ νύχτα πέρασε ἄκαρπη. Τὸ ψάρεμα ἀπέτυχε.

Ὁ ξένος

«Ὅταν πιὰ ξημέρωσε, στάθηκε ὁ Ἰησοῦς στὸν γιαλό· οἱ μαθητὲς ὅμως δὲν ἤξεραν ὅτι ἦταν ὁ Ἰησοῦς» (Ἰω. κα´4). Τὸ πλοιάριο βρισκόταν σὲ μικρὴ ἀπόσταση ἀπὸ τὴν παραλία καὶ φυσιολογικὰ θὰ ἔπρεπε νὰ ἀναγνωρίσουν τὸν Ἰησοῦ οἱ μαθητές. Ὁ ἄνθρωπος ὅμως τῆς Ἀναστάσεως δὲν ἐπέτρεπε στοὺς φθαρτοὺς νὰ τὸν ἀναγνωρίζουν. Τὸ ἴδιο συνέβη καὶ μὲ τὴν Μαρία, ποὺ τὸν πέρασε γιὰ κηπουρό, καὶ μὲ τοὺς δύο ὁδοιπόρους πρὸς Ἐμμαούς, ποὺ τόση ὥρα δὲν ἀναγνώριζαν οὔτε τὴ μορφή του οὔτε τὴ φωνή του. Ὁ Ἰησοῦς τοὺς ρωτᾶ· «Παιδιά, μήπως ἔχετε κάτι γιὰ φαγητό;» (Ἰω. κα´5). Ξέρει ὁ Ἰησοῦς ὅτι τὸ ὁλονύκτιο ψάρεμα τῶν μαθητῶν του δὲν ἀπέδωσε τίποτε, θέλει ὅμως νὰ ἀκούσει ἀπὸ τὸ στόμα τους τὴν ἀρνητικὴ ἀπάντηση, γιὰ νὰ τονισθεῖ ἡ ἀκαρπία τῆς ἁλιείας τους, νὰ φανεῖ ὅτι δὲν ἔχουν οὔτε ἕνα ψάρι. Καὶ ὅταν παίρνει τὴν ἀρνητική τους ἀπάντηση, τοὺς δίνει ἐντολὴ νὰ ρίξουν τὰ δίχτυα στὰ δεξιὰ τοῦ πλοίου. Ἀρχίζει ν’ ἀσκεῖ πάνω τους τὴ θεία ἐξουσία του, πείθοντάς τους ὅπως δὲν θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς πείσει ἕνας κοινὸς ἄνθρωπος. Καὶ αὐτοί, παρ’ ὅλο ποὺ καὶ ἡ ὥρα καὶ ὁ τόπος ἦταν ἀκατάλληλα γιὰ ψάρεμα, ὑπήκουσαν ὑποχωρώντας μπροστὰ στὴν ἀδιόρατη θεία δύναμη τῆς ἐπιταγῆς. Τὸ ἀποτέλεσμα τῆς παράξενης αὐτῆς ἁλιείας ἦταν τόσο πολλὰ ψάρια, ὥστε νὰ μὴν μποροῦν νὰ τραβήξουν τὸ δίχτυ ἀπὸ τὸ πολὺ βάρος.

Οἱ μαθητές, χωρὶς νὰ βλέπουν στὸν ξένο τὴ γνωστὴ μορφὴ τοῦ Διδασκάλου, ἀναγνωρίζουν ὅτι εἶναι Αὐτός, διότι βλέπουν τὸ σημεῖο. Θυμοῦνται τὴ θαυμαστὴ ἁλιεία τῆς κλήσεως, καὶ ὁ Ἰωάννης λέει στὸν Πέτρο· «Ὁ Κύριός ἐστι» (Ἰω. κα´7). Ἀμέσως ὁ Πέτρος, ποὺ καὶ αὐτὸς τὸ εἶχε καταλάβει, ντύνεται τὸν ἐπενδύτη καὶ ρίχνεται στὴ θάλασσα.

Ἡ πράξη τοῦ Πέτρου εἶναι πολὺ χαρακτηριστικὴ γιὰ τὸν αὐθορμητισμὸ καὶ τὴ λαχτάρα του. Ἐνῶ τὸ πλοῖο ἀπέχει λίγο ἀπὸ τὴν παραλία, αὐτὸς ρίχνεται μὲ τὰ ροῦχα στὴ θάλασσα γιὰ νὰ πάει κοντὰ στὸν Κύριο κολυμπώντας. Δὲν περιμένει τὸ πλοῖο. Οἱ ἄλλοι μαθητὲς ἔρχονται στὴν ξηρὰ μὲ τὸ πλοῖο σέρνοντας τὸ δίχτυ μὲ τὰ χέρια. Μόλις φτάνουν στὴν ἀμμουδιά, βλέπουν ἕνα ψάρι πάνω σὲ ἀναμμένα κάρβουνα καὶ δίπλα ψωμί. Καὶ αὐτὸ σημεῖο· πότε καὶ μὲ τί ἄναψε φωτιά; Πότε ἔκανε κάρβουνα; Πότε καὶ ἀπὸ ποῦ βρῆκε τὸ ψάρι Αὐτός, ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγο ρωτοῦσε· «Παιδία, μή τι προσφάγιον ἔχετε;».

Ἡ ὅραση τῆς πίστεως

Ὁ Κύριος ἐδῶ ἐπαναλαμβάνει ὁρισμένα παλιά του σημεῖα γιὰ ν’ ἀνασκαλίσει τὴ μνήμη τῶν μαθητῶν του, νὰ διεγείρει τὴν πίστη τους, νὰ «ὀφθῆ» κατὰ κάποιο τρόπο «διὰ πίστεως». Αὐτὸ θὰ εἶχε ἀξία γιὰ τοὺς μαθητές, ἐνῶ οἱ προηγούμενες ἐμφανίσεις στὰ Ἱεροσόλυμα, τὶς ὁποῖες προκαλοῦσε ἡ ἀπιστία τους, δὲν εἶχαν καμιὰ ἀξία. Ἔχουν ἀξία μόνο γιὰ τὸ ἴδιο τὸ γεγονὸς τῆς Ἀναστάσεως, διότι μαρτυροῦν στὴν ἱστορία ὅτι καὶ παρὰ τὴν ἀπιστία ἡ Ἀνάσταση εἶναι γεγονός. Αὐτὴ ὅμως ἐδῶ ἡ ἐμφάνιση τοῦ Ἰησοῦ διεγείρει τὴν πίστη τῶν μαθητῶν καὶ τὴ γυμνάζει.

Στὴ συνέχεια ὁ Ἰησοῦς τοὺς λέγει· «Ἐλᾶτε νὰ φᾶτε» (Ἰω. κα´12). Ἀφήνει πλέον τὰ μάτια, τὰ αὐτιὰ καὶ τὴν καρδιά τους νὰ τὸν γνωρίσουν μὲ βάση τὰ σημεῖα. Καὶ ἐπαναλαμβάνει μία προσταγή, τὴν ὁποία πολλὲς φορὲς ὁπωσδήποτε θὰ τὴν εἶπε κατὰ τὰ τρία χρόνια τῆς συναναστροφῆς τους. Σὰν νὰ τοὺς λέει· «Ἐγὼ εἶμαι, παιδιά, ὅπως καὶ τόσα χρόνια ἤμουν μαζί σας». Ἔτσι, κανεὶς ἀπὸ τοὺς μαθητὲς δὲν τολμᾶ νὰ τὸν ρωτήσει ποιὸς εἶναι, διότι καταλάβαιναν ὅλοι ὅτι εἶναι ὁ Κύριος.

Καθ’ ὅλη τὴν διάρκεια τοῦ φαγητοῦ καὶ στὴ συνέχεια, ὁ Κύριος δὲν ἀλλάζει μορφή. Ἐπιμένει νὰ φανερώνεται μὲ τὰ σημεῖα. Γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Ἰωάννης στὴν ἀρχὴ τῆς περικοπῆς γράφει χαρακτηριστικά· «ἐφανέρωσε δὲ οὕτως» (Ἰω. κα´1). Τὸ «οὕτως» σημαίνει ὅτι στὴν ἐμφάνιση αὐτὴ τοῦ Κυρίου ἐνεργεῖ ἡ πίστη καὶ αὐτὴ διανοίγει τὰ μάτια τῶν μαθητῶν, γιὰ νὰ δοῦν τὸν ἄνθρωπο τῆς Ἀναστάσεως καὶ νὰ γνωρίσουν τὸν Κύριο Ἰησοῦ Χριστό. Σεβασμὸς κατέχει τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά τους, ὥστε νὰ μὴν κάνουν περιττὲς ἐρωτήσεις. Εἶναι περιττὲς οἱ ἐρωτήσεις, ὅταν ἡ πίστη τὰ δείχνει ὅλα ὅπως εἶναι στὴν πραγματικότητα καὶ δείχνει τόσα ὅσα δὲν μπορεῖ νὰ συλλάβει τὸ φυσικὸ μάτι. Αὐτὸ ποὺ ἔνιωσαν οἱ μαθητὲς ἦταν μία μετάβαση ἀπὸ τὸν κόσμο τῆς φθορᾶς στὸν κόσμο τοῦ πνεύματος, τῆς ἀφθαρσίας, τῆς αἰωνιότητας, χωρὶς νὰ συμβεῖ θάνατος.

Ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τῶν ἀποστόλων μέχρι σήμερα, ὁ Κύριος συνεχίζει νὰ φανερώνει τὸν ἑαυτό του μόνο «διὰ πίστεως», καὶ γι’ αὐτὸ φανερώνεται μόνο στοὺς πιστούς. Μὲ τὴν πίστη βλέπουμε, ἀκοῦμε, ὀσφραινόμαστε, γευόμαστε, ἐγγίζουμε τὸν Ἰησοῦ στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας μας. Βέβαια, στὰ μυστήρια τῆς Ἐκκλησίας, καὶ μάλιστα στὸ μυστήριο τῆς θείας Εὐχαριστίας, ὑπάρχει καὶ τὸ ὁρατὸ στοιχεῖο, ἀλλὰ αὐτὸ γιὰ τοὺς ἀπίστους δὲν εἶναι τίποτε· ἕνας ἄνθρωπος κοινὸς καὶ ἄγνωστος «εἰς τὸν αἰγιαλὸν» (Ἰω. κα´4). Γιὰ τοὺς πιστοὺς ὅμως «ὁ Κύριός ἐστι» (Ἰω. κα´7).

Ψαρι και αρτος

Ιουνίου 2016
Κ Δ Τ Τ Π Π Σ
« Μαι    
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
2627282930